Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2012

Arditi del Popolo 1918-1922


Το 1920 βρήκε την Ιταλία σε μια κατάσταση ακραίας όξυνσης της ταξικής πάλης. Από το Σεπτέμβρη του ίδιου χρόνου οι εργάτες προχωρούσαν μαζικά σε απεργίες και καταλήψεις εργοστασίων. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα με την πλατιά επιρροή του, κατάφερε να αποτραβήξει τους εργάτες από την πάλη ελπίζοντας ότι με τον τρόπο αυτό θα καλμάριζε τους καπιταλιστές. Οι φασίστες όμως συνέχιζαν με πολλαπλάσια ορμή τις επιθέσεις τους. Τον Οκτώβρη του 21, έναν μόλις μήνα μετά τον τερματισμό των καταλήψεων εργοστασίων, οι φασίστες κατέλαβαν την Μπολόνια αποκαθιστώντας την “τάξη”, δηλαδή καθαιρώντας βίαια το δημοτικό συμβούλιο της πόλης όπου πλειοψηφούσαν οι σοσιαλιστές. Μετά τον σχηματισμό της κυβέρνησης Φάκτα, από όλα τα αστικοδημοκρατικά κόμματα (δημοκρατικό, λαϊκό, φιλελεύθερο), οι φασίστες συνέχισαν τις καταλήψεις πόλεων, ενώ οι σοσιαλιστές φρενάριζαν τις όποιες απεργίες για να πείσουν την αστική τάξη για τις καλές τους προθέσεις. Κατά την διάρκεια του 1922 οι φασίστες κατέλαβαν διαδοχικά περίπου δώδεκα επαρχιακές πόλεις. Την ίδια ώρα, οι σοσιαλιστές προσέφεραν την συνεργασία τους στην αστική τάξη για το σταμάτημα των αγώνων. Όταν ο ηγέτης των σοσιαλιστών Τουράτι κατέφυγε στα ανάκτορα για να πείσει τον βασιλιά να κινηθεί ενάντια στον φασισμό, ο Μουσολίνι κάγχάσε: “Μη μπορώντας να στήσουν οδοφράγματα, πηγαίνουν στο Κυρηνάλιο”.
Οι κομμουνιστές, από την πλευρά τους, δεν αποδέχονταν ούτε καν την δυνατότητα κατάληψης της εξουσίας από το φασισμό, ενώ στάθηκαν εχθρικοί απέναντι στην πολιτική του ενιαίου εργατικού μετώπου απαράλλαχτα όπως το Κ.Κ. Γερμανίας μια δεκαετία αργότερα.
Ο δρόμος για τον Μουσολίνι ήταν ανοιχτός. Τα αστικοδημοκρατικά κόμματα επιχειρούν να σχηματίσουν μια νέα, ισχυρή κυβέρνηση “τάξεως”, υπό τον φιλελεύθερο Σαλάντρα. Όμως οι οργανώσεις των βιομηχάνων διαμήνυσαν ότι μόνο η “λύση Μουσολίνι” τους ήταν αρεστή. Έτσι στις 22 Οκτωβρίου 1922 οι ηγέτες του φασιστικού κόμματος προετοιμάζουν εξέγερση για τις 28 του μήνα, στην οποία θα λάβουν μέρος ένοπλοι μελανοχίτωνες που θα συγκεντρωθούν στα περίχωρα της Ρώμης και στην συνέχεια θα βαδίσουν κατά της πόλης.
Ο βασιλιάς Βίκτωρ Εμμανουήλ Γ’ όχι μόνο δεν προέβαλε καμία αντίσταση στο πραξικόπημα του Μουσολίνι αλλά του παρήγγειλε να σχημάτισει συμμαχική κυβέρνηση, ενώ οι ορδές των φασιστών συνέχιζαν να δουλεύουν με τα γκλομπ, τα μαχαίρια και τα ρεβόλβερ. Στα επόμενα δύο χρόνια οι φασίστες είχαν επικρατήσει ολοκληρωτικά καταστρέφοντας τα εργατικά συνδικάτα και κόμματα και αντικαθιστώντας το κοινοβούλιο με το Μεγάλο Φασιστικό Συμβούλιο.
Η πορεία του Μουσολίνι προς την εξουσία δεν ήταν αναίμακτη. Χιλιάδες αριστεροί, αναρχικοί, εργάτες, βετεράνοι, φαντάροι έδωσαν τη μάχη ενάντια στις φασιστικές συμμορίες. Σε αυτή τη μάχη πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιξαν οι Arditi del Popolo. Για τους AdP εκδόθηκαν πρόσφατα για πρώτη φορά δύο βιβλία στα ελληνικά. Τον Ιούλιο του 2012 από το Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο με τίτλο Arditi del Popolo: Η ιστορία της πρώτης αντιφασιστικής οργάνωσης και η αποτρέψιμη άνοδος του Μουσολίνι, του συγγραφέα Tom Behan και το φθινόπωρο από την Ευτοπία, με τίτλο Arditi del Popolo, ο πρώτος ένοπλος αγώνας ενάντια στο φασισμό 1921-1922 του ιταλού αναρχικού Andrea Staid.
Εδώ αναδημοσιεύουμε από το antifasismos μια μικρή παρουσίαση των Arditi del Popolo…
Μια ιστορία των λαϊκών πολιτοφυλακών που πολέμησαν τους Ιταλούς φασίστες, που καλύπτει τη γέννηση, την ανάπτυξη και την παρακμή της πρώτης αντιφασιστικής ομάδας στον κόσμο, των Λαϊκών Ομάδων Κρούσης.
Οδόφραγμα των Λ.Ο.Κ. στην Πάρμα, Αύγουστος 1922
Το τέλος του Ά Παγκοσμίου πολέμου βρήκε την εργατική τάξη της Ιταλίας σε μία κατάσταση έντονης επαναστατικής ζύμωσης. Παρότι ανέτοιμοι ακόμα να κατακτήσουν οι ίδιοι την εξουσία, οι εργάτες και οι αγρότες είχαν κερδίσει, από το 1918, μια πληθώρα παραχωρήσεων από το κράτος: μισθολογικές αυξήσεις, οχτάωρη εργασία και αναγνώριση των συλλογικών συμβάσεων.
Από το 1919, όμως, ένας νέος ριζοσπαστισμός αναδύθηκε στους κόλπους του εργατικού κινήματος. Μόνο εκείνη τη χρονιά, έγιναν 1.633 απεργίες σε όλη τη χερσόνησο, ενώ τον Αύγουστο το πρόσφατα σχηματισμένο κίνημα των εκπροσώπων των εμπορικών σωματείων του Τορίνο (ο πρόδρομος των εργατικών συμβουλίων) υπογράμμιζε την ανάπτυξη μίας νέας έντονης μαχητικότητας, που αντλούσε δύναμη από την αυτόνομη ικανότητα των εργατών να αυτοοργανώνονται σε ελευθεριακή βάση, η οποία είχε « τον πιθανό στόχο να προετοιμάσει τους ανθρώπους, τις οργανώσεις και τις ιδέες, σε μία συνεχή προεπαναστατική επιχείρηση ελέγχου, ώστε να είναι έτοιμοι να αντικαταστήσουν την εξουσία των αφεντικών στις επιχειρήσεις και να επιβάλουν μία νέα πειθαρχεία στην κοινωνική ζωή».
Στην επαρχία η αγροτιά είχε ανοίξει ένα δεύτερο μέτωπο με το κράτος, καταλαμβάνοντας τις γαίες που της είχε υποσχεθεί προπολεμικά. Ο νόμος Βισότσι, του Σεπτέμβρη του 1919, απλά νομιμοποίησε τις κοπερατίβες που είχαν ήδη στηθεί, ενώ οι «κόκκινες λίγκες» βοηθούσαν στη δημιουργεία ισχυρών σωματείων εργατών γης.
Το 1919, όμως, εμφανίζονται και τα πρώτα σημάδια άμυνας του κεφαλαίου απένατι σε αυτήν την αναπτυσσόμενη επίθεση. Μία συνάντηση μεταξύ βιομηχάνων και γαιοκτημόνων τον Απρίλιο, στη Γένοβα, σφράγισε τα πρώτα βήματα αυτής της «ιερής συμμαχίας» ενάντια στην άνοδο της εργατικής ισχύος. Σε αυτήν τη συνάντηση καταστρώθηκαν σχέδια για τη δημιουργία, τον επόμενο χρόνο, της Γενικής Ομοσπονδίας Βιομηχανίας και της Γενικής Ομοσπονδίας Γεωργίας, οι οποίες έθεσαν μαζί σε λειτουργία μία στοχευμένη στρατηγική για τη διάλυση των εργατικών σωματείων και των εκολαπτόμενων συμβουλίων.
Όμως οι βιομήχανοι και οι γαιοκτήμονες δε μπορούσαν να αναλάβουν μόνοι τους τον αγώνα ενάντια στο εργατικό κίνημα. Έπρεπε οι ίδιοι οι εργάτες να οδηγηθούν στην υποταγή και να καμφθεί το επαναστατικό τους πνεύμα στους ίδιους δρόμους που περπατούσαν και στα ίδια χωράφια που έσπερναν. Για αυτό το λόγο, το κεφάλαιο, στράφηκε στους ένοπλους τραμπούκους του φασισμού και στο μεγαλύτερο τραμπούκο όλων: το Μπενίτο Μουσολίνι.

Ο σχηματισμός των φασιστικών ομάδων

Αμέσως μετά τη λήξη του πολέμου, υπήρξε μια πραγματική άνθηση των αντεργατικών οργανώσεων. Η «Combat Fasci» του Μουσολίνι, η Λίγκα των Αντιμπολσεβίκων, η «Fasci» για την Κοινωνική Μόρφωση, η Umus, η Εξιλεωμένη Ιταλία κ.α. Παράλληλα, τα μέλη του σώματος εθελοντών πολέμου, που ήταν πλέον αποστρατευμένα, οργανώθηκαν σε μία ελίτ στρατιωτική δύναμη 20.000 ανδρών και μπήκαν αμέσως στην υπηρεσία του αντεργατικού κινήματος.
Αυτό το κίνημα απαρτίζοταν κυρίως από μεσοαστούς και μικροαστούς. Πρώην αξιωματικοί και στρατιωτικοί, υπάλληλοι, φοιτητές και αυτοαπασχολούμενοι συμμάχησαν με το φασισμό στις πόλεις, ενώ στην ύπαιθρο οι γιοι των ενοικιαστών κτημάτων, μικροϊδιοκτήτες γης και διαχειριστές κτημάτων στρατολογήθηκαν πρόθυμα στον πόλεμο ενάντια στη θεωρούμενη Κόκκινη Απειλή. Η αστυνομία και ο στρατός στήριζαν ενεργά τους φασίστες, παροτρύνοντας πρώην αξιωματικούς να συμμετέχουν στις ομάδες και να τις εκπαιδεύουν, δανείζοντας όπλα και οχήματα, επιτρέποντας ακόμα και σε ποινικούς να συμμετέχουν με την υπόσχεση προνομίων και ασυλίας. Οι άδειες οπλοφορίας, που τις αρνούνταν σε εργάτες και αγρότες, δίνονταν αφειδώς στις φασιστικές φάλαγγες, ενώ τα πυρομαχικά από το κρατικό οπλοστάσιο έδιναν στους Μελανοχιτώνες τεράστιο πλεονέκτημα ενάντια στους εχθρούς τους. Τελικά, το Νοέμβρη του 1921, οι διάφορες ομάδες κρούσης ενώθηκαν σε μία στρατιωτική οργάνωση που έμεινε γνωστή ως «Principi», η οποία διατηρώντας τη στρατιωτική ιεραρχία ήταν χωρισμένη σε τομείς, κοόρτεις και λεγεώνες και είχε ειδική στολή.

