Αμέσως μετά την μυστική σύσκεψη στο Λουξεμβούργο στις 6/5, η οποία αποκαλύφθηκε από διατεταγμένο δημοσίευμα του Der Spiegel, άρχισε ένα πραγματικό όργιο προπαγάνδας. Η κατακλείδα: «μας διώχνουν από το ευρώ»! Η αλήθεια βέβαια είναι ότι καμμιά τέτοια πρόθεση ή σκέψη δεν υπάρχει από μέρους των ισχυρών της ευρωζώνης, των ευρωκρατών και των τραπεζιτών της. Κι αυτό γιατί ξέρουν πολύ καλά τις συνέπειες για ολόκληρη την ευρωζώνη. Το ευρώ για να σταθεί ως νόμισμα χρειάζεται περισσότερο οικονομίες σαν της Ελλάδας, παρά σαν της Γερμανίας. Χρειάζεται τα εξωτερικά και παραγωγικά ελλείμματα της Ελλάδας για να μπορούν να υπάρχουν τα πλεονάσματα της Γερμανίας.
Χρειάζεται τις τεράστιες δανειακές ανάγκες μιας αναιμικής και εξαρτημένης οικονομίας σαν της Ελλάδας ώστε οι μεγάλες τράπεζες να συνεχίσουν να κερδίζουν και να επεκτείνονται.
Αυτό όμως δεν εμπόδισε την κυρίαρχη προπαγάνδα να ξεπεράσει κυριολεκτικά τον εαυτό της. Το γνωστό συγκρότημα ΔΟΛ, όπως πάντα στην ιστορία του, αποτελεί πρωτοπορία του καθεστώτος υποτέλειας, εκποίησης και διάλυσης της χώρας. Πρώτα εις εκ των στελεχών του ο κ. Καρακούσης έδωσε τον τόνο την επαύριο της μυστικής σύσκεψης: «Ουδείς μπορεί να βεβαιώσει ότι η υπάρχουσα πολιτική ηγεσία έχει το πολιτικό και ηθικό βάρος, αλλά και τη διάθεση να εφαρμόσει απρόσκοπτα, χωρίς φόβο και πάθος, το νέο πρόγραμμα διάσωσης της χώρας. Υπό αυτή την έννοια η προσφυγή στις κάλπες ίσως πλέον να είναι και επιβεβλημένη. Αφού υπάρξει η συμφωνία και παρουσιασθεί στον ελληνικό λαό, να ζητηθεί και η κρίση και η ευθύνη του απέναντι στη χώρα. Ο κάθε πολίτης να τοποθετηθεί και με την ψήφο του να επιλέξει αν επιλέγει και στηρίζει τη διάσωση εντός της ευρωζώνης ή την προτιμά χρεοκοπημένη και εκτός της ευρωζώνης. Στις Δημοκρατίες έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχουν αδιέξοδα. Ευρώ με αποδοχή των μέτρων ή χρεοκοπία με δραχμή και ό,τι άλλο ήθελε προκύψει; Ιδού το δίλημμα, χωρίς φόβο και πάθος» (Το Βήμα online)
Ενώ το μεγάλο αφεντικό ο κ. Ψυχάρης στο κύριο άρθρο του Κυριακάτικου Βήματος (22/5), είναι ακόμη πιο ξεκάθαρος: «…Είναι άγραφοι αλλά πασίγνωστοι οι κανόνες που διέπουν τις σχέσεις του δανειολήπτη με τον δανειστή. Συνήθως ο ένας είναι θρασύς τοκογλύφος και ο άλλος ταπεινός επαίτης… Αντίστοιχες είναι οι σχέσεις των ισχυρών κρατών που δανείζουν πτωχές χώρες. Τίποτε δεν είναι δωρεάν στη διεθνή ζωή… Με αυτά τα δεδομένα πρέπει να αξιολογούνται και να αντιμετωπίζονται οι αξιώσεις των δανειστών μας. Φυσικά τα περιθώρια είναι ελάχιστα. Μας δανείζουν με τους όρους τους, αν μας αρέσει. Τελευταία απαίτηση η πολιτική συναίνεση στην Ελλάδα… Συναίνεση δεν είναι η στήριξη της κυβερνητικής πολιτικής αλλά η σύγκλιση των δύο κομμάτων στη μέση οδό. Τέτοια σύγκλιση δεν υπάρχει και φυσικά καθένας των δύο πολιτικών αρχηγών διατηρεί τις απόψεις του. Θα ήταν πολύ διαφορετική η κατάσταση της χώρας αν ο κίνδυνος της οικονομικής καταρρεύσεώς της είχε προκαλέσει κλίμα συναίνεσης και σύγκλιση των πολιτικών δυνάμεων. Αλλά στην προκειμένη περίπτωση οι δύο πολιτικοί αρχηγοί τραβούν διαρκώς το σεντόνι προς το μέρος τους. Βέβαια η έλλειψη συναίνεσης έχει και τα καλά της. Πιστώνεσαι τα κέρδη εις το ακέραιον ή πληρώνεις το μάρμαρο εις ολόκληρον. Σημείωση: Στις δημοκρατίες δεν υπάρχουν αδιέξοδα. Υπάρχουν εκλογές».
Την σκυτάλη πήρε με τη σειρά του ο κ. Δασκαλόπουλος ο οποίος από το βήμα της γενικής συνέλευσης του ΣΕΒ (24/5) είπε: «Προχωρούμε στον δρόμο που επιβάλλει η ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας, με τους όρους και με τις θυσίες, που απαιτεί η παραμονή μας στην ευρωζώνη; Είμαστε διατεθειμένοι να καταβάλουμε το κόστος των αλλαγών, που απαιτούνται για να μην κατέβουμε από το τρένο της Ευρώπης;
Ή αποχωρούμε και πορευόμαστε πλέον μόνοι, χωρίς τους όρους, αλλά και χωρίς τα δισεκατομμύρια των εταίρων μας; Θέλει η κοινωνική πλειοψηφία να προκρίνει έναν δρόμο, που μας οδηγεί στο περιθώριο και την εθνικά υπερήφανη εξαθλίωση;»
Από αυτό το προσκλητήριο δεν θα μπορούσε να λείψει ούτε η κ. Δαμανάκη. Η κυρία επίτροπος εξαργύρωσε για μια ακόμη φορά τις πολιτικές επιλογές της δηλώνοντας στις 25/2: «Η μεγαλύτερη κατάκτηση της μεταπολεμικής Ελλάδας, το ευρώ και η ευρωπαϊκή πορεία της χώρας είναι σε κίνδυνο. Το σενάριο της απομάκρυνσης της Ελλάδας από το ευρώ βρίσκεται πλέον στο τραπέζι καθώς και η μεθόδευσή του. Είμαι υποχρεωμένη να μιλήσω ανοικτά. Έχουμε ιστορική ευθύνη να δούμε το δίλημμα καθαρά: Ή συμφωνούμε με τους δανειστές μας σε ένα πρόγραμμα σκληρών θυσιών με αποτελέσματα, αναλαμβάνοντας τις ευθύνες για το παρελθόν μας ή επιστρέφουμε πίσω στη δραχμή. Όλα τα υπόλοιπα είναι δευτερεύοντα στις σημερινές συνθήκες.»
Το πήρατε το μήνυμα; Ή συναινούμε στην εκποίηση και στη διάλυση της χώρας προς όφελος του ευρώ, των δανειστών και της ολιγαρχίας που για δεκαετίες λεηλάτησαν αυτόν τον τόπο, ή θα μας γυρίσουν στη δραχμή. Το μήνυμα φυσικά είναι τόσο κυνικό που απευθύνεται κυρίως στα δύο μεγάλα κόμματα και στις εφεδρικές δυνάμεις γύρω τους. Πρόκειται για ένα προσκλητήριο συναίνεσης, «συνευθύνης», όπως δήλωσε ο Καρτζαφέρης, και κοινής παράταξης όλων των δυνάμεων του κυρίαρχου συστήματος απέναντι στην μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού που έχει αντιληφθεί πια που μας οδηγούν.
Ωστόσο, το δίλημμα που έθεσαν είναι καθ’ όλα πραγματικό. Στα πλαίσια του ευρώ η Ελλάδα δεν έχει καμμιά πιθανότητα ανάκαμψης, ή πολύ περισσότερο ανάταξης της οικονομίας της. Αυτό σήμερα γίνεται φανερό ακόμη και στους πιο αδαείς. Η χώρα δεν έχει τη δυνατότητα ούτε καν να αντιμετωπίσει το δημόσιο χρέος της με τους όρους που το κάνουν όλες οι άλλες χώρες του πλανήτη. Δεν μπορεί ούτε καν να προχωρήσει σε ήπια ή και φιλική προς τους δανειστές αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους, χωρίς να διακινδυνεύει την επίσημη πτώχευση.
Καθώς επιδεινώνεται η κατάσταση της οικονομίας και το χρέος εκτινάσσεται στα ύψη, τόσο περισσότερα όρνια γυροφέρνουν το κουφάρι της Ελλάδας. Ειδικοί και εταιρείες εκπονούν σενάρια επί σεναρίων για την αναδιάρθρωση του χρέους. Οι περισσότεροι ορέγονται τις παχυλές αμοιβές που συνήθως αρμέγουν οι σύμβουλοι της αναδιάρθρωσης του χρέους.
Σχετικά πρόσφατα το Βήμα (26/4) δημοσίευσε «Τα επτά σενάρια για το χρέος της χώρας που επεξεργάζεται διεθνής οίκος». Σύμφωνα με το δημοσίευμα τα σενάρια αυτά για το ελληνικό χρέος έχει μελετήσει διεθνής νομική εταιρεία, καθώς λόγω της φημολογίας που δεν λέει να κοπάσει έχουν «ανοίξει δουλειές» πάνω σε αυτό από εταιρείες που φιλοδοξούν να παίξουν ρόλο συμβούλου.
Πρόκειται για το γραφείο Cleary Gottlieb Steen & Hamilton το οποίο έχει παρουσία στα μεγάλα χρηματοπιστωτικά κέντρα των ΗΠΑ, της Ευρώπης, της Ασίας και της Λ. Αμερικής. Η συγκεκριμένη εταιρεία έχει παίξει σημαντικό ρόλο στην εθελοντική αναδιάρθρωση του χρέους της Ουρουγουάης το 2003.
Τα σενάρια αυτά έχουν λιγότερη αξία από το χαρτί πάνω στο οποίο έχουν γραφτεί. Πρόκειται για κοινοτοπίες, ή για ασκήσεις επί χάρτου προκειμένου να πλασαριστεί η συγκεκριμένη εταιρεία και τα επιχειρηματικά συμφέροντα, ντόπια και ξένα, που συνδέονται μ’ αυτήν. Τον λόγο μας τον εξηγεί ένας από τους πλέον ειδικούς στην εθελοντική αναδιάρθρωση του χρέους, ο Lee C. Buchheit, συνεργάτης της εν λόγω εταιρείας στο γραφείο της στη Νέα Υόρκη. Ο Buchheit, ο οποίος απέκτησε φήμη λόγω της επιτυχούς εμπλοκής του στην αναδιάρθρωση της Ουρουγουάης, απάντησε πρόσφατα σε ερώτημα που του τέθηκε σχετικά με τη δυνατότητα αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους ως εξής:
«Τοποθετήστε την Ελλάδα στην Πανότια ήπειρο, δώστε της ένα άλλο νόμισμα εκτός από το ευρώ και επαναρυθμίστε την βάση των πιστωτών της έτσι ώστε να μειωθεί η εξαιρετικά επικίνδυνη έκθεση των Ευρωπαϊκών τραπεζών, και τότε θα υπάρξει ελάχιστη αμφιβολία ότι μια ριζική αναδιάρθρωση του χρέους θα ήταν δυνατή. Όμως η πιθανότητα για μια αναδιάρθρωση του χρέους αποκλείεται εκ προοιμίου για μια Ελλάδα που βρίσκεται εντός ευρώ, δαπανά ευρώ και χρωστά σε ευρώ. Γιατί; Η προφανής απάντηση βρίσκεται σε αυτή την ενδεικτική λέξη ‘ευρώ’. Κι ενώ αυτό είναι αληθινό, είναι εν μέρει σωστό. Μια αναδιάρθρωση του Ελληνικού χρέους μπορεί να επιτρέψει ένα σκουλήκι αμφιβολίας να γλιστρήσει στα κεφάλια των αγοραστών των άλλων ευρωπαϊκών κρατικών ομολόγων και ίσως όχι μόνο των κυβερνήσεων που βρίσκονται στη ζώνη της ελιάς. Αυτό το σκουλήκι θα καταναλώσει αναπόφευκτα μονάδες βάσης από τα μελλοντικά κουπόνια των ομολόγων, αλλά πόσες μονάδες βάσης, και για πόσο χρονικό διάστημα κανείς δεν μπορεί να προβλέψει.»
Το αδιέξοδο αυτό το γνωρίζουν πολύ καλά οι ευρωκράτες και οι ντόπιοι κυβερνώντες, αλλά η ανάγκη να προχωρήσουν, όχι τώρα πια με θυσίες, αλλά με τη θυσία του λαού και της χώρας, γίνεται επιτακτική προκειμένου να διασφαλιστούν τα συμφέροντα της χρηματιστικής ολιγαρχίας και του νομίσματός της, του ευρώ. Η μετατροπή της Ελλάδας σε μια διαλυμένη χώρα υπό καθεστώς δουλοπαροικίας του χρέους, εξασφαλίζει όχι βέβαια την επιβίωση του ελληνικού λαού, αλλά την στήριξη του ευρώ. Κι επομένως για οποιονδήποτε στέκει καλά στα μυαλά του, το όλο θέμα του ευρώ δεν μπορεί παρά να τίθεται εξαρχής.
Η αναζήτηση της οικονομικής σταθερότητας στο πεδίο της νομισματικής ρύθμισης αποτελεί μια πολύ παλιά νεύρωση του καπιταλισμού. Έχει την καταγωγή της στα νομισματικά πειράματα του Τζον Λο τον 16ο αιώνα, που οδήγησαν στις πρώτες χρηματοπιστωτικές φούσκες με καταστροφικά αποτελέσματα. Ήταν τόσο απεχθής η εμπειρία από εκείνους τους πρώτους πειραματισμούς του Λο που οι πιο φωτισμένοι εκπρόσωποι της πολιτικής και της οικονομίας για σχεδόν δυο αιώνες αρνήθηκαν να πιστέψουν ότι η κυριαρχία του χρήματος, της πίστης και των χρηματαγορών συνιστούσαν το μέλλον της «οικονομίας της αγοράς, ενώ οι οικονομολόγοι της εποχής αγωνίστηκαν να πείσουν πως η σταθερότητα της οικονομίας δεν εξαρτάται από τη χρηματοπιστωτική σφαίρα αλλά πρωταρχικά από τη διευρυμένη παραγωγή υλικού πλούτου. Μάλιστα, ακόμη κι ο Άνταμ Σμιθ, είχε προειδοποιήσει ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα ότι η ανάγκη για εθνικό χαρτονόμισμα, που εκδίδεται από μια εθνική κεντρική τράπεζα, δεν αφορά τόσο στα μεγάλα κράτη όσο τα μικρά, ώστε να διαθέτουν τους ελάχιστους δυνατούς όρους ελέγχου της οικονομίας τους και το εμπόριό τους να μη γίνεται έρμαιο των ισχυρών νομισμάτων[1]. Μήπως ήξερε κάτι που θέλουν να αγνοούν πολλοί σήμερα;
Όποτε οι διεθνείς κερδοσκοπικές ορέξεις των πιο αντιδραστικών κύκλων του κεφαλαίου γνώριζαν νέες εξάρσεις, όποτε ο άγριος ανταγωνισμός, οικονομικός και πολιτικός, για κυριαρχία στις παγκόσμιες αγορές άναβε, τότε εμφανίζονταν θεωρίες που πρότασσαν ως θεμελιώδη ανάγκη την ύπαρξη ενός ισχυρού παγκόσμιου χρήματος. Τέτοιες ήταν οι νομισματικές αντιλήψεις των μερκαντιλιστών του 17ου αιώνα, που ήθελαν να δικαιολογήσουν την ακόρεστη δίψα για χρυσάφι των μεγάλων αυτοκρατοριών της εποχής. Ανάλογες νευρώσεις διέκριναν και τους θιασώτες του «χρυσού κανόνα», που φαντάζονταν ότι η μετατροπή του χρυσού σε γενικό διεθνές ισοδύναμο για όλα τα νομίσματα θα εξασφάλιζε τη σταθερότητα. Η τραγική αυτή αυταπάτη χάθηκε οριστικά στα συντρίμμια που προκάλεσε το μεγάλο κραχ του 1929.
Η νομισματική προσάρτηση –μιας κι αυτό σημαίνει «παγκόσμιο χρήμα» – αποτελούσε για τις ισχυρές χώρες ένα καλό μέσο για την προώθηση των δικών τους οικονομικών συμφερόντων εις βάρος λιγότερο ισχυρών χωρών. Στη βάση αυτή υπήρξε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και η Λατινική Νομισματική Ένωση, η οποία δημιουργήθηκε στη βάση του χρυσού γαλλικού φράγκου και έγινε για την προώθηση των γαλλικών χρηματιστικών-τοκογλυφικών συμφερόντων. Σ’ αυτήν είχε ενταχθεί και η Ελλάδα. Η εμπειρία για τη χώρα μας υπήρξε καταστροφική, έστω κι αν και οι τότε κυβερνώντες εκθείαζαν τη σύνδεση της δραχμής με το «ισχυρό φράγκο» ως παγίωση της «σταθερότητας» και του «αναπτυξιακού δυναμισμού» της ελληνικής οικονομίας. Στην πραγματικότητα η Λατινική Ένωση συνέβαλε σημαντικά στην καταστροφική υπερχρέωση της χώρας. Οι μόνοι που ωφελήθηκαν ήταν οι Γάλλοι τραπεζίτες και όσοι «χρυσοκάνθαροι» ντόπιοι σπεκουλαδόροι συνδέονταν με γαλλικά χρηματιστικά συμφέροντα, όπως π.χ. ήταν ο μεγαλοχρηματιστής Βλαστός, ο οποίος υπήρξε ένας από τους παρασκηνιακούς αρχιτέκτονες του στημένου πολέμου του 1897, μόνο και μόνο για να επωφεληθεί αυτός και οι όμοιοί του από την χρεωκοπία της Ελλάδας και την επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου.
Στην Ελλάδα η θεωρία αυτή εισήχθη από τον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο. Ο λόγος ήταν απλός: οι δανειστές, που με τον ΔΟΕ είχαν δεσμεύσει τις βασικές πηγές εσόδων του ελληνικού κράτους, ήθελαν να εισπράττουν σε σκληρό νόμισμα, παρά σε πληθωριστική δραχμή. Κι έτσι άρχισαν να μιλούν για την αξία της σκληρής χρυσής δραχμής και πόσα καλά θα έφερνε στην Ελλάδα. Το αποτέλεσμα ήταν να οδηγηθεί η χώρα στην τέταρτη ιστορικά επίσημη πτώχευση του 1932, αφού πρώτα την είχε εξουθενώσει με πολιτικές λιτότητας σαν τις σημερινές, η δημοσιονομική επιτροπή της Κοινωνίας των Εθνών.
Στην ουσία η Ελλάδα απέκτησε εθνικό νόμισμα που καθόριζε και εξέδιδε η ίδια, μόνο μετά τον πόλεμο, όταν στα τέλη της δεκαετίας του ’40 μπήκε δοκιμαστικά σε παραγωγή χαρτονομίσματος η εκτυπωτική offset μηχανή που είχαν αφήσει πίσω τους οι κατοχικές δυνάμεις. Ουσιαστικά μόνο μετά την νομισματική μεταρρύθμιση Μαρκεζίνη (1953) έχουμε ομαλή κυκλοφορία εθνικού νομίσματος που εκδίδεται απευθείας στην Ελλάδα. Η υιοθέτηση του ευρώ ήταν η κατάληξη μιας διαδικασίας διαρκών υποτιμήσεων όχι μόνο της δραχμής, αλλά και της πραγματικής οικονομίας, προκειμένου η Ελλάδα να μετατραπεί βίαια σε μια «ανοιχτή οικονομία» στην κερδοσκοπία των κεφαλαιαγορών της Ευρώπης και παγκόσμια.
Καμιά σοβαρή συζήτηση δεν μπορεί να υπάρξει για την αντιμετώπιση της δεινότατης κατάστασης, αν πρώτα απ’ όλα δεν απεγκλωβιστεί η χώρα από το ευρώ. Αυτό σημαίνει απλά ότι είναι άμεση ανάγκη η αποδέσμευση εδώ και τώρα από το ευρώ. Δίχως αυτήν είναι αδύνατον να υπάρξουν πολιτικές ριζικής αντιμετώπισης των οξύτατων προβλημάτων προς το συμφέρον της χώρας και του λαού της. Βέβαια υπάρχουν πάντα οι θρησκόληπτοι με την «ευρωπαϊκή προοπτική», οι τρόφιμοι του λεβαντινοραγιαδισμού, τα λαμόγια των ευρωπαϊκών κονδυλίων, οι λαθροθήρες του φυσικού και κοινωνικού πλούτου της χώρας και το πολιτικό τους προσωπικό, που μπροστά στον κίνδυνο της αφύπνισης του λαού καλούν σε πανστρατιά. Απειλούν με δημοψήφισμα για ευρώ και ξερό ψωμί ή επιστροφή στη δραχμή. Ας το τολμήσουν. Όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα ενός τέτοιου δημοψηφίσματος θα αποτελέσει την απαρχή της αντίστροφης μέτρησης γι’ αυτούς. Μιας και επιτέλους θα ξεκαθαρίσει η ήρα από το στάρι. Θα ξεκαθαρίσει το ποιος-ποιον. Ιδίως μέσα στις γραμμές των αυθεντικά δημοκρατικών και πατριωτικών δυνάμεων του λαού.
Θα ξεκαθαρίσει επιτέλους και το τοπίο στην αριστερά, η οποία έχει συμβιβαστεί σε τέτοιο βαθμό με το καθεστώς υποταγής που θεωρεί είτε «δαιμονοποίηση του ευρώ» την άμεση απαλλαγή από αυτό, είτε «αντικειμενική αναγκαιότητα» την πορεία προσάρτησης της Ελλάδας στην ΟΝΕ. Όμως τα πράγματα είναι εξαιρετικά απλά. Όσοι αρνούνται να θέσουν ως άμεσο αίτημα την αποδέσμευση από το ευρώ και την ΟΝΕ, δεν είναι παρά συνυπεύθυνοι, συνένοχοι στα αδιέξοδα που οικοδομεί το χρηματιστικό κεφάλαιο και οι μηχανισμοί του, όσο κι αν ασκούνται σε αντικαπιταλιστικές κορώνες, σε αναφορές στο σοσιαλισμό και σε σκληρές καταγγελίες της κυβέρνησης και της ΕΕ.
Δημήτρης Καζάκης
Δημοσιεύτηκε στο Hellenic Nexus, τεύχος 53, Ιούνιος, 2011
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
--------------------------------------------------------------------------------
[1] Adam Smith, An Inquiry into the Nature and Causes of the Wealth of Nations, Book IV.iii.b.
Ετικέτες HELLENIC NEXUS
Σάββατο 9 Ιουλίου 2011
Τα Πανεπιστήμια φλέγονται, του Χρήστου Κάτσικα
Του Χρήστου Κάτσικα
ΞΕΧΑΡΒΑΛΩΜΑ ΤΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ, ΔΙΔΑΚΤΡΑ, ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΩΝ, ΤΗΣ ΣΙΤΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΤΕΓΑΣΗΣ
«Εδώ πριονίζονται ρίζες»
Αν υπήρχε διαγωνισμός για εκείνους που άλλαζαν με την πιο μεγάλη μαεστρία το νόημα των λέξεων και των εννοιών, τότε το πρώτο βραβείο θα έπρεπε να απονεμηθεί στην ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας. Αυτή η ηγεσία, βαδίζοντας στα χνάρια της επικοινωνιακής πολιτικής της Κυβέρνησης, η οποία ονομάζει τη μείωση των μισθών αποτελεσματική διαχείριση, τη μείωση των προσλήψεων εξορθολογισμό, την απόλυση εξυγίανση, το φόρο αλληλεγγύη, δίνει τα επικοινωνιακά «ρέστα» της για να πείσει την κοινή γνώμη ότι οι «οι ριζικές αλλαγές που προτείνονται για τα Ανώτατα Ιδρύματα ανταποκρίνονται στις ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας, που χρηματοδοτεί τα Ιδρύματα και εμπιστεύεται τα παιδιά της».
Οφείλουμε να το ξεκαθαρίσουμε: Με σημαία τις εύηχες λέξεις και φράσεις «αυτοτέλεια», «κοινωνική λογοδοσία», «σύνδεση με την οικονομία και την κοινωνία», η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας, λίγες μόλις μέρες μετά την ψήφιση του εφαρμοστικού νόμου υποτέλειας και υποθήκευσης της χώρας, πιστή στη συνταγή Μακιαβέλι (όλα τα χτυπήματα μαζί για να ζαλιστεί ο αντίπαλος), είναι έτοιμη να υλοποιήσει το «συμβόλαιο θανάτου» της Ελληνικής Ανώτατης εκπαίδευσης, το οποίο έχει συνυπογράψει εδώ και αρκετά χρόνια.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΡΡΥΘΜΙΣΗ ΣΤΗ ΜΕΤΑΛΛΑΞΗ
Στο δια ταύτα: Ο νέος νόµος πλαίσιο που φοράει το άρωμα των επιταγών της Ε.Ε. και των συμφωνιών της Μπολόνια, «πριονίζει τις ρίζες» των υπολειμμάτων τού δημόσιου Πανεπιστηµίου και πριµοδοτεί το Πανεπιστήμιο της υποχρηματοδότησης, της ιδιωτικοποίησης, της επιχειρηµατικότητας, της έντασης των ταξικών φραγμών και των διδάκτρων. Στα πλαίσια αυτά η ιδιωτικοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, εκτός από τη δηµιουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων, περιλαμβάνει και την «επιχειρηματοποίηση» του δημόσιου πανεπιστημίου, το οποίο, σύµφωνα µε την κυρίαρχη ανάγνωση, «προκειμένου να επιβιώσει στις νέες ανταγωνιστικές συνθήκες, θα πρέπει να λειτουργήσει µε όρους ιδιωτικής επιχείρησης διαφορετικά θα αντιμετωπίσει πρόβληµα επιβίωσης». Σε αυτό το Πανεπιστήμιο ο manager που επιβάλλεται έχοντας θέση, ρόλο και καθήκοντα αντίστοιχα µε τον διευθυντή μιας επιχείρησης, θα συντελέσει στη διαμόρφωση και εσωτερίκευση μιας κουλτούρας «επιχειρηματικής» αποτελεσματικότητας.
Ο ΠΥΡΗΝΑΣ ΤΩΝ ΑΛΛΑΓΩΝ
«Μη δίνετε σημασία στο τι λένε, προσέξτε καλύτερα τι εννοούν»
Καθώς υπάρχει πλέον η συσσωρευμένη εμπειρία που βοηθάει να διαβάζουμε μπροστά και πίσω από τις λέξεις, καθώς γνωρίζουμε πολύ καλά ότι δεν έχει καμιά σημασία τι λέει το Υπουργείο Παιδείας αλλά αντίθετα σημασία έχει τι εννοεί, ας δούμε τον πυρήνα των αλλαγών που επιδιώκονται, αλλαγές που αλλάζουν το DNA των Πανεπιστημίων:
1. Διαμορφώνεται νέος χάρτης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Ένα μεγάλο τμήμα σχολών και τμημάτων θα συγχωνευθούν, άλλα θα καταργηθούν ενώ όσα μείνουν σε τίποτε δεν θα θυμίζουν την τριτοβάθμια εκπαίδευση που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Οι προτάσεις του Εθνικού Συμβουλίου Εκπαίδευσης που θα συζητηθούν στο επόμενο διάστημα προβλέπουν τη σύσταση 12 ή 14 ανώτατων ιδρυμάτων (από 22) και την ύπαρξη 8 ή 6 ΤΕΙ (από 16) σε ολόκληρη τη χώρα.
2. Τα Πανεπιστήμια καλούνται ευθέως να «βγάλουν το ψωμί τους» μόνα τους. Το Υπουργείο Παιδείας εξαναγκάζει τα τριτοβάθμια ιδρύματα «να συμμορφωθούν προς τας υποδείξεις» του «κατά Μπολόνια Ευαγγελίου», δηλαδή, να υιοθετήσουν τη συμπεριφορά ιδιωτικής επιχείρησης για να βρουν νέους πόρους κρατώντας από τη μια το δίσκο του εράνου και από την άλλη το λιβανιστήρι. Σύμφωνα με τα στρατηγικά και «επιχειρηματικά» σχέδια του Υπουργείου Παιδείας η περιστολή της δημόσιας χρηματοδότησης θα δημιουργήσει συνθήκες «δημιουργικής ανασφάλειας» στα πανεπιστήμια και θα τα υποχρεώσει να εξορθολογήσουν τη διαχείρισή τους, περικόπτοντας δαπάνες και λειτουργικά έξοδα, και να στραφούν στην αγορά σε αναζήτηση νέων πηγών εσόδων (δίδακτρα, σύνδεση με επιχειρήσεις, μετατροπή σε επιχειρήσεις πώλησης υπηρεσιών).
3. Όσες διαψεύσεις κι αν κάνει το Υπουργείο Παιδείας σε σύντομο χρονικό διάστημα, μέσα στην επόμενη τριετία, αν ευοδωθούν οι παραπάνω σχεδιασμοί, το Ελληνικό Πανεπιστήμιο θα επιβάλλει δίδακτρα. Ναι, ας μην υπάρχει καμιά αμφιβολία. Και αυτά τα δίδακτρα δεν θα επιβληθούν τυπικά από «πάνω», κεντρικά, αλλά από την κάθε σχολή ξεχωριστά, στα πλαίσια της «αυτοτέλειας», της «σύνδεσης με την κοινωνία και την οικονομία», της αλλαγής «χρηματοδοτικής κουλτούρας» (1), της «απελευθέρωσης από τα δεσμά της δημόσιας χρηματοδότησης» και άλλων ζαχαρωμένων εκφράσεων που κάθε λίγο και λιγάκι «ξεφουρνίζει» το υπουργικό επιτελείο του Αμαρουσίου. Ουσιαστικά και τυπικά τα Πανεπιστήμια μετατρέπονται σε «επιχειρήσεις», με την πλήρη έννοια του όρου, οι οποίες για να επιβιώσουν κυνηγούν διεθνώς, ανταγωνιστικά και με όλα τα θεμιτά και αθέμιτα μέσα, «φοιτητές-πελάτες». Κύριοι στόχοι τους είναι η μεγιστοποίηση του οικονομικού οφέλους, από την επίτευξη του οποίου και μόνο κρίνονται και οι διοικήσεις τους. Οι «πελάτες-φοιτητές» οφείλουν να χρηματοδοτούν οι ίδιοι τις σπουδές τους είτε από τους οικογενειακούς τους πόρους, είτε δανειζόμενοι τα αναγκαία ποσά από τραπεζικά ή άλλα οικονομικά συγκροτήματα, τα οποία θα επενδύσουν επιλεκτικά στα διαφαινόμενα προσόντα τους, όπως ακριβώς επενδύουν και στις λεγόμενες καινοτόμες επιχειρήσεις.
4. Υιοθετείται πλήρως και επιβάλλεται το μοντέλο της Μπολόνιας με τους κύκλους σπουδών οι οποίοι διαχωρίζονται λειτουργικά και δομικά με την απόκτηση ενός πρώτου επαγγελματικού πτυχίου και ονομάζονται, αντίστοιχα, "προπτυχιακός" και "μεταπτυχιακός". Ο πρώτος κύκλος είναι τριετούς φοίτησης και περιλαμβάνει μαθήματα που αντιστοιχούν κατ' ελάχιστον σε 180 ακαδημαϊκές μονάδες. Ο δεύτερος κύκλος είναι οι μεταπτυχιακές σπουδές, που αντιστοιχούν κατ' ελάχιστο σε 60 και κατά μέγιστο σε 120 ακαδημαϊκές μονάδες, και ο τρίτος κύκλος είναι οι διδακτορικές σπουδές. Ο τεμαχισμός είναι τέτοιος που μπορεί κάθε ίδρυμα να οργανώνει και "προγράμματα σύντομου κύκλου σπουδών" εντός του προπτυχιακού επιπέδου, τα οποία "θα οδηγούν στην απονομή διπλώματος". Η αφαίρεση θεμελιωδών γνώσεων των επιστημών σε συνδυασμό με την ρηχή και πρώιμη υπερεξειδίκευση και η αποστήθιση κανόνων ή μοντέλων αφαιρούν σε μεγάλο βαθμό την απαραίτητη για τον επιστήμονα πλατιά και βαθιά γνώση της ουσίας των προβλημάτων και τη δυνατότητα αναζήτησης των δυνατών λύσεων στο ανθρώπινο μέτρο». Είναι επομένως προφανής η αδυναμία χορήγησης Πανεπιστημιακού πτυχίου σε τρία χρόνια χωρίς δραματική συρρίκνωση του εύρους και της ποιότητας των σπουδών και συνακόλουθο δραστικό περιορισμό των επαγγελματικών γνώσεων και συνακόλουθων δικαιωμάτων των αποφοίτων». Παράλληλα θα υπάρχουν και τα «πτυχία» - φαστ φουντ του ενός ή των δύο χρόνων που θα καταλήγουν σε απονομή τίτλου σπουδών.
5. Στις επιχειρούμενες αλλαγές περιλαμβάνεται και το τελικό συντριπτικό χτύπημα σε ότι είχε απομείνει από τους τρεις βασικούς πυλώνες του δημόσιου Πανεπιστημίου: Το δωρεάν σύγγραμμα, η σίτιση και η στέγαση των φοιτητών. Τρία χρόνια μετά τη δημοσίευση του νέου νόμου προβλέπεται η κατάργηση της δωρεάν διανομής και των πανεπιστημιακών συγγραμμάτων. Παράλληλα η έκταση της φοιτητικής μέριμνας παύει να προσδιορίζεται ενιαία για το σύνολο των Ιδρυμάτων. Κάθε Ίδρυμα θα αποφασίζει χωριστά και αναλόγως με τις οικονομικές του δυνάμεις για τις προϋποθέσεις παροχής δωρεάν σίτισης στους φοιτητές του. Τι σημαίνει αυτό; Πολύ σύντομα και στη βάση της αδυναμίας των πανεπιστημίων να ανταπεξέλθουν σε δαπάνες αυτού του χαρακτήρα δεν θα εξαφανιστούν και τα τελευταία ίχνη της δωρεάν σίτισης, στέγασης και διανομής των συγγραμμάτων.
6. Πριμοδοτείται η αλλαγή του τρόπου διοίκησης των ιδρυμάτων και η καθιέρωση «αποτελεσματικότερων» συστημάτων μάνατζμεντ, που επιτρέπουν ευελιξία, αποτελεσματική διαχείριση πόρων, άνοιγμα στις αγορές υπηρεσιών εκπαίδευσης, «προώθηση» προϊόντων έρευνας και έλεγχο της «αποδοτικότητας» του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού. Στα πλαίσια αυτά μια ολιγαρχική διοίκηση από ανθρώπους της αγοράς, θα έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο στη λειτουργία των Πανεπιστημίων.
7. Το βασικό εργαλείο για την αναμόρφωση των ΑΕΙ-ΤΕΙ στα πλαίσια του «Ευρωπαϊκού χώρου της Ανώτατης Εκπαίδευσης», είναι η αξιολόγηση και η σύνδεσή της με τη χρηματοδότηση. Από νομικής πλευράς, τα πανεπιστήμια παραμένουν δημόσια. Ωστόσο οι αποφάσεις για το τι διδάσκεται, πότε διδάσκεται, το περιεχόμενο των πτυχίων, την έρευνα κλπ, λαμβάνονται στο πλαίσιο της ζήτησης και της προσφοράς οι οποίες μετρούνται στη βάση των λογιστικών μονάδων που συνδέονται με το σύστημα αξιολόγησης. Ακριβώς με όχημα το μηχανισμό της λεγόμενης αξιολόγησης και, βάσει αυτής, δια της στοχευμένης χρηματοδότησής τους τα Πανεπιστήμια εκβιάζονται να δημιουργήσουν πεδία ζήτησης των “υπηρεσιών” τους εργαλειοποιώντας πλήρως τη διδασκαλία και την έρευνα. Να προωθήσουν τις “πωλήσεις“ των υπηρεσιών αυτών, υποτασσόμενα στις εκάστοτε εκτιμήσεις για τις ανάγκες της αγοράς, να μετατοπίσουν τη μέριμνα των προγραμμάτων σπουδών προς τις απαιτήσεις της κατάρτισης και πολύ σύντομα να ορίσουν δίδακτρα.
