Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2013

Το «ΟΧΙ» και οι Σκουριές του, του Κωστή Μασούρα

Το «ΟΧΙ» και οι Σκουριές του

του Κωστή Μασούρα
a
-Τι γιορτάζουμε την 28η Οκτωβρίου;
Στην ερώτηση αυτή, που μας έθεταν κάθε τέλη Οκτώβρη δασκάλες στο δημοτικό κάτω από φωτογραφίες του Μεταξά, τηλεδημοσιογράφοι σε ρεπορτάζ του πεζοδρομίου και απεγνωσμένοι σύντροφοι σε στιγμές νοσταλγίας του άλλου, του κόκκινου Οκτώβρη, προσπαθούμε να απαντήσουμε κάθε χρόνο.
-Ελάτε μωρέ να σας πω εγώ. Ελάτε που ’μαι γενιά του ’40…
Φέτος, θα αφήσουμε να μας δώσει την απάντηση η Ιερισσιώτισσα γιαγιά της Χαλκιδικής.
Θα την αφήσουμε να μας πει για την πατρίδα μας μέσα από την ιδιαίτερη δική της πατρίδα, τη Χαλκιδική. Αλλά θα αφήσουμε και τη Χαλκιδική να μας πει για τις γιαγιάδες και τους παππούδες μας.

Γιατί οι αγώνες τιμώνται με αγώνες και οι κάτοικοι της Χαλκιδικής έχουν δικαιωματικά φέτος το λόγο. Αλλά και γιατί, η πρόσφατη ιστορία της Χαλκιδικής προσομοιάζει με τραγικό τρόπο τη σύγχρονη ιστορία του τόπου μας.
Η Χαλκιδική λοιπόν, θα μας έλεγε η γιαγιά, είναι μία από τις πιο όμορφες γωνιές της χώρας. Τα κλισέ και οι “μισαλλοτοπίες” των σύγχρονων εκπορθητών της περισσότερο συσκοτίζουν, παρά φανερώνουν τον κρυμμένο πλούτο της. Τον πλούτο αυτό μπορεί να ανακαλύψει όποιος περπατήσει στις ανέγγιχτες πλαγιές του Χολομώντα και στο απειλούμενο δάσος των Σκουριών, όποιος κατασκηνώσει στις ελάχιστες πλέον ελεύθερες παραλίες της Σιθωνίας και δει την ανατολή του ήλιου πίσω από το αποκλεισμένο όρος Άθως. Τον πλούτο αυτό γνωρίζουν ήδη και θρηνούν όσοι πρόλαβαν να περιηγηθούν τη Χαλκιδική μέχρι τη δεκαετία του ’70 ή όσοι βρήκαν μόνιμο καταφύγιο στα βουνά της, μετά την περιήγησή τους σε κάθε γωνιά των Βαλκανίων. Γιατί η Χαλκιδική φέρει ταυτόχρονα, περισσότερο ίσως από κάθε άλλη περιοχή της Ελλάδας, τα ίχνη της άγριας επέλασης του κεφαλαίου πάνω στο φυσικό και οικιστικό περιβάλλον, στις παραγωγικές σχέσεις και στους ανθρώπους της. Από τον πολεοδομικό κι αισθητικό βιασμό της κατά τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, μέχρι τους εμπρησμούς των δασών και τα φαραωνικής κλίμακας επικείμενα εξορυκτικά έργα στην επιφάνειά της, και από το τσουνάμι του κιτς στις παράκτιες περιοχές της, μέχρι τον οικονομικό στραγγαλισμό της τοπικής οικονομίας και τη σύγχρονη εγκατάλειψή της, η μικρή αυτή φλούδα γης αποτυπώνει με το χαρακτηριστικότερο τρόπο την καταστροφική επίδραση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και “ανάπτυξης” πάνω στη φύση και τον άνθρωπο, σε βαθμό που τείνει να τους καταστήσει, ένθεν κακείθεν, κυριολεκτικά “αγνώριστους”.
Είναι, θα λέγαμε, μία μικρογραφία του ελληνικού οικονομικοκοινωνικού σχηματισμού, όπου το σύγχρονο δομημένο περιβάλλον στη βάση της ατομικής ιδιοκτησίας του χώρου και των μέσων παραγωγής του, αλλά και αντίστροφα, ως βασικό πεδίο πραγμάτωσης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, προβάλλεται με εξαιρετικά αποκρουστικό και παραμορφωτικό τρόπο στο φόντο του απαράμιλλης ομορφιάς φυσικού τοπίου της χώρας και του παραδοσιακού περιεχομένου των κοινωνικών σχέσεων που αναπτύχθηκαν σε αυτό.
Το κυρίαρχο γαλαζοπράσινο χρώμα της Χαλκιδικής χάθηκε σταδιακά από το γεωγραφικό χάρτη της χώρας. Διατηρούταν όμως, μέχρι πρόσφατα, στον αντίστοιχο πολιτικό χάρτη. Σίγουρο χαρτί για το εκάστοτε αστικό πλέγμα εξουσίας και τους βορειοελλαδίτες εκπροσώπους του, η περιοχή της Χαλκιδικής δε φάνηκε να αποτελεί ευεπίφορο πεδίο κοινωνικοπολιτικών εντάσεων.
Σαν την Ελλάδα του Μεσοπολέμου, που έμοιαζε να συνομιλεί σε διαφορά φάσης με τα κοινωνικοπολιτικά τεκταινόμενα στην Ευρώπη. Την ίδια στιγμή που η εργατική τάξη επιχειρούσε την κατάληψη των ουρανών εξ εφόδου σε πολλές χώρες της Ευρώπης, στον απόηχο του κοσμοϊστορικού 1917 της Ρωσίας, το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα αναζητούσε τα πρωτοπόρα μέλη των οργανώσεών του σε ξερονήσια και φυλακές.
Μέχρι το 1940, όποτε τον τόπο αυτό κλήθηκαν να υπερασπίσουν αυτοί που φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν στα έγκατά του, ενάντια στον ξένο κατακτητή. Στο πλευρό του ξένου κατακτητή και η πρώην «εθνικόφρων» φρουρά της πατρίδας που φόρεσε τη γερμανική στολή και στράφηκε εκ νέου ενάντια στον αγωνιζόμενο λαό. Η εποποιία του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ ολοκληρώθηκε με την εκκαθάριση του ελληνικού εδάφους από τα ναζιστικά στρατεύματα και τους ντόπιους συνεργάτες τους, προτού ο “εθνικός κορμός” του αστικού κράτους ανανήψει από το δωσιλογικό παρελθόν του και στείλει τους πρωταγωνιστές του απελευθερωτικού αγώνα πίσω στα γήινα κολαστήρια και τα εκτελεστικά αποσπάσματα ως “προδότες”. Τη φενάκη του αστικού πατριωτισμού είχε αποκαλύψει αρκετά νωρίτερα ο Άρης Βελουχιώτης στον ιστορικό λόγο του στη Λαμία:
«Ποιος είναι λοιπόν πατριώτης; Αυτοί ή εμείς; Το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα και τρέχει να βρει κέρδη σε όποια χώρα υπάρχουνε τέτοια. Γι’ αυτό δε νοιάζεται κι ούτε συγκινείται με την ύπαρξη των συνόρων και του κράτους.
Ενώ εμείς, το μόνο πού διαθέτουμε, είναι οι καλύβες μας και οι πεζούλες μας. Αυτά αντίθετα από το κεφάλαιο που τρέχει, οπού βρει κέρδη, δε μπορούν να κινηθούν και παραμένουν μέσα στη χώρα που κατοικούμε.
Ποιος, λοιπόν, μπορεί να ενδιαφερθεί καλύτερα για την πατρίδα του; Αυτοί που ξεπορτίζουν τα κεφάλαια τους από τη χώρα μας ή εμείς που παραμένουμε με τις πεζούλες μας εδώ;»
Ο πρωτοκαπετάνιος του ΕΛΑΣ θα μπορούσε να εκφωνεί το λόγο του κάτω από ένα πανό, σαν αυτό που γράφτηκε 70 σχεδόν χρόνια μετά σε κάποια από τις πολλές λαϊκές εκδηλώσεις αντίστασης των κατοίκων της Χαλκιδικής ενάντια στην καταστροφική επέλαση του κεφαλαίου:
Χρυσάφι είναι ο τόπος μας, χρυσάφι το νερό μας,
χρυσάφι είναι το βουνό και τ’όμορφο χωριό μας
skouries
Αντί για τανκς, πολυβόλα και ταγματασφαλίτες, οι κάτοικοι της Χαλκιδικής αντιμετώπισαν μπουλντόζες, εξορυκτικά μηχανήματα και το στρατό των ΜΑΤ, φέρνοντας πάλι αντιμέτωπους στο κοινωνικό προσκήνιο τους δύο “πατριωτισμούς”:
Από τη μία ο θεσμικός πατριωτισμός του αστικού κράτους, της κυβέρνησης που μαζί με την ΕΕ και το ΔΝΤ προώθησαν το μεγαλύτερο ξεσπλάχνισμα του τόπου, ξεπουλώντας τα εδάφη και υπεδάφη της Χαλκιδικής και της μισής Ελλάδας έναντι πινακίου φακής στο ελληνικό και ξένο κεφάλαιο.
Και από την άλλη ο πατριωτισμός των υπερασπιστών της γης και της ελευθερίας αυτού του τόπου, «της καλύβας και της πεζούλας» που έλαβε και πάλι κλήση –ως φάρσα της ιστορίας θα έλεγε κανείς- σε απολογία για τα «αντεθνικά» έκτροπα που προκάλεσε.
Το τραγούδι της γιαγιάς, το τραγούδι τον ηττημένων, που ήχησε 7 δεκαετίες μετά σα νικηφόρο άσμα ως άλλο αντάρτικο, αφουγκράστηκαν χιλιάδες -εκατοντάδες χιλιάδες- κόσμου, που ενώθηκαν σε ένα πρωτόγνωρο για τα χρονικά της “γαλαζοπράσινης” Χαλκιδικής κίνημα συμπαράστασης στον αγώνα ενάντια στους σύγχρονους αποικιοκράτες. Αυτό το κίνημα αποσιωπήθηκε και κατασυκοφαντήθηκε από τα ΜΜΕ, κατονομάστηκε ως “δίκτυο τρομοκρατών», βίωσε την πιο ωμή καταστολή και οδηγήθηκε σε δικαστήρια και κρατητήρια από τους επίσημους “προστάτες του έθνους”, τους πραιτοριανούς του κεφαλαίου.
Κάθε μέτωπο της μάχης έχει και τις συμμαχίες του. Απέναντι στον αγώνα των κατοίκων βρέθηκαν, εκτός των κυβερνητικών δυνάμεων και των ΜΜΕ, και οι πολιτικοί απόγονοι των Ταγμάτων Ασφαλείας, οι φασίστες της Χρυσής Αυγής. Σε μία έξαψη του “πατριωτισμού” τους πήραν τη φυσική θέση τους στο πλευρό του επιτιθέμενου κεφαλαίου, πίσω από στις μπουλντόζες των πολυεθνικών, τα σύγχρονα πάντσερ της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Την ίδια θέση έλαβε και ο Δήμαρχος Πάχτας που, τιμώντας την παράδοση των Πλυτάδων, πήρε κι αυτός τη θέση που του υπαγόρεψε ο αστικός πατριωτισμός του, ως πολιτικός εκπρόσωπος της El Dorando Gold και της Ελληνικός Χρυσός ΑΕ.
Δεν θα επιχειρήσουμε τον παραλληλισμό του κινήματος συμπαράστασης στον αγώνα των κατοίκων της Χαλκιδικής με το ΕΑΜικό κίνημα, ερεθίζοντας, όπως συμβαίνει συχνά, τις φαντασιώσεις της καθ’ημάς Αριστεράς απέναντι στο ανεκπλήρωτο της εθνικής και κοινωνικής απελευθέρωσης. Αντικρίζοντας όμως αυτή την υπόμνηση της ιστορικής επανάληψης, τρομάζει η σκέψη πως, ακόμη κι αν η Χαλκιδική απελευθερωθεί από το τον ζυγό των πολυεθνικών και των κυβερνητικών συνεργατών τους, μπορεί κάποτε τα παιδιά και τα εγγόνια μας να τιμούν την απελευθέρωση αυτή μέσα από λίβελους για τις γιαγιάδες της Ιερισσού και δαφνοστεφανώνοντας την προτομή του Πάχτα και του Μιχαλολιάκου. Ότι δηλαδή επιχειρεί να διαπράξει η επίσημη “εθνική” αφήγηση για την 28η Οκτωβρίου, φτάνοντας στο σημείο να τιμά επί δεκαετίες με επίσημα μνημόσυνα σε πηγάδες και βουνοκορφές τα στρατεύματα κατοχής και τους ντόπιους συνεργάτες τους. Γιατί οι συνθηκολογήσεις και οι Βάρκιζες δεν επιδρούν στην ιστορία μόνο προς τα εμπρός, αλλά και προς τα πίσω. Γίνονται καταστροφικές χρονομηχανές, σαν τις μπουλντόζες, όπως θα έλεγε το αληθινό παραμύθι της γιαγιάς, που υποσκάβουν το παρελθόν για να ξεριζώσουν από αυτό κάθε επιβλαβές στοιχείο για τους επικαρπωτές του μέλλοντος.
Οι πολλαπλές εκβάσεις του σύγχρονου κοινωνικού πολέμου θα αποτελέσουν τα ιστοριογραφικά τιμαλφή του μέλλοντος αυτού. Επιχειρώντας μία απάντηση στο αρχικό ερώτημα λοιπόν, η Χαλκιδική μας υπενθυμίζει το μέλλον. Οι αγώνες γράφουν ιστορία, αλλά ταυτόχρονα υπερασπίζονται την ήδη γραμμένη ιστορία με το αίμα των λαών. Η Ιερισσός, η Μεγάλη Παναγιά και οι Σκουριές ξεσκουριάζουν τη συλλογική μνήμη και μας υπογραμμίζουν ότι το «ΟΧΙ» του ‘40 αποτελεί το χρυσάφι της ιστορίας που ανήκει στον αγωνιζόμενο λαό και όχι στους εθνικούς παραχαράκτες της. Αυτό είναι και το πραγματικό χρυσάφι που βρίσκεται βαθιά μέσα στα ελεύθερα χώματα της Χαλκιδικής και στο χώμα κάθε τόπου, πάνω στο οποίο οι κάτοικοί του υπερασπίστηκαν τη ζωή και την αξιοπρέπειά τους.
Και δεν μπορεί κανείς να μας το πάρει.
 
