| Για τα αποτελέσματα της Συνόδου Κορυφής |
| Του Σπύρου Λαπατσιώρα |
1) Το κοινό πρόβλημα που υπόκειται των αποφάσεων της Συνόδου Κορυφής δεν είναι η «διάσωση του ευρώ και της ευρωζώνης», αλλά ο πολιτικά εφικτός τρόπος αλλαγής του «ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου». Οι πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα σηματοδότησαν το τέλος της μορφής που είχε ως τώρα η διαχείριση της κρίσης στην Ευρωζώνη. Η αδυναμία της κυβέρνησης Μόντι να ακολουθήσει μία παρόμοια τροχιά με την κυβέρνηση της Ελλάδας είχε προεξοφληθεί από τις εκλογές της 6ης Μάη και τις δημοτικές εκλογές της Ιταλίας. Συγχρόνως, ο κύκλος ύφεση -> αδυνάτισμα τραπεζών -> χρέος οδήγησε σε υψηλά επίπεδα επιτοκίων την Ισπανία και την Ιταλία. Αυτά τα δύο, πολιτικός κίνδυνος διάδοσης του ελληνικού φαινομένου και ο κύκλος ύφεσης-αναγκών χρηματοδότησης (τραπεζών και δημοσίου) απαιτούσε μία άλλη προσέγγιση, η αναγκαιότητα της οποίας είχε ήδη αρχίσει να διαφαίνεται από τον Αύγουστο του 2011. 2) Η απόφαση της Συνόδου Κορυφής αποτελεί άλλη μία απόφαση όπου ο στρατηγικός στόχος (η εμβάθυνση του νεοφιλελευθερισμού) υπηρετεί τις ανάγκες που δημιουργεί, ενσωματώνοντας, με κατάλληλη για το στόχο μορφή, «ασύμβατες» μέχρι τώρα αρχές (όπως είναι η από κοινού εγγύηση χρέους των κρατών μελών). Η απόφαση της Συνόδου σπάζει το δεσμό «εθνικό δημόσιο χρέος και ανάγκες εθνικών τραπεζών» και καθιστά αμοιβαίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο τις ανάγκες κεφαλαιοποίησης των τραπεζών κάθε κράτους μέλους. Αυτή η απόφαση συνιστά, αφενός μεν, μία αναγνώριση της ανάγκης της από κοινού ανάληψης και εγγύησης των χρεών (στη συγκεκριμένη περίπτωση των εθνικών τραπεζικών συστημάτων), αφετέρου δε, μία αλλαγή στη μορφή με την οποία θα ασκείται ο μηχανισμός της χρηματοδότησης. Μέχρι τώρα, ο μηχανισμός αυτός απαιτούσε την εκπλήρωση συγκεκριμένων όρων -conditionality- για τη συνέχιση της χρηματοδότησης και υπογραφόταν είτε μεταξύ της εκάστοτε κυβέρνησης και της τρόικα είτε, πιο περιορισμένα, μεταξύ του EFSF/ESM και τη εκάστοτε κυβέρνησης. Τώρα, αντί να υπάρχει μία τρόικα και ένα μνημόνιο το οποίο θα δεσμεύει με αυστηρό τρόπο κάθε κράτος μέλος για να καλυφθούν εν συνόλω οι ανάγκες χρηματοδότησής του, ο νέος μηχανισμός θα είναι πιο ευέλικτος. Διαχωρίζονται, έτσι, οι ανάγκες χρηματοδότησης του τραπεζικού συστήματος από τις ανάγκες του δημοσίου. Ο μηχανισμός εποπτείας μεταφέρεται στην ΕΚΤ και γίνεται πιο ευέλικτος (τους προηγούμενους δύο μήνες έχουν κυκλοφορήσει πολλά σχέδια για το πώς θα μπορούσε η ΕΚΤ, με κατάλληλους μηχανισμούς ελέγχου, να απαιτεί συμμόρφωση ακόμη και σε εβδομαδιαία βάση, ενώ ακόμη θυμόμαστε την επιστολή στον Μπερλουσκόνι για τα μέτρα που θα έπρεπε να πάρει ώστε να συνδράμει η ΕΚΤ στις ανάγκες της αγοράς ιταλικών ομολόγων). Με δεδομένη την ύφεση που προκαλούν οι πολιτικές λιτότητας και την επίδραση που έχει αυτή στις ανάγκες χρηματοδότησης τόσο του τραπεζικού όσο και του δημοσίου τομέα, η νέα μορφή ελέγχου και πιστοποίησης των καλών πολιτικών μεταφέρεται σε ένα μηχανισμό ο οποίος είναι πιο αδιαφανής, με θεσμικά κατοχυρωμένο το νεοφιλελευθερισμό (ο στόχος της ΕΚΤ είναι μόνο ο πληθωρισμός), μη-δημοκρατικό (για παράδειγμα, δεν είναι υπόλογη στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο, ούτε μπορούν να αντικατασταθούν τα ανώτατα στελέχη της). Όπως τουλάχιστον φαίνεται να προκρίνει η απόφαση της Συνόδου Κορυφής, αντίβαρο στις συμφωνίες που θα τίθενται προς υπογραφή και υλοποίηση (σε πιο συχνή βάση από ό,τι συνέβαινε με αυτές της τρόικα), θα είναι η δεινή κατάσταση των τραπεζών των ευρωπαϊκών κρατών, η ίδια δε η απόφαση δημιουργεί κοινή ευρωπαϊκή μορφή εγγύησης και ανάληψης χρέους. Με άλλα λόγια, ο ήδη συγκεντρωμένος συστημικός κίνδυνος και η μεγαλύτερη διάχυσή του, μέσω της συγκέντρωσής του σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αποτελεί ένα στοιχείο που καθορίζει το εύρος που μπορεί να πάρει η πολιτική αντιπαράθεση μεταξύ των κρατών-μελών και η ίδια η επιχείρηση εμβάθυνσης του νεοφιλελευθερισμού. 3) Στην Σύνοδο Κορυφής δεν υπάρχει νίκη της Ισπανίας και της Ιταλίας επί της Γερμανίας. Το τραπεζικό σχέδιο που ανακοινώνει η απόφαση είναι σχέδιο που συζητείται αρκετό καιρό. Ας σκεφτούμε απλά: οι πολιτικά αδυνατισμένες νεοσύστατες κυβερνήσεις της Ισπανίας και της Ιταλίας (σύντομα απονομιμοποιημένες από τις συνέπειες της πολιτικής τους) έπρεπε να εξασφαλίσουν χρηματοδότηση χωρίς συνθήκες Ελλάδας, για να ενισχύσουν το όποιο πολιτικό κύρος τους - αλλιώς θα απονομιμοποιούνταν ταχύτατα, εντός εβδομάδων. Η σκηνή της «σύγκρουσης» απαιτείται πολιτικά, ώστε να μη φανεί ότι οι κυβερνήσεις αυτές υποκύπτουν σε εξωτερικούς όρους. Η μορφή (εποπτεία της ΕΚΤ) βοηθά σε αυτό, εφόσον οι όροι που θα τίθενται θα είναι πιο «σκοτεινοί». Άλλωστε προβλέπεται από την απόφαση της Συνόδου Κορυφής, ότι οι όροι που θα τίθενται για τη χρηματοδότηση, στο μνημόνιο κατανόησης που θα υπογράφεται, θα εξειδικεύονται είτε σε επίπεδο επιχείρησης είτε κλάδου είτε συνόλου οικονομίας, και θα επιβραβεύονται τα «καλά παιδιά». 4) Η συμφωνία έχει διάφορα αδύνατα ή σκοτεινά σημεία. Πρώτο: προβλέπεται χρόνος για να τεθεί σε εφαρμογή. Δεύτερο: προβλέπεται εξειδίκευση των όρων που δεν είναι δεδομένη (π.χ., με τι πλαίσιο εκκαθαρίζονται οι τράπεζες, ποιες θα είναι οι λεπτομέρειες των μνημονίων και των όρων χρηματοδότησης, πώς ακριβώς θα γίνεται ο έλεγχος, με ποιες κυρώσεις κλπ). Τρίτο: δίνει αρκετές λειτουργίες στο ESM χωρίς να έχει την αντίστοιχη χρηματοδότηση (και να σκεφτούμε ότι σε αυτό θα συνεισφέρουν και χώρες όπως η Ελλάδα). Η εμπλοκή της ΕΚΤ στο μηχανισμό αυτόν δεν είναι σαφής. 5) Ο ρόλος της ΕΚΤ αναβαθμίζεται και η ίδια συγκεντρώνει μεγάλη εξουσία. Αποκτά χαρακτηριστικά δανειστή ύστατη ανάγκης. Ως μη δημοκρατικό όργανο με υπερεξουσίες, μπορεί να θέτει όρους για την ανακεφαλαιοποίηση και την ενίσχυση του εθνικού τραπεζικού συστήματος, αναλαμβάνοντας μέρος της πίεσης που ασκείται στις εθνικές κυβερνήσεις που ως τώρα έθεταν όρους (π.χ. Γερμανία) 6) Η πίεση σε Ισπανία και Ιταλία θα αλλάξει μορφή και θα συνεχιστεί. Η ύφεση, η οποία προκαλείται από τις πολιτικές λιτότητας, θα συνεχίζει να δημιουργεί τα αποτελέσματά της. Να σημειώσουμε εδώ ότι δεν είναι εντελώς καινούργιο το σημείο της απόφασης για αγορά ομολόγων από το ESM. Οι αγορές ομολόγων στην πρωτογενή και δευτερογενή αγορά έχουν γίνει από το EFSF με μνημόνιο κατανόησης που έχει λιγότερο αυστηρούς όρους από ένα πρόγραμμα α λα τρόικα. Επίσης, η ενίσχυση του ρόλου του EFSF/ESM στην αγορά ομολόγων μπορεί να σημαίνει μείωση της εμπλοκής της ΕΚΤ. Δεν είναι σαφές τι σημαίνει αυτό το σημείο της απόφασης. 7) Η μορφή και ο ακριβής μηχανισμός εποπτείας του τραπεζικού συστήματος είναι αρκετά σημαντικά και δεν εξειδικεύονται. 8) Τα 130 δις. για το «αναπτυξιακό πακέτο» είναι αστεία τόσο λόγω διάρκειας της διαδικασίας εκταμίευσής τους, όσο και ως προς το ύψος του πακέτου για την αντιμετώπιση της ύφεσης. Είναι σχεδόν σίγουρο ότι η ύφεση που δημιουργεί η λιτότητα θα συνεχίσει να κάνει τον κύκλο της. |
Τρίτη 3 Ιουλίου 2012
Για τα αποτελέσματα της Συνόδου Κορυφής Του Σπύρου Λαπατσιώρα
Trash - TV - Χρυσή Αυγή
| Trash - TV - Χρυσή Αυγή |
| Η Χρυσή Αυγή δεν θα πέσει από την τηλεόραση. Η ευρωπαϊκή εμπειρία μάς δείχνει ότι η ανάδυση νεοφασιστικών μορφωμάτων δεν είναι ούτε απλή ούτε πρόσκαιρη υπόθεση |
Της Δέσποινας Παρασκευά-Βελουδογιάννη