8. «Ελευθέρας» στην αστυνομία για να επεμβαίνει στους πανεπιστημιακούς χώρους δίνει το σχέδιο του υπουργείου Παιδείας.
9. Παράλληλα με το νέο νόμο, αν ο φοιτητής δεν ανανεώσει την εγγραφή του για δύο εξάμηνα χάνει την ιδιότητά του. Ο στόχος του Υπουργείου Παιδείας είναι να δηµιουργήσει ένα εκτεταµένο κλίµα εντατικοποίησης και ανασφάλειας στους φοιτητές, το οποίο θα λειτουργεί στο µέλλον αποτρεπτικά και ανασταλτικά σε οποιαδήποτε πολιτική ή συνδικαλιστική ενασχόληση πέρα από το πώς θα περάσουν γρήγορα τα µαθήµατα, αποδιοργανώνοντας έτσι κάθε φοιτητικό ή ευρύτερο κοινωνικό κίνηµα το οποίο θα προσπαθούσε να σταθεί εµπόδιο στις πολιτικές ιδιωτικοποίησης των διαφόρων κυβερνήσεων.
ΔΥΟ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΕΣ ΔΙΕΥΚΡΙΝΗΣΕΙΣ: ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ
«Επί κυµάτων σφοδράς εποχής βαδίζουµε»
Με τις εξαγγελίες της κυβέρνησης για τη «νέα φυσιογνωμία της ανώτατης εκπαίδευσης» συνεχίζεται η επιχείρηση για αλλαγές στη δομή και στις κατευθύνσεις της ανώτατης εκπαίδευσης, κοντολογίς για αλλαγή στο DNA των ελληνικών Πανεπιστημίων. Όλες τις αλλαγές μπορεί να τις βρει κανείς στις συμφωνίες που έγιναν στις διασκέψεις σε επίπεδο Πρωθυπουργών, Yπουργών Παιδείας, κυβερνητικών παραγόντων και Πανεπιστημιακών εντεταλμένων των Ευρωπαϊκών κυβερνήσεων την τελευταία 13ετία (από τη Διακήρυξη στη Μπολόνια μέχρι σήμερα), στις «οδηγίες» των διεθνών ιμπεριαλιστικών οργανισμών (ΟΟΣΑ, ΔΝΤ κλπ) και βεβαίως στο ΕΣΠΑ (Δ΄ κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης με βάση το οποίο έχει μονταριστεί το ΕΠΕΑΕΚ. Στο πλαίσιο αυτό είναι σαφές ότι η εκπαιδευτική πολιτική της σημερινής Κυβέρνησης είναι δεμένη με ένα τμήμα με την εκπαιδευτική πολιτική της προηγούμενης καθώς έχουν την ίδια κατευθυντήρια γραμμή.
Οφείλουμε μια απάντηση σε ένα ερώτημα που μπαίνει συχνά: Τα μέτρα, οι ρυθμίσεις, οι αλλαγές στην εκπαίδευση ποια σχέση έχουν με την οικονομική κρίση. Θέλουμε να είμαστε ξεκάθαροι. Τα μέτρα και οι εκπαιδευτικές πολιτικές που «τρέχουν» σήμερα από το Υπουργείο Παιδείας είναι επιδιώξεις, κατευθύνσεις, προσδοκίες και όνειρα των στρατηγών του κεφαλαίου, του Ευρωπαϊκή Διευθυντηρίου, του ΟΟΣΑ, των δυο αστικών ομμάτων, πολλά χρόνια πριν από την κρίση. Απλά τώρα γίνεται προσπάθεια να υλοποιηθούν με την ευκαιρία της οικονομικής κρίσης. Αυτή η «ιερή συμμαχία» βρίσκει ευκαιρία τώρα να κάνει πραγματικότητα τα πιο νεοφιλελεύθερα όνειρά της τα οποία προβάλλει άλλοτε ως μέτρα σωτηρίας για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης και άλλοτε σαν συνέπεια της οικονομικής κρίσης.
Οφείλουμε και μια διευκρίνιση: Σε καμία περίπτωση δεν υποστηρίζουμε ότι σήμερα στη χώρα μας η «δωρεάν» «δημόσια» εκπαίδευση είναι όντως «δωρεάν» και «δημόσια» ούτε ότι οι απόφοιτοι των Πανεπιστημίων βρίσκουν εργασία σε αυτό που έχουν σπουδάσει. Οι ιδιωτικές δαπάνες στην Ελλάδα είναι ήδη υψηλές και αντανακλούν την αγωνία των οικογενειών να αποκτήσει το παιδί τους ένα πτυχίο που ελπίζουν να το βοηθήσει να έχει ένα καλύτερο μέλλον σε μια άκρως ανταγωνιστική αγορά εργασίας με υψηλή ανεργία, για την οποία δεν ευθύνονται τα Πανεπιστήμια και οι σπουδές. Ούτε υποστηρίζουμε ότι το ελληνικό Πανεπιστήμιο δεν έχει ανάγκη από μεταρρυθμίσεις. Όμως, η κυρίαρχη πολιτική δεν αποσκοπεί στην προστασία και ενίσχυση της δημόσιας εκπαίδευσης, στο να αλαφρύνει οικονομικά τα νοικοκυριά, να κάνει το εκπαιδευτικό σύστημα κοινωνικά δικαιότερο και να εξασφαλίσει μόνιμη και σταθερή εργασία στους πτυχιούχους. Έχει σκοπό να διαμορφώσει ένα ευνοϊκό πεδίο επένδυσης και κερδοφορίας για το κεφάλαιο στο χώρο της παροχής «εκπαιδευτικών υπηρεσιών» και ταυτόχρονα να καταργήσει και τα τελευταία «ξέφτια» του κράτους πρόνοιας στο χώρο της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης που είναι η παροχή του δωρεάν συγγράμματος, η σίτιση και οι ελλιπείς φοιτητικές εστίες.
Η ΚΡΙΣΗ ΩΣ ΕΥΚΑΙΡΙΑ
Πριν λίγους μήνες, την ίδια περίοδο που η Υπουργός Παιδείας εξήγγειλε τις νέες αντιδραστικές αλλαγές για τα Πανεπιστήμια συναντήθηκε με τον υπουργό Έρευνας, Τεχνολογίας και Ανώτατης Εκπαίδευσης της Πορτογαλίας κ. Χοσέ Μαριάνο Γκάγκο. Λίγο μετά τη συνάντηση ο Υπουργός της γειτονικής χώρας, χωρίς φιοριτούρες, έδωσε απροκάλυπτα το στίγμα των προθέσεων της κυρίαρχης πολιτικής απαντώντας σε σχετική ερώτηση δημοσιογράφου: «Η οικονομική κρίση είναι μια μοναδική ευκαιρία για αναμόρφωση της Ανώτατης εκπαίδευσης. Τα υπερβολικά πολλά ιδρύματα, το χαλαρό σύστημα διοίκησής τους, η απουσία ανεξάρτητης αξιολόγησης και πιστοποίησης των ΑΕΙ και της έρευνας είναι συνήθη φαινόμενα σε πολλά ΑΕΙ. Όμως, η επένδυση στην εκπαίδευση και την έρευνα είναι πολύ σημαντική για την ανάπτυξη. Στην Πορτογαλία η χρηματοδότηση είναι κυρίως κρατική. Οι φοιτητές πληρώνουν δίδακτρα που δεν ξεπερνούν το 13% των εσόδων των ΑΕΙ. Τα ΑΕΙ ενθαρρύνονται να προσελκύουν πόρους από άλλες πηγές (έρευνα, υπηρεσίες). Τα ΑΕΙ που προσελκύουν ανταγωνιστικούς πόρους πάνω από το 50% των συνολικών πόρων, αποκτούν μεγαλύτερη αυτονομία» («Η κρίση είναι μοναδική ευκαιρία για αναμόρφωση», Συνέντευξη στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 29/6/2010 του υπουργό Έρευνας, Τεχνολογίας και Ανώτατης Εκπαίδευσης της Πορτογαλίας κ. Χοσέ Μαριάνο Γκάγκο)
ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ ΥΠΑΡΧΕΙ ΝΕΡΟ!
Να το πούμε καθαρά : Εδώ «πριονίζονται ρίζες ! Και όποιος, χωμένος στις συστάδες των θάμνων που τον περιβάλλουν χάνει το δάσος από το οπτικό του πεδίο, καλό είναι να κάνει ένα βήμα στα πλάγια για να δει καθαρότερα μπροστά του.
Το ΥΠΕΠΘ, ως ευαγγελιστής της αγοράς, βιάζεται να υποδυθεί το ρόλο αυτού που γελά καλά επειδή γελά τελευταίος. Ωστόσο, κι αν τα βουνά μοιάζουν ακίνητα, οι γεωλόγοι ξέρουν καλά πως ζούμε σε μια θάλασσα στεριάς. Το εκπαιδευτικό κίνηµα οφείλει να σηκωθεί στις µύτες των ποδιών του, να διαπεράσει τα φράγµατα των µέσων µαζικής ενηµέρωσης, να συντρίψει τη ρητορική τού άδικου λόγου και να ορθώσει πύργο ατίθασο στη Σαλώµη του νεοφιλελευθερισµού που ετοιµάζεται να περιφέρει το κεφάλι της παιδείας προσφορά στους επιχειρηματίες της γνώσης.
Όπερ έδει δείξαι !
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Όπως πολύ σωστά επισημαίνει ο Κώστας Θεριανός στο άρθρο του «Για τα δίδακτρα και τα έτη σπουδών» (http://www.alfavita.gr/artro.php?id=38718),στη Μεγάλη Βρετανία, που οι φοιτητές πληρώνουν δίδακτρα, ουδέποτε το κράτος «νομοθέτησε» ως υποχρεωτικά τα δίδακτρα. Περιόρισε όμως δραστικά την χρηματοδότηση των πανεπιστημίων ώστε αυτά να μην έχουν άλλους πόρους πέραν των ίδιων των φοιτητών τους. Ακόμη και σήμερα δίδακτρα με νόμο δεν υπάρχουν. Κανένας νόμος της κεντρικής κυβέρνησης δεν αναφέρει ρητά ότι οι φοιτητές είναι υποχρεωμένοι να καταβάλλουν δίδακτρα. Και όμως δίδακτρα πληρώνουν όλοι! Οι μόνοι που δεν πληρώνουν είναι όσοι παίρνουν υποτροφία. Όπου υποτροφία σημαίνει ότι δεν πληρώνεις δίδακτρα
ΞΕΧΑΡΒΑΛΩΜΑ ΤΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ, ΔΙΔΑΚΤΡΑ, ΤΕΛΟΣ ΤΩΝ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΩΝ, ΤΗΣ ΣΙΤΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΤΕΓΑΣΗΣ
«Εδώ πριονίζονται ρίζες»
Αν υπήρχε διαγωνισμός για εκείνους που άλλαζαν με την πιο μεγάλη μαεστρία το νόημα των λέξεων και των εννοιών, τότε το πρώτο βραβείο θα έπρεπε να απονεμηθεί στην ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας. Αυτή η ηγεσία, βαδίζοντας στα χνάρια της επικοινωνιακής πολιτικής της Κυβέρνησης, η οποία ονομάζει τη μείωση των μισθών αποτελεσματική διαχείριση, τη μείωση των προσλήψεων εξορθολογισμό, την απόλυση εξυγίανση, το φόρο αλληλεγγύη, δίνει τα επικοινωνιακά «ρέστα» της για να πείσει την κοινή γνώμη ότι οι «οι ριζικές αλλαγές που προτείνονται για τα Ανώτατα Ιδρύματα ανταποκρίνονται στις ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας, που χρηματοδοτεί τα Ιδρύματα και εμπιστεύεται τα παιδιά της».
Οφείλουμε να το ξεκαθαρίσουμε: Με σημαία τις εύηχες λέξεις και φράσεις «αυτοτέλεια», «κοινωνική λογοδοσία», «σύνδεση με την οικονομία και την κοινωνία», η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας, λίγες μόλις μέρες μετά την ψήφιση του εφαρμοστικού νόμου υποτέλειας και υποθήκευσης της χώρας, πιστή στη συνταγή Μακιαβέλι (όλα τα χτυπήματα μαζί για να ζαλιστεί ο αντίπαλος), είναι έτοιμη να υλοποιήσει το «συμβόλαιο θανάτου» της Ελληνικής Ανώτατης εκπαίδευσης, το οποίο έχει συνυπογράψει εδώ και αρκετά χρόνια.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΡΡΥΘΜΙΣΗ ΣΤΗ ΜΕΤΑΛΛΑΞΗ
Στο δια ταύτα: Ο νέος νόµος πλαίσιο που φοράει το άρωμα των επιταγών της Ε.Ε. και των συμφωνιών της Μπολόνια, «πριονίζει τις ρίζες» των υπολειμμάτων τού δημόσιου Πανεπιστηµίου και πριµοδοτεί το Πανεπιστήμιο της υποχρηματοδότησης, της ιδιωτικοποίησης, της επιχειρηµατικότητας, της έντασης των ταξικών φραγμών και των διδάκτρων. Στα πλαίσια αυτά η ιδιωτικοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, εκτός από τη δηµιουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων, περιλαμβάνει και την «επιχειρηματοποίηση» του δημόσιου πανεπιστημίου, το οποίο, σύµφωνα µε την κυρίαρχη ανάγνωση, «προκειμένου να επιβιώσει στις νέες ανταγωνιστικές συνθήκες, θα πρέπει να λειτουργήσει µε όρους ιδιωτικής επιχείρησης διαφορετικά θα αντιμετωπίσει πρόβληµα επιβίωσης». Σε αυτό το Πανεπιστήμιο ο manager που επιβάλλεται έχοντας θέση, ρόλο και καθήκοντα αντίστοιχα µε τον διευθυντή μιας επιχείρησης, θα συντελέσει στη διαμόρφωση και εσωτερίκευση μιας κουλτούρας «επιχειρηματικής» αποτελεσματικότητας.
Ο ΠΥΡΗΝΑΣ ΤΩΝ ΑΛΛΑΓΩΝ
«Μη δίνετε σημασία στο τι λένε, προσέξτε καλύτερα τι εννοούν»
Καθώς υπάρχει πλέον η συσσωρευμένη εμπειρία που βοηθάει να διαβάζουμε μπροστά και πίσω από τις λέξεις, καθώς γνωρίζουμε πολύ καλά ότι δεν έχει καμιά σημασία τι λέει το Υπουργείο Παιδείας αλλά αντίθετα σημασία έχει τι εννοεί, ας δούμε τον πυρήνα των αλλαγών που επιδιώκονται, αλλαγές που αλλάζουν το DNA των Πανεπιστημίων:
1. Διαμορφώνεται νέος χάρτης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Ένα μεγάλο τμήμα σχολών και τμημάτων θα συγχωνευθούν, άλλα θα καταργηθούν ενώ όσα μείνουν σε τίποτε δεν θα θυμίζουν την τριτοβάθμια εκπαίδευση που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Οι προτάσεις του Εθνικού Συμβουλίου Εκπαίδευσης που θα συζητηθούν στο επόμενο διάστημα προβλέπουν τη σύσταση 12 ή 14 ανώτατων ιδρυμάτων (από 22) και την ύπαρξη 8 ή 6 ΤΕΙ (από 16) σε ολόκληρη τη χώρα.
2. Τα Πανεπιστήμια καλούνται ευθέως να «βγάλουν το ψωμί τους» μόνα τους. Το Υπουργείο Παιδείας εξαναγκάζει τα τριτοβάθμια ιδρύματα «να συμμορφωθούν προς τας υποδείξεις» του «κατά Μπολόνια Ευαγγελίου», δηλαδή, να υιοθετήσουν τη συμπεριφορά ιδιωτικής επιχείρησης για να βρουν νέους πόρους κρατώντας από τη μια το δίσκο του εράνου και από την άλλη το λιβανιστήρι. Σύμφωνα με τα στρατηγικά και «επιχειρηματικά» σχέδια του Υπουργείου Παιδείας η περιστολή της δημόσιας χρηματοδότησης θα δημιουργήσει συνθήκες «δημιουργικής ανασφάλειας» στα πανεπιστήμια και θα τα υποχρεώσει να εξορθολογήσουν τη διαχείρισή τους, περικόπτοντας δαπάνες και λειτουργικά έξοδα, και να στραφούν στην αγορά σε αναζήτηση νέων πηγών εσόδων (δίδακτρα, σύνδεση με επιχειρήσεις, μετατροπή σε επιχειρήσεις πώλησης υπηρεσιών).
3. Όσες διαψεύσεις κι αν κάνει το Υπουργείο Παιδείας σε σύντομο χρονικό διάστημα, μέσα στην επόμενη τριετία, αν ευοδωθούν οι παραπάνω σχεδιασμοί, το Ελληνικό Πανεπιστήμιο θα επιβάλλει δίδακτρα. Ναι, ας μην υπάρχει καμιά αμφιβολία. Και αυτά τα δίδακτρα δεν θα επιβληθούν τυπικά από «πάνω», κεντρικά, αλλά από την κάθε σχολή ξεχωριστά, στα πλαίσια της «αυτοτέλειας», της «σύνδεσης με την κοινωνία και την οικονομία», της αλλαγής «χρηματοδοτικής κουλτούρας» (1), της «απελευθέρωσης από τα δεσμά της δημόσιας χρηματοδότησης» και άλλων ζαχαρωμένων εκφράσεων που κάθε λίγο και λιγάκι «ξεφουρνίζει» το υπουργικό επιτελείο του Αμαρουσίου. Ουσιαστικά και τυπικά τα Πανεπιστήμια μετατρέπονται σε «επιχειρήσεις», με την πλήρη έννοια του όρου, οι οποίες για να επιβιώσουν κυνηγούν διεθνώς, ανταγωνιστικά και με όλα τα θεμιτά και αθέμιτα μέσα, «φοιτητές-πελάτες». Κύριοι στόχοι τους είναι η μεγιστοποίηση του οικονομικού οφέλους, από την επίτευξη του οποίου και μόνο κρίνονται και οι διοικήσεις τους. Οι «πελάτες-φοιτητές» οφείλουν να χρηματοδοτούν οι ίδιοι τις σπουδές τους είτε από τους οικογενειακούς τους πόρους, είτε δανειζόμενοι τα αναγκαία ποσά από τραπεζικά ή άλλα οικονομικά συγκροτήματα, τα οποία θα επενδύσουν επιλεκτικά στα διαφαινόμενα προσόντα τους, όπως ακριβώς επενδύουν και στις λεγόμενες καινοτόμες επιχειρήσεις.
4. Υιοθετείται πλήρως και επιβάλλεται το μοντέλο της Μπολόνιας με τους κύκλους σπουδών οι οποίοι διαχωρίζονται λειτουργικά και δομικά με την απόκτηση ενός πρώτου επαγγελματικού πτυχίου και ονομάζονται, αντίστοιχα, "προπτυχιακός" και "μεταπτυχιακός". Ο πρώτος κύκλος είναι τριετούς φοίτησης και περιλαμβάνει μαθήματα που αντιστοιχούν κατ' ελάχιστον σε 180 ακαδημαϊκές μονάδες. Ο δεύτερος κύκλος είναι οι μεταπτυχιακές σπουδές, που αντιστοιχούν κατ' ελάχιστο σε 60 και κατά μέγιστο σε 120 ακαδημαϊκές μονάδες, και ο τρίτος κύκλος είναι οι διδακτορικές σπουδές. Ο τεμαχισμός είναι τέτοιος που μπορεί κάθε ίδρυμα να οργανώνει και "προγράμματα σύντομου κύκλου σπουδών" εντός του προπτυχιακού επιπέδου, τα οποία "θα οδηγούν στην απονομή διπλώματος". Η αφαίρεση θεμελιωδών γνώσεων των επιστημών σε συνδυασμό με την ρηχή και πρώιμη υπερεξειδίκευση και η αποστήθιση κανόνων ή μοντέλων αφαιρούν σε μεγάλο βαθμό την απαραίτητη για τον επιστήμονα πλατιά και βαθιά γνώση της ουσίας των προβλημάτων και τη δυνατότητα αναζήτησης των δυνατών λύσεων στο ανθρώπινο μέτρο». Είναι επομένως προφανής η αδυναμία χορήγησης Πανεπιστημιακού πτυχίου σε τρία χρόνια χωρίς δραματική συρρίκνωση του εύρους και της ποιότητας των σπουδών και συνακόλουθο δραστικό περιορισμό των επαγγελματικών γνώσεων και συνακόλουθων δικαιωμάτων των αποφοίτων». Παράλληλα θα υπάρχουν και τα «πτυχία» - φαστ φουντ του ενός ή των δύο χρόνων που θα καταλήγουν σε απονομή τίτλου σπουδών.
5. Στις επιχειρούμενες αλλαγές περιλαμβάνεται και το τελικό συντριπτικό χτύπημα σε ότι είχε απομείνει από τους τρεις βασικούς πυλώνες του δημόσιου Πανεπιστημίου: Το δωρεάν σύγγραμμα, η σίτιση και η στέγαση των φοιτητών. Τρία χρόνια μετά τη δημοσίευση του νέου νόμου προβλέπεται η κατάργηση της δωρεάν διανομής και των πανεπιστημιακών συγγραμμάτων. Παράλληλα η έκταση της φοιτητικής μέριμνας παύει να προσδιορίζεται ενιαία για το σύνολο των Ιδρυμάτων. Κάθε Ίδρυμα θα αποφασίζει χωριστά και αναλόγως με τις οικονομικές του δυνάμεις για τις προϋποθέσεις παροχής δωρεάν σίτισης στους φοιτητές του. Τι σημαίνει αυτό; Πολύ σύντομα και στη βάση της αδυναμίας των πανεπιστημίων να ανταπεξέλθουν σε δαπάνες αυτού του χαρακτήρα δεν θα εξαφανιστούν και τα τελευταία ίχνη της δωρεάν σίτισης, στέγασης και διανομής των συγγραμμάτων.
6. Πριμοδοτείται η αλλαγή του τρόπου διοίκησης των ιδρυμάτων και η καθιέρωση «αποτελεσματικότερων» συστημάτων μάνατζμεντ, που επιτρέπουν ευελιξία, αποτελεσματική διαχείριση πόρων, άνοιγμα στις αγορές υπηρεσιών εκπαίδευσης, «προώθηση» προϊόντων έρευνας και έλεγχο της «αποδοτικότητας» του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού. Στα πλαίσια αυτά μια ολιγαρχική διοίκηση από ανθρώπους της αγοράς, θα έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο στη λειτουργία των Πανεπιστημίων.
7. Το βασικό εργαλείο για την αναμόρφωση των ΑΕΙ-ΤΕΙ στα πλαίσια του «Ευρωπαϊκού χώρου της Ανώτατης Εκπαίδευσης», είναι η αξιολόγηση και η σύνδεσή της με τη χρηματοδότηση. Από νομικής πλευράς, τα πανεπιστήμια παραμένουν δημόσια. Ωστόσο οι αποφάσεις για το τι διδάσκεται, πότε διδάσκεται, το περιεχόμενο των πτυχίων, την έρευνα κλπ, λαμβάνονται στο πλαίσιο της ζήτησης και της προσφοράς οι οποίες μετρούνται στη βάση των λογιστικών μονάδων που συνδέονται με το σύστημα αξιολόγησης. Ακριβώς με όχημα το μηχανισμό της λεγόμενης αξιολόγησης και, βάσει αυτής, δια της στοχευμένης χρηματοδότησής τους τα Πανεπιστήμια εκβιάζονται να δημιουργήσουν πεδία ζήτησης των “υπηρεσιών” τους εργαλειοποιώντας πλήρως τη διδασκαλία και την έρευνα. Να προωθήσουν τις “πωλήσεις“ των υπηρεσιών αυτών, υποτασσόμενα στις εκάστοτε εκτιμήσεις για τις ανάγκες της αγοράς, να μετατοπίσουν τη μέριμνα των προγραμμάτων σπουδών προς τις απαιτήσεις της κατάρτισης και πολύ σύντομα να ορίσουν δίδακτρα.
8. «Ελευθέρας» στην αστυνομία για να επεμβαίνει στους πανεπιστημιακούς χώρους δίνει το σχέδιο του υπουργείου Παιδείας.
9. Παράλληλα με το νέο νόμο, αν ο φοιτητής δεν ανανεώσει την εγγραφή του για δύο εξάμηνα χάνει την ιδιότητά του. Ο στόχος του Υπουργείου Παιδείας είναι να δηµιουργήσει ένα εκτεταµένο κλίµα εντατικοποίησης και ανασφάλειας στους φοιτητές, το οποίο θα λειτουργεί στο µέλλον αποτρεπτικά και ανασταλτικά σε οποιαδήποτε πολιτική ή συνδικαλιστική ενασχόληση πέρα από το πώς θα περάσουν γρήγορα τα µαθήµατα, αποδιοργανώνοντας έτσι κάθε φοιτητικό ή ευρύτερο κοινωνικό κίνηµα το οποίο θα προσπαθούσε να σταθεί εµπόδιο στις πολιτικές ιδιωτικοποίησης των διαφόρων κυβερνήσεων.
ΔΥΟ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΕΣ ΔΙΕΥΚΡΙΝΗΣΕΙΣ: ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ
«Επί κυµάτων σφοδράς εποχής βαδίζουµε»
Με τις εξαγγελίες της κυβέρνησης για τη «νέα φυσιογνωμία της ανώτατης εκπαίδευσης» συνεχίζεται η επιχείρηση για αλλαγές στη δομή και στις κατευθύνσεις της ανώτατης εκπαίδευσης, κοντολογίς για αλλαγή στο DNA των ελληνικών Πανεπιστημίων. Όλες τις αλλαγές μπορεί να τις βρει κανείς στις συμφωνίες που έγιναν στις διασκέψεις σε επίπεδο Πρωθυπουργών, Yπουργών Παιδείας, κυβερνητικών παραγόντων και Πανεπιστημιακών εντεταλμένων των Ευρωπαϊκών κυβερνήσεων την τελευταία 13ετία (από τη Διακήρυξη στη Μπολόνια μέχρι σήμερα), στις «οδηγίες» των διεθνών ιμπεριαλιστικών οργανισμών (ΟΟΣΑ, ΔΝΤ κλπ) και βεβαίως στο ΕΣΠΑ (Δ΄ κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης με βάση το οποίο έχει μονταριστεί το ΕΠΕΑΕΚ. Στο πλαίσιο αυτό είναι σαφές ότι η εκπαιδευτική πολιτική της σημερινής Κυβέρνησης είναι δεμένη με ένα τμήμα με την εκπαιδευτική πολιτική της προηγούμενης καθώς έχουν την ίδια κατευθυντήρια γραμμή.
Οφείλουμε μια απάντηση σε ένα ερώτημα που μπαίνει συχνά: Τα μέτρα, οι ρυθμίσεις, οι αλλαγές στην εκπαίδευση ποια σχέση έχουν με την οικονομική κρίση. Θέλουμε να είμαστε ξεκάθαροι. Τα μέτρα και οι εκπαιδευτικές πολιτικές που «τρέχουν» σήμερα από το Υπουργείο Παιδείας είναι επιδιώξεις, κατευθύνσεις, προσδοκίες και όνειρα των στρατηγών του κεφαλαίου, του Ευρωπαϊκή Διευθυντηρίου, του ΟΟΣΑ, των δυο αστικών ομμάτων, πολλά χρόνια πριν από την κρίση. Απλά τώρα γίνεται προσπάθεια να υλοποιηθούν με την ευκαιρία της οικονομικής κρίσης. Αυτή η «ιερή συμμαχία» βρίσκει ευκαιρία τώρα να κάνει πραγματικότητα τα πιο νεοφιλελεύθερα όνειρά της τα οποία προβάλλει άλλοτε ως μέτρα σωτηρίας για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης και άλλοτε σαν συνέπεια της οικονομικής κρίσης.
Οφείλουμε και μια διευκρίνιση: Σε καμία περίπτωση δεν υποστηρίζουμε ότι σήμερα στη χώρα μας η «δωρεάν» «δημόσια» εκπαίδευση είναι όντως «δωρεάν» και «δημόσια» ούτε ότι οι απόφοιτοι των Πανεπιστημίων βρίσκουν εργασία σε αυτό που έχουν σπουδάσει. Οι ιδιωτικές δαπάνες στην Ελλάδα είναι ήδη υψηλές και αντανακλούν την αγωνία των οικογενειών να αποκτήσει το παιδί τους ένα πτυχίο που ελπίζουν να το βοηθήσει να έχει ένα καλύτερο μέλλον σε μια άκρως ανταγωνιστική αγορά εργασίας με υψηλή ανεργία, για την οποία δεν ευθύνονται τα Πανεπιστήμια και οι σπουδές. Ούτε υποστηρίζουμε ότι το ελληνικό Πανεπιστήμιο δεν έχει ανάγκη από μεταρρυθμίσεις. Όμως, η κυρίαρχη πολιτική δεν αποσκοπεί στην προστασία και ενίσχυση της δημόσιας εκπαίδευσης, στο να αλαφρύνει οικονομικά τα νοικοκυριά, να κάνει το εκπαιδευτικό σύστημα κοινωνικά δικαιότερο και να εξασφαλίσει μόνιμη και σταθερή εργασία στους πτυχιούχους. Έχει σκοπό να διαμορφώσει ένα ευνοϊκό πεδίο επένδυσης και κερδοφορίας για το κεφάλαιο στο χώρο της παροχής «εκπαιδευτικών υπηρεσιών» και ταυτόχρονα να καταργήσει και τα τελευταία «ξέφτια» του κράτους πρόνοιας στο χώρο της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης που είναι η παροχή του δωρεάν συγγράμματος, η σίτιση και οι ελλιπείς φοιτητικές εστίες.
Η ΚΡΙΣΗ ΩΣ ΕΥΚΑΙΡΙΑ
Πριν λίγους μήνες, την ίδια περίοδο που η Υπουργός Παιδείας εξήγγειλε τις νέες αντιδραστικές αλλαγές για τα Πανεπιστήμια συναντήθηκε με τον υπουργό Έρευνας, Τεχνολογίας και Ανώτατης Εκπαίδευσης της Πορτογαλίας κ. Χοσέ Μαριάνο Γκάγκο. Λίγο μετά τη συνάντηση ο Υπουργός της γειτονικής χώρας, χωρίς φιοριτούρες, έδωσε απροκάλυπτα το στίγμα των προθέσεων της κυρίαρχης πολιτικής απαντώντας σε σχετική ερώτηση δημοσιογράφου: «Η οικονομική κρίση είναι μια μοναδική ευκαιρία για αναμόρφωση της Ανώτατης εκπαίδευσης. Τα υπερβολικά πολλά ιδρύματα, το χαλαρό σύστημα διοίκησής τους, η απουσία ανεξάρτητης αξιολόγησης και πιστοποίησης των ΑΕΙ και της έρευνας είναι συνήθη φαινόμενα σε πολλά ΑΕΙ. Όμως, η επένδυση στην εκπαίδευση και την έρευνα είναι πολύ σημαντική για την ανάπτυξη. Στην Πορτογαλία η χρηματοδότηση είναι κυρίως κρατική. Οι φοιτητές πληρώνουν δίδακτρα που δεν ξεπερνούν το 13% των εσόδων των ΑΕΙ. Τα ΑΕΙ ενθαρρύνονται να προσελκύουν πόρους από άλλες πηγές (έρευνα, υπηρεσίες). Τα ΑΕΙ που προσελκύουν ανταγωνιστικούς πόρους πάνω από το 50% των συνολικών πόρων, αποκτούν μεγαλύτερη αυτονομία» («Η κρίση είναι μοναδική ευκαιρία για αναμόρφωση», Συνέντευξη στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 29/6/2010 του υπουργό Έρευνας, Τεχνολογίας και Ανώτατης Εκπαίδευσης της Πορτογαλίας κ. Χοσέ Μαριάνο Γκάγκο)
ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΤΟ ΥΠΑΡΧΕΙ ΝΕΡΟ!
Να το πούμε καθαρά : Εδώ «πριονίζονται ρίζες ! Και όποιος, χωμένος στις συστάδες των θάμνων που τον περιβάλλουν χάνει το δάσος από το οπτικό του πεδίο, καλό είναι να κάνει ένα βήμα στα πλάγια για να δει καθαρότερα μπροστά του.
Το ΥΠΕΠΘ, ως ευαγγελιστής της αγοράς, βιάζεται να υποδυθεί το ρόλο αυτού που γελά καλά επειδή γελά τελευταίος. Ωστόσο, κι αν τα βουνά μοιάζουν ακίνητα, οι γεωλόγοι ξέρουν καλά πως ζούμε σε μια θάλασσα στεριάς. Το εκπαιδευτικό κίνηµα οφείλει να σηκωθεί στις µύτες των ποδιών του, να διαπεράσει τα φράγµατα των µέσων µαζικής ενηµέρωσης, να συντρίψει τη ρητορική τού άδικου λόγου και να ορθώσει πύργο ατίθασο στη Σαλώµη του νεοφιλελευθερισµού που ετοιµάζεται να περιφέρει το κεφάλι της παιδείας προσφορά στους επιχειρηματίες της γνώσης.
Όπερ έδει δείξαι !
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Όπως πολύ σωστά επισημαίνει ο Κώστας Θεριανός στο άρθρο του «Για τα δίδακτρα και τα έτη σπουδών» (http://www.alfavita.gr/artro.php?id=38718),στη Μεγάλη Βρετανία, που οι φοιτητές πληρώνουν δίδακτρα, ουδέποτε το κράτος «νομοθέτησε» ως υποχρεωτικά τα δίδακτρα. Περιόρισε όμως δραστικά την χρηματοδότηση των πανεπιστημίων ώστε αυτά να μην έχουν άλλους πόρους πέραν των ίδιων των φοιτητών τους. Ακόμη και σήμερα δίδακτρα με νόμο δεν υπάρχουν. Κανένας νόμος της κεντρικής κυβέρνησης δεν αναφέρει ρητά ότι οι φοιτητές είναι υποχρεωμένοι να καταβάλλουν δίδακτρα. Και όμως δίδακτρα πληρώνουν όλοι! Οι μόνοι που δεν πληρώνουν είναι όσοι παίρνουν υποτροφία. Όπου υποτροφία σημαίνει ότι δεν πληρώνεις δίδακτρα
Εξήντα καυτές μέρες
Πηγή: Ποντίκι
Μέσα στις επόμενες 60 μέρες θα κριθεί η βιωσιμότητα της κυβέρνησης, καθώς μέχρι τα μέσα Σεπτεμβρίου θα πρέπει να περάσουν από τη Βουλή όλα τα δύσκολα νομοσχέδια για τα επαχθή φορολογικά μέτρα, την τέταρτη επικαιροποίηση του μνημονίου, που θα περιλαμβάνει ρητώς την απόλυση δημοσίων υπαλλήλων, τις πρώτες αποκρατικοποιήσεις και τον δεύτερο εφαρμοστικό νόμο.
Παράλληλα, η Βουλή θα πρέπει να ετοιμάζεται για να ψηφίσει και το νέο πακέτο «διάσωσης» της Ελλάδας, που θα περιλαμβάνει βεβαίως νέους σκληρούς όρους για λιτότητα, το δεύτερο μνημόνιο και την πιθανότητα εμπράγματων εγγυήσεων. Το ίδιο διάστημα το Μαξίμου θα δίνει τη νέα μάχη αξιολόγησης από την τρόικα, που θα βρίσκεται στην Αθήνα για να ελέγξει την πορεία της οικονομίας ώστε να δώσει το πράσινο φως στην έκτη δόση του δανείου, η οποία πρέπει να εκταμιευθεί στα μέσα Σεπτεμβρίου.
Ήδη, λόγω των καθυστερήσεων αλλά και λόγω πολιτικής αδυναμίας, οι τροϊκανοί θα έρθουν εκτάκτως στην Αθήνα από το τέλος Ιουλίου ώστε να διασφαλίσουν ότι η κυβέρνηση θα τηρήσει όσα υποσχέθηκε.
Όλα αυτά δημιουργούν μια ρευστή πολιτική κατάσταση σε ένα ήδη εκρηκτικό κοινωνικό κλίμα. Οι Ευρωπαίοι διαπιστώνουν και από τις δημοσκοπήσεις ότι αυτό το κυβερνητικό σχήμα δεν αντέχει και έχουν δεδομένο ότι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο οι πρόωρες κάλπες είναι προ των πυλών. Έτσι ζητούν επιτακτικά το νέο δανειακό πρόγραμμα να έχει την έγκριση 180 βουλευτών, ώστε όποιο κυβερνητικό σχήμα και να ανέβει στην εξουσία - θεωρούν ότι θα αποτελείται από τουλάχιστον δύο κόμματα – να είναι εξασφαλισμένη η υλοποίηση των δεσμεύσεων.