 
Αναδημοσίευση από το  Βlog  H Λέσχη της Ανυπόταχτης Θεώρίας

Θα τούς ταράξουμε στη νομιμότητα; του Σπύρου Μαρκέτου

Θα τούς ταράξουμε στη νομιμότητα;

του Σπύρου Μαρκέτου 
images
Το πλήγμα της ακροδεξιάς κυβέρνησης στη συμμορία που σκότωσε τον ηρωικό Παύλο Φύσσα μπορεί ν’ αποδοθεί σε πολλούς παράγοντες, αλλά σίγουρα όχι σε οποιεσδήποτε αντιφασιστικές ευαισθησίες του Σαμαρά και του επιτελείου του. Αυτές είναι ανύπαρκτες, όπως απέδειξαν λόγοι και πράξεις τους όλα τα περασμενα χρόνια.
Αντίθετα, στην αντιμετώπιση της Χρυσής Αυγής μέτρησε κυρίως το αντιφασιστικό κίνημα, που άνθησε μέσα από αναρίθμητες τοπικές επιτροπές, ομάδες και κινητοποιήσεις τον τελευταίο χρόνο. Μετά τη δολοφονία οι μνημονιακοί πανικοβλήθηκαν από το ενδεχόμενο να γίνει η λαϊκή οργή, ριζοσπαστικοποιώντας τους απεργιακούς αγώνες, καταλύτης ενός κινήματος ικανού ν’ ανατρέψει την κυβέρνηση και να σταματήσει τη λεηλασία της χώρας. Ότι η πυρκαγιά μπορούσε να ξεσπάσει κάθε στιγμή είχε φανεί νωρίτερα, από τον απρόσμενο ξεσηκωμό για τη δολοφονία ενός άλλου νέου, του Θανάση Καναούτη. Συγκρίνοντας αυτές τις αυθόρμητες και μαζικές κινητοποιήσεις με την εξαφάνιση των χρυσαυγιτών όταν πιάστηκε η ηγεσία τους, παρ’ όλες τις εκκλήσεις της για δυναμικές παρεμβάσεις, βλέπουμε ποιό κίνημα είναι αληθινό και ποιά πλευρά έχει πράγματι δύναμη στο δρόμο.

