Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2011

Βίκτωρ Σερζ για τη δολοφονία Λιμπκνεχτ - Ροζας Λουξεμπουργκ

Η 15η Ιανουαρίου αποτελεί από το 1919 ημέρα πένθους για όλους τους επαναστάτες σ΄ ολόκληρο τον κόσμο. Στις 15 Ιανουαρίου 1919, η νεαρή Γερμανική επανάσταση αποκεφαλίστηκε και η μοίρα της Ευρωπαϊκής Επανάστασης σφραγίστηκε με το διπλό φόνο του Κάρλ Λίμπκνεχτ και της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Τίποτα από κείνη τη μέρα δεν πρέπει να ξεχαστεί. Ο ταξικός πόλεμος συνεχίζεται. Πρέπει να θυμόμαστε τι έκανε ο εχθρός, τι είναι ακόμα ικανός να κάνει. Εδώ είναι οι αποδείξεις: Ένα αρχείο της καθημερινής εφημερίδας του SPD Vorwats, επίσης ανακοινώσεις... Θα πρέπει να τις ξαναδιαβάζουμε σύντροφοι, τη στιγμή της κατοχής της Ρουρ, ενώ η πείνα κυριαρχεί στα σπίτια 30 εκατομμυρίων Γερμανών εργατών.

Στις 13 και 14 Ιανουαρίου του 1919, οι Σπαρτακιστές, οι Γερμανοί Κομμουνιστές της τιμημένης ομάδας Σπάρτακος, που, όχι πολύ πριν, ήταν η μόνη που αψήφησε τον Κάιζερ, και τον Λούντερντολφ - πολεμούσαν στους δρόμους τους Βερολίνου κατά των στρατευμάτων της σοσιαλιστικής Κυβέρνησης. Η κυβέρνηση είχε προκαλέσει την εξέγερση απομακρύνοντας τον αρχηγό της κόκκινης αστυνομίας του Βερολίνου, τον σύντροφό μας Αϊχορν.

Μία σπάνια φωτογραφία του ΚΑΡΛ ΛΙΜΠΚΝΕΧΤ


Η εργατική τάξη ήταν αποφασισμένη να διατηρήσει την εξουσία στην πρωτεύουσα. Πέρασαν από την άμυνα στην επίθεση και η πάλη για την εξουσία ξεκίνησε. Στις 14 Ιανουαρίου, η κυβέρνηση του SPD, φανερά αναστατωμένη, έκανε έκκληση στο λαό: "Πρέπει να υπερασπιστούμε τα σύνορά μας, εναντίον του νέου στρατιωτικού δεσποτισμού στη Ρωσία", αυτό γράφτηκε το 1919, σε μια εποχή που αρκετά ιστορικά θαύματα φαίνονταν αναγκαία για να σώσουν την Κομμουνιστική Ρωσία, περικυκλωμένη και πεινασμένη, υπό επίθεση από τον Κόλτσακ, Ντενίκιν και Γουντένιτς.

"Ο Μπολσεβικισμός, είναι συνώνυμος με το θάνατος της Ειρήνης, της ελευθερίας, του σοσιαλισμού...", έγραφαν οι ίδιοι άνθρωποι που, δυο μέρες αργότερα, θα άνοιγαν τρύπες στα κεφάλια του Καρλ και της Ρόζας! "Η σημερινή κυβέρνηση αποτελείται από σοσιαλδημοκράτες {...} εκπροσώπους της εργατικής τάξης {...}. Η σημερινή κυβέρνηση υπερασπίζεται τη δημοκρατία και το σοσιαλισμό...". Η έκκληση έχει τις υπογραφές: Εμπερτ, Σάϊντεμαν, Λάντσμπεργκ, Νόσκε, Βάϊσελ.

Στις 15 Ιανουαρίου, η νίκη της σοσιαλιστικής τάξης επιβεβαιώθηκε. Ο Λίμπκνεχτ, τον οποίο αναγνώρισαν και κατέδωσαν, συνελήφθη σ΄ ένα προάστιο του Βερολίνου, στην Mannheimerstrasse 43, στο Βίλμερσντορφ. Η Vorwats πανηγύρισε. Την ίδια ημέρα η εφημερίδα είχε επιστρέψει στα παλιά γραφεία της από όπου η αστυνομία του Νόσκε είχε εκδιώξει τους Σπαρτακιστές ληστές. Ύστερα υπήρξε μία ημέρα σιγής. Αυτό είναι τάξη.

Στις 17 Ιανουαρίου την αυγή, οι εργάτες του Βερολίνου έμαθαν από τις εφημερίδες τους την τρομερή τραγωδία που δεν τους έλεγαν για 48 ώρες. Για 48 ώρες ο Καρλ και η Ρόζα ήταν νεκροί "θύματα του εμφύλιου πολέμου που οι ίδιοι ξεκίνησαν" έγραψε το ανώνυμο μέλος της συντακτικής επιτροπής του Vorwats που ορίστηκε για να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα μετά το φόνο. Η επίσημη ανακοίνωση από το αρχηγείο της αστυνομίας - την ονόμασαν Polizeiprasidium - περιέγραψε το έγκλημα με όρους τέτοιας διοικητικής τρέλας που ντρέπεσαι για τους δολοφόνους. Απλά διαβάστε:

Πάνω από 100.000 εργάτες τίμησαν και φέτος τη Ρόζα Λούξεμπουργκ και τον Καρλ Λίμπκνεχτ στη Γερμανία


"Αφού συνελήφθη κατά τη διάρκεια της νύχτας στο Βίλμπερσντορφ, ο Κάρλ Λίμπκνεχτ μεταφέρθηκε στο ξενοδοχείο Εντεν όπου ήταν τα αρχηγεία της Εφιππης Φρουράς. Από εκεί, επρόκειτο να μεταφερθεί στη φυλακή Moabit. Στις 9 π.μ. πλήθος μπλόκαρε τις εξόδους προς το ξενοδοχείο. Ο Λίμπκνεχτ φυγαδεύτηκε από μια πίσω πόρτα και μεταφέρθηκε σ΄ ένα αυτοκίνητο. Τον προειδοποίησαν πως αν προσπαθούσε να διαφύγει, οι φρουροί θα χρησιμοποιούσαν τα όπλα τους" (Το κείμενο δίνει έμφαση σ΄ αυτή την αδέξια ομολογία του εκ προμελέτης φόνου). "Το πλήθος περικύκλωσε το αμάξι. Κάποιοι άγνωστοι χτύπησαν με βία τον Λίμπκνεχτ στο κεφάλι. Αιμορραγούσε ακατάσχετα. Ο οδηγός επιτάχυνε. Για να αποφύγει τον όχλο αποφάσισε να παρακάμψει μέσα από το ζωολογικό κήπο. Κοντά στη Νέα Λίμνη το αυτοκίνητο σταμάτησε. Η μηχανή είχε χαλάσει εξαιτίας της υπερβολικής ταχύτητας. Και έπρεπε να επισκευαστεί. Ρώτησαν τον Λίμπκνεχτ αν ένιωθε αρκετά καλά να περπατήσει ως την Charlottenburget Chaussee όπου ήλπιζαν πως θα βρουν ταξί. Ο κρατούμενος απάντησε καταφατικά. Δεν ήταν όμως ούτε 30 μέτρα μακριά από το αυτοκίνητο όταν ο Λίμπκνεχτ προσπάθησε να ξεφύγει από τη συνοδεία του και άρχισε να τρέχει. Κάποιος που προσπάθησε να τον σταματήσει, έφαγε μαχαιριά στο δεξί χέρι" (πάλι το πρωτότυπο κείμενο δίνει έμφαση σ΄ αυτό εδώ). "Καθώς ο Λίμπκνεχτ δεν σταμάτησε να τρέχει, παρά τις επαναλαμβανόμενες προειδοποιήσεις τον πυροβόλησαν αρκετές φορές. Έπεσε νεκρός επί τόπου".

Ο ζωολογικός κήπος του Βερολίνου είναι ένα τεράστιο πάρκο που βρίσκεται στο κέντρο της πόλης και εγκαταλείπεται το βράδυ. Ο Λϊμπκνεχτ μεταφέρθηκε εκεί για "να αποφύγει τον όχλο". Ο Λίμπκνεχτ δεν σκέφτηκε να πέσει στους θαμνώνες που υπάρχουν από τις δύο πλευρές όλων των μονοπατιών. Έτρεξε ευθεία γνωρίζοντας πολύ καλά ότι θα τον πυροβολήσουν. Τον είχαν προειδοποιήσει ότι θα τον σκότωναν αλλά δεν του είχαν περάσει χειροπέδες. Στα αρχηγεία της φρουράς τον είχαν αφήσει με μαχαίρι. Ευσυνείδητοι, οι στρατιώτες του Νόσκε επανέλαβαν τις προειδοποιήσεις τους πριν τον πυροβολήσουν και τον σκοτώσουν επί τόπου, έναν άντρα που τρέχει σ΄ ένα κατασκότεινο δάσος στις 11 το βράδυ!

Για να σκαρώσουν αυτήν την αδέξια αφήγηση οι αρχές δεν χρειάστηκαν πάνω από 48 ώρες. Έπρεπε να βρουν κάποια εξήγηση, γιατί, αφού συνελήφθη χωρίς να προβάλλει το παραμικρό ίχνος αντίστασης στις 9.30 μ.μ., ο Λίμπκνεχτ σκοτώθηκε σ΄ ένα έρημο μέρος δύο ώρες μετά!

Την ίδια στιγμή επίσης πέθαινε και η Ρόζα Λούξεμπουργκ. "Το απειλητικό πλήθος που περικύκλωνε το ξενοδοχείο Εντιν είχε προσπαθήσει αρκετές φορές να πιάσει την κυρία Ρόζα Λούξεμπουργκ. Οι φρουροί της κατάφεραν να την μεταφέρουν σχεδόν ως το αμάξι που είχαν ετοιμάσει γι΄ αυτήν. Εκείνη τη στιγμή υπήρξε συμπλοκή. Η κυρία Ρόζα Λούξεμπουργκ διαχωρίστηκε από τη συνοδεία της και όταν την άρπαξαν ξανά από το πλήθος είχε χάσει τις αισθήσεις της. Την έβαλαν στην μπροστινή θέση του αμαξιού. Καθώς το αυτοκίνητο κινούνταν, ένας άγνωστος άντρας πήδηξε και πυροβόλησε εξ επαφής την αναίσθητη κυρία Ρόζα Λούξεμπουργκ. Το αυτοκίνητο κινήθηκε κατά μήκος του Kurfurstendamm προς το κέντρο του Βερολίνου. Όταν έφθασε στο κανάλι, άγνωστοι φώναξαν "Στοπ!". Ο οδηγός πιστεύοντας ότι ήταν περίπολος υπάκουσε. Το πλήθος περικύκλωσε το αυτοκίνητο φωνάζοντας: "Είναι η Ρόζα!". Το πτώμα της κυρίας Ρόζας Λούξεμπουργκ το άρπαξαν και το έσυραν στο σκοτάδι". Τα υπολείμματα της δολοφονημένης γυναίκας τα έριξαν στο κανάλι.

Σε όλη τη σύγχρονη ιστορία, η οποία είναι γεμάτη ποικίλες φρικαλαιότητες, υπάρχουν λίγες στιγμές τόσο φρικιαστικές όπως αυτή, αυτού του πλήθους των αστών, που είναι αποφασισμένοι να λιντσάρουν μία κρατούμενη, μία γυναίκα με γκριζαρισμένα μαλλιά που έχει λιποθυμίσει και που ήταν ένα από τα πιο δυνατά μυαλά του παγκόσμιου σοσιαλισμού. Θα πρέπει να επιστρέψουμε στην Παρισινή Κομμούνα για να βρούμε κάτι το συγκρίσιμο. Οι γυναίκες των Βερσαλλιών χρησιμοποιούσαν τις μύτες των ομπρελών τους - αναμφίβολα με μεγάλη αηδία - για να ακουμπήσουν εκείνα τα πτώματα των φρικτών Κομμουνάρων. Οι Βερολινέζοι του 1919 έσυραν τη Ρόζα Λούξεμπουργκ που ακόμη ζούσε κατά μήκος του πεζοδρομίου του καναλιού.

Την επόμενη μέρα η Vorwarts έγραφε: "Η σοσιαλδημοκρατία παρ’ όλες τις παρεκτροπές της δεξιάς και της αριστεράς, υπερασπίζεται την τάξη, την ανθρώπινη ζωή, την κυριαρχία της τάξης πάνω στη βία. Γι΄ αυτό πολεμά! Κανένας δεν πιστεύει ότι μπορεί να αφοπλιστεί! Στο ίδιο τεύχος μπορούμε να δούμε τους ακόλουθους τίτλους και υπότιτλους: "Το τέλος του Μπολσεβικισμού", "Η Πετρούπολη μπροστά στο θάνατο" - "Αντεπανάσταση στη Ρωσία", "Φημολογείται ότι ο Γκόργκι το έσκασε για το Λονδίνο".

Έχουν περάσει τέσσερα χρόνια από τότε. Ο κύριος δολοφόνος του Λίμπκνεχτ πέθανε τυχαία. Οι δολοφόνοι της Ρόζας Λούξεμπουργκ είναι γνωστοί αλλά δεν έχουν διωχθεί. Ένας από αυτούς, ο Runge ομολόγησε. Μπήκε 6 μήνες φυλακή επειδή ήταν αδιάκριτος. Ο δεσμοφύλακας Tanschick από τη φυλακή Moabit, που σκότωσε το Λέο Τίκο και έπειτα τον Dorrenbach, πήρε προαγωγή. Τέσσερα χρόνια έχουν περάσει. Τώρα έχουμε γευτεί τους καρπούς της νίκης που η Γερμανική Σοσιαλδημοκρατία κέρδισε μ΄ αυτό το κόστος. Εξαιτίας της, η προλεταριακή επανάσταση που μπορούσε να πετύχει στην Κεντρική Γερμανία, δεν νίκησε. Οι όμοιοι του Stinners, Thussen, οι εκατομμυριούχοι και πολλές βιομηχανίες ευημερούσαν. Ο κύριος Κούνο της γραμμής Αμβούργου - Αμερική είναι στην εξουσία.

Η Γερμανία των εργατών που το SPD απείλησε με πείνα και αποκλεισμό στα 1919 αν τόλμαγε να κάνει επανάσταση, δεν έκανε την επανάσταση και παρόλα αυτά πεινά. Η Γερμανία των εργατών που οι Σάϊντεμαν και σία απείλησε με συμμαχική επέμβαση ίσως αυτή τη στιγμή βλέπει τους Σενεγαλέζους να εισβάλουν στη Ρουρ. Ο φασισμός προβάλει. ΟΙ Erzberger και Rathenau, επιφανείς αστοί με κάπως ριζοσπαστικές απόψεις δολοφονήθηκαν. Τον Λούντεντρολφ τον έχουν αφήσει στην ηρεμία και ο συνταγματάρχης Χίτλερ με ηρεμία οργανώνει τα αντεπαναστατικά του στρατεύματα στη Βαυαρία. "Τάξη, σεβασμός για την ανθρώπινη ζωή, κυριαρχία του νόμου, σοσιαλισμός" ήταν τα κύρια θέματα των σοσιαλδημοκρατών όταν ο Καρλ και η Ρόζα πέθαιναν. Η πραγματικότητα έχει άλλα ονόματα: πείνα, αποικιοποίηση της Γερμανίας από το ξένο κεφάλαιο, θρίαμβος της κερδοσκοπίας μεγάλης κλίμακας, κυριαρχία των κερδοσκόπων, επίθεση των εργοδοτών, εξοπλισμός των αντιδραστικών δυνάμεων.

Ως κομμουνιστές δεν εξετάζουμε την ιστορία μοιρολατρικά. Στην ταξική πάλη δεν υπάρχουν αναπόφευκτες ήττες ή νίκες. Υλικές, πνευματικές και ηθικές δυνάμεις συγκρούονται και οι ισχυρότεροι νικούν τις πιο αδύναμες. Τον Ιανουάριο του 1919, αν και σε θανάσιμο κίνδυνο η Ρωσική Επανάσταση στην πάλη της με την αντίδραση έφτασε το απόγειο της δυναμικής της να επεκτείνεται και να δημιουργεί. Η Ουγγαρία, οδηγούνταν προς τη σοβιετική κυριαρχία. Το επαναστατικό κίνημα ήταν σε άνοδο στην Ιταλία. Στα νικηφόρα κράτη είχε πραγματοποιηθεί αποστράτευση: ένοπλοι εργάτες επέστρεφαν από τα χαρακώματα και με βία περιόριζαν την πανίσχυρη οργή τους, παντού η φοβισμένη, δειλή μπουρζουαζία που είχε μείνει πίσω υποχώρησε μπροστά τους. Η προλεταριακή Γερμανία επιθυμούσε να πραγματοποιήσει το πρόγραμμα της κοινής ιδιοκτησίας, να ακολουθήσει το μεγάλο Ρώσικο παράδειγμα. Είχε ακόμα τέσσερα αξιομνημόνευτα μυαλά: το Φράνς Μέρινγκ, ένα διανοούμενο και ένα τολμηρό στοχαστή που αποτελούσε την καρδιά της ομάδας Σπάρτακος, το Λέο Τίκο (Γκοχίγκες), τον καλύτερο υπό τους οργανωτές, τους πιο ικανούς συνωμότες, τον Καρλ και τη Ρόζα. Η προλεταριακή Γερμανία μπορούσε να είχε νικήσει.

Η αστική και η σοσιαλιστική αντεπανάσταση χτύπησε τους τρεις από αυτούς τους διανοούμενους. Τότε ο γέρος Φράνς Μέρινγκ πέθανε στο ξαφνικό μαύρο απελπιστικό λυκόφως της ήττας. Η σοσιαλδημοκρατία κατάλαβε πολύ καλά ότι η τάξη που είχε αποκεφαλιστεί οδεύει προς την ήττα. Οι δολοφόνοι της ολοκλήρωσαν το έργο της εξαχρείωσης που είχε αρχίσει με την προδοσία του SPD. Αν αντί γι΄ αυτό είχε πραγματοποιήσει το πιο θεμελιώδες σοσιαλιστικό καθήκον της, τι μέλλον θα άνοιγε για την εργατική τάξη της Ευρώπης, σίγουρα μετά από σκληρή πάλη. Το ζοφερό παρόν όμως λειτουργεί για να επιβραδύνει και να παρατείνει! Αν σκεφτούμε αυτό την ημέρα του Καρλ Λίμπκνεχτ και της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Πρέπει να θυμόμαστε τι είναι ικανός ο εχθρός να κάνει. Στο έγκλημα της 15ης Ιανουαρίου του 1919, υπάρχει ένα μεγάλο ιστορικό μάθημα.

Πέμπτη 13 Ιανουαρίου 2011

ΟΙ ΖΟΦΕΡΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΕΕ/ΔΝΤ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ, του Θ. ΜΕΓΑΛΟΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

ΟΙ ΖΟΦΕΡΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΕΕ/ΔΝΤ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ




Οι συνέπειες στην ψυχική υγεία των πλατειών λαϊκών στρωμάτων από το σοκ των οικονομικών μέτρων που αποφάσισε η κυβέρνηση, κατ΄ εντολήν της ΕΕ και του ΔΝΤ, είναι ήδη ορατές στα οδυνηρά βιώματα και εμπειρίες όλο και περισσότερων από τους προσερχόμενους στα εξωτερικά ιατρεία και στις όποιες πρωτοβάθμιες υπηρεσίες ψυχικής υγείας και πρόκειται να γίνονται διαρκώς πιο δραματικές όσο αυτά τα μέτρα θα μπαίνουν σε εφαρμογή (και θα πολλαπλασιάζονται διαρκώς επιδεινούμενα), καταστρέφοντας όχι μόνο το παρόν εκατομμυρίων, αλλά και το μέλλον μιας ολόκληρης (τουλάχιστον) γενιάς. Η κατάσταση θα γίνεται διαρκώς ακόμα πιο δύσκολη για τα άτομα με πιο σοβαρές και πολύπλοκες ανάγκες (ψυχωτικές και άλλες) και για τις οικογένειές τους, καθώς οι κοινωνικές και θεσμικές προϋποθέσεις της ανάρρωσής τους (υλικές/οικονομικές, σχεσιακές, δυνατοτήτων και κουλτούρας των θεραπευτικών θεσμών κλπ) θα φθίνουν διαρκώς και θα συρρικνώνονται μέσα σε μια κοινωνική οργάνωση που θα λειτουργεί αφήνοντας χώρο μόνο για τους «λίγους», ενώ θα σπρώχνει στην εξαθλίωση, στον αποκλεισμό, στην κατασταλτική διαχείριση και στον θάνατο όλο και πιο πολλούς.