Τα μέτωπα του Βενιζέλου
Ο άνθρωπος που θα κληθεί να φέρει σε πέρας το δύσκολο εγχείρημα να πειστούν οι υπουργοί αλλά και οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ για την πλημμύρα των αλλαγών, είναι ο Ευάγγελος Βενιζέλος. Ήδη η τρόικα αλλά κα ι το Γιούρογκρουπ έδειξαν τα δόντια τους στην τηλεδιάσκεψη της προηγούμενης εβδομάδας. Η γραμμή είναι σκληρή, σκληρότερη ίσως από αυτήν που ανέμενε ο υπουργός Οικονομικών. Μόνο και μόνο για να εξασφαλίσουμε την επόμενη δόση, πρέπει:
1. Να σχηματιστεί αμέσως και να λειτουργήσει η εταιρεία διαχείρισης της δημόσιας περιουσίας, η Γενική Γραμματεία Real Estate Development. Τον Αύγουστο να υιοθετηθεί το πλάνο για τον τουριστικό τομέα (τουριστική κατοικία), με το νομοσχέδιο για τις χρήσεις γης των ακινήτων της εταιρείας Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα. Στο τρίτο τρίμηνο πρέπει να είναι έτοιμο το νομικό πλαίσιο για τη γρήγορη παραχώρηση γης και την επιτάχυνση της καταγραφής της ακίνητης περιουσίας.
2. Να περάσει, μέχρι το τέλος Ιουλίου, το νομοσχέδιο για τις συγχωνεύσεις και καταργήσεις των ΔΕΚΟ και άλλων φορέων και μέχρι τα μέσα Αυγούστου η κυβέρνηση να βρει τρόπο να περάσει από τη Βουλή τη δυνατότητα απολύσεων. Μέσα στο νέο νομοσχέδιο θα περιλαμβάνονται και οι μειώσεις μισθών και άλλων δαπανών και το μαχαίρι σε όσα επιδόματα έχουν απομείνει.
3. Να καταργηθούν 200 εφορίες, να δημιουργηθούν ομάδες «ράμπο» που θα αναλάβουν τη συλλογή ληξιπρόθεσμων οφειλών με απώτερο στόχο να ιδιωτικοποιηθούν οι διαδικασίες συλλογής φόρων, οι οποίες θα ελέγχονται από ξένους εμπειρογνώμονες. Παράλληλα πρέπει να ετοιμαστεί το νέο φορολογικό σύστημα.
4. Να βρεθεί φόρμουλα που θα προνοεί την εγκατάσταση των ελεγκτών, οι οποίοι μόνιμα πλέον θα διαχειρίζονται όλους τους τομείς της οικονομίας, τα υπουργεία, τους δημοσίους οργανισμούς. Επίσης μέσα στον Ιούλιο η κυβέρνηση πρέπει να ορίσει τα προσόντα και τις υποχρεώσεις των ελεγκτών που θα μπουν στα υπουργεία και να τους τοποθετήσει για να ελέγχουν τη ροή των πόρων. Έως το τέλος Σεπτεμβρίου να δημιουργηθούν γενικές διευθύνσεις για οικονομικές υποθέσεις σε όλα τα υπουργεία.
5. Να αποφασιστούν μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου όλες οι νέες περικοπές στην υγεία και την ασφάλιση, που θα περιλαμβάνουν ίσως και νέες αυξήσεις στις εισφορές, περικοπές στις αναπηρικές συντάξεις και νέες αλλαγές στα βαρέα και ανθυγιεινά.
6. Μέχρι το τέλος του έτους να δημιουργηθούν νέες συμμαχίες στον τραπεζικό κλάδο, συγχωνεύσεις και εξαγορές, και όσες τράπεζες αποτύχουν στα στρες τεστ να ενταχθούν αμέσως στο Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, που ουσιαστικά ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος και την τρόικα.
7. Μέχρι το τέλος Ιουλίου η κυβέρνηση να αναθέσει τη διαχείριση των υδροηλεκτρικών αποθεμάτων σε ανεξάρτητη αρχή.
8. Τέλος, βάσει του επικαιροποιημένου μνημονίου, η κυβέρνηση θα καλείται να λάβει νέα μέτρα ανά τρίμηνο και κάθε φορά που διαπιστώνεται απόκλιση από τους δημοσιονομικούς στόχους.
Συνεχώς νέα μέτρα!
Ο όρος για συνεχή λήψη νέων μέτρων είναι ο δυσκολότερος που έχει να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση. Και αυτό γιατί πλέον τα ψέματα τελείωσαν, όπως και οι διορίες που έδινε μέχρι τώρα ατύπως η τρόικα. Εδώ κι έναν χρόνο όλοι έκαναν τα στραβά μάτια για το γεγονός ότι η Ελλάδα ουδέποτε κατάφερε να πιάσει τους βασικούς στόχους του μνημονίου. Όμως, όπως έχει γράψει επανειλημμένως το «Π», οι δανειστές έχουν πλέον νομικό πρόβλημα και δεν είναι καλυμμένοι στην εκταμίευση των δόσεων.
Οι κυβερνητικές παλινωδίες και η «κοροϊδία», όπως την ερμηνεύουν οι ελεγκτές, ότι κάπου παρακάτω η κρατική μηχανή θα πάρει μπρος, μας έφεραν εδώ που βρισκόμαστε σήμερα: στον φαύλο κύκλο ύφεσης - νέων μέτρων - ύφεσης και στην ενεργοποίηση της ρήτρας που υπάρχει ήδη στη δανειακή σύμβαση για πλήρη επιτήρηση και απώλεια της εθνικής κυριαρχίας. Εάν κρίνουμε από τα τελευταία νέα, τα νέα μέτρα είναι προ των πυλών, πριν καν εφαρμοστούν αυτά που πέρασε δι’ εκβιασμών και πιέσεων η κυβέρνηση από τη Βουλή την περασμένη εβδομάδα.
Το πρώτο εξάμηνο του έτους τα έσοδα παρουσιάζουν υστέρηση κοντά στα 2,5 δισ. ευρώ, με τις πληροφορίες να κάνουν λόγο για στασιμότητα στην είσπραξη εσόδων από φόρους. Την ίδια στιγμή, για τέταρτο συνεχόμενο μήνα, οι δαπάνες του κράτους δείχνουν αύξηση, αλλά η κυβέρνηση επιμένει να εφαρμόζει την αποτυχημένη συνταγή για αύξηση εύκολων φόρων και οριζόντιες περικοπές σε όλα τα εισοδήματα.
Έτσι, αντί να γίνονται μελέτες για το πώς θα αντιστραφεί το κλίμα και πώς η κυβέρνηση θα καταφέρει να στοχεύσει στα μεγάλα εισοδήματα και κεφάλαια που συστηματικά φοροδιαφεύγουν, γίνονται μελέτες για το πώς οι νέες ελεγκτικές εταιρείες θα γίνουν αφόρητα πιεστικές και απειλητικές προκειμένου να αποσπούν τα ληξιπρόθεσμα χρέη μικροοφειλετών!
Μάλιστα, όπως διακινείται στους διαδρόμους του Μαξίμου, εάν πετύχει το εγχείρημα του εκφοβισμού, οι ελεγκτικές εταιρείες θα αναλάβουν όλο το σύστημα των εσόδων.
Όλα αυτά τη στιγμή που και ο Ευάγγελος Βενιζέλος δείχνει να αδυνατεί να πάρει αποφάσεις για τα δισεκατομμύρια ευρώ που βρίσκονται εκτός Ελλάδας και για τις off-shore εταιρείες Ελλήνων επιχειρηματιών που πληρώνουν ελάχιστους φόρους, κάνοντας χρήση νομικών παραθύρων που αφήνουν οι κυβερνήσεις ανοικτά εδώ και χρόνια.
Τα έσοδα που θα μπορούσε το κράτος να εισπράξει από τη φοροδιαφυγή των μεγάλων, ανέρχονται στο 30% των εσόδων που εισπράττει τώρα από τους άμεσους και έμμεσους φόρους, από τις περικοπές των μισθών, συντάξεων και επιδομάτων στα μεσαία και μικρά στρώματα.
Ο «χρησμός» Γιούνκερ...
Τη δημοσιονομική βόμβα που βρίσκεται στα χέρια της καλείται να διαχειριστεί η Ε.Ε. Ο πρόεδρος του Γιούρογκρουπ, που έχει υπογείως βοηθήσει άπειρες φορές την κυβέρνηση και είναι η αιτία που έχουμε λάβει πολλές άτυπες παρατάσεις τον τελευταίο χρόνο, είπε τελικά ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να διαχειριστεί αυτά που έχει αναλάβει και ζήτησε την παρέμβαση των δανειστών.
Έχουμε γράψει πολλές φορές ότι ουδέποτε η Ε.Ε. πήρε πρωτοβουλία να παρέμβει στα εσωτερικά της Ελλάδας με τόσο σαφή τρόπο. Η παρέμβαση όλων των αξιωματούχων που είδαμε τους τελευταίους μήνες έγινε ύστερα από συνεννόηση της κυβέρνησης, και προ πάντων του τέως υπουργού Οικονομικών Γιώργου Παπακωνσταντίνου.
Ο Παπακωνσταντίνου είδε το Γιούρογκρουπ ως μια χρυσή ευκαιρία για να καλύψει την απειρία και τη δική του αδυναμία να αποφασίσει και να εφαρμόσει μια βιώσιμη οικονομική πολιτική, και όλο αυτό τον καιρό ζητούσε στήριξη από τους ομολόγους του στην ευρωζώνη.
♦ Προφασιζόταν συνεχώς δικαιολογίες ότι τα πράγματα δεν προχωρούσαν επειδή υπήρχαν ανταρσίες στο Υπουργικό, το ΠΑΣΟΚ, τις «συντεχνίες» και την αντιπολίτευση.
♦ Ζητούσε συνεχώς πολιτική κάλυψη με την αιτιολογία ότι «αυτός θέλει, αλλά δεν τον αφήνουν».
Έτσι άρχισε το γαϊτανάκι των παρεμβάσεων και των ανακοινώσεων, που έφτασαν να γίνονται απειλές.
Τώρα όμως το Γιούρογκρουπ είναι υποψιασμένο, με αποτέλεσμα να βλέπουν με μισό μάτι και τις προθέσεις του Βενιζέλου, και να μην του αφήνουν κανένα περιθώριο ελιγμών και δ ιαπραγματεύσεων.
Έτσι οι υπουργοί Οικονομικών της ευρωζώνης ξεκαθάρισαν στον νέο υπουργό Οικονομικών ότι στη νέα δανειακή σύμβαση θα αναγράφεται ρητώς η ανάληψη της οικονομικής διαχείρισης της χώρας από τους δανειστές.
Ο Γιούνκερ λοιπόν είπε το... αυτονόητο και αυτό που δεσμεύθηκε ήδη η κυβέρνηση ότι θα κάνει. Μόνο που αυτή τη φορά οι δανειστές δεν έχουν καμία διάθεση να υποστούν τη γνωστή καραμέλα της κυβέρνησης, η οποία άλλα διαπραγματεύεται πίσω από τις πόρτες και μετά αφήνει να εννοηθεί ότι οι δανειστές είναι αυτοί που επιβάλλουν πράγματα και καταστάσεις.
Στις Βρυξέλλες υπάρχει ήδη δυσφορία για τις επιθέσεις του πρωθυπουργού στην Ε.Ε. το τελευταίο δεκαπενθήμερο, γι’ αυτό έχουν αρχίσει την επιχείρηση «όλα στο φως». Μια πρόγευση των μελλοντικών τοποθετήσεων έχει λάβει η κυβέρνηση από τον Γιούνκερ. Έπεται συνέχεια...
ανατήθηκε από το you pay your crisis 9/7/2011
Μέσα στις επόμενες 60 μέρες θα κριθεί η βιωσιμότητα της κυβέρνησης, καθώς μέχρι τα μέσα Σεπτεμβρίου θα πρέπει να περάσουν από τη Βουλή όλα τα δύσκολα νομοσχέδια για τα επαχθή φορολογικά μέτρα, την τέταρτη επικαιροποίηση του μνημονίου, που θα περιλαμβάνει ρητώς την απόλυση δημοσίων υπαλλήλων, τις πρώτες αποκρατικοποιήσεις και τον δεύτερο εφαρμοστικό νόμο.
Παράλληλα, η Βουλή θα πρέπει να ετοιμάζεται για να ψηφίσει και το νέο πακέτο «διάσωσης» της Ελλάδας, που θα περιλαμβάνει βεβαίως νέους σκληρούς όρους για λιτότητα, το δεύτερο μνημόνιο και την πιθανότητα εμπράγματων εγγυήσεων. Το ίδιο διάστημα το Μαξίμου θα δίνει τη νέα μάχη αξιολόγησης από την τρόικα, που θα βρίσκεται στην Αθήνα για να ελέγξει την πορεία της οικονομίας ώστε να δώσει το πράσινο φως στην έκτη δόση του δανείου, η οποία πρέπει να εκταμιευθεί στα μέσα Σεπτεμβρίου.
Ήδη, λόγω των καθυστερήσεων αλλά και λόγω πολιτικής αδυναμίας, οι τροϊκανοί θα έρθουν εκτάκτως στην Αθήνα από το τέλος Ιουλίου ώστε να διασφαλίσουν ότι η κυβέρνηση θα τηρήσει όσα υποσχέθηκε.
Όλα αυτά δημιουργούν μια ρευστή πολιτική κατάσταση σε ένα ήδη εκρηκτικό κοινωνικό κλίμα. Οι Ευρωπαίοι διαπιστώνουν και από τις δημοσκοπήσεις ότι αυτό το κυβερνητικό σχήμα δεν αντέχει και έχουν δεδομένο ότι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο οι πρόωρες κάλπες είναι προ των πυλών. Έτσι ζητούν επιτακτικά το νέο δανειακό πρόγραμμα να έχει την έγκριση 180 βουλευτών, ώστε όποιο κυβερνητικό σχήμα και να ανέβει στην εξουσία - θεωρούν ότι θα αποτελείται από τουλάχιστον δύο κόμματα – να είναι εξασφαλισμένη η υλοποίηση των δεσμεύσεων.
Τα μέτωπα του Βενιζέλου
Ο άνθρωπος που θα κληθεί να φέρει σε πέρας το δύσκολο εγχείρημα να πειστούν οι υπουργοί αλλά και οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ για την πλημμύρα των αλλαγών, είναι ο Ευάγγελος Βενιζέλος. Ήδη η τρόικα αλλά κα ι το Γιούρογκρουπ έδειξαν τα δόντια τους στην τηλεδιάσκεψη της προηγούμενης εβδομάδας. Η γραμμή είναι σκληρή, σκληρότερη ίσως από αυτήν που ανέμενε ο υπουργός Οικονομικών. Μόνο και μόνο για να εξασφαλίσουμε την επόμενη δόση, πρέπει:
1. Να σχηματιστεί αμέσως και να λειτουργήσει η εταιρεία διαχείρισης της δημόσιας περιουσίας, η Γενική Γραμματεία Real Estate Development. Τον Αύγουστο να υιοθετηθεί το πλάνο για τον τουριστικό τομέα (τουριστική κατοικία), με το νομοσχέδιο για τις χρήσεις γης των ακινήτων της εταιρείας Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα. Στο τρίτο τρίμηνο πρέπει να είναι έτοιμο το νομικό πλαίσιο για τη γρήγορη παραχώρηση γης και την επιτάχυνση της καταγραφής της ακίνητης περιουσίας.
2. Να περάσει, μέχρι το τέλος Ιουλίου, το νομοσχέδιο για τις συγχωνεύσεις και καταργήσεις των ΔΕΚΟ και άλλων φορέων και μέχρι τα μέσα Αυγούστου η κυβέρνηση να βρει τρόπο να περάσει από τη Βουλή τη δυνατότητα απολύσεων. Μέσα στο νέο νομοσχέδιο θα περιλαμβάνονται και οι μειώσεις μισθών και άλλων δαπανών και το μαχαίρι σε όσα επιδόματα έχουν απομείνει.
3. Να καταργηθούν 200 εφορίες, να δημιουργηθούν ομάδες «ράμπο» που θα αναλάβουν τη συλλογή ληξιπρόθεσμων οφειλών με απώτερο στόχο να ιδιωτικοποιηθούν οι διαδικασίες συλλογής φόρων, οι οποίες θα ελέγχονται από ξένους εμπειρογνώμονες. Παράλληλα πρέπει να ετοιμαστεί το νέο φορολογικό σύστημα.
4. Να βρεθεί φόρμουλα που θα προνοεί την εγκατάσταση των ελεγκτών, οι οποίοι μόνιμα πλέον θα διαχειρίζονται όλους τους τομείς της οικονομίας, τα υπουργεία, τους δημοσίους οργανισμούς. Επίσης μέσα στον Ιούλιο η κυβέρνηση πρέπει να ορίσει τα προσόντα και τις υποχρεώσεις των ελεγκτών που θα μπουν στα υπουργεία και να τους τοποθετήσει για να ελέγχουν τη ροή των πόρων. Έως το τέλος Σεπτεμβρίου να δημιουργηθούν γενικές διευθύνσεις για οικονομικές υποθέσεις σε όλα τα υπουργεία.
5. Να αποφασιστούν μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου όλες οι νέες περικοπές στην υγεία και την ασφάλιση, που θα περιλαμβάνουν ίσως και νέες αυξήσεις στις εισφορές, περικοπές στις αναπηρικές συντάξεις και νέες αλλαγές στα βαρέα και ανθυγιεινά.
6. Μέχρι το τέλος του έτους να δημιουργηθούν νέες συμμαχίες στον τραπεζικό κλάδο, συγχωνεύσεις και εξαγορές, και όσες τράπεζες αποτύχουν στα στρες τεστ να ενταχθούν αμέσως στο Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, που ουσιαστικά ελέγχεται από την Τράπεζα της Ελλάδος και την τρόικα.
7. Μέχρι το τέλος Ιουλίου η κυβέρνηση να αναθέσει τη διαχείριση των υδροηλεκτρικών αποθεμάτων σε ανεξάρτητη αρχή.
8. Τέλος, βάσει του επικαιροποιημένου μνημονίου, η κυβέρνηση θα καλείται να λάβει νέα μέτρα ανά τρίμηνο και κάθε φορά που διαπιστώνεται απόκλιση από τους δημοσιονομικούς στόχους.
Συνεχώς νέα μέτρα!
Ο όρος για συνεχή λήψη νέων μέτρων είναι ο δυσκολότερος που έχει να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση. Και αυτό γιατί πλέον τα ψέματα τελείωσαν, όπως και οι διορίες που έδινε μέχρι τώρα ατύπως η τρόικα. Εδώ κι έναν χρόνο όλοι έκαναν τα στραβά μάτια για το γεγονός ότι η Ελλάδα ουδέποτε κατάφερε να πιάσει τους βασικούς στόχους του μνημονίου. Όμως, όπως έχει γράψει επανειλημμένως το «Π», οι δανειστές έχουν πλέον νομικό πρόβλημα και δεν είναι καλυμμένοι στην εκταμίευση των δόσεων.
Οι κυβερνητικές παλινωδίες και η «κοροϊδία», όπως την ερμηνεύουν οι ελεγκτές, ότι κάπου παρακάτω η κρατική μηχανή θα πάρει μπρος, μας έφεραν εδώ που βρισκόμαστε σήμερα: στον φαύλο κύκλο ύφεσης - νέων μέτρων - ύφεσης και στην ενεργοποίηση της ρήτρας που υπάρχει ήδη στη δανειακή σύμβαση για πλήρη επιτήρηση και απώλεια της εθνικής κυριαρχίας. Εάν κρίνουμε από τα τελευταία νέα, τα νέα μέτρα είναι προ των πυλών, πριν καν εφαρμοστούν αυτά που πέρασε δι’ εκβιασμών και πιέσεων η κυβέρνηση από τη Βουλή την περασμένη εβδομάδα.
Το πρώτο εξάμηνο του έτους τα έσοδα παρουσιάζουν υστέρηση κοντά στα 2,5 δισ. ευρώ, με τις πληροφορίες να κάνουν λόγο για στασιμότητα στην είσπραξη εσόδων από φόρους. Την ίδια στιγμή, για τέταρτο συνεχόμενο μήνα, οι δαπάνες του κράτους δείχνουν αύξηση, αλλά η κυβέρνηση επιμένει να εφαρμόζει την αποτυχημένη συνταγή για αύξηση εύκολων φόρων και οριζόντιες περικοπές σε όλα τα εισοδήματα.
Έτσι, αντί να γίνονται μελέτες για το πώς θα αντιστραφεί το κλίμα και πώς η κυβέρνηση θα καταφέρει να στοχεύσει στα μεγάλα εισοδήματα και κεφάλαια που συστηματικά φοροδιαφεύγουν, γίνονται μελέτες για το πώς οι νέες ελεγκτικές εταιρείες θα γίνουν αφόρητα πιεστικές και απειλητικές προκειμένου να αποσπούν τα ληξιπρόθεσμα χρέη μικροοφειλετών!
Μάλιστα, όπως διακινείται στους διαδρόμους του Μαξίμου, εάν πετύχει το εγχείρημα του εκφοβισμού, οι ελεγκτικές εταιρείες θα αναλάβουν όλο το σύστημα των εσόδων.
Όλα αυτά τη στιγμή που και ο Ευάγγελος Βενιζέλος δείχνει να αδυνατεί να πάρει αποφάσεις για τα δισεκατομμύρια ευρώ που βρίσκονται εκτός Ελλάδας και για τις off-shore εταιρείες Ελλήνων επιχειρηματιών που πληρώνουν ελάχιστους φόρους, κάνοντας χρήση νομικών παραθύρων που αφήνουν οι κυβερνήσεις ανοικτά εδώ και χρόνια.
Τα έσοδα που θα μπορούσε το κράτος να εισπράξει από τη φοροδιαφυγή των μεγάλων, ανέρχονται στο 30% των εσόδων που εισπράττει τώρα από τους άμεσους και έμμεσους φόρους, από τις περικοπές των μισθών, συντάξεων και επιδομάτων στα μεσαία και μικρά στρώματα.
Ο «χρησμός» Γιούνκερ...
Τη δημοσιονομική βόμβα που βρίσκεται στα χέρια της καλείται να διαχειριστεί η Ε.Ε. Ο πρόεδρος του Γιούρογκρουπ, που έχει υπογείως βοηθήσει άπειρες φορές την κυβέρνηση και είναι η αιτία που έχουμε λάβει πολλές άτυπες παρατάσεις τον τελευταίο χρόνο, είπε τελικά ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να διαχειριστεί αυτά που έχει αναλάβει και ζήτησε την παρέμβαση των δανειστών.
Έχουμε γράψει πολλές φορές ότι ουδέποτε η Ε.Ε. πήρε πρωτοβουλία να παρέμβει στα εσωτερικά της Ελλάδας με τόσο σαφή τρόπο. Η παρέμβαση όλων των αξιωματούχων που είδαμε τους τελευταίους μήνες έγινε ύστερα από συνεννόηση της κυβέρνησης, και προ πάντων του τέως υπουργού Οικονομικών Γιώργου Παπακωνσταντίνου.
Ο Παπακωνσταντίνου είδε το Γιούρογκρουπ ως μια χρυσή ευκαιρία για να καλύψει την απειρία και τη δική του αδυναμία να αποφασίσει και να εφαρμόσει μια βιώσιμη οικονομική πολιτική, και όλο αυτό τον καιρό ζητούσε στήριξη από τους ομολόγους του στην ευρωζώνη.
♦ Προφασιζόταν συνεχώς δικαιολογίες ότι τα πράγματα δεν προχωρούσαν επειδή υπήρχαν ανταρσίες στο Υπουργικό, το ΠΑΣΟΚ, τις «συντεχνίες» και την αντιπολίτευση.
♦ Ζητούσε συνεχώς πολιτική κάλυψη με την αιτιολογία ότι «αυτός θέλει, αλλά δεν τον αφήνουν».
Έτσι άρχισε το γαϊτανάκι των παρεμβάσεων και των ανακοινώσεων, που έφτασαν να γίνονται απειλές.
Τώρα όμως το Γιούρογκρουπ είναι υποψιασμένο, με αποτέλεσμα να βλέπουν με μισό μάτι και τις προθέσεις του Βενιζέλου, και να μην του αφήνουν κανένα περιθώριο ελιγμών και δ ιαπραγματεύσεων.
Έτσι οι υπουργοί Οικονομικών της ευρωζώνης ξεκαθάρισαν στον νέο υπουργό Οικονομικών ότι στη νέα δανειακή σύμβαση θα αναγράφεται ρητώς η ανάληψη της οικονομικής διαχείρισης της χώρας από τους δανειστές.
Ο Γιούνκερ λοιπόν είπε το... αυτονόητο και αυτό που δεσμεύθηκε ήδη η κυβέρνηση ότι θα κάνει. Μόνο που αυτή τη φορά οι δανειστές δεν έχουν καμία διάθεση να υποστούν τη γνωστή καραμέλα της κυβέρνησης, η οποία άλλα διαπραγματεύεται πίσω από τις πόρτες και μετά αφήνει να εννοηθεί ότι οι δανειστές είναι αυτοί που επιβάλλουν πράγματα και καταστάσεις.
Στις Βρυξέλλες υπάρχει ήδη δυσφορία για τις επιθέσεις του πρωθυπουργού στην Ε.Ε. το τελευταίο δεκαπενθήμερο, γι’ αυτό έχουν αρχίσει την επιχείρηση «όλα στο φως». Μια πρόγευση των μελλοντικών τοποθετήσεων έχει λάβει η κυβέρνηση από τον Γιούνκερ. Έπεται συνέχεια...
ανατήθηκε από το you pay your crisis 9/7/2011
Παρασκευή 8 Ιουλίου 2011
Τα πανεπιστήμια φλέγονται! ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΚΑΤΣΙΚΑ
Τίτλος:
Υπότιτλος: Ξεχαρβάλωμα των σπουδών, επιβολή διδάκτρων, τέλος στα συγγράμματα, στη σίτιση και στη στέγαση
ΜΟΤΟ: Όσες διαψεύσεις κι αν κάνει το υπουργείο Παιδείας, μέσα στην επόμενη τριετία το ελληνικό πανεπιστήμιο θα επιβάλει δίδακτρα.
Αν υπήρχε διαγωνισμός για εκείνους που άλλαζαν με την πιο μεγάλη μαεστρία το νόημα των λέξεων και των εννοιών, τότε το πρώτο βραβείο θα έπρεπε να απονεμηθεί στην ηγεσία του υπουργείου Παιδείας. Αυτή η ηγεσία, βαδίζοντας στα χνάρια της επικοινωνιακής πολιτικής της κυβέρνησης, η οποία ονομάζει τη μείωση των μισθών αποτελεσματική διαχείριση, τη μείωση των προσλήψεων εξορθολογισμό, την απόλυση εξυγίανση, το φόρο αλληλεγγύη, δίνει τα επικοινωνιακά «ρέστα» της για να πείσει την κοινή γνώμη ότι οι «οι ριζικές αλλαγές που προτείνονται για τα Ανώτατα Ιδρύματα ανταποκρίνονται στις ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας, που χρηματοδοτεί τα Ιδρύματα και εμπιστεύεται τα παιδιά της».
Οφείλουμε να το ξεκαθαρίσουμε: Με σημαία τις εύηχες λέξεις και φράσεις «αυτοτέλεια», «κοινωνική λογοδοσία», «σύνδεση με την οικονομία και την κοινωνία», η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Παιδείας, λίγες μόλις μέρες μετά την ψήφιση του εφαρμοστικού νόμου υποτέλειας και υποθήκευσης της χώρας, πιστή στη συνταγή Μακιαβέλι –όλα τα χτυπήματα μαζί για να ζαλιστεί ο αντίπαλος–, είναι έτοιμη να υλοποιήσει το «συμβόλαιο θανάτου» της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης, το οποίο έχει συνυπογράψει εδώ και αρκετά χρόνια.
Ο πυρήνας των αλλαγών
Καθώς υπάρχει πλέον η συσσωρευμένη εμπειρία που βοηθά να διαβάζουμε μπροστά και πίσω από τις λέξεις, καθώς γνωρίζουμε πολύ καλά ότι δεν έχει καμιά σημασία τι λέει το υπουργείο Παιδείας αλλά, αντίθετα, σημασία έχει τι εννοεί, ας δούμε τον πυρήνα των αλλαγών που επιδιώκονται, αλλαγές που αλλάζουν το DNA των πανεπιστημίων:
1. Διαμορφώνεται νέος χάρτης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Ένα μεγάλο τμήμα σχολών και τμημάτων θα συγχωνευθούν, άλλα θα καταργηθούν, ενώ όσα μείνουν σε τίποτε δεν θα θυμίζουν την τριτοβάθμια εκπαίδευση που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Οι προτάσεις του Εθνικού Συμβουλίου Εκπαίδευσης που θα συζητηθούν στο επόμενο διάστημα προβλέπουν τη σύσταση 12 ή 14 ανώτατων ιδρυμάτων (από 22) και την ύπαρξη 8 ή 6 ΤΕΙ (από 16) σε ολόκληρη τη χώρα.
2. Τα πανεπιστήμια καλούνται ευθέως να «βγάλουν το ψωμί τους» μόνα τους. Το υπουργείο Παιδείας εξαναγκάζει τα τριτοβάθμια ιδρύματα «να συμμορφωθούν προς τας υποδείξεις» του «κατά Μπολόνια Ευαγγελίου», δηλαδή να υιοθετήσουν τη συμπεριφορά ιδιωτικής επιχείρησης για να βρουν νέους πόρους, κρατώντας από τη μια το δίσκο του εράνου και από την άλλη το λιβανιστήρι. Σύμφωνα με τα στρατηγικά και «επιχειρηματικά» σχέδια του υπουργείου Παιδείας, η περιστολή της δημόσιας χρηματοδότησης θα δημιουργήσει συνθήκες «δημιουργικής ανασφάλειας» στα πανεπιστήμια και θα τα υποχρεώσει να εξορθολογίσουν τη διαχείρισή τους, περικόπτοντας δαπάνες και λειτουργικά έξοδα, και να στραφούν στην αγορά σε αναζήτηση νέων πηγών εσόδων (δίδακτρα, σύνδεση με επιχειρήσεις, μετατροπή σε επιχειρήσεις πώλησης υπηρεσιών).
3. Όσες διαψεύσεις κι αν κάνει το υπουργείο Παιδείας σε σύντομο χρονικό διάστημα, μέσα στην επόμενη τριετία, αν ευοδωθούν οι παραπάνω σχεδιασμοί, το ελληνικό πανεπιστήμιο θα επιβάλει δίδακτρα. Ναι, ας μην υπάρχει καμιά αμφιβολία. Κι αυτά τα δίδακτρα δεν θα επιβληθούν τυπικά από «πάνω», κεντρικά, αλλά από την κάθε σχολή ξεχωριστά, στα πλαίσια της «αυτοτέλειας», της «σύνδεσης με την κοινωνία και την οικονομία», της αλλαγής «χρηματοδοτικής κουλτούρας», της «απελευθέρωσης από τα δεσμά της δημόσιας χρηματοδότησης» και άλλων ζαχαρωμένων εκφράσεων που κάθε λίγο και λιγάκι «ξεφουρνίζει» το υπουργικό επιτελείο του Αμαρουσίου. Ουσιαστικά και τυπικά τα πανεπιστήμια μετατρέπονται σε «επιχειρήσεις», με την πλήρη έννοια του όρου, οι οποίες, για να επιβιώσουν, κυνηγούν διεθνώς, ανταγωνιστικά και με όλα τα θεμιτά και αθέμιτα μέσα, φοιτητές-«πελάτες». Κύριοι στόχοι τους είναι η μεγιστοποίηση του οικονομικού οφέλους, από την επίτευξη του οποίου και μόνο κρίνονται και οι διοικήσεις τους. Οι φοιτητές-«πελάτες» οφείλουν να χρηματοδοτούν οι ίδιοι τις σπουδές τους.
4. Υιοθετείται πλήρως και επιβάλλεται το μοντέλο της Μπολόνιας, με τους κύκλους σπουδών οι οποίοι διαχωρίζονται λειτουργικά και δομικά με την απόκτηση ενός πρώτου επαγγελματικού πτυχίου και ονομάζονται, αντίστοιχα, «προπτυχιακός» και «μεταπτυχιακός». Ο πρώτος κύκλος είναι τριετούς φοίτησης και περιλαμβάνει μαθήματα που αντιστοιχούν κατ’ ελάχιστον σε 180 ακαδημαϊκές μονάδες. Ο δεύτερος κύκλος είναι οι μεταπτυχιακές σπουδές, που αντιστοιχούν κατ’ ελάχιστο σε 60 και κατά μέγιστο σε 120 ακαδημαϊκές μονάδες, και ο τρίτος κύκλος είναι οι διδακτορικές σπουδές. Ο τεμαχισμός είναι τέτοιος, που μπορεί κάθε ίδρυμα να οργανώνει και «προγράμματα σύντομου κύκλου σπουδών» εντός του προπτυχιακού επιπέδου, τα οποία «θα οδηγούν στην απονομή διπλώματος». Η αφαίρεση θεμελιωδών γνώσεων των επιστημών σε συνδυασμό με τη ρηχή και πρώιμη υπερεξειδίκευση και η αποστήθιση κανόνων ή μοντέλων αφαιρούν σε μεγάλο βαθμό την απαραίτητη για τον επιστήμονα πλατιά και βαθιά γνώση της ουσίας των προβλημάτων και τη δυνατότητα αναζήτησης των δυνατών λύσεων στο ανθρώπινο μέτρο». Είναι, επομένως, προφανής η αδυναμία χορήγησης πανεπιστημιακού πτυχίου σε τρία χρόνια χωρίς δραματική συρρίκνωση του εύρους και της ποιότητας των σπουδών και συνακόλουθο δραστικό περιορισμό των επαγγελματικών γνώσεων και συνακόλουθων δικαιωμάτων των αποφοίτων.
5. Στις επιχειρούμενες αλλαγές περιλαμβάνεται και το τελικό συντριπτικό χτύπημα σε ό,τι είχε απομείνει από τους τρεις βασικούς πυλώνες του δημόσιου πανεπιστημίου: Το δωρεάν σύγγραμμα, τη σίτιση και τη στέγαση των φοιτητών. Τρία χρόνια μετά τη δημοσίευση του νέου νόμου προβλέπεται η κατάργηση της δωρεάν διανομής και των πανεπιστημιακών συγγραμμάτων. Παράλληλα, η έκταση της φοιτητικής μέριμνας παύει να προσδιορίζεται ενιαία για το σύνολο των Ιδρυμάτων. Κάθε Ίδρυμα θα αποφασίζει χωριστά και αναλόγως με τις οικονομικές του δυνάμεις για τις προϋποθέσεις παροχής δωρεάν σίτισης στους φοιτητές του. Τι σημαίνει αυτό; Πολύ σύντομα και στη βάση της αδυναμίας των πανεπιστημίων να αντεπεξέλθουν σε δαπάνες αυτού του χαρακτήρα θα εξαφανιστούν και τα τελευταία ίχνη της δωρεάν σίτισης, της στέγασης και της διανομής των συγγραμμάτων.
6. Πριμοδοτείται η αλλαγή του τρόπου διοίκησης των ιδρυμάτων και η καθιέρωση «αποτελεσματικότερων» συστημάτων μάνατζμεντ, που επιτρέπουν ευελιξία, αποτελεσματική διαχείριση πόρων, «άνοιγμα» στις αγορές υπηρεσιών εκπαίδευσης, «προώθηση» προϊόντων έρευνας και έλεγχο της «αποδοτικότητας» του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού. Στα πλαίσια αυτά, μια ολιγαρχική διοίκηση από ανθρώπους της αγοράς θα έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο στη λειτουργία των πανεπιστημίων.
7. «Ελευθέρας» στην αστυνομία για να επεμβαίνει στους πανεπιστημιακούς χώρους δίνει το σχέδιο του υπουργείου Παιδείας.
8. Παράλληλα με το νέο νόμο, αν ο φοιτητής δεν ανανεώσει την εγγραφή του για δύο εξάμηνα, χάνει την ιδιότητά του.