Συνέβαλε επίσης η διεθνής ταξική πάλη, που δεν κρυσταλλώνεται μόνο γύρω από σημερινές διεκδικήσεις, αλλά και με άξονα την ιστορική μνήμη. Η ανάμνηση της φασιστικής φρίκης στην Ευρώπη παραμένει ισχυρή, και τα πλέγματα εξουσίας φοβούνται να συνδεθούν απροκάλυπτα μαζί της. Κυρίως δεν θέλουν να φτιαχτούν εστίες συλλογικής αντίδρασης οι οποίες, ανακαλώντας τη μαζική αντίσταση στον φασισμό, θα ματαιώσουν τα εγχειρήματα δομικής προσαρμογής (‘μνημόνια’) όταν θα σκάσει η χρηματοπιστωτική φούσκα και στο βορά. Όταν λοιπόν ο εκπρόσωπος των ευρωπαίων σοσιαλιστών έθεσε ζήτημα Χρυσής Αυγής στην ελληνική κυβέρνηση, η τελευταία θορυβήθηκε.
Ένας εσωτερικός παράγοντας ήταν η αυτονόμηση του Μιχαλολιάκου. Όλο αφελή προπέτεια, βιαζόταν να συγκυβερνήσει. Μεθυσμένος από την προκλητική ασυλία που τού παρείχαν αστυνομία και δικαστικοί, ντοπαρισμένος με τη συστηματική στήριξη των λεγόμενων μέσων ενημέρωσης, και παραφουσκωμένος με τις γενναιόδωρες εισφορές τραπεζιτών, εφοπλιστών και μητροπολιτών, που τα ονόματά τους απαράδεκτα μένουν κρυφά, υπερεκτίμησε τις δυνάμεις του. Προτείνοντας τον Κασιδιάρη για υποψήφιο δήμαρχο Αθήνας έκανε την κυβέρνηση να ετοιμάσει ακόμη και αλλαγή του εκλογικού νόμου για να κρύψει τη γύμνια της. Το φονικό τής έδωσε μια σπάνια ευκαιρία να σβήσει τον ενοχλητικό ανταγωνιστή και ν’ αρπάξει νυχτωμένους ψηφοφόρους του. Τήν άδραξε, μετά από λίγες ημέρες δισταγμού.
Η δίωξη των χρυσαυγιτών ήταν μια γλυκειά νίκη του αντιφασιστικού κινήματος και μια πελώρια ήττα του πλέγματος εξουσίας. Η ναζιστική συμμορία τούς ήταν πολλαπλά απαραίτητη, γι’ αυτό άλλωστε και είχαν πάρει το ρίσκο να τήν στηρίξουν βουλώνοντας τη μύτη τους. Τήν χρειάζονταν για να εκτρέψουν τη λαϊκή αγανάκτηση από τους τραπεζίτες και τα κόμματα εξουσίας προς τους μετανάστες και τους πρόσφυγες, αλλά κι ενάντια στην αριστερά. Επίσης τήν ήθελαν για πολιτική εφεδρεία, η οποία με τον αντιμνημονιακό της λόγο θα αδρανοποιούσε πολλούς δυσαρεστημένους που έχουν αλλεργία στην αριστερά. Αλλά και ως απεργοσπάστες κι εφεδρικό στρατό καταστολής, αν τυχόν ξεσπάσει μια λαϊκή εξέγερση, διόλου απίθανη, ενάντια στην οποία δεν θα αρκούν οι δυνάμεις του επίσημου κράτους. Χωρίς τη Χρυσή Αυγή, μονάχα τα ΜΑΤ απομένουν ανάμεσα στο λαό και τα ελικόπτερα. Χάνοντάς την το καθεστώς γίνεται ορατά πιο ευάλωτο.
Ο εχθρός θα ξαναπροσπαθήσει να φτιάξει φασιστικό κίνημα, αλλά τώρα θα δυσκολευτεί. Πρώτα πρώτα, ήρθαν στο φως οι εξαρτήσεις του φασισμού από τους καπιταλιστές και ξεθώριασε η δήθεν αντισυστημικότητά του. Έπειτα, η φασιστική κινητοποίηση στηρίζεται στην αίσθηση ότι το κράτος τήν καλύπτει, που εξατμίστηκε μετά τις συλλήψεις και την εξάρθρωση των πιο προκλητικών χρυσαυγίτικων πυρήνων στην αστυνομία. Επιπλέον, πολλοί που έλπιζαν ότι θα σώζονταν ατομικά προσχωρώντας στον φασισμό τρόμαξαν και απογοητεύτηκαν. Τέλος, η αριστερά και οι εργαζόμενοι αφυπνίστηκαν αππέναντι στην απειλή, και την ερχόμενη φορά θα αντιδράσουν ταχύτερα.
Από την άλλη μεριά, η επόμενη προσπάθεια μπορεί ν’ αποδειχτεί πιο επικίνδυνη, ιδίως αν αποφύγει τις απροκάλυπτες ναζιστικές αναφορές, που αναπόφευκτα εκθέτουν, και αν τυχόν βρει ικανότερους ηγέτες. Τώρα, όσο ο φασισμός έχει γονατίσει, πρέπει να φτάσει σε όσο γίνεται περισσότερο κόσμο το μήνυμά μας, πως είναι συστημικός και όχι αντισυστημικός. Και πως λύση δεν είναι η ατομική σωτηρία, ανέφικτη έτσι και αλλιώς, αλλά η ανατροπή του πλέγματος εξουσίας και του καπιταλισμού. Που δεν αφορά το μακρινό μέλλον, αλλά είναι εφικτή αύριο. Και σημαίνει καταρχάς ν’ αποσπάσουμε το κράτος από τους καπιταλιστές και να οργανώσουμε την οικονομία με εργατικό έλεγχο και γνώμονα τις δικές μας ανάγκες αντί για το δικό τους κέρδος.
Οι δραματικές εξελίξεις του τελευταίου μήνα μάς δείχνουν για ποιό λόγο η διάκριση μεταξύ φασισμού και της υπόλοιπης άκρας δεξιάς δεν είναι σχολαστικισμός, αλλά αντίθετα βοηθά να καταλάβουμε καλύτερα τις χωριστές στοχεύσεις τους και τη διαφορετική πολιτική τους δυναμική. Οι φασίστες και η υπόλοιπη άκρα δεξιά είναι συγγενικοί χώροι και συνήθως συνεργάζονται, αλλά συνάμα έχουν αποκλίνοντα χαρακτηριστικά και συμφέροντα, όπως ανέλυσε ο ιστορικός Ρόμπερτ Πάξτον στην Ανατομία του φασισμού, έργο απαραίτητο για να καταλάβουμε αυτό τον εχθρό μας. Η βασική τους διαφορά δεν εντοπίζεται στις αυταρχικές και ρατσιστικές ιδέες που επαγγέλλονται, οι οποίες μπορεί και να είναι ταυτόσημες, αλλά στο ότι οι φασίστες, αντίθετα από τους άλλους ακροδεξιούς, στήνουν μαζικό κίνημα. Ο φασισμός δεν είναι ιδεολογία, αλλά πολιτική πρακτική κυριαρχίας στον δημόσιο χώρο.
Οι συγκρούσεις του λοιπόν με τους ακροδεξιούς ομογάλακτούς του δεν είναι σπάνιες ούτε πρέπει να μας εκπλήσσουν. Αντίθετα, είναι αναπόφευκτες, καθώς οι φασίστες προσπαθούν να στήσουν τον δικό τους πολιτικό χώρο. Μπορεί μάλιστα να είναι εξαιρετικά άγριες· για παράδειγμα, ο ιστορικός ηγέτης του ρουμανικού φασισμού Κοδρεάνου εκτελέστηκε, μαζί με την αυλή του, από την επίσης ακροδεξιά ρουμανική κυβέρνηση τον καιρό του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου. Υπάρχουν άλλωστε και πολλά παραδείγματα ενδοφασιστικών συγκρούσεων, με πιο γνωστό τη σφαγή της ηγεσίας των ναζιστικών Ταγμάτων Εφόδου από τον Χίτλερ το 1934, τη Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών. Οι φασίστες έχουν σκληρές διαφωνίες μεταξύ τους σε θέματα στρατηγικής και τακτικής, και αλληλοσυγκρουόμενες προσωπικές επιδιώξεις. Το πρόβλημα των περισσότερων φασισμών είναι ότι τρέφουν πολλούς φύρερ και ντούτσε, όχι μονάχα έναν. Αύριο στην ίδια θέση ίσως βρεθεί και η Χρυσή Αυγή.
Η εικόνα των τεράστιων κομμάτων που συσπειρώνονται πίσω από έναν Χίτλερ ή έναν Μουσολίνι κρύβει ότι ακριβώς ο ιταλικός και ο γερμανικός φασισμός ήταν οι ‘πετυχημένες’ εξαιρέσεις και όχι ο κανόνας. Δύσκολα βρίσκονται χαρισματικοί ηγέτες, και τα περισσότερα φασιστικά κόμματα φούσκωσαν και ξεφούσκωσαν χωρίς κάν να πλησιάσουν την κυβέρνηση. Οι εσωτερικές τους έριδες και διασπάσεις είναι ο κανόνας, όχι η εξαίρεση, και το πιθανότερο είναι να δούμε κάτι αντίστοιχο και στη χώρα μας, ιδίως τώρα που έχασαν την ασυλία του κράτους και των μήντια, και θ’ αναγκαστούν να τοποθετηθούν πάνω στα πραγματικά προβλήματα. Αλλά το να σκοτώνεις φασίστες καθόλου δεν σημαίνει ότι δεν είσαι φασίστας και ο ίδιος, πόσω μάλλον ότι είσαι αντιφασίστας.
Η σύγκρουση της κυβέρνησης με την ηγεσία της Χρυσής Αυγής δεν σημαίνει λοιπόν ότι ο Δένδιας και ο Σαμαράς έξαφνα έγιναν αντιφασίστες. Είναι απλώς μια κίνηση σε μια πολιτική χορογραφία που σκοπό έχει να ξαναφέρει τους ψηφοφόρους του Μιχαλολιάκου στο μαντρί της συντηρητικής παράταξης. Κίνηση, η οποία διευκολύνεται από την έλλειψη ιδεολογικών διαφορών ανάμεσα στους ναζιστές και τη νεοσυντηρητική ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας. Στην πραγματικότητα ο φασισμός είναι αδελφάκι του νεοσυντηρητισμού όσο και του νεοφιλελευθερισμού, και κοινή βάση όλων τους είναι η αντίληψη που ονομάζεται κοινωνικός δαρβινισμός.