Αυτό δεν αποτελεί έναν ‘απαισιόδοξο’ (ή, κατ΄ άλλους, ‘εξτρεμιστικό’) ισχυρισμό : πηγάζει από τα καταγεγραμμένα δεδομένα και την όλη γνώση μας, εδώ και πάνω από 100 χρόνια, για τη σχέση ανάμεσα στην καπιταλιστική οικονομία, σε περιόδους ‘άνθησης’ και κρίσης, και στην επίπτωσή της, αντίστοιχα, στην ψυχική υγεία γενικά και στην έκβαση των πιο σοβαρών ψυχικών διαταραχών ειδικότερα, καθώς και στην αντίστοιχη κουλτούρα μιας ψυχιατρικής που δεν αμφισβητεί την δεδομένη κοινωνική τάξη, κατ΄ εντολήν της οποίας λειτουργεί. Η μόνη διαφορά είναι ότι, σήμερα, η κατάσταση μπορεί να εξελιχθεί πολύ χειρότερα.

Ένα όλο και πιο υποχρηματοδοτημένο και υποστελεχωμένο σύστημα υπηρεσιών ψυχικής υγείας, με ήδη παγιωμένη την «διπλής όψεως» κατασταλτική κουλτούρα (αφενός του εγκλεισμού και της ιδρυματικής βίας και, αφετέρου, της εγκατάλειψης), καλείται, πλέον, ν΄ απαντήσει σ’ ένα όλο και μεγαλύτερο όγκο, όλο και πιο πολύπλοκων κοινωνικών αναγκών, που η οικονομική και κοινωνική κρίση σπρώχνει «εκτός», ψυχιατρικοποιώντας τις (και άλλοτε ποινικοποιώντας τις) και αναθέτοντάς τις στους εντεταλμένους για την κάθε κατηγορία (άκρως χρεοκοπημένους και σε αξεπέραστη κρίση) θεσμούς, είτε προς «θεραπεία», είτε προς «σωφρονισμό».

Επικεντρώνοντας, εδώ, στις επιπτώσεις στην ψυχική υγεία γενικά, γνωρίζουμε πώς η οικονομική κρίση γίνεται κρίση οικογενειακή και κρίση προσωπική, οδηγώντας, όταν δεν φαίνεται διέξοδος, στην κατάθλιψη (την κατ΄ εξοχήν ψυχική διαταραχή της οικονομικής ύφεσης). Σ΄ ένα σύστημα που δομεί την προσωπική ταυτότητα (την αυταξία και τον αυτοσεβασμό) μέσω της μισθωτής εργασίας, η «επιστροφή στο σπίτι» σηματοδοτεί μια «ήττα». Μια ήττα που το άτομο οδηγείται αφενός να θεωρεί ως προσωπική του ευθύνη και αφετέρου ότι, για την αντιμετώπιση των συνεπειών της, δεν υπάρχουν παρά ατομικές λύσεις.

Η οικονομική κρίση αγγίζει κάτι πιο βαθύ από το οικονομικό, που είναι το νόημα της ζωής – μια κρίση προοπτικών που βιώνουν προπαντός οι νέοι.

Τα άτομα αισθάνονται παγιδευμένα μέσα σε μια κατάσταση χωρίς διέξοδο. Ανεργία και ελαστικές σχέσεις εργασίας αυξάνουν την κοινωνική απελπισία, μέσα σε μια κατάσταση όπου καταρρέουν ταυτόχρονα και εργασία και κράτος πρόνοιας.

Ξανά, όλο και πιο πλατειά λαϊκά στρώματα οδηγούνται να ζουν «μέρα με τη μέρα»,

σε συνθήκες καθολικής επισφάλειας. Υποφέρουν τόσο αυτοί που εξακολουθούν να έχουν εργασία (με τους εξοντωτικούς όρους στους οποίους πρέπει να συμμορφωθούν για την διατηρήσουν), όσο και αυτοί που δεν έχουν, οι οποίοι βουλιάζουν (κυριολεκτικά) στο τέλμα της μακροχρόνιας ανεργίας.

Λειτουργώντας σε μια κατάσταση που διακρίνεται από την αποσυλλογικοποίηση των διαδικασιών στο χώρο εργασίας (όσο και εκτός αυτού) και από μια προϊούσα εξατομίκευση, το άτομο, που βρίσκεται ξαφνικά στο βυθό αυτής της κρίσης, νοιώθει, συχνά, τελείως απομονωμένο και αποξενωμένο, μέσα σε μια νέα κατάσταση γύρω του, που απαξιώνει συστηματικά τους τρόπους που είχε μάθει να διαπραγματεύεται και να διεκδικεί : συχνά, δεν φαίνεται να του επιτρέπεται παρά μόνο η επιλογή να «συμμορφωθεί» με τη νέα κατάσταση και να παθητικοποιηθεί, να υποταχτεί, ή να υιοθετήσει μορφές έκφρασης που περιέχουν μια δόση βιαιότητας… και κατά του εαυτού….Εξ’ ου και οι αυτοκτονίες σε αναδιαρθρούμενες/ιδιωτικοποιούμενες επιχειρήσεις, όπως η France Telecom, αλλά και αλλού, σ΄ ολόκληρη την Ευρώπη, όπως και στην Ελλάδα, όπου το σοκ της κρίσης που ξέσπασε με την επέμβαση του ΔΝΤ, έστρεψε το ενδιαφέρον κάποιων ΜΜΕ στην ανάδειξη της καθοριστικής συμβολής της απώλειας της θέσης εργασίας και του οικονομικού στραγγαλισμού του υποκειμένου σε μερικές από τις πρόσφατες αυτοκτονίες σ΄ αυτή τη χώρα.

Είναι γνωστό ότι, σύμφωνα με αμερικανικές μελέτες, κάθε αύξηση της ανεργίας κατά 3% φέρνει αύξηση των αυτοκτονιών κατά 5% και των θανάτων από αλκοόλ κατά 30%. Μελέτες σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες έχουν δείξει, μέσα στο 2009, αύξηση των καταθλιπτικών διαταραχών κατά 15% και των αγχωδών διαταραχών κατά 30%.

Η καλλιέργεια του «δέους και του φόβου» απέναντι στο υποτιθέμενο «αναπόφευκτο» αυτών των μέτρων και στην «παντοδυναμία» των «ισχυρών», σε συνδυασμό με το τεχνηέντως καλλιεργούμενο και διαχεόμενο, μέσω των ΜΜΕ, ιδεολόγημα για την αδυναμία «ημών των ‘ενόχων’ που ‘φτιάξαμε’ αυτό το τεράστιο χρέος», αφήνει (αν και εν μέσω διαρκώς κλιμακούμενων κινητοποιήσεων) ακόμα πολλούς εμβρόντητους και αδρανείς και ορισμένους μέχρι και να «ταυτίζονται με τον επιτιθέμενο» και να δικαιολογούν τα μέτρα ως «αναγκαία». Το μήνυμα που προσπαθούν να περάσουν είναι σαφές: «δεν υπάρχει άλλη λύση», κάθε αντίσταση (βοηθούσης και της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, ανεξαρτήτως απόχρωσης) μπορεί να κρατήσει μόνο για λίγο, ότι, εν τέλει, είναι μάταιη, καθώς η «παντοδυναμία του αναπόφευκτου» είναι τέτοια, που το τέλος (η επιβολή της εξαθλίωσης των πολλών για την διάσωση και την αύξηση των κερδών των τραπεζιτών) είναι προδιαγεγραμμένο.

Όπως σ΄ όλες τις αντίστοιχες κρίσιμες κοινωνικές καταστάσεις, είναι ακριβώς η καλλιέργεια αυτού του μηνύματος στο επίπεδο ολόκληρης της κοινωνίας, σε εθνική, ευρωπαϊκή και πλανητική κλίμακα, που είναι η πιο επικίνδυνη, όχι μόνο για την ψυχική μας υγεία, αλλά για την ίδια τη ζωή μας, για ολόκληρη την κοινωνία και τον ανθρώπινο πολιτισμό στο σύνολό του.

Καθώς όλο και περισσότεροι παραλληλίζουν, τηρουμένων των αναλογιών, την πρόσφατη επιβολή στη χώρα του Διευθυντηρίου ΕΕ/ΔΝΤ, με την κατοχή του 1941-44, είναι, θεωρούμε, εξαιρετικά χρήσιμο να ανατρέξουμε σε μιαν από τις πιο σημαντικές και αυθεντικές αναλύσεις που έχουν γίνει για τις συνέπειες της πείνας και του τρόμου (από μια ξένη στρατιωτική κατοχή, τότε) στην ψυχική υγεία.

Όπως γράφουν οι Φ. Σκούρας, Α. Χατζηδήμου, Α. Καλούτσης και Γ. Παπαδημητρίου στο βιβλίο τους, «Η Ψυχοπαθολογία της Πείνας, του Φόβου και του Αγχους» (1947), η «ψυχολογική παλινδρόμηση» που εμφανίστηκε αρχικά στη συμπεριφορά των ανθρώπων, λόγω των τραυματικών γεγονότων εκείνης της περιόδου, που προκλήθηκαν από την πείνα και τον τρόμο – μια παλινδρόμηση που έφτανε μέχρι την κατάθλιψη, την απάθεια και την παθητικότητα και ακόμα, μέχρι την απώλεια της «ανθρώπινης ιδιότητας» του ανθρώπου – συνοδεύτηκε και από την αντίθετη εξέλιξη, από αυτό που αποκλήθηκε «ψυχολογικός ρόλος της αντίστασης». Όταν, δηλαδή, όπως γράφουν, «η δυσάρεστη, αγχώδης και οξεία συγκινησιακή ένταση μειωνόταν και μεταμορφωνόταν σε συνειδητή δράση. Η αντίσταση έπαιρνε συγκεκριμένες μορφές πάλης όσο περισσότερο η συγκινησιακή ένταση της συνείδησης μεταμορφωνόταν σε γνωστικό όρο της συνείδησης. Αυτή η πορεία είναι αντίθετη σε κείνη της παλινδρόμησης». Η «ψυχολογία της αντίστασης» ήταν ο κύριος παράγοντας, που προστάτευε την προσωπικότητα από την διάλυση και την εκμηδένιση. Η ψυχολογία του ατόμου ήταν η ψυχολογία ενός μέλους της ομάδας, με την ενσωμάτωση στις αντιστασιακές οργανώσεις. Ηταν, μάλιστα, παρατηρούν, αυτή η «ψυχολογία της αντίστασης» που λειτούργησε ως προστασία από νευρωτικές διαταραχές – οι οποίες, σημειωτέον, μετά το τέλος του πολέμου, αυξήθηκαν πολύ.

Εχει, επομένως, μεγάλη σημασία το πώς οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας θα «διαβάσουν» τα κλιμακούμενα, σήμερα, αιτήματα για απάντηση σε καταστάσεις ψυχικής δυσφορίας, απόγνωσης, απελπισίας, «αυτοκτονικού ιδεασμού», ή άλλων μορφών οξύτατης ψυχικής οδύνης. Θα εξακολουθήσουν να τα «διαβάζουν» ως καταστάσεις «χημικής ανισορροπίας» (chemical imbalance) του εγκεφάλου, που χρειάζονται απλώς ψυχοφάρμακο (οι μεν), ή ως γεγονότα της ψυχολογίας του ατόμου (οι δε) που χρειάζονται, απλώς, την, κοινωνικά αποστειρωμένη, «κατάλληλη» ψυχοθεραπευτική τεχνική;

Ισως, ακριβώς σήμερα, είναι ακόμα πιο επίκαιρη η επισήμανση του Franco Basaglia ότι, μέσα στη δοσμένη κοινωνία, η πολιτικοποίηση της πράξης μας είναι, ακόμα, αυτή που μπορεί να την καταστήσει πραγματικά θεραπευτική πράξη, ικανή να συμπέσει με την ανάδειξη, σε όλα τα επίπεδα, των κρυμμένων αντιφάσεων του συστήματος μέσα στο οποίο ζούμε (καταμερισμός εργασίας, διαίρεση/ κατακερματισμός των επιστημών, συγκεκριμένη ιεραρχία των αξιών). Το να ανάγουμε, ή να επιτρέπουμε την απορρόφηση του πολιτικού χαρακτήρα (ή των πολιτικών παραμέτρων) των πρακτικών μας σε απλές τεχνικές (βιολογικές, ψυχοθεραπευτικές κλπ) δεν συντελεί παρά στην διαιώνιση τη χειραγώγησης και της προσαρμογής των αναγκών των ανθρώπων στις ανάγκες του συστήματος, τη στιγμή που οι ανάγκες αυτές των ανθρώπων, που μας τίθενται, απαιτούν απαντήσεις πολιτικές,

Το ζήτημα, επομένως, είναι πώς θα σταθεί κανείς απέναντι σ΄ αυτή την κατάσταση, ξεπερνώντας τους όρους της εξατομίκευσης, επανεγκαθιδρύοντας την ανάγκη και τους όρους του συλλογικού και αναπτύσσοντας, σ΄ αυτή τη βάση, το πνεύμα και την ψυχολογία της αντίστασης, ως μια υψηλή στιγμή στην αυτοσυνείδησή μας και στη συγκρότηση της υποκειμενικότητάς μας, στη δημιουργία των όρων για την εκδίπλωση των ανθρώπινων, δημιουργικών μας δυνατοτήτων – αυτών που μπορούν να μεταμορφώσουν τον καθένα σε συνάρτηση με τη μεταμόρφωση του κόσμου – με τρόπο που θα μας επιτρέψει (σε όλους από κοινού, λειτουργούς ψυχικής υγείας, ‘χρήστες’ των υπηρεσιών, οικογένειες) ν΄ αντιμετωπίσουμε την κατάσταση ως υποκείμενα αντί να την υποστούμε ως αντικείμενα.

25-5-2010

Θ. ΜΕΓΑΛΟΟΙΚΟΝΟΜΟΥ ψυχίατρος μέλος της Πανελλαδικής Συσπείρωσης για την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση

http://www.politikokafeneio.com/neo/modules.php?name=News&file=article&sid=8016

υπεύθυνος ανάρτησης ο-έχων-σώας-τας-φρένας-του-για-λίγο-καιρό-ακόμη, no_longer_safe

Short Link: http://wp.me/pPn6Y-1kS

Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2011

ΑΓΩΝΑΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ ΤΩΡΑ σε όλα τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς ΓΙΑΤΙ ΑΥΡΙΟ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΑΡΓΑ

ΑΓΩΝΑΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ ΤΩΡΑ σε όλα τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς ΓΙΑΤΙ

ΑΥΡΙΟ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΑΡΓΑ Κλιμάκωση ή εκφυλισμός;

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΚΟΝΤΡΑ

Η κυβέρνηση και οι χαρτογιακάδες του ΔΝΤ έχουν δείξει τα δόντια τους. Ο στόχος τους είναι πλέον γνωστός σε όλους. Θέλουν να γονατίσουν τους εργαζόμενους, να τους μετατρέψουν σε «Κινέζους» που θα δουλεύουν για ένα κομμάτι ψωμί. Την ίδια στιγμή οι τραπεζίτες, οι βιομήχανοι, μαζί με τους ντόπιους και ξένους τοκογλύφους, που κονομάνε από τα χρέη των κρατών, θα θησαυρίζουν.


Ολοι το ξέρουμε ότι μας είπαν ψέματα


♦ Μας είπαν ότι δεν κάνουν απολύσεις στο Δημόσιο και τις ΔΕΚΟ.


Με τη δεύτερη επικαιροποίηση του Μνημονίου αποφάσισαν να μειώσουν τις θέσεις εργασίας στο δημόσιο τομέα, ακόμα περισσότερο από τον κανόνα μιας πρόσληψης ανά πέντε συνταξιοδοτήσεις. Ξέρετε πόσα λεφτά λένε ότι θα γλυτώσουν έτσι; 600 εκατομμύρια ευρώ κάθε χρόνο. Δηλαδή τους μισθούς πάνω από 20.000 εργαζομένων. Πώς θα γίνει αυτό αν όχι με απολύσεις, όχι μόνο συμβασιούχων αλλά και εργαζομένων αορίστου χρόνου;


♦ Μας λένε ότι θα πληρώσουν όλοι για να βγει η χώρα από την κρίση.


Την ίδια στιγμή αναβάλλουν για το 2013 το φόρο που λέγανε ότι θα βάλλουν στις τηλεοπτικές διαφημίσεις. Αυτόν το είχανε ψηφίσει από τον περασμένο Μάη, το ανέβαλαν μια φορά, το αναβάλλουν ξανά τώρα, μέχρι να τον καταργήσουν. Βλέπετε οι καναλάρχες είναι φτωχοί ενώ εμείς είμαστε οι πλούσιοι! Σ’ αυτούς μπορούν να αναβάλλουν τους φόρους, που κάποια στιγμή έβαλαν για ξεκάρφωμα, ενώ σ’ εμάς ποτέ!


♦ Καταργήσανε την ασφάλιση και ετοιμάζονται για νέες ανατροπές στο ασφαλιστικό μέσα στο 2011, γιατί το σύστημα λένε ότι δεν βγαίνει. Αφού για δεκαετίες ληστέψανε τα αποθεματικά των Ταμείων, τώρα μας λένε ότι δεν υπάρχουν λεφτά. Κι όμως, την ίδια στιγμή ανακοινώνουν ότι θα χαρίσουν στους καπιταλιστές το 25% των ασφαλιστικών εισφορών που θα έπρεπε να πληρώνουν στα Ταμεία!


Για τους φτωχούς λεφτά δεν υπάρχουν, για τους πλούσιους φτάνουν και περισσεύουν! Το Μνημόνιο μοιάζει με πεινασμένο τέρας που δεν χορταίνει ποτέ. Πρώτα μιλούσαν για 30 δισ. περικοπές μέχρι το 2013. Τώρα το νέο Μνημόνιο μιλά για πρόσθετα μέτρα ύψους 17 δισ. ευρώ μέχρι το 2014. Δηλαδή, το αρχικό πακέτο γίνεται μιάμιση φορά μεγαλύτερο. Κι αυτά τα μέτρα είναι μόνο μέχρι το 2014. Φανταστείτε τι μας περιμένει, αφού τα μέτρα θα συνεχιστούν και μετά το 2020, λόγω… επιμήκυνσης του χρόνου αποπληρωμής των τοκογλυφικών δανείων!


Ποιος θα τα πληρώσει όλ’ αυτά; Εμείς, φυσικά, αν μείνουμε με σταυρωμένα τα χέρια.


Τι κάνουμε;


Το ερώτημα είναι τι κάνουμε. Η κυβέρνηση προσπαθεί να απομονώσει κάθε εργατική αντίσταση. Στο πλάι της έχει τα Μέσα Μαζικής Εξαπάτησης, που οργανώνουν μια τεράστια εκστρατεία λάσπης ενάντια στους εργαζόμενους στο Δημόσιο και τις ΔΕΚΟ. Η θεωρία των «ρετιρέ» αναβιώνει και πάλι. Χθές ήταν οι εργαζόμενοι του ΟΣΕ, σήμερα οι εργαζόμενοι στο ΜΕΤΡΟ και την ΕΘΕΛ, αύριο θα είναι οι τραπεζοϋπάλληλοι, μεθαύριο οι ΔΕΗτζήδες και θ’ ακολουθήσουν κι άλλοι.


Από δίπλα οι πάντα πιστοί και «υπεύθυνοι» γραφειοκράτες συνδικαλιστές που θέλουν να «οργανώσουν» έναν «αγώνα» για την τιμή των όπλων, έναν «αγώνα» που δεν θα ξεφεύγει από τα ασφυκτικά πλαίσια της αστικής νομιμότητας, των περιπάτων έξω από τη Βουλή, των σκόρπιων και ασυντόνιστων απεργιών και στάσεων εργασίας, χωρίς κανένα σχέδιο, καμία κλιμάκωση. Μέχρι να ψηφιστεί το νομοσχέδιο και μετά… τα κεφάλια μέσα.