Δύο απαραίτητες διευκρινήσεις: Συνέχεια και επιτάχυνση
Με τις εξαγγελίες της κυβέρνησης για τη «νέα φυσιογνωμία της ανώτατης εκπαίδευσης» συνεχίζεται η επιχείρηση για αλλαγές στη δομή και στις κατευθύνσεις της ανώτατης εκπαίδευσης, κοντολογίς για αλλαγή στο DNA των ελληνικών πανεπιστημίων. Όλες τις αλλαγές μπορεί να τις βρει κανείς στις συμφωνίες που έγιναν στις διασκέψεις σε επίπεδο πρωθυπουργών, υπουργών Παιδείας, κυβερνητικών παραγόντων και πανεπιστημιακών εντεταλμένων των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων την τελευταία 13ετία (από τη Διακήρυξη στην Μπολόνια μέχρι σήμερα), στις «οδηγίες» των διεθνών ιμπεριαλιστικών οργανισμών (ΟΟΣΑ, ΔΝΤ κ.λπ.) και, βεβαίως, στο ΕΣΠΑ (Δ' Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης με βάση το οποίο έχει μονταριστεί το ΕΠΕΑΕΚ).
Οφείλουμε μια απάντηση σε ένα ερώτημα που τίθεται συχνά: Τα μέτρα, οι ρυθμίσεις, οι αλλαγές στην εκπαίδευση ποια σχέση έχουν με την οικονομική κρίση; Θέλουμε να είμαστε ξεκάθαροι. Τα μέτρα και οι εκπαιδευτικές πολιτικές που «τρέχουν» σήμερα από το υπουργείο Παιδείας είναι επιδιώξεις, κατευθύνσεις, προσδοκίες και όνειρα των στρατηγών του κεφαλαίου, του Ευρωπαϊκού Διευθυντηρίου, του ΟΟΣΑ, των δύο αστικών κομμάτων, πολλά χρόνια πριν από την κρίση. Απλά τώρα γίνεται προσπάθεια να υλοποιηθούν με την ευκαιρία της οικονομικής κρίσης.
Υπότιτλος: Ξεχαρβάλωμα των σπουδών, επιβολή διδάκτρων, τέλος στα συγγράμματα, στη σίτιση και στη στέγαση
ΜΟΤΟ: Όσες διαψεύσεις κι αν κάνει το υπουργείο Παιδείας, μέσα στην επόμενη τριετία το ελληνικό πανεπιστήμιο θα επιβάλει δίδακτρα.
Αν υπήρχε διαγωνισμός για εκείνους που άλλαζαν με την πιο μεγάλη μαεστρία το νόημα των λέξεων και των εννοιών, τότε το πρώτο βραβείο θα έπρεπε να απονεμηθεί στην ηγεσία του υπουργείου Παιδείας. Αυτή η ηγεσία, βαδίζοντας στα χνάρια της επικοινωνιακής πολιτικής της κυβέρνησης, η οποία ονομάζει τη μείωση των μισθών αποτελεσματική διαχείριση, τη μείωση των προσλήψεων εξορθολογισμό, την απόλυση εξυγίανση, το φόρο αλληλεγγύη, δίνει τα επικοινωνιακά «ρέστα» της για να πείσει την κοινή γνώμη ότι οι «οι ριζικές αλλαγές που προτείνονται για τα Ανώτατα Ιδρύματα ανταποκρίνονται στις ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας, που χρηματοδοτεί τα Ιδρύματα και εμπιστεύεται τα παιδιά της».
Οφείλουμε να το ξεκαθαρίσουμε: Με σημαία τις εύηχες λέξεις και φράσεις «αυτοτέλεια», «κοινωνική λογοδοσία», «σύνδεση με την οικονομία και την κοινωνία», η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Παιδείας, λίγες μόλις μέρες μετά την ψήφιση του εφαρμοστικού νόμου υποτέλειας και υποθήκευσης της χώρας, πιστή στη συνταγή Μακιαβέλι –όλα τα χτυπήματα μαζί για να ζαλιστεί ο αντίπαλος–, είναι έτοιμη να υλοποιήσει το «συμβόλαιο θανάτου» της ελληνικής ανώτατης εκπαίδευσης, το οποίο έχει συνυπογράψει εδώ και αρκετά χρόνια.
Ο πυρήνας των αλλαγών
Καθώς υπάρχει πλέον η συσσωρευμένη εμπειρία που βοηθά να διαβάζουμε μπροστά και πίσω από τις λέξεις, καθώς γνωρίζουμε πολύ καλά ότι δεν έχει καμιά σημασία τι λέει το υπουργείο Παιδείας αλλά, αντίθετα, σημασία έχει τι εννοεί, ας δούμε τον πυρήνα των αλλαγών που επιδιώκονται, αλλαγές που αλλάζουν το DNA των πανεπιστημίων:
1. Διαμορφώνεται νέος χάρτης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Ένα μεγάλο τμήμα σχολών και τμημάτων θα συγχωνευθούν, άλλα θα καταργηθούν, ενώ όσα μείνουν σε τίποτε δεν θα θυμίζουν την τριτοβάθμια εκπαίδευση που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Οι προτάσεις του Εθνικού Συμβουλίου Εκπαίδευσης που θα συζητηθούν στο επόμενο διάστημα προβλέπουν τη σύσταση 12 ή 14 ανώτατων ιδρυμάτων (από 22) και την ύπαρξη 8 ή 6 ΤΕΙ (από 16) σε ολόκληρη τη χώρα.
2. Τα πανεπιστήμια καλούνται ευθέως να «βγάλουν το ψωμί τους» μόνα τους. Το υπουργείο Παιδείας εξαναγκάζει τα τριτοβάθμια ιδρύματα «να συμμορφωθούν προς τας υποδείξεις» του «κατά Μπολόνια Ευαγγελίου», δηλαδή να υιοθετήσουν τη συμπεριφορά ιδιωτικής επιχείρησης για να βρουν νέους πόρους, κρατώντας από τη μια το δίσκο του εράνου και από την άλλη το λιβανιστήρι. Σύμφωνα με τα στρατηγικά και «επιχειρηματικά» σχέδια του υπουργείου Παιδείας, η περιστολή της δημόσιας χρηματοδότησης θα δημιουργήσει συνθήκες «δημιουργικής ανασφάλειας» στα πανεπιστήμια και θα τα υποχρεώσει να εξορθολογίσουν τη διαχείρισή τους, περικόπτοντας δαπάνες και λειτουργικά έξοδα, και να στραφούν στην αγορά σε αναζήτηση νέων πηγών εσόδων (δίδακτρα, σύνδεση με επιχειρήσεις, μετατροπή σε επιχειρήσεις πώλησης υπηρεσιών).
3. Όσες διαψεύσεις κι αν κάνει το υπουργείο Παιδείας σε σύντομο χρονικό διάστημα, μέσα στην επόμενη τριετία, αν ευοδωθούν οι παραπάνω σχεδιασμοί, το ελληνικό πανεπιστήμιο θα επιβάλει δίδακτρα. Ναι, ας μην υπάρχει καμιά αμφιβολία. Κι αυτά τα δίδακτρα δεν θα επιβληθούν τυπικά από «πάνω», κεντρικά, αλλά από την κάθε σχολή ξεχωριστά, στα πλαίσια της «αυτοτέλειας», της «σύνδεσης με την κοινωνία και την οικονομία», της αλλαγής «χρηματοδοτικής κουλτούρας», της «απελευθέρωσης από τα δεσμά της δημόσιας χρηματοδότησης» και άλλων ζαχαρωμένων εκφράσεων που κάθε λίγο και λιγάκι «ξεφουρνίζει» το υπουργικό επιτελείο του Αμαρουσίου. Ουσιαστικά και τυπικά τα πανεπιστήμια μετατρέπονται σε «επιχειρήσεις», με την πλήρη έννοια του όρου, οι οποίες, για να επιβιώσουν, κυνηγούν διεθνώς, ανταγωνιστικά και με όλα τα θεμιτά και αθέμιτα μέσα, φοιτητές-«πελάτες». Κύριοι στόχοι τους είναι η μεγιστοποίηση του οικονομικού οφέλους, από την επίτευξη του οποίου και μόνο κρίνονται και οι διοικήσεις τους. Οι φοιτητές-«πελάτες» οφείλουν να χρηματοδοτούν οι ίδιοι τις σπουδές τους.
4. Υιοθετείται πλήρως και επιβάλλεται το μοντέλο της Μπολόνιας, με τους κύκλους σπουδών οι οποίοι διαχωρίζονται λειτουργικά και δομικά με την απόκτηση ενός πρώτου επαγγελματικού πτυχίου και ονομάζονται, αντίστοιχα, «προπτυχιακός» και «μεταπτυχιακός». Ο πρώτος κύκλος είναι τριετούς φοίτησης και περιλαμβάνει μαθήματα που αντιστοιχούν κατ’ ελάχιστον σε 180 ακαδημαϊκές μονάδες. Ο δεύτερος κύκλος είναι οι μεταπτυχιακές σπουδές, που αντιστοιχούν κατ’ ελάχιστο σε 60 και κατά μέγιστο σε 120 ακαδημαϊκές μονάδες, και ο τρίτος κύκλος είναι οι διδακτορικές σπουδές. Ο τεμαχισμός είναι τέτοιος, που μπορεί κάθε ίδρυμα να οργανώνει και «προγράμματα σύντομου κύκλου σπουδών» εντός του προπτυχιακού επιπέδου, τα οποία «θα οδηγούν στην απονομή διπλώματος». Η αφαίρεση θεμελιωδών γνώσεων των επιστημών σε συνδυασμό με τη ρηχή και πρώιμη υπερεξειδίκευση και η αποστήθιση κανόνων ή μοντέλων αφαιρούν σε μεγάλο βαθμό την απαραίτητη για τον επιστήμονα πλατιά και βαθιά γνώση της ουσίας των προβλημάτων και τη δυνατότητα αναζήτησης των δυνατών λύσεων στο ανθρώπινο μέτρο». Είναι, επομένως, προφανής η αδυναμία χορήγησης πανεπιστημιακού πτυχίου σε τρία χρόνια χωρίς δραματική συρρίκνωση του εύρους και της ποιότητας των σπουδών και συνακόλουθο δραστικό περιορισμό των επαγγελματικών γνώσεων και συνακόλουθων δικαιωμάτων των αποφοίτων.
5. Στις επιχειρούμενες αλλαγές περιλαμβάνεται και το τελικό συντριπτικό χτύπημα σε ό,τι είχε απομείνει από τους τρεις βασικούς πυλώνες του δημόσιου πανεπιστημίου: Το δωρεάν σύγγραμμα, τη σίτιση και τη στέγαση των φοιτητών. Τρία χρόνια μετά τη δημοσίευση του νέου νόμου προβλέπεται η κατάργηση της δωρεάν διανομής και των πανεπιστημιακών συγγραμμάτων. Παράλληλα, η έκταση της φοιτητικής μέριμνας παύει να προσδιορίζεται ενιαία για το σύνολο των Ιδρυμάτων. Κάθε Ίδρυμα θα αποφασίζει χωριστά και αναλόγως με τις οικονομικές του δυνάμεις για τις προϋποθέσεις παροχής δωρεάν σίτισης στους φοιτητές του. Τι σημαίνει αυτό; Πολύ σύντομα και στη βάση της αδυναμίας των πανεπιστημίων να αντεπεξέλθουν σε δαπάνες αυτού του χαρακτήρα θα εξαφανιστούν και τα τελευταία ίχνη της δωρεάν σίτισης, της στέγασης και της διανομής των συγγραμμάτων.
6. Πριμοδοτείται η αλλαγή του τρόπου διοίκησης των ιδρυμάτων και η καθιέρωση «αποτελεσματικότερων» συστημάτων μάνατζμεντ, που επιτρέπουν ευελιξία, αποτελεσματική διαχείριση πόρων, «άνοιγμα» στις αγορές υπηρεσιών εκπαίδευσης, «προώθηση» προϊόντων έρευνας και έλεγχο της «αποδοτικότητας» του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού. Στα πλαίσια αυτά, μια ολιγαρχική διοίκηση από ανθρώπους της αγοράς θα έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο στη λειτουργία των πανεπιστημίων.
7. «Ελευθέρας» στην αστυνομία για να επεμβαίνει στους πανεπιστημιακούς χώρους δίνει το σχέδιο του υπουργείου Παιδείας.
8. Παράλληλα με το νέο νόμο, αν ο φοιτητής δεν ανανεώσει την εγγραφή του για δύο εξάμηνα, χάνει την ιδιότητά του.
Δύο απαραίτητες διευκρινήσεις: Συνέχεια και επιτάχυνση
Με τις εξαγγελίες της κυβέρνησης για τη «νέα φυσιογνωμία της ανώτατης εκπαίδευσης» συνεχίζεται η επιχείρηση για αλλαγές στη δομή και στις κατευθύνσεις της ανώτατης εκπαίδευσης, κοντολογίς για αλλαγή στο DNA των ελληνικών πανεπιστημίων. Όλες τις αλλαγές μπορεί να τις βρει κανείς στις συμφωνίες που έγιναν στις διασκέψεις σε επίπεδο πρωθυπουργών, υπουργών Παιδείας, κυβερνητικών παραγόντων και πανεπιστημιακών εντεταλμένων των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων την τελευταία 13ετία (από τη Διακήρυξη στην Μπολόνια μέχρι σήμερα), στις «οδηγίες» των διεθνών ιμπεριαλιστικών οργανισμών (ΟΟΣΑ, ΔΝΤ κ.λπ.) και, βεβαίως, στο ΕΣΠΑ (Δ' Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης με βάση το οποίο έχει μονταριστεί το ΕΠΕΑΕΚ).
Οφείλουμε μια απάντηση σε ένα ερώτημα που τίθεται συχνά: Τα μέτρα, οι ρυθμίσεις, οι αλλαγές στην εκπαίδευση ποια σχέση έχουν με την οικονομική κρίση; Θέλουμε να είμαστε ξεκάθαροι. Τα μέτρα και οι εκπαιδευτικές πολιτικές που «τρέχουν» σήμερα από το υπουργείο Παιδείας είναι επιδιώξεις, κατευθύνσεις, προσδοκίες και όνειρα των στρατηγών του κεφαλαίου, του Ευρωπαϊκού Διευθυντηρίου, του ΟΟΣΑ, των δύο αστικών κομμάτων, πολλά χρόνια πριν από την κρίση. Απλά τώρα γίνεται προσπάθεια να υλοποιηθούν με την ευκαιρία της οικονομικής κρίσης.
Το υπεύθυνο ΚΚΕ, του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου
Την 1η Ιουλίου, η Καθημερινή ζητούσε να «κοιτάξουν από κοινού τα αστικά κόμματα, και όποιος άλλος αντιλαμβάνεται το πρόβλημα, να συμφωνήσουν στην αντιμετώπιση του ανεξέλεγκτου αναρχο-χουλιγκανισμού». Δύο μόλις μέρες μετά, η ίδια εφημερίδα ζητούσε το πρόβλημα «να λυθεί με τη συνεργασία όλων των υπεύθυνων κομμάτων, ακόμη και του ΚΚΕ, πριν η χώρα βυθιστεί σε μια άβυσσο μίσους και βίας». Φαίνεται ότι το ΚΚΕ πήρε εγκαίρως το μήνυμα
Πέρσι τέτοιον καιρό, το ΚΚΕ αποτελούσε το βασικό στόχο της κυβέρνησης, αλλά και των Φίλων του Μνημονίου, από την εκσυγχρονιστική αριστερά ως την εκσυγχρονισμένη ακροδεξιά. Στη λογική όλων αυτών, το πανό που αναρτούσε το κόμμα στην Ακρόπολη «εξέθετε τη χώρα διεθνώς», οι κινητοποιήσεις του στα λιμάνια «έβλαπταν ανεπανόρθωτα τον τουρισμό», οι συγκεντρωμένοι του στη Βουλή «επεδίωκαν κατάληψή» της, ενώ δηλώσεις στελεχών του κόμματος ότι δεν αποδέχονται ως αιώνια την πολιτική τάξη που εγγυάται τον καπιταλισμό, διαβάζονταν ως ομολογία ότι το κόμμα κινείται με το ένα πόδι εκτός Συντάγματος.
Τους ισχυρισμούς αυτούς προπαγάνδιζαν μεγάλα μέσα ενημέρωσης, κοινοβουλευτικά κόμματα, μέχρι και ο ίδιος ο πρωθυπουργός. Ήταν προφανές, έτσι, πως πέρσι τέτοιον καιρό συνέβαινε ό,τι η ξύλινη γλώσσα περιγράφει –και σωστά– ως «ενορχηστρωμένη επίθεση». Επρόκειτο για μια επίθεση που δεν άφηνε χώρο να συζητήσουμε τι εστί Μνημόνιο και τι ΔΝΤ, τι σήμανε η όπου γης επιβολή τους για τη δημοκρατία, ποιες ήταν οι αντιμνημονιακές απόψεις και προτάσεις κ.ο.κ. Επρόκειτο, όμως, και για μια επίθεση που αυτοτελώς σήμαινε κάτι για τη δημοκρατία στη χώρα εν μέσω Μνημονίου –και σήμαινε κάτι όχι καλό.
Ένα χρόνο μετά, κι ενώ η μνημονιακή εξουσία ασχημονεί κατά του Συντάγματος που δήθεν υπερασπίζεται, καταφεύγoντας στην ωμή πολιτική βία και επωάζοντας παρακρατικούς, στη θέση του ΚΚΕ βρίσκεται πλέον ο ΣΥΡΙΖΑ. Ο ένας υπουργός τον παραλληλίζει με τη ναζιστική Χρυσή Αυγή, ο άλλος (πρώην) υπουργός με την παρακρατική ΕΚΟΦ του ’50, ο τρίτος (wannabe) υπουργός με την άκρα αριστερά του ’70, ενώ ο τέταρτος δημοσιογράφος τον θέλει (σε μια νηφάλια τοποθέτηση, συγκρινόμενη με άλλες) «προαγωγό της αντιδημοκρατικής εκτροπής». Όλα αυτά, σε ένα φτηνό ριμέικ σύλληψης Πολύδωρα, που μεγαλούργησε το 2008 (προς όφελος, τότε, του ΛΑ.Ο.Σ και του ΠΑΣΟΚ) και επανήλθε πρόσφατα διά του αμετροεπούς Παγκάλου, στις πρόβες του τελευταίου για το ρόλο του Φρίντριχ Έρμπερτ.
Στο κλίμα αυτό, που συνδιαμορφώνουν φωνές από τη Δημοκρατική Αριστερά μέχρι τον Καρατζαφέρη, είναι βεβαίως αδύνατο να συζητηθούν το Μεσοπόθεσμο, ο Εφαρμοστικός Νόμος, αλλά και το τελευταίας εσοδείας τερατούργημα της κ. Διαμαντοπούλου. Είναι, ωστόσο, το πυρ ομαδόν κατά του ΣΥΡΙΖΑ απλώς και μόνο «αποπροσανατολιστικό», όπως ισχυρίζεται το ΚΚΕ στη χαρακτηριστική του ιδιόλεκτο; Είναι απλώς «αποπροσανατολιστικό» το γεγονός ότι τα αστικά κόμματα και τα φιλικά τους Μέσα επανεφευρίσκουν την «άκρα αριστερά», μιλούν γι’αυτήν με εμφυλιοπολεμική ορολογία –και όλα αυτά, την επαύριο μιας (ακόμα) κραυγαλέας εκτροπής, με κορωνίδα την υπόθαλψη ακροδεξιών από ΜΑΤ στον περίβολο της Βουλής; Είναι δυνατό ένα κομμουνιστικό κόμμα να ξεμπερδεύει με όλα αυτά, αποδίδοντας την εν είδει αντιπερισπασμού αντισυριζική υστερία σε «αντιφάσεις» και «μικροαστικές εκτονώσεις» (ποιων;) εκείνων που υφίστανται την επίθεση του «συστήματος»; Είναι τελικά δυνατό το ΚΚΕ να αναγνωρίζει μια ορισμένη βάση στην επίθεση αυτή -ότι, τέλος πάντων, η κοινωνική βία εναντίον εκπροσώπων της μνημονιακής εξουσίας είναι κατά ένα μέρος πολιτική, δηλαδή προσχεδιασμένη από τμήματα του ΣΥΡΙΖΑ που «εκτονώνονται»;
Η εμπειρία του 2006 και του 2008 δείχνει ότι όλα αυτά είναι δυνατά. Είναι, δηλαδή, δυνατό, εκεί που μια εκδοχή της αριστεράς κανιβαλίζεται από την εξουσία, το ΚΚΕ να υπολογίζει κυνικά εκλογικά κέρδη και πιθανές απώλειες, βλέποντας μπροστά του κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, τι παίζεται σε επίπεδο ενδοαριστερής αντιπαράθεσης. Ακόμα χειρότερα: φροντίζοντας κοντόφθαλμα για τη δική του πολιτική κατοχύρωση, σε μια περίοδο που το κρατικό ψεύδος και η κρατική βία «αγκαλιάζουν» από κοινού και αδιακρίτως ό,τι κινείται στον αντίποδα της μνημονιακής παραφροσύνης. Ας πρόσεχε, λοιπόν, ο ΣΥΡΙΖΑ με τους μικροαστούς του: το θέμα είναι οι δικοί μας μικροαστοί να ξέρουν ότι εμείς «τέτοια» δεν κάνουμε.
Μια σημειολογική παρατήρηση κάνει το συμπέρασμα για το ΚΚΕ ακόμα πιο απαισιόδοξο: Την 1η Ιουλίου, η Καθημερινή ζητούσε να «κοιτάξουν από κοινού τα αστικά κόμματα, και όποιος άλλος αντιλαμβάνεται το πρόβλημα, να συμφωνήσουν στην αντιμετώπιση του ανεξέλεγκτου αναρχοχουλιγκανισμού». Δύο μόλις μέρες μετά, η ίδια εφημερίδα ζητούσε το πρόβλημα «να λυθεί με τη συνεργασία όλων των υπεύθυνων κομμάτων, ακόμη και του ΚΚΕ, πριν αυτή η χώρα βυθιστεί σε μια άβυσσο μίσους και βίας». Κρίνοντας από την άμεση ανταπόκρισή του, φαίνεται ότι το ΚΚΕ πήρε εγκαίρως το μήνυμα.
Υ.Γ.: Η αναβίωση της «άκρας αριστεράς» από το μνημονιακό μπλοκ και τις σελίδες των αστικών εφημερίδων (τις ίδιες που σήμερα προβιβάζουν τη στρατιωτική δικτατορία του ‘67 σε «βλακεία»…) θα απαιτούσε ένα ξεχωριστό άρθρο. Μέχρι τότε, και επειδή δεν χρειάζεται να γίνουμε όλοι κρετίνοι στην προσπάθεια να διαφοροποιηθούμε από φαινόμενα των ημερών που (προφανώς) δεν συμμεριζόμαστε, προσωπικά θεωρώ τίτλο τιμής για τη σημερινή ριζοσπαστική αριστερά να την ταυτίζουν με την «άκρα αριστερά του ’70»: στην ελληνική της εκδοχή, η αριστερά αυτή πρωταγωνίστησε στον αντιδικτατορικό αγώνα και το Πολυτεχνείο, στη γαλλική είχε ήδη στο ενεργητικό της το Μάη του ’68, ενώ στην ιταλική έδινε σκληρές μάχες στα εργοστάσια, επιλέγοντας έναν δρόμο πέραν του Ιστορικού Συμβιβασμού και της αριστερής τρομοκρατίας. Την ταχυδακτυλουργική ταύτιση αυτού του πολιτικού και αξιακού φορτίου με την άκρα δεξιά, είναι σε θέση να την κάνουν ή να την υπαινίσσονται σήμερα μόνο οι όψιμοι συνοδοιπόροι της τελευταίας
Πέρσι τέτοιον καιρό, το ΚΚΕ αποτελούσε το βασικό στόχο της κυβέρνησης, αλλά και των Φίλων του Μνημονίου, από την εκσυγχρονιστική αριστερά ως την εκσυγχρονισμένη ακροδεξιά. Στη λογική όλων αυτών, το πανό που αναρτούσε το κόμμα στην Ακρόπολη «εξέθετε τη χώρα διεθνώς», οι κινητοποιήσεις του στα λιμάνια «έβλαπταν ανεπανόρθωτα τον τουρισμό», οι συγκεντρωμένοι του στη Βουλή «επεδίωκαν κατάληψή» της, ενώ δηλώσεις στελεχών του κόμματος ότι δεν αποδέχονται ως αιώνια την πολιτική τάξη που εγγυάται τον καπιταλισμό, διαβάζονταν ως ομολογία ότι το κόμμα κινείται με το ένα πόδι εκτός Συντάγματος.
Τους ισχυρισμούς αυτούς προπαγάνδιζαν μεγάλα μέσα ενημέρωσης, κοινοβουλευτικά κόμματα, μέχρι και ο ίδιος ο πρωθυπουργός. Ήταν προφανές, έτσι, πως πέρσι τέτοιον καιρό συνέβαινε ό,τι η ξύλινη γλώσσα περιγράφει –και σωστά– ως «ενορχηστρωμένη επίθεση». Επρόκειτο για μια επίθεση που δεν άφηνε χώρο να συζητήσουμε τι εστί Μνημόνιο και τι ΔΝΤ, τι σήμανε η όπου γης επιβολή τους για τη δημοκρατία, ποιες ήταν οι αντιμνημονιακές απόψεις και προτάσεις κ.ο.κ. Επρόκειτο, όμως, και για μια επίθεση που αυτοτελώς σήμαινε κάτι για τη δημοκρατία στη χώρα εν μέσω Μνημονίου –και σήμαινε κάτι όχι καλό.
Ένα χρόνο μετά, κι ενώ η μνημονιακή εξουσία ασχημονεί κατά του Συντάγματος που δήθεν υπερασπίζεται, καταφεύγoντας στην ωμή πολιτική βία και επωάζοντας παρακρατικούς, στη θέση του ΚΚΕ βρίσκεται πλέον ο ΣΥΡΙΖΑ. Ο ένας υπουργός τον παραλληλίζει με τη ναζιστική Χρυσή Αυγή, ο άλλος (πρώην) υπουργός με την παρακρατική ΕΚΟΦ του ’50, ο τρίτος (wannabe) υπουργός με την άκρα αριστερά του ’70, ενώ ο τέταρτος δημοσιογράφος τον θέλει (σε μια νηφάλια τοποθέτηση, συγκρινόμενη με άλλες) «προαγωγό της αντιδημοκρατικής εκτροπής». Όλα αυτά, σε ένα φτηνό ριμέικ σύλληψης Πολύδωρα, που μεγαλούργησε το 2008 (προς όφελος, τότε, του ΛΑ.Ο.Σ και του ΠΑΣΟΚ) και επανήλθε πρόσφατα διά του αμετροεπούς Παγκάλου, στις πρόβες του τελευταίου για το ρόλο του Φρίντριχ Έρμπερτ.
Στο κλίμα αυτό, που συνδιαμορφώνουν φωνές από τη Δημοκρατική Αριστερά μέχρι τον Καρατζαφέρη, είναι βεβαίως αδύνατο να συζητηθούν το Μεσοπόθεσμο, ο Εφαρμοστικός Νόμος, αλλά και το τελευταίας εσοδείας τερατούργημα της κ. Διαμαντοπούλου. Είναι, ωστόσο, το πυρ ομαδόν κατά του ΣΥΡΙΖΑ απλώς και μόνο «αποπροσανατολιστικό», όπως ισχυρίζεται το ΚΚΕ στη χαρακτηριστική του ιδιόλεκτο; Είναι απλώς «αποπροσανατολιστικό» το γεγονός ότι τα αστικά κόμματα και τα φιλικά τους Μέσα επανεφευρίσκουν την «άκρα αριστερά», μιλούν γι’αυτήν με εμφυλιοπολεμική ορολογία –και όλα αυτά, την επαύριο μιας (ακόμα) κραυγαλέας εκτροπής, με κορωνίδα την υπόθαλψη ακροδεξιών από ΜΑΤ στον περίβολο της Βουλής; Είναι δυνατό ένα κομμουνιστικό κόμμα να ξεμπερδεύει με όλα αυτά, αποδίδοντας την εν είδει αντιπερισπασμού αντισυριζική υστερία σε «αντιφάσεις» και «μικροαστικές εκτονώσεις» (ποιων;) εκείνων που υφίστανται την επίθεση του «συστήματος»; Είναι τελικά δυνατό το ΚΚΕ να αναγνωρίζει μια ορισμένη βάση στην επίθεση αυτή -ότι, τέλος πάντων, η κοινωνική βία εναντίον εκπροσώπων της μνημονιακής εξουσίας είναι κατά ένα μέρος πολιτική, δηλαδή προσχεδιασμένη από τμήματα του ΣΥΡΙΖΑ που «εκτονώνονται»;
Η εμπειρία του 2006 και του 2008 δείχνει ότι όλα αυτά είναι δυνατά. Είναι, δηλαδή, δυνατό, εκεί που μια εκδοχή της αριστεράς κανιβαλίζεται από την εξουσία, το ΚΚΕ να υπολογίζει κυνικά εκλογικά κέρδη και πιθανές απώλειες, βλέποντας μπροστά του κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, τι παίζεται σε επίπεδο ενδοαριστερής αντιπαράθεσης. Ακόμα χειρότερα: φροντίζοντας κοντόφθαλμα για τη δική του πολιτική κατοχύρωση, σε μια περίοδο που το κρατικό ψεύδος και η κρατική βία «αγκαλιάζουν» από κοινού και αδιακρίτως ό,τι κινείται στον αντίποδα της μνημονιακής παραφροσύνης. Ας πρόσεχε, λοιπόν, ο ΣΥΡΙΖΑ με τους μικροαστούς του: το θέμα είναι οι δικοί μας μικροαστοί να ξέρουν ότι εμείς «τέτοια» δεν κάνουμε.
Μια σημειολογική παρατήρηση κάνει το συμπέρασμα για το ΚΚΕ ακόμα πιο απαισιόδοξο: Την 1η Ιουλίου, η Καθημερινή ζητούσε να «κοιτάξουν από κοινού τα αστικά κόμματα, και όποιος άλλος αντιλαμβάνεται το πρόβλημα, να συμφωνήσουν στην αντιμετώπιση του ανεξέλεγκτου αναρχοχουλιγκανισμού». Δύο μόλις μέρες μετά, η ίδια εφημερίδα ζητούσε το πρόβλημα «να λυθεί με τη συνεργασία όλων των υπεύθυνων κομμάτων, ακόμη και του ΚΚΕ, πριν αυτή η χώρα βυθιστεί σε μια άβυσσο μίσους και βίας». Κρίνοντας από την άμεση ανταπόκρισή του, φαίνεται ότι το ΚΚΕ πήρε εγκαίρως το μήνυμα.
Υ.Γ.: Η αναβίωση της «άκρας αριστεράς» από το μνημονιακό μπλοκ και τις σελίδες των αστικών εφημερίδων (τις ίδιες που σήμερα προβιβάζουν τη στρατιωτική δικτατορία του ‘67 σε «βλακεία»…) θα απαιτούσε ένα ξεχωριστό άρθρο. Μέχρι τότε, και επειδή δεν χρειάζεται να γίνουμε όλοι κρετίνοι στην προσπάθεια να διαφοροποιηθούμε από φαινόμενα των ημερών που (προφανώς) δεν συμμεριζόμαστε, προσωπικά θεωρώ τίτλο τιμής για τη σημερινή ριζοσπαστική αριστερά να την ταυτίζουν με την «άκρα αριστερά του ’70»: στην ελληνική της εκδοχή, η αριστερά αυτή πρωταγωνίστησε στον αντιδικτατορικό αγώνα και το Πολυτεχνείο, στη γαλλική είχε ήδη στο ενεργητικό της το Μάη του ’68, ενώ στην ιταλική έδινε σκληρές μάχες στα εργοστάσια, επιλέγοντας έναν δρόμο πέραν του Ιστορικού Συμβιβασμού και της αριστερής τρομοκρατίας. Την ταχυδακτυλουργική ταύτιση αυτού του πολιτικού και αξιακού φορτίου με την άκρα δεξιά, είναι σε θέση να την κάνουν ή να την υπαινίσσονται σήμερα μόνο οι όψιμοι συνοδοιπόροι της τελευταίας
Πέμπτη 7 Ιουλίου 2011
Σπ.Σακελλαρόπουλος , Η επαπειλούμενη καταστροφή και η ανάγκη δημιουργίας Αριστερού Ριζοσπαστικού Μετώπου
ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΙΣΤΕΡΟ ΒΗΜΑ
1. Εισαγωγή
Όλες οι εξελίξεις που έχουν λάβει χώρα τον τελευταίο ενάμιση χρόνο στην Ελλάδα, φανερώνουν πως η χώρα μας βρίσκεται εντός μιας πρωτοφανούς οικονομικής κρίσης η οποία από τους κυρίαρχους αστικούς κύκλους χρησιμοποιείται ως όχημα για να υπάρξει το μεγαλύτερο κοινωνικό πισωγύρισμα που έχει γνωρίσει ποτέ αυτός ο τόπος. Αν περάσουν και παγιωθούν αυτές οι πολιτικές τότε το καταναλωτικό πρότυπο θα γυρίσει στην προπολεμική εποχή, το ίδιο και οι εργασιακές σχέσεις. Προφανώς και υπάρχει δυνατότητα να αποφύγουμε αυτό τον κοινωνικό Αρμαγεδδώνα αλλά για να επιτευχθεί αυτό, δεδομένης της οξύτητας της επίθεσης, είναι εντελώς απαραίτητες υπερβάσεις στο χώρο της Αριστεράς αντίστοιχες με αυτές πραγματοποίησε το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα στις αρχές της δεκαετίας του ‘40 .
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή
2. Η παγκόσμια οικονομική κρίση, η Ευρωπαϊκή Ένωση, η ζώνη του Ευρώ και η Ελλάδα
Η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1973 δεν μπόρεσε ποτέ να επιλυθεί με ένα αποτελεσματικό τρόπο. Διαφορετικά ειπωμένο η κερδοφορία του κεφαλαίου αν και ανυψώθηκε ποτέ δεν κατάφερε να αγγίξει τα προ του 1973 επίπεδα. Για το στόχο αυτό χρησιμοποιήθηκαν τρεις διαφορετικές, αλλά συχνά συνδυαζόμενες, λύσεις: α) μείωση της συμμετοχής της εργασίας στο παραγόμενο προϊόν (αέναη λιτότητα) β) αλλαγή στις εργασιακές σχέσεις (ευελιξία) γ) εισαγωγή νέων τεχνολογιών στην παραγωγική διαδικασία (πληροφορική, ρομποτική). Ωστόσο καμία από αυτές τις πολιτικές αλλά ούτε και ο συνδυασμός τους δεν μπόρεσε να επαναφέρει τα κέρδη των επιχειρήσεων στα προ του 1973 επίπεδα. Η εισαγωγή των λεγόμενων νέων τεχνολογιών δεν μπορεί να συγκριθεί με τη δυναμική της βιομηχανικής επανάστασης και ούτε οι ευέλικτες εργασιακές σχέσεις αποτέλεσαν αλλαγή ανάλογη με αυτή του φορντισμού/ ταιηλορισμού των αρχών του 20ου αιώνα. Τι αποφασίστηκε λοιπόν για να ανορθωθούν τα κέρδη; Όχι απλώς οι συνηθισμένες πολιτικές λιτότητας, αλλά μια άνευ προηγουμένου επίθεση του κεφαλαίου στα δικαιώματα που τα κοινωνικά στρώματα είχαν κατακτήσει εδώ και δεκαετίες. Σε αυτό θα πρέπει να σημειωθεί πως οι δυτικοί καπιταλιστικοί σχηματισμοί μέσα όλο αυτό το κρισιακό τοπίο έχουν να ανταγωνιστούν και την Κίνα , την Ινδία και τη Ρωσία που χαρακτηρίζονται από πολύ χαμηλές αμοιβές και αυταρχικά πολιτικά συστήματα.
Η παγκόσμια οικονομική κρίση όπως ξεκίνησε το 2008 από τις ΗΠΑ με την κρίση των ακινήτων δεν αποτελεί παρά έκφραση αυτής της αδυναμίας ανόρθωσης των κερδών. Σε επίπεδο κρατικής πολιτικής ένας τρόπος που υιοθετήθηκε κατά τη διάρκεια των τελευταίων 40 χρόνων ήταν η τόνωση της ζήτησης μέσω της αύξησης των δημόσιων δαπανών- μιας αύξησης που στηριζόταν σε πρωτοφανή κρατικό δανεισμό. Όσο περνούσαν τα χρόνια αυτό συνεχιζόταν αλλά το πρόβλημα της κερδοφορίας δεν επιλυόταν. Οι ΗΠΑ που επλήγησαν πρώτες από την κρίση έχουν προσωρινά κατορθώσει αυτή να μην πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις στο εσωτερικό τους. Αυτό συμβαίνει γιατί α) η παραγωγικότητά της οικονομίας τους συνεχίζει να κινείται σε πολύ υψηλά επίπεδα β) σημαντικό τμήμα των αμερικάνικων κρατικών χρεόγραφων βρίσκεται στα χέρια των Κινέζων οι οποίοι μπροστά στον κίνδυνο μιας αμερικάνικης κατάρρευσης, και των ανυπολόγιστων δεινών που αυτή θα δημιουργήσει για την κινέζικη οικονομία, κάνουν ό,τι μπορούν για να ενισχύσουν τις ΗΠΑ γ) παρά τη δημιουργία του ευρώ, το δολάριο παραμένει το πιο ισχυρό αποθεματικό νόμισμα στον κόσμο δ) οι ΗΠΑ παραμένουν η πιο ισχυρή στρατιωτικά χώρα κι αυτό τους επιτρέπει να διαχειρίζονται τα όποια προβλήματά τους από άλλη θέση.