Κατά βάση φασίστες, νεοσυντηρητικοί και νεοφιλελεύθεροι έχουν παραπλήσιες αντιλήψεις για την κοινωνία. Τήν βλέπουν σαν μια ζούγκλα, όπου οι αδύναμοι πρέπει να μένουν απροστάτευτοι και οι ισχυρότεροι να τα παίρνουν όλα. Η συλλογική οργάνωση των εργαζόμενων, στην οποία ποντάρει η αριστερά, πρέπει να τσακίζεται. Ισότητα κι ελευθερία είναι κακές λέξεις, αλληλεγγύη και αδελφοσύνη ακατανόητες. Πολιτική επιβίωσης είναι όχι η συλλογικότητα και η συνεργασία, αλλά ο κανιβαλισμός, ώσπου να κανιβαλιστείς και ο ίδιος. Το κράτος πρέπει να παρεμβαίνει συστηματικά για να επιβάλλει παντού τους νόμους της αγοράς, να οργανώνει δηλαδή την καταλήστευση των πολλών και τον κατακερματισμό των συλλογικοτήτων τους.
Για αυτόν ακριβώς το λόγο το ίδιο το κράτος ενισχύει τον φασισμό και τον ρατσισμό, όπως διαπιστώσαμε κι εμπειρικά στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Έτσι κρατά τους εργαζόμενους φτωχούς και διασπασμένους, ώστε να διασφαλίζει την αναπαραγωγή του καπιταλισμού και κατεξοχήν την κερδοφορία των μεγάλων επιχειρήσεων. Η δεξαμενή του φασισμού, δηλαδή ο ευρύς χώρος που δέχεται τη φασιστική συνθηματολογία αλλά δεν συμμετέχει σε φασιστικές κινητοποιήσεις, αρδεύτηκε επιμελέστατα την τελευταία εικοσαετία όχι μόνον από τα κανάλια και τις εφημερίδες των εφοπλιστών και των μεγαλοεργολάβων, αλλά και από τη νομοθεσία και τις κρατικές πολιτικές. Για παράδειγμα, η ρατσιστική μεταχείριση των μεταναστών και των προσφύγων ήταν εκείνη που τροφοδότησε το ρατσισμό, και όχι το αντίστροφο.
Επομένως ο ρηχός και όψιμος κυβερνητικός αντιφασισμός διόλου δεν δικαιώνει τη μερίδα εκείνη της αριστεράς που μάς παροτρύνει ‘να τούς ταράξουμε στη νομιμότητα’. Δεν είναι απλώς ότι η νομιμότητα και η ίδια η συνταγματική τάξη καταλύθηκαν από τη στιγμή που επιβλήθηκε αντιδημοκρατικά το πρώτο Μνημόνιο. Τότε έγινε ανέκδοτο η λαϊκή κυριαρχία, κι έπειτα η εκτροπή οριστικοποιήθηκε με την πρωθυπουργοποίηση του μη εκλεγμένου τραπεζίτη Παπαδήμου και την κυβέρνηση Σαμαρά, που έκανε ακριβώς τα αντίθετα απ’ όσα είχε υποσχεθεί προεκλογικά. Νομιμότητα σε όλο τον κόσμο σημαίνει πλέον ασυδοσία των καπιταλιστών και υποδούλωση των πολλών. Τι νόημα έχουν τέτοιες λέξεις στον αστερισμό της Φουκουσίμα; Ειδικότερα σε χώρες σαν τη σημερινή Ελλάδα νομιμότητα είναι αυτό που ο εχθρός ονομάζει ‘δομική προσαρμογή’ (στις ανάγκες του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος) ενώ οι μαρξιστές ‘πρωταρχική συσσώρευση’ (Σίλβια Φεντερίτσι, Ντέηβιντ Γκραίμπερ) ή ‘απαλλοτριωτική συσσώρευση’ (Ντέηβιντ Χάρβεϋ). Είναι η καταστροφή των πολλών για χάρη των λίγων.
Η σημερινή μας νομιμότητα σημαίνει υποταγή στη δικτατορία της Τρόικας. Δεν αντέχει χωρίς τον ρατσισμό και τον φασισμό, κι εκείνοι που τήν διαχειρίζονται το γνωρίζουν. Η αποκάλυψη των εγκλημάτων της φασιστικής συμμορίας, τα οποία όλον αυτό τον καιρό ο σκληρός πυρήνας του κράτους ανεχόταν, ενθάρρυνε, ή ακόμη και οργάνωνε (πότε θα μάθουμε ποιός ακριβώς ήταν ο ρόλος της ΕΥΠ σ’ όλην αυτή την ιστορία;) απλώς αποδεικνύει πόσο κενή περιεχομένου και τελικά ανόητη και αυτοκαταστροφική για την αριστερά ήταν η τακτική ‘θα τούς ταράξουμε στη νομιμότητα’. Η οποία, αν τήν δούμε σε ιστορική προοπτική, ήταν ακριβώς η τακτική της σοσιαλδημοκρατικής ηγεσίας στη Γερμανία που βραχυκύκλωσε κάθε αντίσταση στην άνοδο του Χίτλερ. Θα έπρεπε να το γνωρίζουν αυτό όσοι τήν προβάλλουν σαν κατάλληλη τακτική για την αριστερά.
Στην σημερινή Ελλάδα, το  ‘θα τούς ταράξουμε στη νομιμότητα’ διευκόλυνε την αδρανοποίηση των εργαζόμενων, πετώντας το μπαλάκι σε κρατικούς μηχανισμούς που αποδείχτηκε πλέον πως δεν καταδίωκαν τον φασισμό αλλά τόν επώαζαν. Πάγωσε τη μαζική αντιφασιστική κινητοποίηση, που είναι το ισχυρότερο όπλο ενάντια στον φασισμό. Αλλά βόλεψε τις εφησυχασμένες ηγεσίες της αριστεράς οι οποίες, αντίθετα από τις αντιφασιστικές οργανώσεις, ούτε πρόβλεψαν την άνοδο του φασισμού ούτε τής αντιτάχθηκαν εγκαίρως ή δραστήρια. Και αντί να κάνουν επιτέλους μια ειλικρινή αυτοκριτική για τα λάθη και τις ανεπάρκειές τους, που παραλίγο να μάς φορτώσουν στο σβέρκο έναν Μιχαλολιάκο, ως σήμερα εθελοτυφλώντας παριστάνουν ότι το πολιτικό παιχνίδι παίζεται ακόμη με όρους νομιμότητας. Κρύβοντας ότι, αφότου η Τρόικα δρομολόγησε τη λεγόμενη δομική προσαρμογή, το παιχνίδι έχει γίνει ‘ή αυτοί ή εμείς’.
Φυσικά δεν πρέπει να εγκαταλείψουμε τα λιγοστά όπλα που μάς δίνει η κολοβή σημερινή νομιμότητα. Αξίζει με όλες μας τις δυνάμεις να πιέσουμε να καταδικαστούν οι εγκληματίες χρυσαυγίτες, και στη δίκη τους, με όποιους όρους και αν διεξαχθεί αυτή, το αντιφασιστικό κίνημα θα πρέπει ως πολιτική αγωγή να φέρει στο φως όλη τη σκοτεινή δράση τους, που οι μηχανισμοί του κράτους, σύμμαχοί τους ως χθες και ίσως ξανά αύριο, θα προσπαθούν να συγκαλύψουν. Θα είναι πολύ καλό επίσης ν’ απαγορευτεί η Χρυσή Αυγή, μεγάλη νίκη του κινήματος και ήττα του πλέγματος εξουσίας,. Αλλά ας μη φανταζόμαστε πως αυτά θα σημάνουν κι εξάλειψη της φασιστικής απειλής.
Τον φασισμό δεν τόν νικάμε αυτοσχεδιάζοντας ούτε εφαρμόζοντας έτοιμες ιδέες, και τελικά αναπαράγοντας έτσι κάποιες εύπεπτες προκαταλήψεις. Πρέπει να επεξεργαστούμε στρατηγική, και αυτό το έχουν κάνει ως ένα βαθμό οι αντιφασιστικές οργανώσεις, αλλά δυστυχώς όχι ακόμη οι ηγεσίες της αριστεράς. Στρατηγική που θα αξιοποιεί, δίπλα στην ανάλυση της σημερινής συγκυρίας, και την ιστορική εμπειρία του αντιφασιιστικού κινήματος. Η ιδανικότερη αφετηρία για κάτι τέτοιο είναι, απ’ όσα βιβλία διαθέτουμε στα ελληνικά, η μελέτηΠοτέ ξανά, του αντιφασίστα ιστορικού Κόλιν Σπαρκς.
Κεντρικό ρόλο σε μια τέτοια στρατηγική δεν μπορεί παρά να παίξει η δυναμική μιας μαζικής κινητοποίησης. Δείχνοντας όχι μόνον το πρόβλημα αλλά και την αιτία, αυτή θα στρέφεται ενάντια στους χρυσαυγίτες όσο και στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές πού τούς έθρεψαν. Και θα συνδέει τον φασισμό με το καπιταλιστικό σύστημα που τόν γεννά. Ας προετοιμαστούμε από τώρα για μια μαζική κινητοποίηση η οποία θα συγκλονίσει όλη τη χώρα στο επόμενο χτύπημα των φασιστών που, ας μην έχουμε καμιά αμφιβολία, και αυτό θα έρθει.
Για να προχωρήσει μια τέτοια μαζική κινητοποίηση χρειάζεται η συνεργασία των αντιφασιστικών οργανώσεων στη βάση και στην πράξη. Ώστε να χτιστεί ένα ενιαίο μέτωπο της αριστεράς και των κάθε λογής οργανώσεων των εργαζομένων, το οποίο ωστόσο δεν θα γίνεται πλυντήριο για διάφορους μνημονιακούς που όψιμα επιζητούν άφεση αμαρτιών. Δεν έχει καλύτερη διαφήμιση ο φασισμός από το να παριστάνουν οι μνημονιακοί τους αντιφασίστες. Αν τούς δεχτούμε δίπλα μας, αύριο θα προσελκύσει ξανά μεγάλο μέρος των απόκληρων.
Κατά τα λοιπά, αποφασιστικό χτύπημα στους μηχανισμούς που γεννούν τον φασισμό μπορεί και πρέπει να καταφέρει μια αριστερή κυβέρνηση, η οποία θα τιμωρήσει αυστηρά όχι μόνο τους ίδιους τους φασίστες που εγκλημάτησαν, αλλά και τους καναλάρχες, τους μητροπολίτες και τους υπόλοιπους καπιταλιστές που τούς ενίσχυσαν παρασκηνιακά. Ο φασισμός συνδέεται φυσικά με μια ορισμένη ψυχοπαθολογία, αλλά κυρίως είναι συνειδητή πολιτική επιλογή, η οποία διευκολύνεται όταν δεν έχει κόστος. Το αντιφασιστικό κίνημα και η αριστερά, αν θέλουν να νικήσουν, πρέπει να δείξουν ότι το να κανιβαλίζεις τους διπλανούς σου έχει κόστος, και μάλιστα σοβαρό. Θα μετανιώσουμε πολύ πικρά αν δεν τσακίσουμε το φασισμό μόλις βρούμε ευκαιρία. Το φίδι αν γλυτώσει θα δαγκώσει πρώτους εμάς.
 Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Απελάστε το Ρατσισμό 12 [Νοέμβρης 2013

Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013

Η άκρα δεξιά στην Ελλάδα της κρίσης , Σπύρος Μαρκέτος*

Η άκρα δεξιά στην Ελλάδα της κρίσης
Submitted by gkreasidis on Fri, 2013-10-11 16:17

Σπύρος Μαρκέτος*


Εισαγωγή

Η άκρα δεξιά έχει αρκετά μελετηθεί σε πανευρωπαϊκή κλίμακα, από τον Μεσοπόλεμο και μετά, αλλά στη χώρα μας δεν έχει συγκεντρώσει το επιστημονικό ενδιαφέρον ως τώρα, και σπάνια αντιμετωπίζεται ως ενιαίο ιστορικό φαινόμενο στο πλαίσιο μιας ιστορικής και συγκριτικής προσέγγισης.1 Αυτό βεβαίως διευκόλυνε την πρόσφατη επανεμφάνιση εδώ του ναζισμού, καθώς «η ανάδειξη του παρελθόντος και η ιστορική μνήμη είναι ουσιώδη στοιχεία για την πολιτική νοηματοδότηση και δράση».2 Στις σημερινές συνθήκες οικονομικής κρίσης και πολιτισμικής αβεβαιότητας είναι πιο επίκαιρη από ποτέ η αναζωογόνηση της δημόσιας μνήμης, η συμπύκνωση των πορισμάτων της ιστορικής έρευνας και η παρουσίασή τους με τρόπο παραστατικό κι εύληπτο. Επείγει να παρουσιάσουμε την ιστορία της ελληνικής άκρας δεξιάς κριτικά και συγκριτικά, και κατεξοχήν να συνδέσουμε τις εξελίξεις στην Ελλάδα με αντίστοιχα φαινόμενα της Ευρώπης και των Βαλκανίων. Το κείμενο που ακολουθεί δεν μπορεί φυσικά να τα κάνει όλα αυτά, αλλά θέλει απλώς να συνοψίσει κάποια στοιχειώδη ιστορικά δεδομένα, για τις καταβολές της ελληνικής ακροδεξιάς από την εποχή της Εθνικής Εταιρείας ως τη χούντα των συνταγματαρχών, του 1967-1974, με την ελπίδα ότι θα μπορούσε να συμβάλει στον κριτικό στοχασμό και τη δράση για την αντιμετώπιση του φασισμού στη σημερινή Ελλάδα.
Ας πούμε εξαρχής πως τον περασμένο αιώνα η άκρα δεξιά διαδραμάτισε έναν κάθε άλλο παρά περιθωριακό ρόλο σ’ όλη την Ευρώπη, και ήταν μια από τις δυνάμεις που έπλασαν τον καπιταλισμό του εικοστού αιώνα. Στη χώρα μας επηρέασε καίρια την εθνική ιδεολογία και, στις δεκαετίες που κύλησαν από τον Ίωνα Δραγούμη ως τον Γεώργιο Παπαδόπουλο, συχνά κατεύθυνε τις τύχες του κράτους. Στήριξε δικτατορίες και άλλα έκρυθμα καθεστώτα, οργάνωσε αναρίθμητα κινήματα και πραξικοπήματα, ρίζωσε στον κρατικό μηχανισμό, το στρατό, τη διανόηση και την εκκλησία, επηρέασε κατά καιρούς καθοριστικά τη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής, συνεργάστηκε με τον κατακτητή για να συντρίψει την κοινωνική αμφισβήτηση που έφερε η Κατοχή, απέκτησε μαζική βάση και οργάνωση τη δεκαετία του 1940, πρόσφερε κοινωνική άνοδο στα στελέχη και τους απλούς υποστηρικτές της και, τέλος, εξασφάλισε μακροπρόθεσμα νομιμοποίηση αναπτύσσοντας μια ισχυρή εκδοχή τηςεθνικοφροσύνης, που ήταν ο ηγεμονικός από τον Εμφύλιο ως το 1974 δημόσιος λόγος.
Με δυο λόγια, για παραπάνω από μισό αιώνα, χονδρικά από τον Διχασμό ως την πτώση της Χούντας το 1974, η άκρα δεξιά είτε πρωταγωνίστησε στην πολιτική ζωή της χώρας είτε έδρασε στο προσκήνιό της. Από την άλλη πλευρά σ’ όλο αυτό το διάστημα, και τούτες ήταν οι μεγάλες της αποτυχίες, ούτε πολιτική ή ιδεολογική ενότητα κατόρθωσε ποτέ να εξασφαλίσει ούτε ευρύτερη νομιμοποίηση. Αυτά οφείλονταν βέβαια στην άμεση σύνδεσή της με τις καταστροφές και τις τραγωδίες του 1897, του 1922, του 1941-49 και του 1974. Είναι αδύνατο να κατανοήσει κανείς τις δοκιμασίες που πέρασε η χώρα μας τον εικοστό αιώνα αν παραβλέψει τον ιδεολογικό και πολιτικό αυτό χώρο, ο οποίος σήμερα επέστρεψε πλέον στο πολιτικό προσκήνιο. Στις σελίδες που ακολουθούν θ’ ανιχνεύσουμε την ιστορία του και θα προσπαθήσουμε να δούμε με ποιούς τρόπους μπορούμε σήμερα να του αντιταχθούμε.