Οταν όμως ο αντίπαλος σε σημαδεύει με το πιστόλι στον κρόταφο και σε εκβιάζει για να σου στερήσει το δικαίωμα στη ζωή, δεν αρκεί να ρίχνεις μερικές εκτονωτικές ντουφεκιές στον αέρα.


Ηρθε η ώρα να γυρίσουμε το πιστόλι και να τους σημαδέψουμε εμείς. Διαφορετικά να περιμένουμε τον επόμενο εκβιασμό που θα μας κάνουν, για να χάσουμε κι άλλα δικαιώματα, σ’ αυτόν τον ασταμάτητο κατήφορο κινεζοποίησης της εργαζόμενης κοινωνίας.


Την τακτική της κυβέρνησης την ξέρουμε. Περιμένει, ετοιμάζεται, καταθέτει ένα νομοσχέδιο και το ψηφίζει εκβιαστικά μέσα σε λίγες μέρες. Επομένως, το να περιμένεις πότε θα κατατεθεί ένα νομοσχέδιο για ν’ αγωνιστείς, είναι ταξική αυτοκτονία.


Μήπως δεν ξέρουμε τι θα περιλαμβάνει το νομοσχέδιο για τις αστικές συγκοινωνίες; Κινεζοποίηση των εργαζόμενων και τσουχτερό χαράτσι στα εισιτήρια. Να λοιπόν το έδαφος για να αναπτυχθεί η πιο πλατιά ενότητα ανάμεσα στους εργαζόμενους, που θέλουν να κρατήσουν τις όποιες κατακτήσεις τους, και όλο το λαό, που θέλει φτηνές, δημόσιες αστικές συγκοινωνίες. Οπως είχε γίνει και το 1992, που ο αγώνας των εργαζόμενων της τότε ΕΑΣ απέκτησε παλλαϊκό χαρακτήρα.


Χρειάζεται, λοιπόν, αγώνας διαρκείας από τώρα, γιατί όταν θα κατατεθεί το νομοσχέδιο θα είναι αργά. Χρειάζονται μαχητικές κινητοποιήσεις, που θα κάνουν την κυβέρνηση και το σύστημα να πονέσουν και όχι απλές διαμαρτυρίες, στις οποίες η κυβέρνηση δεν δίνει καμιά σημασία.


Λένε ότι θα κάνουν επιστράτευση αν γίνουν μαχητικότερες οι απεργίες. Ηδη την στάση εργασίας στο ΜΕΤΡΟ την έκριναν «παράνομη και καταχρηστική»!


Ομως ας σκεφτούμε:


Πότε οι εργαζόμενοι κέρδισαν κάτι, όταν δεν πήγαν κόντρα στη «νομιμότητα» της εξουσίας του κεφαλαίου και δεν προέταξαν την νομιμότητα του αγώνα τους; Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη ή οι αποφάσεις των δικαστηρίων;


Αν είναι το πρώτο, τότε δεν θα πρέπει να φοβίζει η επιστράτευση. Γιατί κι εκεί υπάρχει απάντηση, αν ο κόσμος είναι αποφασισμένος να την αρνηθεί μαζικά. Τι θα κάνουν; Θα γεμίσουν τις φυλακές; Ας το τολμήσουν! Θα ξεσηκώσουν ακόμα περισσότερο τον κόσμο εναντίον τους. Αλλωστε, τίποτα δεν κερδήθηκε χωρίς συγκρούσεις. Δεν επιδιώκουμε τη σύγκρουση για τη σύγκρουση. Oμως αν δεν σπάσεις αβγά, ομελέτα δεν φτιάχνεις. Αυτό δείχνει και η Ιστορία. Αν πριν δυο περίπου δεκαετίες οι εργαζόμενοι της ΕΑΣ δεν βγαίνανε μαχητικά στους δρόμους, τώρα στις συγκοινωνίες θα αλώνιζαν οι ιδιώτες. Εκείνος ο αγώνας είχε απ’ όλα: απεργία διαρκείας, καταλήψεις αμαξοστασίων, συγκρούσεις στους δρόμους, συγκρούσεις με τους «νοικοκυραίους», δίκες, ακόμα και προφυλακίσεις απεργών. Χωρίς αυτόν τον αγώνα, που κράτησε πάνω από ένα χρόνο, τα μπλε λεωφορεία θα είχαν μείνει στους ιδιώτες και δεν θ’ αναγκαζόταν η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ να τα ξαναπεράσει στο κράτος το Δεκέμβρη του 1993.


Ολ’ αυτά, όμως, δεν γίνονται με μια συνδικαλιστική γραφειοκρατία που σαν «υπεύθυνος κοινωνικός εταίρος» κάνει τα πάντα για να εκφυλίσει τους αγώνες. Χύνοντας το δηλητήριο της «συνυπευθυνότητας», κάποιοι φτάσανε στο σημείο σε συνέλευση των εργαζομένων της ΕΘΕΛ να κατακρίνουν ακόμα και τη δωρεάν μεταφορά των επιβατών, γιατί λέει «βάζουν μέσα τον Οργανισμό»! Ομως όλοι γνωρίζουν ότι οι αστικές συγκοινωνίες πάντα «μπαίνουν μέσα», γι’ αυτό και επιδοτούνται όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά παντού. Μας μιλούν για τις επιδοτήσεις στην ΕΘΕΛ, τον ΗΛΠΑΠ, τον ΗΣΑΠ, δεν μιλούν όμως για τις γενναίες κρατικές επιδοτήσεις στους ιδιώτες του ΟΑΣΘ και των ΚΤΕΛ.


Μόνο με ανεξάρτητη ταξική οργάνωση, απεργιακές επιτροπές μέσα από τους ίδιους τους εργαζόμενους που θα δίνουν λόγο μόνο σ’ αυτούς, μπορεί να σπάσει το μαύρο μέτωπο του Μνημονίου.


Θα ήταν πολύ διαφορετικά τα πράγματα αν όλοι οι εργαζόμενοι στις συγκοινωνίες (οδηγοί, τεχνικοί, διοικητικοί, σε ΕΘΕΛ, ΗΣΑΠ, ΗΛΠΑΠ, ΜΕΤΡΟ) συντόνιζαν τον αγώνα τους και ζητούσαν την συμπαράταξη της εργαζόμενης κοινωνίας για να ανατραπεί ο εργασιακός Μεσαίωνας που μας ετοιμάζουν, για φτηνά εισητήρια, για να πληρώσουν οι καπιταλιστές την κρίση που οι ίδιοι δημιούργησαν…


Τότε τα αδιέξοδα που ζούμε καθημερινά, θα γίνονταν αδιέξοδα της κυβέρνησης και των τροϊκανών.


Να ματώσουν αυτοί, όχι εμείς!


Διαφορετικά ας περιμένουμε τα χειρότερα.


5.1.2011


Το κείμενο αυτό μοιράζεται με τη μορφή προκήρυξης στους εργαζόμενους των αστικών συγκοινωνιών.

ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΕΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΕΙΣ ΚΙΝΗΕΙΣ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΤΟΜΕΑ

ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΕΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΕΙΣ ΚΙΝΗΕΙΣ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΤΟΜΕΑ

Ανακοίνωση

Δεν είναι ανίκητοι!

Η οργή να γίνει ταξική πάλη.



Η κυβέρνηση του ΔΝΤ, της Ε.Ε., της ΕΚΤ, της φτώχειας και των περικοπών αισθάνθηκε την ανάσα των απεργών. Πάνω από 120.000 στην Αθήνα και ανάλογο πλήθος και πάθος σ΄ όλες τις μεγάλες πόλεις της χώρας έδειξαν την πυγμή τους στους πυγμαίους που κυβερνούν τον τόπο, αν και προσπαθούν να μειώσουν την δυναμική των διαδηλώσεων και των διαδηλωτών δεν θα τα καταφέρουν. Η απεργία της 15 Δεκέμβρη συναγωνίζεται επάξια αυτή της 5ης Μάη, που ανακόπηκε με τους νεκρούς της Marfin και την ένοχη εξάμηνη σιωπή της υποταγμένης συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας.

Ήδη η κυβέρνηση του μνημονίου μετράει βουλευτικές απώλειες, ενώ η ΠΑΣΚ των ΔΕΚΟ είναι καζάνι που βράζει. Από την άλλη αλγεινή εντύπωση προκαλεί η συνεχιζόμενη χωριστική στάση του ΠΑΜΕ, από τον όγκο των απεργών-διαδηλωτών.

Όμως ο νικηφόρος δρόμος είναι αυτός του ενωτικού, μαζικού, ανυποχώρητου, οργανωμένου και παρατεταμένου ταξικού αγώνα, που έχει στόχο την ανατροπή κάθε αντιλαϊκής πολιτικής.

Σ΄ αυτό το δρόμο είναι απόλυτα αναγκαίο να ανατραπούν οι συμβιβασμένες ηγεσίες σε ΓΣΕΕ/ΑΔΕΔΥ, να υπάρξει συντονισμός των πρωτοβάθμιων σωματείων και μαχόμενων ομοσπονδιών και κλάδων.

Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, συνένοχη και υπόδουλη σε ΕΕ ΔΝΤ και τραπεζίτες, στηριζόμενη από ΝΔ και ΛΑΟΣ, αφού χτύπησε τη χαμηλόβαθμη-χαμηλόμισθη υπαλληλία, έρχεται τώρα με το β΄ γύρο να τσακίσει τους εργαζόμενους στις ΔΕΚΟ-Υγεία και να διαλύσει τις συλλογικές συμβάσεις. Έπεται το «νέο μισθολόγιο» των Δ.Υ. που θα΄ χει νέες μειώσεις και φυσικά τη σύνδεση μισθού-παραγωγικότητας(αξιολόγηση). Την ίδια στιγμή διαλύουν τα Επικουρικά Ταμεία και περικόπτουν τις συντάξεις.

Είναι φανερό ότι η κυβέρνηση θέλει να εφαρμόσει αφενός μια κοινωνική νομιμοποίηση της πολιτικής της, εφαρμόζοντας το δόγμα «δεν γίνεται αλλιώς» και αφετέρου να αδρανοποιήσει και να στρέψει μια κοινωνική ομάδα ενάντια σ΄ άλλη.

Εμείς σ΄ αυτά απαντάμε: Αλληλεγγύη και συντονισμός όλων των εργαζομένων μέχρι την τελική νίκη.

Ή θα γονατίσουμε ή θα αγωνιστούμε! Δεν υπάρχει τρίτος δρόμος, ούτε πρόκειται να εφευρεθεί.

Γι΄ αυτό το λόγο προτείνουμε και αγωνιζόμαστε:

1. Συλλαλητήριο 17/12 στις 5:30 στα Προπύλαια.

2. Νέα Γενική απεργία με την κατάθεση-συζήτηση του προϋπολογισμού(20-22 Δεκέμβρη).

3. Άμεση σύγκλιση και συγκρότηση της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΑΔΕΔΥ(Μέσα στο Σαββατοκύριακο), ώστε να μη χρησιμοποιείται η «μεταβατική περίοδος» ως άλλοθι της ΠΑΣΚ.(Θυμίζουμε η ΑΔΕΔΥ πραγματοποίησε συνέδριο αρχές Δεκέμβρη).

4. Να προχωρήσουμε σε άμεσο συντονισμό όλων των συνδικάτων.

5. Νέες Γ.Σ σε όλα τα σωματεία.



Για τις ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΕΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΕΙΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ

στην ΑΔΕΔΥ

Βάρτζελη Νάγια, Κουλούρης Σπύρος, Τσιριγώτης Θανάσης, Καλλώνης Σταύρος

Παρεμβάσεις Κινήσεις ΠΕ: ΟΧΙ στο κλείσιμο - συγχώνευση σχολικών μονάδων

Παρεμβάσεις Κινήσεις ΠΕ: ΟΧΙ στο κλείσιμο - συγχώνευση σχολικών μονάδων

10/01/2011 - 11:57



ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΚΑΙ ΔΝΤ

ΚΑΤΑΡΓΟΥΝ ΕΚΑΤΟΝΤΑΔΕΣ ΣΧΟΛΕΙΑ!

ΟΧΙ ΣΤΟ ΚΛΕΙΣΙΜΟ-ΣΥΓΧΩΝΕΥΣΗ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΜΟΝΑΔΩΝ



Η κυβέρνηση αποφάσισε το 2011 να είναι η χρονιά της οριστικής διάλυσης της Δημόσιας Δωρεάν Παιδείας. Η υλοποίηση της απειλής «όπου πάει το ΔΝΤ, κλείνουν σχολεία» εφαρμόζεται από την κυβέρνηση με απόλυτη πειθάρχηση στις επιταγές του επικαιροποιημένου μνημονίου.

Δεν έφταναν οι περικοπές στις λειτουργικές δαπάνες των σχολείων μέσω των σχολικών επιτροπών.

Δεν έφτανε η δραματική μείωση των μόνιμων διορισμών κατά 50% (2.825 διορισμοί σε πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση), την ίδια στιγμή, που αυξήθηκε δραματικά ο αριθμός των συνταξιοδοτήσεων (11.000), λόγω των αντιασφαλιστικών μέτρων της κυβέρνησης.

Δεν έφτανε ότι το Υπουργείο Παιδείας, αντί να αντιμετωπίσει τα οξυμένα προβλήματα που δημιουργεί η πολιτική της αδιοριστίας και των περικοπών, προχώρησε σε συμπτύξεις τμημάτων, αυξάνοντας τον αριθμό των μαθητών ανά τάξη.

Δεν έφταναν οι περικοπές μισθών και η οικονομική ασφυξία των εκπαιδευτικών

Δεν έφτανε η αύξηση της ελαστικής εργασίας, οι χιλιάδες αναπληρωτές από προγράμματα ΕΣΠΑ που πληρώνονται με το σταγονόμετρο.

Το Υπουργείο Παιδείας του ΔΝΤ, δεν κουράζεται να αποδεικνύει ότι ο αποκλειστικός σκοπός του είναι να μειώσει το κόστος της δημόσιας εκπαίδευσης, χωρίς να λαμβάνει καθόλου υπόψη του τις μορφωτικές ανάγκες των μαθητών/-τριών και τα εργασιακά δικαιώματα των εκπαιδευτικών. Το τελευταίο διάστημα, πληθαίνουν οι διεργασίες υπηρεσιακών παραγόντων του υπουργείου Παιδείας για την υλοποίηση σχεδίου εκτεταμένων συγχωνεύσεων και καταργήσεων δημοτικών, γυμνασίων και λυκείων σε όλη την Ελλάδα για να εφαρμοστούν οι επιλογές από τη δραστική μείωση των κονδυλίων για τη σχ. χρονιά 2011-2012 (όλα τα στοιχεία μιλάνε για μείωση της τάξης του 30 έως 50%), καθώς και για να προχωρήσουν σε παύση των διορισμών και σε προσλήψεις εκπαιδευτικών μόνο από ΕΣΠΑ.

Οι προθέσεις τους έχουν φανεί ήδη, καθώς φέτος εκτός των άλλων, έγιναν οι λιγότεροι διορισμοί της τελευταίας δεκαετίας, καταργήθηκαν ουσιαστικά η Πρόσθετη και η Ενισχυτική Διδασκαλία, αποψιλώθηκαν τα σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας, οδηγήθηκαν σε κλείσιμο πολλά Αθλητικά Σχολεία. Παράλληλα, καταργούνται δεκάδες Γραφεία Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, Γραφεία Φυσικής Αγωγής και Τεχνικής Εκπαίδευσης κι ενοποιούνται σε οικονομικό και διοικητικό επίπεδο οι περιφερειακές διευθύνσεις πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας σε κάθε περιφέρεια, οι αρμοδιότητες των Γραφείων μεταφέρονται στο διευθυντή σχολικής μονάδας, ο οποίος μετατρέπεται σε μάνατζερ με υπερεξουσίες, οι οποίες αφαιρούνται από το Σύλλογο Διδασκόντων!

Είναι φανερό πως εάν υλοποιηθούν αυτά τα σχέδια, το σχολείο της γειτονιάς θα γίνει παρελθόν και χιλιάδες μαθητές θα εξαναγκαστούν σε εξοντωτικές μετακινήσεις χιλιάδες οργανικές θέσεις εκπαιδευτικών θα καταργηθούν σε όλη την εκπαίδευση.

Οι συγχωνεύσεις-καταργήσεις Σχολείων, είναι ένα ακραίο μέτρο συρρίκνωσης των μορφωτικών δικαιωμάτων. Θα έχει ως συνέπεια την υποβάθμιση της ποιότητας της παρεχόμενης εκπαίδευσης, θα αυξήσει δραματικά την αναλογία μαθητών – εκπαιδευτικού. Αποκαλύπτεται ανοιχτά πλέον οψευδεπίγραφος χαρακτήρας των κυβερνητικών συνθημάτων για το «νέο σχολείο» και για το « πρώτα ο μαθητής». Αποδεικνύεται στην πράξη ότι οι σχεδιασμοί του Υπουργείου του ΔΝΤ για το «νέο σχολείο» οδηγούν, όχι μόνο στην απαξίωση του δημόσιου σχολείου, αλλά ακόμα και σε λουκέτα έξω από τις σχολικές μονάδες.

Η υπεράσπιση του δημόσιου σχολείου και ο αγώνας για να μην κλείσει ούτε ένα σχολείο δεν είναι υπόθεση μόνο του εκπαιδευτικού κόσμου. Είναι υπόθεση όλης της κοινωνίας. Καλούμε, λοιπόν, όλους τους εργαζόμενους/-ες , τους γονείς, τους συλλόγους γονέων και κηδεμόνων και τις Ενώσεις Γονέων να υπερασπιστούμε όλοι μαζί τη λειτουργία όλων των σχολείων και να ματαιώσουμε στην πράξη κάθε προσπάθεια να συρρικνωθεί το σχολικό δίκτυο και να συγχωνευτούν ή και να κλείσουν σχολικές μονάδες.

Καλούμε τους συλλόγους εκπαιδευτικών ΠΕ να αναλάβουν πρωτοβουλίες και να οργανώσουν την αντίσταση των συναδέλφων και των γονέων και τους συλλόγους διδασκόντων να εκφράσουν την αντίθεσή τους σε αυτές τις πολιτικές.

· Κανένα κλείσιμο- συγχώνευση σχολικής μονάδας.

· Ανώτατο όριο 20 μαθητών ανά τμήμα στα δημοτικά, 15 ανά τμήμα στα νηπιαγωγεία.

· Αύξηση των δαπανών για την παιδεία στο 15% του τακτικού προϋπολογισμού.

· Καμιά επιπλέον επιβάρυνση στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς για τη μόρφωση των μαθητών/τριών μας.

· Κάλυψη όλων των πραγματικών αναγκών με οργανικές θέσεις για κάθε εκπαιδευτικό έργο στο σχολείο

· Να καλυφθούν ΤΩΡΑ οι πραγματικές ανάγκες με διορισμό μονίμων εκπαιδευτικών σε όλες τις θέσεις

· Σταθερή και μόνιμη εργασία για όλους

Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2011

Η παρακμή της δημοσιογραφίας. Τα επίσημα ψέματα, η αλήθεια και τα μέσΗ παρακμή της δημοσιογραφίας. Τα επίσημα ψέματα, η αλήθεια και τα μέσα ενημέρωσης, του Αλέν Μπαντιού

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ


Η παρακμή της δημοσιογραφίας. Τα επίσημα ψέματα, η αλήθεια και τα μέσα ενημέρωσης, του Αλέν Μπαντιού

06/01/2011 - 10:09 από www.alfavita.gr


Η παρακμή της δημοσιογραφίας. Τα επίσημα ψέματα, η αλήθεια και τα μέσα ενημέρωσης

Ο Γάλλος φιλόσοφος Αλέν Μπαντιού σχολιάζει την ελληνική επικαιρότητα και στέλνει μήνυμα αισιοδοξίας

ΛΩΡΗ ΚΕΖΑ

Ο Αλέν Μπαντιού είναι ένα ακτιβιστής φιλόσοφος, κάποτε μαοϊστής που πήρε μέρος στον Μάη του '68. Στα γραπτά του περιλαμβάνονται πεζογραφικές δοκιμές, θεατρικά, διασκευές, αλλά το κυρίως συγγραφικό έργο του αφορά τη φιλοσοφία, με γνωστότερο τίτλο «Το άτομο και το συμβάν» (1988). Δίδαξε επί 30 χρόνια στο Πανεπιστήμιο Paris-VIII και στη συνέχεια ανέλαβε τη διεύθυνση του Τμήματος Φιλοσοφίας της Ecole Normale Supérieure.