Δεν ισχύει, όμως, το ίδιο για την Ευρώπη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ήδη από τα τέλη του 20ου αιώνα είχε καταλάβει πως θα ήταν πολύ δύσκολο να ανταγωνιστεί τους υπόλοιπους δυτικούς οικονομικούς πόλους (Β. Αμερική, Ιαπωνία) καθώς και τις αναδυόμενες οικονομίες (Κίνα, Ινδία, Ρωσία, χώρες της ΝΑ Ασίας). Για το λόγο αυτό υιοθέτησε τη Στρατηγική της Λισσαβόνας η οποία αποσκοπούσε σε μια συντονισμένη προσπάθεια ακόμα μεγαλύτερης εφαρμογής νεοφιλελεύθερων πολιτικών στο εσωτερικό της. Ωστόσο τα αποτελέσματα δεν ήταν αυτά που περίμεναν οι ευρωπαϊκές ελίτ ενώ η χρήση του ευρώ από τις χώρες της Ευρωζώνης περιέπλεξε ακόμα περισσότερα τα πράγματα. Κι αυτό γιατί οι πολύ μεγάλες διαφορές παραγωγικότητας μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης λειτούργησαν υπονομευτικά για τις οικονομίες των χωρών αυτών. Η έλευση της κρίσης και στην ευρωπαϊκή οικονομία έπληξε τις περισσότερες χώρες εντός και εκτός της Ευρωζώνης, αν και με διαφορετικό τρόπο. Σε κάθε περίπτωση, για την ώρα, οι πιο πληγμένες είναι είτε χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ (Ρουμανία, Λετονία) είτε χώρες της περιφέρειας της Ευρωζώνης (Ελλάδα, Πορτογαλία, Ιρλανδία).
Τι ακριβώς συμβαίνει με την Ελλάδα; Το πρόβλημα της χώρας μας είναι πως χρόνιες υστερήσεις του ελληνικού καπιταλισμού ήρθαν στην επιφάνεια με την εκδήλωση της κρίσης. Είναι τέτοια η έντασή της που η Ελλάδα θα οδηγηθεί στη ραγδαία μείωση της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού καπιταλισμού. Κι αυτό γιατί: α) σε μια περίοδο διεθνοποίησης οι σχηματισμοί με χαμηλοί παραγωγικότητα βρίσκονται σε δυσχερή θέση β) η οικοδομή ως ατμομηχανή της ανάπτυξης έφτασε στα όριά της (ούτε νέα μεγάλα έργα είναι εύκολο να γίνουν ούτε περισσότερες κατοικίες και κτίρια υπάρχει η δυνατότητα να κατασκευαστούν) γ) ο ελληνικός εφοπλισμός, ο ατσάλινος βραχίονας του ελληνικού καπιταλισμού, δέχθηκε σημαντικό πλήγμα δεδομένου ότι η παγκόσμια κρίση περιόρισε τη ζήτηση και κατά συνέπεια τις διεθνείς μεταφορές δ) οι χαμηλοί μισθοί του ελληνικού εργατικού δυναμικού και η υπερεκμετάλλευση των μεταναστών δεν επαρκούσαν για να ανασχέσουν την έλλειψη ανταγωνιστικότητας του ελληνικού καπιταλισμού ε) το ακριβό ευρώ και η παγκόσμια κρίση περιόρισαν τον τουρισμό στ) μια σειρά από φοροαπαλλαγές που δόθηκαν στο κεφάλαιο τα τελευταία χρόνια μείωσαν περαιτέρω τα κρατικά έσοδα
Το αποτέλεσμα όλων των παραπάνω ήταν να πέσει το ΑΕΠ, να αυξηθούν τα δημόσια ελλείμματα και κατά συνέπεια να διογκωθεί το ήδη υψηλό δημόσιο χρέος. Έχουμε λοιπόν, μια δυτική καπιταλιστική χώρα, με σχετικά πιο προοδευτικό πολιτικό σκηνικό και ισχυρές εργατικές παραδόσεις η οποία βρίσκεται στο χείλος της χρεοκοπίας. Αυτό δεν είναι κάτι που θέλουν οι ευρωπαϊκές ελίτ. Κι αυτό για τρεις λόγους: α) πολλά ελληνικά χρεόγραφα βρίσκονται στην κατοχή των ευρωπαϊκών , κυρίως γαλλικών και γερμανικών, τραπεζών β) οι ελληνικές τράπεζες ελέγχουν σε μεγάλο βαθμό το τραπεζικό σύστημα δύο άλλων ευρωπαϊκών χωρών: της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας γ) η χρεοκοπία μιας χώρας της ζώνης του ευρώ θα οδηγούσε σε μεγάλη αναστάτωση της χρηματαγορές ρίχνοντας την αξία του κοινού νομίσματος.
Για τους παραπάνω λόγους η ΕΕ αποφάσισε να «βοηθήσει» την Ελλάδα με τα διάφορα προγράμματα στήριξης. Έτσι μέσα σε ένα ορατό χρονικό διάστημα οι ιδιωτικές ευρωπαϊκές τράπεζες θα κατορθώσουν να απαλλαγούν από τα ελληνικά ομόλογα τα οποία θα μεταβιβαστούν στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και στις κεντρικές κρατικές τράπεζες. Όταν η Ελλάδα θα φτάσει σε χρεοκοπία (βλ. παρακάτω) τότε θα κληθούν οι Ευρωπαίοι, οι Γάλλοι και οι Γερμανοί φορολογούμενοι να πληρώσουν την αξία των χρεοκοπημένων χρεογράφων που θα κατέχουν οι τράπεζές «τους» (παρεμπιπτόντως αυτό είναι και ένα επιχείρημα απέναντι στην φιλοευρωπαϊκή ελληνική αριστερά που θεωρεί πως η έξοδος από το ευρώ και η στάση πληρωμών θα επιβαρύνει τους Ευρωπαίους εργαζομένους. Στην πραγματικότητα αν αυτό γίνει τώρα θα επιβαρυνθούν οι ιδιωτικές τράπεζες. Αντίθετα αν καθυστερήσει, τότε είναι που θα επιβαρυνθούν οι Ευρωπαίοι εργαζόμενοι μέσω της εθνικής φορολόγησης).
Με άλλα λόγια τα υιοθετούμενα «πακέτα» οικονομικών μέτρων επιτελούν ένα διπλό ρόλο: από τη μια διασώζουν μερίδες του ευρωπαϊκού κεφαλαίου και από την άλλη χρησιμεύουν ως πυξίδα για τη νέα μορφή που θα «πρέπει» να πάρει ο καπιταλισμός και σε αυτό η Ελλάδα χρησιμοποιείται ως πειραματόζωο. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά αυτής της πολιτικής: α) η τεράστια μεταφορά πλούτου από τα λαϊκά στρώματα προς την κυρίαρχη τάξη. Αυτό επιτελείται μέσω της βίαιης αναδιανομής του εισοδήματος, της όξυνσης των κοινωνικών αντιθέσεων, της εξάπλωσης της φτώχειας, της μεγέθυνσης της ανεργίας, της εξάπλωσης των ευέλικτων μορφών απασχόλησης, της καλλιέργειας μειωμένων έως ελάχιστων προσδοκιών β) η ένταση της αυταρχικοποίησης του κράτους. Εδώ δεν αναφερόμαστε μόνο στην όξυνση της καταστολής (βλ. γεγονότα της 29/6) αλλά και σε μια σειρά από άλλες εξελίξεις που συντελούν στην περαιτέρω αποστείρωση της πολιτικής εξουσίας από τη λαϊκή παρουσία. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε μια σειρά από πρόσφατες αντιλαϊκές δικαστικές αποφάσεις με πρόσχημα την «κακή κατάσταση των δημόσιων οικονομικών»(με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την απόφαση του Συμβουλίου Της Επικρατείας περί συνταγματικότητας του Μνημονίου), το γεγονός πως πολύ μεγάλης σημασίας πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονται εν αγνοία του Κοινοβουλίου με την εν λευκώ ανάθεση της διαχείρισής τους στον εκάστοτε Υπουργό Οικονομικών, αλλά και άλλα ζητήματα όπως ο περιορισμός του αριθμού των βουλευτών , η εφαρμογή του Καλλικράτη, ο νέος νόμος πλαίσιο για την τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Ουσιαστικά αυτό που επιδιώκεται είναι η δημιουργία ενός νέου μοντέλου ένταξης του ελληνικού σχηματισμού στο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Το περιεχόμενό του θα είναι η εξάλειψη των ελεύθερων επαγγελματιών και των μικρών, μικρομεσαίων και μεσαίων επιχειρήσεων με τη συνακόλουθη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση των οικονομικών δραστηριοτήτων σε μεγάλους ολιγοπωλιακούς ομίλους. Η μεγάλη πλειοψηφία των εργαζόμενων τάξεων θα ζει μέσα στην ανέχεια και στις ολοένα αυξανόμενες κοινωνικές ανισότητες, ενώ βασικό στοιχείο της ένταξης στην απασχόληση θα είναι η εργασιακή περιπλάνηση. Όλο αυτό θα λαμβάνει χώρα μέσα σε ένα ημικοινοβουλευτικό καθεστώς αυξανόμενου κρατικού αυταρχισμού.
Βεβαίως όλα αυτά δεν θα λειτουργήσουν ανασχετικά για τη χρεοκοπία της χώρας. Στην πραγματικότητα το σχέδιο που έχει εκπονηθεί από την ελληνική και τις ευρωπαϊκές ελίτ είναι να δημιουργηθεί ένα διαφορετικό μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης, (που θα λειτουργήσει και ως πυξίδα για τα υπόλοιπα δυτικά κράτη), να φύγουν τα ελληνικά χρεόγραφα από την κατοχή των τραπεζών και να περάσουν οι κομβικής σημασίας δημόσιες επιχειρήσεις στους ιδιώτες. Από την πλευρά των Ευρωπαίων θα καταβληθεί κάθε προσπάθεια η Ελλάδα να μη χρεοκοπήσει μέχρι τότε.
Κατά συνέπεια, το ζήτημα δεν είναι αν θα χρεοκοπήσει η χώρα, αλλά το πότε. Το πρόβλημα είναι πως κρίση ανταγωνιστικότητας του ελληνικού καπιταλισμού καθώς και τα μέτρα του Μνημονίου 1 αλλά και του Μεσοπρόθεσμου έχουν οδηγήσει την ελληνική οικονομία σε βαθιά ύφεση. Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος όπου τα ελλείμματα θα «αντιμετωπίζονται» με νέα μέτρα, τα νέα μέτρα φέρνουν ακόμα μεγαλύτερη ύφεση, τα ελλείμματα θα παραμένουν σε πολύ υψηλά επίπεδα με αποτέλεσμα το χρέος να αυξάνεται συνεχώς και κάποια στιγμή θα είναι εντελώς αδύνατο να εξυπηρετηθεί γιατί και οι Ευρωπαίοι δεν θα μπορούν να δίνουν επ’ άπειρο δάνεια. Ας τα δούμε όλα αυτά με συγκεκριμένα στοιχεία: Από περίπου 120%, το 2009, το χρέος ήδη έχει ξεπεράσει το 150% και εκτιμάται πως το 2015 θα φτάσει το 200% . Για να περιοριστεί το χρέος στο 100% του ΑΕΠ το έτος 2025 (!) θα πρέπει να υπάρχουν πρωτογενή πλεονάσματα πάνω από 5,5% του ΑΕΠ και ρυθμός ανάπτυξης πάνω από 3,5% για 12 διαδοχικά χρόνια! Κι όλα αυτά όταν οι τόκοι εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους εκτινάσσονται το 2015 στο δυσθεώρητο ύψος των 23,4 δισεκατομμυρίων ευρώ, δηλαδή σε ποσοστό κοντά στο 40% των δημόσιων εσόδων, πράγμα που εκφράζει πλήρη αδυναμία εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους. Επιπρόσθετα το ύψος του επιτοκίου δανεισμού ορίζεται μεγαλύτερο από τον προβλεπόμενο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ, που σημαίνει ότι το χρέος θα αυξάνεται ακόμη και χωρίς την ύπαρξη νέων ελλειμμάτων!!!
Τελικό συμπέρασμα: Και η χώρα θα χρεοκοπήσει αλλά και θα μεταβληθεί σε ένα απέραντο πτωχοκομείο. Το θέμα λοιπόν είναι τι κάνει (;) η Αριστερά…
3) Η μέχρι τώρα στάση της Αριστεράς και η αναγκαιότητα συγκρότησης Αριστερού Ριζοσπαστικού Μετώπου
α) Η στάση της Αριστεράς
Το ξέσπασμα της κρίσης βρήκε την Αριστερά, σε όλες της τις εκδοχές, απροετοίμαστη γι΄ αυτό που ερχόταν. Χάθηκε πολύτιμος χρόνος για να γίνει αντιληπτό πως ο ελληνικός καπιταλισμός βρισκόταν αντιμέτωπος με μια από τις μεγαλύτερες κρίσεις στην ιστορία του και δεν επρόκειτο για ένα «ψέμα» του συστήματος.
Από εκεί και πέρα το ΚΚΕ συνέχισε τη χρόνια αυτιστική πολιτική του. Καμία συμμαχία με κανένα, κανένας χωροταξικός συγχρωτισμός (μόνο λόγω του κινήματος των Πλατειών αναγκάστηκε να «σταθεί» για λίγο στο Σύνταγμα στις δύο τελευταίες απεργίες), κανένα μεταβατικό αίτημα, όλα θα τα λύσει η, ακαθόριστου χαρακτήρα, λαϊκή εξουσία. Το μόνο που ενδιαφέρει είναι η αναπαραγωγή του κόμματος και η εκλογική του ενίσχυση στις επόμενες εκλογές. Δεν πρόκειται, όμως, αυτή η στάση απλώς για υιοθέτηση αριστερίστικων πρακτικών. Στην πραγματικότητα είναι και μια μορφή συστημικής πολιτικής. Αυτό φαίνεται και από το γεγονός πως με αυτή τη στάση καλλιεργήθηκε μια αντίληψη στον κόσμο πως δεν μπορούν να επιτευχθούν νίκες αυτή την περίοδο, όπως και με την άρνηση της Α. Παπαρήγα να βάλει στο τραπέζι της συζήτησης το θέμα της εξόδου από το ευρώ. Σίγουρα αν το ΚΚΕ είχε μια διαφορετική στάση, ως το μεγαλύτερο κόμμα της Αριστεράς, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Αλλά με τα «αν» δεν πάμε πουθενά….
Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε αφενός να αντιπαλέψει την προβληματική οργανωτική του κατάσταση (υπενθυμίζουμε πως στις αρχές της χρονιάς ήταν αμφίβολο αν υπήρχε ή δεν υπήρχε ΣΥΡΙΖΑ) και αφετέρου να διαχειριστεί τις διαφορετικές πολιτικές απόψεις που υπήρχαν στο εσωτερικό του (και στο εσωτερικό του Συνασπισμού). Ειδικά, για τον Συν, η εμμονή στο ζήτημα του θετικού χαρακτήρα της ΕΕ η οποία κάποια στιγμή μπορεί να μετεξελιχθεί σε «Ευρώπη των Λαών», η αδυναμία κατανόησης της κομβικότητας του αιτήματος για έξοδο από το ευρώ (λόγω του ρόλου που διαδραμάτισε το ευρώ για να βρεθούμε στη σημερινή κατάσταση) και μια φοβική συμπεριφορά απέναντι στο αίτημα για διαγραφή του χρέους και στάση πληρωμών λειτούργησαν ανασχετικά στη δυναμική που θα μπορούσε να έχει η συμμετοχή του χώρου αυτού στο κίνημα που αναπτύχθηκε.
O πέραν της ΑΝΤΑΡΣΥΑ χώρος της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, παρά την αγωνιστική του συμμετοχή δεν μπόρεσε να υπερβεί μια λογική βερμπαλισμού, μονολιθικότητας, κατανόησης πως βρισκόμαστε σε μια διαφορετική περίοδο όπου δεν αρκούν οι γενικόλογες καταγγελίες, αλλά χρειάζονται και συγκεκριμένες προτάσεις για τη συγκρότηση ενός πολιτικού μετώπου και ενός προγράμματος υπέρβασης της σημερινής κατάστασης προς όφελος των λαϊκών συμφερόντων.
Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ από το φθινόπωρο μίλησε για την ανάγκη ενός Πολιτικού Μετώπου το οποίο θα αρθρωνόταν γύρω από τα αιτήματα της εξόδου από το ευρώ, της άρνησης πληρωμής του χρέους, της εθνικοποίησης των τραπεζών και της αναδιανομής του εισοδήματος. Αποτελούσαν καίρια ζητήματα πάνω στα οποία έπρεπε να επικεντρωθεί μια μαχόμενη ριζοσπαστική Αριστερά. Ωστόσο και στην περίπτωση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ενώ είχαν σωστά επισημανθεί αυτοί οι άξονες , έλειψε η τόλμη να ανοιχτεί αυτό το πλαίσιο και από τα «πάνω» και από τα «κάτω» όπου ήταν δυνατό να φτάσει η φωνή και η επιρροή της. Δεν έγινε, δε, δυνατό να χρησιμοποιηθεί ως όχημα και το πολύ καλό αποτέλεσμα των εκλογών του Νοεμβρίου και να υπάρξουν ανοίγματα σε ένα ευρύτερο κόσμο.
Πιστεύω πως όλες αυτές οι ελλείψεις που περιγράφηκαν εξηγούν, τουλάχιστον ως ένα βαθμό, γιατί η Αριστερά στη χώρα μας αντιμετωπίζεται, σε μεγάλο βαθμό, με δυσπιστία ακριβώς από εκείνους τους οποίους θα έπρεπε να αντιπροσωπεύει.
β) Οι δύο περίοδοι του κινήματος
Στο κινηματικό επίπεδο οι αντιδράσεις ενάντια στα μέτρα της τρόικας μπορούν να χωριστούν σε δύο περιόδους. Η πρώτη έχει να κάνει με ό,τι προηγήθηκε της 25 ης Μαΐου. Έγιναν πολλές μονοήμερες απεργίες, σημαντικές κινητοποιήσεις (με κορυφαία την 5η Μαίου του 2010) αλλά και περιφερειακές αντιδράσεις (όπως πχ οι αποδοκιμασίες υπουργών και βουλευτών κλπ). Τρία ήταν κατά τη γνώμη μου τα όρια που δεν μπορούσαν να ξεπεράσουν οι «παραδοσιακές» εργατικές κινητοποιήσεις: α) αποδείχτηκε, για μια ακόμη φορά, πως ήταν πάρα πολύ δύσκολο να πραγματοποιηθούν απεργίες στον ιδιωτικό τομέα. Οι λόγοι είναι πολλοί: φόβος απέναντι στην εργοδοτική αυθαιρεσία, μικρό μέγεθος μονάδων όπου λειτουργεί ένα πιο «παραδοσιακό» κλίμα απέναντι στο αφεντικό, φόβος για απώλεια αρκετών μεροκάματων. β ) Η καταστολή που εφάρμοζε η αστυνομία αλλά και οι πρακτικές τμήματος του αντιεξουσιαστικού χώρου δεν επέτρεπαν ούτε την άνετη συμμετοχή ενός κόσμου που δεν ήταν εξοικειωμένος με συγκρούσεις και δακρυγόνα, αλλά ούτε και την κατάληψη της Πλατείας Συντάγματος- στόχου που είχε τεθεί ήδη από την απεργία της 23ης Φεβρουαρίου. γ) Ο πιο σημαντικός λόγος, ωστόσο, ήταν πως στο ερώτημα «Τι θα γίνει αν πάψουμε να παίρνουμε χρήματα από την τρόικα και τι θα επακολουθήσει;», δεν υπήρχε ούτε ενιαία ούτε σαφής απάντηση. Η στάση πληρωμών δεν ήταν ηγεμονική μέχρι τότε άποψη- πόσω μάλλον η αποχώρηση από τη ζώνη του ευρώ. Αλλά ακόμα και οι υποστηρικτές αυτών των θέσεων ήταν σε δύσκολη θέση να περιγράψουν το τι θα συνέβαινε αν η χώρα σταματούσε να πληρώνει τα δάνεια και αποχωρούσε από την Ευρωζώνη.
Η υποχώρηση των «παραδοσιακών» μέσων του κινήματος και η άνοδος των Πλατειών ήρθε ακριβώς τη στιγμή που είχε ξεκινήσει η συζήτηση για τα νέα μέτρα και τις επιπτώσεις τους για τα λαϊκά και τα μεσαία στρώματα. Τότε ήταν που έγινε φανερό σε ευρύτερα στρώματα πως δεν υπήρχε δυνατότητα εξόδου από την κρίση και πως κάθε λίγο και λιγάκι θα λαμβάνονται καινούρια μέτρα. Παράλληλα εντάθηκε η άρρητη αμφισβήτηση της Αριστεράς η οποία δεν είχε κατορθώσει να ανατρέψει τους συσχετισμούς και συντελέσει στο να δει ο λαός ένα καλύτερο παρόν. Μέσα σε αυτή τη συγκυρία η πρόσκληση για κατάληψη της Πλατείας Συντάγματος από ένα αριθμό ανθρώπων που δεν ανήκαν σε κόμματα και πίστευαν στην ανεξάρτητη ριζοσπαστική, ειρηνική δράση λειτούργησε σαν θρυαλλίδα για τις μετέπειτα εξελίξεις. Το βασικό στοιχείο που ήταν η κατάληψη της Πλατείας είχε επιτευχθεί χωρίς συγκρούσεις και δακρυγόνα απέναντι σε μια ολοένα και πιο απονομιμοποιημένη κυβέρνηση η οποία κοιτούσε αμήχανη τις πρακτικές αυτές. Το γεγονός αυτό βοήθησε στο να συσσωρευτεί ένας κόσμος που έβλεπε πως όχι «μόνο» η ζωή του χειροτέρευε άρδην, αλλά πως αυτό δεν θα είχε τέλος. Είναι ευεξήγητο γιατί αυτοί οι άνθρωποι ήταν «πυρ και μανία» απέναντι στα καθεστωτικά κόμματα. Μένει, όμως, να κατανοήσουμε τη γενικά απορριπτική στάση τους απέναντι στα κόμματα. Η γνώμη μου είναι πως το πρόβλημα δεν είναι ο λαός, άλλωστε δεν μπορούμε να εκλέξουμε άλλον λαό όπως θα έλεγε και ο Μπρεχτ, αλλά το γεγονός της απόστασης που έχουν οι φορείς της Αριστεράς απέναντι στη γνώμη των «απλών» ανθρώπων. Ίσως να μην ισχύει αυτό για όλες τις αριστερές οργανώσεις, αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα για τον κόσμο. Αισθάνεται πως οι φορείς της Αριστεράς είτε ενδιαφέρονται για την κατάληψη διάφορων οφιτσίων είτε δεν ακούν τις απόψεις του, αφού ήδη τα διάφορα επιτελεία έχουν σχηματίσει μια αντίληψη σχετικά με το πώς θα πρέπει να σκέφτεται ο «μέσος άνθρωπος» και το τι θα «πρέπει» να του ειπωθεί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα: κάθισε ποτέ η Αριστερά να ασχοληθεί σοβαρά με τις αντιδράσεις των κατοίκων των περιοχών που υπάρχει έντονο το μεταναστευτικό στοιχείο ή κυριάρχησε η αντίληψη πως πρόκειται για ακροδεξιούς οι οποίοι δε μας ενδιαφέρουν; Όλα αυτά δείχνουν την ήττα της Αριστεράς που δεν μπορεί να απευθυνθεί σε ευρύτερα στρώματα περιχαρακωμένη στις δικές της αλήθειες. Οι αντιλήψεις περί αποχής από τα κοινά που καλλιεργούνται από διάφορους θεσμούς τα τελευταία χρόνια θα έπρεπε να έχουν αποκρουστεί από την Αριστερά λόγω της δικής της διαφορετικής, υποδειγματικής στάσης.
Βεβαίως με τα παραπάνω δεν υποστηρίζουμε πως ο,τιδήποτε λέχθηκε ή έγινε στην «πάνω» ή στην «κάτω» πλατεία είναι δικαιολογημένο ή σωστό. Το ζήτημα όμως για μια λαϊκή Αριστερά είναι η αποφασιστικότητά της να παρέμβει για να το μετασχηματίσει και όχι να αδιαφορήσει ή να το καταγγείλει. Σε κάθε περίπτωση από ένα σημείο και μετά η πλην του ΚΚΕ Αριστερά συμμετείχε στις διαδικασίες της πλατείας έχοντας το μερίδιό της στα θετικά και στα αρνητικά που σημειώθηκαν εκεί. Σίγουρα η συγκρότηση και η λειτουργία των διάφορων ομάδων αποτέλεσε ένα άλμα στους θεσμούς λαϊκής αυτοργάνωσης- κάτι που είχαμε να το δούμε πολλά χρόνια. Η συνέλευση των εννιά αναδείκνυε την ανάγκη ενός κόσμου να συμμετάσχει πιο ενεργά και αδιαμεσολάβητα στα πολιτικά πράγματα. Ωστόσο μια μαχόμενη Αριστερά θα πρέπει να κάνει σαφές: α) πως δεν μπορούν πάντα όλα να αναπτύσσονται εντός 1,5 λεπτού β) πως υπάρχει ένα αντικειμενικό όριο στην άμεση δημοκρατία και μετά αρχίζει η μεσολάβηση των πολιτικών φορέων .
Η πάνω πλατεία είχε διαφορετική κοινωνική και πολιτική σύνθεση. Αποτελούνταν από πιο λαϊκό κόσμο που πληττόμενος από την οξύτητα των μέτρων ένιωθε την ανάγκη να εκφράσει άμεσα αυτό του το θυμό φωνάζοντας συνθήματα, βρίζοντας, μουντζώνοντας, κυματίζοντας την ελληνική σημαία (κατανοώντας πως η ξένη επιστασία θα έκανε ακόμα πιο δύσκολη τη ζωή του). Οι αριστεροί κατήγοροι αυτών των συμπεριφορών δεν μπόρεσαν να καταλάβουν πως με αυτό τον τρόπο τα στρώματα αυτά α) έκαναν μια μετατόπιση από τη θέση «τι να κάνουμε, αυστηρά τα μέτρα αλλά χρωστάγαμε» σε αυτή του «δεν είναι δικό μας χρέος, δεν πληρώνουμε» β) το ότι αυτοί οι άνθρωποι πέραν της φραστικής αντιπαράθεσης δεν είχαν ένα εναλλακτικό σχέδιο εξόδου από την κρίση να υιοθετήσουν και γι’ αυτό μόνο εκείνοι δεν ήταν υπεύθυνοι.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο φούντωσαν οι αντιδράσεις και μπόρεσε να εκδηλωθεί η οργή ενός κόσμου που έβλεπε να καταρρέει το μοντέλο ζωής που είχε και όλα να κατευθύνονται σε ένα άδηλο μέλλον. Επαναλαμβάνουμε: το γεγονός πως οι συγκεντρώσεις ήταν απογευματινές χωρίς να κινδυνεύει ο άλλος να χάσει το μεροκάματό του, ειρηνικές, και επαναλαμβανόμενες και σε πανελλαδικό επίπεδο (ίσως και σε 100 πόλεις ταυτόχρονα) όλα αυτά αποτέλεσαν ένα εύφλεκτο υλικό που ανέδειξε την έλλειψη νομιμοποίησης της κυβέρνησης και τω μέτρων της τρόικα. Σε επίπεδο κινήματος αυτό συμπυκνώθηκε στις κορυφώσεις της 5ης Ιουνίου (με την εξαίρεση της πρώτης επετείου του Πολυτεχνείου το 1974 πρέπει να ήταν η μεγαλύτερη κινητοποίηση που γνώρισε ποτέ η χώρα) της 15 Ιουνίου και της 29ης Ιουνίου αλλά και με τις καθημερινές συγκεντρώσεις στις Πλατείες. Σε επίπεδο εξουσίας η δυναμική του κινήματος εκφράστηκε με πολύωρη πτώση της κυβέρνησης και με τα γεγονότα της 16ης Ιουνίου που φάνηκε να οδηγούν σε ευρεία αμφισβήτηση της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ αλλά και με την αυτιστική επιμονή της τρόικα στην επιβολή των μέτρων- δείγμα της αποστείρωσης που χαρακτηρίζουν αυτά τα διεθνικά κέντρα εξουσίας από τις σχέσεις διαμεσολάβησης που διακρίνουν τους πολιτικούς φορείς. Ουσιαστικά αυτή η στάση της τρόικα είναι μια φυγή προς τα εμπρός για να κερδηθεί ο απαραίτητος χρόνος ώστε να γίνουν οι ιδιωτικοποιήσεις, να ξεφορτωθούν τα ελληνικά χρεόγραφα οι ευρωπαϊκές τράπεζες και να φανεί πως μπορεί να λειτουργήσει ένα «τριτοκοσμικό» κοινωνικό μοντέλο ακόμα και σε μια δυτική χώρα.
4) Η ψήφιση του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος και η ανάγκη της συγκρότησης του Αριστερού Ριζοσπαστικού Μετώπου
Το ζήτημα βέβαια είναι πως το Μεσοπρόθεσμο τελικά ψηφίστηκε από μια μισητή κυβέρνηση παρά το γεγονός πως εκατοντάδες χιλιάδες λαού βρίσκονταν εκείνη τη στιγμή στους δρόμους όλης της χώρας. Το ερώτημα είναι τι γίνεται από εδώ και πέρα. Η γνώμη μας είναι πως το μεγαλύτερο πρόβλημα που θα έχει να αντιμετωπίσει η αστική εξουσία είναι πως δεν μπορεί να σταθεροποιήσει το εύρος της επίθεσης συγκροτώντας ένα ιδιόμορφο κοινωνικό συμβόλαιο, όπου ναι μεν θα έχει επιδεινωθεί η κατάσταση των λαϊκών και των μεσαίων στρωμάτων, αλλά θα υπάρξει παγίωση αυτού του πλαισίου, δεν θα υπάρξουν νέα μέτρα και δε θα δημιουργηθεί περαιτέρω επιδείνωση. Κατά συνέπεια, οι υλικές συνέπειες αυτής της πολιτικής θα γίνονται ολοένα πιο έντονες και κάθε νέα «μεταρρύθμιση» θα οδηγεί σε νέες αντιδράσεις. Με δεδομένο αυτό το πλαίσιο είναι πιθανό το σενάριο εκλογών στο επόμενο διάστημα (π.χ., Οκτώβριο) όταν δεν θα έχει γίνει αισθητό το αδιέξοδο των νέων μέτρων (περαιτέρω ύφεση και αύξηση των ελλειμμάτων) με σκοπό τη μη κατάρρευση της σημερινής κυβέρνησης υπό την πίεση του λαϊκού παράγοντα και τη δημιουργία μιας δικομματικής κυβέρνησης (αφού θα είναι δύσκολο να επιτευχθεί αυτοδυναμία), με τη συμμετοχή και προσωπικοτήτων, η οποία θα αναλάβει να διαχειριστεί, «συναινετικά», την κρίση.
Το θέμα είναι πως ακόμα και να τελεσφορήσει ένα τέτοιο σενάριο δεν μπορεί να αποφύγει την ύπαρξη δύο πολύ σοβαρών παραμέτρων: από τη μια το ότι η χώρα βαδίζει προς τη χρεοκοπία και από την άλλη πως θα πρέπει συνεχώς να λαμβάνονται νέα μέτρα -- γεγονός που θα εξανεμίσει το σύνηθες διάστημα χάριτος. Το συμπέρασμα λοιπόν που βγάζουμε είναι πως ανεξάρτητα από την, απόλυτα δικαιολογημένη, κόπωση που επικρατεί αυτή τη στιγμή και τη θερινή ραστώνη οι κοινωνικές αντιδράσεις θα συνεχίσουν να εκφράζονται. Στο πολιτικό επίπεδο με την αποδοκιμασία του δικομματισμού, και ειδικά του κυβερνητικού κέντρου, και στο κοινωνικό με την διαρκή εμφάνιση κοινωνικών αντιδράσεων. Επιπρόσθετα, θα ανοίξουν νέα μέτωπα, όπως το νέο μισθολόγιο για τους δημόσιους υπαλλήλους, η ΔΕΗ , ο νόμος πλαίσιο για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, ενώ θα πρέπει να αναπτυχθεί και μέτωπο υπεράσπισης των δημοκρατικών δικαιωμάτων.
Φτάνει όμως αυτό; Κατά τη γνώμη μου όχι κι αυτό γιατί είμαστε πια στην περίοδο που χρειάζεται μια πιο συνολική επίθεση από το λαϊκό παράγοντα απέναντι στην πολιτική εξουσία. Για να χρησιμοποιήσουμε πιο «κλασική» μαρξιστική ορολογία στο πλαίσιο του παρατεταμένου πολέμου (κατά την εύστοχη διατύπωση του Στάθη Κουβελάκη) πρέπει να περάσουμε στο στάδιο της στρατηγικής αντεπίθεσης του λαϊκού κινήματος. Για να γίνω πιο σαφής σύμφωνα με τον Μάο ο παρατεταμένος πόλεμος περνάει από τρεις φάσεις: η πρώτη είναι αυτή της στρατηγικής άμυνας όπου ο λαϊκός «στρατός» απαντά διάσπαρτα στις επιθέσεις του εχθρού με σκοπό να τον κουράσει και να επιτύχει αλλαγή στην ισορροπία δυνάμεων. Είναι ότι ζήσαμε μέχρι την 15η Ιουνίου όπου έγινε φανερό πως η δυναμική του κινήματος τροποποιούσε συσχετισμούς και έφτανε μέχρι να απειλήσει πραγματικά την κυβέρνηση με πτώση. Η αναδιάταξη των κυβερνητικών δυνάμεων και όσα ακολούθησαν με τις συγκρούσεις της 29ης Ιουνίου δείχνουν πως έχουμε περάσει σε μια φάση «παράλληλης ισορροπίας» , δηλαδή αυτό ο Μάο ονομάζει «στρατηγική άμυνα του εχθρού». Ο εχθρός αντιλαμβάνεται πως πια απέναντί του έχει κάτι πιο συγκροτημένο που έχει προσδιορίσει ορισμένα υλικά κεκτημένα στη δράση του (κατάληψη πλατειών, συμμετοχή μεγάλου τμήματος του πληθυσμού σε κινητοποιήσεις και εξάλειψη των αντιδράσεων απέναντί τους, πλήρης απονομιμοποίηση των μέτρων, γελοιοποίηση της κυβέρνησης αλλά και άλλων τμημάτων του αστικού προσωπικού, δημοκοπική μείωση του δικομματισμού) Εννοείται πως η κυβέρνηση θα προσπαθήσει να ανατρέψει αυτό το συσχετισμό κάνοντας νέες επιθέσεις, ανοίγοντας νέα μέτωπα και επιδιώκοντας να περάσει νέες δέσμες μέτρων. Κατά συνέπεια η φάση της «παράλληλης ισορροπίας» είναι πιθανό να μην κρατήσει πολύ, γι’ αυτό είναι απαραίτητο να περάσουμε στην τρίτη φάση του παρατεταμένου πολέμου που είναι αυτή της «στρατηγικής αντεπίθεσης» των λαϊκών δυνάμεων.
Πώς θα γίνει αυτό; Εδώ τα πράγματα δεν είναι απλά. Χρειάζονται δύο βασικές προϋποθέσεις. Η μία είναι η δημιουργία Πολιτικού Μετώπου και η δεύτερη είναι η εκπόνηση ενός μεταβατικού προγράμματος φιλολαϊκής εξόδου από την κρίση. Το πρώτο είναι απαραίτητο γιατί χρειάζεται ένας φορέας ο οποίος με συντεταγμένο και συνεκτικό τρόπο να χαράξει μια κατεύθυνση, να δημιουργήσει κοινωνικές συμμαχίες και να επιλέξει τα κρίσιμα επίδικα της περιόδου έτσι ώστε οι λαϊκές τάξεις να αισθανθούν πως αντιπροσωπεύονται από αυτόν. Το δεύτερο συνδέεται άρρηκτα με το πρώτο γιατί μόνο μέσω της διατύπωσης μιας σαφούς εναλλακτικής λύσης μπορεί ο λαϊκός «στρατός» να κερδίσει με ενεργητικό τρόπο στο επίπεδο της ηγεμονίας (όχι τι δεν θέλει, αλλά τι θέλει να γίνει για τη χώρα).