Χρειάστηκαν «30 με 40 μεραρχίες», όπως αποκάλεσε ο αρχηγός της Χρυσής Αυγής τους ψηφοφόρους του κόμματος, για να ανοίξει τεράστια κουβέντα σχετικά με τη μιντιακή προβολή του φασιστικού μορφώματος. Και η συζήτηση επιταχύνεται μετά τη live επίθεση του Ηλία Κασιδιάρη στη Λιάνα Κανέλλη και τη Ρένα Δούρου. Τελικά τα ΜΜΕ θα «ξεσκεπάσουν» τον πραγματικό εαυτό των (νεο)ναζί ή θα συμβάλουν στην περαιτέρω εδραίωσή τους; Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Τα ερωτήματα αυτά ήταν από τα πρώτα που προβλημάτισαν τους μη ψηφοφόρους της Χρυσής Αυγής την επομένη των εκλογών, ιδιαίτερα μετά την ανακοίνωση του Ν. Μιχαλολιάκου για το εκλογικό αποτέλεσμα. Η αυθόρμητη αυτή αντίδραση είναι αποκαλυπτική για το γεγονός ότι, έστω και ασυνείδητα, έχει τελικά επικρατήσει η αντίληψη ότι τόπος άσκησης της πολιτικής είναι η μιντιακή και όχι η κοινωνική πραγματικότητα. Όμως κάτω από το τηλεοπτικό χαλί κρύβεται πολλή βρόμα. Η Χρυσή Αυγή, ένα «κίνημα» (όπως χαρακτηριστικά αυτοαποκαλείται) με πυρήνες και τοπικές οργανώσεις σε όλη σχεδόν τη χώρα, δεν είναι –τουλάχιστον ως επί το πλείστον– μιντιακό κατασκεύασμα. Έγινε γνωστή μέσα στις γειτονιές με τη δράση που ανέπτυσσε όλο το προηγούμενο διάστημα. Είναι πλέον διαδεδομένες οι ιστορίες με τις γιαγιάδες που πηγαίνουν με «προστασία» στα ATM ή με τα σπίτια που έχουν καταληφθεί από «λαθρομετανάστες» και που μέσα σε τρεις μέρες παραδίδονται στους ιδιοκτήτες τους «καθαρά και φρεσκοβαμμένα», τα μαχαιρώματα στους δρόμους «για να έχει ασφάλεια ο έλληνας πολίτης». Ο Ρομπέν των Δασών σε έκδοση φασιστοειδούς κατοικεί εδώ και καιρό στην Ελλάδα και μας καλεί να κοιμηθούμε ήσυχοι. Η Χρυσή Αυγή, ούτε λίγο ούτε πολύ, έχει φτιάξει ένα «δίκτυο αλληλεγγύης», αποκορύφωμα του οποίου αποτέλεσαν τα συστηματικά συσσίτια (τα οποία είπαν ότι θα χρηματοδοτήσουν και από την κρατική επιχορήγηση που θα πάρουν ως κοινοβουλευτικό κόμμα), ικανό να δομήσει ισχυρούς δεσμούς με τα εργατικά και κυρίως με τα νέα μικροαστικά στρώματα που πολώνονται βίαια προς τα κάτω. Ιδιαίτερα σημαντική και για την ιδεολογική αναπαραγωγή της είναι φυσικά και η αναπτυσσόμενη παρέμβαση στα σχολεία, ειδικά στο έδαφος της υποχώρησης της άλλοτε κρατούσας ΚΝΕ. Η υλική βοήθεια συνδυασμένη με μπόλικες δόσεις εθνικισμού, τόνωσης της χαμένης εθνικής αξιοπρέπειας και «θετικής προοπτικής» προς τα στρώματα που βρίσκονται (ή έχουν ξεπεράσει) το όριο της κατάθλιψης, και πασπαλισμένη με κορώνες αντισυστημισμού, χάρισε 7% στους σύγχρονους φασίστες, ακόμα και χωρίς τηλεοπτική προβολή και ως εκ τούτου χωρίς προσωποποίηση του Ρομπέν των Δασών (με χαρακτηριστικά τα χιλιάδες ασταύρωτα ψηφοδέλτια, κυρίως στην επαρχία). Η Χ.Α. παιζόταν εδώ και καιρό στα ΜΜΕ… Τα «λεβεντόπαιδα με τις μαύρες μπλούζες», πράγματι, δεν ήταν μόνιμοι θαμώνες τηλεοπτικών πάνελ, όπως το έτερο καλό παιδί του συστήματος, το ΛΑΟΣ, μεγάλο μέρος της αρχικής αποδοχής του οποίου οφειλόταν στη μιντιακή προβολή του. Ήταν, ωστόσο, πανταχού παρόντα, ακόμα και αν δεν φαίνονταν στους δέκτες μας. Ήταν στον πυρήνα της λογικής που ήθελε τους μετανάστες να αποτελούν τον «εσωτερικό εθνικό εχθρό», ήταν οι «αγανακτισμένοι πολίτες» της Πάτρας, ήταν ο εγκέφαλος των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Ήταν η αντίληψη της δημόσιας διαπόμπευσης των οροθετικών που μολύνουν τον «έλληνα οικογενειάρχη», ήταν η βία των δυνάμεων καταστολής ενάντια στο αγωνιζόμενο κίνημα, ήταν το ίδιο το βαθύ κράτος της βίαιης επιβολής και της υφαρπαγής ανύπαρκτης συναίνεσης. Η ΝΔ, το ΠΑΣΟΚ και τα ΜΜΕ καλλιέργησαν το ρατσισμό, τη βία, τη μισαλλοδοξία, φυτεύοντας τη Χρυσή Αυγή στα κεφάλια μας. Το αυγό του φιδιού και η ιδεολογία του επωάζονταν καιρό τώρα στην αστική πρακτική και ρητορεία. Και όλα πήγαιναν καλά στην αρχή, όταν ακόμα και για αριστερούς ψηφοφόρους οι μετανάστες αποτελούσαν το πρόβλημα καθεαυτό, όταν η (άγνωστη στον κόσμο της TV) Χρυσή Αυγή «καθάριζε» τους δρόμους της Αθήνας, όταν, τέλος πάντων, κράτος και παρακράτος συνεργάζονταν με σαφώς κατανεμημένες τις δραστηριότητές τους. Όμως, τα παιχνίδια με τη φωτιά μπορεί να αποβούν μοιραία καμιά φορά. Κι έτσι η κατάσταση ξέφυγε. Η διαφαινόμενη μεγάλη άνοδος της Χρυσής Αυγής πριν από τις εκλογές της 6ης Μάη, που πλέον κατέληγε ενοχλητική για τους πολιτικούς εκφραστές του νεοφιλελευθερισμού, και οι προπηλακισμοί βουλευτών οδήγησαν στα κροκοδείλια δάκρυα Σαμαρά-Βενιζέλου μπροστά στον «υπαρκτό κίνδυνο εκφασισμού της κοινωνίας». Λίγο αργά βέβαια. Τα σκοτεινά μονοπάτια του διαδικτύου Ο εκσυγχρονισμένος φασισμός είναι πιο ολοκληρωμένος από ό,τι νομίζουμε και η οικοδόμηση του κομματικού προφίλ δεν είναι παραμελημένος στόχος. Η Χρυσή Αυγή, εκτός από τη γνωστή εφημερίδα, διαχειρίζεται έναν ευρύ διαδικτυακό ιστό, που περιλαμβάνει από το επίσημο σάιτ μέχρι ιστότοπους των κατά τόπους οργανώσεων, βιντεάκια στο You Tube, παρέμβαση στις σελίδες κοινωνικής δικτύωσης. Το «αποκλεισμένο από τα ΜΜΕ» κόμμα, που το «λασπολογούν» και το «συκοφαντούν» ξέρει και άλλο μονοπάτι, στο οποίο μάλιστα βαδίζει με ιδιαίτερη μαεστρία, καθώς η παρέμβαση μέσω διαδικτύου ευνοεί τη ρητορική «μας φοβούνται-δεν μας παίζουν», αλλά όχι μόνο: η χρήση νέων τεχνολογιών χτυπάει την καρδιά του target group της Χρυσής Αυγής. Οι ηλικίες 35-44 και οι μαθητές που ψήφισαν για πρώτη φορά είναι τα τμήματα του εκλογικού σώματος στα οποία το κόμμα είχε τη μεγαλύτερη επιρροή. Μια μικρή εξερεύνηση στην επίσημη ιστοσελίδα τους είναι ενδεικτική για το προφίλ που προσπαθεί να οικοδομήσει σήμερα η οργάνωση. Επίσημο και υπεύθυνο πολιτικό κόμμα, με άποψη για τα τεκταινόμενα, που ούτε στα θεωρητικά του κείμενα ούτε στην πρακτική του έχει κάποια σχέση με τη βία. Χαρακτηριστικό είναι ότι στο σύνδεσμο «αρθρογραφία» του «γενικού γραμματέα» δεν υπάρχει κανένα άρθρο, πέρα από τη 45΄ προεκλογική συνέντευξή του. Για το πλατύ διαδικτυακό κοινό, λοιπόν, η Χρυσή Αυγή είναι politically correct οργάνωση που τα λέει έξω από τα δόντια και δεν διστάζει να καταγγείλει τα αστικά ΜΜΕ, στέλνοντάς τους ακόμα και εξώδικο. Λίγο διαφορετικά είναι τα πράγματα στη σελίδα «Ιδεολογική βιβλιοθήκη του μετώπου γυναικών», στην οποία φιλοξενούνται άρθρα για το ρόλο της γυναίκας και τη φυλή, καθώς και «κείμενα ιδεολογίας» που περιλαμβάνουν τοποθετήσεις και τσιτάτα από τον Χίτλερ, τον Μεταξά, τον Έζρα Πάουντ, αλλά και τον Νίτσε ή τον Καζαντζάκη. Φαίνεται ότι «η βάση» της οργάνωσης με τις ιστοσελίδες για τους πιο μυημένους έχει πιο ξεκάθαρη «ιδεολογική» τοποθέτηση. Και με αυτόν τον τρόπο η διαδικτυακή εικόνα της φαίνεται να ολοκληρώνεται: τοποθέτηση για το κοινοβούλιο, άποψη για το γυναικείο ζήτημα, τοποθέτηση για την ιστορία, παρεμβάσεις περί πολιτισμού. Τα παιδιά, εκτός από άποψη, έχουν και ευαισθησίες… Πριν από τις μπουνιές Ωστόσο, για ένα κοινοβουλευτικό κόμμα που θέλει να διευρύνει την εκλογική του βάση και να γίνει κομμάτι της επίσημης πολιτικής ζωής το ζήτημα τις προβολής του από τα ΜΜΕ είναι καίριο. Και η Χρυσή Αυγή, ιδιαίτερα μετά τις 6 Μάη, διεκδίκησε αυτή τη δυνατότητα με όλους τους τρόπους. Την αρχική αμηχανία των τηλεοπτικών ΜΜΕ διαδέχτηκε η υιοθέτηση της άποψης ότι η προβολή της οργάνωσης θα ξεσκεπάσει το πραγματικό ποιόν της. Ως αποτέλεσμα, και με την επίκληση του σχετικού νόμου περί προβολής των κοινοβουλευτικών κομμάτων, δημοσιογράφοι όπως ο Θεοδωράκης και ο Σρόιτερ άρχισαν να παίρνουν συνεντεύξεις από τα στελέχη του κόμματος, προετοιμασμένοι να απευθύνουν «δύσκολες» ερωτήσεις, επιτελώντας τάχα κοινωνικό έργο. Τελικά, όμως, η Χρυσή Αυγή ξεσκεπάζεται; Πριν προσπαθήσουμε να ψηλαφίσουμε μια απάντηση, είναι αναγκαίο να σταθούμε στο εξής: ακόμα ένας «δημοσιογράφος» που φιλοξένησε μέλος της οργάνωσης ήταν ο Θέμος Αναστασιάδης. Και εκεί δεν ετέθη καν το ερώτημα περί του πώς να «στριμωχτεί» το εν λόγω στέλεχος. Αντιθέτως, η εκπομπή αποτέλεσε το πρώτο τρανό παράδειγμα του πόσο εύκολα και αναίμακτα ο νεοφασισμός μπορεί να ενταχθεί στο life style, δίπλα από την Ελένη Μενεγάκη και τη συμμετοχή μας στη Γιουροβίζιον. Η Χρυσή Αυγή δεν είναι πια κάτι ακατονόμαστο, αλλά τμήμα της πολιτικής ζωής και ως εκ τούτου της show biz, πάντα με τη συμπαράσταση σχολίων από άλλες, πρωινο-μεσημεριανές συνήθως εκπομπές (βλ. ο «γλυκούλης» Γερμενής κ.λπ.). Αλλά, ο Θέμος Αναστασιάδης δεν ήθελε έτσι κι αλλιώς να φέρει σε δύσκολη θέση τη Χρυσή Αυγή. Αντιθέτως. Οι άλλοι δημοσιογράφοι όμως; Την έφεραν πράγματι σε δύσκολή θέση; Αν παρακολουθήσει κανείς τις συνεντεύξεις του Μιχαλολιάκου, του Κασιδιάρη ή του Λαγού, αρχικά μπορεί να διακρίνει το γεγονός ότι ποτέ δεν αφήνουν να φανεί αν έρχονται σε δύσκολη θέση, καθώς και τη δυνατότητά τους να αντιστρέφουν ερωτήσεις και με ιδιαίτερα επιθετικό ύφος να ψέγουν τον δημοσιογράφο ότι είναι καθοδηγούμενος και σκοπό έχει να τους συκοφαντήσει. Οι στημένες απαντήσεις τους, οι «τρίπλες»-φασόν που υιοθετούν όλοι προς αποφυγή δύσκολων ερωτήσεων, οι συγκεκριμένες, κοινές σε όλους ατάκες και η ήρεμη στάση του σώματός τους (δεν ιδρώνουν καν, σε αντίθεση με τους δημοσιογράφους!) δείχνουν καταρχάς ένα πολύ καλά προετοιμασμένο επιτελείο, που ξέρει τι τους περιμένει, που έχει προβάρει τη στάση του, που βγαίνει στα κανάλια με σκοπό να προβάλει ένα πολύ έξυπνα δομημένο προφίλ, στην οικοδόμηση του οποίου έχουν –σαφέστατα– συμβάλει επικοινωνιολόγοι. Σε δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης διαπιστώνουμε ότι η τοποθέτηση όλων ανεξαιρέτως των συνεντευξιαζόμενων έχει συγκεκριμένη δομή και στόχο. Σκιαγραφούν το προφίλ τους περίπου ως εξής: καταρχάς, τονίζουν συχνά ότι η Χρυσή Αυγή πρόκειται για «νόμιμο πολιτικό κόμμα», προκειμένου να σπάσουν την αντίληψη περί της παράνομης δράσης και πολιτικής τους τοποθέτησης. Πασχίζουν να παρουσιαστούν ως τμήμα της επίσημης πολιτικής σκηνής, γεγονός που αποδεικνύεται και από την επιλογή τους να απαρνηθούν ως «πλαστογραφίες» ακόμα και ολόκληρα τεύχη του περιοδικού τους που μιλούν για τον Χίτλερ και το «έπος του Γ΄ Ράιχ». Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η επίκλησή τους σε αποφάσεις της δικαιοσύνης κάθε φορά που τους υπενθυμίζονται κατηγορίες και καταδίκες των μελών τους. Κι εδώ έρχεται η έτερη επωδός των φασιστοειδών: «δεν κρύβομαι, δεν φοβάμαι» να βγω στα κανάλια. Που σημαίνει, δεν έχω να κρύψω τίποτα. Αφού πρώτα απαρνιούνται τα γραπτά τους, αφού αποκρύπτουν (ή ωραιοποιούν) την ιδεολογική τους τοποθέτηση, αφού διακηρύττουν ότι το κόμμα τους έχει δομές όπως κάθε άλλο κόμμα, έρχεται η ώρα να μετατοπίσουν την κουβέντα στην πολιτική συγκυρία. Αυτό είναι μία από τις «τρίπλες», όταν τα επιχειρήματα απόσεισης του νεοναζισμού στερεύουν. Επίθεση στον δημοσιογράφο ότι τους ρωτάει πράγματα που δεν έχουν σχέση με την πολιτική και δεν αφορούν τον κόσμο, και επικέντρωση στο «εμείς δεν κλέψαμε, άλλοι μας κατάντησαν έτσι – ο κόσμος έχει ανάγκη για απαντήσεις στο σήμερα, αφήστε το παρελθόν». Το παζλ συμπληρώνεται με τη Χρυσή Αυγή να είναι ένα κόμμα περήφανο για την πολιτική πορεία του, συνεπές και γειωμένο με τον πόνο του λαού. Οι πολιτικές απαντήσεις στο σήμερα, βεβαίως, είναι τέτοιες που μόνο το κοινό αίσθημα δεν προκαλούν: «μέσα στο ευρώ, δεν θα χαρίσουμε την Ελλάδα στους τοκογλύφους, θέλουμε αξιοκρατία» και, φυσικά, οι άνθρωποι είναι και χριστιανοί ορθόδοξοι, όπως δεν ξεχνούν να τονίζουν. Εξάλλου, το χαρακτηριστικό τους είναι η «μαζικότητα» και οι «περιφρουρημένες πορείες», αλλά και η μόρφωση, μιας και συνεχώς μιλούν για τον Πλάτωνα, τον Ισοκράτη, το Βυζάντιο. Τη διαφορά τους με τα υπόλοιπα πολιτικά κόμματα την εντοπίζουν στην ηθική στάση τους και στο γεγονός ότι αυτοί «κάνουν πράξεις και δεν μένουν στα λόγια», γιατί βαρέθηκαν την «αερολογία» των πολιτικών τόσα χρόνια. Η ρητορική τους δεν αποκλίνει χιλιοστό από την κυρίαρχη ρητορική. Η Χρυσή Αυγή, λοιπόν, δεν είναι τίποτε ακραίοι. Αντιθέτως, αυτοί και τα λένε και θα τα κάνουν. Όσο για τους μετανάστες, είναι όλοι παράνομοι και το μόνο που χρειάζεται είναι να πάνε από κει που ήρθαν. Αυτό η Χρυσή Αυγή διατείνεται ότι το διεκδικεί πολιτικά, γιατί, φυσικά, ουδεμία σχέση με τις επιθέσεις εναντίον τους έχει. Ίσα ίσα, «ο κόσμος τηλεφωνεί συνεχώς στα γραφεία τους» για να τους σώσουν από την επέλαση των μεταναστών, και οι χρυσαυγίτες, «όταν μπορούν, φτιάχνουν ομάδες και πηγαίνουν». Και αφού οι συνεντευξιαζόμενοι παρουσιάζονται ως τα καλά παιδιά της πολιτικής, έρχεται και η ώρα να αποδειχτούν και τα πιο ριζοσπαστικά. Μιλούν για «εθνική αντίσταση στη χούντα του Μνημονίου», προπαγανδίζουν την «επαναστατική δράση των εθνικιστικών κινημάτων», διακηρύττουν ότι «δεν θα μπουν στο καλούπι του συστήματος», καλούν τον κόσμο «να σηκωθεί από τον καναπέ και να συνταχθεί γύρω από τον εθνικιστικό πυρήνα», ενώ δεν παραλείπουν να θυμίσουν τους αγώνες του λαού με αναφορές στην Κερατέα. Η «αντισυστημική» Χρυσή Αυγή είναι εδώ και δεν διστάζει κάθε στιγμή να καταγγέλλει και τα ΜΜΕ ως το μακρύ χέρι του συστήματος που έχει ευθύνη για την κατάσταση της χώρας. Όλα αυτά, φυσικά, έχουν και αντιφάσεις. Γιατί είναι αντίφαση να υποστηρίζουν, για παράδειγμα, την ελληνική δικαιοσύνη και από την άλλη να λένε ότι αυτό που έχουμε δεν είναι δημοκρατία, να λένε ότι είναι επίσημο πολιτικό κόμμα και ταυτόχρονα να προβάλλονται ως αντισυστημικοί, να απευθύνονται σε συγκεκριμένα στρώματα ενώ η ιδεολογία τους μιλά για φυλές και έθνη. Ωστόσο, οι αντιφάσεις δεν είναι αυτές που αποτυπώνονται. Αντιθέτως, αποτυπώνεται το προφίλ μιας καθ’ όλα νόμιμης οργάνωσης, που έχει έτοιμες και λογικές (λογικοφανείς για την ακρίβεια) απαντήσεις, που δεν κολλάει πουθενά. Ένα είναι σίγουρο: η Χρυσή Αυγή πιάνει τον παλμό του κόσμου στον οποίο βασικά απευθύνεται. Αντιλαμβάνεται τη ριζοσπαστικοποίηση και την ενσωματώνει στα δικά της καλούπια. Γιατί ο ακροατής που δεν είναι αριστερός αρέσκεται στο να ακούει πως πρέπει να σηκωθεί από τον καναπέ του (αλλά τελικά να μη σηκώνεται), φτιάχνεται όταν βλέπει να βρίζουν τους δημοσιογράφους γιατί και ο ίδιος τους απεχθάνεται ως υπηρετούντες το πολιτικό σύστημα (δεν ήταν λίγος ο κόσμος που γούσταρε το «εγέρθητι»), χαίρεται να ακούει για την Κερατέα (γιατί πιθανότατα ήταν εκεί), μισεί το τέως πολιτικό προσωπικό (το οποίο μάλλον μούντζωνε βράδια ολόκληρα το προηγούμενο διάστημα στο Σύνταγμα), βρίσκει λύση σε όλα του τα προβλήματα όταν του προσφέρεται και επίσημα, τηλεοπτικά, ο μετανάστης ως αποδιοπομπαίος τράγος. Είπαμε, όμως, ότι υπάρχουν και οι επικοινωνιολόγοι, οι οποίοι φαίνονται όχι μόνο στην τακτική, αλλά και στην αισθητική του τηλεοπτικού λόγου της Χρυσής Αυγής. Η χρήση «λαϊκού» λεξιλογίου («τα στέκια του Κολωνακίου», «λεβεντόπαιδα», «παλικάρια») σε συνδυασμό με τη συνεχή χρήση συναισθηματικού λεξιλογίου («περηφάνια», «προδοσία») και τις επαναλήψεις φράσεων-κλειδιών όχι μόνο κινητοποιούν συγκινησιακά τον ακροατή, αλλά επιτυγχάνουν να εντυπώσουν στο μυαλό του, ακόμα και όχι άμεσα συνειδητά, την τοποθέτηση του ομιλούντος. Ψευτομαγκιά και αντριλίκι συμβαδίζουν πλήρως με την αισθητική του νεοέλληνα (και μάλιστα του «πληγωμένου νεοέλληνα») ωραιοποιώντας και απενοχοποιώντας την προβαλλόμενη πολιτική και βαθύτατα ιδεολογική άποψη. Πόσο μάλλον όταν είναι εμφανής και η χρήση δήθεν αριστερής φρασεολογίας («η χώρα μας είναι προτεκτοράτο ξένων δυνάμεων», «δουλεία», «κοινωνική ζούγκλα»). Το σχήμα που προβάλλουν είναι απλό: «μας χτυπάνε από παντού, γιατί είμαστε επικίνδυνοι για το σύστημά τους». Όποιος μας λασπολογεί είναι πολιτικός μας αντίπαλος και λέει ψέματα. Μακριά από ΝΔ-ΠΑΣΟΚ και την «κόκκινη χούντα των σταλινικών αποβλήτων», η Χρυσή Αυγή όχι μόνο διατείνεται, αλλά έχει αποδείξει ότι μπορεί να δώσει φαΐ και ασφάλεια στον Έλληνα, μπορεί να σώσει την πατρίδα από τα ξένα συμφέροντα. Από αυτό το σχήμα δεν λείπει, φυσικά, το σημαντικότερο ίσως συστατικό, η αλήθεια. Η έμμεση επίκληση στην αυθεντία του ομιλούντος επιτυγχάνεται με αποστροφές μεσσιανικού τύπου και συνεχείς επαναλήψεις φράσεων που περιέχουν τις έννοιες της αλήθειας και της ειλικρίνειας. Με άλλα λόγια, η προβολή της Χρυσής Αυγής στα ΜΜΕ όχι μόνο δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι θα ρίξει τις μάσκες, αντιθέτως είναι δυνατόν να συμβάλει στην ενδυνάμωση, τη νομιμοποίηση και την ιδεολογικοποίηση της σχέσης της με τους ψηφοφόρους της. Από την άλλη, όσον αφορά το κοινό που δεν την ψήφισε ή που διαφωνεί, η παρουσία της οργάνωσης στην τηλεόραση το μόνο που μπορεί να εγγυηθεί με βεβαιότητα είναι μάλλον η εμπέδωσή της μέσα στα σπίτια μας, στη σκέψη μας, και την αισθητική μας, σε καθημερινή βάση, μέχρι αυτό, έστω και ασυνείδητα, να γίνει συνήθεια που δεν προκαλεί ξενισμό. Όμως, η Χρυσή Αυγή δύσκολα θα χάσει πόντους από την προβολή της και για ένα λόγο επιπλέον: ακόμα και οι «πολύ σκληροί για να πεθάνουν» δημοσιογράφοι δεν μπορούν ούτε να ξεφύγουν ούτε να ξεμπροστιάσουν τον πυρήνα της λογικής της Χρυσής Αυγής, απλώς γιατί η τοποθέτησή της αποτελεί το όριο της τοποθέτησης των επίσημων ΜΜΕ. «Έχετε δίκιο σε ό,τι αφορά την παράνομη μετανάστευση», όπως είχε απαντήσει η Στάη στον Κασιδιάρη μέσω τηλεοπτικού παραθύρου… Μετά τις μπουνιές Μήπως, όμως, η επίθεση του Ηλία Κασιδιάρη κατέστρεψε το προφίλ που με κόπο έστηνε τόσο καιρό η οργάνωσή του στα ΜΜΕ; Μήπως είχαν δίκιο όσοι μίλαγαν για τηλεοπτικό ξεμπρόστιασμα και αυτογκόλ; Ωστόσο, αυτοί που φαίνεται να δείχνουν απέχθεια στο περιστατικό και να το καταγγέλλουν –τουλάχιστον η πλειονότητά τους– φαίνεται μάλλον να είναι άνθρωποι εξαρχής ενάντια στην τοποθέτηση της Χρυσής Αυγής. Αντιθέτως, συζητήσεις στις λαϊκές, στη δουλειά, στη γειτονιά καταγράφουν μεγάλο αριθμό κόσμου ο οποίος είτε έμπαινε στη ερώτημα περί του ποιος προκάλεσε ή χτύπησε πρώτος ή, ακόμα χειρότερα, ξεστόμιζε «καλά της έκανε». Η σελίδα στο Facebook με τίτλο «Να αγιάσει το χέρι σου Ηλία Κασιδιάρη» είχε μέχρι το πρωί της επομένης του περιστατικού 4.493 «Like». Ακόμα και με την επιφύλαξη της γνώσης ότι μεγάλο μέρος αυτής της ηλεκτρονικής δουλειάς είναι σαφώς καθοδηγούμενο, τα αποτελέσματα είναι τουλάχιστον ανησυχητικά. Και το πρόβλημα υπάρχει ακριβώς γιατί η «έκρηξη» του ανθρωποειδούς