- Ερχεστε στην Αθήνα σε μια περίοδο πολιτικής κρίσης που περιλαμβάνει απόπειρες αυτοκτονίας, κακοδιαχείριση δημοσίου χρήματος, συναλλαγές δημοσιογράφων, γυμνές φωτογραφίες και κυβερνητικά ψεύδη. Υπάρχει τρόπος να απαιτήσουμε την αλήθεια;

«Η διάδοση της αλήθειας θέλει οργάνωση και χρόνο. Στη Γαλλία συμβαίνει το ίδιο, τα μέσα ενημέρωσης είναι στην υπηρεσία των εξουσιών, όχι τόσο της πολιτικής αλλά της οικονομικής εξουσίας. Η μάχη απέναντι στα επίσημα ψέματα μπορεί να γίνει μέσα από περιθωριακούς δημοσιογράφους που είναι τίμιοι, με τη χρήση του #ιαδικτύου, το ελεύθερο ραδιόφωνο. Οι αντιδράσεις μας πρέπει να συνάδουν πάντα με το μέγεθος του κακού».

- Αν δεν επαρκεί η αντίδραση τι θα πρέπει να κάνουμε; Να περιμένουμε τρία χρόνια ως τις επόμενες εκλογές;

«Σε καμία περίπτωση. Πρέπει να αντιδρούμε άμεσα. Να διοργανώνουμε συνελεύσεις, συζητήσεις, πορείες, να διανέμουμε φυλλάδια. Η αναμονή των εκλογών σημαίνει αποστράτευση και αβεβαιότητα. Πρέπει να οργανώνουμε τη διάδοση της αλήθειας πολύ πριν από τις εκλογές, ιδίως όταν επιχειρείται διαστρέβλωση των πραγμάτων. Ακόμη κι αν στην αρχή είμαστε λίγοι, πρέπει να έχουμε αυτοπεποίθηση και να ριχνόμαστε στη δράση».

- Είστε πάντοτε υπέρ των ήπιων αντιδράσεων, κατά της βίας. -εν είναι πιο αποτελεσματικό να φθάνουμε στα άκρα;

«Υποστηρίζω τις πραγματικές πολιτικές πράξεις όπως είναι οι πορείες και κάθε μορφή διαμαρτυρίας που γίνεται μαζικά ή με δημοσίευση κειμένων. Η βία είναι αντίδραση και όχι μια δράση, εκτός κι αν γινόταν επανάσταση αλλά όλοι ξέρουμε ότι δεν πρόκειται περί αυτού. Οι πράξεις βίας στις παρούσες συνθήκες είναι άχρηστες, μη παραγωγικές και έχουν αρνητικά αποτελέσματα. Είμαι υπέρ της αδιάλειπτης πολιτικής δράσης που δεν συνδέεται με εκλογές».

- Στην Ελλάδα η ανάλυση των σκανδάλων γίνεται ως κουτσομπολιό. Δεν αναμιγνύεται η διανόηση.

«Είναι πολύ κρίμα και μάλιστα για μια τέτοια χώρα. Είναι ανάγκη να πείσετε τουλάχιστον τις επόμενες γενιές διανοουμένων να παρεμβαίνουν στα πολιτικά πράγματα. Πρέπει να τους δείξετε ότι το μέλλον είναι ζοφερό αν παραμείνουν αδρανείς και ακίνητοι. Είναι δύσκολο εγχείρημα, ακόμη κι εδώ το ζήτημα των διανοομένων που είναι ικανοί να παρέμβουν στην πολιτική ζωή είναι πάντα περίπλοκο και νομίζω ότι πρέπει
να προσπαθήσουμε ένα τμήμα των νέων στοχαστών να παρέμβουν στο πολιτικό πεδίο».

- Είναι απαραίτητη σκευή η πολιτική φιλοσοφία για τη συμμετοχή σε μια θεωρητική πολιτική συζήτηση;


«Σε καμία περίπτωση. Η φιλοσοφία διαφωτίζει, τρόπον τινά,
την πολιτική. Προτιμώ τη χρήση της ελληνικής λέξης
"μεταπολιτική" που έχει το νόημα του πολιτικού στοχασμού. Η
πολιτική έχει τη δική της ορθολογιστική ικανότητα. Το
απαραίτητο σημείο είναι να συμφωνήσουμε στις βασικές αρχές
γιατί αυτό που χαρακτηρίζει την πολιτική στον ανεξέλεγκτο
καπιταλισμό που έχει επικρατήσει σε όλον τον κόσμο είναι ότι
πρόκειται για μια πολιτική απογυμνωμένη από αρχές. Μεγάλοι
οικονομικοί όμιλοι, που δεν έχουν καμία αγωνία για το πώς ζει
ο κόσμος, ασκούν πολιτική χωρίς αρχές. Πρέπει λοιπόν να
ορίσουμε κάποιες - να τι δεχόμαστε, να τι δεν δεχόμαστε, ιδού
το όραμα που έχουμε, ιδού τι αρνούμαστε κατηγορηματικά - και
στη συνέχεια να βγάλουμε συμπεράσματα για το πώς θα
εφαρμοστούν σε συγκεκριμένες συνθήκες. Εγώ αυτό το κάνω
συστηματικά, σε συζητήσεις με αλλοδαπούς εργάτες, με
ανθρώπους που δεν ξέρουν ούτε ανάγνωση αλλά
καταλαβαινόμαστε γιατί οι πολιτικές αρχές, οι αρχές της κοινής
ζωής, μας βρίσκουν σύμφωνους. #εν πρέπει όμως να
αναμένουμε αποτελέσματα σε ρυθμούς επικαιρότητας·
χρειάζεται χρόνος για να υλοποιηθούν όσα συζητάμε».

- Στις βασικές αρχές είναι όλοι σύμφωνοι, σοσιαλιστές, δεξιοί, ακροδεξιοί, αριστεροί. Εχουν καταργηθεί τα σύνορα.

«Στην πραγματικότητα όλα τα επίσημα κόμματα είναι αποπροσανατολισμένα. Δεν έχουν διαφορές μεταξύ τους. Εχουν αποδεχτεί τον νόμο του καπιταλισμού και, όπως πρόκειται για έναν νόμο χωρίς αρχές, δεν έχουν αληθινές αρχές. Μιλούν για τη δημοκρατία με γενικότητες και καταλήγουμε σε μια δημοκρατία με τεράστιες ανισότητες, με περιορισμούς για τις μάζες, με φράγματα, που οδηγεί σε πολλούς πολέμους. Οπότε, αν συμφωνούν, αυτό γίνεται για ζητήματα ασαφή. Υπάρχει μια κυριαρχία χωρίς μοιρασιά. Είναι σαν να βρισκόμαστε στον 19ο αιώνα - όταν ο καπιταλισμός ήταν πολύ ισχυρός - και πρέπει να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε χωρίς να έχουμε εμπιστοσύνη στις παραδοσιακές οργανώσεις».


- Μπορούμε να ελπίζουμε σε μια καινούργια πρόταση τόσοανατρεπτική όσο υπήρξε ο μαρξισμός;

«Νομίζω ότι ναι. Ο ίδιος ο μαρξισμός δεν έχει πεθάνει,
υπάρχουν πολύ επίκαιρα στοιχεία του. Αλλωστε η ανάλυση του
καπιταλισμού από τον Μαρξ παραμένει χρήσιμη, πολύ
περισσότερο σήμερα από την εποχή του Μαρξ. Αυτός μιλούσε
για το παγκόσμιο εμπόριο κι εμείς μιλάμε για την
παγκοσμιοποίηση. Ετσι, για την ανάλυση των συνθηκών
μπορούμε να αξιοποιήσουμε τον Μαρξ αλλά αντιθέτως σε ό,τι
αφορά τους τρόπους οργάνωσης θα πρέπει να επινοήσουμε κάτι
καινούργιο που να μην έχει σχέση με κόμματα, εργατική τάξη,
κομμουνιστικές και σοσιαλιστικές παρατάξεις, όπως τα
γνωρίσαμε τον 20ό αιώνα. Αυτό είναι το πρόβλημα σήμερα, το
πώς θα είναι μια πολιτική οργάνωση για την ανθρώπινη
χειραφέτηση. Θα μας διδάξει η εμπειρία. Δεν έχουμε έτοιμη
φόρμουλα οπότε πρέπει να πειραματιστούμε. Πρέπει να βρούμε
πρακτικές, δεν χρειάζεται να είναι πολλές, αρκεί να είναι
καινούργιες. Κυρίως δεν πρέπει να περιμένουμε τις εκλογές για
να ψηφίσουμε τα μεγάλα κόμματα, αρκεί να είναι κάτι
καινούργιο. Οι νέες πολιτικές οργανώσεις είναι ένα παγκόσμιο
πρόβλημα, ισχύει για όλον τον πλανήτη».


- Η Ευρώπη είναι αρκετά αδιάφορη για όσα συμβαίνουν έξω από τα σύνορά της. -εν θα έπρεπε, για παράδειγμα, να υπάρξει πολιτική δράση για τον πρόσφατο αποκλεισμό στη Λωρίδα της Γάζας;

«Πρέπει πάντα να χαρακτηρίζουμε την κατάσταση. Είναι καλή κακή, ανέκαθεν ήταν έτσι. Οταν καταλαβαίνουμε ότι η
κατάσταση είναι κακή πρέπει να αναλογιστούμε τι μπορούμε να άνουμε. Ακόμη κι αν είναι κάτι μικρό, πάντοτε υπάρχει κάτι.
Αυτό το κάτι πρέπει να το κάνουμε, δεν πρέπει να παναπαυόμαστε στο τι κάνουν οι άλλοι. Δεν μπορούμε να λέμε
ότι τα πράγματα δεν πάνε καλά αλλά δεν αντιδρώ γιατί δεν θα υπάρξει αποτέλεσμα. Πάντα υπάρχει περιθώριο να κάνουμε
σημαντικά και χρήσιμα πράγματα και πρέπει να τα κάνουμε.
Στη Γαλλία, μέσα στον θρίαμβο του Σαρκοζί, υπάρχουν περιθώρια δράσης για ζητήματα που αφορούν τους αλλοδαπούς,
τις συντάξεις κτλ. Υπάρχουν πράγματα που γίνονται και πράγματα που θα γίνουν. Πρέπει να συντάσσεσαι με τα
εφαρμόσιμα και να πειραματίζεσαι για όσα θα γίνουν, ακόμη κι αν δεν υπάρχει μια γενική προοπτική, το όραμα μιας
επανάστασης. Ολες οι αλλαγές ξεκίνησαν από μικρές δράσεις που στη συνέχεια γενικεύτηκαν. Βρισκόμαστε στο ξεκίνημα
μιας νέας ανατροπής των δεδομένων».


- Είναι κάτι που θα το ζήσουν οι επόμενες γενιές ή μιλάτε γιααλλαγές σε βάθος αιώνων;

«Ε, όχι και αιώνων. Είμαι πιο αισιόδοξος. Ξέρετε, οι μεγάλες δυσκολίες είναι στην πλευρά του καπιταλισμού, όχι στη δική μας. Θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε ότι βρισκόμαστε σε μια περίοδο όπου όλα θα σταματήσουν, ο κόσμος θα συνεχίσει όπως είναι. Το κυρίαρχο ρεύμα φοβάται για όσα θα εκδηλωθούν με έναν τρόπο πραγματικά σημαντικό κι ας μην ξέρουμε ακόμη ούτε πώς ούτε πότε. Σε καμία περίπτωση όμως δεν είναι θέμα αιώνων».

- Στην πραγματικότητα ο καπιταλισμός είμαστε εμείς οι ίδιοι. Και μόνο το γεγονός ότι η πλειονότητα των Ελλήνων ζει με δανεισμό από τις τράπεζες τούς εντάσσει στο σύστημα.

«Ζείτε μέσα στον καπιταλισμό. Ολες, όμως, οι επαναστάσεις ξεκίνησαν μέσα από την καρδιά του συστήματος. Εμείς κρατάμε τον καπιταλισμό, αγοράζοντας άχρηστα πράγματα, δανειζόμενοι και κάνοντας όλα όσα επιτρέπει το σύστημα. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα είμαστε ανίκανοι να εναντιωθούμε. Το ζήτημα είναι να είμαστε ταυτόχρονα μέσα και ενάντια, είναι περίπλοκο αλλά έτσι είναι. Η πολιτική ζωή κινείται από τους ανθρώπους που βρίσκονται μέσα σε μια κατάσταση αλλά θα ήθελαν να την αντικαταστήσουν με κάποια άλλη».

Βιβλία του Αλέν Μπαντιού στα ελληνικά
Η πολιτική και η λογική του συμβάντος. Μπορούμε να στοχαστούμε την πολιτική; (Εκδόσεις Πατάκη, 2008)
Μανιφέστο για τη φιλοσοφία (Εκδόσεις Ψυχογιός, 2006)
Περιστάσεις (Εκδόσεις Αγρα, 2005)
Η ηθική (Εκδόσεις Scripta, 1998) διάλεξη του Αλέν Μπαντιού με θέμα «Η φιλοσοφική θεώρηση του πολέμου, άλλοτε και σήμερα» θα δοθεί μεθαύριο Τρίτη 29 Ιανουαρίου, στις 19.30, στο Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών (Σίνα 31, Αθήνα). Εισήγηση: ημήτρης Βεργέτης. Είσοδος ελεύθερη, ταυτόχρονη μετάφραση.

Αλέν Μπαντιού.
Ε λοιπόν, αυτό αποδεικνύει ότι πρέπει να επιτεθούμε στο αδύνατο…

Ο Αλέν Μπαντιού στην Αθήνα..

“Πρέπει να αλλάξουμε τον κόσμο στο εσωτερικό του ίδιου του κόσμου. Πρέπει εμείς οι ίδιοι να ορίσουμε τι είναι εφικτό και να η δεχτούμε να αποφασίζει για αυτό ο εχθρός” Είναι κρίμα για μια τέτοια χώρα σαν την Ελλάδα η ανάλυση των κανδάλων να γίνεται ως κουτσομπολιό. Είναι ανάγκη να πείσετε ουλάχιστον τις επόμενες γενιές διανοουμένων να παρεμβαίνουν τα πράγματα. Πρέπει να τους δείξετε ότι το μέλλον είναι ζοφερό να μένουν αδρανείς και ακίνητοι”

«Η αριστερά είναι ένα πτώμα που έχει πέσει ανάσκελα και βρωμάει».

Η διάγνωση του Σαρτρ ισχύει για την κατάσταση της ευρωπαϊκής Αριστεράς και κυρίως της γαλλικής;
—Η Αριστερά είναι παντού νεκρή. Πρέπει να επανεπινοήσουμε εξ ολοκλήρου την χειραφετητική πολιτική και να μην ασχολούμαστε άλλο μ’ αυτήν την Αριστερά.


«Να επιτεθούμε στο αδύνατο»
— Η Αριστερά είναι σε κατάσταση κατάρρευσης και πλήρους αποπροσανατολισμού, ενώ ο αντιδραστικός προσανατολισμός του «πετενισμού» είναι πάλι της μόδας. Αυτή η διαπίστωση προκαλεί κατάθλιψη.

— Η Δεξιά και η Αριστερά εκφέρουν τον ίδιο λόγο: δεν μπορούμε να κάνουμε παρά αυτό που είναι δυνατό στον σύγχρονο κόσμο, στον κόσμο του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού.

Πράγμα που πολύ απλά σημαίνει ότι στο καθεστώς του εφικτού, η χειραφετητική πολιτική είναι ολοκληρωτικά αδύναμη. Ε λοιπόν, αυτό αποδεικνύει ότι πρέπει να επιτεθούμε στο αδύνατο.

Μπαντιού, ο φιλόσοφος του συμβάντος

Κορυφαία μορφή της σύγχρονης σκέψης, επανεξετάζει τη σημαντικότερη ανακάλυψη του αρχαιοελληνικού λόγου: το ερώτημα του Είναι

Του Δημητρη Βεργετη*


Κορυφαία μορφή της σύγχρονης φιλοσοφίας, μαθηματικός, πολιτικός στοχαστής στρατευμένος στην πολιτική δράση, θεατρικός συγγραφέας, ο Αλέν Μπαντιού αποτελεί ένα μείζον σημείο αναφοράς της σύγχρονης σκέψης. Ο κεντρικός, φιλοσοφικός πυρήνας της σκέψης του, όπως έχει αποτυπωθεί στα τρία κορυφαία βιβλία του, είναι ουσιαστικά άγνωστος στην Ελλάδα. Ευτυχώς δεν είναι παντού ο κανόνας. Το πολύπλευρο έργο του έχει τεράστια απήχηση τόσο στην Ευρώπη όσο και στη Λατινική Αμερική, όπου τα πολιτικά κινήματα αποδείχτηκαν ευαίσθητοι δέκτες του, ενώ παράλληλα μπορεί κανείς να καταγράψει μια πυκνή διαδοχή συνεδρίων αφιερωμένων στη μελέτη του στα πανεπιστήμια της Β. Αμερικής. Τι εξηγεί άραγε τον πυρετό που αναπτύσσεται γύρω από αυτό το φωτεινό αντικείμενο του φιλοσοφικού και πολιτικού πόθου;

Το βιβλίο του «Είναι και Συμβάν», που κυκλοφόρησε το 1988, θεωρήθηκε σταθμός στην ιστορία της φιλοσοφίας. Θα πρέπει να ανατρέξει κανείς στο «Είναι ο Χρόνος» του Χάιντεγγερ για να εντοπίσει ένα τόσο ρηξικέλευθο και σύνθετο φιλοσοφικό εγχείρημα. Στις περίτεχνες και καινοφανείς αναπτύξεις που αποθησαυρίστηκαν στις σελίδες του, ο Μπαντιού επανεξετάζει τη σημαντικότερη ανακάλυψη του δυτικού λόγου, δηλαδή της αρχαιοελληνικής σκέψης: το ερώτημα του Είναι.

Η έκδοσή του καταγράφηκε, από μαθητές και αντιπάλους, ως σεισμική μετατόπιση των τεκτονικών πλακών της μεταφυσικής.