Ποιοι θα είναι οι βασικοί άξονες αυτού του Πολιτικού Μετώπου και γιατί επιλέγονται οι συγκεκριμένοι και όχι κάποιοι άλλοι;
Ο πρώτος άξονας θα πρέπει να είναι η άρνηση πληρωμών και η απαίτηση διαγραφής του χρέους με παράλληλη πρόνοια για τα ομόλογα που έχουν στην κατοχή τους ασφαλιστικοί φορείς και μικροί εισοδηματίες. Ο άξονας αυτός είναι εντελώς απαραίτητος γιατί τα τεράστια ποσά που πηγαίνουν για τοκοχρεολύσια θα πάψουν να χρηματοδοτούν το τραπεζιτικό κεφάλαιο και η χώρα θα απελευθερωθεί από το βρόχο του χρέους που κάθε μέρα την καταστρέφει όλο και περισσότερο.
Ο δεύτερος άξονας έχει να κάνει με την έξοδο από το ευρώ. Είναι ανάγκη να ανακτηθεί η νομισματική αυτονομία της χώρας έτσι ώστε να μπορέσει να προχωρήσει η οικονομική της ανασυγκρότηση με βάση τις λαϊκές ανάγκες και όχι με βάση τις ανάγκες των πιο ισχυρών μερίδων του ελληνικού κεφαλαίου.
Ο τρίτος άξονας περιλαμβάνει την αναδιανομή του εισοδήματος προς όφελος των δυνάμεων της εργασίας και σε βάρος των δυνάμεων του κεφαλαίου. Δεν έχει νόημα να προχωρήσει η χώρα σε τόσο εκτεταμένες αλλαγές, αν αυτό δεν πρόκειται να αποβεί υπέρ των κυριαρχούμενων τάξεων.
Ο τέταρτος άξονας θα έχει να κάνει με την εθνικοποίηση των τραπεζών, που θα αποτελέσουν και μηχανισμό ανόρθωσης της ελληνικής οικονομίας σε διαφορετική βάση, αλλά και την απαγόρευση της κίνησης κεφαλαίων προς το εξωτερικό, έτσι ώστε μετά την αλλαγή νομίσματος να μην υπάρξει φυγή οικονομικού πλούτου και κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος.
Ο πέμπτος άξονας αφορά την υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας. Η αλήθεια είναι πως η Ελλάδα έχει σήμερα μεταβληθεί από τις κυρίαρχες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις σε χώρα μειωμένης κυριαρχίας. Μια αριστερή ριζοσπαστική πολιτική σαφώς θα πρέπει να έχει στην προμετωπίδα της τη στοχοθεσία για ακύρωση των πάσης φύσεως αποικιοκρατικών συμβάσεων και την έξοδο της χώρας από το ΝΑΤΟ.
Στο επίπεδο τώρα του πολιτικού προγράμματος χρειάζεται μια σύνθετη προσπάθεια η οποία απαιτεί τη συντονισμένη δουλειά ενός δυναμικού το οποίο θα κληθεί να απαντήσει σε μια σειρά από κρίσιμα ερωτήματα (κρίσιμα ερωτήματα, και γιατί χωρίς ικανοποιητικές απαντήσεις σε αυτά δεν είναι δυνατό να οικοδομηθεί μια ηγεμονία των λαϊκών δυνάμεων αλλά και γιατί χωρίς κατάλληλο και επαρκή σχεδιασμό, υπάρχει ο κίνδυνος να γίνει ακόμα χειρότερη η καθημερινότητα των ανθρώπων ) .Χαρακτηριστικά αναφέρουμε: ποιο θα είναι το αναπτυξιακό μοντέλο που θα υιοθετηθεί από τη χώρα; Σε ποιους βιομηχανικούς κλάδους θα πέσει το βάρος και τι θα γίνει με τη γεωργία; Πώς θα είναι οι εργασιακές σχέσεις στον ιδιωτικό τομέα και πώς στο δημόσιο; Από πού θα παίρνει πετρέλαιο η χώρα; Θα υπάρξει εκμετάλλευση των εναλλακτικών μορφών ενέργειας; Και το βασικότερο: ποια η ενεργητική εμπλοκή του λαϊκού παράγοντα στο σχεδιασμό, στη υλοποίηση και στον επανασχεδιασμό αυτού του προγράμματος;
Για να μη δημιουργηθούν παρεξηγήσεις: ούτε το Αριστερό Μέτωπο είναι κόμμα ούτε το πολιτικό πρόγραμμα οδηγεί στο σοσιαλισμό. Το Αριστερό Μέτωπο αποτελεί μια συμμαχία πολιτικών φορέων, κινήσεων οργανώσεων και ανέντακτων αριστερών γύρω από ένα πολύ συγκεκριμένο πολιτικό πλαίσιο και συνιστά το προαπαιτούμενο για να εκκινήσει η φιλολαϊκή έξοδος της χώρας από την κρίση. Η δημιουργία κόμματος απαιτεί άλλου είδους συζητήσεις και πολιτικο- ιδεολογικές συμφωνίες. Το ζήτημα είναι μπροστά στην κοινωνική λαίλαπα που είναι ήδη υπάρχουσα να μπορέσει να αντιπαραταχθεί μια συγκεκριμένη πολιτική συμφωνία που να συντελεί στο να πάνε τα πράγματα αλλιώς. Από την άλλη, ένα τέτοιου είδους πρόγραμμα δεν θα οδηγήσει ευθύγραμμα στο σοσιαλισμό, αλλά θα δώσει τη δυνατότητα να ανακουφιστούν τα λαϊκά στρώματα, να πιστέψουν στις δυνάμεις τους και να μπορέσουν να δημιουργήσουν συνθήκες δυαδικής εξουσίας.
5) Για να συνοψίσουμε
Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός είναι αντιμέτωπος με τη μεγαλύτερη οικονομική κρίση των τελευταίων δεκαετιών κι αυτό γιατί αυτή είναι απόρροια τόσο της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης όσο και της εξάντλησης του μοντέλου καπιταλιστικής ανάπτυξης που υιοθετήθηκε μετά το τέλος του εμφυλίου. Η χώρα είναι αντιμέτωπη με τη χρεοκοπία ιδιαίτερα μετά την εφαρμογή των μέτρων που επέβαλε η τρόικα. Η ύφεση εντάθηκε με αποτέλεσμα η Ελλάδα να έχει εμπλακεί σε μια «παγίδα χρέους» από την οποία είναι αδύνατο να ξεφύγει. Η χρηματοδότηση από το εξωτερικό γίνεται, αφενός, ώστε να αποφευχθεί η χρεοκοπία μέχρι οι ξένες τράπεζες να έχουν μεταβιβάσει τα ελληνικά ομόλογα στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και στις Κρατικές Κεντρικές Τράπεζες με συνέπεια μετά τη χρεοκοπία το κόστος να το αναλάβουν όχι οι ιδιωτικές τράπεζες αλλά οι πολίτες μέσω τη φορολόγησής τους, αφετέρου, για να προλάβει η κυβέρνηση να ιδιωτικοποιήσει όλες τις κερδοφόρες δημόσιες επιχειρήσεις. Όταν ολοκληρωθούν αυτές οι διαδικασίες θα αφεθεί η χώρα να χρεοκοπήσει αφού πρώτα τα μέτρα θα έχουν διαμορφώσει μια νέα τριτοκοσμική πραγματικότητα η οποία θα μπορεί να εξαχθεί και σε άλλες δυτικές χώρες. Το θέμα είναι λόγω της εμβάθυνσης της ύφεσης υπάρχει το ενδεχόμενο η χρεοκοπία να προηγηθεί των στόχων των κυρίαρχων κύκλων.
Κατά συνέπεια η χώρα έχει εμπλακεί σε μια περιδίνηση όπου τα κέντρα εξουσίας θα παίρνουν όλο και πιο επώδυνα μέτρα και η ζωή των λαϊκών, αλλά και των μεσαίων, στρωμάτων θα επιδεινώνεται διαρκώς. Οι κινητοποιήσεις των τελευταίων 16 μηνών ξεκίνησαν ως «παραδοσιακού» χαρακτήρα με έντονη την παρουσία των συνδικάτων, αλλά από τις 25 Μαΐου άλλαξαν μορφή έγιναν πιο παλλαϊκές, πιο μαζικές και πιο ριζοσπαστικές (χαρακτηριστικά στοιχεία από αυτή την άποψη είναι η υιοθέτηση του συνθήματος «Δε χρωστάμε, δεν πουλάμε, δεν πληρώνουμε», αλλά και η πλήρης απαξίωση του πολιτικού προσωπικού). Σε αυτή τη φάση έχουμε φτάσει σε ένα κρίσιμο σημείο. Υπάρχει μια «παράλληλη ισορροπία». Η κυβέρνηση πέρασε το μακροπρόθεσμο, αλλά η αμφισβήτησή της έχει φτάσει στο ζενίθ (ας αναλογιστούμε πόσο αποδοκιμάζονται από τους απλούς πολίτες οι κυβερνητικοί βουλευτές). Η κοινωνική δυναμική που αναπτύχθηκε το τελευταίο διάστημα είναι δυνατό να συντελέσει στην ανατροπή της προσχεδιασμένης κοινωνικής κατάρρευσης , αλλά για να συμβεί αυτό χρειάζεται Πολιτικό Μέτωπο να τη συγκροτήσει και να την κατευθύνει και σαφές και διεξοδικό πολιτικό πρόγραμμα για να δημιουργηθούν όροι λαϊκής αντι- ηγεμονίας.
Δεδομένου ότι όπως δείξαμε η χρεοκοπία της χώρας είναι προ των πυλών, όταν φτάσει αυτή η στιγμή τα πράγματα θα πάρουν δραματικές διαστάσεις και τότε οι σκηνές από την Αργεντινή θα μας φανούν πολύ οικείες. Εκείνη ακριβώς την ώρα όποιος είναι σε θέση να διατυπώσει ένα πρόγραμμα εξόδου από την κρίση και να υπερασπιστεί την εθνική ανεξαρτησία θα είναι ο μεγάλος κερδισμένος. Και είναι μεγάλος ο κίνδυνος αν αυτό δε γίνει από τα αριστερά να γίνει από ακροδεξιές ή λαϊκίζουσες θέσεις. Για να το πούμε διαφορετικά οι δυνάμεις της Αριστεράς βρίσκονται σήμερα μπροστά σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι που δεν είναι , σύμφωνα με το κινέζικο ιδεόγραμμα, «κίνδυνος» ή «ευκαιρία», αλλά είναι «καταστροφή» ή «ευκαιρία». Η αργεντίνικη Αριστερά που δεν κατανόησε τη σοβαρότητα της κατάστασης ακόμα δεν έχει συνέλθει από τις πολιτικές επιπτώσεις της χρεοκοπίας. Κανείς σήμερα δε θυμάται τις όποιες διαφωνίες υπήρχαν στο εσωτερικό του ΚΚΕ τους πρώτους μήνες του 1940, αλλά όλοι θυμούνται του γράμμα του Ζαχαριάδη και την εαμική εποποιία.
Εν κατακλείδι, η δραματικότητα των καιρών που ζούμε θα πρέπει να αντιμετωπιστεί από τις δυνάμεις μιας ριζοσπαστικής μαχόμενης Αριστεράς με την πρέπουσα σοβαρότητα. Όλες δυνάμεις που δεν ηγεμονεύονται από τυφλή ευρωλαγνεία και κατανοούν πως χρειάζονται ριζοσπαστικές κατευθύνσεις (έξοδος από τα ευρώ, στάση πληρωμών, διαγραφή του χρέους, εθνικοποίηση τραπεζών, απαγόρευση εξόδου κεφαλαίων, αναδιανομή του εισοδήματος, υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας, εκπόνησης σαφούς φιλολαϊκού προγράμματος εξόδου από την κρίση ) για να αλλάξουν τα πράγματα προς το καλύτερο θα πρέπει να λάβουν πολύ τολμηρές πρωτοβουλίες υπερβαίνοντας τους εαυτούς τους. Στο μέλλον σχεδόν κανείς δε θα θυμάται τις πραγματικές ή τις δημοσκοπικές επιδόσεις των διάφορων πολιτικών φορέων της μαχόμενης ριζοσπαστικής Αριστεράς του 2011, αλλά όλοι θα θυμούνται αν συνέβαλε ή όχι στην αποτροπή της επερχόμενης καταστροφής …
5/7/2011
«Χρειάζονται πολλά τον κόσμο για να αλλάξεις:
Οργή και επιμονή. Γνώση και αγανάκτηση.
Γρήγορη απόφαση, στόχαση βαθιά.
Ψυχρή υπομονή, κι ατέλειωτη καρτερία.
Κατανόηση της λεπτομέρειας και κατανόηση του συνόλου.
Μονάχα η πραγματικότητα μπορεί να μας μάθει πώς την
την πραγματικότητα να αλλάξουμε»
B. Brecth
1. Εισαγωγή
Όλες οι εξελίξεις που έχουν λάβει χώρα τον τελευταίο ενάμιση χρόνο στην Ελλάδα, φανερώνουν πως η χώρα μας βρίσκεται εντός μιας πρωτοφανούς οικονομικής κρίσης η οποία από τους κυρίαρχους αστικούς κύκλους χρησιμοποιείται ως όχημα για να υπάρξει το μεγαλύτερο κοινωνικό πισωγύρισμα που έχει γνωρίσει ποτέ αυτός ο τόπος. Αν περάσουν και παγιωθούν αυτές οι πολιτικές τότε το καταναλωτικό πρότυπο θα γυρίσει στην προπολεμική εποχή, το ίδιο και οι εργασιακές σχέσεις. Προφανώς και υπάρχει δυνατότητα να αποφύγουμε αυτό τον κοινωνικό Αρμαγεδδώνα αλλά για να επιτευχθεί αυτό, δεδομένης της οξύτητας της επίθεσης, είναι εντελώς απαραίτητες υπερβάσεις στο χώρο της Αριστεράς αντίστοιχες με αυτές πραγματοποίησε το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα στις αρχές της δεκαετίας του ‘40 .
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή
2. Η παγκόσμια οικονομική κρίση, η Ευρωπαϊκή Ένωση, η ζώνη του Ευρώ και η Ελλάδα
Η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1973 δεν μπόρεσε ποτέ να επιλυθεί με ένα αποτελεσματικό τρόπο. Διαφορετικά ειπωμένο η κερδοφορία του κεφαλαίου αν και ανυψώθηκε ποτέ δεν κατάφερε να αγγίξει τα προ του 1973 επίπεδα. Για το στόχο αυτό χρησιμοποιήθηκαν τρεις διαφορετικές, αλλά συχνά συνδυαζόμενες, λύσεις: α) μείωση της συμμετοχής της εργασίας στο παραγόμενο προϊόν (αέναη λιτότητα) β) αλλαγή στις εργασιακές σχέσεις (ευελιξία) γ) εισαγωγή νέων τεχνολογιών στην παραγωγική διαδικασία (πληροφορική, ρομποτική). Ωστόσο καμία από αυτές τις πολιτικές αλλά ούτε και ο συνδυασμός τους δεν μπόρεσε να επαναφέρει τα κέρδη των επιχειρήσεων στα προ του 1973 επίπεδα. Η εισαγωγή των λεγόμενων νέων τεχνολογιών δεν μπορεί να συγκριθεί με τη δυναμική της βιομηχανικής επανάστασης και ούτε οι ευέλικτες εργασιακές σχέσεις αποτέλεσαν αλλαγή ανάλογη με αυτή του φορντισμού/ ταιηλορισμού των αρχών του 20ου αιώνα. Τι αποφασίστηκε λοιπόν για να ανορθωθούν τα κέρδη; Όχι απλώς οι συνηθισμένες πολιτικές λιτότητας, αλλά μια άνευ προηγουμένου επίθεση του κεφαλαίου στα δικαιώματα που τα κοινωνικά στρώματα είχαν κατακτήσει εδώ και δεκαετίες. Σε αυτό θα πρέπει να σημειωθεί πως οι δυτικοί καπιταλιστικοί σχηματισμοί μέσα όλο αυτό το κρισιακό τοπίο έχουν να ανταγωνιστούν και την Κίνα , την Ινδία και τη Ρωσία που χαρακτηρίζονται από πολύ χαμηλές αμοιβές και αυταρχικά πολιτικά συστήματα.
Η παγκόσμια οικονομική κρίση όπως ξεκίνησε το 2008 από τις ΗΠΑ με την κρίση των ακινήτων δεν αποτελεί παρά έκφραση αυτής της αδυναμίας ανόρθωσης των κερδών. Σε επίπεδο κρατικής πολιτικής ένας τρόπος που υιοθετήθηκε κατά τη διάρκεια των τελευταίων 40 χρόνων ήταν η τόνωση της ζήτησης μέσω της αύξησης των δημόσιων δαπανών- μιας αύξησης που στηριζόταν σε πρωτοφανή κρατικό δανεισμό. Όσο περνούσαν τα χρόνια αυτό συνεχιζόταν αλλά το πρόβλημα της κερδοφορίας δεν επιλυόταν. Οι ΗΠΑ που επλήγησαν πρώτες από την κρίση έχουν προσωρινά κατορθώσει αυτή να μην πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις στο εσωτερικό τους. Αυτό συμβαίνει γιατί α) η παραγωγικότητά της οικονομίας τους συνεχίζει να κινείται σε πολύ υψηλά επίπεδα β) σημαντικό τμήμα των αμερικάνικων κρατικών χρεόγραφων βρίσκεται στα χέρια των Κινέζων οι οποίοι μπροστά στον κίνδυνο μιας αμερικάνικης κατάρρευσης, και των ανυπολόγιστων δεινών που αυτή θα δημιουργήσει για την κινέζικη οικονομία, κάνουν ό,τι μπορούν για να ενισχύσουν τις ΗΠΑ γ) παρά τη δημιουργία του ευρώ, το δολάριο παραμένει το πιο ισχυρό αποθεματικό νόμισμα στον κόσμο δ) οι ΗΠΑ παραμένουν η πιο ισχυρή στρατιωτικά χώρα κι αυτό τους επιτρέπει να διαχειρίζονται τα όποια προβλήματά τους από άλλη θέση.
Δεν ισχύει, όμως, το ίδιο για την Ευρώπη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ήδη από τα τέλη του 20ου αιώνα είχε καταλάβει πως θα ήταν πολύ δύσκολο να ανταγωνιστεί τους υπόλοιπους δυτικούς οικονομικούς πόλους (Β. Αμερική, Ιαπωνία) καθώς και τις αναδυόμενες οικονομίες (Κίνα, Ινδία, Ρωσία, χώρες της ΝΑ Ασίας). Για το λόγο αυτό υιοθέτησε τη Στρατηγική της Λισσαβόνας η οποία αποσκοπούσε σε μια συντονισμένη προσπάθεια ακόμα μεγαλύτερης εφαρμογής νεοφιλελεύθερων πολιτικών στο εσωτερικό της. Ωστόσο τα αποτελέσματα δεν ήταν αυτά που περίμεναν οι ευρωπαϊκές ελίτ ενώ η χρήση του ευρώ από τις χώρες της Ευρωζώνης περιέπλεξε ακόμα περισσότερα τα πράγματα. Κι αυτό γιατί οι πολύ μεγάλες διαφορές παραγωγικότητας μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης λειτούργησαν υπονομευτικά για τις οικονομίες των χωρών αυτών. Η έλευση της κρίσης και στην ευρωπαϊκή οικονομία έπληξε τις περισσότερες χώρες εντός και εκτός της Ευρωζώνης, αν και με διαφορετικό τρόπο. Σε κάθε περίπτωση, για την ώρα, οι πιο πληγμένες είναι είτε χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ (Ρουμανία, Λετονία) είτε χώρες της περιφέρειας της Ευρωζώνης (Ελλάδα, Πορτογαλία, Ιρλανδία).
Τι ακριβώς συμβαίνει με την Ελλάδα; Το πρόβλημα της χώρας μας είναι πως χρόνιες υστερήσεις του ελληνικού καπιταλισμού ήρθαν στην επιφάνεια με την εκδήλωση της κρίσης. Είναι τέτοια η έντασή της που η Ελλάδα θα οδηγηθεί στη ραγδαία μείωση της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού καπιταλισμού. Κι αυτό γιατί: α) σε μια περίοδο διεθνοποίησης οι σχηματισμοί με χαμηλοί παραγωγικότητα βρίσκονται σε δυσχερή θέση β) η οικοδομή ως ατμομηχανή της ανάπτυξης έφτασε στα όριά της (ούτε νέα μεγάλα έργα είναι εύκολο να γίνουν ούτε περισσότερες κατοικίες και κτίρια υπάρχει η δυνατότητα να κατασκευαστούν) γ) ο ελληνικός εφοπλισμός, ο ατσάλινος βραχίονας του ελληνικού καπιταλισμού, δέχθηκε σημαντικό πλήγμα δεδομένου ότι η παγκόσμια κρίση περιόρισε τη ζήτηση και κατά συνέπεια τις διεθνείς μεταφορές δ) οι χαμηλοί μισθοί του ελληνικού εργατικού δυναμικού και η υπερεκμετάλλευση των μεταναστών δεν επαρκούσαν για να ανασχέσουν την έλλειψη ανταγωνιστικότητας του ελληνικού καπιταλισμού ε) το ακριβό ευρώ και η παγκόσμια κρίση περιόρισαν τον τουρισμό στ) μια σειρά από φοροαπαλλαγές που δόθηκαν στο κεφάλαιο τα τελευταία χρόνια μείωσαν περαιτέρω τα κρατικά έσοδα
Το αποτέλεσμα όλων των παραπάνω ήταν να πέσει το ΑΕΠ, να αυξηθούν τα δημόσια ελλείμματα και κατά συνέπεια να διογκωθεί το ήδη υψηλό δημόσιο χρέος. Έχουμε λοιπόν, μια δυτική καπιταλιστική χώρα, με σχετικά πιο προοδευτικό πολιτικό σκηνικό και ισχυρές εργατικές παραδόσεις η οποία βρίσκεται στο χείλος της χρεοκοπίας. Αυτό δεν είναι κάτι που θέλουν οι ευρωπαϊκές ελίτ. Κι αυτό για τρεις λόγους: α) πολλά ελληνικά χρεόγραφα βρίσκονται στην κατοχή των ευρωπαϊκών , κυρίως γαλλικών και γερμανικών, τραπεζών β) οι ελληνικές τράπεζες ελέγχουν σε μεγάλο βαθμό το τραπεζικό σύστημα δύο άλλων ευρωπαϊκών χωρών: της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας γ) η χρεοκοπία μιας χώρας της ζώνης του ευρώ θα οδηγούσε σε μεγάλη αναστάτωση της χρηματαγορές ρίχνοντας την αξία του κοινού νομίσματος.
Για τους παραπάνω λόγους η ΕΕ αποφάσισε να «βοηθήσει» την Ελλάδα με τα διάφορα προγράμματα στήριξης. Έτσι μέσα σε ένα ορατό χρονικό διάστημα οι ιδιωτικές ευρωπαϊκές τράπεζες θα κατορθώσουν να απαλλαγούν από τα ελληνικά ομόλογα τα οποία θα μεταβιβαστούν στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και στις κεντρικές κρατικές τράπεζες. Όταν η Ελλάδα θα φτάσει σε χρεοκοπία (βλ. παρακάτω) τότε θα κληθούν οι Ευρωπαίοι, οι Γάλλοι και οι Γερμανοί φορολογούμενοι να πληρώσουν την αξία των χρεοκοπημένων χρεογράφων που θα κατέχουν οι τράπεζές «τους» (παρεμπιπτόντως αυτό είναι και ένα επιχείρημα απέναντι στην φιλοευρωπαϊκή ελληνική αριστερά που θεωρεί πως η έξοδος από το ευρώ και η στάση πληρωμών θα επιβαρύνει τους Ευρωπαίους εργαζομένους. Στην πραγματικότητα αν αυτό γίνει τώρα θα επιβαρυνθούν οι ιδιωτικές τράπεζες. Αντίθετα αν καθυστερήσει, τότε είναι που θα επιβαρυνθούν οι Ευρωπαίοι εργαζόμενοι μέσω της εθνικής φορολόγησης).
Με άλλα λόγια τα υιοθετούμενα «πακέτα» οικονομικών μέτρων επιτελούν ένα διπλό ρόλο: από τη μια διασώζουν μερίδες του ευρωπαϊκού κεφαλαίου και από την άλλη χρησιμεύουν ως πυξίδα για τη νέα μορφή που θα «πρέπει» να πάρει ο καπιταλισμός και σε αυτό η Ελλάδα χρησιμοποιείται ως πειραματόζωο. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά αυτής της πολιτικής: α) η τεράστια μεταφορά πλούτου από τα λαϊκά στρώματα προς την κυρίαρχη τάξη. Αυτό επιτελείται μέσω της βίαιης αναδιανομής του εισοδήματος, της όξυνσης των κοινωνικών αντιθέσεων, της εξάπλωσης της φτώχειας, της μεγέθυνσης της ανεργίας, της εξάπλωσης των ευέλικτων μορφών απασχόλησης, της καλλιέργειας μειωμένων έως ελάχιστων προσδοκιών β) η ένταση της αυταρχικοποίησης του κράτους. Εδώ δεν αναφερόμαστε μόνο στην όξυνση της καταστολής (βλ. γεγονότα της 29/6) αλλά και σε μια σειρά από άλλες εξελίξεις που συντελούν στην περαιτέρω αποστείρωση της πολιτικής εξουσίας από τη λαϊκή παρουσία. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε μια σειρά από πρόσφατες αντιλαϊκές δικαστικές αποφάσεις με πρόσχημα την «κακή κατάσταση των δημόσιων οικονομικών»(με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την απόφαση του Συμβουλίου Της Επικρατείας περί συνταγματικότητας του Μνημονίου), το γεγονός πως πολύ μεγάλης σημασίας πολιτικές αποφάσεις λαμβάνονται εν αγνοία του Κοινοβουλίου με την εν λευκώ ανάθεση της διαχείρισής τους στον εκάστοτε Υπουργό Οικονομικών, αλλά και άλλα ζητήματα όπως ο περιορισμός του αριθμού των βουλευτών , η εφαρμογή του Καλλικράτη, ο νέος νόμος πλαίσιο για την τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Ουσιαστικά αυτό που επιδιώκεται είναι η δημιουργία ενός νέου μοντέλου ένταξης του ελληνικού σχηματισμού στο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Το περιεχόμενό του θα είναι η εξάλειψη των ελεύθερων επαγγελματιών και των μικρών, μικρομεσαίων και μεσαίων επιχειρήσεων με τη συνακόλουθη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση των οικονομικών δραστηριοτήτων σε μεγάλους ολιγοπωλιακούς ομίλους. Η μεγάλη πλειοψηφία των εργαζόμενων τάξεων θα ζει μέσα στην ανέχεια και στις ολοένα αυξανόμενες κοινωνικές ανισότητες, ενώ βασικό στοιχείο της ένταξης στην απασχόληση θα είναι η εργασιακή περιπλάνηση. Όλο αυτό θα λαμβάνει χώρα μέσα σε ένα ημικοινοβουλευτικό καθεστώς αυξανόμενου κρατικού αυταρχισμού.
Βεβαίως όλα αυτά δεν θα λειτουργήσουν ανασχετικά για τη χρεοκοπία της χώρας. Στην πραγματικότητα το σχέδιο που έχει εκπονηθεί από την ελληνική και τις ευρωπαϊκές ελίτ είναι να δημιουργηθεί ένα διαφορετικό μοντέλο οικονομικής ανάπτυξης, (που θα λειτουργήσει και ως πυξίδα για τα υπόλοιπα δυτικά κράτη), να φύγουν τα ελληνικά χρεόγραφα από την κατοχή των τραπεζών και να περάσουν οι κομβικής σημασίας δημόσιες επιχειρήσεις στους ιδιώτες. Από την πλευρά των Ευρωπαίων θα καταβληθεί κάθε προσπάθεια η Ελλάδα να μη χρεοκοπήσει μέχρι τότε.
Κατά συνέπεια, το ζήτημα δεν είναι αν θα χρεοκοπήσει η χώρα, αλλά το πότε. Το πρόβλημα είναι πως κρίση ανταγωνιστικότητας του ελληνικού καπιταλισμού καθώς και τα μέτρα του Μνημονίου 1 αλλά και του Μεσοπρόθεσμου έχουν οδηγήσει την ελληνική οικονομία σε βαθιά ύφεση. Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος όπου τα ελλείμματα θα «αντιμετωπίζονται» με νέα μέτρα, τα νέα μέτρα φέρνουν ακόμα μεγαλύτερη ύφεση, τα ελλείμματα θα παραμένουν σε πολύ υψηλά επίπεδα με αποτέλεσμα το χρέος να αυξάνεται συνεχώς και κάποια στιγμή θα είναι εντελώς αδύνατο να εξυπηρετηθεί γιατί και οι Ευρωπαίοι δεν θα μπορούν να δίνουν επ’ άπειρο δάνεια. Ας τα δούμε όλα αυτά με συγκεκριμένα στοιχεία: Από περίπου 120%, το 2009, το χρέος ήδη έχει ξεπεράσει το 150% και εκτιμάται πως το 2015 θα φτάσει το 200% . Για να περιοριστεί το χρέος στο 100% του ΑΕΠ το έτος 2025 (!) θα πρέπει να υπάρχουν πρωτογενή πλεονάσματα πάνω από 5,5% του ΑΕΠ και ρυθμός ανάπτυξης πάνω από 3,5% για 12 διαδοχικά χρόνια! Κι όλα αυτά όταν οι τόκοι εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους εκτινάσσονται το 2015 στο δυσθεώρητο ύψος των 23,4 δισεκατομμυρίων ευρώ, δηλαδή σε ποσοστό κοντά στο 40% των δημόσιων εσόδων, πράγμα που εκφράζει πλήρη αδυναμία εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους. Επιπρόσθετα το ύψος του επιτοκίου δανεισμού ορίζεται μεγαλύτερο από τον προβλεπόμενο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ, που σημαίνει ότι το χρέος θα αυξάνεται ακόμη και χωρίς την ύπαρξη νέων ελλειμμάτων!!!
Τελικό συμπέρασμα: Και η χώρα θα χρεοκοπήσει αλλά και θα μεταβληθεί σε ένα απέραντο πτωχοκομείο. Το θέμα λοιπόν είναι τι κάνει (;) η Αριστερά…
3) Η μέχρι τώρα στάση της Αριστεράς και η αναγκαιότητα συγκρότησης Αριστερού Ριζοσπαστικού Μετώπου
α) Η στάση της Αριστεράς
Το ξέσπασμα της κρίσης βρήκε την Αριστερά, σε όλες της τις εκδοχές, απροετοίμαστη γι΄ αυτό που ερχόταν. Χάθηκε πολύτιμος χρόνος για να γίνει αντιληπτό πως ο ελληνικός καπιταλισμός βρισκόταν αντιμέτωπος με μια από τις μεγαλύτερες κρίσεις στην ιστορία του και δεν επρόκειτο για ένα «ψέμα» του συστήματος.
Από εκεί και πέρα το ΚΚΕ συνέχισε τη χρόνια αυτιστική πολιτική του. Καμία συμμαχία με κανένα, κανένας χωροταξικός συγχρωτισμός (μόνο λόγω του κινήματος των Πλατειών αναγκάστηκε να «σταθεί» για λίγο στο Σύνταγμα στις δύο τελευταίες απεργίες), κανένα μεταβατικό αίτημα, όλα θα τα λύσει η, ακαθόριστου χαρακτήρα, λαϊκή εξουσία. Το μόνο που ενδιαφέρει είναι η αναπαραγωγή του κόμματος και η εκλογική του ενίσχυση στις επόμενες εκλογές. Δεν πρόκειται, όμως, αυτή η στάση απλώς για υιοθέτηση αριστερίστικων πρακτικών. Στην πραγματικότητα είναι και μια μορφή συστημικής πολιτικής. Αυτό φαίνεται και από το γεγονός πως με αυτή τη στάση καλλιεργήθηκε μια αντίληψη στον κόσμο πως δεν μπορούν να επιτευχθούν νίκες αυτή την περίοδο, όπως και με την άρνηση της Α. Παπαρήγα να βάλει στο τραπέζι της συζήτησης το θέμα της εξόδου από το ευρώ. Σίγουρα αν το ΚΚΕ είχε μια διαφορετική στάση, ως το μεγαλύτερο κόμμα της Αριστεράς, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Αλλά με τα «αν» δεν πάμε πουθενά….
Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε αφενός να αντιπαλέψει την προβληματική οργανωτική του κατάσταση (υπενθυμίζουμε πως στις αρχές της χρονιάς ήταν αμφίβολο αν υπήρχε ή δεν υπήρχε ΣΥΡΙΖΑ) και αφετέρου να διαχειριστεί τις διαφορετικές πολιτικές απόψεις που υπήρχαν στο εσωτερικό του (και στο εσωτερικό του Συνασπισμού). Ειδικά, για τον Συν, η εμμονή στο ζήτημα του θετικού χαρακτήρα της ΕΕ η οποία κάποια στιγμή μπορεί να μετεξελιχθεί σε «Ευρώπη των Λαών», η αδυναμία κατανόησης της κομβικότητας του αιτήματος για έξοδο από το ευρώ (λόγω του ρόλου που διαδραμάτισε το ευρώ για να βρεθούμε στη σημερινή κατάσταση) και μια φοβική συμπεριφορά απέναντι στο αίτημα για διαγραφή του χρέους και στάση πληρωμών λειτούργησαν ανασχετικά στη δυναμική που θα μπορούσε να έχει η συμμετοχή του χώρου αυτού στο κίνημα που αναπτύχθηκε.
O πέραν της ΑΝΤΑΡΣΥΑ χώρος της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, παρά την αγωνιστική του συμμετοχή δεν μπόρεσε να υπερβεί μια λογική βερμπαλισμού, μονολιθικότητας, κατανόησης πως βρισκόμαστε σε μια διαφορετική περίοδο όπου δεν αρκούν οι γενικόλογες καταγγελίες, αλλά χρειάζονται και συγκεκριμένες προτάσεις για τη συγκρότηση ενός πολιτικού μετώπου και ενός προγράμματος υπέρβασης της σημερινής κατάστασης προς όφελος των λαϊκών συμφερόντων.
Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ από το φθινόπωρο μίλησε για την ανάγκη ενός Πολιτικού Μετώπου το οποίο θα αρθρωνόταν γύρω από τα αιτήματα της εξόδου από το ευρώ, της άρνησης πληρωμής του χρέους, της εθνικοποίησης των τραπεζών και της αναδιανομής του εισοδήματος. Αποτελούσαν καίρια ζητήματα πάνω στα οποία έπρεπε να επικεντρωθεί μια μαχόμενη ριζοσπαστική Αριστερά. Ωστόσο και στην περίπτωση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ενώ είχαν σωστά επισημανθεί αυτοί οι άξονες , έλειψε η τόλμη να ανοιχτεί αυτό το πλαίσιο και από τα «πάνω» και από τα «κάτω» όπου ήταν δυνατό να φτάσει η φωνή και η επιρροή της. Δεν έγινε, δε, δυνατό να χρησιμοποιηθεί ως όχημα και το πολύ καλό αποτέλεσμα των εκλογών του Νοεμβρίου και να υπάρξουν ανοίγματα σε ένα ευρύτερο κόσμο.
Πιστεύω πως όλες αυτές οι ελλείψεις που περιγράφηκαν εξηγούν, τουλάχιστον ως ένα βαθμό, γιατί η Αριστερά στη χώρα μας αντιμετωπίζεται, σε μεγάλο βαθμό, με δυσπιστία ακριβώς από εκείνους τους οποίους θα έπρεπε να αντιπροσωπεύει.
