Κυριακή 20 Μαρτίου 2011

Κράτος και δικτατορία του προλεταριάτου στον Μαρξ επ’αφορμής της Κομμούνας

Ιουνίου 4, 2009
Ο Μαρξ για την Κομμούνα του Παρισιού
Filed under: κομμούνα — katilinas @ 5:31 πμ

Η Κομμούνα είναι το ζωντανό παράδειγμα της ίδιας της επανάστασης και του προλεταριακού κινήματος που ωθεί τον Μαρξ να μελετήσει εκ νέου το ακανθώδες ζήτημα του Κράτους. Αυτή η μελέτη βρίσκεται στον αντίποδα μιας εγκεφαλικής επινόησης από τον ίδιο μιας ιδεατής κατάστασης και ενός έτοιμου μοντέλου που σκοπό έχει να αντικαταστήσει την υπάρχουσα κρατική μηχανή της ταξικής κυριαρχίας της κεφαλαιοκρατικής τάξης.
Διευκρινιστικά να αναφερθεί ότι ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα ο νεαρός Μαρξ θα ασκήσει κριτική στο κράτος παρουσιάζοντας το ως μια μορφή διχασμού και χωρισμού του ανθρώπου από τον εαυτό του, μια μορφή αυτοαποξένωσης και αλλοτρίωσης του ανθρώπου. Αν και δεν θα είναι τόσο αναλυτικός όσο μετά την Κομμούνα ο νεαρός Μαρξ θα κάνει αναφορά στη Δημοκρατία (Demokratie) ως την άρση αυτής της αποξένωσης :


“η δημοκρατία είναι η λύση του αινίγματος της πολιτειακής οργάνωσης γιατί μόνο με τη δημοκρατία η πολιτειακή οργάνωση φαίνεται αυτό που πραγματικά είναι : ένα ελεύθερο προϊόν του ανθρώπου”
Λαμβάνοντας υπόψη την ανυπαρξία της έννοιας της δημοκρατίας ως αυτοπροσδιορισμό των μοναρχιών της περιόδου δεν μένει παρά να συμπεράνουμε ότι η δημοκρατία του πρώιμου Μαρξ δεν είναι άλλη παρά η ένδοξη ενθύμηση της Republic της Γαλλικής Επανάστασης . Και ιδιαίτερα του πλέον ριζοσπαστικού συντάγματος της μέχρι τότε εποχής του , κατά τον ισχυρισμό του ίδιου, το Σύνταγμα του 1793.
Είναι η Κομμούνα όμως αυτή που θα αντικαταστήσει την μέχρι πρότινος παρελθοντική ενατένιση στην “πραγματική δημοκρατία” της γαλλικής επανάστασης της περιόδου της Συμβατικής (1792-94) με ένα σύγχρονο παράδειγμα ακόμη πιο συγκεκριμένης πολιτειακής μορφής που είναι ικανό να εξυπηρετήσει πλέον την προλεταριακή κυριαρχία και την επανάσταση των εργαζομένων με σοσιαλιστική κατεύθυνση. Με την Κομμούνα συντελείται σαφέστατα μια ποιοτική αλλαγή εφόσον πλέον το υποκείμενο είναι ξεκάθαρα το προλεταριάτο και όχι οι προβιομηχανικές και ως εκ τούτου προ-προλεταριακές πληβειακές μάζες ή η ακόμη πιο ασαφής γενική κατηγορία του ανθρώπου. Οι νύξεις σε μια ανθρωπολογική θεμελίωση της πολιτειακής οργάνωσης της δημοκρατίας παραχωρεί την θέση της , με τον ενδιάμεσο σταθμό των επαναστάσεων του 1848, σε μια επιστημονική θεμελίωση.
Ο Μαρξ απορρίπτει τόσο, τη φιλελεύθερη εκδοχή της δημοκρατίας ως κακοχωνεμένη επιβίωση της κληρονομιάς της γαλλικής επανάστασης όσο και την αντιεπιστημονική μεταφυσική μπακουνική αντίληψη της κατάργησης του κράτους εν μια νυκτί με διοικητικά μέτρα. Κατάργηση αντιεξουσιαστική κατ’ονομα αλλά εξουσιαστικότατη στην ουσία της όπως τραγελαφικά θα εκδηλωθεί στο φιάσκο της Λυών στις 28 Σεπτεμβρίου του 1870.
Στο μαρξικό έργο όλες οι πτυχές της κρατικής εξουσίας τίθενται υπό δριμεία κριτική. Το εκλογικό δικαίωμα στα χέρια της μπουρζουαζίας ή ακόμη χειρότερα στη βοναπαρτιστική του εκδοχή του Ναπολέοντα βαπτίζεται ως μέσο εξαπάτησης και μήτρα του κοινοβουλευτικού κρετινισμού. Αποτελεί μια φάρσα έτσι ώστε να συντελείται η συγκέντρωση όλης της πραγματικής εξουσίας στον Εκτελεστικό εκπρόσωπο , στην εκτελεστική εξουσία. Αντίστοιχα αδιάφορο τον αφήνουν οι χαμερπείς κοκορομαχίες μεταξύ της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας ξέχωρα από τα ουσιαστικά συμφέροντα και πραγματικά διακυβεύματα της μάζας των παραγωγών της κοινωνίας.


Ως απώτερη έκφραση της παρασιτικής απόφυσης του κράτους θα αναγνωρίσει την Εθνοσυνέλευση των δικηγορίσκων (sic) που συνεδρίαζε αρχικώς στο Μπορντώ μετά στις Βερσαλλίες υπό τον Θιέρσο. Ο χαρακτηρισμός που επιφύλασσε στον σφαγέα των Κομμουνάρων είναι αρκούντως παραστατικός ως προς το που φύονται τέτοιες προσωπικότητες :


“.. το κοινοβουλευτικό καθεστώς, το μόνο στο οποίο ένα Κρατικό παράσιτο, όπως ο Θιέρσος, ένας κοινός φαφλατάς, μπορεί να παίξει κάποιο πολιτικό ρόλο…”


Για την κατ’επίφαση αυτοδιοίκηση της Αγγλικής μοναρχίας και οι δημοσιογράφοι της δεκάρας της θα είναι εξίσου δηκτικός :


“Οι ένδοξοι Άγγλοι γραφιάδες της δεκάρας έκαναν την υπέροχη ανακάλυψη ότι αυτό (σημ.αναφέρεται στην Κομμούνα) δεν είναι αυτό που έχουμε συνηθίσει να εννοούμε ως αυτοκυβερνηση. Φυσικά, και δεν είναι. Δεν είναι η αυτοδιοίκηση των πόλεων από καταβροχθίζοντες χελωνοσούπες αντιδημάρχους, μικρο – ενορίες και θηριώδεις φύλακες εργαστηρίων. Δεν είναι η αυτοδιοίκηση των επαρχιών από κατόχους πολλών στρεμμάτων, μεγάλων πορτοφολιών και άδειων κεφαλιών. Δεν είναι η δικαστική απέχθεια των “Μεγάλων Απλήρωτων” (σημ. παρατσούκλι για τους Άγγλους δικαστές). Δεν είναι η πολιτική αυτο-κυβέρνηση της χώρας μέσω ενός ολιγαρχικού κλάμπ και της ανάγνωσης των Times, είναι η πράξη του λαού για τον εαυτό του και από τον εαυτό του .”


Στον αντίποδα των παραπάνω η Κομμούνα ήταν η αντίθεση της Δεύτερης αυτοκρατορίας και η αποκαθήλωση της νόθας Τρίτης Δημοκρατίας. Μια δημοκρατία που εμφανίστηκε δια του σφετερισμού της εξουσίας από το λαό από τις 4 Σεπτεμβρίου του 1870. Η Κομμούνα είναι η επιστροφή της Republic ως διακηρυγμένα πλέον Κοινωνική και Παγκόσμια. Επιστροφή στον πραγματικό της κηδεμόνα τον ίδιο το λαό που με την εισβολή του στην Εθνοσυνέλευση στις 4 Σεπτεμβρίου θέτει τέλος στο βοναπαρτισμό.


Υπενθυμίζουμε τα βασικά πολιτικά μέτρα της Κομμούνας που καταδεικνύουν τη διαφορά της από μια τυπική κοινοβουλευτική δημοκρατία :


(ι)αντικαθιστά τον μόνιμο στρατό και την αστυνομία με τον ένοπλο λαό

(ιι) καταργεί τη γραφειοκρατία και μαζί τους διορισμένους δικαστές,

(ιιι) διώχνει τους ανώτατους δημόσιους υπαλλήλους και υποβιβάζει τους υπόλοιπους στον αποκλειστικά υπηρεσιακό τους ρόλο

(iv)καθιερώνει την απρόσκοπτη αιρετότητα και την ανακλητότητα για όλα τα δημόσια αξιώματα και περιορίζει την αμοιβή τους με αυτή του κοινού εργάτη.

(v)αντικαθιστά την κοινοβουλευτική λαϊκή αντιπροσώπευση με την αντιπροσώπευση του συμβουλίου της Κομμούνας στην οποία συνυπάρχουν η νομοθετική και εκτελεστική εξουσία

(vi) σχεδιάζει να ανασυγκροτήσει όλη τη χώρα από τα κάτω παρέχοντας ευρεία τοπική αυτοδιοίκηση η οποία παύει να γίνεται με διορισμένη εποπτεία και κηδεμονία από το κράτος.


Η Κομμούνα ως εκ τούτου υπερβαίνει τη φιλελεύθερη αρχή – δικλείδα των checks and balances(έλεγχος και ισορροπία) μεταξύ των εξουσιών της περίφημης συνταγματικής διάκρισης των εξουσιών της σύγχρονης αστικής δημοκρατίας.


Η διάκριση των εξουσιών στους αστούς φιλελεύθερους υπάρχει ως μέτρο αποφυγής σφετερισμού της μια εξουσίας έναντι της άλλης αλλά στο μαρξικό έργο δεν ξεφεύγει από μια τροποποιημένη έκφανση της ταξικής κυριαρχίας επί του προλεταριάτου.

Η συγχώνευση της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας που συντελείται στο “εργαζόμενο σώμα” της Κομμούνας βρίσκεται στην ίδια γραμμή με τη θεωρία για την νομοθετική εξουσία που αναπτύσσεται στα πρώιμα έργα του Μαρξ. Όπου η “ νομοθετική εξουσία” στον πρώιμο Μαρξ δεν είναι η εξουσία που λειτουργεί ήδη στα πλαίσια του συνταγματικού διαχωρισμού των εξουσιών, αλλά η νομοθετική εξουσία με τη κυριολεξία του όρου. Εξουσία που έχει ρητά ως πρότυπο τη γαλλική επανάσταση και πιο συγκεκριμένα τη γιακωβίνικη Εθνοσυνέλευση στο γενικότερο πλαίσιο της θεωρίας της “συντακτικής εξουσίας” του Sieyes.


Ακόμα πιο κατηγορηματικός για τη συντριβή της τυπικής δημοκρατίας από τη Κομμούνα ο Μαρξ στο προσχέδιο του Εμφύλιου πολέμου θα χαρακτηρίσει την Κομμούνα επανάσταση ενάντια στο κράτος το ίδιο :


“Η 4η του Σεπτέμβρη ήταν μόνο η αποκατάσταση της Δημοκρατίας ενάντια στο γελοίο τυχοδιώκτη που την είχε στραγγαλίσει. Η αληθινή αντίθεση της ίδιας της Αυτοκρατορίας – δηλαδή της κρατικής εξουσίας, της συγκεντροποιημένης εκτελεστικής εξουσίας, της οποίας η δεύτερη Αυτοκρατορία υπήρξε μονάχα η ύστατη έκφραση – ήταν η Κομμούνα. Εκείνη η κρατική εξουσία είναι στην πραγματικότητα το δημιούργημα της αστικής τάξης, στην αρχή ως το μέσο για το τσάκισμα της φεουδαρχίας, στη συνέχεια ως το μέσο για την καταστολή των απελευθερωτικών προσπαθειών των παραγωγών, της εργατικής τάξης. Όλες οι αντιδράσεις και όλες οι επαναστάσεις χρησιμέψανε μονάχα για να μεταφέρεται αυτή η οργανωμένη εξουσία – αυτή η οργανωμένη βία για την υποδούλωση της εργασίας -από το ένα χέρι στο άλλο. από τη μια ομάδα των αρχουσών τάξεων σε μιαν άλλη. Χρησίμεψε στις κυρίαρχες τάξεις σα μέσο υποδούλωσης και πλουτισμού. Από κάθε καινούργια αλλαγή αντλούσε καινούργιες δυνάμεις. Χρησίμεψε σαν εργαλείο για το τσάκισμα κάθε λαϊκής εξέγερσης, για την καταπίεση των εργαζομένων τάξεων, που αφού αγωνίστηκαν, τις χρησιμοποίησαν για να εξασφαλίσουν το πέρασμα της κρατικής εξουσίας από μια ομάδα των καταπιεστών τους στα χέρια μιας άλλης. Γιαυτό η Κομμούνα δεν ήταν μια επανάσταση ενάντια σ’ αυτή ή σ’ εκείνη, στη νομιμόφρονα, στη συνταγματική, στη δημοκρατική ή την αυτοκρατορική μορφή της κρατικής εξουσίας. Η Κομμούνα ήταν μια επανάσταση ενάντια στο ίδιο το κράτος -αυτή την υπερφυσική αποβολή της κοινωνίας. Ήταν η επανάκτηση της δικής του κοινωνικής ζωής από το λαό, μέσω του λαού, για το λαό. Δεν ήταν μια επανάσταση για να μεταβιβασθεί η κρατική εξουσία από μια μερίδα των αρχουσών τάξεων σε μιαν άλλη, ήταν μια επανάσταση για τη συντριβή αυτής της ίδιας της αποτροπιαστικής μηχανής της ταξικής κυριαρχίας. Δεν ήταν ένας απ’ αυτούς τους χαμερπείς αγώνες ανάμεσα σ’ εκείνη την ταξική κυριαρχία που εμφανίζεται υπό τη μορφή της εκτελεστικής εξουσίας ενάντια στις κοινοβουλευτικές μορφές της ταξικής κυριαρχίας, ήταν εξέγερση ενάντια και στις δυο αυτές μορφές, που αλληλοσυμπληρώνονται και που η κοινοβουλευτική μορφή δεν είναι παρά ένα απατηλό εξάρτημα της εκτελεστικής εξουσίας. Η δεύτερη Αυτοκρατορία υπήρξε η τελική μορφή αυτού του σφετερισμού του κράτους. Η Κομμούνα υπήρξε η αποφασιστική άρνηση αυτής της κρατικής εξουσίας και γιαυτό αποτέλεσε την απαρχή της κοινωνικής επανάστασης του 19ου αιώνα. Όποια κι αν είναι τώρα η τύχη που την περιμένει στο Παρίσι, θα κάνει το γύρο του κόσμου. Η εργατική τάξη στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες την υποδέχτηκε αμέσως σαν το ξόρκι που φέρνει τη λευτεριά. Οι δόξες και η προκατακλυσμιαία δράση του Πρώσου κατακτητή μοιάζανε πια μονάχα με παραισθήσεις μιας πολύ περασμένης εποχής.1



Με τον προσδιορισμό της Κομμούνας ως επανάσταση ενάντια στο κράτος ο Μαρξ δεν προσχωρεί στη θέση του Μπακούνιν για άμεση κατάργηση του κράτους. Η μπακουνινική αντίληψη θεωρεί ότι η κατάργηση του κράτους και της πολιτικής εξουσίας μπορεί να συντελεστεί σε μια στιγμή σε αντίθεση με την μαρξική επανάσταση νοούμενη ως διαδικασία. Υπό αυτή την έννοια όταν ο Μαρξ προσδιορίζει την Κομμούνα ως επανάσταση ενάντια στο κράτος επιθυμεί να τονίσει την ποιοτική τομή που συντελείται με την εμφάνιση μιας εξουσίας που κατέχει από την θέσμιση της την προοπτική της κατάργησης της σε βάθος χρόνου. Η Κομμούνα πλέον είναι η πολιτειακή δομή που από την πρώτη στιγμή εμπεριέχει την προοπτική της μετεξέλιξης σε ένα μη-κράτος.