Οι Λαϊκές Ομάδες Κρούσης

Για να αντισταθμίσουν την ανεπάρκεια του Σοσιαλιστικού Κόμματος (PSI- Partito Socialista Italiana ) και του μεγαλύτερου εργατικού συνδικάτου, της CGL, μαχητές διαφόρων τάσεων, αναρχοσυνδικαλιστές, αριστεροί σοσιαλιστές, κομμουνιστές και δημοκράτες σχημάτισαν, τον Ιούνη του 1921, μία λαϊκή πολιτοφυλακή, τις Λαϊκές Ομάδες Κρούσης, για να πολεμήσει τους φασίστες.
Ενώ υπήρχε μία πολιτική ποικιλομορφία, οι Λ.Ο.Κ. ήταν κατά κύριο λόγο μία οργάνωση της εργατικής τάξης. Εργάτες κατατάσσονταν από τα εργοστάσια, τα χωράφια, το σιδηρόδρομο, τα ναυπηγεία, τις οικοδομές, τα λιμάνια και τα μέσα μαζικής μεταφοράς. Συμμετείχαν επίσης και κάποια κομμάτια της μεσοαστικής τάξης, όπως φοιτητές, εργάτες γραφείου και άλλα επαγγέλματα.
Δομικά, οι Λ.Ο.Κ., ήταν χωρισμένες σε τάγματα, λόχους και διμοιρίες. Οι διμοιρίες αποτελούνταν από δέκα μέλη και το διμοιρίτη. Τέσσερεις διμοιρίες έφτιαχναν έναν λόχο, που διοικούταν από το λοχαγό, και τρεις λόχοι ένα τάγμα με επικεφαλής τον ταγματάρχη. Επίσης χρησιμοποιούνταν περιοδικές ομάδες για να διατηρείται η επαφή της κεντρικής διοίκησης με τους μαχητές.
Παρά τη δομή τους, οι Λ.Ο.Κ., ήταν αρκετά ευέλικτες ώστε να αντιδρούν άμεσα στις φασιστικές απειλές. Η πολιτική τους συμπεριφορά υπαγορευόταν από την ομάδα που είχε την επιρροή σε μία συγκεκριμένη περιοχή, αλλά οι περισσότεροι τομείς είχαν πραγματική αυτονομία δράσης.
Τέτοιοι τομείς στήθηκαν γρήγορα σε όλα τα μέρη της χώρας, είτε ως νέα δημιουργήματα είτε ως κομμάτια παλιότερων ομάδων όπως το Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας (PCdI- Partito Comunista d’Italia), η «παραστρατιωτική» «Arditi Rossi» στην Τεργέστη, τα Παιδιά του Κανένα (Figli di Nessuno) στη Γένοβα και στο Βερτσέλι, ή την Προλεταριακή Λίγκα (Lega Proletaria), που είχε σχέση με το Σοσιαλιστικό κόμμα. Συνολικά, τουλάχιστον 144 τομείς είχαν δημιουργηθεί μέχρι το τέλος του καλοκαιριού του 1921, οι οποίοι αριθμούσαν περίπου 20.000 μέλη. Οι μεγαλύτεροι τομείς ήταν αυτοί στο Λάτσιο με 3.300 μέλη και στην Τοσκάνη, όπου σε 18 τομείς υπήρχαν 3.000 μέλη.
Οι Λ.Ο.Κ. δημιούργησαν γρήγορα τη δικιά τους κουλτούρα και ταυτότητα με τον κάθε τομέα να επιδεικνύει περήφανα τα δικά του σήματα και σύμβολα πολέμου. Ενώ οι Λ.Ο.Κ. ως σύνολο μπορούσαν να  Η σημαία του τομέα Civitavecchiaαναγνωριστούν από το δαφνοστεφανωμένο κρανίο με το μαχαίρι στο στόμα και το σύνθημα « A Noi» (Σε μας), το σήμα της κεντρικής διοίκησης ήταν ένα μαχαίρι τυλιγμένο σε φύλλα βελανιδιάς και δάφνης. Ο τομέας Civitavecchia δεν άφησε και πολλά στην φαντασία διαλέγοντας για σημαία ένα τσεκούρι που διαλύει το φασιστικό σύμβολο! Παρόλο που δεν είχαν, ούτε ήθελαν να έχουν, δικιά τους στολή ο μέσος μαχητής προτιμούσε μαύρη μπλούζα, σκούρο γκρι παντελόνι με ένα κόκκινο λουλούδι στις κουμπότρυπες. Τα τραγούδια τους ήταν άμεσα και επιθετικά όπως και οι ίδιοι:
«Συγκρατούμε τη βία
 των μισθοφόρων φασιστών
 Όλοι οπλισμένοι επάνω στο ιππικό
 της ανθρώπινης εξιλέωσης
 Αυτή η αιώνια νιότη
 ανανεώνεται από την πίστη
 στους ανθρώπους που απαιτούν ισότητα και ελευθερία»

Η φασιστική επιθετικότητα

Ο Ιταλός αναρχικός Ενρίκο Μαλατέστα, σχολιάζοντας τις μαζικές καταλήψεις εργοστασίων στη βόρεια Ιταλία το Σεπτέμβρη του 1920 στις οποίες συμμετείχαν 600.000 εργάτες, είχε προβλέψει πως «αν δε φτάσουμε μέχρι το τέλος θα πληρώσουμε με δάκρυα αίματος το φόβο που προκαλούμε τώρα στους αστούς.» Τα λόγια του ήταν προφητικά, καθώς τόσο το PSI όσο και η CGL  αντί να απλώσουν τον αγώνα από τα εργοστάσια στις κοινότητες συνεργάστηκαν με το κράτος για να γυρίσουν οι εργάτες στη δουλειά τους. Ήταν από εκείνη τη στιγμή και μετά, που το κράτος πέρασε στην επίθεση και οι ομάδες « επαναστατικής δράσης» του Μουσολίνι προμηθεύτηκαν αρκετά όπλα για να πάρουν τους δρόμους.
Μέχρι το σχηματισμό των Λ.Ο.Κ. οι φασίστες έκαναν ουσιαστικά ότι ήθελαν. Ξεκινώντας με μια επίθεση στο δημαρχείο της Μπολόνια οι φασιστικές ομάδες σάρωσαν την ύπαιθρο σα δρεπάνι, αναλαμβάνοντας «σωφρονιστικές αποστολές» εναντίον των «κόκκινων» χωριών.  Μετά από αυτή τους την επιτυχία, άρχισαν να επιτίθενται στις πόλεις. Εργατικά σωματεία, γραφεία κοοπερατίβων και αριστερών εφημερίδων καταστράφηκαν στην Τεργέστη, στη Μοντένα και στη Φλωρεντία μέσα στους λίγους πρώτους μήνες του 1921. Όπως γράφει ο Ρόσσι είχαν « τεράστιο πλεονέκτημα σε σχέση με το εργατικό κίνημα σχετικά με την ευχέρεια μεταφοράς και συγκέντρωσης τους…Οι φασίστες ήταν γενικά χωρίς δεσμούς…μπορούσαν να ζουν οπουδήποτε… Οι εργάτες, αντίθετα, είναι δεμένοι με τα σπίτια τους… Αυτό το σύστημα δίνει στον εχθρό κάθε πλεονέκτημα: αυτό του επιτιθέμενου ενάντια στον αμυνόμενο και αυτό του ευκίνητου πολέμου εναντίον του στατικού πολέμου.
Παρόλα αυτά, από το Μάρτιο του 1921, υπήρχαν αυξανόμενα σημάδια άμυνας της εργατικής τάξης. Στο Λιβόρνο, όταν μία εργατογειτονιά (Borgo dei Cappucini) δέχτηκε επίθεση από τους φασίστες, όλοι οι κάτοικοι κινητοποιήθηκαν εναντίον τους, διώχνοντας τους από την πόλη. Τον Απρίλιο, όταν οι φασίστες επιτέθηκαν σε ένα εργατικό κέντρο (Camero del Lavoro), οι εργάτες προχώρησαν σε απεργία στις 14 περικυκλώνοντας τους φασίστες με αποτέλεσμα να σπεύσει ο στρατός για να τους προστατέψει. Από τον Ιούλιο, η εργατικά τάξη είχε σχηματίσει την δική της ένοπλη πολιτοφυλακή- τις Λαϊκές Ομάδες Κρούσης. 

Οι Λαϊκές Ομάδες Κρούσης σε δράση

Η πρώτη ορατή δράση των Λ.Ο.Κ. ήταν στο Πιομπίνο, στις 19 Ιουλίου του 1921, όταν επιτέθηκαν σε ένα μέρος φασιστικών συγκεντρώσεων, εγκλωβίζοντας μέσα τους φασίστες. Όταν η βασιλική φρουρά προσπάθησε να επέμβει, αναγκάστηκε και αυτή να παραδοθεί. Οι Λ.Ο.Κ. κράτησαν τους δρόμους για μερικές μέρες μέχρι να αναγκαστούν να αποσυρθούν λόγω των τεράστιων αστυνομικών δυνάμεων.
Στη Σαρζάνα, πήγαν να βοηθήσουν τον τοπικό πληθυσμό που είχε καταφέρει να αιχμαλωτίσει έναν από τους σημαντικότερους ηγέτες των φασιστών, τον Ρενάτο Τίτσι. Όταν μία ομάδα 500 φασιστών προσπάθησε να σώσει τον Τίτσι, οι Λ.Ο.Κ. ήταν εκεί, αναγκάζοντας τους φασίστες να καταφύγουν στην ύπαιθρο. Πάνω από 20 φασίστες σκοτώθηκαν και ο επικεφαλής της ομάδας τους σχολίασε «Η ομάδα, συνηθισμένη τόσο καιρό στο να νικά έναν αντίπαλο που σχεδόν πάντα το έσκαγε ή πρόβαλλε ασθενική αντίσταση, δε μπορούσε και δεν ήξερε πώς να προστατέψει τον εαυτό της.» 

Το ξεπούλημα

Όμως, ενώ οι Λ.Ο.Κ. αποκτούσαν ορμή στο δρόμο, προδόθηκαν από το PSI, που το ενδιέφερε περισσότερο η υπογραφή μια συμφωνία «μη-βίας» με τους φασίστες· αυτό σε μία περίοδο που οι φασίστες ήταν ευάλωτοι. Οι μαχητικοί Σοσιαλιστές αναγκάστηκαν από την ηγεσία τους να αποσυρθούν από τις Λ.Ο.Κ., ενώ η CGL διέταξε τα μέλη της να φύγουν από την οργάνωση.
Ένας από τους ηγέτες των συνδικάτων, ο Ματεότι, επιβεβαίωσε το ξεπούλημα στη συνδικαλιστική εφημερίδα Battaglia Sindicale: «Μείνετε στο σπίτι: μην απαντάτε στις προκλήσεις. Ακόμα και η σιωπή, ακόμα και η δειλία, είναι κάποιες φορές ηρωική πράξη.»
Οι κομμουνιστές πήγαν ένα βήμα παραπέρα δημιουργώντας τις δικές τους «ταξικά συνειδητοποιημένες» ομάδες με αποτέλεσμα να αποδεκατίσουν περαιτέρω το κίνημα. Σύμφωνα με τον Γκράμσι « Αυτή η τακτική…απαντούσε στην ανάγκη να μην ελέγχονται τα μέλη του κόμματος από μία ηγεσία που δεν ήταν η ηγεσία του κόμματος.» Σύντομα, είχαν μείνει μόνο 50 τομείς με 6.000 μέλη, με την υποστήριξη της αναρχοσυνδικαλιστικής Συνδικαλιστικής Ένωση Ιταλίας ( Unione Sindicale Italiana- USI)  και  Αναρχικής Ένωσης Ιταλίας (Unione Anarchica Italiana- UAI).
Ένας αριθμός αυτών των τομέων έδρασε ξανά το Σεπτέμβρη στο Πιομπίνο, όταν οι φασίστες, που είχαν κάψει τα γραφεία του PSI (της ίδια οργάνωσης που είχε προδώσει τις Λ.Ο.Κ., πριν από ένα μήνα) αναχαιτίστηκαν από μία αναρχική περίπολο και αναγκάστηκαν να το σκάσουν. Το Πιομπίνο έγινε σύντομα το νευραλγικό κέντρο άμυνας ενάντια στο φασισμό, αμυνόμενο ξανά σε μια νέα φασιστική επίθεση τον Απρίλιο του 1922, πριν τελικά υποταχθεί μετά από μιάμιση ημέρα σφοδρών συγκρούσεων, όταν οι φασίστες με τη βοήθεια της Βασιλικής Φρουράς, κατάφεραν να καταλάβουν τα γραφεία της UAI.
Τον Ιούλιο του 1922, η ρεφορμιστική γενική απεργία για την υπεράσπιση των «αστικών ελευθεριών και του συντάγματος» σήμανε την τελική καταστροφή του εργατικού κινήματος καθώς οι κινητοποιήσεις δε συνοδεύτηκαν, ούτε μπορούσαν να συνοδευτούν, από επιθετική άμεση δράση. Οι φασίστες απλά λειτούργησαν τα μέσα μαζικής μεταφοράς με απεργοσπάστες και έγιναν κύριοι των δρόμων. Με την κατάρρευση της απεργίας, οι φασίστες συγκέντρωσαν τις δυνάμεις τους για να αντιμετωπίσουν τα τελευταία σημεία αντίστασης, ένα από τα οποία, το Λιβόρνο, υποτάχθηκε σε μία δύναμη 2.000 φασιστών.
Μετάφραση του λήμματος Arditi del Popolo από τον ιστότοπο libcom.org

Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2012

TΕΣΣΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ ΓΡΗΓΟΡΟΠΟΥΛΟΥ



Για το πνεύμα των ημερών. Μερικές σκόρπιες σημειώσεις για μια εξελισσόμενη εξέγερση 