Για ποιο λόγο; Ξεκινώντας από το Παρμενίδιο σκίρτημα της φιλοσοφίας, ξαναδιαβάζοντας με εμπνευσμένη διεισδυτικότητα την πλατωνική της θέσμιση και διατρέχοντας όλο το τόξο της δυτικής φιλοσοφίας, ο Μπαντιού αποδεικνύει ότι το οντολογικό ερώτημα εμπίπτει εξ ολοκλήρου στη δικαιοδοσία των μαθηματικών. Η ρηξικέλευθη αυτή θέση υφαρπάζει από τη φιλοσοφία το αντικείμενο γύρω από το οποίο είχε συγκροτηθεί ως μεταφυσική και αναμφίβολα δίνει τη χαριστική βολή στην οντολογία του Χάιντεγγερ, που ο ακατάβλητος Ντερριντά υπέβαλλε σε ατέρμονη αποδόμηση. Καλούμαστε εδώ να σημειώσουμε προσεχτικά ένα λεπτό αλλά κυριολεκτικά θεμελιώδες σημείο που ναρκοθετεί την πρόσληψη του έργου του. Οταν ο Μπαντιού αποφαίνεται ότι τα μαθηματικά αποτελούν την καθ’ ύλην επιστήμη του Είναι, η θέση αυτή ουδόλως εξυπακούει ότι ο κόσμος και το πραγματικό είναι δομημένοι ως μαθηματικές οντότητες και στοιχειοθετημένοι από τη συνδυαστική μαθηματικών αντικειμένων. Εξυπακούει κάτι ριζικά διαφορετικό, που συχνά παραγνωρίζεται. Πρόκειται για μια θέση που αφορά όχι τον κόσμο αλλά τον λόγο και συγκεκριμένα την παρουσίαση του μεν από τον δε.
Βαθιά προσηλωμένη στην παράδοση του ρασιοναλισμού, η σκέψη του Μπαντιού αντιτίθεται σε κάθε μορφή μυστικιστικής ή μυσταγωγικής προσπέλασης στο Είναι. Γι’ αυτό άλλωστε τονίζει την ιστορικότητα των μαθηματικών. Υπό τις συνέπειες της ρήξης των τεκτονικών πλακών της φιλοσοφίας και της οντολογίας πώς οριοθετείται πλέον η επικράτεια του φιλοσοφικού λόγου;

«Διαδικασίες αλήθειας»
Περί τίνος μιλάει η φιλοσοφία εφόσον δεν πολιτογραφεί στο λόγο της το ερώτημα του Είναι;
Η απάντηση του Μπαντιού είναι εξ ίσου καινοφανής. Για να γίνει αντιληπτή πρέπει να λάβουμε υπόψη θα έχει ως άξονα την απόρριψη των αξιώσεων αυθυπαρξίας της φιλοσοφίας. Η φιλοσοφία εγγράφεται σ’ ένα
καθεστώς εξάρτησης που συνδιαμορφώνουν τέσσερις ετερογενείς και αυτόνομες συνθήκες: η επιστήμη, η τέχνη, ο έρωτας και η πολιτική. Οι συνθήκες αυτές, που επικαθορίζουν τη φιλοσοφία, χαρακτηρίζονται ως «διαδικασίες αλήθειας», για λόγους που δεν είναι εύκολο να αναλυθούν εδώ. Συνάγεται όμως εύκολα ότι η ίδια η φιλοσοφία δεν παράγει αλήθειες. Δεν οριοθετείται ως πεδίο παραγωγής και πρωτογενούς διατύπωσης αληθειών. Γίνεται κατανοητό γιατί ο Μπαντιού διατηρεί ανοιχτό μέτωπο απέναντι στον σχετικισμό, τον ιστορικισμό το σκεπτικισμό, τον συγκρητισμό… Γιατί δεν συμμερίζεται τον νιτσεϊκό οίστρο του Φουκώ που διακήρυσσε ότι δεν υπάρχουν αλήθειες, αλλά επινοημένα συστήματα αξιών, ότι δεν υπάρχουν γεγονότα αλλά ερμηνείες. Γιατί κρατά απόσταση ασφαλείας
από τις νιτσεϊκές ερωτοτροπίες του Ντερριντά που στιγμάτιζε την αλήθεια ως «το κατ’ εξοχήν φετίχ» του δυτικού λόγου.
Γιατί αντιτίθεται επίσης στον μετανιτσεϊκό αντιπλατωνισμό και στη σοφιστική των γλωσσικών παιγνίων που η αγγλοσαξονική παράδοση κληρονόμησε από τον δεύτερο Βιτγγενστάιν.
Αποστασιοποιούμενος από μια εμπεδωμένη φιλοσοφική παράδοση και ονειδίζοντας την πρόσφατη ψυχολογία των συναισθημάτων συνομολογεί με τον Λακάν ότι ο έρωτας δεν είναι αυταπάτη ή σεξουαλικός κνησμός, αλλά μια εμπειρία όπου εμφιλοχωρεί μια ορισμένη αλήθεια για την έμφυλη διαφορά, όπως αυτή βιώνεται από τα εμπλεκόμενα υποκείμενα – πέρα από σεξολογικά στερεότυπα περί ετερο-ομο-φυλοφιλίας.
Γίνεται σαφές ότι ο Μπαντιού μαζί με τον Λακάν συνθέτουν το πιο σθεναρό ανάχωμα στο παλιρροϊκό μάγμα της μετανεωτερικότητας που κατακλύζει τη δυτική σκέψη. Η αλήθεια και το πραγματικό δεν αποτελούν αντικείμενο της ερμηνευτικής.

«Yπάρχει ένας μόνο κόσμος»
— Υποστηρίζετε τη θέση ότι υπάρχει ένας μόνο κόσμος. Θα ήθελα να σας θέσω δύο συναφή ερωτήματα:
1. Κατά την εποχή της παγκοσμιοποίησης, όπου το κεφάλαιο καταργεί τα σύνορα και ομογενοποιεί τον κόσμο, ενάντια σε ποιον και σε τι επιβεβαιώνετε αυτή τη θέση;

2. Δεν υπάρχει παρά ένας μόνο κόσμος: πρόκειται για μια διαπίστωση ή πρέπει να διακρίνουμε τον απόηχο ενός επιτελεστικού στοιχείου;

— Η καπιταλιστική «παγκοσμιοποίηση» αφορά τα κεφάλαια, τα εμπορεύματα, την αγγαρεύσιμη εργασιακή δύναμη, αλλά
απολύτως όχι τις ζωντανές γυναίκες και τους ζωντανούς άντρες, τους κατοίκους του πλανήτη. Κάθε άλλο! Ανεγείρονται παντού
τείχη, ηλεκτροφόρα φράγματα, πληθαίνουν οι αστυνομικοί έλεγχοι και οι απελάσεις, στέλνουν το πολεμικό ναυτικό να
κάνει περιπολίες. Στο ίδιο το εσωτερικό των λεγόμενων «αναπτυγμένων» χωρών βλέπουμε να εγκαθιδρύεται μια
αυστηρή εδαφική, σχολική, κοινωνική διαίρεση ανάμεσα σε αυτούς που επωφελούνται της κατάστασης και στη μάζα των
φτωχών εργαζομένων και ανέργων. Γι’ αυτό, η διαβεβαίωση ότι υπάρχει ένας μόνο κόσμος», ότι δηλαδή κάθε ζωντανός άντρας
ή ζωντανή γυναίκα βρίσκεται στον ίδιο κόσμο με εμένα, υνιστά μια θέση επιτακτική, μαχητική, απολύτως αντίθετη
στην κίβδηλη καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση. Αυτό το έλευσμα είναι ουσιώδες. Μόνον αυτό μπορεί να εμποδίσει την ρήμωση του κόσμου από ακατάπαυστους πολέμους.

— Οπως συνηθίζεται στην επιχειρηματολογία σας, αυτή η θέση εν παραπέμπει στην πολιτική ρητορική αλλά εδράζεται σε μια
θεμελιώδη έννοια του στοχασμού σας. Πρόκειται γι’ αυτό που νομάζετε υπερβατολογικό στοιχείο ενός κόσμου. Πώς
εμπλέκεται αυτό στη θέση σας και από ποια άποψη την δραιώνει;

— Ενας κόσμος ορίζεται, στο πλαίσιο της φιλοσοφίας μου, με βάση ένα είδος εσωτερικής λογικής, μια διάταξη εντάσεων
ύπαρξης για τις οποίες είναι ικανά τα αντικείμενα του κόσμου ή, αν προτιμάτε, οι κάτοικοι του κόσμου. Ονομάζω αυτήν τη
λογική «υπερβατολογικό» στοιχείο του κόσμου. Στον υποτιθέμενο «κόσμο» του μαινόμενου καπιταλισμού, το
υπερβατολογικό στοιχείο συνεπάγεται ότι ορισμένοι άνθρωποι, οι πλουσιότεροι, που πολλές φορές είναι κάτοικοι των
αναπτυγμένων και «δημοκρατικών» χωρών», υπάρχουν «καλύτερα» από τον όχλο των υπολοίπων, που έχουν σχεδόν
μηδενική αξία. Στο υπερβατολογικό στοιχείο του κόσμου, του οποίου την ενότητα επιβεβαιώνω, όλες οι υπάρξεις μετράνε, σε
όλους πρέπει να αναγνωρίζεται η ίδια ένταση ύπαρξης. Γι’ αυτό εξάλλου το μεγάλο σημερινό ερώτημα δεν είναι η ελευθερία, αλλά η ισότητα.

Πετέν και Σαρκοζί
— Σε ό,τι αφορά την ανάλυση της πολιτικής κατάστασης της Γαλλίας, υποστηρίζετε ότι αυτή δομείται με βάση το υπερβατολογικό στοιχείο του «πετενισμού». Θα θέλατε να συνοψίσετε τα βασικά του γνωρίσματα;
— Κατ’ αρχάς, το να παρουσιάζεται ως «επανάσταση», ως «ρήξη», κάτι που δεν είναι παρά η υποταγή στην κυρίαρχη τάξη πραγμάτων και η δουλοπρέπεια απέναντι στους πιο ισχυρούς.
Εν συνεχεία, το να κατονομάζεται μια μειοψηφία ανθρώπων, συχνά ξένης καταγωγής, ως άνθρωποι προς επιτήρηση, προς έλεγχο και προς απόρριψη. Εν συνεχεία, το να λέγεται ότι ένα ολέθριο συμβάν, που είναι πάντα ένα λαϊκό συμβάν, είναι η αιτία για όλα τα δεινά μας. Τέλος, το να θεωρείται ότι η διαίρεση ανάμεσα σε μια πλούσια ελίτ και σε μια μάζα αποπτωχευμένων εργαζομένων είναι ένας νόμος της φύσης. Για
τον Πετέν, η «εθνική επανάσταση» σήμαινε να μείνεις με σταυρωμένα τα χέρια μπροστά στους Γερμανούς. Για τον Σαρκοζί, η «ρήξη» σημαίνει να υποταχτείς στην παγκοσμιοποιημένη καπιταλιστική τάξη πραγμάτων και στους Αμερικανούς καθοδηγητές της. Για τον Πετέν, οι Εβραίοι και οι «μέτοικοι» ήταν η αιτία για όλα τα δεινά μας. Για τον Σαρκοζί, πρέπει να απελαθούν εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες, κυρίως
αφρικανικής καταγωγής. Για τον Πετέν, το Λαϊκό Μέτωπο ήταν η αρχή για την παρακμή της Γαλλίας. Για τον Σαρκοζί, ο Μάης του ’68. Για τον Πετέν, έπρεπε να υπάρχει «αρμονία» ανάμεσα στα βαθύπλουτα αφεντικά και τους φίλεργους και ταλαίπωρους εργάτες. Για τον Σαρκοζί, οι πλούσιοι δεν πρέπει να πληρώνουν φόρους και οι φτωχοί πρέπει να δουλεύουν περισσότερο. Ο Σαρκοζί τοποθετείται επομένως στο υπερβατολογικό στοιχείο του πετενισμού.

— «Η αριστερά είναι ένα πτώμα που έχει πέσει ανάσκελα και βρωμάει». Η διάγνωση του Σαρτρ ισχύει για την κατάσταση της ευρωπαϊκής Αριστεράς και κυρίως της γαλλικής;
— Η Αριστερά είναι παντού νεκρή. Πρέπει να επανεπινοήσουμε εξ ολοκλήρου την χειραφετητική πολιτική και να μην ασχολούμαστε άλλο μ’ αυτήν την Αριστερά.

«Να επιτεθούμε στο αδύνατο»
— Η Αριστερά είναι σε κατάσταση κατάρρευσης και πλήρους αποπροσανατολισμού, ενώ ο αντιδραστικός προσανατολισμός του «πετενισμού» είναι πάλι της μόδας. Αυτή η διαπίστωση προκαλεί κατάθλιψη. Οχι απλώς δεν επιδοκιμάζετε την παραίτηση, αλλά μας καλείτε να ακολουθήσουμε ένα λακανικό κανόνα: να ανυψώσουμε την αδυναμία στο αδύνατο. Από ποια άποψη μπορεί αυτός ο κανόνας να αναπροσανατολίσει κατά τη γνώμη σας την πολιτική δράση;

— Η Δεξιά και η Αριστερά εκφέρουν τον ίδιο λόγο: δεν μπορούμε να κάνουμε παρά αυτό που είναι δυνατό στον σύγχρονο κόσμο, στον κόσμο του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Πράγμα που πολύ απλά σημαίνει ότι στο καθεστώς του εφικτού, η χειραφετητική πολιτική είναι ολοκληρωτικά αδύναμη. Ε λοιπόν, αυτό αποδεικνύει ότι πρέπει να επιτεθούμε στο αδύνατο. Στην πραγματικότητα, αυτό σημαίνει: να αλλάξουμε υπερβατολογικό στοιχείο, συνεπώς να αλλάξουμε κόσμο στο εσωτερικό του ίδιου του κόσμου. Πρέπει εμείς οι ίδιοι να ορίσουμε τι είναι εφικτό και να μη δεχτούμε ποτέ να αποφασίζει γι’ αυτό το θέμα ο εχθρός. Μια επανάσταση σημαίνει πάντα την έλευση αυτού που οι κυρίαρχοι θεωρούν αδύνατο και αδιανόητο. Πρέπει να αρχίσουμε από την αρχή:
αυτό που πρέπει να κηρυχθεί αδύνατο είναι το να συνεχίσει ο καπιταλισμός να αφανίζει τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων και να καθιστά τη σκέψη τιποτένια και μη γενόμενη. Ονομάζω αυτήν την αρχή «κομμουνιστική υπόθεση». Πρέπει να την αναδεχτούμε, χωρίς να φοβόμαστε εκείνους που θα επικαλούνται το αδύνατο. Θα αντλήσουμε καθ’ ολοκληρίαν τις συνέπειες αυτής της υπόθεσης.

Τα βιβλία του
Μπορεί κανείς να διαβάσει το περιεκτικό πρόπλασμα της προβληματικής του Μπαντιού σε ένα βιβλίο που αποτελεί τομή στην εξέλιξη της πολιτικής σκέψης του και το οποίο
κυκλοφορεί επί τη ευκαιρία της άφιξής του στην Ελλάδα, με τίτλο «Η πολιτική και η λογική του συμβάντος» (μετ.: Τ. Μπέτζελος - Δ. Βεργέτης, επίμετρο Δ. Βεργέτης, εκδ. Πατάκης).

Αλλα βιβλία του Μπαντιού είναι:
«Περιστάσεις 1 και 2», μετάφραση: Μιχαήλ Σάββας, εκδόσεις: «Αγρα».
«Μανιφέστο για τη φιλοσοφία», μετάφραση: Β. Σκολίδης - Α. Κλαμπατσέα, εκδόσεις «Ψυχογιός».
«Η Ηθική», μετάφραση: Β. Σκολίδης - Κ. Μπόμπας, εκδόσεις: «Scripta».
Διάλεξη και σεμινάριο. Ο Αλέν Μπαντιού δίνει διάλεξη με θέμα «Η φιλοσοφική θεώρηση του πολέμου, άλλοτε και σήμερα» την Τρίτη 29 Ιανουαρίου στις 7.30 μ.μ., στο auditorium του Γαλλικού Ινστιτούτου Αθηνών. Στις 30 Ιανουαρίου θα κάνει μια γενική εισαγωγή στις θεμελιώδεις όψεις του φιλοσοφικού του έργου, στο πλαίσιο ενός κλειστού σεμιναρίου. Πληροφορίες στην ηλεκτονική διεύθυνση 5dim@otenet.gr.

Η συνέντευξη δόθηκε στον Δημήτρη Βεργέτη. Μετάφραση: Τάσος Μπέτζελος.

* Ο κ. Δ. Βεργέτης είναι ψυχαναλυτής και διευθυντής έκδοσης
του περιοδικού Ψυχανάλυσης, Φιλοσοφίας και Τέχνης
«αληthεια».

Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2011

Μαρξισμός και Ρεφορμισμός: Τι φταίει για την "αφωνία" της αριστεράς ; Στ. Κουβελάκης

Μαρξισμός και Ρεφορμισμός:
Τι φταίει για την "αφωνία" της αριστεράς ;


“Το να προσαρμόσουμε τη νοοτροπία των μαζών [στους] αντικειμενικούς συντελεστές, αυτό είναι ένα παιδαγωγικό καθήκον” (Λ. Τρότσκι)




Σε μια συνέντευξή του ο Στάθης Κουβελάκης αναφέρει τα εξής σχετικά με αυτό που ονομάζει στρατηγική αφωνία της αριστεράς.[1]


« Η Αριστερά που διατηρεί τις μαρξιστικές αναφορές νομίζει συχνά ότι η πραγματικότητα υπάρχει απλώς για να επιβεβαιώνεται η μια ή η άλλη παράγραφος του «Κεφαλαίου» ή κάποιων ιερών κειμένων της μαρξιστικής παράδοσης, δεν τα καταλαβαίνει ως εργαλεία με τα οποία πρέπει να αναλύεται μια συγκεκριμένη κατάσταση. Ως εκ τούτου, ξεφεύγει στη ρητορεία, στην καταγγελιολογία και στο «μία από τα ίδια». Άμα δεν υπάρχει ρήξη με αυτό, αν δεν υπάρξει κατανόηση του ότι βρισκόμαστε σε μια καινούργια κατάσταση, η οποία χρειάζεται μια καινούργια προσέγγιση και μια πρακτική που να της αντιστοιχεί, δεν θα υπάρξει διέξοδος. Λυπάμαι που ακούγομαι δυσάρεστος, αλλά είναι απαραίτητο να αποφύγουμε τόσο την εύκολη αισιοδοξία όσο και την αδιέξοδη γκρίνια και παθητικότητα. Αυτό που, ως αριστεροί και μαρξιστές, χρειαζόμαστε πάνω απ’ όλα είναι μια διαύγεια γύρω από την κατάσταση».


Ασφαλώς η “καταγγελιολογία” δεν είναι παρά μια μονολιθική και δογματική εκδοχή, μια διαλεκτική μετεξέλιξη της σοσιαλδημοκρατίας και του ρεφορμισμού. Εδώ και τουλάχιστον 50 χρόνια η αριστερά πάσχει από αυτή την αρρώστια που δεν είναι βέβαια παιδική αλλά μάλλον γεροντική. Και η αρρώστια αυτή έχει τις βάσεις της στις εξελίξεις που σημειώθηκαν στην αριστερά στην περίοδο 1930-1960. Η περίοδος αυτή, της επιβολής του σταλινικού δογματισμού και της σταλινικής γραφειοκρατίας στην ουσία κατέστρεψε τη δημιουργική ενασχόληση με τη μαρξιστική σκέψη και απέκοψε την αριστερά από τη γνήσια παράδοση του Λένιν. Από το 1960 και μετά, μέχρι σήμερα, οι θεωρητικές επεξεργασίες της αριστεράς ήταν στο κενό, χωρίς σύνδεση με τους αγώνες της ευρωπαϊκής εργατικής τάξης ή τ’ απελευθερωτικά κινήματα στις πρώην αποικίες καθώς και την ταξική πάλη στη Λατινική Αμερική.


Πρώτα απ’ όλα δεν έγινε εφικτή η δημιουργία ενός παγκόσμιου κόμματος, μιας νέας Διεθνούς μετά τη διάλυση της Γ’ Διεθνούς από τον Στάλιν το 1943. Έκτοτε, το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα έμεινε χωρίς ένα κέντρο κι’ αυτό διευκολύνθηκε περισσότερο μετά τη Σινο – σοβιετική διαμάχη και το 20ο Συνέδριο –μια διαμάχη που δεν ήταν θεμελιωμένη τόσο πάνω σε αρχές όσο σε επίφαση αρχών και με πραγματική βάση στους εθνικισμούς της Κίνας και της ΕΣΣΔ.


Η παγκόσμια αριστερά παρασύρθηκε σε θεωρητικές αναζητήσεις που δεν ξεκινούσαν από την αντικειμενική, υλική βάση, δηλαδή τον ολοφάνερο γραφειοκρατικό εκφυλισμό των εργατικών κρατών, το μοίρασμα του κόσμου σε σφαίρες επιρροής και την “ειρηνική συνύπαρξη” ολόκληρου του “σοσιαλιστικού στρατοπέδου” με τον ιμπεριαλισμό. Δεν αναρωτήθηκε πως είναι καν δυνατή μια τέτοια “ειρηνική συνύπαρξη” και η οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε χώρες με κατά βάση πολύ χαμηλή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων.