Η διαφορά των δύο αντιλήψεων θα φανεί και πριν την Κομμούνα. Η στιγμιαία προσπάθεια κατάργησης κάθε εξουσίας και κράτους νοούμενη ως διακυβέρνηση ανθρώπων από τη θεωρία θα περάσει στη πράξη στις 28 Σεπτεμβρίου του 1870 στη Λυών με την καθοδήγηση του Μπακούνιν. Η διακήρυξη της κατάργησης του κράτους θα καταλήξει σε μια οικτρή αποτυχία που θα αποτελέσει τροφή για ειρωνεία από μεριάς του Μαρξ. 2


Και εφόσον η Κομμούνα είναι και αυτή μια εξουσία σε διαδικασία το ερώτημα που προκύπτει είναι πόσο διαρκεί μια τέτοια είδους εξουσία. Ως προς την χρονική διάρκεια αυτής της διαδικασίας από το κράτος στο μη-κράτος αποκαλυπτικός είναι ο άτυπος διάλογος μεταξύ Μαρξ και Μπακούνιν. Στη κατηγορία του Μπακούνιν ότι οι μαρξιστές “παρηγορούν” τους εαυτούς ότι η δικτατορία του προλεταριάτου θα είναι σύντομη επειδή κατανοούν κατά τον Ρώσο επανάσταση ότι θα είναι η πλέον απεχθής ο Μαρξ σημειώνει χωρίς υπεκφυγές και σε επιστημονική βάση ότι η διάρκεια θα καθοριστεί από την ίδια την ταξική πάλη, μπορεί να είναι και σύντομη μπορεί να είναι και μακροσκελής :


“Non, mon cher! — Η ταξική εξουσία των εργατών πάνω στα στρώματα του παλιού κόσμου τα οποία πολεμούν μπορούν να υπάρξει τόσο όσο η οικονομική βάση της ταξικής τους ύπαρξης δεν έχει καταστραφεί”3


Στο ίδιο μήκος κύματος θα διαφωνήσει με την άμεση διοικητικού τύπου εξάλειψη των ταξικών διαφορών όπως αυτές μεταξύ προλεταριάτου και αγροτιάς σημειώνοντας πάλι στο Conspectus:


“όπου ο αγρότης υπάρχει κατά μάζες ως ατομικός ιδιοκτήτης, όπου διαμορφώνει λίγο ή πολύ μια σημαντική πλειοψηφία, όπως σε όλα τα κράτη της δυτικοευρωπαϊκής ηπείρου, όπου δεν έχει εξαφανιστεί και δεν έχει αντικατασταθεί από τον εργάτη γης , όπως στην Αγγλία, οι ακόλουθες περιπτώσεις ισχύουν: είτε εμποδίζει κάθε επανάσταση των εργατών, την καταστρέφει, όπως έχει κάνει στο παρελθόν στη Γαλλία, ή το προλεταριάτο (γιατί ο αγρότης ιδιοκτήτης δεν ανήκει στο προλεταριάτο, και ακόμη και όταν η κατάσταση του είναι προλεταριακή ,ο ίδιος δεν την θεωρεί ως τέτοια) ως κυβέρνηση πρέπει να λάβει μέτρα μέσω των οποίων ο αγρότης να βρει την κατάσταση του αμέσως βελτιωμένη , ώστε να τον κερδίσει για την επανάσταση. Μέτρα που θα παράσχουν τουλάχιστον τη δυνατότητα της μετάβασης από την ατομική ιδιοκτησία της γης στη συλλογική ιδιοκτησία, έτσι ώστε ο αγρότης να προσχωρήσει σε αυτή με τη δική του συμφωνία , από οικονομικούς λόγους. Δεν πρέπει να κοπανήσει τον αγρότη στο κεφάλι, όπως π.χ. με την διακήρυξη της κατάργησης του δικαιώματος της κληρονομιάς ή της κατάργησης της ιδιοκτησίας του. Το τελευταίο είναι δυνατό μόνο όπου ο καπιταλιστής ενοικιαστής αγρότης έχει διώξει τους γεωργούς, και όπου ο αληθινός καλλιεργητής είναι εξίσου καλός ως προλετάριος, ένας μισθωτός-εργάτης, όπως είναι ο εργάτης της πόλης , και έχει έτσι άμεσα , όχι μόνο έμμεσα, τα ίδια ακριβώς συμφέροντα με αυτόν. Ούτε πρέπει να ενισχυθεί η ιδιοκτησία των μικρών αγροκτημάτων, απλώς με τη διεύρυνση της προσάρτησης μεγαλύτερων , όπως θέλει η επαναστατική καμπάνια του Μπακούνιν.”4


Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Κομμούνα περιλάμβανε πέρα από τα προτερήματα μιας πράξης απελευθέρωσης του προλεταριάτου και αντικειμενικούς περιορισμούς της εποχής. Σε αυτούς σαφέστατα μπορούμε να εντάξουμε τον αποκλεισμό των γυναικών από τις εκλογές των διαμερισμάτων όσο και την εκλογή στη βάση της αρχής της εδαφικότητας. Οι εκλογές της Κομμούνας έγιναν στη βάση του εκλογικού νόμου της δεύτερης αυτοκρατορίας. Ο αντρικός πληθυσμός καλείται το 1871 να ψηφίσει πρωταρχικά ως πολίτης ενός εδαφικού διαμερίσματος του Παρισιού και όχι ως εργάτης της τάδε επιχείρησης ή του δείνα εργοστασίου σε μια εργατοσυμβουλιακή βάση. Ο καθορισμός του αποτελέσματος και της σύνθεσης του Γενικού Συμβουλίου της Κομμούνας προκύπτει σε τελική ανάλυση από τη φυγή της μπουρζουαζίας και των κύριων πολιτικών της εκπροσώπων της από το Παρίσι κατά τη διάρκεια της πολιορκίας. Αν και θα ήταν μια επιφανειακή ανάγνωση αν το αποτέλεσμα περιοριστεί μονάχα σε ένα τυχαίο γεγονός της στιγμής. Καθότι στο Παρίσι είχε ήδη εμφανιστεί πλειοψηφικά από το 1869 αντιπολίτευση στο Βοναπαρτισμό ενδεικτικό μια σταδιακής μετατόπισης σε μια κατ’αρχήν αποδοχή του ρεπουμπλικανισμού στη πρωτεύουσα της Γαλλίας.



Ο Μαρξ θα επανέλθει μετά την Κομμούνα στο ζήτημα των εκλογών στην κριτική του προς τον Μπακούνιν (βλ.Conspectus για το Κρατισμός και Αναρχία). Εκεί θα σκιαγραφήσει χωρίς να δώσει μια κατασταλαγμένη προγραμματική αρχή την χρήση των εκλογών πέρα από μια μηχανιστική διαδικασία αλλά σε συνάρτηση ενός ταξικού προσδιορισμού που θα χάσει και αυτή με την σειρά της το πολιτικό της χαρακτήρα :


“Οι εκλογές είναι μια πολιτική μορφή που υπάρχει ακόμη και στη μικρότερη ρωσική κοινότητα και συνεταιρισμό. Ο χαρακτήρας των εκλογών δεν βασίζεται στο όνομα τους, αλλά στην οικονομική βάση, την οικονομική κατάσταση των ψηφοφόρων, και μόλις οι λειτουργίες πάψουν να είναι πολιτικές δεν υπάρχει 1) καμία κυβερνητική λειτουργία 2) η διευθέτηση των γενικών λειτουργιών έχει γίνει τεχνικού χαρακτήρα που δεν δίνει σε κανένα την κυριαρχία 3) οι εκλογές δεν έχουν τίποτα από το σημερινό τους πολιτικό χαρακτήρα”5


Κατά συνέπεια και οι εκλογές αποκτούν διαφορετικό περιεχόμενο και λειτουργία από αυτήν που κατέχουν σε μια τυπική αστική δημοκρατία. Οι εκλογές και το γενικό εκλογικό δικαίωμα εντάσσονται στο γενικότερο πλαίσιο της κοινωνικής και ολοκληρωτικής απελευθέρωσης του προλεταριάτου και όχι ως ένα δικαίωμα “να αποφασίζεται μια φορά κάθε τρία ή έξι χρόνια, ποιο μέλος της άρχουσας τάξης θα εκπροσωπεί και θα τσαλαπατά το λαό στη Βουλή”6


Η Κομμούνα ως δικτατορία του προλεταριάτου


Σε συνάρτηση με την επανεμφάνιση του ζητήματος του κράτους προκύπτει και η δικτατορία του προλεταριάτου.

Η δικτατορία του προλεταριάτου κατ’αρχήν για τον Μαρξ σε μια πιο γενική έννοια ταυτίζεται με την πολιτική εξουσία του προλεταριάτου στην πορεία για την κατάργηση κάθε ταξικής κυριαρχίας. Ο Μαρξ όμως δεν μένει σε αυτή τη γενικόλογη τοποθέτηση, μέσα στο ρου της ταξικής πάλης ανακαλύπτεται από το ίδιο το προλεταριάτο το συγκεκριμένο πολιτειακό μόρφωμα που αντιστοιχεί σε αυτήν την κυριαρχία. Ο Μαρξ αρχικά αναγνωρίζει τη Συμβατική της Γαλλικής Επανάστασης ως τέτοια και πλέον με πιο κρυστάλλινη και αναλυτική μορφή την Κομμούνα.


Διευκρινιστικά, η Κομμούνα αποτελεί μια επανεμφάνιση και όχι ανακάλυψη του όρου της δικτατορίας του προλεταριάτου στο μαρξικό έργο 7. Τα προαναφερόμενα δύο ιστορικά παραδείγματα όπου επήλθε η έστω προσωρινή κυριαρχία του προλεταριάτου (ή των πληβειακών προγόνων του) συνακόλουθα δίνουν μια γενική ιδέα στο ποία είναι τα χαρακτηριστικά μιας πολιτειακής δομής που μπορεί να φέρει αυτήν την κυριαρχία.


Η πρώτη χρονικά ιστορική στιγμή είναι το 1794 στη Γαλλία, ή πιο διευκρινιστικά στις αρχές του 1794 με τα διατάγματα του Βαντόζ και τη “πανστρατιά”/levee en masse στη Γαλλική Επανάσταση.


“Γιαυτό και αν το προλεταριάτο ανατρέψει την πολιτική κυριαρχία της αστικής τάξης, η νίκη του θα είναι προσωρινή, θα είναι μόνο ένα γεγονός στην υπηρεσία της ίδιας της αστικής , όπως το έτος 1794…”8.


Εδώ τη χρήση του όρου προλεταριάτου αναφέρεται στον πρόγονο του σύγχρονου βιομηχανικού προλεταριάτου που αποδίδεται συχνά με τον γενικό όρο των πληβείων. Αυτή λοιπόν η εξουσία συντελείται στα γενικά πλαίσια των εκλογών για τη συμβατική του 1792 που γίνεται στη βάση του γενικού εκλογικού δικαιώματος (για πρώτη φορά παγκοσμίως) και με ένα σύστημα εξουσιών που δίνει μεγάλες αρμοδιότητες στο λαό του Παρισιού δια μέσω των παρισινών Τομέων.


Η δεύτερη περίπτωση πολιτικής κυριαρχίας του προλεταριάτου δεν είναι άλλη φυσικά από την ίδια την Κομμούνα. Με διαφορετικό σύστημα εξουσίας αλλά και στοιχεία που ενυπάρχουν στο σύνταγμα του 1793 και την περίοδο της Συμβατικής. Στο πρώτο παράδειγμα επανέρχεται ο Ένγκελς στη Κριτική του για το Πρόγραμμα της Ερφούρτης το 1891. Συμβουλεύοντας το γερμανικό κόμμα γράφει:


“Αν υπάρχει κάτι που είναι καλά εξακριβωμένο , αυτό είναι ότι το κόμμα μας και η εργατική τάξη δεν μπορούν να φτάσουν στην εξουσία παρά μόνο υπό τη μορφή μιας democratic republic. Η τελευταία αυτή είναι μάλιστα η ειδική μορφή της δικτατορίας του προλεταριάτου , όπως αποδείχθηκε πια απ’ τη μεγάλη γαλλική επανάσταση.”9


Αυτή η διαφορετική “προτίμηση” του Ένγκελς για τη περίπτωση της Γερμανίας είναι μια προσαρμογή στις ειδικές πολιτικές συνθήκες της χώρας. Το γερμανικό κόμμα διέθετε την κυρία δύναμη του στο γερμανικό κοινοβούλιο. Ο Ένγκελς αφομοιώνει αυτό το κατ’ αρχάς θετικό στοιχείο και προτρέπει στην Κριτική του Προγράμματος της Ερφουρτής να περάσει το σύνολο των εξουσιών (νομοθετική-εκτελεστική) σε αυτό κατά τα πρότυπα της επαναστατικής Συμβατικής. Στη Γαλλία του 1871 κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο αφού η Εθνοσυνέλευση ήταν υπό την ηγεμονία του αντιδραστικού Θιέρσου εξού και η πρώτιστη ανάγκη να τσακιστεί μέσω μιας επαναστατικής “διαλεκτικής” αποκέντρωσης(Κομμούνες/Δήμοι). Πρόκειται για μια προσαρμογή στις πολιτικές μορφές του κάθε εθνικού κινήματος και η αποφυγή να υπαγορεύσει και να επιβάλλει έτοιμες συνταγές χωρίς να λαμβάνει τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε χώρας.


Ως προς τον χαρακτηρισμό της Κομμούνας από την πλευρά του ο Ένγκελς θα δηλώσει ρητά και κατηγορηματικά στην εισαγωγή σε μια επανέκδοση του “Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία” το 1891 :


“Τον τελευταίο καιρό, το σοσιαλδημοκράτη φιλισταίο τον πιάνει ξανά ένας ιερός τρόμος όταν ακούει τις λέξεις : Δικτατορία του προλεταριάτου. Ε, λοιπόν κύριο, θέλετε να μάθετε τι λογής είναι αυτή η δικτατορία ; Κοιτάχτε την Παρισινή Κομμούνα. Αυτή ήταν η δικτατορία του προλεταριάτου”10


Μια επιφανειακή ανάγνωση του Εμφυλίου Πολέμου θα εμφάνιζε τον Μαρξ να αναγνωρίζει στη Κομμούνα μια μορφή “κοινωνικής δημοκρατίας” και όχι μια δικτατορία του προλεταριάτου. Αλλά το πλαίσιο που χρησιμοποιείται αυτή η φράση υποδηλώνει ότι γίνεται για να επιβεβαιώσει τον αυτοπροσδιορισμό που δίναν οι ίδιοι οι Γάλλοι επαναστάτες :


“Η άμεση αντίθεση της αυτοκρατορίας ήταν η Κομμούνα. Η φωνή για “κοινωνική δημοκρατία” με την οποία το προλεταριάτο του Παρισιού είχε αρχίσει την επανάσταση του Φλεβάρη, εξέφραζε μόνο τον ακαθόριστο πόθο για μια δημοκρατία, που δε θα παραμέριζε μόνο την μοναρχική μορφή της ταξικής κυριαρχίας, αλλά κι αυτή την ίδια την ταξική κυριαρχία. Η Κομμούνα ήταν η καθορισμένη μορφή αυτής της δημοκρατίας.”


Άρα για τον Μαρξ η ευόδωση των συνθημάτων του προλεταριάτου το 184811 παίρνει μορφή στη Κομμούνα και όχι στην κοινοβουλευτική δημοκρατία του Κόμματος της Τάξης και των Ορλεανιστών του Θιέρσου ή την κυβέρνηση της εθνικής άμυνας μετά τις 4 Σεπτέμβρη. Ο Μαρξ χρησιμοποιεί τον όρο για να συμβάλλει στην αποκάθαρση του όρου Δημοκρατία (Republic) με τα διαφορετικά περιεχόμενα που της αποδίδει κάθε τάξη και οι εκπρόσωποι της.


Σε ομιλία του στο Γενικό Συμβουλίου της Διεθνούς μετά την Κομμούνα θα επαναφέρει τον όρο δικτατορία :



“Το τελευταίο κίνημα ήταν η Κομμούνα, το μεγαλύτερο που έχει γίνει, και δε μπορεί να υπάρχει κάποια διχογνωμία σχέση με αυτό – η Κομμούνα ήταν η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από τις εργαζόμενες τάξεις. Υπήρξε πολύ σύγχυση για την Κομμούνα. Η Κομμούνα δεν μπορούσε να ιδρύσει μια νέα μορφή ταξικής κυβέρνησης. Με το να καταστρέφει τις υπάρχουσες συνθήκες καταπίεσης και με το να μεταφέρει όλα τα μέσα της εργασίας στον παραγωγικό εργαζόμενο, και ως εκ τούτου με το να εξαναγκάζει τον κάθε ικανό άτομο να εργάζεται για την επιβίωση του , η μόνη βάση για την ταξική κυριαρχία και καταπίεση θα αφαιρούνταν. Αλλά πριν μια τέτοια αλλαγή να επέλθει μια προλεταριακή δικτατορία καθίσταται απαραίτητη, και η πρώτη συνθήκη για αυτήν ήταν ένας προλεταριακός στρατός. Οι εργαζόμενες τάξεις έπρεπε να κατακτήσουν το δικαίωμα να απελευθερωθούν από μόνες τους στο πεδίο της μάχης. Το καθήκον της Διεθνούς ήταν να οργανώσει και να συνδυάσει τις δυνάμεις της εργασίας για την επικείμενη πάλη.”12


Το γεγονός ότι η ομιλία γίνεται λίγες μέρες μετά την Κομμόυνα και υπάρχει η ρητή αναφορά σε μια προλεταριακή δικτατορία συνηγορεί ότι ο Μαρξ ταυτίζεται με άποψη του Ένγκελς ότι η Κομμούνα ήταν μια δικτατορία του προλεταριάτου. Η διστακτικότητα του πρώτου ίσως ενισχύεται από το γεγονός ότι η πρώτη συνθήκη αυτής της δικτατορίας , δηλαδή ο προλεταριακός στρατός, δεν πρόλαβε να εφαρμοστεί στη πληρότητα της.


Αξιοσημείωτο είναι ότι αναγνωρίζει στην Κομμούνα όχι μια κλειστή μορφή ή μια προκρούστεια κλίνη έτοιμη και ιδεατή η οποία λήγει το ζήτημα της ταξικής πάλης, αντιθέτως επαινεί ότι είναι η “ανοιχτή τελικά πολιτική μορφή με την οποία μπορούσε να συντελεστεί η οικονομική απελευθέρωση της εργασίας”. Για τον Μαρξ η Κομμούνα είναι το πεδίο όπου θα λυθεί η τελευταία μορφή ταξικής αντίθεσης αυτής μεταξύ του προλεταριάτου και της κεφαλαίου. Είναι η απαρχή και όχι το τέλος της πολιτικής μεταβατικής περιόδου της δικτατορίας του προλεταριάτου.


Ήδη, χρησιμοποιώντας την πείρα της επανάστασης του 1848, ο Μαρξ είχε φτάσει στο συμπέρασμα πως η εργατική τάξη, μετά την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας, δεν θα μπορούσε να περιορισθεί στο να πάρει στα χέρια της το αστικό κρατικό μηχανισμό, αλλά ότι έπρεπε το διαλύσει. Η Κομμούνα ήταν η επαναφορά και επιβεβαίωση της αναφοράς στην 18η Μπρυμάιρ.


Σε γράμμα του στον Κούγκελμαν θα γράψει :


“Αν ρίξεις μια ματιά στο τελευταίο κεφάλαιο του έργου μου “ Η 18η Μπρυμαίρ”, θα δεις ότι σαν κατοπινή προσπάθεια της γαλλικής επανάστασης δηλώνω : να μην περάσει τη γραφειοκρατική-στρατιωτική μηχανή από το ένα χέρι στο άλλο όπως γινόταν ως τώρα, αλλά να την τσακίσει και τέτοιος ακριβώς είναι ο προκαταρκτικός όρος κάθε πραγματικής λαϊκής επανάστασης στην ήπειρο. Τέτοια ακριβώς είναι και η προσπάθεια των ηρωικών μας συντρόφων του Παρισιού” 13


Η Κομμούνα κατά συνέπεια αποτελεί το τέλος μια “διορθωτικής” πορείας του Μανιφέστου και της κάπως αφηρημένης αναφοράς του στο “πρώτο βήμα της επανάστασης… την κατάκτηση της δημοκρατίας”. Από την πρόβλεψη του 1852 στο “18η Μπρυμαίρ…” περνάει σε μια προσωπική επιστολή και τέλος στην οριστική αποσαφήνιση με τη δημόσια γερμανική επανέκδοση του Μανιφέστου ένα χρόνο μετά την Κομμούνα στο οποίο διαβάζουμε:


“ Η Κομμούνα, ιδίως, απέδειξε ότι δεν μπορεί «η εργατική τάξη να πάρει στα χέρια της την έτοιμη κρατική μηχανή και να τη βάλει σε κίνηση για τους δικούς της σκοπούς»” 14


Η παραπάνω φράση στο πρωτότυπο κείμενο του 1872 παραπέμπει μάλιστα στη διακήρυξη για τον Εμφύλιο Πόλεμο για περαιτέρω διευκρίνηση15. Πρόκειται λοιπόν για μια διαπίστωση που λαμβάνει δημόσιο και καθοδηγητικό χαρακτήρα, όχι με τη μορφή κάποιας προσωπικής επιστολής ή αδημοσίευτων σημειώσεων αλλά πλέον μέσω της υπογραφής μιας εισαγωγής στο ίσως πλέον γνωστό τους έργο. Καθόλου τυχαία η δικτατορία του προλεταριάτου επανέρχεται το 1875 στη Κριτική του Προγράμματος της Γκότα ως ο επιστημονικός τρόπος τοποθέτησης του ζητήματος σε αντίθεση με τις δημοκρατικές λιτανείες των Γερμανών σοσιαλδημοκρατών για “λαϊκά κράτη”.