δεν ήταν έκρηξη, αλλά καθεαυτή η αντίληψη της Χρυσής Αυγής, που επιχειρεί τη βίαιη πάταξη και απομόνωση όποιου δεν συμφωνεί μαζί της. Ας μην έχουμε αυταπάτες: ο Ηλίας Κασιδιάρης ούτε ξέφυγε ούτε έκανε κανένα λάθος. Έκανε, σε πιο λάιτ εκδοχή, αυτό που χρόνια ξέρει να κάνει off camera, με τη συνείδηση ότι μπορεί να χάσει κάποιους και την πεποίθηση ότι θα κερδίσει ή ακόμα και θα «ντουρώσει» άλλους. Ό,τι έκανε υπηρετεί κατά γράμμα και αποτελεί σαφή συνέχεια του σχεδίου της Χρυσής Αυγής «που θα τα βάλει με όλους για να ξεβρομίσει ο τόπος». Αλλά ακόμα και αν δεν το εξυπηρετούσε, η οργάνωση με την ασυναγώνιστη γκαιμπελίστικη μέθοδό της θα ήξερε πώς να το κάνει εξυπηρετικό. Χρειάστηκε η on camera επίθεση του Κασιδιάρη, γιατί οι καθημερινές δολοφονίες μεταναστών στο δρόμο δεν ήταν αρκετές, ώστε τα πολιτικά κόμματα να δηλώσουν ότι δεν θα ξανακάτσουν στο ίδιο τηλεοπτικό τραπέζι με εκπρόσωπο της Χρυσής Αυγής. Παρ’ όλα αυτά, δεν θέλει ούτε πολλή σκέψη ούτε πολλή αριστεροσύνη για να γίνει σαφές ότι ακόμα και η τέταρτη εξουσία δεν μπορεί να φιλοξενεί στα τηλεοπτικά της πάνελ τοποθετήσεις που είναι πίσω και από τον Διαφωτισμό και ότι αυτό δεν θίγει κανένα ανθρώπινο ή πολιτικό δικαίωμα, όπως συχνά αναφέρεται. Ωστόσο, αν ένα πράγμα γίνεται σαφές, είναι ότι η Χρυσή Αυγή δεν θα πέσει από την τηλεόραση. Η ευρωπαϊκή εμπειρία μάς δείχνει ότι η ανάδυση νεοφασιστικών μορφωμάτων δεν είναι ούτε απλή ούτε πρόσκαιρη υπόθεση. Χρειάζεται ο κόσμος της δουλειάς να οικοδομήσει μορφές αυτοοργάνωσης και αλληλεγγύης, να θωρακιστεί ιδεολογικά, να διεκδικήσει πολιτικά, να ανακτήσει την ιστορική του μνήμη και την πείρα του, να δώσει απαντήσεις και να βαδίσει ενωμένα στον κοινό αγώνα για την πάταξη του φασισμού. Πηγή: ektosgrammis.gr |
Ο φασισμός στο σαλόνι μας
| ΦΑΚΕΛΟΣ | 27 Ιουνίου 2012 | ||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| Ο φασισμός στο σαλόνι μας | ||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
|
||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
Εισαγωγικό σημείωμα
Ο εκλογικός θρίαμβος της Χρυσής Αυγής αντιμετωπίστηκε με υποκριτική
έκπληξη. Στο ThePressProject επιχειρούμε μέσα από τη μελέτη μίας
χαρακτηριστικής περίπτωσης, του Άγιου Παντελεήμονα, που σταδιακά
αναδείχθηκε σε σημαία της ακροδεξιάς ρητορικής, να δείξουμε την πορεία
προς αυτή την κατάληξη. Εστιάζουμε στο πώς στη διάρκεια των τελευταίων
ετών σταδιακά άλλαξε ο λόγος για τους μετανάστες στην πλατεία του Άγιου
Παντελεήμονα (κυρίως τους ασιάτες μετανάστες: είναι χαρακτηριστικό ότι
τα στερεότυπα που αφορούσαν τους Αλβανούς της δεκαετίας του ’90 έχουν
ατονήσει εδώ και καιρό), παίρνοντας ως παράδειγμα την εφημερίδα
«Καθημερινή», και ακολούθως συζητούμε το αν και κατά πόσο η όξυνση της
ρητορικής περί εγκληματικότητας των μεταναστών ανταποκρίνεται στα
στατιστικά δεδομένα. Ο φάκελος περιλαμβάνει συγκεντρωμένο υλικό από τις
εφημερίδες, βίντεο και εικόνες, σχετικές επιστημονικές έρευνες καθώς και
συνεντεύξεις από ειδικούς και ακτιβιστές.Αυτός είναι ο πρώτος φάκελος της νέας έκδοσης του ThePressProject. Τα bold τμήματα του κειμένου σάς δίνουν τη δυνατότητα να περιηγηθείτε στο υλικό τεκμηρίωσης του φακέλου, ενώ στο δεξί μέρος θα βρείτε μια σειρά εργαλείων και οπτικουακουστικό υλικό.
Άγιος Παντελεήμονας
Ο Άγιος Παντελεήμονας είναι μια γειτονιά του Δήμου Αθηναίων που ανήκει στο 6ο δημοτικό διαμέρισμα, μαζί με γειτονιές όπως η Κυψέλη, τα Κάτω Πατήσια και ο Σταθμός Λαρίσης.Πρόκειται για μια περιοχή που, όπως αποδεικνύει η εναπομείνασα σήμερα αρχιτεκτονική της κληρονομιά, κατοικήθηκε από μεσαία τουλάχιστον στρώματα Στην οδό Φυλής, στην καρδιά της περιοχής του Αγίου Παντελεήμονα, συγκεντρώνεται από δεκαετίες η δραστηριότητα των οίκων ανοχής. Οι κάτοικοι της περιοχής δραστηριοποιούνται γύρω από το ζήτημα αυτό ήδη από τη δεκαετία του ’90, καθώς η λειτουργία τους, λένε, συνδέεται με το οργανωμένο έγκλημα. Χαρακτηριστική είναι η συγκρότηση ομάδων περιφρούρησης από κατοίκους, για την οποία μας ενημερώνει ο Ριζοσπάστης της 10ης Μαρτίου 1995:
Σε...
αναγκαστική αργία βρίσκονται το τελευταίο δεκαπενθήμερο οι οίκοι
ανοχής, γύρω από τις οδούς Φυλής και Θήρας, καθώς οι κάτοικοι της
περιοχής έχουν εγκαταστήσει σε 24ωρη βάση ομάδες περιφρούρησης και
επεμβαίνουν ειδοποιώντας την αστυνομία, μόλις δουν κάποιο από τα φωτάκια
των εισόδων να ανάβει, ένδειξη ότι... το "κατάστημα" λειτουργεί!
Το πρωτότυπο, όσο και δυναμικό, μέτρο στο οποίο κατέληξαν τον τελευταίο καιρό, προήλθε μετά τη ραγδαία αύξηση τον τελευταίο χρόνο των οίκων ανοχής και τη με γεωμετρική πρόοδο υποβάθμιση της περιοχής τους. Όπως επισημαίνουν οι ίδιοι, ένας περιορισμένος αριθμός νόμιμων οίκων ανοχής θα ήταν ανεκτός, ωστόσο σήμερα η κατάσταση είναι εκρηκτική, αφού από την Πλατεία Αμερικής μέχρι και την Πλατεία Βικτωρίας έχουν καταμετρηθεί 102 παράνομοι οίκοι ανοχής, οι οποίοι συνεχώς αυξάνονται. Τέσσερα χρόνια αργότερα, το καλοκαίρι του 1999, ο τότε Υπουργός Δημόσιας Τάξης Μιχάλης Χρυσοχοΐδης καταθέτει νομοσχέδιο με θέμα «Εκδιδόμενα με αμοιβή πρόσωπα». Στη συζήτηση στην ολομέλεια της Βουλής το παράδειγμα της οδού Φυλής χρησιμοποιείται από βουλευτές όλων των κομμάτων. Ειδική μνεία γίνεται, μάλιστα, από τον πρόεδρο του ΔΗΚΚΙ Δημήτρη Τσοβόλα στο σπίτι του προέδρου της Κυβέρνησης του Βουνού καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου Αλέξανδρου Σβώλου, στη γωνία Φερών και Φυλής, που εξακολουθεί τότε να χρησιμοποιείται ως οίκος ανοχής – κι αυτό, παρά «την ιδιαίτερη σημασία που έχει η μνήμη του Αλ. Σβώλου για εμένα υπό την επιστημονική μου ιδιότητα» και τις ενέργειες που εξαγγέλλει ο Υπουργός Πολιτισμού Ευάγγελος Βενιζέλος, απαντώντας σε ερώτηση της βουλευτίνας του ΠΑΣΟΚ Ελένης Ανουσάκη λίγους μήνες νωρίτερα. Στην ίδια συζήτηση του 1999, ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ Νάσος Αλευράς επισημαίνει ότι «υπάρχουν πτυχές εγκληματικότητας σε έξαρση σε περιοχές της Αθήνας» και υπενθυμίζει περιστατικό που συνέβη εκείνες τις μέρες στην πλατεία Πλυτά της Γούβας (εκεί που έπαιζε μικρός ο Νίκος Μιχαλολιάκος) «όπου συμμορίες Αλβανών λαθρομεταναστών αντάλλαξαν πυροβολισμούς το απόγευμα, δημιουργώντας πανικό στις οικογένειες και στα παιδιά που έπαιζαν στην πλατεία». Ο Άγιος Παντελεήμονας είναι, λοιπόν, μια μόνο απ’ τις βασανισμένες γειτονιές του Δήμου Αθηναίων, κι αυτό συμβαίνει εδώ και δεκαετίες. Τι μεσολάβησε όμως ώστε τα τελευταία χρόνια να φτάσει να γίνει συνώνυμο της υποβάθμισης και τελικά κύριο πεδίο εκδίπλωσης της αντιμεταναστευτικής ρητορικής; Πώς αναγορεύτηκε από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης σε εθνική απειλή; Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, η παρουσίαση της πλατείας του Άγιου Παντελεήμονα από τα ΜΜΕ έχει διολισθήσει προς μια εξαιρετικά φορτισμένη ρητορική. Τα αποτελέσματα των πρόσφατων εκλογών δείχνουν πως η διάδοση του απορριπτικού για τους μετανάστες λόγου είναι μεγάλη. Επίσης, η σύνδεση του μεταναστευτικού προβλήματος με την εγκληματικότητα εμφανίζεται ως δεδομένη για μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Ωστόσο μέχρι πρόσφατα δεν ήταν έτσι, ακόμη και στο ταλαιπωρημένο κέντρο της Αθήνας. Σύμφωνα με την έρευνα του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών "Επιχειρηματικότητα, κίνδυνοι και ανταγωνισμός στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας" που διεξήχθη το 2007 μεταξύ 730 επιχειρηματιών του εμπορικού ιστορικού κέντρου (Βαρουξή et al 2009: 225-388), οι επιχειρηματίες του κέντρου αναγνωρίζουν αυθορμήτως ως τρεις κυριότερες απειλές εναντίον τους τις κλοπές, τον ανταγωνισμό και την κρίση (σ. 263). Οι μετανάστες υπάρχουν φυσικά στην εικόνα αλλά με την ιδιότητα των ανταγωνιστών εξαιτίας του παράνομου υπαίθριου εμπορίου και των πολλών κινέζικων επιχειρήσεων, ενώ η χαμηλή και ορατή εγκληματικότητα της περιοχής, που επίσης απασχολεί τους Έλληνες επιχειρηματίες, συσχετίζεται άμεσα με το ζήτημα της διακίνησης και χρήσης ναρκωτικών, και άρα δεν περιορίζεται στους μετανάστες. Ακόμη κι έτσι, μόνο το 57,6% δηλώνει θετικά ότι χρειάζεται λήψη αστυνομικών μέτρων για την αντιμετώπιση των πλανόδιων μικροπωλητών (σ. 332) και μόνο το 7,5% δηλώνει ότι πρέπει το κράτος να διώχνει τους αλλοδαπούς εν γένει για να ενισχυθεί η επιχειρηματική δραστηριότητα (σ. 231). Μεταξύ των ευρημάτων της έρευνας ασφαλώς υπάρχουν ψήγματα της μεταστροφής που επήλθε στο μεταξύ – αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι αυτή ακριβώς η διαδικασία.