Αν η αριστερά είχε αμφισβητήσει τη βεβαιότητα της οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, την Κίνα και τις υπόλοιπες “Λαϊκές Δημοκρατίες”, και αν επομένως είχε αποδεσμευθεί έγκαιρα από το δόγμα της “ειρηνικής συνύπαρξης” που σήμαινε συνεργασία των τάξεων στην καπιταλιστική Ευρώπη και την αμερικανική ήπειρο, τότε η ριζοσπαστικοποίησή της και η ανάδειξή της σε κυρίαρχη κοινωνική δύναμη θα είχε γίνει κιόλας από τη δεκαετία του ΄60. Οι ιδέες της αριστεράς απέκτησαν μια ορισμένη κοινωνική “ηγεμονία” αλλά δεν ακολούθησε η ριζοσπαστικοποίηση των αγώνων, των ΚΚ και των μαζικών οργανώσεων της εργατικής τάξης. Αυτές οι ιδέες της αριστεράς δεν ήταν παρά τα “συνθήματα” Που έγκαιρα κατόρθωσε να υιοθετήσει η σοσιαλδημοκρατία σ’ ολόκληρη την Ευρώπη ήδη από τη δεκαετία του ’50 (και στην Ελλάδα το ’74 από το ΠΑΣΟΚ) παρουσιάζοντας σαν εφικτό έναν “τρίτο δρόμο” προς τον σοσιαλισμό. Αυτό έγινε δυνατόν μόνον επειδή η αριστερά, συστηματικά και προσεχτικά δεν οδήγησε ποτέ τα πράγματα στα άκρα, δεν υιοθέτησε και δεν πρόβαλλε ποτέ τα συνθήματα, τις ιδέες και το πρόγραμμα του επαναστατικού μαρξισμού.


Όποτε το εργατικό και λαϊκό κίνημα έδειχνε τη διάθεση να συγκρουσθεί αποφασιστικά με το κεφάλαιο, τα ΚΚ και η σοσιαλδημοκρατία ήταν σε αγαστή συμμαχία στα πλαίσια της διατήρησης της “ειρηνικής συνύπαρξης” που είχε ξεκινήσει ήδη ο Στάλιν από τα μέσα προς τα τέλη της δεκαετίας του ’20 με τη θεωρία του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα, τα “λαϊκά μέτωπα” και τις κάθε είδους εθνικές ταξικές συνεργασίες ανάλογα με τις ανάγκες της εξωτερικής πολιτικής της ΕΣΣΔ.


Αν δεν κατανοήσει κανείς την τεράστια ιστορική επίδραση που είχε η μακρόχρονη ταξική συνεργασία και η “ειρηνική συνύπαρξη”, είναι αδύνατον να κατανοήσει τη σημερινή “αφωνία” της αριστεράς. Η αδυναμία της αυτή, που είναι προγραμματική αδυναμία, έχει τις ρίζες της στον Σταλινισμό και τη σοσιαλδημοκρατία (παλιά αλλά και νέα με τη μορφή των ΚΚ) που ιστορικά συμπλέχτηκαν σ’ ένα σχήμα συνεργασιών και πολιτικών που κατέστησε δυνατή την ταξική συνεργασία σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες.


Ασφαλώς τα έργα του Μαρξ και του Λένιν πρέπει να κατανοηθούν “ως εργαλεία με τα οποία πρέπει να αναλύεται μια συγκεκριμένη κατάσταση ”, αλλά σε ποια περίπτωση έγινε αυτό πραγματικά στην ευρωπαϊκή αριστερά από τη δεκαετία του ’30 και μετά; Όπως το κοινωνικό Είναι καθορίζει τη συνείδηση έτσι και το “κοινωνικό Είναι” της αριστεράς καθόρισε την ιδεολογία, τη φυσιογνωμία, το πρόγραμμά και τη σημερινή της αδυναμία να παραμείνει στα πλαίσια της “ταξικής συνεργασίας” χρησιμοποιώντας την παραδοσιακή αριστερή φρασεολογία. Γιατί το πρόβλημα δεν είναι με ποιον τρόπο η αριστερά θα γίνει επαναστατική, αλλά πως θα επαναπροσδιορισθεί μέσα στο πολιτικό σκηνικό και με ποιους όρους, ποιες προϋποθέσεις, ποια πιθανώς νέα “φυσιογνωμία” έτσι ώστε να εξακολουθεί να είναι χρήσιμη στην “ταξική συνεργασία”.


Εξάλλου όπως γράφει και ο κ. Κουβελάκης:


«Η κατάσταση είναι τόσο σύνθετη προς το παρόν, ώστε μια τυπολογία να είναι ίσως πρόωρη. Θα δώσω ένα απλό παράδειγμα: εάν κατανοήσουμε την Αριστερά με μιαν ευρύτητα στον ορισμό της (όχι με τον αυστηρό ελληνικό ορισμό αλλά συμπεριλαμβάνοντας, κατά τον δυτικοευρωπαϊκό τρόπο, και τη Σοσιαλδημοκρατία, ή τουλάχιστον τις αριστερές τάσεις της) …».


Μα αν κατανοήσουμε την αριστερά “συμπεριλαμβάνοντας, κατά τον δυτικοευρωπαϊκό τρόπο, και τη Σοσιαλδημοκρατία, ή τουλάχιστον τις αριστερές τάσεις της ”, τότε η κατάσταση είναι πράγματι σύνθετη, και για την ακρίβεια κρίσιμη, διότι με την παγκοσμιοποίηση του καπιταλισμού κι’ επομένως τη λεγόμενη νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική, δεν υπάρχουν πλέον πολιτικές αντιστάσεις. Οι παραδοσιακές πολιτικές αντιστάσεις της παλιάς και νέας σοσιαλδημοκρατίας (αριστερής και μη) έχουν καταρρεύσει διότι είχαν στηριχτεί σε δεδομένα μιας άλλης εποχής όπως οι γενικές συλλογικές συμβάσεις, η ΑΤΑ, τα εργασιακά δικαιώματα και μονιμότητα των υπαλλήλων της κρατικής γραφειοκρατίας κ.ά. Σ’ αυτά τα πλαίσια η συναίνεση και η συνύπαρξη κατέστησαν εύκολες με την ανάδειξη της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, των συμβιβασμένων κομμουνιστικών και άλλων εργατικών κομμάτων, τη συμμετοχή τους στον “δημόσιο πολιτικό βίο” κοκ.


Αλλά σήμερα τα δεδομένα άλλαξαν μ’ έναν καταστροφικό τρόπο. Όλα τα εργασιακά δικαιώματα καταπατούνται και ο εργατικός μισθός γνωρίζει κατακόρυφη πτώση χωρίς η παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία που κυβερνά σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες ή η παραδοσιακή συντηρητική παράταξη να έχουν άμεση ανάγκη από τη συναίνεση και την ειρηνική συνύπαρξη των τάξεων και ανάγονται σε άμεση, πλήρη και καθολική έκφραση του κεφαλαίου χωρίς περιστροφές και χωρίς καν να κρατούν τους τύπους.


Η διαδικασία της απελευθέρωσης των διασυνοριακών ροών του κεφαλαίου, η λεγόμενη παγκοσμιοποίηση, που ξεκίνησε στα μέσα του ΄80, κλείνει σήμερα έναν κύκλο με τον οποίο ολοκληρώνει κατά μεγάλο μέρος την επίθεσή της ενάντια στην εργασία. Κατά συνέπεια η παραδοσιακή αριστερά δεν της χρειάζεται σε τίποτε.


Ο κ. Κουβελάκης αναφέρει ότι “αν δεν υπάρξει κατανόηση του ότι βρισκόμαστε σε μια καινούργια κατάσταση, η οποία χρειάζεται μια καινούργια προσέγγιση και μια πρακτική που να της αντιστοιχεί, δεν θα υπάρξει διέξοδος”. Δεν διευκρινίζει ποια είναι ακριβώς η “καινούργια κατάσταση”, στην οποία αναφέρονται πολλά αριστερά κόμματα και επομένως δεν μπορεί να κάνει τη συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης. Αλλά αγνοεί ότι η αριστερά δεν ενδιαφέρεται να κατανοήσει τόσο πολύ αυτή την “καινούργια κατάσταση” αλλά να βρει με ποιον τρόπο θα ξαναγίνει απαραίτητη στην παγκόσμια αστική τάξη μετά από 80 χρόνια ρεφορμισμού και συμβιβασμού.


Το ενδιαφέρον είναι ότι η αριστερά σε κάθε κράτος χωριστά βρίσκεται άμεσα και χωρίς προσχήματα πολιτικά αντιμέτωπη με την παγκόσμια αστική τάξη, για πρώτη φορά, μέσω των υπερεθνικών μηχανισμών του κεφαλαίου (ΔΝΤ, ευρωζώνη, ΕΚΤ, Μηχανισμός Στήριξης κ.ά.). Παρόλα αυτά υπάρχει μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής αριστεράς που επειδή δεν επιθυμεί δήθεν “εθνικές λύσεις” δεν είναι ενάντια στην ευρωζώνη ή την άρνηση πληρωμής του χρέους. Χαρακτηριστικά είναι όσα μας λέει ο κ. Κουβελάκης:


«Στη Γαλλία για παράδειγμα, ο επικρατέστερος αυτή τη στιγμή υποψήφιος των σοσιαλιστών για τις προεδρικές εκλογές του 2012 είναι ο νυν πρόεδρος του ΔΝΤ Στρος-Καν […], στην Αγγλία, […] οι αριστερές τάσεις δεν έχουν φιλοευρωπαϊκό προσανατολισμό […] Είδαμε, την ίδια στιγμή, το Γαλλικό ΚΚ να συγκεντρώνει υπογραφές για ένα κείμενο που πρότεινε να μας δανείσει η Ε.Ε. αλλά με χαμηλότερο επιτόκιο. Στον εξωκοινοβουλευτικό χώρο έχουμε π.χ. το γαλλικό ΝΡΑ που αρνείται κάθε λογική αναμέτρησης με την Ε.Ε. και την ΟΝΕ, […] περίπου δηλαδή η ίδια λογική με αυτήν της ηγετικής ομάδας του ΣΥΝ. […] Το κρίσιμο, ωστόσο, εδώ είναι ότι τα Κομμουνιστικά Κόμματα τόσο της Ελλάδας όσο και της Πορτογαλίας (και είναι ενδιαφέρων ο παραλληλισμός αυτών των δύο), παρόλη τη γενική τοποθέτησή τους κατά της Ε.Ε. και του ευρώ, αρνούνται να προβάλλουν τον οποιονδήποτε συγκεκριμένο στόχο που θα μπορούσε να ξεκινήσει μια διαδικασία αποδέσμευσης ή ρήξης».


Το ενδιαφέρον είναι πραγματικά ότι το Πορτογαλικό και το Ελληνικό ΚΚ “ αρνούνται να προβάλλουν τον οποιονδήποτε συγκεκριμένο στόχο που θα μπορούσε να ξεκινήσει μια διαδικασία αποδέσμευσης ή ρήξης ”, δηλαδή δεν έχουν κανένα μεταβατικό πρόγραμμα γιατί κατανοούν ότι κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε μια ανεξέλεγκτη, εκρηκτική κατάσταση στις χώρες αυτές.


Όπως επισημαίνει στη συνέχεια ο κ. Κουβελάκης:


«Είναι απολύτως αδιανόητο για οποιοδήποτε τμήμα της γερμανικής Αριστεράς να διατυπώσει έναν λόγο ρήξης με την Ε.Ε. Ακόμη π.χ. και οι τροτσκιστικές τάσεις του Die Linke, στην καλύτερη περίπτωση θα έχουν μια σαφή επικριτική στάση έναντι των πολιτικών επιλογών της Μέρκελ, του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί η ΕΚΤ, του Μάαστριχτ, της Λισαβώνας κ.ο.κ. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν θα προτείνουν, ούτε καν θα μπορέσουν να κατανοήσουν, εκτός από εξαιρετικά μειοψηφικά ρεύματα και σχεδόν ατομικές περιπτώσεις, μια λογική εξόδου από την ευρωζώνη. Κάτι τέτοιο απλώς δεν υφίσταται ως τοποθέτηση στον δημόσιο χώρο».


Φυσικά, μια “λογική εξόδου από την ευρωζώνη” δεν είναι παρά το μεταβατικό αίτημα που οδηγεί άμεσα και καταλυτικά στη συνείδηση της εργατικής τάξης, την εκπαίδευση και την οργάνωσή της. Η πάλη πάνω σε μια “λογική εξόδου από την ευρωζώνη” δεν θα ήταν τίποτε λιγότερο από την πάλη πάνω στην επερχόμενη κοινωνική επανάσταση, κι’ αυτό τα ρεφορμιστικά κόμματα θέλουν να το αποφύγουν.


Για το Die Linke πχ είναι γνωστή η διαρροή από το WikiLeaks ότι υιοθέτησε τη θέση διεύρυνσης του ΝΑΤΟ ώστε να συμπεριλάβει τη Ρωσία, έχοντας υπόψη του να μην προτείνει την έξοδο της Γερμανίας από το ΝΑΤΟ, που θα πυροδοτούσε απρόβλεπτες αντιδράσεις στον παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό μηχανισμό. Ακόμη και το NPA δεν πρότεινε τη διαγραφή του δημόσιου χρέους αλλά στην ουσία υιοθέτησε το μνημόνιο ζητώντας απλώς μικρότερα επιτόκια δανεισμού! Αλλά απ’ την άλλη μεριά οι αναπτυσσόμενες χώρες θεωρούν σκανδαλώδη τη χρηματοδότηση μιας ανεπτυγμένης χώρας όπως η Ελλάδα, και μάλιστα με τόσο χαμηλά επιτόκια! Από τη μεριά τους το ΔΝΤ υπάρχει γι’ αυτές κι’ όχι για το ιμπεριαλιστικό κέντρο ή την άμεση περιφέρειά του.


Στην υπόλοιπη Ευρώπη τα πράγματα δεν είναι καλύτερα. Στην Ιρλανδία δεν υπάρχει ένα μαζικό εργατικό κόμμα ενώ η σοσιαλδημοκρατία είναι πολύ κοντά στη δεξιά. Στην Πορτογαλία υπάρχει ένα ρεύμα αριστερά της σοσιαλδημοκρατίας αλλά από την τελευταία γενική απεργία δεν είχε γίνει καμιά άλλη μεγάλη κινητοποίηση εδώ και 3ο χρόνια! Στην Ιταλία «παρά την πρόσφατη συνένωσή τους εντός της Ομοσπονδίας της Αριστεράς, τα δύο κομμάτια που προέρχονται από την Κομμουνιστική Επανίδρυση αγωνίζονται στην ουσία για την επιβίωσή τους ως μηχανισμών, αναγκάζονται […] να προχωρούν σε εκλογικές συνεργασίες με την Κεντροαριστερά […] πλαίσια ενός αντιμπερλουσκονικού μετώπου».


Επίσης «τα κοινωνικά κινήματα και οι κοινωνικές αντιστάσεις αναπτύσσονται (όπως βλέπουμε τώρα με τις φοιτητικές κινητοποιήσεις ή προηγουμένως με τις κινητοποιήσεις στη Fiat) και πάλι σε αποσύνδεση με το πολιτικό επίπεδο, κάτι το οποίο βαραίνει στη δυναμική τους, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τον εργατικό και συνδικαλιστικό χώρο». Δηλαδή αυτά τα κινήματα αναπτύσσονται ανεξάρτητα από τους παραδοσιακούς κομματικούς μηχανισμούς και λογικά αυτό θα περίμενε κανείς στην Ιρλανδία στο άμεσο μέλλον.


Σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Γαλλία και η Πορτογαλία όπου τα ΚΚ μπορούν ακόμη να συγκρατήσουν τις εξεγέρσεις και τα κινήματα, τα καθήκοντα ασφαλώς είναι τα ίδια αλλά έχουν τις ιδιομορφίες τους. Η γενική συνιστώσα πάντως είναι ότι η αναμφισβήτητη κοινωνική κρίση εδώ και πολύ καιρό έχει μετατραπεί σε κρίση της ηγεσίας της εργατικής τάξης ή σε “αφωνία της αριστεράς” αν προτιμά κανείς να εκφρασθεί ουδέτερα. Αυτή η κρίση ηγεσίας είναι, σε τελική ανάλυση, η κρίση την οποία περνούν οι ηγεσίες των αριστερών κομμάτων μετά τον ρεφορμισμό και την κυρίαρχη λογική της ταξικής συνεργασίας που είχαν τα τελευταία 80 χρόνια.


Εκεί θα πρέπει αναμφισβήτητα να αναζητήσουμε τις αναζητήσεις περί “νέου κοινωνικού υποκειμένου”, “νέων μορφών εργασίας”, “υποκειμενικότητας χωρίς υποκείμενο” κ.ά. Το ουσιαστικό πρόβλημα δεν είναι ότι η εργατική τάξη έχει γίνει συντηρητική, ότι έχουν αλλάξει οι μορφές εργασίας, ότι έχουν αναδειχθεί νέα υποκείμενα (μια συζήτηση που τέλειωσε στις αρχές του ΄70 αλλά επανέρχεται) κοκ. Αν αυτό ήταν το ουσιαστικό πρόβλημα τότε θα έπρεπε, λογικά, να το δούμε στα προβλήματα στο συνδικαλιστικό επίπεδο, στην ανάγκη νέων μορφών εργατικών ενώσεων κλπ. Το ουσιαστικό πρόβλημα είναι, πραγματικά, ότι η κρίση του καπιταλισμού έχει μετατραπεί απόλυτα, καθαρά και ξάστερα σε κρίση της ηγεσίας του εργατικού κινήματος και της επαναστατικής πρωτοπορίας.


Εδώ θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι το επαναστατικό κόμμα δεν είναι μόνο η οργάνωση της εργατικής πρωτοπορίας. Είναι και ο μοναδικός θεσμός, το μοναδικό όργανο που έχει στα χέρια της η εργατική τάξη ώστε να εξασφαλίσει την ενότητα και τη συνέχεια των αγώνων της. Τα σωματεία αλλάζουν διαρκώς μέλη και ηγεσίες και πολύ εύκολα η ιστορική εμπειρία που έχει καταχτηθεί σε μια ιστορική περίοδο μπορεί να χαθεί στην επόμενη. Στην Ελλάδα αυτό έγινε με την Ομοσπονδία Βιομηχανικών και Εργοστασιακών Σωματείων (ΟΒΕΣ) στα μέσα της δεκαετίας του ΄70 όταν οι εργατικοί αγώνες είχαν φτάσει στο αποκορύφωμά τους σαν συνέχεια των Ιουλιανών του 1965 και της δικτατορίας.



Τόσο η προγενέστερη ρεφορμιστική πολιτική της ΕΔΑ όσο και η ρεφορμιστική πολιτική του ΚΚΕ και ΚΚΕ (εσ.) στη δεκαετία του ’70 δεν επέτρεψαν την οικοδόμηση ενός ισχυρού, μαζικού αντικαπιταλιστικού κόμματος που θα μπορούσε να διατηρήσει, να φιλτράρει και να μεταβιβάσει τις εμπειρίες στις επόμενες γενιές.


Η σύσταση του Λένιν “από τη θεωρία στην πράξη κι’ από κει, πίσω στη θεωρία” που συνοψίζει εύστοχα τη διαλεκτική του κόμματος δεν αφορούσε ποτέ τα μαζικά κόμματα της αριστεράς. Το ενδιαφέρον τους ήταν συγκεντρωμένο στην άσκηση πολιτικής μέσα στα πλαίσια του πολιτικού και κοινωνικού συστήματος με αποτέλεσμα να φτάσουμε στα σημερινά αδιέξοδα, δηλαδή στη μεταβίβαση και την κληρονομιά της ρεφορμιστικής παράδοσης.


Φυσικά η οικοδόμηση ενός μαζικού κόμματος με επαναστατικό προσανατολισμό έξω από τα παραδοσιακά παλιά και νέα κόμματα της σοσιαλδημοκρατίας (ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ) είναι δυνατή. Μπορεί να βασισθεί στους παλιούς και νέους επαναστάτες μαρξιστές, την εξοικείωση με τις ιδέες και το πρόγραμμα του επαναστατικού μαρξισμού, τη στενή σχέση με τα πρωτοβάθμια σωματεία καθώς επίσης και με τη συστηματική δουλειά, στο βαθμό που μπορεί να γίνει στα πλαίσια των μαζικών κομμάτων της αριστεράς, δηλαδή της παλιάς και νέας σοσιαλδημοκρατίας.