  
    Η εξέγερση της νεολαίας που ζούμε αυτές τις μέρες στην Αθήνα και μια σειρά άλλες μεγάλες  πόλεις είναι μια υπόθεση που έχει βάθος, βάθος κοινωνικό και πολιτικό και αποτελεί την έκρηξη κοινωνικών αντιφάσεων και μιας χρόνιας συσσωρεμένης καταπίεσης. Αποτελεί ένα κοινωνικό και πολιτικό γεγονός που οι αιτίες του έχουν να κάνουν με την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των λαϊκών στρωμάτων στην ελληνική κοινωνία σήμερα και την παρακμή του αστικού πολιτικού συστήματος. Είναι κάτι πρωτόγνωρο στην έκταση και την ένταση των αντιστάσεων για τα μεταπολιτευτικά δεδομένα αλλά και για τις διεθνείς αντιδράσεις που ενεργοποίησε. Η ελληνική κοινωνία δεν έχει δει κάτι ανάλογο από τη Μεταπολίτευση και ύστερα. Η εξάπλωση της επίσης στην υπόλοιπη Ευρώπη είναι γεγονός. Μια εξάπλωση που έχει μια ιδιαίτερη σημασία και προβληματίζει τους κύκλους της σημερινής ευρωπαϊκής αντίδρασης. Σύμφωνα με τη σοσιαλδημοκρατική εφημερίδα Ντι Τσάιτ: «Αν αναζητήσει κανείς τις βαθύτερες αιτίες διαπιστώνει ότι η Ελλάδα βρίσκεται στην Ευρώπη. Τα προβλήματα των νέων που βάζουν φωτιές στην Αθήνα μοιάζουν μ΄ εκείνα των συνομιλήκων συντρόφων τους στο Παρίσι ή στο Βερολίνο»(εφημ.ΠΡΙΝ14/12/2008).Ακριβώς η έκφραση αυτού του φόβου είναι που την κάνουν να ξεχωρίζει από άλλα ανάλογα γεγονότα και την τοποθετούν σ΄ ένα ποιοτικά διαφορετικό επίπεδο. Περισσότερο έχει μέσα της χαρακτηριστικά του μέλλοντος των εξεγέρσεων. Ως γεγονός δεν αποφασίστηκε και δεν σχεδιάστηκε από κανένα πολιτικό σχηματισμό , ούτε ελέγχεται επίσης από κανέναν.
     Καταλυτικό αίτιο σταθηκε η εν ψυχρώ δολοφονία ενός 15χρονου παιδιού στην περιοχή των Εξαρχείων από ειδικό φρουρό της ΕΛ.ΑΣ, ο οποίος τον δολοφόνησε ύστερα από ένα μικροεπεισόδιο κατά βάση φραστικό, με μια παρέα νέων παιδιών και ύστερα τον εγκατέλειψε μαζί με τον συνάδελφό του στην περιπολία και έφυγε. Το περιστατικό δεν είναι καθόλου μεμονωμένο. Μας το αποδεικνύει ένας μακρύς κατάλογος από τη μεταπολίτευση  και ύστερα με ονόματα που είναι γνωστά και δεν χρειάζεται να επαναληφθούν. Εκείνο που θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο κατάλογος αυτός την τελευταία δεκαετία περιλαμβάνει εβδομήντα άτομα. Τα περισσότερα από τα άτομα αυτά που έπεσαν θύματα της αστυνομικής καταστολής ήταν απλοί πολίτες. Οι εκθέσεις της Διεθνούς Αμνηστίας για την Ελλάδα το  είναι ιδιαίτερα ενδεικτικές. Οι εκθέσεις αυτές επισημαίνουν ότι η κακομεταχείριση και οι παραβιάσεις δικαιωμάτων αποτελεί μια μόνιμη πρακτική της ΕΛ.ΑΣ. Κάνουν λόγο για δολοφονίες πολιτών, ειδικά μεταναστών και ρομά , για κακοποίηση των αντίστοιχων ομάδων. Η έκθεση του για το 2006 διαπιστώνει ότι « παράνομοι μετανάστες υφίστανται βία από συνοριοφύλακες και λιμενικούς όταν συλλαμβάνονται να εισέρχονται στη χώρα παράνομα». Στην ίδια έκθεση γίνεται ακόμα η διαπίστωση ότι« Γιατροί της αντιπροσωπείας πρόληψης των βασανιστηρίων διαπίστωσαν ότι άτομα που είχαν ισχυριστεί ότι υπέστησαν κακομεταχείριση κατά τη διάρκεια ανάκρισης ή ενώ βρίσκονταν υπό κράτηση σε σταθμούς συνοριοφυλακής έφεραν τραύματα που επιβεβεαίωναν τους ισχυρισμούς τους.» Η ελληνική Αστυνομία έχει επομένως σημαντική παράδοση σε τέτοιες πρακτικές αλλά το σημαντικότερο είναι η ευνοϊκή μεταχείριση και η ατιμωρησία που απολαμβάνουν τα όργανά της γι΄ αυτές τους τις συμπεριφορές.
      Η κατασταλτική βία της αστυνομίας είναι πολιτικό γεγονός, είναι θέμα ταξικού προσανατολισμού αυτών των μηχανισμών και εφαρμογής συγκεκριμένων δογμάτων με τα οποία υλοποιείται η κρατική καταστολή. Μπορεί οι κατασταλτικοί μηχανισμοί στα πλαίσια μιας αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας να μην έχουν τον ίδιο αναβαθμισμένο ρόλο που έχουν στα πλαίσια μιας δικτατορίας , όμως ο ουσιαστικός τους ρόλος  δεν αλλάζει. Συνεχίζουν ν ’ αποτελούν το οπλισμένο χέρι του καθεστώτος ενάντια στις καταπιεζόμενες και κυριαρχούμενες τάξεις. Η μεταπολιτευτική ιστορία της ελληνικής αστυνομίας έδειξε ότι αυτή σταθερά διατήρησε τον προσανατολισμό της ενάντια στο κοινωνικό κίνημα. Δεν υπήρξε καμιά μεγάλη λαϊκή κινητοποίηση είτε στα χρόνια της Ν.Δ είτε του ΠΑΣΟΚ που να μη δέχτηκε την άγρια αστυνομική καταστολή. Από τις αύρες και τις σκευωρίες του Χ. Καραθανάση στην πρώτη μεταπολίτευση ως τα ΜΑΤ του Αρκουδέα  και το δόγμα του Μητσοτάκη ότι ο «αστυνομικός είναι το κράτος» κάθε σημαντική λαϊκή κινητοποίηση βρίσκει απέναντί της την βία της αστυνομίας. Η αστυνομική βία  δεν εκφράζεται μόνο με την καταστολή των διαδηλώσεων αλλά  και με τη βία απέναντι σε μετανάστες , όπως έδειξε ο βασανισμός μεταναστών στο αστυνομικό τμήμα της Ομόνοιας με τη βία και τις παραβιάσεις δικαιωμάτων ενάντια σε μικροκακοποιούς , τοξικομανείς,τις σκευωρίες ενάντια σε κοινωνικούς αγωνιστές, την παρακολούθηση συνδικαλιστικών και κινηματικών δραστηριοτήτων. Η ανάπτυξη  ακροδεξιών αντιλήψεων και ρατσιστικών  πρακτικών  καθώς και η διαμόρφωση σχέσεων με νεοφασιστικές ομάδες όπως η ‘’Χρυσή Αυγή’’ είναι μια πραγματικότητα για μέρος του προσωπικού της.
    Δεν είναι επομένως η βία της αστυνομίας θέμα κακής ή ανεπαρκούς εκπαίδευσης του προσωπικού της ούτε  εκφράζει μεμονωμένες συμπεριφορές κάποιων άφρονων ατόμων. Είναι πρακτική που έχει να κάνει με την προστασία των κυρίαρχων τάξεων, είναι η πυγμή του κράτους απέναντι στην κοινωνική αντίσταση και διαμαρτυρία και είναι αδιάφορο στην εξουσία αν είναι πέρα από τα όρια της τυπικής νομιμότητας που η ίδια θεσπίζει. Οι δε κατά καιρούς διακηρύξεις για εκδημοκρατισμό της αστυνομίας κατέληξαν σε λόγια κενά περιεχομένου. Η καταστολή συνεχίστηκε αμείωτη κι αυτό που έγινε ήταν ο τεχνοκρατικός της εκσυγχρονισμός της και η συμμετοχή στη διεθνοποίηση των μηχανισμών αστυνομευσης. Η εφαρμογή επίσης του δόγματος της μηδενικής ανοχής που ήταν η πολιτική απάντηση των κυριάρχων τάξεων στην κοινωνική περιθωριοποίηση μεγάλου μέρους του εργαζόμενου πληθυσμού την εποχή που ηγεμόνευσε ο νεοφιλελευθερισμός, έκανε την αστυνομία ακόμα πιο αυταρχική και αποτέλεσε προϋπόθεση για να προωθηθούν μια σειρά καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις στην παραγωγή, την εργασία , την εκπαίδευση και τις κοινωνικές υπηρεσίες.  
     Τα κροκοδείλια δάκρυα των εκπροσώπων της κρατικής εξουσίας για τη δολοφονία του παιδιού συμβαδίζουν με τις προσπάθειες να συγκαλυφτεί το έγκλημα και να παρουσιαστεί σαν ένας απλός εξοστρακισμός της σφαίρας. Περιμένουν απλά μια πιο ευνοϊκή περίοδο χωρίς αντιδράσεις στην οποία θα μεθοδευτεί καλύτερα η αθώωση του δολοφόνου. Γνωρίζοντας το που κατέληξαν οι υποθέσεις του Κουμή , της Κανελλόπουλου και του Μ. Καλτέζα , πρέπει να είναι κατανοητό ότι το κράτος δεν θα παραιτηθεί από τη συγκάλυψη της δολοφονίας. Από τώρα διαμορφώνονται προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο.     
    Τα  γεγονότα των ημερών δεν είναι μια εξέγερση  μόνο ενάντια στην αστυνομική βία, που είναι υπαρκτή και σοβαρή στην Ελλάδα σε στρώματα καταπιεσμένων. Είναι κάτι περισσότερο. Είναι μια εξέγερση με κοινωνικά χαρακτηριστικά. Δείχνει το μέγεθος της οργής  για την κοινωνική προοπτική που επιφυλάσσουν σε μεγάλο μέρος των νέων  η ανασφάλιστη και κακοπληρωμένη εργασία , η απόρριψη από την εκπαίδευση, η ανεργία. Οι αναδιαρθρώσεις αυτές εδραίωσαν τη λεγόμενη ελαστική εργασία , προώθησαν την εμπορευματοποίηση της παιδείας και της υγείας , κατέστρεψαν το σύστημα της κοινωνικής ασφάλισης, χτύπησαν δηλ. από πολλές πλευρές τα δικαιώματα και τη ζωή εκατομμυρίων εργαζομένων. Οι συνθήκες στην εργασία χειροτέρευσαν κατά πολύ εξαιτίας της ασυδοσίας της εργοδοσίας και της κυβερνητικής ανοχής που απολαμβάνει. Αποκορύφωμα το καλοκαιρινό έγκλημα στο Πέραμα που στοίχησε τη ζωή σε οκτώ εργάτες  την ώρα που η δημοκρατία ‘’μας’’ ετοιμάζονταν να γιορτάσει τα 34α  γενέθλιά της. Η επίθεση στις λαϊκές τάξεις συνεχίστηκε αμείωτη και με την κυβέρνηση Καραμανλή. Παίρνοντας τη σκυτάλη η σημερινή κυβέρνηση από την προηγούμενη εκσυγχρονιστική του ΠΑΣΟΚ μείωσε τη φορολογία των επιχειρήσεων και έγινε μηδενική η φορολογία της εκκλησίας.  Τα φορολογικά βάρη φορτώθηκαν στα μεσαία και εργατικά στρώματα , οι πολιτικές της λιτότητας συνεχίστηκαν στο αμείωτο , ενώ από εργοδοτικά χείλη συνδεδεμένα άμεσα με την κυβέρνηση ακούγονται οι πλέον κυνικές προτάσεις για εργασιακή εβδομάδα τεσσάρων ημερών με αντίστοιχη μείωση αποδοχών και ασφαλιστικών εισφορών. 28 δισεκατομμύρια ευρώ δόθηκαν στις τράπεζες ως στήριξη εξαιτίας της διεθνούς καπιταλιστικής κρίσης, την ώρα που οι κοινωνικές δαπάνες μειώνονται κάθε χρονιά και περισσότερο. Η υπερχρέωση στις τράπεζες μεγάλου μέρους νοικοκυριών είναι μια τραγική πραγματικότητα και η δόση μαζί με το επιτόκιο κρέμεται σαν δαμόκλειος σπάθη πάνω από τα κεφάλια τους.
      Όλο και περισσότεροι σήμερα βιώνουν σε προσωπικό και οικογενειακό επίπεδο την ανασφάλεια, ειδικά δε η νεολαία των εργατικών οικογενειών αλλά ακόμα και των μεσαίων τάξεων βιώνει πολύπλευρα την απόρριψη και στην εκπαίδευση και στην εργασία. Ξέρουν ότι θα ζήσουν σ΄ ένα μέλλον που θα το χαρακτηρίζει η αβεβαιότητα και η φτώχεια. Έτσι η νεολαιίστικη εξέγερση έγινε το κανάλι στο οποίο διοχετεύτηκε η λαϊκή αγανάκτηση για τις πολιτικές επιλογές της κυβέρνησης Καραμανλή στην οικονομία , την εργασία και την εκπαίδευση. Μια αγανάκτηση  που δεν μπορούσε να εκφραστεί μέσα από τα κανάλια του καθεστωτικού – κρατικού συνδικαλισμού που τον δένουν χίλια νήματα με την κρατική εξουσία και τον έχουν καταστήσει παντελώς ανυπόληπτο στα μάτια των εργαζομένων.
      Η στάση της ΓΕΣΕΕ- ΑΔΕΔΥ στην απεργία της 10ης του Δεκέμβρη που μετέτρεψε την προγραμματισμένη πορεία σε απλή συγκέντρωση στο Σύνταγμα αποδεικνύει ότι τίποτα από τα συμβαίνοντα στην Ελλάδα σήμερα δεν μπορούν οι γραφειοκράτες ν΄ αντιληφθούν στην πραγματική τους διάσταση , ότι είναι απλός θεατής γεγονότων και ουσιαστικά παραμένουν στο καθεστωτικό μπλοκ. Μπορεί ν΄ απέρριψαν την πρόταση Καραμανλή για αναβολή της απεργίας δεν έκαναν όμως τίποτα για να συνταχθούν με την εξεγερμένη νεολαία , αντίθετα με τη ματαίωση της πορείας προσπάθησαν να φτιάξουν υγειονομική ζώνη , βλέποντας την εξέγερση με το ίδιο μάτι που τη βλέπουν η κυβέρνηση και τα καθεστωτικά Μ.Μ.Ε.
     Η νεοφιλελεύθερη λαίλαπα ανατρέποντας κοινωνικά δικαιώματα και ιστορικές κατακτήσεις δεκαετιών καταστρέφει την κοινωνική ύπαρξη μιας σειράς εργαζομένων στρωμάτων και τα οδηγεί στο κοινωνικό περιθώριο. Από την άλλη το πολιτικό κλίμα σφραγίζεται από τη διαφθορά, το νεποτισμό των εκπροσώπων της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας , την κυβερνητική και δικαστική συγκάλυψη των ανομιών τους. Παρέλαση πολιτικών και οικονομικών σκανδάλων με πρωταγωνιστές Υπουργούς και άλλα ανώτατα στελέχη του κρατικού μηχανισμού. Από το σκάνδαλο των ομολόγων και της λεηλασίας των ασφαλιστικών ταμείων, στη SIEMENS και από εκεί στους ιερούς πατέρες του Βατοπεδίου. Προσπάθεια ελέγχου του δικαστικού μηχανισμού για την εξασφάλιση ευνοϊκών αποτελεσμάτων στις έρευνες. Η σημερινή κυβέρνηση της Ν.Δ ασκεί μια πολιτική που είναι μείγμα ενός παροξυσμού διαφθοράς και μέτρων αντιλαϊκής πολιτικής. Παραπαίει κάτω από τις αντιφάσεις της και γίνεται όλο και πιο επικίνδυνη μέσα στην κατάρρευσή της. Τα όσα ακούγονται για εφαρμογή του άρθρου 11 του Συντάγματος , όπως έδειξε και ο ηγέτης της ακροδεξιάς , είναι πρωτοφανή , δείχνουν το αδιέξοδο της κυβέρνησης αλλά και συνολικά του πολιτικού συστήματος. Ακόμα πιο απίστευτα και κυνικά μπορούν να θεωρηθούν όσα ακούστηκαν από Υπουργό της Κυβέρνησης για εφαρμογή του άρθρου 48 του Συντάγματος , δηλ. της κατάστασης πολιορκίας.         
    Σε κάθε στιγμή και πολύ περισσότερο σε κάθε στιγμή εξέγερσης υπάρχουν επίδικα , επίδικα που αφορούν την προοπτική της. Η κυβέρνηση προσπαθεί να διαμορφώσει πολιτικό μέτωπο ενάντια στην εξεγερμένη νεολαία , να την απομονώσει κοινωνικά και πολιτικά. Αυτό αποτελεί και την ουσιαστική πολιτική προϋπόθεση για ανάπτυξη σκληρών μορφών καταστολής.  Το μέτωπο αυτό έχει συγκροτηθεί κυρίως με το ΛΑΟΣ και το Κ.Κ.Ε του οποίου η απέχθεια απέναντι στην ανεξάρτητη κινηματική δράση είναι ιστορικά αποδεδειγμένη. Αν το Πολυτεχνείο, τουλάχιστον στο ξεκίνημα της κατάληψης, ήταν έργο 350 προβοκατόρων (Π.φ.8ο) κάθε  κινηματική πρακτική που δεν είναι απόλυτα ελεγχόμενη απ’ αυτό θεωρείται ύποπτη και λασπολογείται. Σήμερα το Κ.Κ.Ε καταγγέλλει ανοιχτά τους εξεγερμένους στο όνομα των υλικών καταστροφών,  λες και   οι εξεγέρσεις μπορεί να είναι ήσυχες και ειρηνικές διαδικασίες. Άλλωστε όταν ανάλογα κινήματα εξελίσσονταν σε άλλες χώρες το Κ.Κ.Ε δεν είχε πρόβλημα ν΄ αποδεχτεί το ριζοσπαστικό και εξεγέρτικό τους χαρακτήρα και να χαιρετίσει τον αγώνα. (περίπτωση της Γαλλικής εξέγερσης).Όταν όμως αυτό που κάποτε ήταν στου γείτονα την αυλή έρχεται στη δική μας τότε   οι θεωρίες της συνωμοσίας και της προβοκάτσιας αναλαμβάνουν να καλύψουν  την  απέχθεια του συγκεκριμένου πολιτικού χώρου απέναντι στην ακηδεμόνευτη κινηματική δράση.                                               
     Αν κάνουμε τη διαπίστωση μιας κοινωνικής εξέγερσης της νεολαίας , που στο κέντρο της δεν βρίσκεται μόνο η αστυνομική καταστολή αλλά τα πλέον επίδικα της ταξικής πάλης σήμερα , δηλ. το εργασιακό και  η κατανομή του κοινωνικού πλούτου , τότε ως τέτοια είναι ευπρόσδεκτη δεν μπορεί να είναι κάτι που πρέπει να κλείσει αλλά να ενισχυθεί να μετεξελιχθεί σ΄ ένα διαρκές κίνημα σύγκρουσης με την κρατική καταστολή και την καπιταλιστική αναδιάρθρωση.                                                                                                         