Απ΄ το οργανωμένο έγκλημα στη συλλογική ευθύνη
Παρά την πολύχρονη υποβάθμιση της περιοχής του Αγίου Παντελεήμονα, μόνο
από το 2008 και μετά η γειτονιά βρέθηκε στο κέντρο της προσοχής των
μέσων ενημέρωσης. Το ζήτημα της εγκληματικότητας ήταν η κεντρική αλλά
όχι η μοναδική αφορμή. Για παράδειγμα, η έγκριτη μα συντηρητική
Καθημερινή, τον Απρίλη του 2008,
περιγράφει τον Άγιο Παντελεήμονα σαν μια πολυπολιτισμική γειτονιά, της
οποίας η οικονομική δραστηριότητα βασίζεται πια στους μετανάστες
κατοίκους της. Ένας Έλληνας καταστηματάρχης της περιοχής που διαθέτει
προϊόντα από τις βαλκανικές χώρες δηλώνει: «Βάλαμε λίγα πράγματα στην
αρχή, και σιγά - σιγά, όταν είδαμε ότι έχουν μεγάλη πέραση φτάσαμε να
πουλάμε αποκλειστικά για τους ξένους. Προσλάβαμε και πωλητές από χώρες
καταγωγής των πελατών μας». Στο άρθρο του διαβάζουμε για το κουρείο που
γεμίζει κόσμο, γίνεται στέκι και «η κουβεντούλα ανάβει», για ένα ρωσικό
παντοπωλείο όπου κάνει κουμάντο η γυναίκα του αφεντικού, καθώς αφηγείται
το αφεντικό γελώντας, σε ένα κλίμα χαρακτηριστικά πιο αγαθό από ό,τι
έμελλε να ακολουθήσει.Ωστόσο το παλιό, καλό οργανωμένο έγκλημα εξακολουθεί να υπάρχει στην περιοχή, αρκετά για να πυροδοτήσει λίγες βδομάδες αργότερα πρωτοσέλιδο της ίδιας εφημερίδας με τίτλο «Έρμαιο συμμοριών ο Άγιος Παντελεήμονας». Σ’ αυτό το ρεπορτάζ ένας άλλος επιχειρηματίας δηλώνει: «Η περιοχή έχει πρόβλημα, όπως και οι περισσότερες περιοχές του κέντρου. Έχει μεγάλο αριθμό μεταναστών: Οι περισσότεροι απ’ αυτούς είναι καλά παιδιά, αλλά υπάρχουν και μερικοί σκάρτοι που δημιουργούν προβλήματα». Η σταδιακή έλευση εκατοντάδων Αφγανών μεταναστών στην περιοχή και η πρόχειρη διαβίωσή τους στην πλατεία του Αγίου Παντελεήμονα φαίνεται ωστόσο να αλλάζει την ποιότητα της συζήτησης. Οι δυνάμεις της ακροδεξιάς αποφασίζουν να ενεργοποιηθούν και να εκμεταλλευτούν πολιτικά την κατάσταση, κάτι που δεν είχαν κάνει δέκα χρόνια νωρίτερα στην πλατεία Κουμουνδούρου. Τον Νοέμβριο του 2008, μια επιτροπή κατοίκων και καταστηματαρχών της περιοχής καλεί σε συγκέντρωση στην πλατεία, με βάση μια επιστολή προς τις αρμόδιες αρχές που υπογράφεται από χίλιους κατοίκους. Αριστερές και αντιρατσιστικές οργανώσεις, αλλά και η κοντινή αναρχική κατάληψη villa amalias καλούν σε αντισυγκεντρώσεις και τα αίματα δεν αργούν ν’ ανάψουν. Στον απόηχο των γεγονότων αυτών, ο ακροδεξιός τύπος ταυτίζει τους αντιρατσιστές με τον ΣΥΡΙΖΑ, ενώ λίγο αργότερα η επιτροπή κατοίκων τα βάζει, μεταξύ άλλων, με το ΕΜΠ που φιλοξενεί σε σέρβερ του το Indymedia. Στην άλλη πλευρά, η villa amalias σε κείμενο που κυκλοφορεί αμέσως μετά τα γεγονότα κάνει την εκτίμηση ότι «η πρωτοβουλία καθοδηγήθηκε από το μαγαζί του Καρατζαφέρη [ΛΑ.Ο.Σ.] και κατέληξε σε πολιτική διαφήμισή του. Αυτοί άλλωστε φρόντισαν να μοιραστούν όλα αυτά τα κείμενα [από την πλατεία Αττικής ως την Άνω Κυψέλη], να ενημερώσουν όλα τα μμε και να ανακοινώσουν μέσω του site τους τη συνδιοργάνωση ενός πογκρόμ παρέα με μερίδα κατοίκων-καταστηματαρχών». Η Καθημερινή, πιστή για την ώρα στην γραμμή των ίσων αποστάσεων, εκτιμά ότι «Η έκρηξη οργής των κατοίκων για την αδιαφορία των αρμόδιων φορέων («είμαστε όμηροι στην ίδια μας τη γειτονιά») αποτέλεσε αντικείμενο εκμετάλλευσης από ακραίες δυνάμεις (μέλη της «Χρυσής Αυγής» και κρανοφόρων αναρχικών), που επί ώρες επιδόθηκαν σε πετροπόλεμο». Η υπόθεση του Αγίου Παντελεήμονα επισκιάζεται τις αμέσως επόμενες μέρες από τα γεγονότα που ακολούθησαν τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου στις 6 Δεκέμβρη 2008 και τον αντίκτυπό τους. Το αμέσως επόμενο διάστημα, οι αριστερές και αντιρατσιστικές οργανώσεις επιδιώκουν ανεπιτυχώς, όπως παραδέχεται και ο Θανάσης Κούρκουλας από την Κίνηση «Απελάστε το ρατσισμό», να αποκτήσουν τοπική παρουσία ως αντίβαρο της φασιστικής ακροδεξιάς, η οποία, παρά το κλίμα των ημερών, προσπαθεί να ανασυνταχθεί. Οι μήνες περνούν• βρισκόμαστε στην εποχή του «Λεφτά υπάρχουν» – η συντεταγμένη αποχώρηση του Κώστα Καραμανλή από την πρωθυπουργία ανοίγει τον δρόμο στο νέο ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου. Ο μικρόκοσμος του Άγιου Παντελεήμονα δεν συμμερίζεται την ευφορία των ημερών. Οι ανοιχτές βίαιες αντιπαραθέσεις συνοδεύονται από έναν πόλεμο χαμηλής ισχύος και μεγάλου βάθους, όπως αποδείχτηκε, τουλάχιστον από την πλευρά της ακροδεξιάς. Οι νέες πιεστικές συνθήκες του πρώτου μνημονίου αυξάνουν τον εκνευρισμό του κόσμου κι ανοίγουν το δρόμο στις πιο ακραίες θέσεις. Ταυτοχρόνως, το ΠΑΣΟΚ δεν διστάζει να πριμοδοτεί τον ρατσιστικό λόγο του ΛΑΟΣ αποβλέποντας σε πρόσκαιρα πολιτικά οφέλη αποδυνάμωσης της Νέας Δημοκρατίας, ενδεχομένως χωρίς να μπορεί να προβλέψει ότι την περίοδο εκείνη επωάζει το αβγό του φιδιού. Το μαχητικό ρεπορτάζ της Μαρίας Δεληθανάση βρίσκει ακόμη τον δρόμο του προς τις σελίδες της Καθημερινής:
Την
εικόνα του φόβου, της οργής, του μίσους, συμπληρώνουν οι καθημερινές
επιθέσεις από κακοποιά στοιχεία και η δυναμική στρατολόγηση «μαχητών του
μίσους» σε σχολεία της περιοχής των Πατησίων και της Κυψέλης. Όχι
τυχαία, στα προχθεσινά επεισόδια πρωτοστάτησαν ανήλικοι Έλληνες και
Αλβανοί. «Είναι φυσικό να εξεγείρονται οι Αλβανοί που έχουν δημιουργήσει
περιουσία στην περιοχή», δηλώνει στην «Κ» κάτοικος της περιοχής που
πρεσβεύει την αυτοδικία και επιθυμεί να διατηρήσει την ανωνυμία του.
«Για την κατάσταση φταίει η πολιτική αδιαφορία. Κανένα κόμμα δεν έχει
σταθεί στο πλευρό της πλατείας. Ό,τι κάνουν, το κάνουν οι κάτοικοι μόνοι
τους. Εμείς καλούμεθα να αμυνθούμε στη βία με βία. Περιμένω έναν νεκρό
και τότε ο σώζων εαυτόν σωθήτω».
Έντονη οργή κατά του πολιτικού συστήματος εκφράζει και άλλη κάτοικος, συνταξιούχος του Δημοσίου: «Η εξουσία έχει κάνει την περιοχή σκουπιδότοπο. Θα πάρουμε τα όπλα. Δεν υπάρχει άλλη λύση. Η αδιαφορία μάς έχει κάνει επιθετικούς. Μέχρι τώρα περιοριζόμασταν στη λεκτική βία. Τώρα θα προχωρήσουμε. Θέλουμε μια φυσιολογική ζωή όπως αυτή που έχουν στο Κολωνάκι, την Εκάλη, τη Βούλα και τη Βουλιαγμένη. Ισοπολιτεία δεν θέλουμε; Η επανάσταση θα ξεκινήσει από εδώ». Όμως η άποψη της εφημερίδας, όπως εκφράζεται στο κύριο άρθρο της, είναι διαφορετική από της συντάκτριας. Αρχίζει πια να εδραιώνεται η αντίληψη της συλλογικής ευθύνης των μεταναστών για όλα τα δεινά της ελληνικής κοινωνίας:
Το
ζήτημα της λαθρομετανάστευσης συνιστά τη σημαντικότερη απειλή εθνικής
ασφάλειας για τη χώρα. Το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη δείχνει να
έχει αντιληφθεί το πρόβλημα και επιχειρεί να συντονίσει όλο τον κρατικό
μηχανισμό σε μια προσπάθεια να το αντιμετωπίσει.