Η μοναδική λογική επιλογή που απομένει για τα κόμματα αυτά είναι ο σοσιαλ-ρεφορμισμός, δηλαδή σοσιαλισμός στα λόγια και ρεφορμισμός στην πράξη. Για το ΚΚΕ θα γίνει κυρίως μέσω του ΠΑΜΕ και των “Λαϊκών Επιτροπών” ενώ για τον ΣΥΡΙΖΑ θα γίνει σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο με νέα προγράμματα, νέα σχέδια αρχών κοκ. Και οι δυο αυτές προοπτικές μπορούν ν’ αποδειχτούν χρήσιμες από τη σκοπιά των επαναστατών μαρξιστών. Πάνω απ’ όλα ωστόσο ένα νέο μαζικό αριστερό κόμμα μπορεί να οικοδομηθεί από την ίδια τη βάση των εργαζομένων, πηγαίνοντας προς αυτούς που είναι απογοητευμένοι κι’ αηδιασμένοι με τις ρεφορμιστικές ηγεσίες με το σύνθημα: “Φτιάξτε το δικό σας Κόμμα”. Δεν υπάρχει τίποτα πιο έντιμο και καθαρό απ’ αυτό. Τα πιο πρωτοπόρα στοιχεία από την πρώτη στιγμή θα υιοθετήσουν και θα προπαγανδίσουν το μεταβατικό πρόγραμμα της επαναστατικής αριστεράς, που γεφυρώνει τη σημερινή κατάσταση με την αυριανή σοσιαλιστική προοπτική και τη Δημοκρατική Κυβέρνηση των Εργαζομένων.


Η αντικειμενική κατάσταση χαρακτηρίζεται από τη βαθιά κρίση του καπιταλισμού, την ανεργία, την ανυπαρξία εργασιακών δικαιωμάτων και προοπτικών οικονομικών ανάπτυξης, την ολοένα και μεγαλύτερη εκμετάλλευση. Οι μαρξιστές, αρχίζοντας από τη μελέτη της αντικειμενικής κατάστασης και όχι, μεταφυσικά από τις ιδεοληψίες και τις “εντυπώσεις” τους σχετικά με τη συνείδηση των μαζών, βλέπουν την αναγκαιότητα ενός μαζικού επαναστατικού κόμματος με βάση το μεταβατικό πρόγραμμα διεκδικήσεων και πάλης και την προοπτική της Δημοκρατικής Κυβέρνησης των Εργαζομένων. Αυτή είναι η αντικειμενική κατάσταση κι’ αυτή θέτει συγκεκριμένα καθήκοντα τόσο στις μάζες όσο και στους επαναστάτες μαρξιστές.


Λέγοντας στους εργαζόμενους: “Φτιάξτε το δικό σας Κόμμα”, ξεπερνούμε τα χάρτινα αδιέξοδα του “υποκειμένου”, του “πάνω σε ποια βάση”, “με ποια πλατφόρμα και αιτήματα” κοκ. Η διαλεκτική λέει να μαθαίνουμε από το κίνημα και να επιστρέφουμε σ’ αυτό με νέο πρόγραμμα, νέα συνθήματα και ιδέες προσαρμοσμένα στο επίπεδο των μαζών αλλά όχι κατεβασμένα στο δικό τους επίπεδο. Φυσικά τα πιο πρωτοπόρα στοιχεία της εργατικής τάξης θα κερδηθούν από τις πιο πρωτοπόρες τάσεις ενός τέτοιου Κόμματος, ίσως όχι αμέσως αλλά σίγουρα σε μια μεταβατική πορεία.


Το σημαντικό είναι, ωστόσο, ότι η οικοδόμηση ενός τέτοιου Κόμματος πρέπει να τεθεί σαν καθήκον στην ίδια την εργατική τάξη μέσα από τους θεσμούς, τα όργανα και τις πολιτικές της οργανώσεις, όπου αυτό είναι δυνατόν. Τα υπόλοιπα είναι χάρτινα αδιέξοδα και αδιέξοδη, σεχταριστική γραφειοκρατία. Αλλά η σεχταριστική γραφειοκρατία δεν μπορεί παρά να υποχωρήσει κάτω από την πίεση της δύναμης του προγράμματος στις μάζες.


Το ΚΚΕ προσπαθεί λυσσασμένα να εμποδίσει μια τέτοια προοπτική ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να συμβιβάσει τις διάφορες τάσεις του με τρόπο κεντρικό, αλλά με μια ορισμένη εσωκομματική δημοκρατία. Η επιρροή του επαναστατικού προγράμματος στα μέλη και τα στελέχη του ΚΚΕ και του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να είναι τεράστια. Δεν πρέπει ασφαλώς να ξεχνάμε ότι όταν έρθει η ώρα των συγκρούσεων και της ταξικής πάλης, οι εργαζόμενες μάζες θα κινηθούν προς τα κόμματα που τους είναι γνωστά κι’ όχι προς τις περιθωριακές οργανώσεις.


Αν ξεχάσει κανείς αυτό τον βασικό “νόμο της βαρύτητας” θα έχει κάνει το μεγαλύτερο αριστερίστικο και σεχταριστικό λάθος. Για τον λόγο αυτό δεν πρέπει ν’ απευθυνόμαστε σε ηγεσίες αλλά στη βάση των κομμάτων εκείνων που συγκεντρώνουν στις τάξεις τους το μεγάλο μέρος της εργατικής τάξης. Η μαζικοποίηση θα οδηγήσει και στη συνεννόηση με τις ηγεσίες αν φυσικά θέλουν να ακολουθήσουν στα πλαίσια του πραγματικού Ενιαίου Μετώπου.


Φυσικά, αυτά αφορούν ζητήματα ταχτικής ενός Κόμματος που θα είναι αναγκαστικά μικρό στην αρχή, αλλά όχι χωρίς καμιά απολύτως μαζικότητα στην εργατική τάξη. Σε σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ μπορεί κανείς να πέσει σ’ αριστερά ή “δεξιά” λάθη όπως επίσης σε σχέση με το ΠΑΜΕ, τις “Λαϊκές Επιτροπές” ή ορισμένα στρώματα του ΚΚΕ. Το σημαντικό αυτής της περιόδου είναι να μην μονοπωλήσει το ΚΚΕ τον “ξεσηκωμό” και την “αντίσταση” (χωρίς κόστος, δηλαδή χωρίς μεταβατικά αιτήματα προς τη “λαϊκή εξουσία και οικονομία”). Φυσικά θα χρησιμοποιήσει βρώμικα μέσα και ψεύτικη προπαγάνδα όπως πάντα, αλλά αυτά είναι δείγματα άμυνας, όχι επίθεσης.


Όποιος είναι σήμερα αναγκασμένος να βρίσκεται σε άμυνα έχει χάσει οριστικά το τραίνο της οικοδόμησης του Κόμματος. Ο ΣΥΡΙΖΑ και η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ είναι δυο διαφορετικά πράγματα. Σε κάθε περίπτωση, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ζήτημα ταχτικής ενώ το ΚΚΕ είναι ζήτημα στρατηγικής περισσότερο.


Αλλά σημαντικό μέρος της εργατικής τάξης, αν και αηδιασμένο με την ηγεσία του, εξακολουθεί να παραμένει στην ΠΑΣΚΕ και το ΠΑΣΟΚ αλλά ενδεχομένως απέχει από τις εκλογές ή ψηφίζει τα αριστερά κόμματα, έχοντας μια ριζοσπαστική νοοτροπία, ειδικά κάτω από τη βαρύνουσα επίδραση της σημερινής, βαθιάς κρίσης του παγκόσμιου καπιταλισμού. Οι εργαζόμενοι αυτοί πρέπει να κερδηθούν στη βάση του προγράμματος και των ιδεών του επαναστατικού μαρξισμού, ακόμη και στη βάση του ενδιάμεσου προγράμματος. Αλλά πρέπει να γίνει ξεκάθαρο, γιατί τέτοιες είναι οι αντικειμενικές συνθήκες ότι το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να αναγεννηθεί ή να γίνει ένα “πατριωτικό σοσιαλιστικό κόμμα”. Αυτό το σύνθημα αντιστοιχούσε σε μιαν άλλην εποχή πριν τη λεγόμενη παγκοσμιοποίηση. Αλλά επίσης τίποτα δεν μπορεί να περιμένει κανείς από το ΚΚΕ.


Στη νοοτροπία ότι “θα φτιαχτεί κάτι καινούριο” η απάντηση είναι: “Φτιάξτε το δικό σας Κόμμα”, σύμφωνα με τη δομή που θέλετε και το μεταβατικό πρόγραμμα που έχει επεξεργασθεί ο επαναστατικός μαρξισμός στη διάρκεια ενός αιώνα. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να φτιαχτεί κάτι αυθεντικά νέο που ξεπερνά τον στείρο και οππορτουνιστικό πολιτικαντισμό, εκτός από την ενεργητική συμμετοχή όλων των εργαζομένων στη διαδικασία της οικοδόμησης του νέου τους Κόμματος.


Μπορεί η εργατική τάξη από μόνη της να προχωρήσει στην οικοδόμηση του δικού της Κόμματος, πραγματικά; Από την εμπειρία γνωρίζουμε ότι η θεμελίωση του Κόμματος αποτελεί έργο της πρωτοπορίας της τάξης που σήμερα είναι κατακερματισμένη, όχι μόνο επαγγελματικά αλλά κυρίως πολιτικά και συνδικαλιστικά. Η πρωτοπορία της τάξης θα πρέπει να βρει τον τρόπο να γίνει μια τέτοια προσέγγιση. Αυτό απαιτεί μια προσέγγιση τόσο μέσα στους αγώνες της εργατικής τάξης όσο κι’ έξω απ’ αυτούς ώστε η πρωτοπορία να διασφαλίσει για τον εαυτό της τη συνέχεια των αγώνων αυτών και να τη μεταφέρει αργότερα στα συλλογικά όργανα της τάξης.


Όπως έγραφε ο Τρότσκι:


«Στην ίδια τη Μιννεάπολη, δεν μπορούμε να προτείνουμε στα συνδικάτα να γίνουν μέλη της οργάνωσής μας, του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος. Αυτό θα ήταν αστείο, ακόμα και στη Μιννεάπολη. Γιατί; Γιατί η παρακμή του καπιταλισμού προχωράει δέκα φορές, εκατό φορές πιο γρήγορα από ό,τι πιστεύει το Κόμμα μας. Αυτό είναι μια νέα διαστρέβλωση. Η αναγκαιότητα για ένα πολιτικό κόμμα που θα είναι το κόμμα των εργατών, υπάρχει μέσα στις αντικειμενικές συνθήκες, αλλά το δικό μας κόμμα είναι πολύ μικρό, έχει πολύ μικρό κύρος για να οργανώσει τους εργαζόμενους στις γραμμές του. Γι' αυτό πρέπει να πούμε στους εργαζόμενους, στις μάζες: φτιάξτε το κόμμα σας. Δεν μπορούμε όμως να απευθυνθούμε άμεσα στις μάζες, καλώντας τις να γίνουν μέλη του Κόμματός μας.
»Αν μια συγκέντρωση 500 ατόμων εκδηλώσει τη συμφωνία της πάνω στη σκέψη πως είναι αναγκαίο ένα Εργατικό Κόμμα, τα 5 ίσως άτομα θα είναι έτοιμα να γίνουν μέλη του Κόμματός μας. Πράγμα που δείχνει πως το σύνθημα για το Εργατικό Κόμμα είναι ένα σύνθημα αγκιτάτσιας. Το δεύτερο σύνθημα –γίνετε μέλη στο Κόμμα μας– είναι για τα πιο προχωρημένα στοιχεία.
»Μήπως, όμως, πρέπει να προωθούμε μόνο το ένα από αυτά τα συνθήματα; Αντίθετα, πρέπει να τα προωθούμε και τα δυο. Το πρώτο, “για ένα ανεξάρτητο Εργατικό Κόμμα”, προετοιμάζει το έδαφος για το δικό μας Κόμμα. Το δεύτερο σύνθημα προετοιμάζει τους εργάτες, τους βοηθάει να προχωρήσουν, κι ανοίγει το δρόμο για το Κόμμα μας».[2] [υπογραμμίσεις δικές μας].


Όπως γράφαμε αλλού:


«Το σύνθημα “για ένα ανεξάρτητο Εργατικό Κόμμα” δεν είναι σήμερα σεχταριστικό ή λικβινταριστικό. Δεν λέμε στους εργαζόμενους “ελάτε στο δικό μας κόμμα” ή στη δική μας οργάνωση. Αντίθετα λέμε: Οργανώστε τις δικές σας επιτροπές, τα δικά σας συμβούλια, τα δικά σας δημοκρατικά όργανα, φροντίστε να εξασφαλίσετε τη συνέχεια και τη διάρκεια των αγώνων σας πάνω απ’ όλα.


»Οι εργαζόμενοι θα συνειδητοποιήσουν γρήγορα ότι αυτά τα δημοκρατικά όργανα θα πρέπει να συγκλίνουν σε δημοκρατικά συμβούλια και δημοκρατικές συνελεύσεις που θα πρέπει ν’ αποκτήσουν οργανωτική μορφή ακριβώς για διασφαλισθεί η συνέχεια των αγώνων και η παραπέρα επέκταση και η ποιοτική και ποσοτική τους άνοδος. Αυτό δεν μπορεί παρά να τους οδηγήσει να κατανοήσουν τη σημασία και τον ρόλο του Εργατικού Κόμματος»[3].


Τι σημαίνει ότι “το σύνθημα για το Εργατικό Κόμμα είναι ένα σύνθημα αγκιτάτσιας”; Σημαίνει ότι πρέπει να διαδοθεί σ’ όλες τις οργανώσεις της εργατικής τάξης, πολιτικές και συνδικαλιστικές και σε κάθε ευκαιρία. “Πως θα συμβάλλω εγώ ώστε να φτιαχτεί το δικό μας Κόμμα όπως το θέλω εγώ;” θα ρωτήσει κάθε εργαζόμενος. Φυσικά αυτό το “θέλω” είναι θολό και συγχυσμένο, έχει μια διάθεση εκδίκησης απέναντι σ’ “αυτούς” που καταχράστηκαν, έκλεψαν και κυβέρνησαν με αδιαφάνεια, χωρίς καμιά λογοδοσία και με μόνο τους κίνητρο τον προσωπικό πλουτισμό. Λοιπόν, ποιοι είναι “αυτοί”; Είναι οι 300 βουλευτές του Κοινοβουλίου κι’ άλλες 50 ή 100 οικογένειες; Ωραία!


«[Σ]ε απάντηση στην παθιασμένη θρηνολογία των κύριων δημοκρατών για τη δικτατορία των «60 οικογενειών» στις Ενωμένες Πολιτείες ή των «200 οικογενειών» στη Γαλλία, αντιτάσσουμε τη διεκδίκηση της απαλλοτρίωσης αυτών των 60 ή 200 φεουδαρχών καπιταλιστών Υπερλόρδων. Κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο διεκδικούμε την απαλλοτρίωση των μονοπωλιακών εταιριών της βιομηχανίας πολέμου, των σιδηροδρόμων, των πιο σημαντικών πηγών πρώτων υλών, κλπ.».[4]


Ακούγεται από κανέναν αυτό το συγκεκριμένο σύνθημα; Υπάρχει πουθενά καμιά αναφορά στην αναγκαιότητα ν’ απαλλοτριωθεί άμεσα η μεγαλοαστική τάξη; Ασφαλώς ακούγονται τα συνθήματα του ΚΚΕ κατά των μονοπωλίων αλλά πότε εξειδικεύθηκαν αυτά τα μονοπώλια; Μήπως είναι ούτως ή άλλως μόνο τα κρατικά μονοπώλια –που φυσικά πουλιούνται κι’ αυτά κι’ έτσι το ΚΚΕ θα χρειαστεί ένα νέο σύνθημα;


Ωστόσο οι 300 βουλευτές του Κοινοβουλίου κι’ οι άλλες 50 ή 100 οικογένειες δεν είναι παρά η ηγεσία της αστικής τάξης. Αν απαλλοτριωθούν τότε ο δρόμος είναι ανοιχτός για να εφαρμοσθούν όλα τα άλλα σημεία του Μεταβατικού Προγράμματος. Το πιο θεμελιώδες είναι πως “το κίνημα πρέπει να ακολουθήσει μια νέα πορεία. Η πορεία αυτή πρέπει να είναι πολιτική”. Οι συνδικαλιστικοί αγώνες πρέπει να έχουν μια πολιτική κατεύθυνση κι’ αυτό σημαίνει ότι πρέπει να στοχεύουν στην ανατροπή της οικονομικής πολιτικής με πολιτικά μέσα, δηλαδή με μια νέα κυβέρνηση της εργατικής εξουσίας, τη Δημοκρατική Κυβέρνηση των Εργαζομένων. Δεν μπορεί να υπάρξει άλλη εναλλακτική λύση. Αλλά για να υπάρξει μια τέτοια λύση οι εργαζόμενοι πρέπει να φτιάξουν το Κόμμα τους και τα πιο προχωρημένα στοιχεία ν’ απαρτίσουν τη φυσική του ηγεσία.


Εμείς δεν έχουμε κανένα κόμμα και καμιά πολιτική οργάνωση εκτός αν εννοεί κανείς τις πολυάριθμες “σέχτες” και μικρές ομάδες της αριστεράς. Δεν αμφισβητεί κανείς στα σοβαρά ότι στις οργανώσεις αυτές υπάρχουν αξιόλογα στελέχη και ικανοί αγωνιστές αλλά αν ξεκινούν από την υπόθεση ότι αποτελούν το επαναστατικό κόμμα, τότε ξεκινούν από μια λαθεμένη υπόθεση. Το επαναστατικό κόμμα είναι υπόθεση των μαζών και δεν μπορεί ποτέ να αποτελείται από μερικές δεκάδες ή εκατοντάδες που γνωρίζουν το σωστό και το λάθος. Αν πραγματικά το γνωρίζουν αυτό πρέπει να φανεί στην πράξη, μέσα από το μαζικό κάλεσμα όλων των οργανώσεων και κομμάτων για ένα νέο Κόμμα των εργαζομένων. Το σωστό και το λάθος θα πρέπει τότε να περάσουν απ’ την κριτική της πράξης και την πάλη των ιδεών.


Συνήθως “το σωστό και το λάθος” ανάγονται σε ζητήματα ταχτικής ή σε ιδεολογικές διαφορές από το παρελθόν που έχουν μεν τη σημασία τους αλλά δεν έχουν καμιά σημασία ούτε στο Ενιαίο Μέτωπο ούτε στο νέο Κόμμα των εργαζομένων. Αν δεν θέλεις αποχώρηση από το ΝΑΤΟ, την Ευρωπαϊκή Ένωση, την ευρωζώνη, αν με διάφορες υπεκφυγές δεν θέλεις κρατικοποίηση των στρατηγικών μέσων παραγωγής και εργατικό έλεγχο, αν δεν θέλεις απαλλοτρίωση των 100 οικογενειών κλπ, τότε δεν έχεις καμιά θέση στο Κόμμα των εργαζομένων. Αν λες πως παλεύεις για τον σοσιαλισμό αλλά δεν συνειδητοποιείς την ανάγκη της διάλυσης της ευρωζώνης αρχίζοντας από τους αδύναμους κρίκους της, τότε δεν έχεις καταλάβει ούτε την αλφαβήτα της λενινιστικής ταχτικής και του μαρξισμού, σημαίνει πως είσαι σοσιαλιστής στα λόγια και ρεφορμιστής, συντηρητικός στην πράξη.
Συνήθως “το σωστό και το λάθος” ανάγονται σε διαφορές που έχουν να κάνουν με την οργανωτική ανεξαρτησία.




Δεν μπορεί πχ να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι ο σταλινικός και ο τροτσκιστής η ο μαοϊκός με το μέλος του ΚΚΕ. Αυτά, στα πλαίσια του Ενιαίου Μετώπου, είναι κατ’ αρχήν αστειότητες: Το ΜΕΡΑ είχε συμπεριλάβει το ΕΚΚΕ και το ΕΕΚ (Τροτσκιστές). Η ΚΟΕ και η ΔΕΑ συνυπάρχουν στο Μέτωπο του κ. Αλαβάνου, και στον ΣΥΡΙΖΑ συνυπάρχουν διάφορες συνιστώσες της αριστεράς. Ο κόσμος της αριστεράς πραγματικά διερωτάται ποιοι παράγοντες επιβάλλουν στο ΕΚΚΕ, το Μ-Λ ΚΚΕ και το ΚΚΕ (μ-λ) να μην έχουν ένα μετωπικό σχήμα, που να μπορεί να συνυπάρξει ενδεχομένως με την ΚΟΕ τουλάχιστον ιδεολογικά.