                                                                         
                                                                                                            
                                                                                                       ΧΡ. ΡΕΠΠΑΣ
                                                                         
                                                                                                          14/12/2008
                               

        



KEIMENO ΠΟΥ ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΤΗΣ  ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΗΝ
alfavita.gr

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012


Η βαθιά τσέπη της χούντας…Ένα επίκαιρο κείμενο με τη συνοδεία video 
Σάβ, 01/12/2012 - 21:10 --

Αναγκαστικός νόμος 5, 1967: Υπερδιπλασιασμός μισθών «πρωθυπουργού και υπουργών».
Ειδική Ρύθμιση, 1970: Καταχρηστική στεγαστική αποκατάσταση «αξιωματικών διαδραματισάντων εξέχοντα ρόλον»
Νόμος 802 της 30/12/1970: Δίωξη υπουργού για οικονομικές ή ποινικές παρανομίες μπορεί να ασκηθεί μόνο με τη σύμφωνη γνώμη των συνυπουργών.
Έγγραφα ΚΥΠ, υπογραφή Ρουφογάλης Θέσπιση ειδικών δανείων: Χορηγήθηκαν σε ημέτερους χαριστικά δάνεια, ύψους 1 δισεκ. 519 εκατομ. Δραχμών.
«Αναπτυξιακές Συμβάσεις» ΦΕΚ 1972/Α/88: Σύμβαση με πολυεθνική Litton, για επένδυση 800 εκατ. Δολλαρίων. Αμοιβή της Litton 1.200.000 δολλάρια. Η «επένδυση» δεν έγινε, η αμοιβή κατεβλήθη.
«Αναπτυξιακές Συμβάσεις» ΦΕΚ 1969/Α/15: Σύμβαση με τον Αμερικανό εργολάβο, Ρόμπερτ Μακντόναλντ, για την κατασκευή της Εγνατίας οδού. Η σύμβαση ναυάγησε. Στον εργολάβο κατεβλήθη αμοιβή 1,5 δισ. δραχμ.
«Αναπτυξιακές Συμβάσεις» ΦΕΚ 1972/Α/72: Διαγραφή υποχρέωσης της ESSO PAPPAS για ανέγερση 6 αγροτοβιομηχανικών μονάδων, αντισταθμιστικά για την εγκατάσταση της COCA COLA και την προμήθεια του δημοσίου.
«Αναπτυξιακές Συμβάσεις»: Παραχώρηση στον Παπαδόπουλο της βίλλας Ωνάση στο Λαγονήσι, έναντι συμβολικού τιμήματος, προκειμένου για την εξασφάλιση του 3ου Διυλιστηρίου…
«Αναπτυξιακές Συμβάσεις» ΦΕΚ 1972/Α/130: Αποχώρηση Ωνάση. Το 3ο Διυλιστήριο παραχωρείται σε Ανδρεάδη, Λάτση και ένα 4ο διυλιστήριο παραχωρείται στον Βαρδινογιάννη.
Ενίσχυση προεκλογικής εκστρατείας Νίξον: Το 1968 το ελληνικό δημόσιο συνεισφέρει 549.000 δολλάρια στην προεκλογική εκστρατεία του Νίξον!
ΤΑ ΣΑΠΙΑ ΚΡΕΑΤΑ: Δωροληψία κατά συρροήν για την μονοπωλιακή εισαγωγή σάπιου κρέατος απ’ την Αργεντινή. Ο υπουργός Μπαλόπουλος, «κύριος 10%» δεν καταδικάστηκε ούτε για το «Μπαλόσημο» που έβαζε στην τσέπη, ως γραμματέας του ΕΟΤ.
«ΤΟ ΤΑΜΑ»:
Για την ανέγερση ναού του Σωτήρος Χριστού, στα Τουρκοβούνια, συγκεντρώνουν από το δημόσιο και δωρεές, 453.000.000 δρχ. Από «θαύμα» τα 406.000.000 δρχ, εξαφανίστηκαν.

 
 
--------------------------------
 
ΤΑ ΞΕΧΑΣΜΕΝΑ ΣΚΑΝΔΑΛΑ ΤΗΣ «ΕΘΝΟΣΩΤΗΡΙΟΥ»

Εφτά χρόνια αρπαχτή

Η βαθιά τσέπη της χούντας
Στους έντονα αντικοινοβουλευτικούς καιρούς μας, ένα δόλιο φάντασμα πλανιέται στον αέρα: ο ισχυρισμός περί «τιμιότητας» των δικτατόρων που κατέλαβαν πραξικοπηματικά την εξουσία το 1967 για να την επιστρέψουν πριν από 36 χρόνια, σαν βρεγμένες γάτες, «στους πολιτικούς».
Παπαδόπουλος και Τομ Πάππας, στο απόγειο της «συνεργασίας» τους.