Πρόκειται για θετική εξέλιξη, καθώς η κατάληψη πολλών γειτονιών της Αθήνας από ομάδες λαθρομεταναστών έχει λάβει εφιαλτικές διαστάσεις. Η Ελλάδα δεν αντέχει άλλο την εισροή 100.000 λαθρομεταναστών τον χρόνο. Όσο για τα υπόλοιπα μέλη της κυβέρνησης θα πρέπει να καταλάβουν ότι το συγκεκριμένο θέμα δεν αφορά μόνο την ΕΛ.ΑΣ. αλλά και τα υπουργεία Άμυνας και Εξωτερικών, τα οποία οφείλουν να ενεργοποιηθούν άμεσα. Λίγες βδομάδες αργότερα, ο Νίκος Μιχαλολιάκος της Χρυσής Αυγής εκλέγεται δημοτικός σύμβουλος Αθηναίων. Στα εκλογικά τμήματα της περιοχής, η «Ελληνική Αυγή για την Αθήνα» πετυχαίνει τα καλύτερα ποσοστά της. Κι αυτό ήταν μόνο η αρχή... Στη διαδικασία αυτή ο κύριος παράγοντας που θα πρέπει να υπολογιστεί είναι βεβαίως η μεροληπτική, έως σημείου προκλήσεως, στάση των ΜΜΕ. Ξεκινάμε από την απλή διαπίστωση, βεβαιωμένη και από μελέτες που εντοπίζουν το φαινόμενο και στη διεθνή εμπειρία, ότι τα κανάλια και οι εφημερίδες κανονικά δεν θεωρούν σκόπιμο να μας ενημερώνουν για καμία δράση των μεταναστών, αν δεν είναι εγκληματική. Θεωρούν πως γενικώς «οι μειονοτικές ομάδες δεν ενδιαφέρουν την πλειοψηφία του πληθυσμού, εκτός και αν αποτελούν απειλή για την κοινωνική ευταξία» (Τσουκαλά 2001, 68). Σε συνδυασμό με την εκ των πραγμάτων ενδεή τους διαβίωση, αυτό έχει ως συνέπεια τα υψηλότατα ποσοστά στην κάλυψη της εγκληματικότητας των οικονομικών μεταναστών από τον Τύπο» (Φραγκίσκου 2009, 174). Εις ό,τι αφορά την τηλεόραση, ο ρατσιστικός λόγος δεν περιορίζεται στις εκπομπές πολιτικού χαρακτήρα, αλλά επεκτείνεται με πιο στρογγυλεμένες διατυπώσεις, τη γνωστή διγλωσσία του ακροδεξιού χώρου (Ψαρράς 2010), σε όλο το τηλεοπτικό φάσμα. Η διασπορά του στις εκπομπές life style είναι τόσο πυκνή, ώστε να θεωρείται δεδομένο ότι μια συζήτηση για τη μόδα μπορεί να διακοπεί προκειμένου να αφουγκραστούμε τη «δικαιολογημένη αγανάκτηση» των κατοίκων κάποιας περιοχής που πήραν τα όπλα και αυτοδίκησαν έναντι μεταναστών (Πανούσης 2007, Τσουκαλά 2001, Φραγκίσκου 2009). Η πρακτική των μέσων ενημέρωσης ενισχύει την πολιτικοποίηση του εγκλήματος και των ποσοτικών του απεικονίσεων, τη χρήση του δηλαδή προκειμένου να επικυρώσει συγκεκριμένες πολιτικές. Έτσι, πίσω από τον ηθικό πανικό και τις ηθικές σταυροφορίες, ελλοχεύει ο προσανατολισμός της εξουσίας «που αναζητά ένα εξιλαστήριο θύμα για τον εξαγνισμό των κοινωνικών προβλημάτων και την εκτόνωση της ήδη υφιστάμενης κοινωνικής δυσφορίας» (
Για την εγκληματικότητα και τις στατιστικές της
Σε μια πρώτη ματιά, ο ρατσιστικός, αντιμεταναστευτικός απορριπτικός
λόγος φαίνεται να έχει στο πλευρό του τους αριθμούς. Στην Ελλάδα της
κρίσης, στην περιοχή ευθύνης της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής
το 2011 οι ανθρωποκτονίες αυξήθηκαν κατά 24,6% σε σχέση με το 2008, οι
ληστείες κατά 104%, οι κλοπές και διαρρήξεις κατά 26% και οι απάτες
κατά 43% (Παραδόξως, οι παραβάσεις του νόμου περί ναρκωτικών έχουν
μειωθεί κατά 25% και οι πλαστογραφίες κατά 73,5%!). Με τους αλλοδαπούς
να υπολογίζονται στο 8% των κατοίκων της χώρας (Παύλου 2004), ευλόγως
προβληματίζεται κανείς από την υπερεκπροσώπησή τους μεταξύ των
συλλαμβανόμενων από την αστυνομία: Σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ.οι
αλλοδαποί ευθύνονται για το 41,3% των ανθρωποκτονιών, το 54% των
ληστειών και το 43,8% των κλοπών και διαρρήξεων στη χώρα για το έτος
2011.Οι παραπάνω αριθμοί, στη βάση των οποίων συγκροτείται ο λόγος για την εγκληματικότητα, προέρχονται από τις αστυνομικές στατιστικές. Είναι, ωστόσο, αναγκαίο να ρίξουμε μια πιο προσεκτική ματιά στις στατιστικές αυτές και στο τι ακριβώς απεικονίζουν, γιατί μια σειρά από παρατηρήσεις γι’ αυτές αποδεικνύουν ότι πιο πολύ συσκοτίζουν παρά φωτίζουν την κατάσταση στον χώρο του εγκλήματος. Ας εμπιστευτούμε για λίγο τα αναλυτικά στοιχεία που δίνει η Ελληνική Αστυνομία για την εξέλιξη του αδικήματος της ανθρωποκτονίας στην Ελλάδα στην τελευταία εικοσαετία:
Ένα πρώτο συμπέρασμα είναι πως, αντίθετα με ό,τι θα περίμενε κανείς, οι ανθρωποκτονίες από το 1991 μέχρι σήμερα δεν σημειώνουν συνεχή αυξητική τάση, ενώ η ανώτατη τιμή εμφανίζεται το 1997. Σε σχέση με τις κλοπές-διαρρήξεις και τη συμμετοχή των αλλοδαπών: Υπάρχει στην εγκληματολογία μια εκτενής συζήτηση για τις μεθοδολογικές αδυναμίες των αστυνομικών στατιστικών, που αξίζει να την παρακολουθήσουμε. Καταρχάς, οι στατιστικές της ΕΛ.ΑΣ. αφορούν συλλήψεις φερομένων ως δραστών και όχι καταδίκες ( Αυτή η διαπίστωση ενισχύεται και από την Με δεδομένα τα προβλήματα των αστυνομικών στατιστικών, για να διαμορφωθεί μια πληρέστερη εικόνα της εγκληματικότητας και να αποκαλυφθεί ο λεγόμενος «σκοτεινός αριθμός» της, οι αστυνομικές στατιστικές συμπληρώνονται απ’ τους εγκληματολόγους με τις λεγόμενες έρευνες θυματοποίησης, όπου ζητείται από τους ερωτώμενους να δηλώσουν αν υπήρξαν θύματα εγκληματικών πράξεων. Ακόμη κι έτσι όμως υπάρχει ένα «ελληνικό παράδοξο», όπως
Συγκρίνοντας
τα ποσοστά της ανασφάλειας των Ελλήνων µε εκείνα που αφορούν τη
θυµατοποίησή τους, τουλάχιστον στις συµβατικές µορφές εγκληµατικότητας,
διαπιστώνεται ότι είναι κατ’ εξοχήν δυσανάλογα και υψηλά, συγκριτικά και
µε τα αντίστοιχα των υπολοίπων χωρών που περιλαµβάνονται στην ευρωπαϊκή
και διεθνή έρευνα θυµατοποίησης. Προκειµένου να ερµηνευθεί αυτό το
«παράδοξο», παράγοντες όπως η ικανοποίηση από την ποιότητα ζωής των
κατοίκων και από το επίπεδο των προσφεροµένων κρατικών υπηρεσιών στο
πεδίο ελέγχου του εγκλήµατος, φαίνονται ιδιαίτερης σηµασίας.
Συµπληρωµατικά θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και επί µέρους παράγοντες όπως
είναι οι στάσεις των θυµάτων και οι αντιδράσεις τους µέσα από τα υψηλά
µεν επίπεδα ανασφάλειάς τους, από τα χαµηλά δε επίπεδα µέτρων
αυτοπροστασίας τους, συγκριτικά και µε τα ευρωπαϊκά δεδομένα, καθώς και ο
ρόλος των μέσων μαζικής ενημέρωσης.