Ο λόγος είναι ότι η ΚΟΕ συμμετέχει σε άλλα μέτωπα με ρεφορμιστές; Αυτή είναι μια ταχτική της οργάνωσης. Για το ΕΚΚΕ, το Μ-Λ ΚΚΕ και το ΚΚΕ (μ-λ) τι μπορούμε να πούμε; Για το ΕΕΚ, τις ΟΚΔΕ, τη ΔΕΑ και το Ξεκίνημα που έχουν κοινή αναφορά στον τροτσκισμό τι μπορούμε να πούμε;


Όλες οι απαντήσεις, που ασφαλώς υπάρχουν, αφήνουν την εργατική τάξη παγερά αδιάφορη. Η εργατική τάξη διαισθητικά ρέπει προς την ενότητα και το Ενιαίο Μέτωπο κι’ αν αυτό δεν πραγματοποιείται είναι γιατί οι κομματικές γραφειοκρατίες δεν το επιτρέπουν, από το ΚΚΕ μέχρι την πλέον ολιγάριθμη οργάνωση. Η εργατική τάξη μισεί τις τεχνητές διαφορές και στην κρίσιμη στιγμή θα πάει με το μέρος των μαζικών κομμάτων της αριστεράς που εμπιστεύεται παραδοσιακά. Η ζωή έχει επιβάλλει εδώ, όπως είπαμε, έναν “νόμο της βαρύτητας”.


Μια μικρή οργάνωση μπορεί να έχει όλα τα δίκια, αλλά στην κρίσιμη στιγμή δεν θα την ακολουθήσει κανένας. Το τυπικό αντεπιχείρημα αφορά την ομάδα του Λένιν και τους Μπολσεβίκους οι οποίοι στην περίοδο 1907 – 1911 δεν ήταν παρά ένα ασήμαντο “γκρουπούσκουλο”. Αλλά ο Λένιν ήταν Λένιν και είχε τη σωστή πολιτική κι’ έτσι το Μπολσεβίκικο Κόμμα αντρώθηκε και γιγαντώθηκε μέχρι το 1917 που έγινε η επανάσταση. Αν υπάρχει σήμερα άνθρωπος που πιστεύει αυτά τα παραμύθια, τότε είτε είναι συνειδητός ψεύτης είτε δεν έχει διαβάσει τίποτε από την ιστορία της επανάστασης στη Ρωσία. Ο Λένιν με τους Μπολσεβίκους κατόρθωσαν να γίνουν πλειοψηφία (από εκεί προέρχεται και ο όρος “μπολσεβίκοι”[5]) μέσα στα Σοβιέτ και σε όλες τις οργανώσεις της εργατικής τάξης.




Ο Λένιν έδωσε τις πιο σκληρές μάχες με τους Μενσεβίκους και τους Σοσιαλεπαναστάτες αλλά τις έδωσε μέσα στις εργατικές ενώσεις και ποτέ έξω από αυτές, δηλαδή στο κενό. Είναι απόλυτα σωστό ότι “ο Λένιν ήταν Λένιν και είχε τη σωστή πολιτική κι’ έτσι το Μπολσεβίκικο Κόμμα αντρώθηκε και γιγαντώθηκε” αλλά ποτέ ο Λένιν δεν σκέφτηκε να κάνει δικά του μέτωπα, δικά του συνδικάτα και δικές του “ταξικές” εργατικές ενώσεις.


Όταν το επιχείρησαν οι Γερμανοί κομμουνιστές τους χαρακτήρισε στον “Αριστερισμό” ανώριμους και με παιδιάστικα φερσίματα. Μόνο στην περίοδο 1917 – 18 το ΡΣΔΕΚ[6] διασπάστηκε αρχικά στο Ρωσικό Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό κόμμα [Μπολσεβίκων] και αργότερα στο Ρωσικό Κομμουνιστικό Κόμμα Μπολσεβίκων (1918 – 1925), το Ενωσιακό Κομμουνιστικό Κόμμα (1925 – 1952) και το Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης (1952-1991). Η πάλη του Λένιν με τους Μενσεβίκους, στα πλαίσια των τάσεων του ΡΣΔΕΚ οδήγησε στην απόσχιση από τη Β’ Διεθνή το 1914 για το ζήτημα του πολέμου αλλά μόνο το 1918 έγινε η μετονομασία του κόμματος από Σοσιαλδημοκρατικό σε Κομμουνιστικό.




Αν δεν τα γνωρίζει κανείς αυτά νομίζει ότι ο Λένιν και το Μπολσεβίκικο Κόμμα υπήρχαν ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα ή το 1905. Παρά τις σκληρές διαφωνίες τους οι Μπολσεβίκοι και οι Μενσεβίκοι δεν χωρίστηκαν τελικά παρά μόνο το 1917.


Τι μας διδάσκουν αυτά για την “ενότητα της αριστεράς”; Σαν στόχος αφηρημένος και γενικός η “ενότητα της αριστεράς” δεν σημαίνει τίποτε αν δεν στηρίζεται πάνω σ’ ένα συγκεκριμένο Πρόγραμμα. Για παράδειγμα το κόμμα των Μπολσεβίκων, είχε το πολύ 20.000 μέλη όταν έπεσε ο Τσάρος. Μειοψηφία ήταν επίσης οι Mπολσεβίκοι στο Σοβιέτ της Πετρούπολης. Από τον Απρίλη του 1917, ο Λένιν είχε κερδίσει το ΡΣΔΕΚ στην προοπτική της ρήξης με τους «συμβιβαστές», τους Μενσεβίκους και τους Σοσιαλεπαναστάτες. Με τα συνθήματα “Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ” και “Ειρήνη, γη, ψωμί” οι Μπολσεβίκοι έγιναν πλειοψηφικό ρεύμα στην εργατική τάξη τον Οχτώβρη ενώ τον Φλεβάρη ήταν σε αναλογία 1:5 με τους Μενσεβίκους. Η πολιτική πάλη δεν κερδήθηκε πραξικοπηματικά όπως θέλουν να ισχυρίζονται ορισμένοι αστοί ιστορικοί αλλά. Η πολιτική πάλη κερδήθηκε δημοκρατικά στα Σοβιέτ που ενσωμάτωναν ολόκληρη την εργατική τάξη.


Η ταχτική της αριστεράς σήμερα είναι συστηματικά εναντίον των δημοκρατικών εργατικών θεσμών, της συνολικής εκπροσώπησης της εργατικής τάξης. Αν δεν μας αρέσει αυτή η ομοσπονδία φτιάχνουμε μιαν άλλη. Αν δεν έχουμε την πλειοψηφία σε ένα σωματείο φτιάχνουμε το δικό μας “ταξικό” σωματείο. Αλλά αυτό δεν είναι τρόπος για να προχωρήσει η υπόθεση του εργατικού κινήματος.


Σε σχέση με τους διάφορους προβληματισμούς επί χάρτου της αριστεράς ακούμε ότι η επόμενη επανάσταση δεν πρόκειται να μοιάζει με την επίθεση στα Χειμερινά Ανάκτορα. Οι αναφορές στο έργο του Λένιν λείπουν εντελώς εκτός από αναφορές ορισμένων δημοσιολόγων στο άρθρο του “Κανένας συμβιβασμός;” που αφορούσε όμως τη συνθήκη του Μπρεστ – Λιτόφσκ και υπεγράφη από τους Μπολσεβίκους κάτω από την απειλή του Γερμανικού στρατού![7]


Οπωσδήποτε η επόμενη επανάσταση δεν ξέρουμε με τι θα μοιάζει αλλά ποια μαθήματα πρέπει να βγάλει κανείς από τον Οχτώβρη του 1917; Αν βγάλει σαν μάθημα την επίθεση στα Χειμερινά Ανάκτορα δεν είναι παρά ηλίθιος. Το πραγματικό μάθημα είναι η πάλη των τάσεων και η πάλη των ιδεών μέσα σ’ ένα Κόμμα που συσπειρώνει μεγάλο μέρος της εργατικής τάξης. Για παράδειγμα οι συμμαχίες του Λένιν με τους αριστερούς Σοσιαλεπαναστάτες και οι προσπάθειές του για συμμαχία με τους Μενσεβίκους δεν σταμάτησαν ποτέ. Δίχως συμμαχίες και συμπράξεις πάνω σε συγκεκριμένα ζητήματα δεν μπορεί να υπάρξει κανένα μάθημα από τον Οχτώβρη και καμιά πρόοδος σήμερα. Οι συμμαχίες και συμπράξεις πάνω σε συγκεκριμένα ζητήματα πρέπει να επεκταθούν ως ότου περιλάβουν αν είναι δυνατόν τα βασικά ενδιάμεσα και μεταβατικά αιτήματα πάλης και διεκδικήσεων.


Για να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Υπάρχει σεχταρισμός, γραφειοκρατισμός και λικβινταρισμός στην ευρύτερη αριστερά. Αλλά ο λόγος για τον οποίο τα μαζικότερα κόμματα της αριστεράς αντιμετωπίζουν σήμερα χάρτινα και ψευδεπίγραφα αδιέξοδα ή πισωγυρίζουν στον Στάλιν είναι σαφής: Η αριστερά κάτω από τη βαριά ρεφορμιστική κληρονομιά 80 χρόνων, αλλά ειδικά στη μεταπολίτευση, δεν είναι σήμερα απαραίτητη στο αστικό σύστημα με τη μορφή που ήταν ως τώρα, δηλαδή της πυροσβεστικής σοσιαλδημοκρατίας. Η απόρριψή της από το αστικό πολιτικό σύστημα την οδηγεί σε αναζητήσεις χωρίς ειρμό ή σε πισωγυρίσματα και ταχτικές χωρίς διέξοδο.


Το ΚΚΕ δεν έχει πραγματική ανάγκη από την επιστροφή στον Στάλιν. Είναι ήδη ένα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα αλλά για τα προσχήματα πρέπει να το κάνει αλλιώς θα διαλυθεί. Το ΚΚΕ (εσωτ.) και ο ΣΥΡΙΖΑ ή ο ΣΥΝ δεν είχε ανάγκη τον ευρωκομμουνισμό, τον Αλτουσέρ, την πρόχειρη ανάγνωση του Γκράμσι ή τις σημερινές “αναζητήσεις”, “προβληματισμούς” και τα σχέδια επί χάρτου των “κινημάτων”, των “νέων υποκειμένων” κ.ά. Αυτά δεν είναι παρά προσπάθειες ιδεολογικοποίησης μιας νέας αριστεράς που θέλει εναγώνια, όπως και η παλιά, να ενταχθεί στο αστικό πολιτικό σύστημα, να δώσει και να πάρει, να κατοχυρώσει τη θέση της.


Αλλά οι εποχές έχουν αλλάξει, ο παραδοσιακός ρεφορμισμός της αριστεράς διαδραμάτισε τον ρόλο του ουδετεροποιώντας την εργατική τάξη απέναντι στο παγκόσμιο κεφάλαιο εκφρασμένο ανοιχτά από το ΔΝΤ-ΕΕ-ΕΚΤ-ευρωζώνη και ξαφνικά η αριστερά ανακάλυψε ότι δεν έχει φωνή και λόγο. Δεν έχει ρόλο, αυτή είναι η πραγματικότητα. Όποιος έχει ρόλο έχει και φωνή και λόγο αλλά η αριστερά μας αποτελεί μια σοσιαλδημοκρατία. Ποιος στην εποχή της παγκοσμιοποίησης την έχει ανάγκη όταν έχει ήδη επιτελέσει το ιστορικό της έργο εδώ και 40 χρόνια; Το ιστορικό της έργο δεν ήταν παρά η ρεφορμιστική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο και το έχει ήδη κάνει.


Μπορεί η Αριστερά να κάνει νέα πράγματα για το παγκόσμιο κεφάλαιο στην εποχή της λεγόμενης παγκοσμιοποίησης; Δεν φτάνει να συγκρατήσει το εργατικό κίνημα –αυτό το έκανε τα τελευταία 40 χρόνια, αναπτύχθηκαν εργατικές γραφειοκρατίες και ο μηχανισμός της ρεφορμιστικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο λειτουργεί σχεδόν αυτόματα. Μπορεί η Αριστερά να κάνει νέα πράγματα για να διασφαλίσει την αστική τάξη; Εκεί είναι το πραγματικό της πρόβλημα.


Με την επιστροφή στον Στάλιν και τα επαναστατικά λόγια το ΚΚΕ μπορεί να κρατήσει μεγάλο μέρος της βάσης του, αν και στην πράξη θα καταρρεύσει κάτω από την πίεση των αγώνων. Από την άλλη μεριά οι ψευτο – δημοσιολόγοι και ψευτο – διανοούμενοι δεν μπορούν να κάνουν κάτι πραχτικό για τον ΣΥΡΙΖΑ. Όλοι τους θεωρούν γραφικούς έτσι κι’ αλλιώς ειδικά στην αστική τάξη. Απομένουν τα μέλη και στελέχη καθώς και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ.


Όλοι τους έχουν, δυστυχώς, να αντιμετωπίσουν τον “νόμο της βαρύτητας”: Η εργατική τάξη στην κρίσιμη στιγμή θα πάει με το μέρος των μαζικών κομμάτων της αριστεράς που εμπιστεύεται παραδοσιακά, εκτός αν αναπτχθεί μια άλλη βαρυτική έλξη με συστηματική δουλειά στα πρωτοβάθμια σωματεία, τις πολιτικές και άλλες οργανώσεις της εργατικής τάξης, εκτός αν ξεκινήσει κανείς από το Ενιαίο Μέτωπο και φέρει τους εργαζόμενους μπροστά στις ευθύνες τους: “Φτιάξτε το δικό σας Κόμμα”.


«Το πρόγραμμα είναι η έκφραση της αναγκαιότητας, που έχουμε μάθει να καταλαβαίνουμε, και, δεδομένου ότι η αναγκαιότητα είναι η ίδια για όλα τα μέλη της τάξης, μπορούμε να φτάσουμε σε μια συλλογική κατανόηση των καθηκόντων, και αυτή η κατανόηση είναι το πρόγραμμα».[8]


Η εργατική τάξη, η πρωτοπορία της κι’ ολόκληρη η ριζοσπαστική, αντικαπιταλιστική, επαναστατική κλπ αριστερά συνασπισμένη μπορούν άραγε ν’ αποτύχουν και να έχουμε απλώς νέες ήττες; Αυτό είναι ένα ενδιαφέρον ερώτημα. Με τα σημερινά αντικειμενικά δεδομένα κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβεί, αλλά κανείς δεν ξεκινά μια μάχη για να την χάσει, κανείς δεν ξεκινά μια μάχη με απαισιοδοξία. Αγωνίζεται και δίνει όλες του τις δυνάμεις στην υπόθεση αυτή.


Φυσικά η νίκη είναι πολύ σημαντική. Η οικοδόμηση ενός νέου μαζικού Εργατικού Κόμματος πάνω στη βάση του μεταβατικού προγράμματος του επαναστατικού μαρξισμού, από την ίδια την εργατική τάξη θα είναι η νίκη. Αν παρά τις προσδοκίες η υπόθεση αυτή χαθεί, η ιστορική εμπειρία πρέπει να περάσει στην επόμενη γενιά και να μη χαθεί. Να μπορούμε να λέμε: “Είχαμε δίκιο στο πρόγραμμα και την ταχτική μας. Συνεχίστε από δω και κάτω, όχι από το μηδέν”. Για να γίνει αυτό πρέπει να υπάρχει το Κόμμα, δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά. Γι’ αυτό το Κόμμα είναι η πρωταρχική, η ζωτική αναγκαιότητα που υπάρχει δυνητικά στην αντικειμενική κρίση και κατάρρευση του καπιταλισμού αλλά όχι ακόμα σαν τέτοιο.


«Για μας, τη μικρή αυτή μειοψηφία, τα πάντα είναι αντικείμενα, και εδώ περιλαμβάνεται και ο τρόπος σκέψης των εργατών. Οφείλουμε, όμως, να αναλύσουμε και να ταξινομήσουμε τα στοιχεία της αντικειμενικής κατάστασης που μπορούν να μεταμορφωθούν με την προπαγάνδα μας και εκείνα που δεν μπορούν. Είναι γι' αυτό το λόγο που λέμε πως το πρόγραμμα είναι προσαρμοσμένο στα θεμελιακά και σταθερά στοιχεία της αντικειμενικής κατάστασης, και ότι το καθήκον μας συνίσταται στο να προσαρμόσουμε τον τρόπο σκέψης των μαζών σ' αυτούς τους αντικειμενικούς παράγοντες. Το να προσαρμόσουμε τη νοοτροπία των μαζών σ' αυτούς τους αντικειμενικούς συντελεστές, αυτό είναι ένα παιδαγωγικό καθήκον.


»Είναι καθήκον παιδαγωγικό το να προσαρμόσουμε τον τρόπο σκέψης. Πρέπει να έχουμε υπομονή κλπ. Η κρίση της κοινωνίας είναι η βάση της δραστηριότητάς μας. Η νοοτροπία είναι η πολιτική αρένα της δραστηριότητάς μας. Έχουμε καθήκον να δώσουμε μια επιστημονική εξήγηση της κοινωνίας και να την εξηγήσουμε με καθαρότητα στις μάζες. Σ' αυτό συνίσταται η διαφορά ανάμεσα στο Μαρξισμό και τον Ρεφορμισμό».[9]










--------------------------------------------------------------------------------

[1] Σ. Κουβελάκης, «Στρατηγική αφωνία της αριστεράς», από το «Εκτός Γραμμής», 28, Δεκέμβριος 2010.
[2] Τρότσκι, «Η θανάσιμη αγωνία του καπιταλισμού και τα καθήκοντα της 4ης Διεθνούς. Το Μεταβατικό Πρόγραμμα. Συζήτηση με τον Τρότσκι πάνω στο Μεταβατικό Πρόγραμμα».
[3] «Οι αποκαλύψεις WikiLeaks για το Die Linke και τα καθήκοντα του Εργατικού Κόμματος», Μαρξιστική Θεωρία και Πράξη, Ιανουάριος 2011.
[4] Τρότσκι, όπ.π.
[5] Το 1903 η πλειοψηφία του ΣΔΕΚΡ τάχτηκε με το μέρος του Λένιν σχετικά με την οργανωτική μορφή του κόμματος νέου τύπου που περιέγραψε ο Λένιν στο «Τι να κάνουμε». Η πάλη δόθηκε τότε κατά κύριο λόγο ενάντια στον Πλεχάνωφ (δάσκαλο του Λένιν) και τον Μάρτωφ. Η μειοψηφική τάση έγινε γνωστή με το όνομα Μενσεβίκοι. Οι Μενσεβίκοι στη συνέχεια επέμεναν ότι η επερχόμενη επανάσταση θα είναι αστικοδημοκρατική και όχι προλεταριακή και σοσιαλιστική. Οι διαφορές στο θέμα του πολέμου το 1914 ήταν επίσης θεμελιακές εφόσον οι Μενσεβίκοι υιοθέτησαν μια σοσιαλ-πατριωτική θέση που ο Λένιν κατήγγειλε με θάρρος με το γνωστό του σύνθημα ότι “ο εχθρός είναι στη δική μας χώρα”.
[6] Ρώσικο ΣοσιαλΔημοκρατικό Εργατικό Κόμμα γνωστό με διάφορα αρχικά στα Ελληνικά, όπως ΣΔΕΚΡ κλπ. Το πρώτο συνέδριο του κόμματος έγινε τον Μάρτη του 1898.
[7] Με τη συνθήκη αυτή η νεοσύστατη κυβέρνηση των Σοβιέτ υποχρεώθηκε να υπογράψει μια λεόντειο συνθήκη ειρήνης με τη Γερμανία χάνοντας το ¼ των εδαφών της και την Ουκρανία που ωστόσο ανακτήθηκε το 1919. Αντιπρόσωπος των Σοβιέτ στη συνθήκη ήταν ο Τρότσκι σαν κομισάριος των εξωτερικών. Σαν αρχηγός του Κόκκινου Στρατού ανέκτησε αργότερα την Ουκρανία.
[8] Τρότσκι, όπ.π.
[9] Τρότσκι, όπ.π.