Παπαδόπουλος και Τομ Πάππας, στο απόγειο της «συνεργασίας» τους. Πρόκειται βέβαια για μύθο, θεμελιωμένο στη μίζερη εικόνα των επιζώντων «πρωταιτίων» -αφού πρώτα έχασαν την εξουσία, στερήθηκαν όσα είχαν παράνομα καρπωθεί και υπέστησαν τις οικονομικές συνέπειες της κοινωνικής απομόνωσής τους. Ακόμη κι αυτή η εικόνα δεν αφορά, ωστόσο, παρά ελάχιστους πρωτεργάτες της δικτατορίας. Αγνοεί την οικονομική ευμάρεια πάμπολλων μεσαίων ή «πολιτικών» στελεχών της, που η νομική κατασκευή περί «στιγμιαίου αδικήματος» άφησε παντελώς ατιμώρητα να απολαμβάνουν τα αποκτήματά τους.
Την επιβίωση του μύθου διευκολύνει η χαώδης διαφορά του τότε με το σήμερα όσον αφορά τη δυνατότητα δημόσιας συζήτησης για παρόμοια ζητήματα. Επί χούντας η ραδιοτηλεόραση ήταν κρατική (κι αυστηρά προπαγανδιστική), ενώ ο τύπος περνούσε από δρακόντεια λογοκρισία. Οποιαδήποτε έρευνα ή ακόμη και νύξη για κρατικά σκάνδαλα ήταν απλά αδιανόητη. Χαρακτηριστικό το κύριο άρθρο του Γιάννη Καψή στον «Ταχυδρόμο» (24/5/74), όταν η δικτατορία Ιωαννίδη δημοσιοποίησε το (παπαδοπουλικό) «σκάνδαλο των κρεάτων»:
«Δεν είναι καινούρια η υπόθεση. Μήνες ολόκληρους οι φήμες οργίαζαν. Κι όμως, κανείς δεν τολμούσε. Κανείς δεν είχε το θάρρος να μεταβάλη τον ψίθυρο σε καταγγελία. Κι όσο οι φήμες απλώνονταν, αγκαλιάζοντας όλο και περισσότερους υπεύθυνους και μη, τόσο μεγάλωνε κι ο φόβος μήπως θίξουμε τα κακώς κείμενα. Ηταν μια "συνωμοσία κραυγαλέας σιωπής", χάρη και στη δρακόντεια νομοθεσία που ρυθμίζει -και συμπιέζει- την ενάσκηση του λειτουργήματός μας».
Μετά τη μεταπολίτευση, ο τύπος ξεχείλισε βέβαια από πληροφορίες για σκάνδαλα της χουντικής επταετίας. Ομως αυτά θεωρούνταν τότε -και σωστά- απλές παρωνυχίδες μπροστά στα υπόλοιπα εγκλήματα της δικτατορίας.
Απολαβές και «ασυλία»
Το πρώτο πράγμα που φρόντισαν να κάνουν οι ηγέτες της χούντας ήταν να αβγατίσουν τα εισοδήματά τους -σε σχέση όχι μόνο με τους έως τότε δημοσιοϋπαλληλικούς μισθούς τους, αλλά και με τις απολαβές της ανατραπείσας κοινοβουλευτικής «φαυλοκρατίας». Με τον Α.Ν. 5 του 1967, ο μισθός του πρωθυπουργού υπερδιπλασιάστηκε (από 23.600 σε 45.000 δρχ), των υπουργών και υφυπουργών αυξήθηκε από 22.400 σε 35.000 δρχ, ενώ θεσπίστηκαν -για πρώτη φορά- ημερήσια «εκτός έδρας» 1.000 και 850 δρχ αντίστοιχα («Πολιτικά Θέματα» 5/10/73).
Ακολούθησαν κι άλλες «τακτοποιήσεις», όπως η καταχρηστική στεγαστική αποκατάσταση «αξιωματικών διαδραματισάντων εξέχοντα ρόλον» στο πραξικόπημα με ειδική ρύθμιση του 1970 («Πολιτικά Θέματα» 8/2/75).
Οι δικτάτορες θεσμοθέτησαν τέλος τη μελλοντική ασυλία τους, με ρυθμίσεις που κάνουν τα σημερινά κουκουλώματα να μοιάζουν με παιδικό παιχνίδι. Η χουντική νομοθεσία «περί ευθύνης υπουργών» (Ν.Δ. 802 της 30/12/1970) περιείχε «μεταβατική διάταξη» (§ 48) βάσει της οποίας δίωξη υπουργού ή υφυπουργού της χούντας μπορούσε να γίνει μόνο με απόφαση των... συναδέλφων του. Επιπλέον, όλα τα «εγκλήματα διά τα οποία δεν ησκήθη ποινική δίωξις μέχρι της ημέρας συγκλήσεως» της μελλοντικής Βουλής θεωρούνταν αυτομάτως παραγεγραμμένα!
Προϋπόθεση για την ατιμωρησία συνιστούσε, φυσικά, η επιτυχία της ελεγχόμενης επιστροφής στον κοινοβουλευτισμό «αλά τουρκικά». Η εξέγερση του Πολυτεχνείου τίναξε όμως το εγχείρημα στον αέρα, με αποτέλεσμα τον κάθετο θεσμικό διαχωρισμό της μεταπολίτευσης απ' το προηγούμενο καθεστώς.
Το μόνο σκάνδαλο που εκκαθαρίστηκε δικαστικά επί χούντας αποκαλύφθηκε για λόγους προπαγανδιστικής «νομιμοποίησης» της ανατροπής του Παπαδόπουλου απ' τον Ιωαννίδη. Πρόκειται για την (κυριολεκτικά δύσοσμη) «υπόθεση των κρεάτων», με βασικούς κατηγορούμενους τον πρώην υφυπουργό Εμπορίου Μιχαήλ Μπαλόπουλο και τον γεν. διευθυντή του υπουργείου (και διορισμένο πρόεδρο της ΑΔΕΔΥ) Ζαφείριο Παπαμιχαλόπουλο.
Το κατηγορητήριο αφορούσε ποικίλες παρανομίες, με κυριότερη τη «δωροληψία κατά συρροήν» από μεγαλεμπόρους για τη μονοπωλιακή εξασφάλιση αδειών εισαγωγής κρέατος -με αποτέλεσμα παράνομες ανατιμήσεις («καπέλα») σε βάρος των καταναλωτών. Επιμέρους πτυχή του σκανδάλου συνιστούσε η απαγόρευση διάθεσης ντόπιων ζώων, ώστε να πουληθούν τα προβληματικά κρέατα Αργεντινής που «μαύριζαν» και «δεν τάθελε ο κόσμος». Στη δίκη πρόκυψε ανάμιξη του Παττακού -αναγνώστηκε, μάλιστα, και διαταγή του (21/9/72) «όπως διατεθούν το ταχύτερον εις την κατανάλωσιν» τα επίμαχα προϊόντα.
Ο Μπαλόπουλος καταδικάστηκε σε 3,5 χρόνια φυλάκιση, ποινή που το 1976 μειώθηκε σε 14 μήνες. Δεν διώχθηκε, αντίθετα, για την επίδοση που τον έκανε ευρύτερα διάσημο: το «μπαλόσημο» που (φέρεται να) εισέπραττε ως γραμματέας του ΕΟΤ, με το παρατσούκλι «ο κύριος 10%».
Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι σχετικές ημερολογιακές εγγραφές του διπλωμάτη Γεωργίου Χέλμη, γαμπρού του Μαρκεζίνη. «Φαίνεται πως συνελήφθη ο Μπαλόπουλος, πρώην του Τουρισμού, για οικονομικά σκάνδαλα και καταδιώκεται ο Παύλου, γαμπρός του Παττακού, επίσης για οικονομικά σκάνδαλα (υπόθεσις κρεάτων)», σημειώνει στις 21/1/74, για να συμπληρώσει στις 5/2: «Για τα σκάνδαλα, πιστεύει ο Μομφεράτος ότι τίποτε δεν πρόκειται να προωθήσουν, διότι φοβούνται να έλθουν εις αντιθέσεις και, άλλωστε, δεν έχουν μάρτυρες να καταθέσουν». Με τη δημοσιοποίηση της δίωξης, εκτιμά, τέλος, «ότι κατά την δίκη θα προκύψουν και στοιχεία για άλλες υποθέσεις (ίσως σκάνδαλα στον τουρισμό κ.ά.)» («Ταραγμένη διετία», Αθήνα 2006, σ. 123, 129 & 161).
Η «νέα φαυλοκρατία»
Η δυσοσμία δεν περιοριζόταν ωστόσο στα κρέατα. Επτά μήνες μετά το πραξικόπημα ο εκδότης του «Ελεύθερου Κόσμου» (και κεντρικός προπαγανδιστής της χούντας) Σάββας Κωσταντόπουλος εξομολογείται γραπτά στον παλιό του πάτρωνα Κωνσταντίνο Καραμανλή: «Λυπούμαι, διότι είμαι υποχρεωμένος να μνημονεύσω και ένα άλλο εκτάκτως λυπηρόν φαινόμενον. Ενεφανίσθη και αναπτύσσεται μία νεο-φαυλοκρατία (ατομικά ρουσφέτια, προσωπικαί εξυπηρετήσεις, τακτοποιήσεις συγγενών, ατομική προβολή κ.ο.κ.)» («Αρχείο Καραμανλή», τ. 7ος, σ. 50).
Παρά τη στενή σχέση του με το καθεστώς, ο Κωσταντόπουλος διατήρησε την ίδια γνώμη μέχρι τέλους. Αναλύοντας το Δεκέμβριο του 1973 στον Καραμανλή την ανατροπή του Παπαδόπουλου, τονίζει πως «είχε υποστεί το καθεστώς και αυτός προσωπικώς ηθικήν φθοράν εις την συνείδησιν των Ενόπλων Δυνάμεων. Μεγάλην ζημίαν τού έκαμε η σύζυγός του και ο ταξίαρχος Μ. Ρουφογάλης, τον οποίον είχε τοποθετήσει εις την ΚΥΠ. Εκαμαν προκλητικάς ενεργείας (εντυπωσιακοί γάμοι, θορυβώδεις δεξιώσεις, δημόσιαι εμφανίσεις με μεγαλοπλουσίους, επίδειξις πλούτου κ.λπ.). Μοιραίον ρόλον έπαιξαν και οι γαμβροί ωρισμένων παραγόντων του καθεστώτος (του κ. Σ. Παττακού και άλλων). Εδημιουργήθη μία αποπνικτική ατμόσφαιρα σκανδάλων διά την οποίαν δεν δυνάμεθα ακόμη να γνωρίζωμεν μέχρι ποίου σημείου ανταπεκρίνετο εις την πραγματικότητα. Πάντως, αντιστοιχία υπήρχε οπωσδήποτε» (όπ.π., σ. 203-205).
Παρόμοια αίσθηση αναδύουν κι οι επιστολές του «γεφυροποιού» Ευάγγελου Αβέρωφ προς τον Καραμανλή: «Κυκλοφορούσαι φήμαι περί μεγάλων ή μικρών σκανδάλων (δημοπρασίαι τηλεοράσεως, ΟΛΠ, σύμβασις Reynold's, βέβαιοι μικρολοβιτούραι Ματθαίου και άλλα)» (14/10/68), «ανησυχία» του Παπαδόπουλου για «τα γύρω του σκάνδαλα, το ξεχαρβάλωμα της Διοικήσεως» (28/10/72).
Ιδια γεύση και στη συνομιλία του νεαρού -τότε- πολιτικού επιστήμονα Θεόδωρου Κουλουμπή με τον παλαίμαχο μεταξικό υπουργό Ασφαλείας, Κωνσταντίνο Μανιαδάκη (27/8/71): «Και για το στρατό; τον ρώτησα. Η απάντησή του ήταν να τρίψει τα δάχτυλα του δεξιού του χεριού, υπονοώντας ότι δωροδοκούνται» («Σημειώσεις ενός πανεπιστημιακού», σ. 116-117).
Ειδική πτυχή της «νεοφαυλοκρατίας» αποτέλεσε η ποικιλότροπη «τακτοποίηση» του συγγενικού περιβάλλοντος των δικτατόρων:
*Ο Μακαρέζος διόρισε υπουργό Γεωργίας (κι αργότερα Βορείου Ελλάδος) τον κουνιάδο του, Αλέξανδρο Ματθαίου.
*Ο Λαδάς έκανε τον ένα ξάδερφό του διοικητή της ΑΣΔΕΝ και τον άλλο γ.γ. Κοινωνικών Υπηρεσιών.
*Ο γαμπρός του Παττακού Αντρέας Μεϊντάσης επιδόθηκε σε μπίζνες με το Δήμο Αθηναίων -από την κατασκευή του υπόγειου γκαράζ της Κλαυθμώνος μέχρι μια τεχνική μελέτη αξιοποίησης δημοτικού ακινήτου, ύψους 1.109.000 δρχ.
*Τα αδέρφια του αρχηγού βολεύτηκαν κι αυτά. Ο Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος ως στρατιωτικός ακόλουθος, γ.γ. του υπ. Προεδρίας, περιφερειακός διοικητής Αττικής και «υπουργός παρά τω πρωθυπουργώ». Ο Χαράλαμπος Παπαδόπουλος αναρριχήθηκε αστραπιαία στην υπαλληλική ιεραρχία για να αναλάβει γ.γ. Δημ. Τάξεως. Σύμφωνα με τα απομνημονεύματα βαθμοφόρου υφισταμένου του, «μένει γνωστός σαν "μπον φιλέ" γιατί, τυλιγμένος σε χειμωνιάτικο παλτό, τρέχει νύκτα μαζί με αξιωματικούς αστυνομίας πόλεων στα καμπαρέ σαν γκάγκστερς και τρώγουν φιλέτο» (Αλέξανδρος Δρεμπέλας, «Ο θρήνος του χωροφύλακα», Αθήνα 1998, σ. 118).
Ειδική κατηγορία σκανδάλων συνιστούν οι ανεξέλεγκτες δανειοδοτήσεις «ημετέρων». Τον πρώτο καιρό μετά τη μεταπολίτευση το θέμα απασχόλησε επανειλημμένα τα ΜΜΕ, για προφανείς όμως λόγους οι σχετικές κατηγορίες ουδέποτε ερευνήθηκαν σε βάθος. Αποκαλυπτικά είναι δύο έγγραφα του τότε αρχηγού της ΚΥΠ Μιχαήλ Ρουφογάλη που αποκάλυψε ο «Ταχυδρόμος» (29/8 και 12/9/74), με το ενδοκαθεστωτικό φακέλωμα «δανείων άτινα θεωρούνται χαριστικά ή επισφαλή», καθώς και των παραγόντων που «παρενέβησαν» για τη χορήγησή τους. Το συνολικό ύψος των «χορηγηθέντων» δανείων ήταν 1.519.000.000 δρχ. και των «υπό έγκρισιν» 1.644.000.000 δρχ.