Συμπερασματικά η Κομμούνα αποτελεί μια ιστορική ευκαιρία για τον Μαρξ έτσι ώστε να ξεκαθαρίσει άλυτα ζητήματα που είχαν τεθεί ήδη από τις επαναστάσεις του 48 σε σχέση με το κράτος.

Ο Μαρξ αφενός αρνείται να ταυτίσει την Κομμούνα ως μια επιστροφή σε μια κρατική μορφή ομοσπονδιακού τύπου Μοντεσκιέ ή των Γιρονδίνων αφετέρου επανέρχεται στη Γιακωβίνικη εκδοχή εγκαταλείποντας όμως την αυστηρή συγκέντρωση της “μιας και αδιαίρετης Δημοκρατίας” προς όφελος μιας πιο “διαλεκτικής” εκδοχής. Όπου η επαναστατική αποκέντρωση της Γαλλίας με τη διάλυση του βοναπαρτισμού συνοδεύεται από την συνένωση των αιρετών και ανακλητών πληρεξούσιων κάθε κοινότητας/κομμούνας σε μια ανώτερη συνέλευση. Ομολογουμένως το ζήτημα μιας Εθνοσυνέλευσης ή κάποιας Συμβατικής που θα εκλεχθεί σε εθνική βάση, μάλλον σκοπίμως παραλείπεται , λόγω της ύπαρξης της αντιδραστικής Εθνοσυνέλευσης του Θιέρσου που προείχε να διαλυθεί από τη Κομμούνα παρά να επανεκλεχθεί.


Κάθε κράτος κατά τον Μαρξ είναι η κυριαρχία μιας τάξης έναντι των άλλων , εκεί συνίσταται και ο πολιτικός χαρακτήρας της δημόσιας εξουσίας. Στο παρελθόν έχουν υπάρξει κράτη που ελέγχονται από δουλοκτήτες, φεουδάρχες και καπιταλιστές που καταπίεζαν τις εργαζόμενες τάξεις και το προλεταριάτο. Σκοπός είναι η η πολιτική εξουσία του προλεταριάτου συγκροτημένο σε κόμμα να αξιοποιήσει αυτές ακριβώς τις κρατικές λειτουργίες ώστε να καταπιέσει τις εκμεταλλευτικές τάξεις. Κατά συνέπεια το κράτος των εργατών είναι και αυτό με τη σειρά του μια ταξική κυριαρχία , δεν καταργεί την ταξική πάλη αλλά θέτει τους όρους για την άρση αυτής καθεαυτής της τελευταίας έκφρασης της.


Όλα τα παραπάνω είναι υπαρκτά στο μαρξικό έργο αλλά θα ήταν ελλειπή σαν σύνολο αν δεν προστεθεί μια βασική αρχή. Το κράτος του προλεταριάτου από την οποία αναδύεται η προλεταριακή εξουσία, αυτή η ιστορικά έκτακτη εξουσία, δεν είναι απλώς άλλο ένα κράτος στη σειρά των μηχανισμών της ταξικής κυριαρχίας. Δεν είναι μια εξουσία που απλώς αντιστρέφει τη πλειοψηφία με την μειοψηφία. Ειδάλλως τότε θα μπορούσε το προλεταριάτο να αφήσει άθικτη την αστική κοινοβουλευτική κρατική μηχανή με το που θα λάβει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Το κράτος που αντιστοιχεί στη κυριαρχία του προλεταριάτου διαλύει αυτή την σειρά των κρατικών μηχανισμών. Όχι γενικώς στο απώτερο μέλλον αλλά άμεσα συντελείται η ποιοτική διαφορά μεταξύ αυτού του κράτους και όλων των προηγούμενων.

Και εδώ προκύπτει η έννοια του Ένγκελς ότι η Κομμούνα δεν ήταν κράτος με την κύρια σημασία της λέξης16 . Η Κομμούνα ήταν ένα κράτος σε διαδικασία να μετατραπεί σε μη-κράτος. Μια διαλεκτική σύλληψη που δεν βρίσκει μια έτοιμη λέξη στο πολιτικό λεξιλόγιο αλλά αποδίδεται καλύτερα με την Κομμούνα του Παρισιού ως μορφή αυτοθέσμισης του ιδίου του προλεταριάτου.

Αυτή είναι η κυρίαρχη ειδοποιός διαφορά της δικτατορίας του προλεταριάτου από όλα τα άλλα κράτη. Ότι είναι ένα “κράτος” και μια πολιτική εξουσία καταδικασμένα να απονεκρωθούν και εμπεριέχουν με τη γέννηση τους αυτό το χαρακτήρα. Δεν είναι ούτε η ακύρωση των δημοκρατικών ελευθεριών για τους αντίπαλους της, ούτε το μέγεθος της βίας και καταπίεσης έναντι του ταξικού αντίπαλου ούτε πολύ περισσότερο η καταστολή των αντιμαχόμενων εκπροσώπων της κυρίαρχης τάξης του προλεταριάτου.




Οι παραλείψεις της Κομμούνας και τα αίτια της πτώσης της

( η επαναστατική ηγεσία ως ζητούμενο της Κομμούνας )


Η υπεράσπιση της Κομμούνας από τον Μαρξ δεν στερείται της κριτικής ματιάς σε λάθη και παραλείψεις των επαναστατών. Θα ασχοληθεί με αυτά κατά κύριο λόγο στο προσχέδιο της γνωστής διακήρυξης και σε προσωπικές επιστολές, γραπτά που δεν είχαν σκοπό να δημοσιευτούν.

Στο προσχέδιο θα επισημάνει την μη λήψη επαναστατικών μέτρων ενάντια στις δυνάμεις του Θιέρσου και την καθυστέρηση οργανωμένης επίθεσης στις Βερσαλλίες :


“Αναρίθμητα λάθη από τους επαναστάτες. Αντί να αφοπλίσουν την αστυνομία , της άνοιξαν τις πόρτες, η αστυνομία κατέφυγε στις Βερσαλίες , όπου τους υποδέχτηκαν ως σωτήρες, άφησαν το 43ο τάγμα να φύγει, έστειλαν σπίτι τους τους στρατιώτες που είχαν συναδελφωθεί με το λαό, άφησαν τους αντιδραστικούς να οργανωθούν οι ίδιου στο κέντρο του Παρισιού, άφησαν τις Βερσαλίες ανενόχλητες, ο Tridon, ο Jaclard, o Varlin ήθελαν να διώξουν τους Μοναρχικούς αμέσως…


Η πορεία προς τις Βερσαλίες αποφασίστηκε , προετοιμάστηκε και έλαβε χώρα από τη Κεντρική Επιτροπή χωρίς τη γνώση της Κομμούνας ακόμη και ενάντια στη δεδηλωμένη της πρόθεση…


Αντί να ανατινάξουν τη γέφυρα στο Neilly … την άφησαν να την καταλάβουν οι Μοναρχικοί…”


Σε γράμμα του προς τον κολεκτιβιστή Προυντονικό της Αριστεράς Βαρλέν και στον Ούγγρο μαρξιστή Frankel επικρίνει την καθυστέρηση αποφασιστικής δράσης λόγω ενασχόλησης με ασήμαντα ζητήματα :


“Η Κομμούνα φαίνεται να σπαταλά πάρα πολύ χρόνο σε ασημαντότητες και προσωπικές διαμάχες.Είναι φανερό πως υπάρχουν ξένες προς τους εργάτες επιρροές. Τίποτα από όλα αυτά δεν θα έχουν σημασία αν είχατε τον χρόνο για να αναπληρώσετε τον χρόνο που έχετε χάσει μέχρι τώρα.”17


Στο ίδιο μήκος κύματος σε γράμμα προς τον Β.Λήμπκνεχτ :


“Οι Παριζιάνοι κάμπτονται, είναι φανερό, κι από δικό τους λάθος, αλλά ένα λάθος που στο κάτω κάτω οφείλεται στην υπερβολική τους τιμιότητα. Η Κεντρική Επιτροπή κι έπειτα η Κομμούνα άφησαν σ’αυτό το άθλιο έκτρωμα , το Θιέρσο, το χρόνο να συγκεντρώσει τις εχθρικές δυνάμεις , 1)γιατί από βλακεία δεν θέλησαν να αρχίσουν τον εμφύλιο πόλεμο, λες και δεν τον είχε αρχίσει πρώτος ο Θιέρσος όταν πήγε να αφοπλίσει με τη βία το Παρίσι, λες και η Εθνοσυνέλευση , που κλήθηκε να αποφασίσει για πόλεμο ή ειρήνη με τους Πρώσους, δεν είχε κιόλας κηρύξει τον πόλεμο στη δημοκρατία ! 2) για να μην κατηγορηθούν ότι σφετερίσθηκαν την εξουσία έχασαν πολύτιμο χρόνο με τις εκλογές της Κομμούνας, της οποίας η οργάνωση κλπ. χρειάστηκε κι άλλο χρόνο, αντί να βαδίσουν στις Βερσαλλίες αμέσως μετά την ήττα της αντίδρασης στο Παρίσι”18
Όλες οι κριτικές του Μαρξ συγκλίνουν στην έλλειψη αποφασιστικότητας από μεριάς των Κομμουνάρων η οποία με τη σειρά της ανάγεται στην έλλειψη επαναστατικής ηγεσίας. Κάθε άλλο παρά εγείρει το ερώτημα αν η Κομμούνα με τη συνακόλουθη κατάκτηση της εξουσίας από το προλεταριάτου του Παρισιού ήταν “νομιμοποιήμενη” ή όχι , κάτι που για αυτόν ήταν δεδομένο καθώς αφιερώνει άπλετο μελάνι να παρουσιάσει τους Θιέρσο και σία ως κοινούς αχυράνθρωπους και σφετεριστές της εξουσίας υπό την προστασία των Πρωσικών ξιφολογχών.
Εφόσον λοιπόν ανακύπτει το ζήτημα της ηγεσίας στη Κομμούνα παρακάτω επιλέγουμε ακροθιγώς να αναφέρουμε τις τρεις κύριες τάσεις του γαλλικού εργατικού κινήματος και την άποψη των Μαρξ-Ενγκελς για αυτές την περίοδο γύρω από την Κομμούνα .

το μαρξικό κόμμα


Η αναφορά σε αυτό το έλλειμμα επαναστατικής ηγεσίας δεν πρέπει να συγχέεται με το ζήτημα του κόμματος με τη μαρξική χρήση του όρου. Δεν βρίσκουμε τον Μαρξ πουθενά να ισχυρίζεται ότι αιτία της πτώσης είναι η ανυπαρξία ενός κόμματος στη Γαλλία Ακόμα και μετά τη πτώση της Κομμούνας η Διεθνής δεν θέτει ως άμεσο καθήκον μια αυστηρά κομμουνιστική στροφή ως προς τον αυτοπροσδιορισμό και το στελεχιακό δυναμικό της . Ενδεικτικά δύο μήνες μετά την πτώση της Κομμούνας σε συνεδρίαση του γενικού συμβουλίου της Διεθνούς και με την παρουσία προσφύγων Κομμουνάρων θα παρθεί η εξής απόφαση που απορρίπτει οποιοδήποτε τέτοιο ενδεχόμενο :
“… τα υπάρχοντα τμήματα και εταιρείες (societies) δεν θα επιτρέπεται απ’ εδώ και στο εξής νσ αυτοπροσδιορίζονται με σεκταριστικά ονόματα όπως , Μουτουαλιστές, Θετικιστές, Κολεκτιβιστές , Κομμουνιστές κλπ”19
Αυτή η απόφαση παίρνεται στο γενικότερο πλαίσιο του μαρξικού προσδιορισμού του κόμματος και διαφοροποιείται από τη σύγχρονη κοινή αντίληψη που έχουμε για το κόμμα. Το σύγχρονο κόμμα αρχικώς αποκρυσταλλώνεται με τα δευτεροδιεθνιστικά σοσιαλδημοκρατικά μαζικά κόμματα και δεν ταυτίζεται με το κόμμα όπως υπάρχει στο μαρξικό έργο. Η έννοια του κομμουνιστικού κόμματος στον Μαρξ έχει τη μορφή όχι τόσο ενός διακριτού οργανωτικού φορέα με κατασταλαγμένη θεωρητική προσήλωση σε ένα “μαρξισμό” αλλά περισσότερο ως μια τάση στο εσωτερικό του εργατικού κινήματος θεωρούμενου ως όλου (του “κόμματος-τάξης”). Σε αυτή την αντίληψη συνηγορεί και το πως αυτοπροσδιορίζονταν από τους Μαρξ και Ένγκελς η σχέση του Γ.Σ. της Διεθνούς με τα εργατικά κινήματα.


Αναφέρει ο Μαρξ σε μια συνέντευξη ως προς αυτό :


“… η Ένωση (σημ.εννοεί τη Διεθνή Ένωση Εργατών) δεν υπαγορεύει τη μορφή των πολιτικών κινημάτων ,απαιτεί μόνο μια εγγύηση ως προς το σκοπό τους”

Προσθέτοντας ότι η Διεθνής είναι ένα “δίκτυο” από θυγατρικές ενώσεις (societies) που επεκτείνονται σε όλον τον κόσμο της εργασίας.


Σε γράμμα του στον κύριο συνεργάτη του για το γαλλικό τμήμα και σύζυγο της κόρης του τον Πολ Λαφάργκ θα υπενθυμίσει :


“Το Γενικό Συμβούλιο δεν είναι ο Πάπας, επιτρέπουμε σε κάθε τμήμα να έχει τις δικές του θεωρητικές απόψεις, με την προϋπόθεση πάντα ότι δεν υποστηρίζει κάτι που να έρχεται σε άμεση αντίθεση με το καταστατικό μας”20


Ενώ στο λόγο του στο τελευταίο ουσιαστικά συνέδριο της Διεθνούς στη Χάγη θα περιορίσει το κύρος του Γενικού Συμβουλίου ως προς τα εθνικά τμήματα ως κύρος πρωτίστως ηθικού χαρακτήρα.Κόμμα όπως έμελλε να γίνει γνωστό στη σύγχρονη του έννοια δεν υπήρχε πριν την Κομμούνα και θα ήταν αυθαίρετος ισχυρισμός να ληφθεί ως τέτοιο η ομοσπονδία του Παρισίου των τομέων της Διεθνούς που ακόμη και αυτή έγινε δεκτή με έντονες αντιρρήσεις από τους “ορθόδοξους” Προυντονικούς όπως ο Τολαίν.


Συμπερασματικά, η Διεθνής δεν υπαγορεύει ούτε τη πολιτική μορφή ούτε καν τις θεωρητικές απόψεις κάθε τμήματος σύμφωνα με τον Μαρξ. Η Διεθνής ως ανώτερη μορφή οργάνωσης της τάξης του προλεταριάτου με τις διαφωνίες , τάσεις και την πολυμορφικότητα της έστω και με ως διακηρυγμένο στόχο την κατάκτηση της εξουσίας είναι το πραγματικό κόμμα που έχει κατά νου ο Μαρξ. Υπό αυτήν την έννοια διαπιστώνει την ύπαρξη κόμματος προ της Κομμούνας που είναι μάλιστα ο κύριος υπεύθυνος για την εμφάνιση της ! Αποδεχόμενος αυτή την ανοιχτή μορφή του κόμματος ο Μαρξ ασκεί κριτική στις τάσεις και ηγεσίες αυτού του “κόμματος” είτε ως ολοκληρωτικά επιζήμιες (π..χ η προυντονική αποχή από τη πολιτική) είτε ως εν δυνάμει επαναστατικές και συγκλίνουσες με τον υπό διαμόρφωση “μαρξισμό”21 (π.χ. μπλανκιστές).




η δικτατορία επί του προλεταριάτου και Μπλανκισμός


Η σχέση του Μαρξ με τον Μπλανκί διαγράφει μια διαφορετική πορεία απ’ ότι με τους άλλους επαναστάτες της εποχής του 48 (π.χ. Προυντόν, Λασσάλ, Μπακούνιν, Ματσίνι). Ενώ με τους τελευταίους θα επέλθει μέχρι τουλάχιστον την περίοδο της Κομμούνας μια δημόσια ρήξη μέσω εξαντλητικών πολεμικών στο Μπλανκί επιφυλάσσεται μια πολύ πιο ήπια μεταχείριση. Μάλιστα σε περιπτώσεις επιδιώκεται μια συνεργασία μεταξύ του Μαρξ και του Μπλανκί δια μέσω του Λαφάργκ . To 1861 σε μια από τις πολλές φυλακίσεις του Μπλανκί ο Μαρξ αφού είχε μεσολαβήσει για την υπεράσπιση του θα γράψει στον Dr.Watteau “Να είσαι βέβαιος ότι κανείς δεν ενδιαφέρεται τόσο όσο εγώ για την τύχη ενός άνδρα που πάντοτε θεωρούσα ως τον ηγέτη και τη καρδιά του προλεταριακού κόμματος στη Γαλλία”22

Το 1866 θα καλέσει τον Μπλανκί και τους οπαδούς του να συμμετάσχουν στη Διεθνή που είχε ήδη δύο χρόνια ζωής χωρίς τη συμμετοχή τους. Στις 22 Απριλίου του 1866 θα γίνει επίσημη πρόσκληση στον Μπλανκί μέσω ενός γράμματος που ο συντάκτης του ήταν ο Λαφάργκ. Η μεταβίβαση θα γίνει από τον Δρ.Watteau και παρόλο που δεν υπήρχε πουθενά το όνομα του Μαρξ ήταν εμφανές ότι είχε εμπνευστεί από τον Μαρξ στο σύνολο του.23 Μια δεύτερη προσπάθεια θα γίνει το 186724. Το 1879 δύο μέρες μετά την οριστική του αποφυλάκιση θα λάβει ένα γράμμα από τον Λαφάργκ να επισκεφτεί το Λονδίνο γράφοντας μεταξύ άλλων “Ο Μαρξ που έχει παρακολουθήσει την καριέρα σου με τόσο ενδιαφέρον θα ήθελε πολύ να σε γνωρίσει”.25 Το γράμμα είχε ως απώτερο σκοπό να κεντρίσει το ενδιαφέρον του Μπλανκί για το υπό διαμόρφωση γαλλικό εργατικό κόμμα το οποίο θα ιδρυθεί λίγο αργότερα με τον Μαρξ να γράφει το εισαγωγικό (μάξιμουμ) τμήμα του προγράμματος του. Φαίνεται ότι ο Μαρξ επιδίωκε ο Μπλανκί να καταλάβει ηγετική θέση αν όχι την κορυφαία θέση εντός αυτού του κόμματος26 , “Είστε στη κορυφή … σε ότι αφορά την ίδρυση ενός προλεταριακού κόμματος που θα τεθεί σε λειτουργία για την κατάκτηση της πολιτική εξουσίας και για το οποίο έχουμε μεγάλη ανάγκη από ανθρώπους ” θα γράψει ο Λαφάργκ στην πρόσκληση προς τον Μπλανκί.