Πράγματι, άλλες εγκληματολογικές έρευνες (Τσαλίκογλου 1996) έχουν δείξει εδώ και καιρό ότι η απειλή που νιώθουν οι πολίτες, ο φόβος του εγκλήματος, περισσότερο οφείλεται στην τάση των ειδήσεων να παρουσιάζουν επίμονα τα ειδεχθή εγκλήματα, παρά στον στατιστικό κίνδυνο να πέσουν όντως θύματα τέτοιων επιθέσεων. Θα πίστευε κανείς ότι η προσέγγιση των σωφρονιστικών στατιστικών θα έλυνε μερικά απ’ τα προβλήματα των αστυνομικών στατιστικών και θα ξεκαθάριζε κάπως τα πράγματα. Ωστόσο το διεθνές και τεκμηριωμένο βιβλιογραφικά φαινόμενο της υπερεκπροσώπησης των μεταναστών στις σωφρονιστικές στατιστικές έχει άλλες εξηγήσεις: πρώτον πολλοί κρατούνται για παραβιάσεις της νομοθεσίας περί αλλοδαπών (πλαστογραφία, παραβιάσεις εργατικού δικαίου κ.λπ.) Επίσης, υπάρχουν ανάμεσά τους πολλοί υπόδικοι, διότι οι μετανάστες δεν πληρούν τους όρους που απαιτούνται από τις αρχές για την επιβολή περιοριστικών όρων ή άλλων εναλλακτικών μέτρων προς την προσωρινή κράτηση: νόμιμη παραμονή στη χώρα, νόμιμη σταθερή εργασία κ.λπ. Τρίτον, τα δικαστήρια τους επιβάλλουν αυστηρότερες ποινές απ’ ό,τι στους ημεδαπούς, ενώ το επίπεδο της υπεράσπισης είναι πολύ χαμηλό. Στην Ελλάδα καταγγέλλονται και δίκες χωρίς διερμηνέα. (Τσουκαλά 2001, σ. 29 κ.επ., Τσίγκανου 2010). Την άποψη ότι «έχουμε γίνει Σικάγο» φαίνεται πως δεν μπορούν να στηρίξουν και ορισμένα συγκριτικά στοιχεία σε ευρωπαϊκό επίπεδο: η αύξηση των βίαιων εγκλημάτων (ανθρωποκτονίες, σωματικές βλάβες, ληστείες, βιασμοί κλπ.) στην Ελλάδα κατά 17% μεταξύ 2006 και 2009, θα πρέπει να συγκριθεί τόσο με τη μείωση κατά 17% στην Αγγλία και Ουαλία ή στην Πολωνία, όσο και με την αύξηση κατά 42% στην Κύπρο, 34% στην Δανία και 32% στο Λουξεμβούργο. Τι να πουν οι φιλήσυχοι Λουξεμβούργιοι, στην καρδιά της Ευρώπης, με τη διπλάσια από τη δική μας αύξηση; Επίσης, τα ίδια συγκριτικά στοιχεία δείχνουν ότι ο δείκτης ανθρωποκτονιών στην Αθήνα (1,98 ανθρωποκτονίες ανά 100.000 κατοίκους στην περίοδο 2007-09) είναι συγκρίσιμος με το Βερολίνο (1,93) και το Λονδίνο (1,92), ενώ πόλεις όπως οι Βρυξέλλες και το Άμστερνταμ είναι πιο επικίνδυνες απ’ αυτή την άποψη (3,09 και 3,65 αντίστοιχα). Τέτοιες συγκρίσεις στατιστικών στοιχείων δεν βρίσκουν συνήθως το δρόμο τους προς τα ελληνικά μέσα μαζικής ενημέρωσης. Όπως δηλαδή το έχει διατυπώσει με σαφήνεια ο Ηλίας Δασκαλάκης (1985), «στις στατιστικές δεν καταγράφεται το έγκλημα, αλλά τα αποτελέσματα της δράσης των οργάνων της επίσημης κοινωνικής αντίδρασης... η εικόνα που αντλούμε από την εγκληματολογική στατιστική δεν στοιχειοθετεί τη φαινομενολογία του εγκλήματος αλλά τη φαινομενολογία του στίγματος για τη μελέτη της οποίας και μόνο προσφέρεται η εγκληματολογική στατιστική» |
Νέα μεταπολίτευση: προσοχή στις ευχές σας… (Unfollow, Μάιος 2012)
Νέα μεταπολίτευση: προσοχή στις ευχές σας… (Unfollow, Μάιος 2012)
Αναρτήθηκε από τον/την leonidasvatikiotis στο 29/06/2012
Σε αυτό το σαθρό κι επικίνδυνο πεδίο άρχισαν να καταστρώνονται τα πρώτα σχέδια για τη νέα μορφή που θα λάβει το πολιτικό σύστημα, μετά το φιλί θανάτου που δέχτηκε από τα προγράμματα λιτότητας του ΔΝΤ και της ΕΕ όταν στην αγκαλιά τους έβλεπε μόνο την μακροημέρευση κι ένα σταθερό δεσμό, απαλλαγμένο από απρόοπτα. Σιγά που η Ελλάδα θα αποτελούσε εξαίρεση στον κανόνα! Κανένα πολιτικό σύστημα δεν έμεινε ίδιο μετά την εισβολή του ΔΝΤ. Οι αλλαγές επικεντρώνονται στον χώρο της παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατίας, δηλαδή το ΠΑΣΟΚ και στην Δεξιά. Η Αριστερά παρότι βίωσε κι αυτή τεκτονικές μετακινήσεις δεν αναμένεται να παρασυρθεί από ίδιας βιαιότητας αλλαγές λόγω του ότι δεν ανήκει στο στρατόπεδο των ηττημένων, όπου βρίσκονται ΠΑΣΟΚ και ΝΔ.
Οι σαρωτικές αλλαγές που θα έρθουν στο κόμμα της ΝΔ μπορούσαν να προβλεφθούν από το Νοέμβριο του 2011 όταν το βασικό της ένστικτο επέβαλε μια αλλαγή πορείας 180 μοιρών: την εγκατάλειψη της αντιμνημονιακής πολιτικής γραμμής και την συμμετοχή στην κυβέρνηση του δοτού πρωθυπουργού Λουκά Παπαδήμου. Άμεσο αποτέλεσμα ήταν ο Αντώνης Σαμαράς που ακριβώς δύο χρόνια πριν, το Νοέμβριο του 2009, εξελέγη στη προεδρία του κόμματος κάτω από τις σημαίες μιας σκληρής μεν Δεξιάς βαθιά ωστόσο αντι-νεοφιλελεύθερης, να πάρει διαζύγιο από την βάση του, από τον λαϊκό κόσμο της Δεξιάς που πύκνωνε τις γραμμές του κόμματος σε μια καθαρά αντι-Μνημονιακή βάση. Το ρήγμα έγινε μη αντιστρεπτό όταν με αφορμή την ψήφιση του δεύτερου Μνημονίου τον Φεβρουάριο του 2012 ο Αντ. Σαμαράς διέγραψε από το κόμμα 21 βουλευτές, οι οποίοι αρνήθηκαν να τον ακολουθήσουν. Στην πιο απρόσμενη θέση βρέθηκε η Ντόρα Μπακογιάννη με τις ακραία νεοφιλελεύθερες θέσεις, μεγάλη χαμένη της εσωτερικής αναμέτρησης του Νοεμβρίου του 2009 που μια διετία μετά, χωρίς να κουνήσει η ίδια το δαχτυλάκι της, αναδείχτηκε σε πραγματικό ηγέτη της Δεξιάς. (Χωρίς μάλιστα καμία ίντριγκα ή δολοπλοκία, γεγονός που δεν έχει προηγούμενο για την οικογένεια Μητσοτάκη!) Υπ’ αυτό το πρίσμα κανείς δεν εξεπλάγη που η έκκληση του Αντ. Σαμαρά δύο μέρες μετά τις εκλογές της 6ης Μαΐου για την αναμόρφωση του κεντροδεξιού χώρου, υπό τη ηγεσία του προφανώς, έπεσε στο κενό. Κανείς δεν ακολουθεί τον looser…
Το στοίχημα ωστόσο της αναμόρφωσης της Δεξιάς συνέχισε να συγκεντρώνει ένα αυξημένο ενδιαφέρον λόγω της τεράστιας αξίας χρήσης του, μια κι ενδέχεται να αποτελεί την χρυσή εφεδρεία της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης. Ειδικότερα, η συστέγαση κάτω από ένα ενιαίο κομματικό φορέα των υπερ-νεοφιλελεύθερων (Στ. Μάνου, Ντ. Μπακογιάννη και Θ. Τζήμερου) που αθροιστικά συγκέντρωσαν 6,6% των ψήφων, χωρίς ωστόσο κανείς να ξεπεράσει το όριο του 3% και να μπει στη Βουλή, δεν θα δώσει μόνο την δυνατότητα συγκρότησης κυβέρνησης πλειοψηφίας στο φιλο-Μνημονιακό στρατόπεδο της υποτέλειας και του ενδοτισμού, αλλά ενδέχεται να αποδειχθεί και το πρώτο βήμα στην πορεία επανίδρυσης της Δεξιάς με κέντρο τους νεοφιλελεύθερους. Η επανεμφάνιση του Κώστα Καραμανλή, που έχει το χρίσμα του Στ. Μάνου, σχετίζεται πολύ πιθανά με αυτό το σχέδιο μια κι ο ίδιος μπορεί κάλλιστα να συγκαλύψει την «θατσεροποίηση» της ΝΔ… Τον ίδιο ρόλο μπορεί να παίξει κι ο Δημ. Αβραμόπουλος, που παραμένει «κύριος τίποτε» τόσα χρόνια μετά τον χαρακτηρισμό του Θ. Πάγκαλου και γι’ αυτό ενδεχομένως να μπορεί να ικανοποιεί ακόμη και τις πιο διαφορετικές (πολιτικές) απαιτήσεις.
Καθοριστικά στην πορεία ενίσχυσης της Δεξιάς ενδέχεται να συμβάλουν κι οι εξελίξεις στον ακροδεξιό χώρο. Ειδικότερα, το «κόντυμα» της νεοναζιστικής εγκληματικής συμμορίας της Χρυσής Αυγής (μέσα από την αποκάλυψη του βιογραφικού των στελεχών της) σε βαθμό να μην ξαναμπεί στην Βουλή που θα οδηγήσει στον επαναπατρισμό πολλών ψηφοφόρων της προς το ΛΑΟΣ κατ’ αρχήν και δευτερευόντως στη ΝΔ και σε δεύτερο χρόνο η επανένταξη στη ΝΔ του Γ. Καρατζαφέρη κι όσων στελεχών του έχουν απομείνει. Στην πλήρη του εξέλιξη αυτό το σχέδιο, που ξεκινάει ως κίνηση ανάγκης, συμβάλει σε μια επιθετική υπέρβαση από την μεριά του κατεστημένου του πολιτικού διχασμού με άξονα το Μνημόνιο όπως κυριάρχησε στις εκλογές της 6ης Μαΐου. Είναι περιττό δε να ειπωθεί πως η ανάδειξη του Μνημονίου ως κριτηρίου για την εκλογική στάση ευνοεί τα μάλα την Αριστερά μιας κι ως κριτήριο θέτει το κοινωνικό ζήτημα (ανεργία, μισθοί, κοινωνικές παροχές, φόροι) κι όχι τον παραδοσιακό διχασμό Αριστερά – Δεξιά ή πολύ περισσότερο το δίλλημα μέσα ή έξω από το ευρώ που αυτή τη στιγμή ευνοεί τις δυνάμεις του «μαύρου μετώπου» οι οποίες εκβιάζουν την ανοχή στην λιτότητα υπό την απειλή της εξόδου από την ευρωζώνη. Η επαναφορά της διαχωριστικής γραμμής Αριστερά – Δεξιά στο παραπάνω πλαίσιο θα οδηγήσει επίσης στο ακρότατο όριο και τις αντιφάσεις του Π. Καμένου, πιέζοντάς τον να ανακάμψει στην πολιτική μήτρα που τον γέννησε.
Τεκτονικές αλλαγές εγκυμονούνται και στο ΠΑΣΟΚ, υπό το βάρος του ταπεινωτικού 13% που συγκέντρωσε στην αναμέτρηση της 6ης Μαΐου, οδηγούμενο για πρώτη φορά μετά την δεκαετία του ’70 στην τρίτη θέση της εκλογικής κατάταξης. Η βασική μορφή που θα λάβει η αναμόρφωση του σοσιαλδημοκρατικού χώρου θα περιλαμβάνει την συνένωση του ΠΑΣΟΚ με την Δημοκρατική Αριστερά. Η απότομη προσγείωση του κόμματος του Φώτη Κουβέλη, από τα διψήφια δημοσκοπικά ύψη στο μόλις και μετά βίας ανεκτό ποσοστό του 6,1%, κάτω κι από την Χρυσή Αυγή, εντείνει τις αντιφάσεις του καθώς από την μια αυξάνει τις φυγόκεντρες τάσεις και τη δυναμική συνεργασίας ακόμη και συστέγασης με το ΠΑΣΟΚ, από την άλλη όμως γίνεται σαφές ότι αν τα στελέχη της ΔΗΜΑΡ απελευθερωθούν από τα ταμπού κι αποκαλύψουν τον ΠΑΣΟΚο που κρύβουν καλά μέσα τους, τότε τους περιμένει ακόμη μεγαλύτερη καταβαράθρωση. Η άνοδος αν και με σημαντικές διαβαθμίσεις της εκλογικής επιρροής όλης της Αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, κ.λπ) επηρεάζει με απρόσμενους και ποικίλους τρόπους το πολιτικό τοπίο.
Στον βαθμό που η αναμόχλευση του σοσιαλδημοκρατικού χώρου θα ξεκινήσει και θα ολοκληρωθεί με πρωτοβουλία του ΠΑΣΟΚ και του πρόσφατα εκλεγμένου προέδρου του Βαγγέλη Βενιζέλου, εκλεκτού των συγκροτημάτων Τύπου και της διαπλοκής όπως είχε φανεί από την σύγκρουσή του με τον Γιώργο Παπανδρέου για την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ το φθινόπωρο του 2007, όσες υποσχέσεις κι αν δοθούν για «νέο ξεκίνημα» θα είναι κενές περιεχομένου. Το ΠΑΣΟΚ στερούμενο έστω κι ενός αδιάφθορου στελέχους πρώτης γραμμής τον οποίο δεν θα κρατούν πολιτικό όμηρο τα κέντρα εξουσίας, θα συνεχίσει να αποτελεί στυλοβάτη της πολιτικής των άγριων περικοπών και της χρόνιας λιτότητας. Σε αυτή την πορεία, που σε κάθε περίπτωση θα είναι εντελώς απόμακρη από τα λαϊκά συμφέροντα και το κοινωνικό ζήτημα, οι προσωπικές στρατηγικές και ατομικές φιλοδοξίες, λειτουργώντας τις περισσότερες φορές ως βαποράκια μεγάλων οικονομικών συμφερόντων, θα γνωρίσουν νέες δόξες, δημιουργώντας απρόβλεπτες αναταράξεις στην πορεία εκ νέου συγκόλλησης του κατακερματισμένου πολιτικού συστήματος.