1. Το ιστορικό υπόβαθρο: ο Διχασμός
Στην Ελλάδα, όπως και στα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη, η άκρα δεξιά συγκροτείται πολιτικά και ιδεολογικά στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα. Μετά την πτώση του Όθωνα το 1862, και καθώς σιγά σιγά ριζώνει ο κοινοβουλευτισμός, οι αντίπαλοι του εκδημοκρατισμού προσπαθούν, όπως έκαναν νωρίτερα και σ’ άλλες χώρες, με χαρακτηριστικό παράδειγμά τους τη Γαλλία3, να αποκτήσουν και αυτοί μαζική επιρροή. Έτσι λοιπόν βαθμιαία, και με πολλές αντιφάσεις, οργανώνουν έναν αντιδημοκρατικό χώρο που εκδηλώνει ακραία εχθρότητα κατά της αριστεράς και των φιλελευθέρων.4 Οι ρίζες του είναι πολλαπλές. Μπορούμε χονδρικά να διακρίνουμε πέντε διακριτές τάσεις του. Πρώτα πρώτα την απολυταρχική ακροδεξιά που συσπειρώνεται τότε γύρω από τον χαρισματικό διάδοχο Κωνσταντίνο· ομοϊδεάτη, φίλο και μιμητή του γερμανού κάιζερ Γουλιέλμου.5 Έπειτα τη μιλιταριστική ακροδεξιά, που σιγά σιγά συνέρχεται από τη γελοιοποίησή της στον πόλεμο του 1897· το 1909 νιώθει ανήμπορη να κυβερνήσει η ίδια, αλλά το 1922 επιβάλλει την πρώτη στρατιωτική κυβέρνηση της χώρας, την κυβέρνηση Πλαστήρα, κι έκτοτε μένει στο προσκήνιο ως το 19746. Τρίτον, τησωβινιστική ακροδεξιά που ενισχύεται συστηματικά από το εκπαιδευτικό σύστημα και αναπτύσσει πολλαπλές εκδοχές ενός κοινωνικά υπερσυντηρητικού και επιθετικού εθνικισμού, συντονισμένου με ανάλογα ρεύματα που εξαπλώνονται τον ίδιο καιρό σ’ όλη την Ευρώπη7. Τέταρτον, τη συντηρητική ακροδεξιά που τότε επιδιώκει κυρίως τον περιορισμό του εκλογικού δικαιώματος και αναθαρρεί μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους8. Τέλος, τη φονταμενταλιστική ακροδεξιά που επικαλείται τα ιερά νάματα μιας υπερσυντηρητικής εκδοχής της Ορθοδοξίας9.
Αυτές οι τάσεις συχνά συνεργάζονταν μεταξύ τους. Για παράδειγμα, ιδέες της απολυταρχικής, της σωβινιστικής και της φονταμενταλιστικής άκρας δεξιάς συναντούμε στο πιο συστηματικό εγχείρημα, αρχές του εικοστού αιώνα, να εμποτιστούν με ακροδεξιές ιδέες τα λαϊκά στρώματα, στα Πάτρια. Το εβδομαδιαίο αυτό φυλλάδιο ξεκίνησε, όπως και όλα σχεδόν τα παρόμοια σχέδια, από αστούς· στην πραγματικότητα, από ισχυρούς καπιταλιστές και στελέχη της βασιλικής αυλής που συγκρότησαν την Εταιρεία της υπέρ των Πατρίων Αμύνης, με έδρα στο κτήριο της Ακαδημίας. Διαφημίζονται την άνοιξη του 1902 με μια πανηγυρική τελετή στη μεγάλη αίθουσα τελετών του πανεπιστημίου, υπό τον επίτιμο πρόεδρό της Εταιρείας Πρίγκιπα Νικόλαο και με την παρουσία του μητροπολίτη –όχι ακόμη αρχιεπίσκοπου- Αθηνών, των περισσότερων μελών της κυβέρνησης, του πρύτανη, των συγκλητικών και των περισσότερων καθηγητών του πανεπιστημίου10.
Ωστόσο οι μερίδες της άκρας δεξιάς απέτυχαν να ενωθούν πολιτικά εκείνη την περίοδο και άλλωστε, με εξαίρεση τη φονταμενταλιστική και τη σωβινιστική, μικρό λαϊκό έρεισμα είχαν. Συνυπήρχαν στον ίδιο αντιδημοκρατικό χώρο και συχνά αλληλεπικαλύπτονταν, κάποτε όμως είχαν μεταξύ τους σχέσεις χείριστες· για παράδειγμα, το κίνημα στο Γουδί θα μπορούσε να διαβαστεί και ως μια σύγκρουση μεταξύ μιλιταριστικής και απολυταρχικής άκρας δεξιάς.
Οι συνθήκες που θα επέτρεπαν ν’ απογειωθεί η επιρροή της άκρας δεξιάς, καταρχάς ανάμεσα στα αστικά και τα μικροαστικά στρώματα των πόλεων, δημιουργήθηκαν την πολεμική δεκαετία από το 1912 ως το 1922. Όσο επικρατούσε ομαλότητα, αντίθετα, δεν έβρισκε πολιτικό χώρο για ν’ αναπτυχθεί. Οι πολιτικές ιδέες και τα οργανωτικά μορφώματά της πλάστηκαν ψηλαφητά, μέσα από διαδικασίες δοκιμής και λάθους, και το έργο που είχε μπροστά της ήταν δύσκολο. Προκειμένου να εξαπλωθεί στην ελληνική δεξιά έπρεπε πρώτα πρώτα να εκτοπίσει ή να μετασχηματίσει τον κυρίαρχο συντηρητισμό, μια πολιτική στάση με δυσανάγνωστες ιδεολογικές αναφορές, που έδινε έμφαση στην κυρίαρχη παραδοσιοκρατική εκδοχή της Ορθοδοξίας, την προάσπιση της κατεστημένης εξουσίας και κατά κανόνα της μοναρχίας και, από τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα, στο θεσμό της ιδιοκτησίας κι έναν λιγότερο ή περισσότερο σωβινιστικό εθνικισμό.
Ο κορμός της συντηρητικής αυτής δεξιάς ήταν προσανατολισμένος στον κοινοβουλευτισμό και συνήθως στήριζε πολιτευτές παραδοσιακού τύπου. Ωστόσο κυριαρχούνταν από κοινωνικές κατηγορίες οι οποίες δυσκολεύονταν να παρακολουθήσουν τις οικονομικές και πολιτισμικές εξελίξεις όταν το σύστημα βρέθηκε σε κρίση μετά το 1908 και κατεξοχήν στην πολεμική δεκαετία. Αυτές τροφοδότησαν το πρώτο φασιστικού τύπου κίνημα στη χώρα, το κίνημα των Επιστράτων, τον καιρό του Διχασμού11. Τότε εμφανίζονται επίσης ο πρώτος αξιόλογος πολιτικοποιημένος διανοούμενος αυτού του χώρου, ο Ίων Δραγούμης, και οι πρώτοι σημαντικοί πολιτικοί εκπρόσωποί του, ο Δημήτριος Γούναρης και ο Ιωάννης Μεταξάς12. Σημείωσε βραχύβιες επιτυχίες αυτό το διάστημα (κυβερνήσεις Γούναρη το 1920-1922, στρατιωτικά κινήματα), και κατόπιν κυριάρχησε στην πολιτική σκηνή τη δεκαετία του 1930, όταν η κρίση του καπιταλισμού δυσχέρανε την κοινοβουλευτική διακυβέρνηση και ο αντικομμουνισμός συσπείρωσε τους αστούς. Τη δεκαετία του 1940 έφτασε να περιλαμβάνει τον κορμό του Λαϊκού Κόμματος, τους επιγόνους του Μεταξά που κυριαρχούσαν στο στρατό και τις δυνάμεις ασφαλείας, και την Αυλή. Με την παγίωση, τότε, της εθνικοφροσύνης συντονίστηκαν ή και περιστασιακά ενώθηκαν πολιτικά οι πέντε τάσεις που αναφέραμε παραπάνω.
Άλλες όμως εξελίξεις της ίδιας περιόδου ωθούσαν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ενώ οι νέες συνθήκες ευνόησαν ιδίως τη μοναρχική και τη μιλιταριστική ακροδεξιά, η συντηρητική ακροδεξιά γνώρισε σημαντικές ήττες. Τέτοια ήταν η αναγνώριση του εκλογικού δικαιώματος στους «αλλογενείς» και τους πρόσφυγες, που οριστικοποιήθηκε το 1923. Επιπλέον ο Διχασμός διέσπασε την πολιτική έκφραση της άκρας δεξιάς, οδηγώντας άλλα στελέχη της στο αντιβενιζελικό στρατόπεδο και άλλα στο βενιζελικό. Το πιο σημαντικό πλήγμα όμως της κατάφερε η αγροτική μεταρρύθμιση, δηλαδή η διανομή των μεγάλων κτημάτων στους φτωχούς αγρότες, η πιο ριζοσπαστική σ’ όλη την Ευρώπη. Άμεσα κατέστρεψε μια ηγεμονική ομάδα της άκρας δεξιάς, τους γαιοκτήμονες, κι έμμεσα εκτόνωσε τις κοινωνικές πιέσεις που σ’ άλλες χώρες ευνόησαν την εξάπλωση της ριζοσπαστικής αριστεράς, η οποία με τη σειρά της συχνά διευκόλυνε την άνοδο της άκρας δεξιάς.
Ανάμεσα στους διανοούμενούς της άκρας δεξιάς τον Μεσοπόλεμο ξεχώριζαν, στους αντιβενιζελικούς, ο κοινοτιστής Κωστής Καραβίδας και οι πανεπιστημιακοί που συνδέονταν με το Αρχείον Φιλοσοφίας. Αυταρχικές τάσεις εξαπλώθηκαν και στον χώρο των αντιμοναρχικών βενιζελικών, που περιλάμβανε δίπλα σε ισχυρούς πολιτικούς και δημόσιους διανοούμενους που υπερασπίζονταν τον αυταρχισμό ή και τον ίδιο τον φασισμό (Νικόλαος Πλαστήρας, Γεώργιος Κονδύλης, Θεόδωρος Πάγκαλος, Στυλιανός Γονατάς, Γεώργιος Φραγκούδης, Σπύρος Μελάς, αρκετοί συνεργάτες του Αρχείου Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών) και φασιστικές μαζικές οργανώσεις· για παράδειγμα, η εθνικοσοσιαλιστική Εθνική Ένωσις Ελλάς με βενιζελικούς συνδεόταν κυρίως.