Μπορεί να υπονοηθεί ότι ο Μαρξ έβλεπε στο πρόσωπο του Μπλανκί αυτόν που θα μπορούσε να καλύψει το κενό της ηγεσίας κατά τη διάρκεια της Κομμούνας. Στις τελευταίες σελίδες του “Εμφυλίου Πολέμου” θα τον αναφέρει ως “ηγέτη” τον οποίο η μπουρζουαζία επιμελώς κρατούσε έγκλειστο ώστε να αποτρέψει τα χειρότερα :


“Η Κομμούνα είχε επανειλημμένα προτείνει ν’ ανταλλάξει τον αρχιεπίσκοπο και ένα σωρό άλλους παπάδες μαζί , με μόνο τον Μπλανκί, που ήταν τότε στα χέρια του Θιέρσου. Ο Θιέρσος αρνιόταν επίμονα. Ήξερε ότι δίνοντας τον Μπλανκί θα έδινε στην Κομμούνα έναν ηγέτη (κεφάλι),”27


Ενώ ο Ένγκελς λίγα χρόνια μετέπειτα θα αναφέρει την ομοιότητα μεταξύ των μαρξικών αντιλήψεων και των Μπλανκιστών της Εθνοφρουράς :


“…και οι λεγόμενοι μπλανκιστές, όταν επιχείρησαν να μετατραπούν από απλοί πολιτικοί επαναστάτες σε σοσιαλιστική εργατική ομάδα με καθορισμένο πρόγραμμα – όπως έγινε στο μανιφέστο : “Διεθνής και Επανάσταση” των μπλανκιστών φυγάδων του Λονδίνου- δεν διακήρυξαν τις “αρχές” του προυντονικού σχεδίου για τη σωτηρία της κοινωνίας, αλλά διακήρυξαν , και μάλιστα σχεδόν κατά γράμμα, τις απόψεις του γερμανικού επιστημονικού σοσιαλισμού για την ανάγκη της πολιτικής δράσης του προλεταριάτου και της δικτατορίας του σαν μεταβατικής περιόδου για την κατάργηση των τάξεων και μαζί μ’ αυτές , του κράτους – απόψεις που έχουν εκφραστεί κιόλας στο “Κομμουνιστικό Μανιφέστο” και που από τότε έχουν χιλιοειπωθεί”28


Η αναφορά στο Μανιφέστο σαφέστατα γίνεται έχοντας κατά νου “τις αυταρχικές εφορμήσεις στο δικαίωμα της ιδιοκτησίας και στις αστικές σχέσεις παραγωγής”29 και φυσικά τον αναπόφευκτα βίαιο χαρακτήρα αυτών των εφορμήσεων και της επαναστατικής αλλαγής ως σύνολο με την περίφημη κατάληξη του κειμένου : “Οι κομμουνιστές απαξιούν να κρύβουν τις ιδέες και τις βλέψεις τους. Διακηρύσσουν απροκάλυπτα ότι οι στόχοι τους μπορούν να επιτευχθούν μονάχα με τη βίαιη ανατροπή όλων των υπαρχουσών κοινωνικών συνθηκών”30



Η μερική αποδοχή της στροφής των μπλανκιστικών αντιλήψεων θα δώσει την θέση της σε μια πιο ζυγισμένη και αναλυτική κριτική το 1874 από τον Ένγκελς. Σε αυτήν διαβάζουμε μια παράθεση των προτερημάτων και τις υστερήσεις των μπλανκιστών αν και το ύφος γραφής είναι αισθητά πιο ήπιο σε αντίθεση με άλλες κριτικές στα δύο άλλα ρεύματα των προυντονικών και τους μπακουνινιστές. Παρόλο τη φιλία και το σεβασμό που έτρεφε ο Μαρξ και ο Ένγκελς στον Μπλανκί ουδέποτε ήταν σύμφωνοι με την εμμονή του στην συνωμοτικότητα ή την θεωρητική του πενία που χρωματιζόταν από ένα παρωχημένο πλέον γαλλικό πατριωτισμό απόηχο του επαναστατικού πολέμου το 1793. Από τις πλέον ενδιαφέρουσες (ίσως και προφητικές) πτυχές της κριτικής του 1874 του Ένγκελς είναι η η διάκριση της δικτατορίας του προλεταριάτου ως εξουσία μιας τάξης και της δικτατορίας μιας μειοψηφίας στο όνομα του τελευταίου :


“Εφόσον ο Μπλανκί θεωρεί κάθε επανάσταση σαν εγχείρημα μιας μικρής επαναστατικής μειοψηφίας, βγαίνει αυτόματα το συμπέρασμα πως την επιτυχία του εγχειρήματος ακολουθεί αναπόφευκτα η εγκαθίδρυση μιας δικτατορίας – όχι ολόκληρης της επαναστατικής τάξης, του προλεταριάτου, σημειώστε το καλά αυτό αλλά του μικρού αριθμού αυτών που πραγματοποίησαν την εξέγερση και που είναι κι αυτοί οργανωμένοι κάτω από τη δικτατορία ενός ή περισσότερων προσώπων”31



Ο Ένγκελς ταυτόχρονα αποστασιοποίεται από τις επαναστατικές κομπορρημοσύνες των Μπλανκιστών που σκοπό είχαν περισσότερο να σκανδαλίσουν την μπουρζουαζία καθιστώντας τους ίδιους ως υπεύθυνους των εκτελέσεων των “εχθρών των λαών”. Ως προς αυτό θα αναφέρει ότι χρειάζεται μεγάλη έλλειψη “κριτικής σκέψης για να ισχυρίζεσαι ότι η Κομμούνα ενέργησε άψογα και αλάθητα για να υποστηρίζεις ότι λειτούργησε σε κάθε περίπτωση το ανταποδοτικό δίκαιο, ότι τις μέρες του Μάη εκτελέστηκαν τόσοι όσοι έπρεπε κι ούτε ένας παραπάνω, ότι κάηκαν τα κτίρια που έπρεπε κι ούτε ένα παραπάνω. Είναι το ίδιο σαν να λες ότι στη Γαλλική Επανάσταση όσοι αποκεφαλίστηκαν άξιζαν τον αποκεφαλισμό,πρώτα εκείνοι που αποκεφάλισε ο Ροβεσπιέρος, κι ύστερα ο ίδιος ο Ροβεσπιέρος”


Οι φαινομενικές διαφορές μεταξύ των πολεμικών των Ένγκελς και Μαρξ μπορούν να ερμηνευτούν ως μια προσαρμογή του σημείου εστίασης αναλόγως την αχίλλεια πτέρνα του αντιπάλου. Θα ήταν κάπως αυθαίρετο προς το πνεύμα του έργου τους να την βαπτίσουμε ως αντίφαση όταν στους μπλανκιστές καταδεικνύει την κενότητα της επαναστατικής τους φρασεολογίας ενώ στους εν γένει “αντιεξουσιαστές” (βλ. άρθρο “για την εξουσία”) υπαινίσσεται ότι η αιτία της πτώσης της Κομμούνας ήταν η μη καταφυγή σε αποφασιστική χρήση της επαναστατικής εξουσίας έναντι των αρχουσών τάξεων.


η αποχή από την πολιτική ως η πλέον επιζήμια επιρροή των προυντονικών για την Κομμούνα



Στον αντίποδα της στάσης προς τον Μπλανκί και τους οπαδούς του , οι Μαρξ και Ένγκελς καθιστούν υπεύθυνη για την τελική έκβαση της Κομμούνας την επιρροή της θέσης για αποχή από τη πολιτική. Θέση που ήταν από τις βασικές αρχές των Προυντονικών οι οποίοι είχαν σημαντικό ρόλο στο γαλλικό τμήμα της Διεθνούς.


Λίγες μέρες μετά την Κομμούνα σε ομιλία στη Διεθνής η αποχή από τη πολιτική παρουσιάζεται ως άνευ νοήματος , αφού την ακύρωσε η ίδια η εμπειρία των επαναστατών στο Παρίσι :


“Η ολοκληρωτική αποχή από τη πολιτική δράση είναι αδύνατη. Ο Τύπος που υποστηρίζει την αποχή συμμετέχει στην πολιτική κάθε μέρα. Είναι ζήτημα μόνο πως το πράττει κανείς, και σε τι πολιτική εμπλέκεται. Για τα υπόλοιπα, για εμάς η αποχή είναι αδύνατη. Το εργατικό κόμμα λειτουργεί ως πολιτικό κόμμα στις περισσότερες χώρες πλέον, και δεν είναι σε εμάς να το ζημιώσουμε κηρύττοντας την αποχή. Η ζωντανή εμπειρία , η πολιτική καταπίεση των υπαρχουσών κυβερνήσεων ωθεί τους εργάτες να καταπιαστούν οι ίδιοι με την πολιτική είτε τους αρέσει είτε όχι, είτε για πολιτικούς είτε για κοινωνικούς σκοπούς. Το να κηρύξουμε την αποχή από αυτούς είναι σαν να σπρώχνουμε στην αγκαλιά της αστικής πολιτικής. Το πρωινό μετά την Κομμούνα του Παρισιού, που έχει μετατρέψει την πολιτική δράση ζήτημα της ημερήσιας διάταξης, η αποχή είναι εντελώς εκτός συζήτησης” .32

Ενώ ο Μαρξ καθιστά υπεύθυνη αυτήν την αντίληψη για τη χαμένη ευκαιρία να πάρει την εξουσία το προλεταριάτο ήδη από την επανάσταση με την πτώση της Β Αυτοκρατορίας :


“Στη Γαλλία αυτή η εγκληματική αποχή επέτρεψε στους Favre , Picard και άλλους να πάρουν την εξουσίας στις 4 Σεπτεμβρίου” 33




Τυχαίο και αναγκαιότητα κατά τον Μαρξ της Κομμόυνας


Μεγάλη σημασία αποδίδει ο Μαρξ να καταδείξει ότι η μοναδική νομιμοποιημένη κυβέρνηση σε όλη τη Γαλλία ήταν η Κομμούνα . Αυτή η νομιμοποίηση δεν προκύπτει ως μια απλή αντιπροσωπευτική αριθμητική καταγραφή δια μέσου των δημοτικών εκλογών που προκήρυξε η Κ.Ε. της Εθνοφρουράς. Αλλά ως απόρροια της ίδιας της ταξικής πάλης , της επιμονής της ένοπλης αντίστασης από τον ίδιο τον λαό και της αποστασίας και προδοσίας των “επίσημων” κρατικών εξουσιών που πλέον καλύπτονταν από τις Πρωσσικές ξιφολόγχες. Αν μας επιτρεπόταν μια γεωγραφική παρουσίαση του ζητήματος, η νομιμοποίηση για τον Μαρξ έρχεται πρώτα και κύρια στα οδοφράγματα της Μπελβιλ και της Μονμάρτης όταν οι ηρωικές προλετάριες θα υπερασπιστούν το δικαίωμα του ένοπλου λαού στις 18 Μάρτη και όχι στο Hotel De Ville λίγες μέρες αργότερα. Για τον Μαρξ είναι ξεκάθαρο ότι ο Θιέρσος εξωθείται σε πραξικοπηματικές συνωμοσίες με την συμφωνία των Πρώσσων για συνθηκολόγηση και αφοπλισμό του Παρισιού. Όχι μόνο η Κομμούνα αλλά και η ίδια η αποκαθήλωση του Ναπολέοντα είναι έργο του Παρισινού λαού με την έφοδο του λαού στην εθνοσυνέλευση στις 4 Σεπτεμβρίου του 1870 ως εκ τούτου δικαιούνταν την εξουσία.


“Η μόνη νόμιμη εξουσία, ως εκ τούτου, στη Γαλλία, είναι η Επανάσταση η ίδια, που επικεντρώνεται στο Παρίσι”


Προς επίρρωση αυτών αναφέρει και τα αποτελέσματα των Δημοτικών Εκλογών που προκήρυξε ο Θιέρσος στις 30 Απριλίου για μια εκτόνωση της κατάστασης :


“Από τους 700.000 σύμβουλους από τους 35.000 Δήμους (Κομμούνες) που έχουν μείνει στην ακρωτηριασμένη Γαλλία , 200 είναι Νομιμόφρονες, 600 Ορλεανιστές, 7.000 δεδηλωμένοι Βοναπαρτιστές, και όλοι οι υπόλοιποι Ρεπουμπλικάνοι ή Κομμουνιστές. Υπάρχει άλλη απόδειξη ότι αυτή η Συνέλευση με την Ορλεανική μούμια τον Θιέρσο επικεφαλής δεν εκπροσωπεί παρά μια σφετεριστική μειοψηφία ;”



“Η Δημοκρατία (Republic) προκηρύχθηκε στις 4 Σεπτεμβρίου, όχι από τους δικηγορίσκους που εγκατασταθήκαν στο Hotel de Ville (Δημαρχείο) ως Κυβέρνηση της Άμυνας, αλλά από τον Παρισινό λαό. Έγινε αποδεκτή σε όλη τη Γαλλία χωρίς ούτε μια φωνή διαφωνίας. Κατέκτησε την ίδια την ύπαρξη της με ένα πόλεμο πέντε μηνών που το αποκορύφωμα του ήταν η παρατεταμένη αντίσταση του Παρισιού. Χωρίς αυτόν τον πόλεμο, διεξαγόμενο από τη Δημοκρατία και στο όνομα της Δημοκρατίας, η Αυτοκρατορία θα είχε παλινορθωθεί από τον Μπίσμαρκ μετά τη συνθηκολόγηση στο Σεντάν, οι δικηγορίσκοι με τον Θιέρσο αρχηγό θα είχαν συνθηκολογήσει όχι για το Παρίσι , αλλά για προσωπικές εγγυήσεις… Η μόνη νόμιμη εξουσία, ως εκ τούτου, στη Γαλλία είναι η επανάσταση η ίδια, επικεντρωμένη στο Παρίσι. Αυτή η Επανάσταση δεν έγινε ενάντια στο Ναπολέοντα τον μικρό , αλλά ενάντια στις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες , που εκτρέφαν τη Δεύτερη Αυτοκρατορία , οι οποίες δέχθηκαν το τελευταίο χέρι υπό την εξουσία της, και που , όσο ο πόλεμος με την Πρωσία όπως λαμπρά αποκάλυψε θα άφηνε την Γαλλία ένα πτώμα, αν δεν είχαν αντικατασταθεί από τις αναζωογονητικές δυνάμεις της επανάστασης της γαλλικής εργατικής τάξης..”


Επιπρόσθετα ο Μαρξ δεν θεωρεί την κατάληψη της εξουσίας στις 18 Μαρτίου το 1871 αποκλειστικά αυθόρμητη. Και ότι η έκβαση της Κομμούνας καθορίστηκε μονόπλευρα από το αυθόρμητο. Δύσκολα θα μπορούσε να την βαπτίσει ή ακόμη χειρότερα να την απορρίψει ως τέτοια, γιατί έτσι αγνοεί δύο αποφασιστικά στοιχεία : το ρόλο της Α’ Διεθνούς (ας θυμηθούμε ότι ο Μαρξ χαρακτήρισε την Κομμούνα ως το μεγαλύτερο κατόρθωμα “του κόμματος μας”, και το ρόλο των δύο μεγάλων παρατάξεων που πρωταγωνίστησαν σ’αυτήν – των προυντουνιστών και των μπλανκιστών, από τους οποίους όχι λίγοι ήταν μέλη της Διεθνούς. Συν τοις άλλοις υπήρχαν και σειρά από κινητποιήσεις τόσο στο Παρίσι όσο και σε άλλες πόλεις τροχιοδεικτικές της γενικής κατεύθυνσης (π.χ. εξέγερση στις 31 Οκτωβρίου).


Την προεργασία ενός κινήματος που θα καταλήξει στην Κομμούνα με τα προτερήματα του και τις ελλείψεις του την έχει διαπιστώσει ο ίδιος ο Μαρξ ήδη από το 1869 :


“Στη Γαλλία συντελείται ένα ενδιαφέρον κίνημα. Οι παριζιάνοι ξαναρχίζουν μια πραγματικά επισταμένη μελέτη του πρόσφατου επαναστατικού παρελθόντος τους, προετοιμαζόμενοι για τον επικέιμενο επαναστατικό αγώνα…” Ντουζίνες βιβλίων όλων των κομμάτων , φιλελεύθεροι, ρεπουμπλικάνοι-δημοκράτες, προυντονιστές, μπλανκιστές .. “Κάποτε κι εμείς θα φτάσουμε ως αυτού”34


Άλλοι παράγοντες που συνηγορούν σε αυτή την άποψη είναι ότι υπήρχαν ήδη προπλάσματα αυτής εξουσίας της αυτοθέσμισης των εργαζόμενων τάξεων : Η εθνοφρουρά που είχε δημιουργηθεί στα μέσα του 1870 επεκτείνει τον εξοπλισμό του λαού, ιδιαίτερα των πλέον φτωχών και “ατίθασων” στοιχείων, που δεν είχαν ως τότε στρατολογηθεί στα τακτικά σώματα του γαλλικού στρατού και από την αρχική δικαιοδοσία σε αυτήν από την Κυβέρνηση της Εθνικής Άμυνας (4 Σεπτεμβρίου 1870) περνάει στο προλεταριάτο και το λαό του Παρισιού στις 18 Μαρτίου 1871. Επίσης Κομμούνες/Δήμοι έχουν κάνει την εμφάνιση τους και σε άλλες πόλεις πριν το Παρίσι.


Θα ήταν όμως αντίστοιχα λάθος να δούμε μια διαζευκτική σχέση μεταξύ του “αυθόρμητου” και της συνειδητής οργάνωσης. Ο Μαρξ με την πτώση της Δεύτερης Αυτοκρατορίας στις αρχές του Σεπτεμβρίου του 1870 καλεί στην ανασυγκρότηση μιας οργάνωσης και όχι σε βεβιασμένες κινήσεις στη δεύτερη διακήρυξη για το πόλεμο.