β) Οι δύο περίοδοι του κινήματος
Στο κινηματικό επίπεδο οι αντιδράσεις ενάντια στα μέτρα της τρόικας μπορούν να χωριστούν σε δύο περιόδους. Η πρώτη έχει να κάνει με ό,τι προηγήθηκε της 25 ης Μαΐου. Έγιναν πολλές μονοήμερες απεργίες, σημαντικές κινητοποιήσεις (με κορυφαία την 5η Μαίου του 2010) αλλά και περιφερειακές αντιδράσεις (όπως πχ οι αποδοκιμασίες υπουργών και βουλευτών κλπ). Τρία ήταν κατά τη γνώμη μου τα όρια που δεν μπορούσαν να ξεπεράσουν οι «παραδοσιακές» εργατικές κινητοποιήσεις: α) αποδείχτηκε, για μια ακόμη φορά, πως ήταν πάρα πολύ δύσκολο να πραγματοποιηθούν απεργίες στον ιδιωτικό τομέα. Οι λόγοι είναι πολλοί: φόβος απέναντι στην εργοδοτική αυθαιρεσία, μικρό μέγεθος μονάδων όπου λειτουργεί ένα πιο «παραδοσιακό» κλίμα απέναντι στο αφεντικό, φόβος για απώλεια αρκετών μεροκάματων. β ) Η καταστολή που εφάρμοζε η αστυνομία αλλά και οι πρακτικές τμήματος του αντιεξουσιαστικού χώρου δεν επέτρεπαν ούτε την άνετη συμμετοχή ενός κόσμου που δεν ήταν εξοικειωμένος με συγκρούσεις και δακρυγόνα, αλλά ούτε και την κατάληψη της Πλατείας Συντάγματος- στόχου που είχε τεθεί ήδη από την απεργία της 23ης Φεβρουαρίου. γ) Ο πιο σημαντικός λόγος, ωστόσο, ήταν πως στο ερώτημα «Τι θα γίνει αν πάψουμε να παίρνουμε χρήματα από την τρόικα και τι θα επακολουθήσει;», δεν υπήρχε ούτε ενιαία ούτε σαφής απάντηση. Η στάση πληρωμών δεν ήταν ηγεμονική μέχρι τότε άποψη- πόσω μάλλον η αποχώρηση από τη ζώνη του ευρώ. Αλλά ακόμα και οι υποστηρικτές αυτών των θέσεων ήταν σε δύσκολη θέση να περιγράψουν το τι θα συνέβαινε αν η χώρα σταματούσε να πληρώνει τα δάνεια και αποχωρούσε από την Ευρωζώνη.
Η υποχώρηση των «παραδοσιακών» μέσων του κινήματος και η άνοδος των Πλατειών ήρθε ακριβώς τη στιγμή που είχε ξεκινήσει η συζήτηση για τα νέα μέτρα και τις επιπτώσεις τους για τα λαϊκά και τα μεσαία στρώματα. Τότε ήταν που έγινε φανερό σε ευρύτερα στρώματα πως δεν υπήρχε δυνατότητα εξόδου από την κρίση και πως κάθε λίγο και λιγάκι θα λαμβάνονται καινούρια μέτρα. Παράλληλα εντάθηκε η άρρητη αμφισβήτηση της Αριστεράς η οποία δεν είχε κατορθώσει να ανατρέψει τους συσχετισμούς και συντελέσει στο να δει ο λαός ένα καλύτερο παρόν. Μέσα σε αυτή τη συγκυρία η πρόσκληση για κατάληψη της Πλατείας Συντάγματος από ένα αριθμό ανθρώπων που δεν ανήκαν σε κόμματα και πίστευαν στην ανεξάρτητη ριζοσπαστική, ειρηνική δράση λειτούργησε σαν θρυαλλίδα για τις μετέπειτα εξελίξεις. Το βασικό στοιχείο που ήταν η κατάληψη της Πλατείας είχε επιτευχθεί χωρίς συγκρούσεις και δακρυγόνα απέναντι σε μια ολοένα και πιο απονομιμοποιημένη κυβέρνηση η οποία κοιτούσε αμήχανη τις πρακτικές αυτές. Το γεγονός αυτό βοήθησε στο να συσσωρευτεί ένας κόσμος που έβλεπε πως όχι «μόνο» η ζωή του χειροτέρευε άρδην, αλλά πως αυτό δεν θα είχε τέλος. Είναι ευεξήγητο γιατί αυτοί οι άνθρωποι ήταν «πυρ και μανία» απέναντι στα καθεστωτικά κόμματα. Μένει, όμως, να κατανοήσουμε τη γενικά απορριπτική στάση τους απέναντι στα κόμματα. Η γνώμη μου είναι πως το πρόβλημα δεν είναι ο λαός, άλλωστε δεν μπορούμε να εκλέξουμε άλλον λαό όπως θα έλεγε και ο Μπρεχτ, αλλά το γεγονός της απόστασης που έχουν οι φορείς της Αριστεράς απέναντι στη γνώμη των «απλών» ανθρώπων. Ίσως να μην ισχύει αυτό για όλες τις αριστερές οργανώσεις, αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα για τον κόσμο. Αισθάνεται πως οι φορείς της Αριστεράς είτε ενδιαφέρονται για την κατάληψη διάφορων οφιτσίων είτε δεν ακούν τις απόψεις του, αφού ήδη τα διάφορα επιτελεία έχουν σχηματίσει μια αντίληψη σχετικά με το πώς θα πρέπει να σκέφτεται ο «μέσος άνθρωπος» και το τι θα «πρέπει» να του ειπωθεί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα: κάθισε ποτέ η Αριστερά να ασχοληθεί σοβαρά με τις αντιδράσεις των κατοίκων των περιοχών που υπάρχει έντονο το μεταναστευτικό στοιχείο ή κυριάρχησε η αντίληψη πως πρόκειται για ακροδεξιούς οι οποίοι δε μας ενδιαφέρουν; Όλα αυτά δείχνουν την ήττα της Αριστεράς που δεν μπορεί να απευθυνθεί σε ευρύτερα στρώματα περιχαρακωμένη στις δικές της αλήθειες. Οι αντιλήψεις περί αποχής από τα κοινά που καλλιεργούνται από διάφορους θεσμούς τα τελευταία χρόνια θα έπρεπε να έχουν αποκρουστεί από την Αριστερά λόγω της δικής της διαφορετικής, υποδειγματικής στάσης.
Βεβαίως με τα παραπάνω δεν υποστηρίζουμε πως ο,τιδήποτε λέχθηκε ή έγινε στην «πάνω» ή στην «κάτω» πλατεία είναι δικαιολογημένο ή σωστό. Το ζήτημα όμως για μια λαϊκή Αριστερά είναι η αποφασιστικότητά της να παρέμβει για να το μετασχηματίσει και όχι να αδιαφορήσει ή να το καταγγείλει. Σε κάθε περίπτωση από ένα σημείο και μετά η πλην του ΚΚΕ Αριστερά συμμετείχε στις διαδικασίες της πλατείας έχοντας το μερίδιό της στα θετικά και στα αρνητικά που σημειώθηκαν εκεί. Σίγουρα η συγκρότηση και η λειτουργία των διάφορων ομάδων αποτέλεσε ένα άλμα στους θεσμούς λαϊκής αυτοργάνωσης- κάτι που είχαμε να το δούμε πολλά χρόνια. Η συνέλευση των εννιά αναδείκνυε την ανάγκη ενός κόσμου να συμμετάσχει πιο ενεργά και αδιαμεσολάβητα στα πολιτικά πράγματα. Ωστόσο μια μαχόμενη Αριστερά θα πρέπει να κάνει σαφές: α) πως δεν μπορούν πάντα όλα να αναπτύσσονται εντός 1,5 λεπτού β) πως υπάρχει ένα αντικειμενικό όριο στην άμεση δημοκρατία και μετά αρχίζει η μεσολάβηση των πολιτικών φορέων .
Η πάνω πλατεία είχε διαφορετική κοινωνική και πολιτική σύνθεση. Αποτελούνταν από πιο λαϊκό κόσμο που πληττόμενος από την οξύτητα των μέτρων ένιωθε την ανάγκη να εκφράσει άμεσα αυτό του το θυμό φωνάζοντας συνθήματα, βρίζοντας, μουντζώνοντας, κυματίζοντας την ελληνική σημαία (κατανοώντας πως η ξένη επιστασία θα έκανε ακόμα πιο δύσκολη τη ζωή του). Οι αριστεροί κατήγοροι αυτών των συμπεριφορών δεν μπόρεσαν να καταλάβουν πως με αυτό τον τρόπο τα στρώματα αυτά α) έκαναν μια μετατόπιση από τη θέση «τι να κάνουμε, αυστηρά τα μέτρα αλλά χρωστάγαμε» σε αυτή του «δεν είναι δικό μας χρέος, δεν πληρώνουμε» β) το ότι αυτοί οι άνθρωποι πέραν της φραστικής αντιπαράθεσης δεν είχαν ένα εναλλακτικό σχέδιο εξόδου από την κρίση να υιοθετήσουν και γι’ αυτό μόνο εκείνοι δεν ήταν υπεύθυνοι.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο φούντωσαν οι αντιδράσεις και μπόρεσε να εκδηλωθεί η οργή ενός κόσμου που έβλεπε να καταρρέει το μοντέλο ζωής που είχε και όλα να κατευθύνονται σε ένα άδηλο μέλλον. Επαναλαμβάνουμε: το γεγονός πως οι συγκεντρώσεις ήταν απογευματινές χωρίς να κινδυνεύει ο άλλος να χάσει το μεροκάματό του, ειρηνικές, και επαναλαμβανόμενες και σε πανελλαδικό επίπεδο (ίσως και σε 100 πόλεις ταυτόχρονα) όλα αυτά αποτέλεσαν ένα εύφλεκτο υλικό που ανέδειξε την έλλειψη νομιμοποίησης της κυβέρνησης και τω μέτρων της τρόικα. Σε επίπεδο κινήματος αυτό συμπυκνώθηκε στις κορυφώσεις της 5ης Ιουνίου (με την εξαίρεση της πρώτης επετείου του Πολυτεχνείου το 1974 πρέπει να ήταν η μεγαλύτερη κινητοποίηση που γνώρισε ποτέ η χώρα) της 15 Ιουνίου και της 29ης Ιουνίου αλλά και με τις καθημερινές συγκεντρώσεις στις Πλατείες. Σε επίπεδο εξουσίας η δυναμική του κινήματος εκφράστηκε με πολύωρη πτώση της κυβέρνησης και με τα γεγονότα της 16ης Ιουνίου που φάνηκε να οδηγούν σε ευρεία αμφισβήτηση της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ αλλά και με την αυτιστική επιμονή της τρόικα στην επιβολή των μέτρων- δείγμα της αποστείρωσης που χαρακτηρίζουν αυτά τα διεθνικά κέντρα εξουσίας από τις σχέσεις διαμεσολάβησης που διακρίνουν τους πολιτικούς φορείς. Ουσιαστικά αυτή η στάση της τρόικα είναι μια φυγή προς τα εμπρός για να κερδηθεί ο απαραίτητος χρόνος ώστε να γίνουν οι ιδιωτικοποιήσεις, να ξεφορτωθούν τα ελληνικά χρεόγραφα οι ευρωπαϊκές τράπεζες και να φανεί πως μπορεί να λειτουργήσει ένα «τριτοκοσμικό» κοινωνικό μοντέλο ακόμα και σε μια δυτική χώρα.
4) Η ψήφιση του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος και η ανάγκη της συγκρότησης του Αριστερού Ριζοσπαστικού Μετώπου
Το ζήτημα βέβαια είναι πως το Μεσοπρόθεσμο τελικά ψηφίστηκε από μια μισητή κυβέρνηση παρά το γεγονός πως εκατοντάδες χιλιάδες λαού βρίσκονταν εκείνη τη στιγμή στους δρόμους όλης της χώρας. Το ερώτημα είναι τι γίνεται από εδώ και πέρα. Η γνώμη μας είναι πως το μεγαλύτερο πρόβλημα που θα έχει να αντιμετωπίσει η αστική εξουσία είναι πως δεν μπορεί να σταθεροποιήσει το εύρος της επίθεσης συγκροτώντας ένα ιδιόμορφο κοινωνικό συμβόλαιο, όπου ναι μεν θα έχει επιδεινωθεί η κατάσταση των λαϊκών και των μεσαίων στρωμάτων, αλλά θα υπάρξει παγίωση αυτού του πλαισίου, δεν θα υπάρξουν νέα μέτρα και δε θα δημιουργηθεί περαιτέρω επιδείνωση. Κατά συνέπεια, οι υλικές συνέπειες αυτής της πολιτικής θα γίνονται ολοένα πιο έντονες και κάθε νέα «μεταρρύθμιση» θα οδηγεί σε νέες αντιδράσεις. Με δεδομένο αυτό το πλαίσιο είναι πιθανό το σενάριο εκλογών στο επόμενο διάστημα (π.χ., Οκτώβριο) όταν δεν θα έχει γίνει αισθητό το αδιέξοδο των νέων μέτρων (περαιτέρω ύφεση και αύξηση των ελλειμμάτων) με σκοπό τη μη κατάρρευση της σημερινής κυβέρνησης υπό την πίεση του λαϊκού παράγοντα και τη δημιουργία μιας δικομματικής κυβέρνησης (αφού θα είναι δύσκολο να επιτευχθεί αυτοδυναμία), με τη συμμετοχή και προσωπικοτήτων, η οποία θα αναλάβει να διαχειριστεί, «συναινετικά», την κρίση.
Το θέμα είναι πως ακόμα και να τελεσφορήσει ένα τέτοιο σενάριο δεν μπορεί να αποφύγει την ύπαρξη δύο πολύ σοβαρών παραμέτρων: από τη μια το ότι η χώρα βαδίζει προς τη χρεοκοπία και από την άλλη πως θα πρέπει συνεχώς να λαμβάνονται νέα μέτρα -- γεγονός που θα εξανεμίσει το σύνηθες διάστημα χάριτος. Το συμπέρασμα λοιπόν που βγάζουμε είναι πως ανεξάρτητα από την, απόλυτα δικαιολογημένη, κόπωση που επικρατεί αυτή τη στιγμή και τη θερινή ραστώνη οι κοινωνικές αντιδράσεις θα συνεχίσουν να εκφράζονται. Στο πολιτικό επίπεδο με την αποδοκιμασία του δικομματισμού, και ειδικά του κυβερνητικού κέντρου, και στο κοινωνικό με την διαρκή εμφάνιση κοινωνικών αντιδράσεων. Επιπρόσθετα, θα ανοίξουν νέα μέτωπα, όπως το νέο μισθολόγιο για τους δημόσιους υπαλλήλους, η ΔΕΗ , ο νόμος πλαίσιο για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, ενώ θα πρέπει να αναπτυχθεί και μέτωπο υπεράσπισης των δημοκρατικών δικαιωμάτων.
Φτάνει όμως αυτό; Κατά τη γνώμη μου όχι κι αυτό γιατί είμαστε πια στην περίοδο που χρειάζεται μια πιο συνολική επίθεση από το λαϊκό παράγοντα απέναντι στην πολιτική εξουσία. Για να χρησιμοποιήσουμε πιο «κλασική» μαρξιστική ορολογία στο πλαίσιο του παρατεταμένου πολέμου (κατά την εύστοχη διατύπωση του Στάθη Κουβελάκη) πρέπει να περάσουμε στο στάδιο της στρατηγικής αντεπίθεσης του λαϊκού κινήματος. Για να γίνω πιο σαφής σύμφωνα με τον Μάο ο παρατεταμένος πόλεμος περνάει από τρεις φάσεις: η πρώτη είναι αυτή της στρατηγικής άμυνας όπου ο λαϊκός «στρατός» απαντά διάσπαρτα στις επιθέσεις του εχθρού με σκοπό να τον κουράσει και να επιτύχει αλλαγή στην ισορροπία δυνάμεων. Είναι ότι ζήσαμε μέχρι την 15η Ιουνίου όπου έγινε φανερό πως η δυναμική του κινήματος τροποποιούσε συσχετισμούς και έφτανε μέχρι να απειλήσει πραγματικά την κυβέρνηση με πτώση. Η αναδιάταξη των κυβερνητικών δυνάμεων και όσα ακολούθησαν με τις συγκρούσεις της 29ης Ιουνίου δείχνουν πως έχουμε περάσει σε μια φάση «παράλληλης ισορροπίας» , δηλαδή αυτό ο Μάο ονομάζει «στρατηγική άμυνα του εχθρού». Ο εχθρός αντιλαμβάνεται πως πια απέναντί του έχει κάτι πιο συγκροτημένο που έχει προσδιορίσει ορισμένα υλικά κεκτημένα στη δράση του (κατάληψη πλατειών, συμμετοχή μεγάλου τμήματος του πληθυσμού σε κινητοποιήσεις και εξάλειψη των αντιδράσεων απέναντί τους, πλήρης απονομιμοποίηση των μέτρων, γελοιοποίηση της κυβέρνησης αλλά και άλλων τμημάτων του αστικού προσωπικού, δημοκοπική μείωση του δικομματισμού) Εννοείται πως η κυβέρνηση θα προσπαθήσει να ανατρέψει αυτό το συσχετισμό κάνοντας νέες επιθέσεις, ανοίγοντας νέα μέτωπα και επιδιώκοντας να περάσει νέες δέσμες μέτρων. Κατά συνέπεια η φάση της «παράλληλης ισορροπίας» είναι πιθανό να μην κρατήσει πολύ, γι’ αυτό είναι απαραίτητο να περάσουμε στην τρίτη φάση του παρατεταμένου πολέμου που είναι αυτή της «στρατηγικής αντεπίθεσης» των λαϊκών δυνάμεων.
Πώς θα γίνει αυτό; Εδώ τα πράγματα δεν είναι απλά. Χρειάζονται δύο βασικές προϋποθέσεις. Η μία είναι η δημιουργία Πολιτικού Μετώπου και η δεύτερη είναι η εκπόνηση ενός μεταβατικού προγράμματος φιλολαϊκής εξόδου από την κρίση. Το πρώτο είναι απαραίτητο γιατί χρειάζεται ένας φορέας ο οποίος με συντεταγμένο και συνεκτικό τρόπο να χαράξει μια κατεύθυνση, να δημιουργήσει κοινωνικές συμμαχίες και να επιλέξει τα κρίσιμα επίδικα της περιόδου έτσι ώστε οι λαϊκές τάξεις να αισθανθούν πως αντιπροσωπεύονται από αυτόν. Το δεύτερο συνδέεται άρρηκτα με το πρώτο γιατί μόνο μέσω της διατύπωσης μιας σαφούς εναλλακτικής λύσης μπορεί ο λαϊκός «στρατός» να κερδίσει με ενεργητικό τρόπο στο επίπεδο της ηγεμονίας (όχι τι δεν θέλει, αλλά τι θέλει να γίνει για τη χώρα).
Ποιοι θα είναι οι βασικοί άξονες αυτού του Πολιτικού Μετώπου και γιατί επιλέγονται οι συγκεκριμένοι και όχι κάποιοι άλλοι;
Ο πρώτος άξονας θα πρέπει να είναι η άρνηση πληρωμών και η απαίτηση διαγραφής του χρέους με παράλληλη πρόνοια για τα ομόλογα που έχουν στην κατοχή τους ασφαλιστικοί φορείς και μικροί εισοδηματίες. Ο άξονας αυτός είναι εντελώς απαραίτητος γιατί τα τεράστια ποσά που πηγαίνουν για τοκοχρεολύσια θα πάψουν να χρηματοδοτούν το τραπεζιτικό κεφάλαιο και η χώρα θα απελευθερωθεί από το βρόχο του χρέους που κάθε μέρα την καταστρέφει όλο και περισσότερο.
Ο δεύτερος άξονας έχει να κάνει με την έξοδο από το ευρώ. Είναι ανάγκη να ανακτηθεί η νομισματική αυτονομία της χώρας έτσι ώστε να μπορέσει να προχωρήσει η οικονομική της ανασυγκρότηση με βάση τις λαϊκές ανάγκες και όχι με βάση τις ανάγκες των πιο ισχυρών μερίδων του ελληνικού κεφαλαίου.
Ο τρίτος άξονας περιλαμβάνει την αναδιανομή του εισοδήματος προς όφελος των δυνάμεων της εργασίας και σε βάρος των δυνάμεων του κεφαλαίου. Δεν έχει νόημα να προχωρήσει η χώρα σε τόσο εκτεταμένες αλλαγές, αν αυτό δεν πρόκειται να αποβεί υπέρ των κυριαρχούμενων τάξεων.
Ο τέταρτος άξονας θα έχει να κάνει με την εθνικοποίηση των τραπεζών, που θα αποτελέσουν και μηχανισμό ανόρθωσης της ελληνικής οικονομίας σε διαφορετική βάση, αλλά και την απαγόρευση της κίνησης κεφαλαίων προς το εξωτερικό, έτσι ώστε μετά την αλλαγή νομίσματος να μην υπάρξει φυγή οικονομικού πλούτου και κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος.
Ο πέμπτος άξονας αφορά την υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας. Η αλήθεια είναι πως η Ελλάδα έχει σήμερα μεταβληθεί από τις κυρίαρχες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις σε χώρα μειωμένης κυριαρχίας. Μια αριστερή ριζοσπαστική πολιτική σαφώς θα πρέπει να έχει στην προμετωπίδα της τη στοχοθεσία για ακύρωση των πάσης φύσεως αποικιοκρατικών συμβάσεων και την έξοδο της χώρας από το ΝΑΤΟ.
Στο επίπεδο τώρα του πολιτικού προγράμματος χρειάζεται μια σύνθετη προσπάθεια η οποία απαιτεί τη συντονισμένη δουλειά ενός δυναμικού το οποίο θα κληθεί να απαντήσει σε μια σειρά από κρίσιμα ερωτήματα (κρίσιμα ερωτήματα, και γιατί χωρίς ικανοποιητικές απαντήσεις σε αυτά δεν είναι δυνατό να οικοδομηθεί μια ηγεμονία των λαϊκών δυνάμεων αλλά και γιατί χωρίς κατάλληλο και επαρκή σχεδιασμό, υπάρχει ο κίνδυνος να γίνει ακόμα χειρότερη η καθημερινότητα των ανθρώπων ) .Χαρακτηριστικά αναφέρουμε: ποιο θα είναι το αναπτυξιακό μοντέλο που θα υιοθετηθεί από τη χώρα; Σε ποιους βιομηχανικούς κλάδους θα πέσει το βάρος και τι θα γίνει με τη γεωργία; Πώς θα είναι οι εργασιακές σχέσεις στον ιδιωτικό τομέα και πώς στο δημόσιο; Από πού θα παίρνει πετρέλαιο η χώρα; Θα υπάρξει εκμετάλλευση των εναλλακτικών μορφών ενέργειας; Και το βασικότερο: ποια η ενεργητική εμπλοκή του λαϊκού παράγοντα στο σχεδιασμό, στη υλοποίηση και στον επανασχεδιασμό αυτού του προγράμματος;
Για να μη δημιουργηθούν παρεξηγήσεις: ούτε το Αριστερό Μέτωπο είναι κόμμα ούτε το πολιτικό πρόγραμμα οδηγεί στο σοσιαλισμό. Το Αριστερό Μέτωπο αποτελεί μια συμμαχία πολιτικών φορέων, κινήσεων οργανώσεων και ανέντακτων αριστερών γύρω από ένα πολύ συγκεκριμένο πολιτικό πλαίσιο και συνιστά το προαπαιτούμενο για να εκκινήσει η φιλολαϊκή έξοδος της χώρας από την κρίση. Η δημιουργία κόμματος απαιτεί άλλου είδους συζητήσεις και πολιτικο- ιδεολογικές συμφωνίες. Το ζήτημα είναι μπροστά στην κοινωνική λαίλαπα που είναι ήδη υπάρχουσα να μπορέσει να αντιπαραταχθεί μια συγκεκριμένη πολιτική συμφωνία που να συντελεί στο να πάνε τα πράγματα αλλιώς. Από την άλλη, ένα τέτοιου είδους πρόγραμμα δεν θα οδηγήσει ευθύγραμμα στο σοσιαλισμό, αλλά θα δώσει τη δυνατότητα να ανακουφιστούν τα λαϊκά στρώματα, να πιστέψουν στις δυνάμεις τους και να μπορέσουν να δημιουργήσουν συνθήκες δυαδικής εξουσίας.
5) Για να συνοψίσουμε
Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός είναι αντιμέτωπος με τη μεγαλύτερη οικονομική κρίση των τελευταίων δεκαετιών κι αυτό γιατί αυτή είναι απόρροια τόσο της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης όσο και της εξάντλησης του μοντέλου καπιταλιστικής ανάπτυξης που υιοθετήθηκε μετά το τέλος του εμφυλίου. Η χώρα είναι αντιμέτωπη με τη χρεοκοπία ιδιαίτερα μετά την εφαρμογή των μέτρων που επέβαλε η τρόικα. Η ύφεση εντάθηκε με αποτέλεσμα η Ελλάδα να έχει εμπλακεί σε μια «παγίδα χρέους» από την οποία είναι αδύνατο να ξεφύγει. Η χρηματοδότηση από το εξωτερικό γίνεται, αφενός, ώστε να αποφευχθεί η χρεοκοπία μέχρι οι ξένες τράπεζες να έχουν μεταβιβάσει τα ελληνικά ομόλογα στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και στις Κρατικές Κεντρικές Τράπεζες με συνέπεια μετά τη χρεοκοπία το κόστος να το αναλάβουν όχι οι ιδιωτικές τράπεζες αλλά οι πολίτες μέσω τη φορολόγησής τους, αφετέρου, για να προλάβει η κυβέρνηση να ιδιωτικοποιήσει όλες τις κερδοφόρες δημόσιες επιχειρήσεις. Όταν ολοκληρωθούν αυτές οι διαδικασίες θα αφεθεί η χώρα να χρεοκοπήσει αφού πρώτα τα μέτρα θα έχουν διαμορφώσει μια νέα τριτοκοσμική πραγματικότητα η οποία θα μπορεί να εξαχθεί και σε άλλες δυτικές χώρες. Το θέμα είναι λόγω της εμβάθυνσης της ύφεσης υπάρχει το ενδεχόμενο η χρεοκοπία να προηγηθεί των στόχων των κυρίαρχων κύκλων.
Κατά συνέπεια η χώρα έχει εμπλακεί σε μια περιδίνηση όπου τα κέντρα εξουσίας θα παίρνουν όλο και πιο επώδυνα μέτρα και η ζωή των λαϊκών, αλλά και των μεσαίων, στρωμάτων θα επιδεινώνεται διαρκώς. Οι κινητοποιήσεις των τελευταίων 16 μηνών ξεκίνησαν ως «παραδοσιακού» χαρακτήρα με έντονη την παρουσία των συνδικάτων, αλλά από τις 25 Μαΐου άλλαξαν μορφή έγιναν πιο παλλαϊκές, πιο μαζικές και πιο ριζοσπαστικές (χαρακτηριστικά στοιχεία από αυτή την άποψη είναι η υιοθέτηση του συνθήματος «Δε χρωστάμε, δεν πουλάμε, δεν πληρώνουμε», αλλά και η πλήρης απαξίωση του πολιτικού προσωπικού). Σε αυτή τη φάση έχουμε φτάσει σε ένα κρίσιμο σημείο. Υπάρχει μια «παράλληλη ισορροπία». Η κυβέρνηση πέρασε το μακροπρόθεσμο, αλλά η αμφισβήτησή της έχει φτάσει στο ζενίθ (ας αναλογιστούμε πόσο αποδοκιμάζονται από τους απλούς πολίτες οι κυβερνητικοί βουλευτές). Η κοινωνική δυναμική που αναπτύχθηκε το τελευταίο διάστημα είναι δυνατό να συντελέσει στην ανατροπή της προσχεδιασμένης κοινωνικής κατάρρευσης , αλλά για να συμβεί αυτό χρειάζεται Πολιτικό Μέτωπο να τη συγκροτήσει και να την κατευθύνει και σαφές και διεξοδικό πολιτικό πρόγραμμα για να δημιουργηθούν όροι λαϊκής αντι- ηγεμονίας.
Δεδομένου ότι όπως δείξαμε η χρεοκοπία της χώρας είναι προ των πυλών, όταν φτάσει αυτή η στιγμή τα πράγματα θα πάρουν δραματικές διαστάσεις και τότε οι σκηνές από την Αργεντινή θα μας φανούν πολύ οικείες. Εκείνη ακριβώς την ώρα όποιος είναι σε θέση να διατυπώσει ένα πρόγραμμα εξόδου από την κρίση και να υπερασπιστεί την εθνική ανεξαρτησία θα είναι ο μεγάλος κερδισμένος. Και είναι μεγάλος ο κίνδυνος αν αυτό δε γίνει από τα αριστερά να γίνει από ακροδεξιές ή λαϊκίζουσες θέσεις. Για να το πούμε διαφορετικά οι δυνάμεις της Αριστεράς βρίσκονται σήμερα μπροστά σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι που δεν είναι , σύμφωνα με το κινέζικο ιδεόγραμμα, «κίνδυνος» ή «ευκαιρία», αλλά είναι «καταστροφή» ή «ευκαιρία». Η αργεντίνικη Αριστερά που δεν κατανόησε τη σοβαρότητα της κατάστασης ακόμα δεν έχει συνέλθει από τις πολιτικές επιπτώσεις της χρεοκοπίας. Κανείς σήμερα δε θυμάται τις όποιες διαφωνίες υπήρχαν στο εσωτερικό του ΚΚΕ τους πρώτους μήνες του 1940, αλλά όλοι θυμούνται του γράμμα του Ζαχαριάδη και την εαμική εποποιία.
Εν κατακλείδι, η δραματικότητα των καιρών που ζούμε θα πρέπει να αντιμετωπιστεί από τις δυνάμεις μιας ριζοσπαστικής μαχόμενης Αριστεράς με την πρέπουσα σοβαρότητα. Όλες δυνάμεις που δεν ηγεμονεύονται από τυφλή ευρωλαγνεία και κατανοούν πως χρειάζονται ριζοσπαστικές κατευθύνσεις (έξοδος από τα ευρώ, στάση πληρωμών, διαγραφή του χρέους, εθνικοποίηση τραπεζών, απαγόρευση εξόδου κεφαλαίων, αναδιανομή του εισοδήματος, υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας, εκπόνησης σαφούς φιλολαϊκού προγράμματος εξόδου από την κρίση ) για να αλλάξουν τα πράγματα προς το καλύτερο θα πρέπει να λάβουν πολύ τολμηρές πρωτοβουλίες υπερβαίνοντας τους εαυτούς τους. Στο μέλλον σχεδόν κανείς δε θα θυμάται τις πραγματικές ή τις δημοσκοπικές επιδόσεις των διάφορων πολιτικών φορέων της μαχόμενης ριζοσπαστικής Αριστεράς του 2011, αλλά όλοι θα θυμούνται αν συνέβαλε ή όχι στην αποτροπή της επερχόμενης καταστροφής …
5/7/2011
«Χρειάζονται πολλά τον κόσμο για να αλλάξεις:
Οργή και επιμονή. Γνώση και αγανάκτηση.
Γρήγορη απόφαση, στόχαση βαθιά.
Ψυχρή υπομονή, κι ατέλειωτη καρτερία.
Κατανόηση της λεπτομέρειας και κατανόηση του συνόλου.
Μονάχα η πραγματικότητα μπορεί να μας μάθει πώς την
την πραγματικότητα να αλλάξουμε»
B. Brecth
Οργανωμένο έγκλημα ,του ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΖΑΚΗ
Κυριακή, 3 Ιουλίου 2011
Βρέθηκε επιτέλους στο στοιχείο του ο κ. Βενιζέλος. Με τον εφαρμοστικό νόμο για την ίδρυση Ταμείου Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου, επιχειρείται να νομιμοποιηθεί το μεγαλύτερο σκάνδαλο τουλάχιστον της μεταπολεμικής περιόδου στην Ελλάδα. Το γενικευμένο ξεπούλημα της χώρας.
Το Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου μοιάζει ιδιαίτερα με το αντίστοιχο Ταμείο που ιδρύθηκε από τον καγκελάριο Κολ για τη μαζική εκποίηση της δημόσιας περιουσίας της προσαρτημένης Γερμανικής Λαϊκής Δημοκρατίας. Το συγκεκριμένο Ταμείο (Τρόιχαντ) αποτέλεσε ένα από τα μεγαλύτερα οικονομικά και πολιτικά σκάνδαλα της Γερμανίας στα μέσα της δεκαετίας του '90, που παραλίγο να καταβαραθρώσει τον Κολ και το κόμμα του. Ο πρώτος πρόεδρός του δολοφονήθηκε επίσημα από τρομοκρατικό χτύπημα, αλλά ανεπίσημα από το οργανωμένο έγκλημα, το οποίο είχε αναπτύξει στενότατες σχέσεις με το συγκεκριμένο ίδρυμα. Όταν αυτό διαλύθηκε στα 1995, η τότε πρόεδρός του Μπρόιλερ παραδέχτηκε ότι ειδικά στα προσαρτημένα κρατίδια της άλλοτε ΓΛΔ ήταν «το πλέον μισητό ίδρυμα»!
Το γερμανικό... μοντέλο
Να ποια ήταν τα κατορθώματα του Τρόιχαντ: Στα μέσα του 1990, υπήρχαν στη ΓΛΔ γύρω στα 9.000.000 επαγγελματικά απασχολούμενοι, ανάμεσα στους οποίους 3,5 - 4 εκατομμύρια σε κρατικές επιχειρήσεις, που περιήλθαν στη διαχείριση του Τρόιχαντ. Στα τέλη του 1994, οι ιδιωτικοποιημένες στο μεταξύ επιχειρήσεις απασχολούσαν περί τα 1,4 εκατομμύρια προσωπικό. Σύμφωνα με έρευνες: Από τους απολυμένους εργάτες, τεχνικούς και επιστήμονες των επιχειρήσεων, ο ένας στους τέσσερις έμεινε άνεργος, μερικοί συμπεριλήφθηκαν σε προσωρινά μέτρα δημιουργίας εργασιακών σχέσεων και πολλοί - ικανοί ακόμα για δουλειά - αναγκάστηκαν να περάσουν σε μειωμένη σύνταξη. Οκτώ χιλιάδες επιχειρήσεις παραδόθηκαν σε προηγούμενους ιδιοκτήτες, ενώ 3.700 επιχειρήσεις διαλύθηκαν με το δικαιολογητικό ότι δεν συνέφερε ο εκσυγχρονισμός τους. Οι νέοι ιδιοκτήτες είχαν αναλάβει υποχρέωση να επενδύσουν 142 δισ. μάρκα, που ποτέ δεν τήρησαν. Σαράντα δύο χιλιάδες ακίνητα (σε σύνολο 104.000) επιστράφηκαν σε παλιούς ιδιοκτήτες, ενώ 62.000 οικόπεδα πουλήθηκαν κοψοχρονιά. Μαζί με 1.500.000 εκτάρια χωραφιών και λιβαδιών, όπως και 770.000 εκτάρια δασών, καθώς επίσης και η διαχείριση της περιουσίας των επιχειρήσεων εξωτερικού εμπορίου της ΓΛΔ. Το Τρόιχαντ έκλεισε με χρέος 270 δισ. μάρκων, που ανέλαβε το ομοσπονδιακό κράτος να πληρώσει.
Σύμφωνα με τον ίδιο τον γερμανικό Τύπο, το Τρόιχαντ υπήρξε το πιο διεφθαρμένο, διαπλεκόμενο ακόμη και με το οργανωμένο έγκλημα, ίδρυμα που υπήρξε ποτέ στο έδαφος της Γερμανίας από την εποχή του χιτλερισμού. Όμως αυτό το γερμανικό μοντέλο είναι που οι «Ιππότες της Αποκαλύψεως» στην Ελλάδα έθεσαν εξαρχής ως πρότυπό τους. Να τι μας έλεγε ένας από τους πρυτάνεις της διατεταγμένης δημοσιογραφίας, ο κ. Πρετεντέρης, στα «Νέα», 16.5: «Όταν η Γερμανία ενώθηκε ξανά το 1990, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση βρέθηκε με όλα τα σκουπίδια μιας κομμουνιστικής χώρας στα χέρια της. Τι έκανε; Έφτιαξε έναν ανεξάρτητο οργανισμό, την Τρόιχαντανσταλτ, και του ανέθεσε να καθαρίσει το θέμα. Αποτέλεσμα; Γερμανικού τύπου. Μέσα σε τέσσερα χρόνια η Τρόιχαντ αναδιάρθρωσε, πούλησε ή έκλεισε 8.500 κρατικές επιχειρήσεις της Ανατολικής Γερμανίας και παραχώρησε σε ιδιώτες 25 εκατ. στρέμματα γης. Μπορεί να εφαρμοστεί αυτό το μοντέλο και στην Ελλάδα; Από τη στιγμή που είμαστε η τελευταία κομμουνιστική χώρα της Ευρώπης, δεν βλέπω γιατί όχι».