Μια σημαντική διαφορά μεταξύ του βενιζελικού και του αντιβενιζελικού χώρου ήταν ότι ο πρώτος στο σύνολό του υπερασπιζόταν τη βασική δημοκρατικής κατεύθυνσης αλλαγή εκείνης της εποχής, δηλαδή την αγροτική μεταρρύθμιση. Κάποιες αναλύσεις παρουσιάζουν ωστόσο τον Μεσοπόλεμο σαν να ήταν μια μάχη μεταξύ φωτός (το «εκσυγχρονιστικό» και αστικό Κόμμα Φιλελευθέρων) και σκότους (δηλαδή οι αντιεκσυγχρονιστές και κρατικοδίαιτοι μικροαστοί που θυμιάτιζαν τον αντιβενιζελισμό)13. Δεν αποδίδουν, νομίζω, την πραγματικότητα. Τα δυο πολιτικά στρατόπεδα του Διχασμού, διαμορφωμένα σε συγκυριακή βάση, δεν είχαν ούτε ιδεολογική συνοχή στο εσωτερικό τους ούτε σαφείς ιδεολογικές διαφορές μεταξύ τους. Και τα δυο περιλάμβαναν φιλελεύθερες, αυταρχικές και ακροδεξιές πτέρυγες, αν και άνισα μοιρασμένες. Για παράδειγμα, η βενιζελική παράταξη πρωτοστάτησε όχι μόνο στις ανεπαρκέστατες φιλολαϊκές μεταρρυθμίσεις, αλλά και στις επιθέσεις εναντίον των δημοκρατικών θεσμών· οργάνωσε τα επτά από τα οχτώ σημαντικά στρατιωτικά κινήματα ανάμεσα στην Επανάσταση του 1922 και το φιάσκο του Βενιζέλου και του Πλαστήρα το 193514. Η αυταρχική της ροπή όμως δεν αποτύπωνε κάποιες αχαλίνωτες εξουσιαστικές κλίσεις των Φιλελευθέρων, αλλ’ απλώς την κυριαρχία τους στο στράτευμα· τα ίδια έκαναν, με τη σειρά τους όταν επικράτησαν, και οι αντίπαλοί τους –πρώτα οι τέως βενιζελικοί Κονδύλης και Χατζηκυριάκος, κι έπειτα ο Γεώργιος και ο Μεταξάς. Όλοι αυτοί, καθώς και τα αστικά συμφέροντα τα οποία εξέφραζαν, με τις επιλογές τους εμπόδισαν την Ελλάδα να μπει στη μοιραία δεκαετία του 1940 μ’ έναν ανεκτό βαθμό πολιτικής νομιμοποίησης και κοινωνικής προόδου.
Η ευρωπαϊκή διάσταση της ανάπτυξης του ελληνικού φασισμού αποτυπώνεται σ’ ένα ζήτημα περιοδολόγησης. Συνήθως όταν μιλάμε για ακροδεξιά στον Μεσοπόλεμο αναφερόμαστε στον Μεταξά και στη δικτατορία της 4ης Αυγούστου του 1936. Ωστόσο η κρίσιμη χρονιά, στην οποία οι ακροδεξιοί και των δυο στρατοπέδων απέσπασαν την πρωτοβουλία κινήσεων από τους οπαδούς του κοινοβουλευτισμού, ήταν το 1933. Το πολιτικό σύστημα είχε αποσταθεροποιηθεί από την προηγούμενη χρονιά, με τη μεγάλη οικονομική κρίση που εκτροχίασε το αναπτυξιακό πρόγραμμα των Φιλελευθέρων. Κατόπιν η λαϊκή δυσφορία ενίσχυσε αφενός την αριστερά και αφετέρου τους αντιβενιζελικούς, με αποτέλεσμα να κυριαρχήσει στη βενιζελική παράταξη έντονος φόβος για την απώλεια της εξουσίας. Σύντομα επικράτησαν οι αυταρχικές της τάσεις, που εκφράζονταν από στρατιωτικούς όπως ο Γονατάς και ο Πλαστήρας, αλλά και από ισχυρούς πολιτικούς και διανοούμενους όπως ο Μαρής και ο Φραγκούδης. Το 1933 ο Βενιζέλος έδωσε αλλεπάλληλα δείγματα ωμού κυβερνητικού αυταρχισμού, και το βράδυ των εκλογών, μόλις αντιλήφθηκε πως θα τις έχανε, στήριξε ένα ανοργάνωτο πραξικόπημα του Πλαστήρα. Ακολούθησε η απόπειρα δολοφονίας του από μια δυναμική ομάδα ακροδεξιών αντιπάλων που είχαν την κάλυψη κυβερνητικών κέντρων.
Οι εξελίξεις αυτές διευκολύνθηκαν από την άνοδο του Χίτλερ στην Γερμανία το 1933 και την εξάπλωση σ’ ολόκληρη την Ευρώπη του φασισμού, ο οποίος έμοιαζε να δικαιώνει τους αστούς που ήθελαν δυναμική αντιμετώπιση της κοινωνικής αμφισβήτησης. Παρ’ όλη την αντικαπιταλιστική ρητορική τους, μια σταθερά των φασιστικών κινημάτων και καθεστώτων ήταν η πάταξη της αριστεράς, που συχνά συνοδευόταν από μέτρα για την ενσωμάτωση ενός μέρους των λαϊκών τάξεων. Στην Ιταλία η επικράτηση του φασισμού συνοδεύτηκε από την απαγόρευση της δράσης όλων των κομμάτων της αριστεράς, την απομάκρυνση των οπαδών της από τους κρατικούς θεσμούς και την καταστροφή του ανεξάρτητου συνδικαλισμού· αποτέλεσμα ήταν η ραγδαία πτώση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων, και η κατάργηση των προηγούμενων συνδικαλιστικών κατακτήσεων, όπως ήταν το οκτάωρο. Στη Γερμανία ο Χίτλερ αμέσως μετά τις εκλογές του 1933 συνέλαβε σύσσωμη τη συνδικαλιστική ηγεσία, κατάργησε τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και απαγόρευσε τις απεργίες. Και τα δυο καθεστώτα έδωσαν στους επιχειρηματίες τα προνόμια που αυτοί απολάμβαναν προτού αρχίσει να εφαρμόζεται η προστατευτική εργατική νομοθεσία, με αποτέλεσμα να εξασφαλίσουν την υποστήριξη των συντηρητικών και των αστών, μολονότι τούς αφαίρεσαν την πολιτική εξουσία.
Στην Ελλάδα μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, το 1932, οι φασίζουσες μερίδες των δυο αστικών στρατοπέδων δυνάμωσαν, ώσπου η αντιβενιζελική προχώρησε στην κατάλυση της πολιτικής δημοκρατίας και την οικοδόμηση αυταρχικών καθεστώτων προσανατολισμένων στο πρότυπο του ιταλικού φασισμού, μολονότι δεν κατόρθωσαν πάντοτε να το μιμηθούν. Αυτό είχε αλυσιδωτές συνέπειες. Οι κυβερνήσεις του Κονδύλη το 1935 και του Μεταξά το 1936-1941 σήμαναν έναν θρίαμβο της ακροδεξιάς που οδήγησε κατευθείαν στην κοινωνική πόλωση και την κατάρρευση του κράτους τον καιρό της Κατοχής. Η μοναρχία παλινορθώθηκε. Το κοινοβούλιο περιθωριοποιήθηκε, γελοιοποιήθηκε και σύντομα καταργήθηκε. Ο στρατός, ο κυριότερος πλέον μηχανισμός εξουσίας, πέρασε στα χέρια της αντιβενιζελικής άκρας δεξιάς· το ίδιο συνέβη, αλλά με πιο αργούς ρυθμούς, με τη χωροφυλακή και την αστυνομία. Η δικαστική εξουσία, που μετά τις αντιβενιζελικές εκκαθαρίσεις του 1935 είχε και αυτή γίνει προπύργιο της δεξιάς, το 1939 πέρασε στον άμεσο έλεγχο του μεταξικού καθεστώτος15. Ο αυταρχικός και καταπιεστικός κρατικός μηχανισμός της μεταξικής δικτατορίας διατηρήθηκε, με ελάχιστες αλλαγές στην κορυφή, τον καιρό της Κατοχής16. Αλλά η άκρα δεξιά κυριάρχησε μεταξύ των αστών και ιδεολογικά. Ακόμη και στελέχη που αργότερα παρουσιάζονταν σαν φάροι της δημοκρατίας, όπως ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, εκείνη την εποχή ερωτοτροπούσαν μ’ έναν ακραίο αντιδημοκρατικό συντηρητισμό που πρακτικά επαγόταν ακροδεξιές προτάσεις.
Οι μεσοπολεμικές κυβερνήσεις της άκρας δεξιάς, ακόμη και το καθεστώς της 4ηςΑυγούστου, δεν δημιούργησαν καμιά σχετικά ολοκληρωμένη μορφή φασισμού, επειδή δεν μπόρεσαν μάλλον παρά επειδή δεν το θέλησαν17. Από την άλλη πλευρά όμως βοήθησαν να ριζώσει ο φασισμός μεταξύ των αστών τον Μεσοπόλεμο κι έπειτα να μετατραπεί σε μαζικό κίνημα τη δεκαετία του 1940, το οποίο άφησε τη σφραγίδα του με ποικίλους τρόπους και σε πολλά πεδία. Η κληρονομιά του μάλιστα εκφράστηκε ιδεολογικά με την περιβόητη εθνικοφροσύνη, κοινό δημιούργημα της συντηρητικής και της φασιστικής μερίδας της ελληνικής δεξιάς, που κυριάρχησε ως το 1974 κι εξακολουθεί ως σήμερα να επηρεάζει ιδίως τις βόρειες περιοχές της χώρας.