“Ήρεμα και αποφασιστικά ας βελτιώσουν (σημ.αναφέρεται στους εργάτες) τις δυνατότητες της δημοκρατικής ελευθερίας για την ανάπτυξη της δικής τους ταξικής οργάνωσης.”35


Καθόλου τυχαία ο Μαρξ θα αναγνωρίσει περισσότερο ως επιβεβαίωση πρότερων αντιλήψεων του (1864) την αναγκαιότητα το προλεταριάτο να διαμορφωθεί ως ανεξάρτητο κόμμα που θα εκφράζει την πρωτοκαθεδρία των δικών του συμφερόντων έναντι των αγροτών , των μικροαστών δημοκρατών μετά την Κομμούνα. Το αξιοσημείωτο, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, ως προς το πως εννοείται το μαρξικό κόμμα είναι ότι δεν επικρίνει κάποια ανυπαρξία κόμματος στην κομμούνα ως απώτερο αίτιο της ήττας της αλλά την θεωρεί προϊόν αυτού του κόμματος !


Στο δεύτερο γράμμα του για την Κομμούνα προς τον Κούγκελμαν το 1871 θα γράψει :

“… Πώς μπορείτε να συγκρίνετε τις διαδηλώσεις των μικροαστών όπως στις 13 Ιουνίου 1849, κ.λπ., με την σημερινή πάλη στο Παρίσι είναι εντελώς ακατανόητο σε εμένα.

Η παγκόσμια ιστορία θα ήταν πράγματι πολύ εύκολο να γίνει, αν δεν μπαίνεις στη μάχη παρά μόνο υπό τον όρο των αλάνθαστα ευνοϊκών συνθηκών. Από την άλλη, θα ήταν μια πολύ μυστικιστική φύση της ιστορίας, εάν το “τυχαίο” δεν έπαιζε κανέναν ρόλο σε αυτήν. Αυτά τα τυχαία περιστατικά περιέρχονται φυσικά στη γενική πορεία της ανάπτυξης και ισοσταθμίζονται πάλι από άλλα τυχαία. Αλλά η επιτάχυνση και η καθυστέρηση εξαρτώνται κατά μεγάλο βαθμό από τέτοια “τυχαία περιστατικά” , στα οποία περιλαμβάνεται και το “τυχαίο” του χαρακτήρα εκείνων που βρίσκονται επικεφαλής του κινήματος.

Το αποφασιστικό, δυσμενές “τυχαίο” αυτή την φορά δεν βρίσκεται με κανένα τρόπο στις γενικές συνθήκες της γαλλικής κοινωνίας, αλλά στην παρουσία των Πρώσων στη Γαλλία και της θέσης τους ακριβώς δίπλα στο Παρίσι. Αυτό οι Παριζιάνοι το γνώριζαν καλά. Όπως και και τα αστικά καθάρματα των Βερσαλλιών το γνώριζαν επίσης καλά. Ακριβώς για αυτό τον λόγο έθεσαν στους Παριζιάνους μπροστά στο δίλημμα ή να αποδεχτούν την πρόκληση ή να υποκύψουν αμαχητί. Στην τελευταία περίπτωση, η αποθάρρυνση της εργατικής τάξης θα ήταν πολύ μεγαλύτερη από την απώλεια μερικών “ηγετών”. Η πάλη ενάντια στην κεφαλαιοκρατική τάξη και το κράτος της έχουν εισέλθει σε μια νέα φάση με την πάλη στο Παρίσι. Όποια και αν είναι τα άμεσα αποτελέσματα , ένα νέο σημείο αφετηρίας κόσμο-ιστορικής σπουδαιότητας έχει κερδηθεί.” 36


Κατά τον Μαρξ το τυχαίο ( με την μορφή της προάσπισης του δικαιώματος του ένοπλου λαού να παραμείνει ένοπλος τα ξημερώματα στις 18 Μαρτίου στα οδοφράγματα του Μπελβίλ και της Μονμάρτης ) δεν συνεπάγεται μια κατάφωρη άρνηση της αναγκαιότητας του περάσματος της εξουσίας στο προλεταριάτο στις συνθήκες της Γαλλικής κοινωνίας το 1871. Δεν επικρίνει την Κομμούνα ως πράξη ανώριμη να φέρει στην εξουσία το προλεταριάτο λόγω κάποιων συνθηκών που δεν είχαν φθάσει στο απαραίτητο στάδιο του ιμπεριαλισμού και του αδύναμου κρίκου όπως θα ήθελαν μερικοί μαρξιστές μερικά χρόνια αργότερα. Το τυχαίο συνίσταται στο χαρακτήρα της ηγεσίας της Κομμούνας και της φάσης του πολέμου που δεν συνεπάγεται όμως την νομοτελειακή ήττα. Ακόμα και όταν πλέον θα έχουν περάσει 10 χρόνια και θα έχει πάψει πλέον η πιεστική ανάγκη να απαντήσει στη λάσπη της διεθνούς μπουρζουαζίας για την Κομμούνα δεν θα αρνηθεί την αναγκαιότητα της κατάκτησης της εξουσίας στο Παρίσι αλλά θα συγκλίνει ότι έπρεπε εν τέλει να προβεί σε ένα συμβιβασμό με τις Βερσαλλίες. :


“Καμία εξίσωση δεν μπορεί να επιλυθεί αν τα στοιχεία της λύσης της δεν συμπεριλαμβάνονται στους όρους της. Επιπρόσθετα οι ντροπές μια κυβέρνηση που έχει απότομα προκύψει μέσω μιας νίκης του λαού δεν έχουν τίποτα το ειδικά “σοσιαλιστικό”. Αντιθέτως. Οι νικηφόροι αστοί πολιτικοί μεμιάς νοιώθουν ντροπιασμένοι από τη “νίκη” τους ενώ ο σοσιαλιστής μπορεί τουλάχιστον να προβεί σε δράση χωρίς καμία ντροπή. Για ένα πράγμα που μπορείς να είσαι σίγουρος : μια σοσιαλιστική κυβέρνηση δεν έρχεται στην εξουσία σε μια χώρα παρά μόνο όταν οι συνθήκες είναι ώριμες ώστε να μπορεί πάνω από όλα να πάρει τα απαραίτητα μέτρα για τον πειθαναγκασμό της μάζας της μπουρζουαζίας σε ικανοποιητικό βαθμό ώστε να κερδίσει χρόνο- η πρώτη προϋπόθεση – για μια δράση σε διάρκεια.

Πιθανόν να αναφέρεις την Παρισινή Κομμούνα, αλλά πέρα από το γεγονός ότι αυτή ήταν μια εξέγερση μιας μόνο πόλης σε εξαιρετικές συνθήκες, η πλειοψηφία της Κομμούνας δεν ήταν με καμία έννοια σοσιαλιστική, ούτε θα μπορούσε να ήταν. Με μια μικρή δόση σώας κοινής λογικής, όμως, θα μπορούσαν να είχαν πετύχει ένα συμβιβασμό με τις Βερσαλίες, χρήσιμος για όλη τη μάζα του λαού – το μόνο πράγμα που μπορούσε να επιτευχθεί εκείνη τη στιγμή. Η απαλλοτρίωση της Τράπεζας της Γαλλίας από μόνη της θα μπορούσε να είχε διαλύσει όλες τις αξιώσεις των τρομοκρατημένων Βερσαλλιών κλπ κλπ “37


Η παραπάνω πολυ-χρησιμοποιημένη απαισιόδοξη εκτίμηση του Μαρξ από “φίλους” και εχθρούς του συνήθως αγνοεί κάτι πολύ πιο σημαντικό από την υποτιθέμενη αντίθεση του Μαρξ στη Κομμούνα. Το ότι ήταν μόνο το Παρίσι που συγκλονίστηκε από εξεγέρσεις και την πάλη ενάντια στην Εθνοσυνέλευση με τη δημιουργία Κομμούνων είναι σαφέστατα ιστορική ανακρίβεια . Κινήματα και εξεγέρσεις αλλού με μεγαλύτερη ένταση αλλού πιο ειρηνικά έγιναν στη Λυών, στο Σαιντ-Ετιέν, στο Κρεζό στη Μασσαλία , στην Τουλούζη και στο Ναρμπόν38


1 Κ.Μαρξ, 1ο Προσχέδιο του Εμφύλιου Πολέμου στη Γαλλία κεφάλαιο “Ο Χαρακτήρας της Κομμούνας” Κ.Μαρξ για το Κράτος εκδ.Εξάντας

2 Marx to Edward Beesly, October 19, 1870 http://www.marxists.org/archive/marx/works/1870/letters/70_10_19.htm

3 Conspectus of Bakunin’s Statism and Anarchy http://www.marxists.org/archive/marx/works/1874/04/bakunin-notes.htm

4 ο.π.

5 ο.π.

6Κ.Μαρξ “Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία” εκδ. Σ.Εποχή σ.72

7 Ως προς την λατινική ετυμολογία της έννοιας της δικτατορίας : Ο Ρωμαίος δικτάτωρ ήταν ένα ανώτατο αξίωμα που ασκούνταν από ένα πολίτη (στην αρχή αποκλειστικά από πατρίκιους μετά το 356π.Χ. και από πληβείους) ο οποίος σε καταστάσεις έκτακτου ανάγκης, κυρίως σε εμπόλεμη περίοδο, είχε απεριόριστη εξουσία με μέγιστη διάρκεια μισό χρόνο. Ο διορισμός γινόταν πρώτα με απόφαση της Συγκλήτου που όριζε έναν Ύπατο (υπήρχαν 2 Ύπατοι στη Ρωμαϊκή πολιτειακή δομή (Republic) που ήταν το ανώτερο αξίωμα πλην του ιδίου του δικτάτορα) να ορίσει το δικτάτορα. Ο δικτάτωρ είχε νομοθετικές, δικαστικές, εκτελεστικές και στρατιωτικές εξουσίες. Οι μόνοι περιορισμοί στην εξουσία του ήταν ότι η θητεία του ήταν 6μηνη, ότι δεν κατείχε το θησαυροφυλάκιο αλλά διαχειριζόταν χρήματα που του έδινε η Σύγκλητος και ότι απαγορεύονταν να εγκαταλείψει την Ιταλία. Ο διορισμός του δικτάτορα ήταν μέτρο που λαμβάνονταν για πολέμους εντός της Ιταλίας. Αυτός ήταν ο κύριος λόγος από το 500 π.Χ. ως περίπου το 200 π.Χ. Μετέπειτα για 120 χρόνια ο θεσμός εξαφανίζεται. Αναβιώνει μετά τον εμφύλιο πόλεμο μεταξύ του Μάριου (εκπροσώπου των λαϊκών) και του Σύλλα (εκπροσώπου των συντηρητικών). Ο Σύλλας εντελώς παράδοξα θα διοριστεί ως «δικτάτορας για τη δημιουργία νόμων και τον ορισμό του συντάγματος» («dictator legibus faciendis et reipublicae constituendae causa») ενώ στην ουσία ο ίδιος έθεσε τα θεμέλια της κατάλυσης της Δημοκρατίας (Republic). Ο Σύλλας αποτέλεσε και τον πρώτο δικτάτορα που διατήρησε το αξίωμα πέρα του 6μήνου που μετέπειτα θα επεκτείνει ο Ιούλιος Καίσαρας. Δικτάτορες μπορούσαν να οριστούν και για ασήμαντους λόγους όπως η σύναξη των επιτροπών για εκλογές και για την διοργάνωση επισήμων αγώνων. Αυτό που έχει σημασία για την κατανόηση της μετέπειτα πολιτικής χρήσης του όρου είναι ο έκτακτος χαρακτήρας της εξουσίας και η ανάδειξη της ως πολεμικό μέτρο ή δημιουργία νόμων και συνταγμάτων.

Τόσο η δικτατορία όσο και το προλεταριάτο ως έννοιες θα κάνουν την επανεμφάνιση τους στη Γαλλική Επανάσταση στις ιδέες του Ζ.Π. Μαρά στο πλαίσιο της εξιδανικευμένης “ρωμαϊκής φορεσιάς” των Γάλλων επαναστατών.

Η αντίληψη του Μαρά για τη δικτατορία πρωτοεμφανίζεται ήδη το 1774 στο έργο του “οι Αλυσίδες της Σκλαβιάς” όπου η πεσιμιστική του οπτική αναδεικνύει την αναγκαιότητα ενός γενναίου άνδρα που θα ηγηθεί των μαζών και θα σταθεί ενάντια στον καταπιεστή. Τον Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 1789 θα προτείνει μέτρα που θα οδηγούσαν σε μια δικτατορία μιας μετριοπαθούς επιτροπής. Με την όξυνση της αντίθεσης στην επανάσταση ο Μαρά θεωρεί απαραίτητη την συγκέντρωση της επαναστατικής εξουσίας είτε στο πρόσωπο ενός εκλεγμένου άνδρα είτε μιας μικρής ομάδας ατόμων. Μια δικτατορική εξουσία, ένας τριμπουνάρος (tribune) του λαού ή ένας δικτάτορας, που θα είχε θητεία μικρής διάρκειας (έξι βδομάδες ή τρεις μέρες) και θα περάτωνε τις διατάξεις του συντάγματος μέσω της βίας. Από τον Μαρά θα περάσουμε στην κριτική αφομοίωση της έννοιας της δικτατορίας των προλετάριων από τον Μπαμπέφ μετά στο Μπλανκί και τέλος σε μια επιστημονική θεμελίωση στο Μαρξ. Το 1850 η “δικτατορία του προλεταριάτου” θα συμπεριληφθεί ως σκοπός στο “καταστατικό” της Παγκόσμιας Λίγκας των Επαναστατών Κομμούνιστών που μέλος της ήταν ο Μαρξ βλ. http://www.marxists.org/archive/riazanov/1928/xx/blanqui.htm

8Κ.Μαρξ “Η ηθικίζουσα κριτική και η επικρίνουσα ηθική” γραμμένο το 1847 όπως περιλαμβάνεται στο “Ο Μαρξ για το Κράτος” εκδ.Εξάντας σ.560

9Φ.Ενγκελς, Κριτική στο Πρόγραμμα της Ερφούρτης, “Κριτική των Προγραμμάτων Γκότα & Ερφούρτης” εκδ.Κοροντζή σ.108

10“Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία” εκδ. Σ.Εποχή σ.22-23

11Χαρακτηριστικά στο 18η Μπρυμπαίρ του Λ.Βοναπάρτη “Η κοινωνική δημοκρατία εμφανίστηκε σαν φράση, σαν προφητεία στο κατώφλι της επανάστασης του Φλεβάρη. Στις μέρες του Ιούνη 1848 πνίγηκε στο αίμα του παρισινού προλεταριάτου, πλανιέται όμως σαν φάντασμα στις ακόλουθες πράξεις του δράματος. Η demokratische Republik κάνει την εμφάνιση της. Στις 13 Ιούνη του 1849 εξαφανίστηκε μαζί με τους μικροαστούς…Η κοινοβουλευτική δημοκρατία , μαζί με την αστική τάξη πιάνει ολόκληρη τη σκηνη…” εκδ.Θεμέλιο σ.147

12Marx in New York World 15 October 1871 , http://www.marxists.org/archive/marx/bio/media/marx/71_10_15.htm

Πρόκειται για λόγια που έχει μεταφέρει δημοσιογράφος της εποχής και όχι πιστή απόδοση της ομιλίας. Η ενδεχόμενη μη εξοικείωση του δημοσιογράφου με τη μαρξική ορολογία μπορεί να ερμηνεύσει τη φράση “Η Κομμούνα δεν μπορούσε να ιδρύσει μια νέα μορφή ταξικής κυβέρνησης” η οποία θα πρέπει περισσότερο να ερμηνευτεί ότι η Κομμούνα δεν είχε σκοπό απλώς να αλλάξει τους πόλους της ταξικής κυβέρνησης και να διατηρήσει την ταξική κυριαρχία εν γένει αλλά ήταν η απαρχή και η προϋπόθεση για την οριστική μελλοντική της κατάργηση.

13Κ.Μαρξ γράμμα προς Κούγκλεμαν, [London] April 12, 1871, http://www.marxists.org/archive/marx/works/1871/letters/71_04_17.htm ,

Λένιν Άπαντα τόμος 33 εκδ. Σ.Εποχή σ.131

14Πρόλογος στη γερμανική έκδοση του 1872

http://www.marxists.org/ellinika/archive/marx/works/1848/com-man/gpref1872.htm

15Συγκεκριμένα αναφέρεται : “(Βλέπε τον “Εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία, έκκληση του Γενικού Συμβουλίου της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών”, γερμανική έκδοση, σελ.19, όπου αναπτύσσεται πιο διεξοδικά)”

16Φ.Ενγκελς , επιστολή στον Αύγουστο Μπέμπελ 28-3-1875 , όπως περιλαμβάνεται στο “Κριτική των Προγραμμάτων Γκότα & Ερφούρτης” εκδ.Κοροντζή σ.77

17Κ.Μαρξ προς Βαρλέν και Φρανκέλ , υπάρχει και στο Έλλη Παππά , “Η Κομμούνα του 1871” εκδ.Άγρα σελ.38

18Κ.Μαρξ προς Β.Λήμπκνεχτ 6 Απριλίου 1871 στο Έλλη Παππά , “Η Κομμούνα του 1871” εκδ.Άγρα σελ.55

19Jenny Marx To Ludwig Kugelmann In Hanover 3 October 1871

http://www.marxists.org/archive/marx/bio/family/jenny/71_10_03.htm#banquet

20Κ.Μαρξ γράμμα στον Πολ Λαφάργκ, όπως υπάρχει στο Έ.Παππά ¨Η κομμούνα του 1871” εκδ. Άγρα σ.123

21 Το τμήμα της Διεθνούς κατά τη διάρκεια του Γαλλο-Πρωσικού πολέμου θα μείνει στην ουσία ακέφαλο λόγω των διώξεων. Να διευκρινισθεί ότι αν και το τμήμα της Διεθνούς είχε υποστεί μια μερική υποχώρηση της κυρίαρχης “ορθόδοξης” προυντονικής επιρροής κάθε άλλο παρά είχε ξεκαθαριστεί πλέρια. Ο κύριος εκπρόσωπος του γαλλικού μαρξισμού της εποχής ο Λαφάργκ βρίσκεται ήδη πριν την Κομμούνα εκτός της πρωτεύουσας, στο Μπορντώ. Θα επιστρέψει στο Παρίσι μετά την Κομμούνα και θα λάβει ρόλο παρατηρητή παρά πρωταγωνιστή. Οι επαφές του Μαρξ στο επαναστατημένο Παρίσι θα περιοριστούν στην αλληλογραφία με τον κολεκτιβιστή προυντονικό της αριστεράς Βαρλέν και τον Ούγγρο επίτροπο της Κομμούνας Φρανκέλ.