Ενδιαφέρουσα και η εμπιστευτική ενημέρωση του Χαρίλαου Χατζηγιάννη, προσωπικού φίλου του δικτάτορα, προς τον αυλάρχη του εξόριστου βασιλιά Κωνσταντίνου (25/11/70): «Αυξάνεται η επιρροή της Δέσποινας (Παπαδοπούλου), του Ρουφογάλη και του Φραγκίστα. Η Δέσποινα ανακατεύεται σε όλα και, αναμφισβήτητα, επηρεάζει τον άντρα της. Ακόμη και η κόρη της παίζει ρόλο. Μιλούν και για οικονομικά συμφέροντα. Ο Λαδάς φώναξε τον Χατζηγιάννη και του συνέστησε, φιλικά, να διαφωτίσει τον Παπαδόπουλο» (Λεωνίδας Παπάγος, «Σημειώσεις 1967-1977», Αθήνα 1999, σ. 296).
Η ντόλτσε βίτα
Την εικόνα συμπληρώνουν, από διαφορετική οπτική γωνία, οι αναμνήσεις της Ντέλλας Ρουφογάλη, φωτομοντέλου που το 1973 παντρεύτηκε τον διοικητή της ΚΥΠ: «Αρχίζω να ράβω την καινούρια μου γκαρνταρόμπα στους μετρ της ραπτικής για τους οποίους μέχρι τώρα έκανα επιδείξεις. Η ζωή μου έχει αλλάξει τελείως, το ίδιο και η συμπεριφορά όλων απέναντί μου. Μου φέρονται με έκδηλο σεβασμό και τα κοπλιμέντα τους είναι υπερβολικά. Αλλά μου αρέσει. Εγώ εξακολουθώ να φέρομαι φιλικά προς τους παλιούς γνωστούς και τους καινούριους, πλούσιους φιλοχουντικούς επιχειρηματίες που πληθαίνουν μέρα με τη μέρα μαζί με τα ραβασάκια για ρουσφέτια. Αισθάνομαι πως έχω υποχρέωση να εξυπηρετήσω τους πάντες. Ο Μιχάλης συνήθως δεν αρνείται. Γεύομαι τη δύναμη της εξουσίας, και με μαγεύει» (σ. 85-86).
Στην ιδιαίτερη πατρίδα της, τη Βέροια, «έρχονται πολλοί να με δουν. Γνωστοί και άγνωστοι. Ο πατέρας μου μου δίνει πακέτο τα σημειωματάκια με τα ρουσφέτια που ζητούσαν οι γνωστοί του όλο αυτό τον καιρό και εγώ του υπόσχομαι ότι κάτι θα προσπαθήσω να κάνω». Μεταξύ των αιτημάτων που ικανοποίησε, γράφει, ήταν και η απονομή χάριτος (απ' τον Παπαδόπουλο) σ' έναν συντοπίτη της εξαγωγέα, πρώην «μεγάλο ποδοσφαιριστή της τοπικής ομάδας», που είχε καταδικαστεί «με αποδείξεις» για κατασκοπία υπέρ της Βουλγαρίας (σ. 89).
Τους αρραβώνες του ζεύγους τίμησαν «επιλεγμένοι εξωκυβερνητικοί παράγοντες», όπως οι επιχειρηματίες Λάτσης και Κιοσέογλου. «Την επόμενη βδομάδα καινούρια δώρα, καινούριες ανθοδέσμες, φρέσκα ψάρια απ' όλα τα νησιά της Ελλάδας, κούτες με το καλύτερο χαβιάρι της Περσίας και παγωμένα καβούρια της Αλάσκας καταφθάνουν στο σπίτι. Δεν ξέρω τι να τα κάνω» (σ. 88).
Στο γάμο τους, πάλι, παραβρέθηκαν «ο Παύλος Βαρδινογιάννης, ο εφοπλιστής Θεοδωρακόπουλος με το γιο του τον Τάκη, ο Κώστας Δρακόπουλος των διυλιστηρίων, ο Νίκος Ταβουλάρης των ναυπηγείων, το ζεύγος Μποδοσάκη, ο Αγγελος Κανελλόπουλος των τσιμέντων "Τιτάν" με τη γυναίκα του, ο Τομ Πάππας, ο Γ. Λύρας, ο Γιώργος Ταβλάριος, εφοπλιστής από τη Νέα Υόρκη με τη γυναίκα του και ο Γιάννης Λάτσης με τη μεγάλη του κόρη, αφού η γυναίκα του την ίδια μέρα πάντρευε την ανιψιά της σε άλλη εκκλησία» (σ. 95).
Εύγλωττη για τις στενές σχέσεις χουντικής ηγεσίας και μεγαλοκαπιταλιστών είναι η περιγραφή ενός ιδιωτικού ταξιδιού της Ντέλλας με τη Δέσποινα Παπαδοπούλου στο Παρίσι: «Μένουμε σε μεγάλες σουίτες στο Intercontinental. Ερχονται να μας επισκεφθούν με το τραίνο από τη Γενεύη ο Γιάννης Λάτσης και η σύζυγός του Εριέττα. Είναι πολύ φίλοι της Δέσποινας (...). Πηγαίνουμε σε όλα τα καλά μαγαζιά της Φομπούρ Σεντ Ονορέ. Η Δέσποινα έχει αφεθεί στο γούστο μου (...). Λόγω της παρατεταμένης κακοκαιρίας, πηγαίνουμε οδικώς στις Βρυξέλλες με λιμουζίνα που μας έστειλε ο Ωνάσης» (σ. 87).
Οι επαφές αυτές δεν ήταν αυστηρά κοινωνικές. Λίγο μετά το Πολυτεχνείο, π.χ., το ζεύγος Ρουφογάλη τρώει στο σπίτι του με τον Λάτση. Αρχηγός της ΚΥΠ κι εφοπλιστής «συζητούν για τα διυλιστήρια και τα προβλήματα που έχει». Μετά το τέλος της κουβέντας, ο δεύτερος προθυμοποιείται να συνοδεύσει τη γυναίκα του πρώτου στο Λονδίνο, για κάποιες ιατρικές εξετάσεις (σ. 100).
Οι συμβάσεις
Μια στιχομυθία του Ρουφογάλη φωτίζει, τέλος, καλύτερα την τυχοδιωκτική διαχείριση του δημόσιου πλούτου από τα ηγετικά στελέχη της χούντας:
«Ενα βράδυ ο Χρήστος Μίχαλος, τότε υπουργός, μισοαστειευόμενος, του λέει ότι τώρα που παντρεύτηκε θα πρέπει να κάνουν καμιά δουλειά να εξασφαλίσουν το μέλλον τους, γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται. Ο Μιχάλης, ατάραχος, του λέει να μην ανησυχεί. "Οσο είμαστε στα πράγματα δεν μας χρειάζονται λεφτά και, αν πέσουμε, τα λεφτά δεν θα μας σώσουν". Ξεσπάει σε γέλια. Εγώ παγώνω, μαζί μου κι ο Μίχαλος» (σ. 98).
Το φιλέτο των σκανδάλων της «επταετίας» υπήρξαν, ωστόσο, οι μεγάλες «αναπτυξιακές» συμβάσεις της περιόδου.
*Η πρώτη υπογράφηκε με την αμερικανική πολυεθνική Litton (15/5/67), για «παροχήν υπηρεσιών οργανώσεως και διεκπεραιώσεως της οικονομικής αναπτύξεως ορισμένων περιοχών εις Κρήτην και Δυτικήν Πελοπόννησον» (ΦΕΚ 1972/Α/88). Είχε προταθεί το 1966 απ' την κυβέρνηση των αποστατών (κυρίως τον Μητσοτάκη), αλλά η Βουλή δεν τόλμησε να την ψηφίσει. Η Litton θα εισέπραττε όλα τα έξοδα που έκανε «βοηθώντας» το Δημόσιο (συν κέρδος 11%) και προμήθεια 2% επί των κεφαλαίων (ή των δανείων) που θα έφερνε, θεωρητικού ύψους 800.000.000 δολαρίων. Ως «προκαταβολή», το Δημόσιο της κατέβαλε 1.200.000 δολάρια.
Δυσανάλογα μεγάλο κέρδος
Στην πράξη, η εταιρεία αρκέστηκε να ξεκοκαλίζει τα ποσοστά επί των... εξόδων της: «Το κέρδος μας είναι φυσικά δυσανάλογα μεγάλο», παραδεχόταν (στις ΗΠΑ) ο υπεύθυνος του προγράμματος, «επειδή δεν έχουμε κάνει βασική επένδυση. Η επένδυση είναι το καλό μας όνομα». Τελικά η σύμβαση λύθηκε στις 15/10/69 με καταβολή από το κράτος των δαπανών της εταιρείας -συν 11%- ακόμη και κατά την... «περίοδο τερματισμού» (ΦΕΚ 1969/Α/268). Επίσημη δικαιολογία: «Αι ελληνικαί υπηρεσίαι είναι εις θέσιν να συνεχίσουν άνευ ειδικής εξωτερικής βοηθείας τας προσπαθείας διά την ανάπτυξιν» («Βήμα», 16/10/69).
*Απίστευτα επαχθής ήταν και η σύμβαση για την κατασκευή της Εγνατίας που ο Μακαρέζος υπέγραψε με τον αμερικανό εργολάβο Ρόμπερτ Μακντόναλντ (ΦΕΚ 1969/Α/15). Το Δημόσιο έβαζε 45 απ' τα 150 εκατομμύρια δολάρια του έργου, «διευκόλυνε» τον «επενδυτή» με ομόλογα 80.000.000 κι εγγυόταν για τα δάνειά του. Το έργο θα γινόταν από έλληνες υπεργολάβους, ενώ ο «ανάδοχος» θα φρόντιζε απλώς για μελέτες και δάνεια, εισπράττοντας αμοιβή 14% επί των εξόδων (συμπεριλαμβανόμενης της δημόσιας χρηματοδότησης!) -τα 4.500.000 δολάρια «εν είδει προκαταβολής». «Εάν κατά την διάρκειαν της μελέτης ήθελεν διαπιστωθή» από τον ίδιο πως 150 εκατομμύρια δεν αρκούν, μπορούσε είτε να ψάξει για άλλα είτε απλά να «θεωρηθή εκτελέσας την σύμβασιν άμα τη συμπληρώσει της κατασκευής τμήματος της οδού, ούτινος η αξία ανέρχεται εις δολλ. ΗΠΑ 150.000.000» (άρθρο 1§4). Τελικά, δεν βρήκε ούτε τα προβλεπόμενα κι έφυγε, αφού το Δημόσιο επιβαρύνθημε με 1,5 δισ. δρχ.
*Ο Ελληνοαμερικανός Τομ Πάππας ήταν ήδη παρών με το διυλιστήριο της Esso στη Θεσσαλονίκη, επένδυση του 1962 που είχε καταγγελθεί ως σκανδαλωδώς προνομιακή. Το Μάιο του 1972 η χούντα τον απάλλαξε από τις αντισταθμιστικές υποχρεώσεις που είχε αναλάβει, για ανέγερση έξι αγροτοβιομηχανικών μονάδων σε διάφορα σημεία της χώρας (ΦΕΚ 1972/Α/72). Του έδωσε και άδεια για τα εργοστάσια της Coca Cola, που οι κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις δεν ενέκριναν, ως ανταγωνιστικά προς τη ντόπια παραγωγή αναψυκτικών (ΦΕΚ 1968/Α/201).
Θερμός υποστηρικτής της χούντας, ο Πάππας πρωταγωνίστησε ως γνωστόν στο «ελληνικό Γουοτεργκέιτ», ανακυκλώνοντας κονδύλια της CIA για το χρηματισμό του Νίξον από τους δικτάτορες. Ενας προσωπάρχης του με σκανδαλώδες παρελθόν, ο Παύλος Τοτόμης, διορίστηκε το 1967 υπουργός Δημόσιας Τάξης και κατόπιν πρόεδρος της ΕΤΒΑ.
*«Μητέρα όλων των μαχών» υπήρξε ωστόσο το ντέρμπι των μεγιστάνων (Ωνάσης, Νιάρχος, Βαρδινογιάννης, Ανδρεάδης, Λάτσης κ.ά.) για το 3ο διυλιστήριο της χώρας. Ο Παπαδόπουλος τάχθηκε αποφασιστικά υπέρ του Ωνάση, σε βίλα του οποίου (στο Λαγονήσι) έμενε αντί συμβολικού ενοικίου, ενώ ο Μακαρέζος υπέρ του Νιάρχου. Η σύγκρουση έφτασε στα άκρα, με απόπειρες πραξικοπημάτων κι έκτακτους ανασχηματισμούς. Τελικά ο Ωνάσης τα παράτησε, ακυρώνοντας τη «μεγαλειώδη» σύμβαση που είχε υπογράψει και παίρνοντας πίσω την εγγύησή του, το τρίτο διυλιστήριο μοιράστηκε μεταξύ Ανδρεάδη και Λάτση (ΦΕΚ 1972/Α/130) κι ένα τέταρτο παραχωρήθηκε στον Βαρδινογιάννη (ΦΕΚ 1972/Α/181).
Μια λεπτομέρεια αυτής της τιτανομαχίας, από την εμπιστευτική ενημέρωση Χατζηγιάννη προς τον Παπάγο (25/11/70), παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον με βάση τα σημερινά δεδομένα:
«Σε άλλο υπουργικό συμβούλιο, παραβρισκόταν ο Καρδαμάκης, ο οποίος εισηγήθηκε την αγορά μηχανημάτων από τη Siemens και την AEG χωρίς διαγωνισμό, για να μπορέσει να ανταποκριθεί η ΔΕΗ στο πρόγραμμά της, που καθυστερούσε λόγω των δυσκολιών εκτέλεσης των συμφωνιών Ωνάση. Ο Παπαδόπουλος έλυσε μόνος του το θέμα, αποδεχόμενος την αγορά από τη μία εταιρεία».

Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2012

Ξαναληστεύουν τα ασφαλιστικά ταμεία – 82,5% το κούρεμα των αποθεματικών τους

1
Ξαναληστεύουν τα ασφαλιστικά ταμεία – 82,5% το κούρεμα των αποθεματικών τους
από εφημ. ΚΟΝΤΡΑ 9:50, Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2012
θεματικές: Οικονομία
...

Ο Φ. Σαχινίδης είναι ο μόνος από το οικονομικό επιτελείο των κυβερνήσεων Παπανδρέου που κατάφερε να διασωθεί πολιτικά και σίγουρα ξέρει καλά και τα οικονομικά δεδομένα και αυτά που κρύβονται πίσω από τις γραμμές της τελευταίας απόφασης του Eurogroup, γιατί είναι αυτός που ενημερώθηκε από τον Στουρνάρα για λογαριασμό του Βενιζέλου. Σε μια αποκαλυπτική συνέντευξη που έδωσε στον Χατζηνικολάου (Real FM), το πρωί της Τετάρτης, αποκάλυψε πολλά και ενδιαφέροντα.
 
Το πρώτο και βασικότερο είναι ότι έδωσε μια τάξη μεγέθους για το περιβόητο πρόγραμμα επαναγοράς ομολόγων, που πρέπει να ολοκληρωθεί μέχρι τις 13 Δεκέμβρη: «Σύμφωνα με τις τεχνικές ασκήσεις που έχουν γίνει φαίνεται ότι η επιδίωξη να μειωθεί το χρέος κατά περίπου 40 δισ. θα προκύψει κυρίως - σε ένα μεγάλο βαθμό, κατά 50% - από την μείωση τους χρέους μέσα από την διαδικασία επαναγοράς των ομολόγων». Αυτό το επιβεβαίωσε και ο Στουρνάρας, το μεσημέρι της ίδιας μέρας, μιλώντας για συνολική μείωση του χρέους κατά 20 μονάδες. Αρνήθηκε, όμως, να πει ποιος είναι ο στόχος για την επαναγορά. «Υπάρχει ένας γενικός στόχος, αλλά έχουμε πει στο Eurogroup να μην κάνουμε ανακοινώσεις για το στόχο αυτό», δήλωσε. Ο Σαχινίδης, όμως, αποκάλυψε ότι ο στόχος της επαναγοράς είναι το μισό του συνολικού στόχου μείωσης του χρέους, δηλαδή πρέπει να επαναγοραστούν ομόλογα ονομαστικής τιμής τουλάχιστον 20 δισ. ευρώ.
 
Το επόμενο ερώτημα είναι από ποιους θα επαναγοραστούν αυτά τα ομόλογα; Ενδέχεται να υπάρχουν μερικά funds του εξωτερικού που ν’ αγόρασαν ομόλογα στη δευτερογενή αγορά σε χαμηλές τιμές και τώρα να θελήσουν να πουλήσουν, δεδομένου ότι τους τελευταίους μήνες (προφανώς επειδή υπήρξε σχετική παρασκηνιακή πληροφόρηση ότι συζητιέται επαναγορά) η τιμή ακολούθησε αύξουσα πορεία και σχεδόν διπλασιάστηκε. Αυτό το επιβεβαίωσε και ο Μαστρόκαλος του ΟΔΔΗΧ, που είπε ότι «από μεριάς αγοράς τα ομόλογα βρίσκονται στις υψηλότερες τιμές που έχουν από την ημερομηνία που εκδόθηκαν». Εξήγησε, μάλιστα, ότι τα ομόλογα έπεσαν ακόμα και στο 14% και τώρα βρίσκονται στο 28-29%. Ενδεχομένως, όμως, πολλά ομόλογα να πέρασαν στα χέρια των γνωστών «γυπών των αγορών» (vulture funds), που δεν αρκούνται σε διπλασιασμό μιας χαμηλής τιμής, αλλά περιμένουν να πουλήσουν τα ομόλογα στη λήξη, προκειμένου να κερδίσουν τέσσερις και πέντε φορές τα κεφάλαια που επένδυσαν. Αν ισχύει αυτό, τότε η «δεξαμενή» για την επαναγορά ομολόγων στενεύει πολύ. Αυτή η δεξαμενή είναι περίπου 62 δισ. ευρώ και το ελληνικό δημόσιο πρέπει να επαναγοράσει τα 20 δισ., δηλαδή το ένα τρίτο. Αν τα ξένα funds δεν δείξουν προθυμία να μπουν στο «κόλπο», τότε τα ομόλογα προς επαναγορά πρέπει να αναζητηθούν από ελληνικές τράπεζες, ασφαλιστικά ταμεία και φορείς του δημοσίου, όπως π.χ. τα πανεπιστήμια, τα διαθέσιμα των οποίων επενδύθηκαν σε ομόλογα ελληνικού δημοσίου, τα οποία υπέστησαν το «κούρεμα» του PSI. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για νέο «κούρεμα», αφού, σύμφωνα με την απόφαση του Eurogroup, τα ομόλογα δεν μπορούν ν’ αγοραστούν σε τιμή μεγαλύτερη από το 35% της ονομαστικής τους (ανώτερο εύρος διαπραγμάτευσης στη συνεδρίαση της Παρασκευής 23.11.12).
 
Το πιθανότερο, λοιπόν, για να μην πούμε το βέβαιο, είναι πως τα ομόλογα θα αναζητηθούν από την ελληνική αγορά. Αυτό βγήκε, εμμέσως πλην σαφέστατα, απ’ όσα επαναλάμβανε συνεχώς ο Στουρνάρας. «Είναι πατριωτικό καθήκον να πετύχει». «Πρέπει όμως να πετύχει, το επαναλαμβάνω αυτό. Είναι καθαρά θέμα αξιοπιστίας της χώρας να πετύχει. Εχει ζητηθεί από τη χώρα εδώ και πάρα πολύ καιρό». «Επαφίεται στο πατριωτικό καθήκον του καθενός. Το buy back πρέπει να πετύχει». «Σας είπα, όμως, ότι η επαναγορά χρέους πρέπει να πετύχει, διότι συμβάλλει στη βιωσιμότητα του χρέους και στην αξιοπιστία της χώρας».
 
Αρα, απευθύνονται κυρίως σε κατόχους ομολόγων που βρίσκονται στην Ελλάδα. Ποιοι είναι αυτοί; Τράπεζες, ασφαλιστικά ταμεία, πανεπιστήμια και άλλοι δημόσιοι φορείς που είχαν αποθεματικά υποχρεωτικά δεσμευμένα στην ΤτΕ. Ο Στουρνάρας είπε ότι για τις τράπεζες δε θα χρειαστεί νέα ανακεφαλαιοποίηση, γιατί «τα ομόλογα στις Τράπεζες είναι γραμμένα σε τιμή χαμηλότερη». Αυτό μας ακούγεται σαν μπούρδα και υπεκφυγή, γιατί οι τράπεζες πήραν τα ομόλογα με την ανταλλαγή του PSI και όχι από τη δευτερογενή αγορά και επομένως τα έχουν εγγράψει στην τιμή αγοράς (στο ακέραιο, δηλαδή). Και είχαν έναν παραπάνω λόγο να το κάνουν αυτό, προκειμένου να ανεβάσουν το δείκτη κεφαλαιακής επάρκειάς τους, που συνδέεται άμεσα με τη δυνατότητα δανεισμού τους. Σύντομα, λοιπόν, θα χρειαστεί και νέα ανακεφαλαιοποίηση. Αλλωστε, και η υπάρχουσα ανακεφαλαιοποίηση ξεκίνησε με «πρόβλεψη» για 25 δισ. και ήδη έχει φτάσει τα 42 δισ. ευρώ!
 
Ομως, εκείνο που έχει σημασία είναι τι θα γίνει με τα ασφαλιστικά ταμεία και άλλους φορείς του δημοσίου που έχουν ομόλογα (πανεπιστήμια κτλ.). Αν αυτοί οι φορείς υποχρεωθούν να μπουν στο νέο «κούρεμα» (ο Στουρνάρας, που αρχικά αρνιόταν ότι πρόκειται για «κούρεμα», κάποια στιγμή είπε «απομείωση γίνεται και τώρα, απομείωση είναι αυτό») και αν υποθέσουμε ότι τα ομόλογα επαναγοραστούν στο 35% (στην καλύτερη περίπτωση, γιατί αυτό είναι το πλαφόν που όρισε το Eurogroup), τότε θα έχουν υποστεί συνολική μείωση των αποθεματικών τους κατά 82,5%. Για παράδειγμα, ένα ασφαλιστικό ταμείο που είχε διαθέσιμα 1.000 ευρώ υπέστη το «κούρεμα» του PSI και βρέθηκε με 500 ευρώ. Αν τώρα πουλήσει αυτά τα 500 ευρώ στο 35%, θα βρεθεί με 175 ευρώ. Δηλαδή, θα έχει μόλις το 17,5% των αποθεματικών που είχε αρχικά! Περιττεύει, βέβαια, να πούμε ότι τα ασφαλιστικά ταμεία δεν είναι τράπεζες για να κάνουν χρηματιστηριακά παιχνίδια, αγοράζοντας και πουλώντας ομόλογα και άλλα τραπεζικά «προϊόντα». Είχαν κάποια αποθεματικά, τα έβαλαν στην ΤτΕ και αυτή τα μετέτρεπε σε ομόλογα ελληνικού δημοσίου (ακόμη και την περίοδο που οι τιμές των ομολόγων κατρακυλούσαν).
 
Το PSI υποτίθεται ότι ήταν εθελοντικό (για να μην προκύψει «πιστωτικό γεγονός»), όμως, όπως πολύ καλά θυμόμαστε, τα Ταμεία υποχρεώθηκαν να δεχτούν το «κούρεμα», μέσω της ενεργοποίησης των περιβόητων CACs (ρήτρες συλλογικής δράσης - Collective Action Causes), από τις οποίες η συγκυβέρνηση Παπαδήμου δεν εξαίρεσε τα ασφαλιστικά ταμεία. Τώρα, ο Στουρνάρας ξαναμιλαει για εθελοντική συμμετοχή: «Οποιος θέλει προσέρχεται, δεν θα υποχρεώσουμε κανένα ασφαλιστικό Ταμείο να έρθει». Οταν, όμως, ρωτήθηκε ποια είναι η θέση του ως υπουργού Οικονομικών, αν πρέπει ή δεν πρέπει να συμμετάσχουν τα ασφαλιστικά ταμεία, έδωσε την εξής αποκαλυπτική –και άκρως προκλητική– απάντηση: «Τα ασφαλιστικά ταμεία είναι μια ειδική περίπτωση, διότι είναι μέρος της Γενικής Κυβέρνησης. Επομένως, είναι μία η άλλη η συμμετοχή τους. Θα ήθελα όμως να αποφασίσουν τα ίδια τα ασφαλιστικά ταμεία και όχι ο υπουργός Οικονομικών. Υπάρχει διαδικασία. Τώρα, όσον αφορά τα αποθεματικά. Μην φανταστείτε ότι οι συντάξεις πληρώνονται από τα ομόλογα που έχουν, από τα κέρδη των ομολόγων. Οι συντάξεις εξασφαλίζονται, διότι υπάρχει η οιονεί εγγύηση του κράτους για τις συντάξεις και, όταν τα ασφαλιστικά ταμεία έχουν έλλειμμα, το έλλειμμα καλύπτεται από μεταφορά από τον προϋπολογισμό. Επομένως, δεν τίθεται θέμα συντάξεων. Αλλά θα ήθελα τα ασφαλιστικά ταμεία να αποφασίσουν μόνα τους».
 
Τι είπε ο προκλητικός γιάπης; Οτι δεν έχει καμιά σημασία αν τα Ταμεία έχουν αποθεματικά, διότι οι συντάξεις καλύπτονται από τον προϋπολογισμό! Με το ίδιο ακριβώς επιχείρημα έβαλε ο Βενιζέλος υποχρεωτικά τα Ταμεία στο «κούρεμα» του PSI. Ακόμα πιο προκλητικός, ο άλλος γιάπης, ο Μαστρόκαλος του ΟΔΔΗΧ, είπε: «Τα ομόλογα αυτή τη στιγμή βρίσκονται στην υψηλότερη τιμή τους από τότε που εκδόθηκαν. Συνεπώς, νομίζω ότι πολλοί επενδυτές θα έχουν ίδιον οικονομικό όφελος να συμμετέχουν (…) Επειδή το ποσό  των χρημάτων που μπορούμε να διαθέσουμε για την επαναγορά είναι περιορισμένο, όποιος προλάβει παίρνει. Η επαναγορά ενός χρέους σε τιμές υψηλότερες ιστορικά από όσες έχει υπάρξει όσο αυτό ζει, δεν νομίζω ότι είναι τόσο αρνητικό για τους επενδυτές». Μας λέει, δηλαδή, ότι το νέο «κούρεμα» είναι και συμφέρουσα… επένδυση για τα Ταμεία!
 