Τα αναβολικά του φασισμού
- άΤα αναβολικά του φασισμού
Τα αναβολικά του φασισμού
του Δημήτρη Ψαρρά
Ειρωνεία της τύχης. Έμελλε να είναι βουλευτίνα του ΚΚΕ (η Λιάνα Κανέλλη), η πρώτη που, μαζί με τη βουλευτίνα του ΣΥΡΙΖΑ (τη Ρένα Δούρου), θα γινόταν δημόσιος στόχος της χρυσαυγίτικης βίας. Διαψεύστηκε έτσι με τραγικό τρόπο η προεκλογική βεβαιότητα της Αλέκας Παπαρήγα ότι μόλις μπουν οι ναζιστές στη Βουλή θα φορέσουν γραβατούλες και ταγεράκια και θα γίνουν καλά παιδιά.
Το δυστύχημα είναι ότι χρειάστηκε να δούμε «ζωντανά» στην τηλεόραση αυτό το ελάχιστο δείγμα πολιτικής δράσης της Χρυσής Αυγής για να καταλάβουν ακόμα και οι πιο αδιάφοροι ότι κάτι δεν πάει καλά μ’ αυτό τον «διάλογο» που έχει ανοίξει με τους ναζιστές, κάτω από τους κανόνες που ορίζει για την προβολή των κομμάτων ο εκλογικός νόμος και οι προδιαγραφές του ΕΣΡ.
– Δεν μας έφταναν τα εκατοντάδες θύματα των πογκρόμ που διοργανώνει η ναζιστική συμμορία εδώ και χρόνια.
– Δεν δώσαμε σημασία στις δικαστικές αποφάσεις που αφορούν την ποινική δράση των μελών της ούτε καθ στις δίκες που εκκρεμούν εις βάρος στελεχών της για αδικήματα βίας.
–Αψηφήσαμε ακόμα και την τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Κακουργημάτων που επικυρώθηκε από τον Άρειο Πάγο (απόφαση Ποινικού Τμήματος 1167/2010), σύμφωνα με την οποία δέκα μέλη της οργάνωσης, με επικεφαλής τον υπαρχηγό της, οργάνωσαν δολοφονική απόπειρα εναντίον ενός αριστερού φοιτητή.Όλα αυτά τα στοιχεία θα αρκούσαν για να θέσει κανείς εκτός δημοκρατικού πλαισίου τη Χρυσή Αυγή και τους εκπροσώπους της πολύ πριν αρχίσει η προεκλογική περίοδος των περασμένων εκλογών. Στην περίπτωσή της δεν έχει καμιά εφαρμογή η αρχή που θέλει τη δημοκρατία να είναι ανεκτική ακόμα και απέναντι στους εχθρούς της. Γιατί δεν είναι οι «ιδέες» της Χρυσής Αυγής που πρέπει να αποκρουστούν, αλλά οι ίδιες οι πράξεις της.
Γράφοντας πριν από τις περασμένες εκλογές, υποστήριζα ότι γι’ αυτό τον λόγο κανένας διάλογος δεν είναι δυνατός με τους ναζιστές.[1] Αυτό ισχύει και για μας τους δημοσιογράφους αλλά και για τους πολιτικούς που βρίσκονται αντιμέτωποι με το ίδιο δίλημμα. Φυσικά, όσοι αισθάνονται πολιτική συγγένεια με τον φύρερ της Χρυσής Αυγής μπορούν ελεύθερα να τον καλούν στις εκπομπές τους ή να τον προβάλλουν στις στήλες τους. Αλλά ας μην επικαλούνται την ανάγκη «διαλόγου» ή την «ελευθερία των απόψεων», γιατί η προπαγάνδιση των πογκρόμ δεν είναι «άποψη».
Ακούγεται το επιχείρημα ότι μέχρι και οι φυλακισμένοι, ακόμα και οι βαρυποινίτες, βγαίνουν τηλεφωνικά σε τηλεοπτικές εκπομπές και υπερασπίζονται το δίκιο τους. Και πολύ καλά κάνουν. Αλλά όπως κανείς δεν καλεί καταδίκους για να εγκωμιάσουν το έγκλημά τους, έτσι δεν αποτελεί δημοκρατικό δικαίωμα των ναζιστών να μας εξηγούν για ποιο λόγο πρέπει να εφαρμόσουν κι αυτοί την «τελική» τους λύση στην Ελλάδα, αυτή τη φορά εναντίον των μεταναστών.
Το πάγιο ερώτημα των επιστημόνων που ασχολούνται με το φαινόμενο των σύγχρονων ακροδεξιών κομμάτων στην Ευρώπη είναι με ποιο τρόπο μπορεί να αναχαιτίσει την προέλασή τους το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα, οι εκφραστές δηλαδή του λεγόμενου συνταγματικού τόξου. Ο David Art έχει από χρόνια μελετήσει τις συνέπειες που μπορεί να έχουν στη βιωσιμότητα αυτών των πολιτικών σχηματισμών οι δυο στρατηγικές που αναπτύσσονται σε διάφορες χώρες και που σχηματικά διακρίνονται ανάλογα με το αν έχει ή όχι επιβληθεί μια υγειονομική ζώνη, ένας πολιτικός αποκλεισμός δηλαδή αυτών των κομμάτων.[2] Σύμφωνα με τη συγκριτική μελέτη των εκλογικών επιδόσεων, είναι σαφές ότι όσο πιο επιτρεπτικό είναι το πολιτικό περιβάλλον τόσο πιο εύκολα εγκαθίσταται στον πολιτικό χάρτη ένα παρόμοιο κόμμα. Σημειώνω εδώ ότι μιλάμε για ακροδεξιά κόμματα και όχι ανοιχτά νεοναζιστικά μορφώματα, για τα οποία δεν υπάρχει καμιά ανοχή στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Όμως η ίδια έρευνα δείχνει ότι αυτή η περίφημη «υγειονομική ζώνη» δεν πρέπει να οργανωθεί πολύ νωρίς, γιατί τότε κινδυνεύει να στρέψει την προσοχή ακτιβιστών της ακροδεξιάς στο μόρφωμα που απομονώνεται και να βοηθήσει έτσι σε μια έμμεση υπερπροβολή των θέσεών του. Αυτή λοιπόν η υγειονομική ζώνη πρέπει να εγκατασταθεί μόνο αν έχει ήδη αποκτήσει μια κάποια διακριτή παρουσία το ακροδεξιό μόρφωμα. Από την άλλη, σύμφωνα με την ίδια έρευνα, η υγειονομική ζώνη δεν πρέπει να αργήσει πολύ να εγκατασταθεί, ώστε να μην προλάβει το ακροδεξιό κόμμα να αποκτήσει σταθερή εκλογική δύναμη. Γιατί, αν έχει συμβεί αυτό, τότε το ακροδεξιό κόμμα θα έχει σταθεροποιήσει μεγάλο μέρος των οπαδών του, θα έχει αποκτήσει σοβαρά υλικά και οικονομικά μέσα, αρχίζοντας να επιβάλλει τη δική του πολιτική ατζέντα. Το έχουμε δει να συμβαίνει σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες με τα ζητήματα «νόμου και τάξης» και μετανάστευσης.[3]
Δυστυχώς αυτό είναι που συνέβη με τη Χρυσή Αυγή. Τώρα που «ξυπνήσαμε» είναι πολύ αργά, και η όψιμη «υγειονομική ζώνη» που επιχειρείται να θεσμοθετηθεί κατόπιν εορτής μετά τις ανδραγαθίες Κασιδιάρη ίσως δεν είναι αρκετή. Εδώ η ευθύνη των μέσων είναι σοβαρή. Γιατί ενώ η πραγματική δράση της Χρυσής Αυγής στις γειτονιές μοιάζει πολύ με την αντίστοιχη μαφιόζικων ομάδων στη γειτονική χώρα (προστασία μαγαζιών και αυτοδικία κατά μεταναστών υπέρ ορισμένων γηγενών), η εικόνα που έβγαζαν μέχρι πριν τρεις μέρες τα μέσα ενημέρωσης είναι εκείνη της γιαγιάς που της διαβάζει το PIN ο χρυσαυγίτης μπροστά στο ΑΤΜ.
Γιατί το έκαναν αυτό τα μέσα ενημέρωσης; Κάποια, όπως το Πρώτο Θέμα είναι φανερό ότι ασπάζονται ουσιαστικά την ατζέντα της οργάνωσης, επομένως το σχετικό ρεπορτάζ με τις στημένες φωτογραφίες ήταν η λογική κατάληξη ενός πολύχρονου φλερτ του Αναστασιάδη με τον φασισμό που καθώς φαίνεται επιτέλους ολοκληρώθηκε.
Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Και δυστυχώς δεν φταίνε μόνο οι δημοσιογράφοι. Πρέπει να παραδεχτούμε ότι η Ακροδεξιά ηγεμόνευσε σε μια μερίδα των αγανακτισμένων και έδωσε τον δικό της τόνο σε πολλές σκηνές λαϊκής διαμαρτυρίας εναντίον εκπροσώπων του πολιτικού συστήματος, ακόμα και εκεί που δεν ήταν παρούσα. Δεν αναφέρομαι μόνο στην παρουσία Χρυσαυγιτών στην πάνω πλατεία, αλλά στην επικράτηση των συνθημάτων, και κυρίως της φρασεολογίας της οργάνωσης, σε μεγάλο τμήμα του λεγόμενου «αντιμνημονιακού κινήματος», που ούτε ενιαίο ούτε κίνημα είναι. Η συνθηματολογία περί ξένης κατοχής, Τέταρτου Ράιχ, τσούλας Μέρκελ, παγκόσμιας διακυβέρνησης, Λέσχης Μπίλντερμπεργκ, εβραϊκής Goldman Sachs και πρωθυπουργού Τζέφρι, που κυριάρχησαν συχνά στον δημόσιο λόγο επέτρεψαν στην όποια Χρυσή Αυγή να κολυμπάει σαν το ψάρι στο νερό.
Αυτό συνέβη και την περασμένη Πέμπτη. Η Χρυσή Αυγή όχι μόνο κάλυψε τη δράση του «υπευθύνου Τύπου» της οργάνωσης, αλλά για αντιπερισπασμό προχώρησε και σε διαδήλωση δεκάδων μελών της στην Παιανία, για να υπερασπιστεί τη δολοφονική πράξη αυτοδικίας ενός κατοίκου με θύμα έναν μετανάστη που θεωρήθηκε ύποπτος διάρρηξης. Δυστυχώς, οι ναζιστές γνωρίζουν ότι όσο η κοινωνία δεν έχει την ευαισθησία να απορρίψει την αυτοδικία κατά μεταναστών, τα «παραπτώματα» των νεοναζιστών παλικαράδων θα πέφτουν στα μαλακά.
Ο Δημήτρης Ψαρράς είναι δημοσιογράφος, μέλος της δημοσιογραφικής-ερευνητικής ομάδας «Ο Ιός»
[1] «Τα μέσα ενημέρωσης και η Χρυσή Αυγή», tvxs, 9.4.2012.
[2] David Art, Inside the Radical Right. The Development of Anti-Immigrant Parties in Western Europe, Cambridge University Press, Κέιμπριτζ και Νέα Υόρκη 2011.
[3]
Ανάλογα ευρήματα και σε άλλη συγκριτική έρευνα για τον τρόπο που
αντιμετωπίστηκαν τα κόμματα της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη από τα μεγάλα
κατεστημένα κόμματα και τα μέσα ενημέρωσης. Βλ. Αντώνης Α. Έλληνας, Τα μέσα ενημέρωσης και η Άκρα Δεξιά στη Δυτική Ευρώπη. Παίζοντας το χαρτί του εθνικισμού, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2012.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)