22Samuel Bernstein, “Auguste Blanquie and the art of Insurrection” , Lawrence & Wishart , 1971 , σ.301

23ο.π. , σ.292-293

24ο.π.σ.303

25ο.π. σ.300

26ο.π.σ.346-349

27Κ.Μαρξ, “Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία” εκδ. Σ.Εποχή σ.98

28Φ.Ενγκελς “συμπληρωματικές παρατηρήσεις για τον Προυντόν και το ζήτημα της κοινωνίας” εκδ. Αναγνωστίδη , σ.189

29Κ.Μαρξ - Φ.Ενγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος , εκδ. Ερατώ σ.68

30ο.π. σ.108

31Φ. Ένγκελς “το πρόγραμμα των μπλανκιστών προσφύγων της Κομμούνας” γραμμένο το 1874 http://www.marxists.org/archive/marx/works/1874/06/26.htm

32 Reporter’s record of the speech made at the London Conference of the

International Working Men’s Association, September 21, 1871, http://www.marxists.org/archive/marx/works/1871/09/21.htm

33Political action and the working class,Speech by Marx the London Conference of the International, September, 1871 http://www.marxists.org/archive/marx/works/1871/09/politics-speech.htm

34γράμμα προς Κουγκελμαν 3/3/1869 όπως περιλαμβάνεται στο Λένιν Άπαντα τόμος 33 εκδ.Σ.Εποχή , σελ. 133

35Κ.Μαρξ , Δεύτερη Έκθεση για τον Γαλλογερμανικό πόλεμο στο Γενικό Συμβούλιο της Διεθνούς , 6-9 Σεπτεμβρίου 1870, όπως υπάρχει στο Έλλη Παππά , “Η Κομμούνα του 1871” εκδ. Άγρα σ.61 , ή “Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία” εκδ.Σ.Εποχή σ.40. Να σημειωθεί ότι η διακήρυξη γίνεται αφού έχει χαθεί η ευκαιρία μιας κατάκτησης της εξουσίας από το προλεταριάτο.

36Κ.Μαρξ προς Κούγκλεμαν ,12 Απριλίου 1871 http://www.marxists.org/archive/marx/works/1871/letters/71_04_12.htm

υπάρχει και στο Έλλη Παππά , “Η Κομμούνα του 1871” εκδ.Άγρα σ.57-59

37 http://www.marxists.org/archive/marx/works/1881/letters/81_02_22.htm

Γράμμα στον Ολλανδό Nieuwenhuis, Ferdinand από τα ιδρυτικά στελέχη του Σοσιαλιστικού κινήματος στη χώρα. Μετά από απαίτηση του ίδιου για το ποια μέτρα θα πρέπει να πάρει ένα κράτος των εργατών . Είχε μεταφράσει μια σύνοψη του Κεφαλαίου στα Ολλανδικά.

38Π.Ο. Λισαγκαρέ , “Ιστορία της Παρισινής Κομμούνας του 1871” , εκδ.Ελεύθερος Τύπος, σ.211-226

Σάββατο 19 Μαρτίου 2011

ΣΥΓΧΩΝΕΥΣΕΙΣ ΣΧΟΛΕΙΩΝ: Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΤΩ ΑΠΌ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ

Την περίοδο αυτή η ελληνική δημόσια εκπαίδευση δέχεται ένα από τα χειρότερα και ισχυρότερα χτυπήματα που έχει δεχτεί από τις αρχές της δεκαετίας του ΄’90, από τότε δηλ. που άρχισαν να εφαρμόζονται οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές, στοχεύοντας τα κοινωνικά και μορφωτικά δικαιώματα των λαϊκών στρωμάτων. Το τωρινό χτύπημα δεν είναι άλλο από τις συγχωνεύσεις σχολείων σε συνδυασμό με μια καταιγίδα άλλων αντιεκπαιδευτικών μέτρων (κλείσιμο Ο.Ε.Δ.Β., προσπάθεια κατάργησης του έντυπου σχολικού βιβλίου, υπερβολικά μειωμένη χρηματοδότηση) επίσης με το χτύπημα του βιοτικού επιπέδου των εκπαιδευτικών και την προσπάθεια κρατικής χειραγώγησης του έργου τους (μέντορες , αυτοαξιολόγηση) Η επίθεση, όπως και στην υπόλοιπη κοινωνία, είναι στρατηγικού χαρακτήρα και στοχεύει στην αλλαγή των αρχών λειτουργίας της ελληνικής εκπαίδευσης, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μεταπολεμικά.
Μ’ έναν αμήχανο και προκλητικά ψευδή λόγο η ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας θα ισχυριστεί ότι οι λόγοι των συγχωνεύσεων είναι παιδαγωγικοί, αντί να παραδεχτεί ότι αλήθεια αποτελεί το ακριβώς αντίθετο: τ’ αποτελέσματα των συγχωνεύσεων σχολείων είναι βαθιά αντιπαιδαγωγικά και ακραία αντικοινωνικά. Πίσω από το προκλητικό και μωρό ψέμα των παιδαγωγικών λόγων γίνεται προσπάθεια να συγκαλυφτεί μια αναμφισβήτητη πραγματικότητα: όχι μόνο η τριτοβάθμια αλλά και η δευτεροβάθμια και η πρωτοβάθμια εκπαίδευση μπαίνουν όλο και πιο πολύ στον αστερισμό της βαρβαρότητας του Μνημονίου. Ο σκοπός αυτών των επιλογών της κυβέρνησης είναι να δημιουργηθεί ένα αγοραίο σχολείο κατά τα νεοφιλελεύθερα πρότυπα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της νεοσυντηρητικής Αμερικής , όπου η αγοραία λογική θα είναι όχι μόνο ορατή αλλά κυρίαρχη σε κάθε πλευρά της λειτουργίας του. Ένα σχολείο που θα λειτουργεί όχι μόνο για λογαριασμό της αγοράς αλλά και το ίδιο θα λειτουργεί με όρους αγοράς. Αυτό το σκοπό, αν και το ξεκίνησαν, δεν μπόρεσαν τον ολοκληρώσουν οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις της δεκαετίας του 90 και του 2000.
Η παρούσα στιγμή κρίνεται κατάλληλη από πολιτική άποψη , καθώς η εφαρμογή της θεραπείας - σοκ στην ελληνική κοινωνία από το Παπανδρεϊκό ολοκληρωτικό κυβερνητικό μόρφωμα , με τη συναίνεση του υπόλοιπου αστικού πολιτικού σκηνικού , προσφέρει ευκαιρίες για το πλήρες ξεκλήρισμα της δημόσιας εκπαίδευσης. Το Μνημόνιο, όπως φαίνεται και από την τρίτη επικαιροποιημένη εκδοχή του, αφορά και την εκπαίδευση κατά τον ίδιο τρόπο που αφορά και τη δημόσια υγεία και τα κοινωνικά δικαιώματα. Θα πρέπει από την εκπαιδευτική διαδικασία να ξεθεμελιωθεί και το τελευταίο ίχνος κοινωνικής κατάκτησης.
Τα όποια υπολείμματα κοινωνικών κατακτήσεων υπάρχουν σήμερα στην εκπαίδευση εξέφραζαν ένα εκπαιδευτικό σύστημα μιας άλλης εποχής και έναν διαφορετικό συσχετισμό κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων από τον σημερινό. Η στρατηγική ήττα που διαμορφώθηκε για το εργατικό κίνημα τη δεκαετία του ’90 και του 2000 έγινε το εφαλτήριο για το τσάκισμα κάθε εργασιακού και κοινωνικού δικαιώματος και το πισωγύρισμα σε όλες τις πλευρές της ζωής. Σήμερα η κυβέρνηση Παπανδρέου διεξάγει έναν πρωτοφανή ταξικό πόλεμο ενάντια στον κόσμο της εργασίας, τσακίζοντας ότι ελάχιστο έχει απομείνει από δικαιώματα. Τον σέρνει με βίαιο τρόπο σ’ έναν εργασιακό και κοινωνικό Μεσαίωνα που θυμίζει την προ – Σικάγου εποχή. Αυτό το άθλιο μόρφωμα αχυράνθρωπων του χρηματιστικού κεφαλαίου και της διεθνούς τοκογλυφίας που φέρει τον τίτλο κυβέρνηση Παπανδρέου όχι μόνο δεν ενδιαφέρεται για τη στοιχειώδη επιβίωση των λαϊκών στρωμάτων αλλά έχει σκοπό να κανιβαλίσει , χωρίς όριο και χωρίς δισταγμό προκειμένου να εξυπηρετήσει την κερδοφορία του ελληνικού κεφαλαίου και την τοκογλυφική βουλιμία των γαλλογερμανικών τραπεζών.
Οι συγχωνεύσεις σχολείων αποτελούν έκφραση της εγκληματικής προσπάθειας να συρρικνωθεί το εκπαιδευτικό σύστημα προκειμένου να πάψει η χρηματοδότησή του , έστω και με τα ισχνά ποσοστά των τελευταίων χρόνων, ν’ αποτελεί πρόβλημα για τον κρατικό προϋπολογισμό. Όταν υπάρχει η ανάγκη χρηματοδότησης κοινωνικών αναγκών νεοφιλελεύθερη μυθολογία κάνει λόγο για σπάταλο κράτος που πρέπει να σταματήσει να υπάρχει. Ως σπατάλη κατανοούνται σήμερα και οι ελάχιστες δαπάνες για την εκπαίδευση. Με βάση τη λογική αυτή σταμάτησαν φέτος την ενισχυτική διδασκαλία , έκοψαν τις αποσπάσεις από τα σχολεία δεύτερης ευκαιρίας και τα σχολεία του εξωτερικού.
Το αποτέλεσμα θα είναι ένα σχολείο που από άποψη υλικοτεχνικών υποδομών θα θυμίζει τη δεκαετία του ’50. Ένα εντελώς υποτυπώδες σχολικό δίκτυο για την επαρχία , το οποίο θα έχει ως άμεση και σοβαρή συνέπεια την αύξηση της σχολικής διαρροής και από την άλλη δημιουργία σχολείων – μαμούθ που θα λειτουργούν ως αποθήκες ψυχών για μαθητές και εκπαιδευτικούς.
Πλευρές αυτής της προσπάθειας για φθηνό σχολείο ήταν και η κατάργηση του Οργανισμού Σχολικών Βιβλίων και η προσπάθεια αντικατάστασης του έντυπου σχολικού βιβλίου από το ηλεκτρονικό. Το τελευταίο θα είναι πιο φθηνό ως μέσο διδασκαλίας αφού είτε θα το αγοράζουν οι γονείς ή και αν ακόμα χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό, η χρηματοδότησή του θ’ αποτελεί μια καλή ευκαιρία για επιχειρηματική δραστηριοποίηση και κερδοφορία για επιχειρήσεις πληροφορικής, πράγμα που δεν γίνονταν μέχρι σήμερα με τον Ο.Ε.Δ.Β.
Οι συγχωνεύσεις έρχονται να δημιουργήσουν το φθηνό σχολείο και να υποβαθμίσουν την εκπαιδευτική διαδικασία στις πιο κρίσιμες και ευαίσθητες πλευρές της. Από τις 16.000 σχολικές μονάδες που υπάρχουν σε όλη την Ελλάδα συγχωνεύτηκαν 1933 και κατέληξαν σε 877 νέα σχολεία. Κλείνουν έτσι 1056 σχολεία και αυτό είναι η αρχή , αφού για του χρόνου η ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας αναγγέλλει νέο κύκλο συγχωνεύσεων. Από τα 1933 συγχωνευμένα σχολεία τα 1523 αφορούν την πρωτοβάθμια εκπαίδευση και τα 410 τη δευτεροβάθμια. Μειώνονται κατά 2000 ίσως και περισσότερο οι οργανικές θέσεις στην εκπαίδευση. Όλα αυτά έχουν σοβαρές παιδαγωγικές και κοινωνικές συνέπειες μόνο σε αρνητική κατεύθυνση.

1.Δημιουργούνται πολυπληθή σχολεία από άποψη μαθητικού δυναμικού με λιγότερο εκπαιδευτικό προσωπικό. Αποτέλεσμα είναι η δημιουργία ενός απρόσωπου παιδαγωγικού περιβάλλοντος με μειωμένη ή εντελώς αδύνατη δυνατότητα πραγματικής επικοινωνίας ανάμεσα στον εκπαιδευτικό και τον μαθητή και ανάμεσα στον εκπαιδευτικό και τον γονιό. Στις διάφορες τάξεις και τμήματα του σχολείου συσσωρεύεται ένας μεγάλος αριθμός μαθητών με αποτέλεσμα την αδυναμία εξατομικευμένης διδασκαλίας για τις περιπτώσεις εκείνων των μαθητών που έχουν ανάγκη για κάτι τέτοιο. Τα πολυπληθή σχολεία έχουν αποδειχθεί εστίες μαθητικής παραβατικότητας , ειδικά αυτά των μεγάλων αστικών κέντρων. Είναι αμφίβολο αν μπορεί μέσα σ΄ αυτές τις συνθήκες να διατηρηθεί η αναλογία 1-25 μαθητές σε κάθε τμήμα για την πρωτοβάθμια εκπαίδευση και 1-25 συν 10% για τη δευτεροβάθμια, όπως υποστηρίζει η ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας την ώρα μάλιστα που σε πολλά σχολεία ο αριθμός των αιθουσών δεν θα φτάνει να στεγάσει τα διάφορα τμήματα με βάση αυτούς τους αριθμούς. Ποιοι χώροι απομένουν για μια σειρά άλλες δραστηριότητες του σχολείου ; Βιβλιοθήκη , εργαστήριο φυσικών επιστημών, θεατρικές εκδηλώσεις , χώροι για το ολοήμερο σχολείο, τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές , γυμναστήριο ; Όλα αυτά αποτελούν πολυτέλειες , σπατάλη ή στοιχειώδεις προϋποθέσεις λειτουργίας ενός σχολείου ;

2. Την παραπέρα χειροτέρευση των όρων εργασίας των εκπαιδευτικών σε πολλά επίπεδα. Από την υποβαθμισμένη καθημερινότητα μέσα σε κτίρια που ουσιαστικά στοιβάζονται ανθρώπινες ψυχές , οι δικές τους και των παιδιών μέχρι την αναγκαστική μετακίνησή τους σε άλλα σχολεία του ίδιου ή διαφορετικού νομού με αποτέλεσμα την αναστάτωση της προσωπικής και οικογενειακής τους ζωής. Την παραπέρα μείωση των διορισμών στην εκπαίδευση και την καταδίκη σε χρόνια ανεργία των πτυχιούχων ειδικά των Παιδαγωγικών Τμημάτων που η επαγγελματική απορρόφηση ήταν σχετικά εύκολη. Στου πτυχιούχους των καθηγητικών σχολών θα μεγαλώσει ακόμα περισσότερο τη χρόνια ανεργία τους. Όλα αυτά βέβαια για τους μαθητευόμενους μάγους του νεοφιλελευθερισμού στο Υπουργείο Παιδείας είναι ασφαλώς θετικά , αφού πολιτική τους επιδίωξη είναι η μεγάλη αριθμητική μείωση του εκπαιδευτικού σώματος , στα παλίσια της εξοικονόμησης πόρων που επιτάσσει η Τρόικα από την εκπαίδευση. Η δε αύξηση της ανεργίας τους είναι παντελώς αδιάφορη, ως μέλη ως ενός κυβερνητικού μορφώματος που στέκεται απόλυτα εχθρικά απέναντι σε κάθε κοινωνική ανάγκη και λαϊκή απαίτηση.

3. Τη χειροτέρευση της πρόσβασης στο σχολείο και για το μαθητή της επαρχίας και για το μαθητή των μεγάλων αστικών κέντρων. Τα μέχρι και δέκα χιλιόμετρα που θα πρέπει να διανύσει ο μαθητής δυο φορές καθημερινά θα πρέπει να συσχετισθούν με τις κυκλοφοριακές συνθήκες των μεγάλων αστικών κέντρων και με τις συνθήκες του οδικού δικτύου της επαρχίας, ειδικά κατά τη χειμερινή περίοδο. Έτσι οι μαθητές θα υποβάλλονται καθημερινά σε μια διπλή κόλαση. Οι μετακινήσεις θα παρουσιάσουν στην πορεία και άλλα προβλήματα καθώς ανατίθενται στου Καλλικρατικούς Δήμους, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι υπερχρεωμένοι και ξεκινούν τη νέα πορεία τους με σημαντική μείωση των δαπανών τους. Είναι αμφίβολο αν οι περισσότεροι απ’ αυτούς θα μπορέσουν ν’ ανταποκριθούν σε πολυδάπανες καθημερινές μετακινήσεις μαθητών. Το πράγμα οδηγεί σε ανταποδοτικούς φόρους από την πλευρά των δήμων ή σε φορολόγηση των ίδιων των γονέων για τη μεταφορά των παιδιών τους. Η δυσκολία της πρόσβασης στο σχολείο έχει αναγνωριστεί από την κοινωνιολογική εκπαιδευτική έρευνα ως αιτία σχολικής διαρροής.

Όλα αυτά βέβαια για την ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας είναι παντελώς αδιάφορα αφού οι στόχοι της πολιτικής που έχει χαράξει είναι απόλυτα ανταγωνιστικοί και εχθρικοί για το σύνολο της εργαζόμενης κοινωνικής πλειοψηφίας. Αποκλειστικότητα για το ΠΑΣΟΚ και την άθλια κυβέρνησή του έχει το συμφέρον του τοκογλύφου ν΄ συνεχίζει ν΄ απομυζά από τις σάρκες τις κοινωνίας τον παραγόμενο πλούτο , παρά αυτός ο πλούτος να διατίθενται για την κάλυψη βασικών κοινωνικών αναγκών. Η ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας όλο και περισσότερο ανακαλύπτει τη γοητεία των νεοφιλελευθέρων δογμάτων για την εκπαίδευση.Τα κουπόνια , η αγορά , η αποκέντρωση αποτελούν πλευρές μια ανιστόρητης και αντικοινωνικής θεώρησης του σχολείου και της κοινωνίας που κοινωνικά έχει χρεοκοπήσει , αφήνοντας πίσω της αμάθεια , κοινωνική αδικία και εξαθλίωση. Βέβαια τα νεοφιλελεύθερα δόγματα που προωθεί σήμερα η ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας για αποκέντρωση, με την ένταξη των σχολείων στην τοπική αυτοδιοίκηση και για φόρτωση των εξόδων λειτουργίας του σχολείου στους γονείς δεν είναι καθόλου πρωτότυπα. Υπάρχει η ανάλογη ιστορική εμπειρία του 19ου αιώνα όπου η λειτουργία των δημοτικών σχολείων τότε αφέθηκε σε φτωχούς και εντελώς αδύναμους δήμους , οι οποίοι αδυνατούσαν ν’ ανταποκριθούν στοιχειωδώς στις απαιτήσεις τους. Η σχολική διαρροή στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση παρέμεινε σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα σ’ όλο τον 19ο αιώνα, πάρα το γεγονός ότι από τη στιγμή(1834) της συγκρότησής της θεσμοθετήθηκε η υποχρεωτική φοίτηση στο δημοτικό. Το επίπεδο εκπαίδευσης εξαρτήθηκε άμεσα από την οικονομική και κοινωνική κατάσταση του κάθε Δήμου και της δυνατότητας του ταμείου του να χρηματοδοτεί τα σχολεία του. Οι πιο φτωχοί , χωρίς οικονομική ανάπτυξη δήμοι απομονωμένων επαρχιακών περιοχών ήταν αυτοί που παρουσίασαν και το χαμηλότερο εκπαιδευτικό επίπεδο. Η ιστορία της εκπαίδευσης όταν προσεγγίζεται κριτικά και πέρα από τις δεσμεύσεις των ευρωπαϊκών και άλλων κρατικών προγραμμάτων μπορεί να αποτελέσει ένα πολύτιμο εργαλείο κατανόησης της σύγχρονης πραγματικότητας.