Το θέμα δεν είναι μόνο ότι ο εν λόγω κύριος «ξεχνά» ορισμένες λεπτομέρειες της δράσης του Τρόιχαντ, ούτε βέβαια το γεγονός ότι κατ' αυτόν η Ελλάδα είναι η «τελευταία κομμουνιστική χώρα της Ευρώπης» υπό την εξουσία των δικών του αφεντικών. Αυτό που κάνει εντύπωση είναι το θράσος και η χυδαιότητα.
Αμέσως μετά, λες και πήρε γραμμή από τον Πρετεντέρη, βγήκε και ο Γιούνκερ. Ισχυρότατες πιέσεις για την αυστηρή εφαρμογή των μέτρων που έχει ανακοινώσει η κυβέρνηση ασκούν οι Ευρωπαίοι, σύμφωνα πάλι με τα «Νέα» (23.5). Ο πρόεδρος του Eurogroup Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ ζητά να προχωρήσουν αμέσως οι ιδιωτικοποιήσεις, τις οποίες η Ε.Ε. θα παρακολουθεί στενά, «σαν να τις κάναμε εμείς οι ίδιοι», όπως λέει. Επίσης έθεσε το θέμα της διακομματικής συναίνεσης για να προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις. Συγκεκριμένα, ο Γιούνκερ ζητά από την Ελλάδα να δημιουργηθεί ανεξάρτητο ίδρυμα ιδιωτικοποιήσεων, όπως αυτό που είχε συγκροτηθεί για την ιδιωτικοποίηση της κρατικής περιουσίας της πρώην Ανατολικής Γερμανίας μετά την επανένωση. Όπως είπε μάλιστα στο γερμανικό περιοδικό «Der Spiegel», το ίδρυμα αυτό μπορεί να έχει στελέχη και ξένους ειδικούς.
Κι όπως ήταν φυσικό, ανταποκρίθηκε αμέσως η κυβέρνηση. «Ουσιαστικά αποφασίστηκε η αποσοβιετοποίηση του κράτους και η δημιουργία ενός νέου ισχυρού οικονομικού προτύπου με χαρακτηριστικά του την εξωστρέφεια, τον δυναμισμό και την καινοτομία» τόνισε Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, μιλώντας τη Δευτέρα (24.5) στην ανοιχτή γενική συνέλευση του Συνδέσμου Βιομηχανιών Βορείου Ελλάδος και τονίζοντας μεταξύ άλλων ότι λήφθηκαν «δύσκολες αλλά κρίσιμες αποφάσεις».
Το ελληνικό Τρόιχαντ
Σκέψεις μεγάλων ανδρών που συναντώνται ή υπόγειες διαδρομές και ταυτίσεις μεγάλων συμφερόντων; Προφανώς το δεύτερο. Έτσι μας προέκυψε το δικό μας Τρόιχαντ, που μπορεί να ονομάζεται Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου, αλλά στη δικαιοδοσία του μπορεί να περιέλθει το σύνολο της δημόσιας περιουσίας με απλή απόφαση υπουργού, με μοναδικό σκοπό την εκποίηση. Πού θα πάνε οι εισπράξεις από το ξεπούλημα; Μα πού αλλού; Στους δανειστές. Όπως λέει ο ίδιος ο νόμος: «Το προϊόν αξιοποίησης χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την αποπληρωμή του δημοσίου χρέους της χώρας».
Οι μέθοδοι, με βάση τις οποίες θα ξεπουληθεί το Δημόσιο και η χώρα, είναι οι εξής:
1)Η τιτλοποίηση των βασικών χρηματικών ροών του ελληνικού κράτους. Αυτό σημαίνει ότι μια σειρά σταθερών χρηματικών ροών του Δημοσίου (δημόσια έσοδα) θα δεσμευτούν από τράπεζες και αγορές προκειμένου να εκδοθούν ομόλογα που θα βοηθήσουν το κράτος να συνεχίσει να εξυπηρετεί τα δάνειά του. Η τιτλοποίηση αυτή δεν γνωρίζει όρια. Πρακτικά όλα τα πραγματικά και εν δυνάμει έσοδα του Δημοσίου μπορούν να τιτλοποιηθούν.
Για παράδειγμα, μια ιδέα που αρέσει ιδιαίτερα στις αγορές είναι η παλιά σκέψη του υπουργού Οικονομίας των κυβερνήσεων Σημίτη, Νίκου Χριστοδουλάκη, ο οποίος είχε θελήσει να τιτλοποιήσει τα έσοδα από την Ακρόπολη.
Τα πιο σημαντικά αρχαιολογικά και τουριστικά αξιοθέατα της χώρας είναι πρώτα στις λίστες των διεθνών επενδυτών για τέτοιου τύπου συμφωνίες (business deals). Φυσικά σε μια τέτοια περίπτωση μπορεί η τυπική κυριότητα να παραμένει στο ελληνικό Δημόσιο, αλλά ο επενδυτής έχει καθοριστικό λόγο στην αξιοποίηση του τιτλοποιημένου παγίου, ώστε να εισπράξει τουλάχιστον αυτά που του έχουν υποσχεθεί.
2) Η μετοχοποίηση του Δημοσίου, των οργανισμών και των υπηρεσιών του. Αυτό που ζητούν επισταμένα οι συντελεστές του σχεδίου εκποίησης της χώρας είναι όχι μόνο η διάθεση του πακέτου των μετοχών που κατέχει το Δημόσιο, αλλά και η δημιουργία εταιρειών χαρτοφυλακίου στις οποίες θα ανατεθεί η διαχείριση δημόσιων οργανισμών, υποδομών και παρεχομένων υπηρεσιών.
Τυπικό παράδειγμα, η ανακοινωθείσα από την κυβέρνηση εταιρεία χαρτοφυλακίου (holding) που θα αναλάβει τα λιμάνια του Πειραιά, της Ελευσίνας, του Λαυρίου και της Ραφήνας. Οι εταιρείες αυτές διεθνώς στήνονται για δυο λόγους:
♦ Πρώτον, επιτρέπουν την ιδιωτικοποίηση της διαχείρισης και αξιοποίησης υποδομών, οργανισμών και έργων με μόνη την παραχώρηση ενός πακέτου μετοχών σε ιδιώτες με συμφωνίες συχνά κάτω από το τραπέζι.
♦ Δεύτερον, συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον των πιο κερδοσκοπικών κεφαλαίων διεθνώς, που αποβλέπουν σε μια γρήγορη μπάζα παίζοντας με τη χρηματιστική αξία της επένδυσης και όχι με το όποιο τυχόν επιχειρηματικό κέρδος. Η πράξη έχει αποδείξει ότι οι εταιρείες αυτές, μαζί με τις υπεράκτιες εταιρείες (Offshore), είναι οι καλύτεροι τρόποι ξεπλύματος πολιτικού και μη χρήματος διεθνώς. Ενώ μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε κάθε μορφή επένδυσης.
Στις υπερχρεωμένες χώρες της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής εταιρείες Ηolding, μέσω των οποίων το κράτος εγγυάται τα κέρδη των ιδιωτών επενδυτών, χτίζονται νοσοκομεία, σχολεία, δρόμοι, αεροδρόμια, λιμάνια κ.ο.κ.
Άλλωστε αυτό είναι το περιεχόμενο της στρατηγικής συμφωνίας με την Κίνα, η οποία δεν ήρθε να επενδύσει, ούτε καν σε υποδομές. Ήρθε να εξασφαλίσει διευκολύνσεις σε υπάρχουσες υποδομές - λιμάνια, οδικές μεταφορές, σιδηρόδρομο - προκειμένου να διευκολυνθεί η μεταφορά των εμπορευμάτων της στην καρδιά της ευρωζώνης. Η χώρα με τη συμφωνία αυτή εκχωρεί τις βασικές της υποδομές για να γίνει μεταπράτης της διεθνούς κίνησης εμπορευμάτων.
3) Η εκποίηση της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου, την οποία οι εκτιμήσεις της αγοράς ανεβάζουν στα 280 ή και 300 δισ. ευρώ. Κι εδώ δεν πρόκειται απλώς για κτήρια και εγκαταστάσεις που ανήκουν στο Δημόσιο, αλλά και για το σύνολο της δημόσιας περιουσίας. Εδώ εντάσσεται και η απαίτηση για πώληση των ακατοίκητων νησιών της χώρας, η οποία δεν είναι τωρινή πρόταση.
Αυτός που πρώτος την έθεσε στο τραπέζι ήταν ο Στ. Μάνος ως υπουργός της κυβέρνησης Μητσοτάκη, ο οποίος θεώρησε ότι έτσι όχι μόνο θα εισέρρεαν λεφτά για τους δανειστές, αλλά θα ξεκαθάριζε μια και καλή το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας και των «γκρίζων ζωνών» με την όμορη Τουρκία.
Μια άλλη πρόταση που έχει ήδη πέσει στο τραπέζι και συζητά σοβαρά η αγορά, είναι ο δανεισμός του κράτους με εγγύηση τη δημόσια γη. Στο πακέτο περιλαμβάνονται και προτάσεις αξιοποίησής της με ποικίλους τρόπους, από θεματικά πάρκα μέχρι ιδιωτικά θέρετρα. Σε αυτή την περίπτωση η γη θα δεσμευτεί εξαρχής από τους επενδυτές προς αξιοποίηση μέχρις ότου το κράτος αποπληρώσει τις υποχρεώσεις του.
Fast track υψηλής όχλησης
4)Η εφαρμογή καθεστώτος Fast track για ιδιωτικές επενδύσεις στον ελληνικό χώρο. Αυτό σημαίνει την αξιοποίηση της Ελλάδας για ιδιωτικές επενδύσεις υψηλής όχλησης για το περιβάλλον και την κοινωνία. Πρόκειται για επενδύσεις, των οποίων κανονικά η εθνική νομοθεσία θα απαγόρευε ρητά την υλοποίηση για λόγους δημόσιας υγείας, προστασίας του περιβάλλοντος ή ωμής παραβίασης των ανθρωπίνων και εργατικών δικαιωμάτων.
Η νομοθεσία Fast track ψηφίστηκε ήδη το προηγούμενο καλοκαίρι από την κυβέρνηση Καραμανλή και τη συμπλήρωσε ο περιβόητος κ. Παμπούκης.
Παράκαμψη
Με βάση αυτόν τον νόμο, οι προσφυγές πολιτών αλλά και οι αποφάσεις των δικαστηρίων μπορούν να παρακάμπτονται ως «γραφειοκρατικά εμπόδια» προκειμένου να προχωρήσουν αυτές οι επενδύσεις γρήγορα. Στη διεθνή αγορά σήμερα ακμάζει η έκδοση ομολόγων για την υποστήριξη της βιομηχανίας μεταποίησης πυρηνικών και τοξικών αποβλήτων.
Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με δημοσιεύματα του διεθνούς Τύπου αλλά και πληροφορίες από την αγορά, η επίσκεψη του Νετανιάχου, πρωθυπουργού του Ισραήλ, συνοδεύτηκε από επιχειρηματικές συμφωνίες που αφορούν και τον τομέα της ενέργειας. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για την εναπόθεση σε ελληνικό έδαφος πυρηνικών και τοξικών αποβλήτων από το Ισραήλ. Οι πληροφορίες λένε ότι οι περιοχές εναπόθεσης προετοιμάζονται ήδη στη Βόρεια Ελλάδα και ειδικότερα στη Μακεδονία και τη Θράκη.
Θα πουλάνε στην Ελλάδα τον πλούτο της
5) Η εκχώρηση των πιο σημαντικών πλουτοπαραγωγικών πόρων της χώρας. Σ' αυτούς εντάσσεται πρώτα και κύρια ο ορυκτός πλούτος. Τον Φεβρουάριο του 2010 στο Λονδίνο έγινε άτυπη σύσκεψη επενδυτών, όπου, σύμφωνα με πληροφορίες, υπήρξε ενδιαφέρον για την ιδιωτική αξιοποίηση των ορυκτών αποθεμάτων της Ελλάδας. Για τον σκοπό αυτόν προτάθηκε να συσταθούν εταιρείες με έδρα το Μπαχρέιν, τα Αραβικά Εμιράτα κ.α. Αυτού του τύπου τις επενδύσεις προτίθεται να προσελκύσει το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης. Ιδιώτες κερδοσκόπους που θα αναλάβουν να πουλούν στην Ελλάδα τον δικό της φυσικό πλούτο. Αν και το κύριο ενδιαφέρον επικεντρώνεται στα γνωστά, αλλά και στα πιθανά κοιτάσματα υδρογονανθράκων στο Αιγαίο και αλλού. Ενδιαφέρον γι' αυτά εκδηλώνουν κατά κύριο λόγο αμερικανικές εταιρείες, που θεωρούν ότι σ' αυτό το επίπεδο της διεθνούς τιμής του πετρελαίου, αλλά και στην προοπτική ανόδου της, ακόμη και κοιτάσματα που είχαν εκτιμηθεί παλιότερα ως ασύμφορα προς εκμετάλλευση, σήμερα κρίνονται διαφορετικά.
Αυτό συμβαίνει ήδη με την οργανωμένη παραγωγική αποδυνάμωση της ΔΕΗ, της οποίας η ηλεκτροπαραγωγή έχει υποστεί καθίζηση άνω του 10% τους τελευταίους μήνες. Κάτι που οφείλεται πρώτα και κύρια στη διάλυση της λιγνιτοπαραγωγής. Η Ελλάδα προγραμματίζεται να μετατραπεί σε ενεργειακά εξαρτώμενη χώρα, με τις βασικές υποδομές της ηλεκτροπαραγωγής ιδιωτικοποιημένες.
Ήδη το θέμα των μεγάλων υδροηλεκτρικών εγκαταστάσεων της ΔΕΗ έχει μπει στο τραπέζι της συναλλαγής με ιδιωτικά κυκλώματα. Κάτι που συνδέεται άμεσα και με την ιδιωτικοποίηση του νερού που ετοιμάζει για το 2011 η κυβέρνηση, η οποία βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις με μεγάλες πολυεθνικές. Μια από αυτές είναι η γνωστή μας Bechtel, που έχει αφήσει ιστορία με την ιδιωτικοποίηση του νερού στη Λατινική Αμερική. Φυσικά, επειδή υπάρχουν πολλά μεσιτικά, μαύρο χρήμα, αλλά και πολιτικά ενδιαφερόμενοι για ένα τόσο μεγάλο η ιδιωτικοποίηση θα προχωρήσει μέσα από ενδιάμεσα επιχειρηματικά σχήματα.
Παραχώρηση αιγιαλού
6) Η ιδιωτικοποίηση ολόκληρων περιφερειών της χώρας, όπως συμβαίνει εδώ και χρόνια σε μια σειρά υπερχρεωμένων χωρών της Λατινικής Αμερικής και της Αφρικής, όπου εκχωρείται σε πολυεθνικές ή σε διεθνείς οίκους η διαχείριση και εκμετάλλευση περιοχών ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για την παγκόσμια αγορά. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι στο Σχέδιο Νόμου του Μεσοπρόθεσμου, ειδικά στο Κεφάλαιο Β με τίτλο «Πολεοδομική Ωρίμανση και Επενδυτική Ταυτότητα Δημόσιων Ακινήτων και λοιπές ρυθμίσεις για την αξιοποίηση της Δημόσιας Περιουσίας», δεν προβλέπεται μόνο η κατάργηση κάθε έννοιας περιβαλλοντικής και αρχαιολογικής προστασίας χώρων, μνημείων και περιοχών, αλλά ακόμη και η «Παραχώρηση χρήσης αιγιαλού και παραλίας».
Τα πάντα σε γενικευμένη εκποίηση. Όταν μια χώρα έχει παραδοθεί στο χειρότερο οικονομικό καθεστώς κατοχής στην Ιστορία της, είναι μάλλον αστείο να μιλά κανείς για εθνική κυριαρχία και προάσπιση των συμφερόντων της.
Βρέθηκε επιτέλους στο στοιχείο του ο κ. Βενιζέλος. Με τον εφαρμοστικό νόμο για την ίδρυση Ταμείου Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου, επιχειρείται να νομιμοποιηθεί το μεγαλύτερο σκάνδαλο τουλάχιστον της μεταπολεμικής περιόδου στην Ελλάδα. Το γενικευμένο ξεπούλημα της χώρας.
Το Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου μοιάζει ιδιαίτερα με το αντίστοιχο Ταμείο που ιδρύθηκε από τον καγκελάριο Κολ για τη μαζική εκποίηση της δημόσιας περιουσίας της προσαρτημένης Γερμανικής Λαϊκής Δημοκρατίας. Το συγκεκριμένο Ταμείο (Τρόιχαντ) αποτέλεσε ένα από τα μεγαλύτερα οικονομικά και πολιτικά σκάνδαλα της Γερμανίας στα μέσα της δεκαετίας του '90, που παραλίγο να καταβαραθρώσει τον Κολ και το κόμμα του. Ο πρώτος πρόεδρός του δολοφονήθηκε επίσημα από τρομοκρατικό χτύπημα, αλλά ανεπίσημα από το οργανωμένο έγκλημα, το οποίο είχε αναπτύξει στενότατες σχέσεις με το συγκεκριμένο ίδρυμα. Όταν αυτό διαλύθηκε στα 1995, η τότε πρόεδρός του Μπρόιλερ παραδέχτηκε ότι ειδικά στα προσαρτημένα κρατίδια της άλλοτε ΓΛΔ ήταν «το πλέον μισητό ίδρυμα»!
Το γερμανικό... μοντέλο
Να ποια ήταν τα κατορθώματα του Τρόιχαντ: Στα μέσα του 1990, υπήρχαν στη ΓΛΔ γύρω στα 9.000.000 επαγγελματικά απασχολούμενοι, ανάμεσα στους οποίους 3,5 - 4 εκατομμύρια σε κρατικές επιχειρήσεις, που περιήλθαν στη διαχείριση του Τρόιχαντ. Στα τέλη του 1994, οι ιδιωτικοποιημένες στο μεταξύ επιχειρήσεις απασχολούσαν περί τα 1,4 εκατομμύρια προσωπικό. Σύμφωνα με έρευνες: Από τους απολυμένους εργάτες, τεχνικούς και επιστήμονες των επιχειρήσεων, ο ένας στους τέσσερις έμεινε άνεργος, μερικοί συμπεριλήφθηκαν σε προσωρινά μέτρα δημιουργίας εργασιακών σχέσεων και πολλοί - ικανοί ακόμα για δουλειά - αναγκάστηκαν να περάσουν σε μειωμένη σύνταξη. Οκτώ χιλιάδες επιχειρήσεις παραδόθηκαν σε προηγούμενους ιδιοκτήτες, ενώ 3.700 επιχειρήσεις διαλύθηκαν με το δικαιολογητικό ότι δεν συνέφερε ο εκσυγχρονισμός τους. Οι νέοι ιδιοκτήτες είχαν αναλάβει υποχρέωση να επενδύσουν 142 δισ. μάρκα, που ποτέ δεν τήρησαν. Σαράντα δύο χιλιάδες ακίνητα (σε σύνολο 104.000) επιστράφηκαν σε παλιούς ιδιοκτήτες, ενώ 62.000 οικόπεδα πουλήθηκαν κοψοχρονιά. Μαζί με 1.500.000 εκτάρια χωραφιών και λιβαδιών, όπως και 770.000 εκτάρια δασών, καθώς επίσης και η διαχείριση της περιουσίας των επιχειρήσεων εξωτερικού εμπορίου της ΓΛΔ. Το Τρόιχαντ έκλεισε με χρέος 270 δισ. μάρκων, που ανέλαβε το ομοσπονδιακό κράτος να πληρώσει.
Σύμφωνα με τον ίδιο τον γερμανικό Τύπο, το Τρόιχαντ υπήρξε το πιο διεφθαρμένο, διαπλεκόμενο ακόμη και με το οργανωμένο έγκλημα, ίδρυμα που υπήρξε ποτέ στο έδαφος της Γερμανίας από την εποχή του χιτλερισμού. Όμως αυτό το γερμανικό μοντέλο είναι που οι «Ιππότες της Αποκαλύψεως» στην Ελλάδα έθεσαν εξαρχής ως πρότυπό τους. Να τι μας έλεγε ένας από τους πρυτάνεις της διατεταγμένης δημοσιογραφίας, ο κ. Πρετεντέρης, στα «Νέα», 16.5: «Όταν η Γερμανία ενώθηκε ξανά το 1990, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση βρέθηκε με όλα τα σκουπίδια μιας κομμουνιστικής χώρας στα χέρια της. Τι έκανε; Έφτιαξε έναν ανεξάρτητο οργανισμό, την Τρόιχαντανσταλτ, και του ανέθεσε να καθαρίσει το θέμα. Αποτέλεσμα; Γερμανικού τύπου. Μέσα σε τέσσερα χρόνια η Τρόιχαντ αναδιάρθρωσε, πούλησε ή έκλεισε 8.500 κρατικές επιχειρήσεις της Ανατολικής Γερμανίας και παραχώρησε σε ιδιώτες 25 εκατ. στρέμματα γης. Μπορεί να εφαρμοστεί αυτό το μοντέλο και στην Ελλάδα; Από τη στιγμή που είμαστε η τελευταία κομμουνιστική χώρα της Ευρώπης, δεν βλέπω γιατί όχι».
Το θέμα δεν είναι μόνο ότι ο εν λόγω κύριος «ξεχνά» ορισμένες λεπτομέρειες της δράσης του Τρόιχαντ, ούτε βέβαια το γεγονός ότι κατ' αυτόν η Ελλάδα είναι η «τελευταία κομμουνιστική χώρα της Ευρώπης» υπό την εξουσία των δικών του αφεντικών. Αυτό που κάνει εντύπωση είναι το θράσος και η χυδαιότητα.
Αμέσως μετά, λες και πήρε γραμμή από τον Πρετεντέρη, βγήκε και ο Γιούνκερ. Ισχυρότατες πιέσεις για την αυστηρή εφαρμογή των μέτρων που έχει ανακοινώσει η κυβέρνηση ασκούν οι Ευρωπαίοι, σύμφωνα πάλι με τα «Νέα» (23.5). Ο πρόεδρος του Eurogroup Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ ζητά να προχωρήσουν αμέσως οι ιδιωτικοποιήσεις, τις οποίες η Ε.Ε. θα παρακολουθεί στενά, «σαν να τις κάναμε εμείς οι ίδιοι», όπως λέει. Επίσης έθεσε το θέμα της διακομματικής συναίνεσης για να προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις. Συγκεκριμένα, ο Γιούνκερ ζητά από την Ελλάδα να δημιουργηθεί ανεξάρτητο ίδρυμα ιδιωτικοποιήσεων, όπως αυτό που είχε συγκροτηθεί για την ιδιωτικοποίηση της κρατικής περιουσίας της πρώην Ανατολικής Γερμανίας μετά την επανένωση. Όπως είπε μάλιστα στο γερμανικό περιοδικό «Der Spiegel», το ίδρυμα αυτό μπορεί να έχει στελέχη και ξένους ειδικούς.
Κι όπως ήταν φυσικό, ανταποκρίθηκε αμέσως η κυβέρνηση. «Ουσιαστικά αποφασίστηκε η αποσοβιετοποίηση του κράτους και η δημιουργία ενός νέου ισχυρού οικονομικού προτύπου με χαρακτηριστικά του την εξωστρέφεια, τον δυναμισμό και την καινοτομία» τόνισε Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, μιλώντας τη Δευτέρα (24.5) στην ανοιχτή γενική συνέλευση του Συνδέσμου Βιομηχανιών Βορείου Ελλάδος και τονίζοντας μεταξύ άλλων ότι λήφθηκαν «δύσκολες αλλά κρίσιμες αποφάσεις».
Το ελληνικό Τρόιχαντ
Σκέψεις μεγάλων ανδρών που συναντώνται ή υπόγειες διαδρομές και ταυτίσεις μεγάλων συμφερόντων; Προφανώς το δεύτερο. Έτσι μας προέκυψε το δικό μας Τρόιχαντ, που μπορεί να ονομάζεται Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου, αλλά στη δικαιοδοσία του μπορεί να περιέλθει το σύνολο της δημόσιας περιουσίας με απλή απόφαση υπουργού, με μοναδικό σκοπό την εκποίηση. Πού θα πάνε οι εισπράξεις από το ξεπούλημα; Μα πού αλλού; Στους δανειστές. Όπως λέει ο ίδιος ο νόμος: «Το προϊόν αξιοποίησης χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την αποπληρωμή του δημοσίου χρέους της χώρας».
Οι μέθοδοι, με βάση τις οποίες θα ξεπουληθεί το Δημόσιο και η χώρα, είναι οι εξής:
1)Η τιτλοποίηση των βασικών χρηματικών ροών του ελληνικού κράτους. Αυτό σημαίνει ότι μια σειρά σταθερών χρηματικών ροών του Δημοσίου (δημόσια έσοδα) θα δεσμευτούν από τράπεζες και αγορές προκειμένου να εκδοθούν ομόλογα που θα βοηθήσουν το κράτος να συνεχίσει να εξυπηρετεί τα δάνειά του. Η τιτλοποίηση αυτή δεν γνωρίζει όρια. Πρακτικά όλα τα πραγματικά και εν δυνάμει έσοδα του Δημοσίου μπορούν να τιτλοποιηθούν.
Για παράδειγμα, μια ιδέα που αρέσει ιδιαίτερα στις αγορές είναι η παλιά σκέψη του υπουργού Οικονομίας των κυβερνήσεων Σημίτη, Νίκου Χριστοδουλάκη, ο οποίος είχε θελήσει να τιτλοποιήσει τα έσοδα από την Ακρόπολη.
Τα πιο σημαντικά αρχαιολογικά και τουριστικά αξιοθέατα της χώρας είναι πρώτα στις λίστες των διεθνών επενδυτών για τέτοιου τύπου συμφωνίες (business deals). Φυσικά σε μια τέτοια περίπτωση μπορεί η τυπική κυριότητα να παραμένει στο ελληνικό Δημόσιο, αλλά ο επενδυτής έχει καθοριστικό λόγο στην αξιοποίηση του τιτλοποιημένου παγίου, ώστε να εισπράξει τουλάχιστον αυτά που του έχουν υποσχεθεί.
2) Η μετοχοποίηση του Δημοσίου, των οργανισμών και των υπηρεσιών του. Αυτό που ζητούν επισταμένα οι συντελεστές του σχεδίου εκποίησης της χώρας είναι όχι μόνο η διάθεση του πακέτου των μετοχών που κατέχει το Δημόσιο, αλλά και η δημιουργία εταιρειών χαρτοφυλακίου στις οποίες θα ανατεθεί η διαχείριση δημόσιων οργανισμών, υποδομών και παρεχομένων υπηρεσιών.
Τυπικό παράδειγμα, η ανακοινωθείσα από την κυβέρνηση εταιρεία χαρτοφυλακίου (holding) που θα αναλάβει τα λιμάνια του Πειραιά, της Ελευσίνας, του Λαυρίου και της Ραφήνας. Οι εταιρείες αυτές διεθνώς στήνονται για δυο λόγους:
♦ Πρώτον, επιτρέπουν την ιδιωτικοποίηση της διαχείρισης και αξιοποίησης υποδομών, οργανισμών και έργων με μόνη την παραχώρηση ενός πακέτου μετοχών σε ιδιώτες με συμφωνίες συχνά κάτω από το τραπέζι.
♦ Δεύτερον, συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον των πιο κερδοσκοπικών κεφαλαίων διεθνώς, που αποβλέπουν σε μια γρήγορη μπάζα παίζοντας με τη χρηματιστική αξία της επένδυσης και όχι με το όποιο τυχόν επιχειρηματικό κέρδος. Η πράξη έχει αποδείξει ότι οι εταιρείες αυτές, μαζί με τις υπεράκτιες εταιρείες (Offshore), είναι οι καλύτεροι τρόποι ξεπλύματος πολιτικού και μη χρήματος διεθνώς. Ενώ μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε κάθε μορφή επένδυσης.
Στις υπερχρεωμένες χώρες της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής εταιρείες Ηolding, μέσω των οποίων το κράτος εγγυάται τα κέρδη των ιδιωτών επενδυτών, χτίζονται νοσοκομεία, σχολεία, δρόμοι, αεροδρόμια, λιμάνια κ.ο.κ.
Άλλωστε αυτό είναι το περιεχόμενο της στρατηγικής συμφωνίας με την Κίνα, η οποία δεν ήρθε να επενδύσει, ούτε καν σε υποδομές. Ήρθε να εξασφαλίσει διευκολύνσεις σε υπάρχουσες υποδομές - λιμάνια, οδικές μεταφορές, σιδηρόδρομο - προκειμένου να διευκολυνθεί η μεταφορά των εμπορευμάτων της στην καρδιά της ευρωζώνης. Η χώρα με τη συμφωνία αυτή εκχωρεί τις βασικές της υποδομές για να γίνει μεταπράτης της διεθνούς κίνησης εμπορευμάτων.
3) Η εκποίηση της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου, την οποία οι εκτιμήσεις της αγοράς ανεβάζουν στα 280 ή και 300 δισ. ευρώ. Κι εδώ δεν πρόκειται απλώς για κτήρια και εγκαταστάσεις που ανήκουν στο Δημόσιο, αλλά και για το σύνολο της δημόσιας περιουσίας. Εδώ εντάσσεται και η απαίτηση για πώληση των ακατοίκητων νησιών της χώρας, η οποία δεν είναι τωρινή πρόταση.
Αυτός που πρώτος την έθεσε στο τραπέζι ήταν ο Στ. Μάνος ως υπουργός της κυβέρνησης Μητσοτάκη, ο οποίος θεώρησε ότι έτσι όχι μόνο θα εισέρρεαν λεφτά για τους δανειστές, αλλά θα ξεκαθάριζε μια και καλή το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας και των «γκρίζων ζωνών» με την όμορη Τουρκία.
Μια άλλη πρόταση που έχει ήδη πέσει στο τραπέζι και συζητά σοβαρά η αγορά, είναι ο δανεισμός του κράτους με εγγύηση τη δημόσια γη. Στο πακέτο περιλαμβάνονται και προτάσεις αξιοποίησής της με ποικίλους τρόπους, από θεματικά πάρκα μέχρι ιδιωτικά θέρετρα. Σε αυτή την περίπτωση η γη θα δεσμευτεί εξαρχής από τους επενδυτές προς αξιοποίηση μέχρις ότου το κράτος αποπληρώσει τις υποχρεώσεις του.
Fast track υψηλής όχλησης
4)Η εφαρμογή καθεστώτος Fast track για ιδιωτικές επενδύσεις στον ελληνικό χώρο. Αυτό σημαίνει την αξιοποίηση της Ελλάδας για ιδιωτικές επενδύσεις υψηλής όχλησης για το περιβάλλον και την κοινωνία. Πρόκειται για επενδύσεις, των οποίων κανονικά η εθνική νομοθεσία θα απαγόρευε ρητά την υλοποίηση για λόγους δημόσιας υγείας, προστασίας του περιβάλλοντος ή ωμής παραβίασης των ανθρωπίνων και εργατικών δικαιωμάτων.
Η νομοθεσία Fast track ψηφίστηκε ήδη το προηγούμενο καλοκαίρι από την κυβέρνηση Καραμανλή και τη συμπλήρωσε ο περιβόητος κ. Παμπούκης.
Παράκαμψη
Με βάση αυτόν τον νόμο, οι προσφυγές πολιτών αλλά και οι αποφάσεις των δικαστηρίων μπορούν να παρακάμπτονται ως «γραφειοκρατικά εμπόδια» προκειμένου να προχωρήσουν αυτές οι επενδύσεις γρήγορα. Στη διεθνή αγορά σήμερα ακμάζει η έκδοση ομολόγων για την υποστήριξη της βιομηχανίας μεταποίησης πυρηνικών και τοξικών αποβλήτων.
Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με δημοσιεύματα του διεθνούς Τύπου αλλά και πληροφορίες από την αγορά, η επίσκεψη του Νετανιάχου, πρωθυπουργού του Ισραήλ, συνοδεύτηκε από επιχειρηματικές συμφωνίες που αφορούν και τον τομέα της ενέργειας. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για την εναπόθεση σε ελληνικό έδαφος πυρηνικών και τοξικών αποβλήτων από το Ισραήλ. Οι πληροφορίες λένε ότι οι περιοχές εναπόθεσης προετοιμάζονται ήδη στη Βόρεια Ελλάδα και ειδικότερα στη Μακεδονία και τη Θράκη.
Θα πουλάνε στην Ελλάδα τον πλούτο της
5) Η εκχώρηση των πιο σημαντικών πλουτοπαραγωγικών πόρων της χώρας. Σ' αυτούς εντάσσεται πρώτα και κύρια ο ορυκτός πλούτος. Τον Φεβρουάριο του 2010 στο Λονδίνο έγινε άτυπη σύσκεψη επενδυτών, όπου, σύμφωνα με πληροφορίες, υπήρξε ενδιαφέρον για την ιδιωτική αξιοποίηση των ορυκτών αποθεμάτων της Ελλάδας. Για τον σκοπό αυτόν προτάθηκε να συσταθούν εταιρείες με έδρα το Μπαχρέιν, τα Αραβικά Εμιράτα κ.α. Αυτού του τύπου τις επενδύσεις προτίθεται να προσελκύσει το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης. Ιδιώτες κερδοσκόπους που θα αναλάβουν να πουλούν στην Ελλάδα τον δικό της φυσικό πλούτο. Αν και το κύριο ενδιαφέρον επικεντρώνεται στα γνωστά, αλλά και στα πιθανά κοιτάσματα υδρογονανθράκων στο Αιγαίο και αλλού. Ενδιαφέρον γι' αυτά εκδηλώνουν κατά κύριο λόγο αμερικανικές εταιρείες, που θεωρούν ότι σ' αυτό το επίπεδο της διεθνούς τιμής του πετρελαίου, αλλά και στην προοπτική ανόδου της, ακόμη και κοιτάσματα που είχαν εκτιμηθεί παλιότερα ως ασύμφορα προς εκμετάλλευση, σήμερα κρίνονται διαφορετικά.
Αυτό συμβαίνει ήδη με την οργανωμένη παραγωγική αποδυνάμωση της ΔΕΗ, της οποίας η ηλεκτροπαραγωγή έχει υποστεί καθίζηση άνω του 10% τους τελευταίους μήνες. Κάτι που οφείλεται πρώτα και κύρια στη διάλυση της λιγνιτοπαραγωγής. Η Ελλάδα προγραμματίζεται να μετατραπεί σε ενεργειακά εξαρτώμενη χώρα, με τις βασικές υποδομές της ηλεκτροπαραγωγής ιδιωτικοποιημένες.
Ήδη το θέμα των μεγάλων υδροηλεκτρικών εγκαταστάσεων της ΔΕΗ έχει μπει στο τραπέζι της συναλλαγής με ιδιωτικά κυκλώματα. Κάτι που συνδέεται άμεσα και με την ιδιωτικοποίηση του νερού που ετοιμάζει για το 2011 η κυβέρνηση, η οποία βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις με μεγάλες πολυεθνικές. Μια από αυτές είναι η γνωστή μας Bechtel, που έχει αφήσει ιστορία με την ιδιωτικοποίηση του νερού στη Λατινική Αμερική. Φυσικά, επειδή υπάρχουν πολλά μεσιτικά, μαύρο χρήμα, αλλά και πολιτικά ενδιαφερόμενοι για ένα τόσο μεγάλο η ιδιωτικοποίηση θα προχωρήσει μέσα από ενδιάμεσα επιχειρηματικά σχήματα.
Παραχώρηση αιγιαλού
6) Η ιδιωτικοποίηση ολόκληρων περιφερειών της χώρας, όπως συμβαίνει εδώ και χρόνια σε μια σειρά υπερχρεωμένων χωρών της Λατινικής Αμερικής και της Αφρικής, όπου εκχωρείται σε πολυεθνικές ή σε διεθνείς οίκους η διαχείριση και εκμετάλλευση περιοχών ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για την παγκόσμια αγορά. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι στο Σχέδιο Νόμου του Μεσοπρόθεσμου, ειδικά στο Κεφάλαιο Β με τίτλο «Πολεοδομική Ωρίμανση και Επενδυτική Ταυτότητα Δημόσιων Ακινήτων και λοιπές ρυθμίσεις για την αξιοποίηση της Δημόσιας Περιουσίας», δεν προβλέπεται μόνο η κατάργηση κάθε έννοιας περιβαλλοντικής και αρχαιολογικής προστασίας χώρων, μνημείων και περιοχών, αλλά ακόμη και η «Παραχώρηση χρήσης αιγιαλού και παραλίας».
Τα πάντα σε γενικευμένη εκποίηση. Όταν μια χώρα έχει παραδοθεί στο χειρότερο οικονομικό καθεστώς κατοχής στην Ιστορία της, είναι μάλλον αστείο να μιλά κανείς για εθνική κυριαρχία και προάσπιση των συμφερόντων της.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)