Τι συμβαίνει στην πράξη, βέβαια, το ξέρουμε πολύ καλά. Κάθε τρεις και λίγο βγαίνει ένας αντιασφαλιστικός νόμος που πετσοκόβει τις συντάξεις και τις άλλες ασφαλιστικές παροχές, επειδή οι «αναλογιστικές μελέτες» δείχνουν ότι τα ταμεία δεν είναι «βιώσιμα». Με το νέο πετσόκομμα των αποθεματικών, που θα τα φέρει στο 17,5% της αξίας που είχαν πριν από ένα χρόνο (μπορεί και παρακάτω, αν η επαναγορά γίνει σε τιμή χαμηλότερη του 35%), τα ασφαλιστικά ταμεία θα βρεθούν πανί με πανί και οι συντάξεις τους (μαζί με τις υπόλοιπες παροχές) θα υποστούν νέα πλήγματα (και όχι μόνο μια φορά). Γιατί οι περιβόητες «αναλογιστικές μελέτες» παίρνουν υπόψη και την περιουσία των Ταμείων, κάνοντας προβολή στο μέλλον. Οταν, λοιπόν, το βασικότερο περιουσιακό στοιχείο των Ταμείων, τα αποθεματικά τους, δεχτεί νέα απομείωση, η προβολή θα δείξει χειρότερη «βιωσιμότητα». Και βέβαια, βάσει των αντιασφαλιστικών νόμων και των Μνημονίων, θα πρέπει να μειωθούν συντάξεις και λοιπές ασφαλιστικές παροχές.
 
Υπάρχει, τέλος, ένα ακόμη ζήτημα. Πόσο θα κοστίσει η επαναγορά ομολόγων και πού θα βρεθούν τα λεφτά; Ο Σαχινίδης, ο οποίος έχει βέβαια ενημέρωση, είπε στον Χατζηνικολάου: «Ελπίζω, λοιπόν, ότι η ελληνική κυβέρνηση με την βοήθεια των κατάλληλων συμβούλων θα προχωρήσει στην ταχεία υλοποίηση αυτής της απόφασης αφού λυθούν ζητήματα όπως για παράδειγμα: από πού θα γίνει η χρηματοδότηση, από πού η Ελλάδα θα εξασφαλίσει αυτό το αναγκαίο ποσό μέσω του οποίου θα προχωρήσει στην προσφορά για την επαναγορά του χρέους;». Ο Στουρνάρας, όμως, πέρασε κατευθείαν στο ψέμα: «Η χρηματοδότηση έχει εξασφαλιστεί, όπως ξέρετε πολλοί ρωτούν αν το πρόγραμμα  θα έχει νέα βήματα, βεβαίως έχει νέα χρήματα, όλα αυτά που σας  είπα τα πρόσθετα, συμποσούνται γύρω στα 13 με 14 δισεκατομμύρια περίπου, ίσως και περισσότερα».
 
Με την απλή μέθοδο των τριών μπορεί εύκολα να βρει κανείς ότι με 14 δισ. ευρώ και επαναγορά στο 35% της ονομαστικής τιμής μπορεί ν’ αγοραστούν ομόλογα 40 δισ. ευρώ. Δηλαδή, το διπλάσιο του στόχου που έχει τεθεί! ‘Η, αν θέλετε, μπορεί ν’ αγοραστεί χρέος ίσο με το στόχο μείωσης που έχει τεθεί για το 2020. Επομένως, τα υπόλοιπα μέτρα που αποφάσισε το Eurogroup (μείωση επιτοκίων, επιστροφή κερδών από κεντρικές τράπεζες κτλ.) δε θα χρειάζονταν! Θα αρκούσε η επαναγορά ομολόγων. Επειδή, λοιπόν, αυτό δεν ισχύει, είναι φανερό ότι ο Στουρνάρας είπε ένα ψέμα, για ν’ αποφύγει τη δημοσιογραφική ερώτηση. Ενα ψέμα που εκείνη τη στιγμή δεν το έπιασε κανείς. Το έπιασε μόνο ο Μαστρόκαλος, ο οποίος άρχισε να μπερδεύει το θέμα: «Μπορεί να μην είναι 10 δισ., να είναι λιγότερα, θα εξαρτηθεί, δεν υπάρχει δηλαδή μια ειλημμένη απόφαση ως προς την ακρίβεια του ποσού».
 
Και οι δύο, όμως, και ο Στουρνάρας και ο Μαστρόκαλος, επέμεναν ότι τα λεφτά για την επαναγορά δε θ’ αντληθούν από τη δόση, αλλά θ’ αποτελέσουν νέο δάνειο. Μαστρόκαλος: «Θα υπάρχει πρόβλεψη, ώστε να υπάρχει μία δανειακή σύμβαση που να μας τα δώσουν την κατάλληλη στιγμή, όταν πρέπει να πληρωθούν, να το πω έτσι». Στουρνάρας: «Τα χρήματα της επαναγοράς δεν είναι μέσα στη δόση των 44 δισεκατομμυρίων,  είναι πρόσθετο. Φυσικά εφ' όσον είναι δάνειο, βέβαια και επιβαρύνει το χρέος, θα εξοφληθεί όμως κανονικά, είτε μπορεί να εξοφληθεί κι από έσοδα ιδιωτικοποιήσεων για παράδειγμα. Επομένως δεν υπάρχει καμία σύγχυση νομίζω, είναι το ανακοινωθέν σαφές ως προς το κομμάτι αυτό».
 
Το ανακοινωθέν του Εurogroup, βέβαια, δεν αναφέρει τίποτα για νέο δάνειο προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η επαναγορά. Γι’ αυτό και ο Σαχινίδης είπε πως αυτό είναι ζήτημα προς λύση. Ο Στουρνάρας, όμως, που έχει συνηθίσει να λέει τα πιο χοντρά ψέματα με τον πιο φυσικό τρόπο (την εποχή που διηύθυνε το ΙΟΒΕ είχε δώσει ρέστα σ’ αυτόν τον τομέα), δεν δίστασε να πει, απαντώντας σε σχετική ερώτηση, πως όχι μόνο είναι εξασφαλισμένο το δάνειο για την επαναγορά, αλλά και πως «είναι όμως υπολογισμένο και στις χρηματοδοτικές ανάγκες του και στο DSA, άρα είναι μέσα στο 124%». Πώς, όμως, έχουν υπολογίσει στο σενάριο για μείωση του χρέους σε 124% του ΑΕΠ το 2020 (αυτό είναι το DSA) ένα νέο δάνειο που δεν ξέρουν καν πόσο θα είναι, αφού δεν ξέρουν σε τι ύψος θα φτάσει η επαναγορά;
 
Το μόνο βέβαιο είναι ότι θα γίνει νέο παζάρι με την τρόικα. Μπορεί να πάρουν όλο το ποσό με τη μορφή δανείου από τον EFSF, όπως λένε. Μπορεί να τους δώσουν ένα μέρος και ένα άλλο μέρος να απαιτήσουν να καλυφθεί από τη δόση. Μικρή σημασία έχει αυτό. Εκείνο που μετράει είναι η κυοφορούμενη νέα επίθεση σε ό,τι απέμεινε ως αποθεματικό στα ασφαλιστικά ταμεία, πανεπιστήμια κτλ.
 
 


 
Προσθέστε περισσότερες πληροφορίες

ανοίξτε συζήτηση για αυτό το άρθρο

Δευτέρα 26 Νοεμβρίου 2012

Ενάντια στο φασισμό και τον ρατσισμό…


KEIMENO ΓΙΑ ΥΠΟΓΡΑΦΕΣ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΤΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΕΧΝΩΝ
Στείλτε την υπογραφή σας στο antiracismfascism@yahoo.gr

Ενάντια στο φασισμό και τον ρατσισμό…
6 μήνες μετά την είσοδο της Χρυσής Αυγής στη Βουλή, κανείς πια δεν δικαιούται να λέει ότι δεν γνωρίζει. Το αυγό του φιδιού έσπασε. Και το δηλητήριο από τις δαγκωματιές του απειλεί τώρα ανθρώπινες ζωές: φτωχών ανθρώπων που έτυχε να γεννηθούν με το «λάθος» χρώμα δέρματος και διασταυρώνονται από ατυχία με τα «τάγματα εφόδου», μεταναστών, αριστερών ή αναρχικών, καλιτεχνών πού δεν υποτάσσονται στα γούστα των Ναζί, ομοφυλόφιλων, συνδικαλιστών, τσιγγάνων, «διαφορετικών» για τα γούστα των φαιοχιτώνων.
Μας τρομάζει η άνοδος των νεοναζί. Ειδικά σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης σαν τη σημερινή. Οι κυβερνήσεις των τριών τελευταίων χρόνων που εφαρμόζουν τις πολιτικές των Μνημονίων έχουν νομιμοποιήσει την ατζέντα της Χρυσής Αυγής, με τον ρατσισμό κατά των μεταναστών, τις επιχειρήσεις-σκούπα, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τους φράκτες, με τον οργουελιανό «Ξένιο Δία». Για τις δόσεις των δανείων των τραπεζιτών, έχουν φτάσει να παίζουν στα ζάρια τις ζωές 17χρονων και 18χρονων παιδιών: οι εξαγγελίες της κυβέρνησης Σαμαρά για την κατάργηση του λειψού νόμου για την ιθαγένεια είναι η σύγχρονη εκδοχή της ανθρωποθυσίας των νέων της Αθήνας στον Μινώταυρο της Τρόικας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στα νέα παιδιά των μεταναστών που θα τελειώσουν το σχολείο και θα ξαναγίνουν μετανάστες μιας πατρίδας που ποτέ δεν γνώρισαν, δεν μπορούμε παρά να βλέπουμε τα δικά μας παιδιά που αναγκάζονται να πάρουν ξανά το δρόμο της ξενιτιάς.
Στα μεσάνυχτα της Χρυσής Αυγής και των πολιτικών που την θρέφουν, μας δίνουν ελπίδα και αισιοδοξία οι αχτίδες της αντίστασης: οι αντιφασιστικές διαδηλώσεις στις γειτονιές, οι μαθητές που παρέλασαν με αντιναζιστικά περιβραχιόνια στις παρελάσεις της 28ης Οκτωβρίου, οι Πακιστανοί μετανάστες που δεν φοβήθηκαν να διαδηλώσουν στις 24 Αυγούστου στην Ομόνοια ενάντια στις αστυνομικές και φασιστικές επιθέσεις, οι καλλιτέχνες που συνεχίζουν το έργο τους ατρόμητοι από τη ναζιστική τρομοκρατία. Και, πιο πολύ, κάθε μοναχική πράξη αντίστασης – σε ένα λεωφορείο, σε μια δημόσια υπηρεσία ή σε ένα πάρκο – απέναντι στον ναζιστικό ζόφο, μάς στυλώνει για τη μάχη που έχουμε μπροστά μας.
Η 19 Γενάρη είναι η κραυγή σου!
Στην ιστορία του φασισμού, η πάλη εναντίον του μετεωριζόταν πάντοτε ανάμεσα σε δύο στιγμές: στο «πολύ νωρίς» και στο «πλέον αργά». Για όσες και όσους υπογράφουμε αυτή την πρωτοβουλία, δεν είναι ούτε πολύ νωρίς, ούτε πολύ αργά: η ώρα για τη μάχη ενάντια στο φασισμό είναι τώρα.
Μπορούμε να σμίξουμε τις πολλές και διάσπαρτες πράξεις αντίστασης σε μία μέρα μαζικής δράσης ενάντια στη φασιστική απειλή; Εμείς λέμε ναι. Γι’ αυτό ξεκινάμε το κίνημα της 19 Γενάρη. Για να ενώσουμε όλες τις διαφορετικές δυνάμεις που θέλουν να παλέψουν τον φασισμό. Αλλά, το κρισιμότερο, για να ενώσουμε όλες τις αντιφασιστικές ευαισθησίες, από όποιο κομμάτι της κοινωνίας και από οποιαδήποτε αφετηρία και αν προέρχονται, σε ένα μαζικό κίνημα που θα στριμώξει και τελικά θα γυρίσει το νεοναζιστικό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής εκεί που πραγματικά ανήκει: στους υπονόμους της Ιστορίας.
Ο λογικότερος τόπος συγκέντρωσης αυτής της αντιφασιστικής κραυγής δεν είναι άλλος από την πλατεία Συντάγματος: εκεί, σ’ αυτήν την Πλατεία που αντηχεί από τα συνθήματα των μεγάλων απεργιών των τριών τελευταίων χρόνων και που μυρίζει τα δακρυγόνα της αστυνομικής καταστολής ενός καθεστώτος που έχει χάσει πια κάθε δημοκρατική νομιμοποίηση, επιλέγουμε να οργανώσουμε μία μεγάλη αντιφασιστική συγκέντρωση και συναυλία, που θα δείξει ποιός είναι η πραγματική πλειοψηφία.
Οι άνθρωποι του Πολιτισμού, των Γραμμάτων, των Τεχνών και της Επιστήμης, έχουμε ιδιαίτερο καθήκον να στηρίξουμε αυτή την πρωτοβουλία. Δεν μπορεί να υπάρχει πραγματική τέχνη ή επιστήμη σε κλειστές αίθουσες, τη στιγμή που έξω από τις πόρτες μας ακούμε τις μπότες αυτών που κάψανε βιβλία και στη συνέχεια ανθρώπους. Μέσα σ’ αυτή τη μάχη, σ΄ αυτή την εποχή των τεράτων, θα ανακαλύψουμε από την αρχή το πραγματικό νόημα της τέχνης και της επιστήμης,.
Είμαστε αισιόδοξοι και αισιόδοξες ότι σ’ αυτή τη μάχη ενάντια στη φασιστική απειλή θα βγούμε νικητές, αν αγωνιστούμε όλες και όλοι μαζί. Και η ώρα αυτή της μάχης είναι τώρα