ΧΡ. ΡΕΠΠΑΣ


1. Αναλυτικότερα Χρ. Τζήκας : (2010) Χρηματοδότηση της Εκπαίδευσης και πρόσβαση στο σχολείο: ένα παράδειγμα από την πρωτοβάθμια εκπαίδευση του 19ου αιώνα, περ. Εκπαιδευτική Κοινότητα , 96, 2010, σελ. 23-31, εδώ 27-29

Υ.Γ. Αν οι μαθητευόμενοι μάγοι του νεοφιλελευθερισμού στο Υ.Π.ΔΜ.Θ ενδιαφέρονται έστω και στο ελάχιστο για τα αποτελέσματα της πολιτικής τους μπορεί η ιστορική εμπειρία του συστήματος της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης στον 19Ο αιώνα να τους διαφωτίσει σε τι είδους εκπαίδευση οδηγούν οι σύγχρονες πραγματικότητες της ‘’αποτελεσματικότητας’’ και της ‘’εξοικονόμησης πόρων’’ που οι ίδιοι μαζί με την Τρόικα σχεδιάζουν. Επ’ αυτού : Χρ. Τζήκας: (2010) Χρηματοδότηση της Εκπαίδευσης και πρόσβαση στο σχολείο: ένα παράδειγμα από την πρωτοβάθμια εκπαίδευση του 19ου αιώνα περ. Εκπαιδευτική Κοινότητα , 96, 2010, σελ. 23-31, αλλά και για το είδος του εκπαιδευτικού που διαμορφώνουν οι μεταρρυθμίσεις τους και πάλι η ιστορική εμπειρία είναι διδακτική. Επ’ αυτού : Χαρ. Νούτσος : Προτείνω την απόλυσιν Η ιδεολογία της καθηγητικής ευθύνης το 19ο αιώνα στην Ελλάδα , εκδ. Βιβλιόραμα, Αθήνα 2004 και Ι. Πυργιωτάκης , Δάσκαλοι και Κοινοβουλευτισμός στην Ελλάδα του 19Ου αιώνα, στο Ι. Πυργιωτάκης(1993):Η Οδύσσεια του Διδασκαλικού Επαγγέλματος, εκδ. Αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, σελ. 87- 138

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2011

Ολόκληρο το πολιτικό σύστημα σε ενιαίο μέτωπο απέναντι στο λαό ,του Δημήτρη Καζάκη

Ολόκληρο το πολιτικό σύστημα σε ενιαίο μέτωπο απέναντι στο λαό

από ciaoant1 10:22πμ, Τετάρτη 16 Μαρτίου 2011
(Τροποποιήθηκε 10:22πμ, Τετάρτη 16 Μαρτίου 2011)
θεματικές: Οικονομία
http://www.inprecor.gr/index.php/archives/42890

inlovewithlife.wordpress.com

του Δημήτρη Καζάκη

Η τελευταία συνάντηση των πολιτικών αρχηγών με τον πρωθυπουργό απέδειξε με τον πιο καθαρό τρόπο την συνέργεια όλων στην πορεία της ελεγχόμενης χρεοκοπίας που έχει επιλεγεί για την χώρα και τον λαό της. Μπροστά στις κρίσιμες αποφάσεις της Συνόδου Κορυφής στις 11 και 25 Μαρτίου, ο πρωθυπουργός επεδίωξε και πήρε την συναίνεση όλων των πολιτικών δυνάμεων του κοινοβουλίου. Η «λύση-πακέτο» που θα επιβληθεί στη χώρα και ο λαός της θα έχει την υπογραφή όχι μόνο της κυβέρνησης, αλλά και της ΝΔ, του ΚΚΕ, του ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ και φυσικά του ΛΑΟΣ. Κι αυτό ανεξάρτητα από το τι προφάσεις θα βρουν να επικαλεστούν.

Για άλλη μια φορά ο ελληνικός λαός αντιμετωπίζει το πολιτικό σύστημα των συνενόχων του εγκλήματος που συντελείται εναντίον του. Και λέμε για μια ακόμη φορά, γιατί τα κόμματα της αντιπολίτευσης, δεξιά και αριστερά, αποδέχτηκαν πλήρως το πραξικόπημα της 6ης Μαίου 2010, με βάση το οποίο η κυβέρνηση επέβαλε το καθεστώς του μνημονίου και της δανειακής σύμβασης, ανατρέποντας κάθε έννοια έννομης συνταγματικής τάξης στη χώρα. Ολόκληρο το σύστημα δικαίου και δικαιωμάτων στη εργασία, στην κοινωνία και την πολιτική καταλύθηκε προκειμένου να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα των δανειστών και των οργάνων τους.

Ωστόσο, τα κόμματα της λεγόμενης αντιμνημονιακής αντιπολίτευσης δεν έκαναν απολύτως τίποτε για να αποτρέψουν και να ανατρέψουν το πραξικόπημα αυτό. Μόνο κάποιες ξεψυχισμένες διαδηλώσεις διαμαρτυρίας για το θεαθήναι και για την εκτόνωση της λαϊκής οργής. Αποδείχτηκε ότι δεν έχουν κανένα δημοκρατικό αντανακλαστικό και γιʼ αυτό δεν ενδιαφέρθηκαν ούτε καν να παγώσουν τις εργασίες του κοινοβουλίου ή να απονομιμοποιήσουν την κυβερνητική πολιτική με την αποχώρησή τους από την βουλή. Τι νόημα έχει να κρατάνε την βουλευτική τους έδρα σε ένα κοινοβούλιο που έχει ουσιαστικά καταλυθεί και λειτουργεί ως φύλλο συκής του καθεστώτος της νέας κατοχής;

Σκεφτείτε την πολιτική κρίση που θα είχε προκύψει αν έστω η αριστερά είχε παραιτηθεί από τις έδρες της στο κοινοβούλιο και κατέβαινε στο λαό με μόνο σκοπό την οργάνωση της πάλης του για την ανατροπή της κυβέρνησης και του καθεστώτος της τρόικας. Τι θα σήμαινε για τη νομιμότητα μιας κυβέρνησης που θα συνέχιζε να κυβερνά με άδεια τα έδρανα της αντιπολίτευσης, ιδίως της αριστεράς; Τι θα σήμαινε για το κύρος και το γόητρο της ίδιας της αριστεράς αν έδειχνε στην πράξη πόσο διαφέρει από το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα;

Τίποτε απʼ όλα αυτά δεν είδαμε. Αποδείχτηκε ότι κανένας τους δεν είχε ούτε καν την τσίπα να παραιτηθεί από το κοινοβουλευτικό του αξίωμα ώστε να μην νομιμοποιήσει με την παρουσία του την πολιτική συντριβής των εργατικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, βίαιης εξαθλίωσης της κοινωνίας και κατάλυσης κάθε έννοιας κυριαρχίας υπέρ των δανειστών και της τρόικας. Το μόνο που τους νοιάζει είναι να διατηρήσουν τις εδρούλες τους, να συνεχίσουν την απορρόφηση των κρατικών ενισχύσεων και να λειτουργούν ως ακίνδυνη αντιπολίτευση ενός καθεστώτος οδοστρωτήρα κάθε κοινωνικού, εργατικού και πολιτικού δικαιώματος. Αυτή είναι η κοινωνική και ταξική ευαισθησία που διαθέτουν.

Όμως, αυτό που συνέβη με την τελευταία επίσκεψη στον πρωθυπουργό ξεπερνά κάθε όριο. Με την κυβέρνηση να παίζει σε όλους τους τόνους το χαρτί της συναίνεσης, θα περίμενε κανείς μια διαφορετική στάση από τους ηγέτες ιδίως της αριστεράς. Αυτό δεν έγινε. Όλοι τους τρέξανε να προσφέρουν χέρι βοηθείας, όπως μπορούσε κανείς, στη νέα τροπή της διαδικασίας ελεγχόμενης χρεοκοπίας που έχει επιβληθεί στη χώρα.

Για να δούμε πιο συγκεκριμένα: Η στάση του κ. Σαμαρά και της ΝΔ δεν νομίζω ότι ξαφνιάζει κανέναν. Μετά το τέλος της συνάντησης, έκανε την ακόλουθη δήλωση:

«Στη συνάντησή μας, ο κ. Παπανδρέου με ενημέρωσε για την πρόθεσή του να θέσει στις επόμενες συναντήσεις Κορυφής της Ε.Ε., τα ζητήματα διαχείρισης του Χρέους.
Του απάντησα ότι η Ν.Δ. στήριξε εξαρχής και στηρίζει αποφασιστικά, υπεύθυνα και σε κάθε ευκαιρία:
Πρώτον, το Ευρωομόλογο.
Δεύτερον, το Αναπτυξιακό Ευρωπαϊκό Ομόλογο,
Τρίτον, την επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής του Δανείου των 110 δισ.,
Τέταρτον, τη μείωση του κόστους δανεισμού.
Και, πέμπτον, την επαναγορά των ελληνικών Ομολόγων.
Τις θέσεις αυτές, μάλιστα, τις προώθησα και συνεχίζω να τις προωθώ και προς τους αξιωματούχους της Ε.Ε. (Τρισέ, Ρομπάι, Γιούνκερ, Μπαρόζο, Όλι Ρεν, Μαρτένς), που ήδη έχω συναντήσει, αλλά και προς τους Ομολόγους μου στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, ιδιαίτερα εκείνων των χωρών που αντιμετωπίζουν παρόμοια με την Ελλάδα προβλήματα, όπως είναι η Ισπανία, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία.
Όμως, έχω επανειλημμένα τονίσει, ότι η ικανοποίηση αυτού του πακέτου, σε καμιά περίπτωση δεν θα πρέπει να συνδεθεί με νέα, σκληρά μέτρα για την Ελληνική Οικονομία.
Και είναι για μας αυτονόητο, ότι ακόμα και αν εξασφαλίζαμε ευνοϊκές αποφάσεις για τη διαχείριση του χρέους, όπως π.χ. για την επιμήκυνση, κάτι τέτοιο από μόνο του δεν θα μας έλυνε το πρόβλημα.
Γιατί το πρόβλημα σήμερα είναι η ασφυξία που προκαλεί στην ελληνική οικονομία το ίδιο το Μνημόνιο. Και βασική του λύση, είναι η δραστική αλλαγή των όρων του Μνημονίου».

Το πρόβλημα λοιπόν κατά τον κ. Σαμαρά είναι η επίσημη μετατροπή του δημόσιου χρέους σε μοχλό πλήρους εξάρτησης της Ελλάδας από τον νέο μηχανισμό διαχείρισης των χρεοκοπιών στην ευρωζώνη. Η πλήρης ταύτιση του κ. Σαμαρά με τους πιο ασύδοτους κερδοσκόπους φαίνεται και από το γεγονός ότι εμφανίστηκε να λατρεύει τα ευρωομόλογα. Αυτοί που πρώτοι εμπνεύστηκαν τα ευρωομόλογα είναι οι ειδικοί των Hedge Fund ήδη από το 2008, δηλαδή σε ανύποπτους καιρούς για την ευρωζώνη. Σήμερα με ντόπιους και ξένους κερδοσκόπους επενδυτές να έχουν δεσμεύσει σημαντικά κεφάλαια σε ομόλογα κρατών υπό χρεωκοπία, το ευρωομόλογο αποτελεί μάννα εξ ουρανού. Έστω κι αν η εφαρμογή αυτό που θα κάνει τελικά είναι να γενικεύσει ακόμη περισσότερο τη διαδικασία της χρεοκοπίας, αγκαλιάζοντας ακόμη και τη Γερμανία.

Τι νοιάζει τον κ. Σαμαρά; Αυτός εκτελεί διατεταγμένη υπηρεσία υπέρ των κερδοσκόπων, όπως και η κυβέρνηση. Η αποστολή τους είναι να εξασφαλίσουν τα συμφέροντα των πιο παρασιτικών κυκλωμάτων των αγορών κεφαλαίου, εντός και εκτός Ελλάδας. Κυκλώματα που ξέρουν να κερδίζουν μόνο ή κύρια από την λεηλασία λαών και τη διάλυση ολόκληρων χωρών.

Όσα φέρεται να ζήτησε ο κ. Σαμαράς από τον πρωθυπουργό δεν διαφέρουν σε τίποτε από αυτά που επισήμως ζητά και η ίδια η κυβέρνηση. Ούτε κουβέντα για την «οικονομική διακυβέρνηση», που καταργεί και τα τελευταία υπολείμματα ανεξαρτησίας στην άσκηση οικονομική πολιτική κάθε κράτους-μέλους, μετατρέποντας επισήμως τι κυβερνήσεις και τα εθνικά κοινοβούλια σε ιμάντες μεταβίβασης των εντολών και των υποδείξεων των κεντρικών οργάνων της ευρωζώνης. Ούτε λέξη επίσης για το «σύμφωνο ανταγωνιστικότητας», που συζητά το Συμβούλιο Κορυφής, το οποίο φιλοδοξεί να καταργήσει ακόμη και την έννοια του μισθού, αντικαθιστώντας το με ένα είδος επιδόματος εργασίας για το οποίο θα αποφασίζει μονομερώς η εργοδοσία και η ανταγωνιστικότητα της επιχείρησης.

Συνεπώς όταν λέει ο κ. Σαμαράς «ότι η ικανοποίηση αυτού του πακέτου, σε καμιά περίπτωση δεν θα πρέπει να συνδεθεί με νέα, σκληρά μέτρα για την Ελληνική Οικονομία,» απλά εμπαίζει το ακροατήριό του. Κι αυτό γιατί πώς φαντάζεται να εφαρμοστεί για παράδειγμα το «σύμφωνο ανταγωνιστικότητας»; Με χάδια, ή με αυξήσεις μισθών και συντάξεων;

Όμως μην ανησυχείτε επισκέφτηκε τον πρωθυπουργό και το αγλάισμα της αριστεράς, ο κ. Τσίπρας. Μετά τη συνάντηση, ο πρόεδρος της ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ δήλωσε τα εξής:

«Με τον πρωθυπουργό έχουμε μια διαφορετική φιλοσοφία. Εμείς πιστεύουμε ότι αυτοί που πρέπει να πιεστούν είναι οι δανειστές και οι εταίροι, όχι να πιεστούν ο ελληνικός λαός και τα πολιτικά κόμματα να συναινέσουν στην καταστροφική επιλογή του Μνημονίου.» Προφανώς ο κ. Τσίπρας επισκέφτηκε τον πρωθυπουργό για να κάνει φιλοσοφικές συζητήσεις, διότι μάλλον δεν έχει ιδέα του τι παίζεται στην Σύνοδο Κορυφής. Ίσως γιατί πιστεύει ακόμη ότι η χρεοκοπία είναι παραμύθι χωρίς δράκο.

«Καταθέσαμε τις απόψεις μας στον πρωθυπουργό σε σχέση και με το Σύμφωνο Ανταγωνιστικότητας. Ένα Σύμφωνο που κατά την δική μας εκτίμηση αποτελεί το ευρωπαϊκό Μνημόνιο και μάλιστα πιο σκληρό και πιο επώδυνο, διότι είναι αόριστης διάρκειας, χωρίς περιορισμένο χρονικό ορίζοντα. Και κατά την εκτίμηση τη δική μας και της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, αποτελεί και το τέλος της πολιτικής. Το τέλος της διαπραγμάτευσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Εξηγήσαμε στον πρωθυπουργό ότι καμιά κυβέρνηση δεν μπορεί να υιοθετήσει μια τέτοια προοπτική ερήμην της λαϊκής βούλησης,» δήλωσε επίσης ο κ. Τσίπρας αφήνοντας εκτός το ζήτημα της «οικονομικής διακυβέρνησης».

Αλήθεια ποιον αντιπροσωπεύει ο κ. Τσίπρας; Μερίδα του ελληνικού λαού, ή τους πολιτικούς γραφειοκράτες της Ευρωπαϊκής Αριστεράς; Τι προέχει στους πολιτικούς του προβληματισμούς, το καλό των εργαζομένων αυτής της χώρας, ή τα ιδεολογήματα της νομοταγούς Ευρωπαϊκής Αριστεράς; Προφανώς τα δεύτερα. Άλλωστε με αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζουν και οι παρατρεχάμενοι το δάχτυλο στο μέλι, δηλαδή στα ευρωπαϊκά κονδύλια.

Ο κ. Τσίπρας, όσο κι αν το αρνείται, έχει την ίδια πολιτική φιλοσοφία με τον κ. Παπανδρέου: προτάσσει το συμφέρον των μηχανισμών της ευρωζώνης και της ΕΕ, έναντι των συμφερόντων του εργαζόμενου λαού και του τόπου. Γιʼ αυτό και η κριτική του είναι και παραμένει διαχειριστική: «Εξήγησα στον πρωθυπουργό ότι η εμπλοκή του λαϊκού παράγοντα στις εξελίξεις δεν είναι παράγοντας αποσταθεροποίησης. Αντιθέτως, μπορεί να δώσει δύναμη και ισχύ στη διαπραγματευτική ικανότητα της χώρας. Του κατέθεσα, λοιπόν, την πρόταση για να αρνηθεί το Σύμφωνο Ανταγωνιστικότητας και να προσφύγει σε δημοψήφισμα στον ελληνικό λαό.»

Εδώ η γελοιότητα συναντά την πολιτική απάτη. Η κυβέρνηση με δεδομένη τη δανειακή σύμβαση με βάση την οποία έχει καταλυθεί η άσκηση κυριαρχίας της χώρας και έχει παραδοθεί εκ προοιμίου το σύνολο του εθνικού πλούτου, καλείται να διαπραγματευθεί. Με ποιόν; Με αυτούς που επέβαλαν το μνημόνιο και τη δανειακή σύμβαση. Αν προσέξετε ο κ. Τσίπρας δεν λέει κουβέντα για τη δανειακή σύμβαση, ούτε βέβαια για ανατροπή του μνημονίου, ενώ τις λαϊκές κινητοποιήσεις τις βλέπει σαν μοχλό πίεσης της κυβέρνησης. Ζήτω η δημοκρατία. Κι από πάνω βάζει ως κερασάκι και το δημοψήφισμα, μπας και ξεγελαστεί κανείς αρκετά ανόητος οπαδός του. Για ποιο θέμα; Μα φυσικά για το «σύμφωνο ανταγωνιστικότητας», για την διασφάλιση της επικυριαρχίας των ευρωκρατών.

Όσο για την κρίση χρέους και την χρεοκοπία της χώρας ο κ. Τσίπρας δεν έχει ακούσει τίποτε. Είναι πολύ ευρωπαίος για να ασχολείται με περιφερειακές χώρες σαν την Ελλάδα. Προέχουν τα ευρωπαϊκά ιδεώδη του λεβαντινοραγιαδισμού. «Πιστεύουμε ότι το τελευταίο ισχυρό διαπραγματευτικό όπλο που έχει μείνει στην ελληνική πλευρά σε ευρωπαϊκό επίπεδο είναι ο πρωθυπουργός να πει δημόσια την αλήθεια. Να πει δημόσια την αλήθεια για την αποτυχία του μνημονίου, για την αποτυχία αυτής της πολιτικής που μας βυθίζει στην παγίδα του χρέους, σʼ αυτό το φαύλο κύκλο χρέους – λιτότητας – ύφεσης – χρέους. Αν δεν βγούμε από αυτή την παγίδα, αν δηλαδή δεν ακολουθήσουμε μια εντελώς διαφορετική πολιτική παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας, αναδιανομής του πλούτου και ανάπτυξης, τότε δεν θα καταφέρουμε γλιτώσουμε τη χρεοκοπία, την οικονομική και κοινωνική,» συνέχισε να δηλώνει ο κ. Τσίπρας.

Ας προσέξουμε τον ειρμό και τις θέσεις του. Το πρόβλημα του χρέους δεν υπήρχε πριν το μνημόνιο, αλλά ο φαύλος κύκλος χρέους – λιτότητας – ύφεσης – χρέους εμφανίστηκε μόλις τους τελευταίους μήνες χάρις στην πολιτική της κυβέρνησης. Δεν υπάρχει πρόβλημα χρεοκοπίας λόγω του επαχθούς και απεχθούς δημόσιου χρέους που έχει συσσωρευτεί εδώ και δεκαετίες, αλλά λόγω της κακού μίγματος πολιτικής που εφαρμόζει η κυβέρνηση, όπως θα έλεγε και ο Σαμαράς. Και τι προτείνει ο κ. Τσίπρας: παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, αναδιανομή του πλούτου και ανάπτυξη. Πώς θα γίνει αυτό υπό καθεστώς ευρώ και δανειακής σύμβασης; Πώς είναι δυνατό να υπάρξει παραγωγική ανασυγκρότηση μέσα σε μια οικονομική ζώνη που έχει σχεδιαστεί τα ελλείμματα των ασθενικών οικονομιών σαν την Ελλάδα να τα μετατρέπει σε πλεονάσματα της Γερμανίας; Πώς θα υπάρξει αναδιανομή του πλούτου όταν η χώρα δεν διαθέτει κανένα μακροοικονομικό εργαλείο πολιτικής, ούτε καν το δικό της νόμισμα; Με μαγικό ραβδί, ή με τελετουργίες βουντού;

Μην νομίζετε ότι ο κ. Τσίπρας τα λέει αυτά σοβαρά. Κάτι πρέπει να πει για να συγκαλύψει την ταύτισή του με το πιο αντιδραστικό οικοδόμημα που στήθηκε ποτέ στην Ευρώπη από την εποχή της νέας τάξης του Χίτλερ. Από κει και πέρα έχει έτοιμη την απάντηση και για το χρέος: «Και, βεβαίως, του επανέλαβα την πρόταση της Ευρωπαϊκής Αριστεράς για επαναδιαπραγμάτευση του χρέους σε ευρωπαϊκό επίπεδο, διότι ο ελληνικός λαός δεν οφείλει να υποθηκεύει το μέλλον του επειδή κάποιοι κερδίσανε εις βάρος του όλα τα προηγούμενα χρόνια.» Ο κ. Τσίπρας δεν έχει πρόταση για το τι πρέπει να γίνει με το δημόσιο χρέος της Ελλάδας. Γιʼ αυτό και το παραπέμπει στις καλένδες μιας αναδιαπραγμάτευσης του χρέους σε ευρωπαϊκό επίπεδο και μέχρι να γίνει αυτό, αν γίνει ποτέ, ο λαός και η χώρα μπορεί άνετα να συνεχίσει να ξεπουλιέται και να υπομένει τη δουλοπαροικία χρέους που έχουν επιβάλει οι αρχιτέκτονες της Ευρώπης, τους οποίους τόσο πολύ θαυμάζει.

Όμως μην ανησυχείτε και έρχεται το βαρύ πυροβολικό της αριστεράς, η κ. Παπαρήγα. Ξέρετε ποια εννοώ. Αυτήν που λέει όχι στο διάλογο, αλλά τρέχει κάθε φορά που την καλεί ο πρωθυπουργός. Αυτήν που λέει όχι στη συναίνεση, αλλά δεν έχει να προτείνει κανένα πολιτικό σχέδιο αντιμετώπισης της καταστροφής που υπομένει σήμερα ο εργαζόμενος και η χώρα.

Τι μας είπες λοιπόν η κ. Παπαρήγα εξερχόμενη του Μαξίμου; «Εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε προτάσεις στην κυβέρνηση που στην ουσία είναι να διαλέξουμε με ποιο σκοινί θα κρεμάσουν τον ελληνικό λαό, αν θα είναι μεταξωτό, τρίχινο ή δεν ξέρω τι.» Η κ. Παπαρήγα μας λέει ότι δεν μπορεί να κάνει προτάσεις στην κυβέρνηση, γιατί είναι σαν να διαλέγει με ποιο σκοινί θα κρεμάσουν τον ελληνικό λαό. Πολύ καλά. Προτάσεις προς τον λαό έχει να κάνει; Δεν πρέπει να πει τι πρέπει να κάνει ο λαός και οι εργαζόμενοι για να γλυτώσουν το σκοινί; Ή μήπως πρέπει να τα υποστούν όλα προκειμένου κάποτε να έλθει η λαϊκή οικονομία και η λαϊκή εξουσία που θα τους λύσει όλα τα προβλήματα;

Μπορεί να κάνει κάτι το ΚΚΕ σήμερα ώστε να οργανώσει την πάλη του λαού και των εργαζομένων για να μην έρθουν τα χειρότερα; Προφανώς όχι. Γιʼ αυτό και η κ. Παπαρήγα δήλωσε: «Προβλέπουμε ότι θα υπάρξει κάποια συμφωνία στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης για ελεγχόμενη χρεοκοπία. Οποιαδήποτε όμως συμφωνία κι αν υπάρξει και οποιαδήποτε παραλλαγή, ένα είναι το κρατούμενο: Νέα δυσβάσταχτα, αβάσταχτα μέτρα κατά του ελληνικού λαού, κατά των λαών της Ευρώπης. Επομένως συναίνεση δεν μπορεί να υπάρξει. Έρχονται τα χειρότερα και όσο πιο έτοιμος είναι ο λαός να τα αντιμετωπίσει, αγωνιστικά, ενωτικά, πολιτικά και αποφασιστικά, από καλύτερες θέσεις θα μπορέσει να βλέπει το αύριο».

Ωραία, θαυμάσια, συναίνεση δεν μπορεί να υπάρξει, αλλά τι θα κάνει το ΚΚΕ ώστε ο λαός και οι εργαζόμενοι να γλυτώσουν την ελεγχόμενη χρεοκοπία; Τίποτε απολύτως. Ούτε η κ. Παπαρήγα, ούτε κάποιος άλλος από την ηγετική ομάδα του ΚΚΕ δεν έχει διατυπώσει κάποιο πολιτικό σχέδιο για την αντιμετώπιση της καταστροφής που έρχεται. Είναι ένα ερώτημα αν τους καίγεται καρφί γιʼ αυτό που βιώνει ο λαός και οι εργαζόμενοι, ή έστω αν νοιάζονται καθόλου για τα χειρότερα που έρχονται.

Αν προσέξει κανείς τη δήλωση της κ. Παπαρήγα διαπιστώνει τα εξής ενδιαφέροντα: Καταρχάς άργησε περίπου ένα δεκάμηνο να διαπιστώσει αυτό που ήταν ολοφάνερο ευθύς εξαρχής, δηλαδή ότι η χώρα βαδίζει σε ελεγχόμενη χρεοκοπία στο έλεος του χρηματιστικού κεφαλαίου. Όταν κάποιοι «οπορτουνιστές» σαν του λόγου μας το ανέλυαν ήδη από τις αρχές του περασμένου χρόνου, τα καλόπαιδα της κ. Παπαρήγα μιλούσαν για το «φόβητρο της χρεοκοπίας» και για μπλόφα. Πάλι καλά που έστω και αργά αντιλήφθηκε αυτό που έχει αντιληφθεί εδώ και καιρό ακόμη κι ο τελευταίος εργαζόμενος. Όμως τι προτίθεται να κάνει ενάντια στην ελεγχόμενη χρεοκοπία; Ποιο είναι το πολιτικό σχέδιο που έχει να προτείνει η κ. Παπαρήγα ώστε να αποφύγει, να αποκρούσει η εργαζόμενη κοινωνία την ελεγχόμενη χρεοκοπία; Εδώ και τώρα, όχι στις ιστορικές καλένδες, όταν και όποτε πάρει την εξουσία το ΚΚΕ, δηλαδή φέξε παπά μου και γλύστρισα. Υπάρχει τέτοιο σχέδιο; Όσο το έχετε δει εσείς, άλλο τόσο το έχει η κ. Παπαρήγα και η ηγετική ομάδα του ΚΚΕ.

Όταν όμως βγαίνεις και ανακοινώνεις ότι επέρχεται ελεγχόμενη χρεοκοπία, χωρίς ταυτόχρονα να προτείνεις κάποιο άμεσο πολιτικό σχέδιο αποτροπής, τότε εκτελείς χρέη προάγγελου μιας υποτίθεται αναπόφευκτης πολιτικής. Με άλλα λόγια η κ. Παπαρήγα βγήκε να προετοιμάσει το έδαφος εκ μέρους της κυβέρνησης και όχι να αντιστρατευτεί τις πολιτικές επιλογές της, όσο κι αν λέει ότι δεν παρέχει συναίνεση. Δεν παρέχει συναίνεση μόνο αυτός που δεν αρκείται να διαφωνεί, ή να καταγγέλλει την επίσημη πολιτική, αλλά οργανώνει την πάλη για να την ανατρέψει εδώ και τώρα. Αλλιώς είναι άλλα λόγια να αγαπιόμαστε.

Επιπλέον η κ. Παπαρήγα φαντάζεται πώς η ελεγχόμενη χρεοκοπία δεν είναι και τίποτε ιδιαίτερο σε σχέση με ότι συνέβαινε μέχρι τώρα. Απλά θα προσθέσει νέα βάρη στις πλάτες των εργαζομένων. Αν δεν είναι απολογητική στάση αυτή, τότε τι είναι; Η ελεγχόμενη χρεοκοπία, όπως και κάθε χρεοκοπία, δεν είναι απλά η επιβολή πιο αντιλαϊκών πολιτικών, αλλά το ξεκλήρισμα της εργαζόμενης κοινωνίας χωρίς προοπτική ανάκαμψης. Σημαίνει τη διάλυση της οικονομίας και του κοινωνικού ιστού προς όφελος της χρηματιστικής ολιγαρχίας. Σημαίνει γενικευμένη καταστολή δικαιωμάτων και ελευθεριών στο χώρο της εργασίας και της πολιτικής. Ενδιαφέρεται η κ. Παπαρήγα να αποτραπεί αυτή η ελεγχόμενη χρεοκοπία; Ούτε κατά διάνοια.

Η ηγετική ομάδα του ΚΚΕ θεωρεί ότι τα χειρότερα που έρχονται, δηλαδή η ελεγχόμενη χρεοκοπία, μπορεί να ξεκληρίσουν κυριολεκτικά την εργατική τάξη και την κοινωνία γενικά, αλλά θα αποφέρουν πολιτικά οφέλη για την ίδια. Πιστεύει ότι τα πράγματα μπορεί να αλλάξουν δραματικά για την μέση εργαζόμενη οικογένεια, αλλά για τους επαγγελματίες της πολιτικής δεν θα αλλάξουν πολύ. Κι έτσι η απλή διαφοροποίηση και οι κορώνες περί μη συναίνεσης υποτίθεται ότι αρκούν για να κερδίσουν ψήφους στις ερχόμενες εκλογές και να εξασφαλίσουν την μακροημέρευση του κομματικού μηχανισμού. Έτσι ακριβώς σκέφτονται, όχι μόνο στην κορυφή του ΚΚΕ, αλλά στο σύνολο των ηγεσιών της αριστεράς.

Αυτός είναι ο λόγος που δεν τους καίγεται καρφί για την ελεγχόμενη χρεοκοπία, εκτός ίσως από την καταγγελία της επίσημης πολιτικής. Δεν τους καίγεται καρφί για την κόλαση που βιώνουν ήδη, αλλά και θα βιώσουν ακόμη πιο έντονα οι εργαζόμενοι. Ούτε νοιάζονται για το αν θα μπορέσει η ίδια η χώρα να επιβιώσει αυτής της περιπέτειας.

Μπορεί στη θεωρία να λέμε ότι οι κρίσεις του καπιταλισμού είναι ιστορικά παροδικά και περιοδικά φαινόμενα, αλλά όταν πρόκειται για μια παγκόσμια κρίση, η παροδικότητα και η περιοδικότητά της δεν αφορούν σε όλα τα οργανικά μέρη της. Αυτό σημαίνει ότι είναι πολύ πιθανό να δούμε την ανάκαμψη κάποτε – αν και σήμερα δεν είναι ακόμη ορατή – της παγκόσμιας οικονομίας, αλλά να υπάρξουν χώρες εξαρτημένες που δεν θα ανακάμψουν ποτέ. Κι μια από αυτές τις υποψήφιες είναι και η Ελλάδα.

Γιʼ αυτό και η στάση της αριστεράς, πρώτα και κύρια της ηγετικής ομάδας του ΚΚΕ, δεν είναι απλά εγκληματική, είναι από κάθε άποψη προδοτική του λαού και της εργατικής τάξης στην πιο κρίσιμη φάση της ιστορίας τους, μπροστά στην πιο κρίσιμη μάχη που έχουν να δώσουν από την εποχή της κατοχής. Είναι η εποχή που ο καθένας διαλέγει στρατόπεδο, η ίδια η κοινωνία και η πολιτική διχάζονται και πολώνονται σε τέτοιο βαθμό που οι διαφορές του λαού και των εργαζομένων με το κυρίαρχο σύστημα μπορούν να λυθούν μόνο με όρους εξέγερσης, με όρους κοινωνικής επανάστασης. Άλλη διέξοδος μπροστά στην εργαζόμενη κοινωνία δεν υπάρχει, παρά μόνο η ολοκληρωτική καταστροφή.

Επομένως η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις δεν βρίσκεται στο ποιος συναινεί ή όχι στα λόγια, αλλά ποιος προετοιμάζει, διευκολύνει και οργανώνει την επαναστατική πάλη του λαού και της εργατικής τάξης σήμερα, εδώ και τώρα. Όχι διακηρύσσοντας την έφοδο προς τον ουρανό, την διεκδίκηση της χίμαιρας, αλλά προτάσσοντας πολιτικά αιτήματα άμεσα υλοποιήσιμα που μπορούν να συσπειρώσουν ένα σύγχρονο παλλαϊκό κίνημα ανατροπής του καθεστώτος ελεγχόμενης χρεοκοπίας. Και παλλαϊκό κίνημα, για να θυμηθούμε τον Λένιν, «δεν πρέπει να εννοούμε καθόλου ένα κίνημα που – στις συνθήκες της αστικοδημοκρατικής επανάστασης – θα είναι αλληλέγγυα μʼ αυτό ολόκληρη η αστική τάξη ή έστω και η φιλελεύθερη αστική τάξη. Έτσι βλέπουν το ζήτημα μόνο οι οπορτουνιστές. Όχι. Παλλαϊκό είναι το κίνημα που εκφράζει τις αντικειμενικές ανάγκες όλης της χώρας και κατευθύνει όλα τα σκληρά χτυπήματά του ενάντια στις κεντρικές δυνάμεις του εχθρού, ο οποίος εμποδίζει την ανάπτυξη της χώρας. Παλλαϊκό, είναι το κίνημα που το υποστηρίζει η συμπάθεια της τεράστιας πλειοψηφίας του πληθυσμού.»[1]

Όποιος σήμερα αντιτάσσεται στη δημιουργία ενός τέτοιου παλλαϊκού κινήματος στην βάση των παλιών αστικο-δημοκρατικών επαναστατικών συνθημάτων της μη αναγνώρισης και διαγραφής του χρέους, της εξόδου από το ευρώ στην προοπτική αποσύνδεσης από την ΕΕ, την εθνικοποίηση των τραπεζών, της παραγωγικής ανασυγκρότησης προς όφελος του λαού και της κατάκτησης της δημοκρατίας στη βάση της λαϊκής κυριαρχίας και της εθνικής ανεξαρτησίας – τα οποία σήμερα καμμιά αστική δύναμη δεν μπορεί να υιοθετήσει και πολύ περισσότερο να υλοποιήσει – τότε είναι δύναμη αντεπαναστατική, αντιδραστική και προδοτική. Πρόκειται για μια δύναμη εφεδρεία του κυρίαρχου συστήματος, Πέμπτη Φάλαγγα στα μετόπισθεν του λαού. Όσους αντικαπιταλισμούς κι αν επικαλείται. Όπως κι αν αυτοπροσδιορίζεται. Έστω κι αν πρόκειται για τη σημερινή ηγετική ομάδα του ΚΚΕ, που με τη στάση, την ιδεολογία και την πολιτική της σέρνει ένα κόμμα ηρώων και μαρτύρων, το μόνο κόμμα της εργατικής τάξης που υπήρξε ιστορικά, στη λάσπη της κοινωνικής απαξίωσης και του εξευτελισμού, τσακίζοντας την μόνη πολιτική δύναμη που θα μπορούσε να λειτουργήσει καταλυτικά στη ανάδειξη ενός ρωμαλέου παλλαϊκού επαναστατικού κινήματος.


--------------------------------------------------------------------------------
[1] Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τ. 22, σ. 294-95.