2. Η Κατοχή και ο Εμφύλιος
Στη δικτατορία της Τετάρτης Αυγούστου οι εσωτερικές ανακατατάξεις στην άκρα δεξιά συνεχίστηκαν. H αποτυχία του καθεστώτος να βελτιώσει τη δημόσια διοίκηση ή το βιοτικό επίπεδο των μαζών, καθώς και η αδυναμία του ν’ αντιμετωπίσει τις οικονομικές δυσκολίες της πολεμικής προσπάθειας το 1940-41, σήμαναν την κατάρρευση του φιλομοναρχικού παραδοσιακού συντηρητισμού, που ενίσχυσε την άνοδο του φασισμού. Στην ίδια κατεύθυνση ωθούσε και ο συναγερμός που κήρυξαν οι αστοί εναντίον της αριστεράς. Με τη δημιουργία της εθνικοφροσύνης, όπως είπαμε, συντονίστηκαν ή και ενώθηκαν πολιτικά οι πέντε ακροδεξιές τάσεις που αναφέραμε παραπάνω, οι οποίες ως το 1940 έμεναν χωριστές και περιστασιακά ανταγωνιστικές μεταξύ τους. Πολύ σχηματικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η κατάρρευση του παραδοσιακού συντηρητισμού μέσα στην κοινωνική πόλωση της Κατοχής βοήθησε την άνοδο του φασισμού.
Το αστικό στρατόπεδο, που τη δεκαετία του 1940 κάλυπτε όλο το χώρο από τους επιγόνους των Φιλελευθέρων ως την άκρα δεξιά, ήταν εντελώς ανομοιογενές. Οι μερίδες του είχαν συνταχθεί με αντίθετες πλευρές σε μια παγκόσμια σύρραξη με διακηρυγμένη και ισχυρή ιδεολογική διάσταση –φασισμός εναντίον δημοκρατίας. Έπειτα, συγκρούονταν και στο φλέγον εγχώριο πολιτειακό ζήτημα -μοναρχία εναντίον αβασίλευτης δημοκρατίας. Τέλος, διαφωνούσαν για τον τρόπο με τον οποίο θα έπρεπε να κατασταλεί η αριστερά, δηλαδή η απειλή που τις κρατούσε ενωμένες. Οι μόνες πάγιες κοινές αναφορές τους, που όσο ανεπαρκείς και αν ήταν τελικά στήριξαν μια κοινή ιδεολογική ταυτότητα, ήταν στον αστικό κόσμο, στο έθνος και την πατροπαράδοτη θρησκεία και στον πολυθρύλητο αντικομμουνισμό. Ο τελευταίος, βέβαια, στην πραγματικότητα σήμαινε γενικότερη εναντίωση στις μεταρρυθμίσεις που επαγγελλόταν το ΕΑΜ και πρακτικά στις συγκεκριμένες συνθήκες απέκλειε τη δημοκρατία.
Η άκρα δεξιά δεν είχε πρόβλημα να το παραδεχτεί αυτό, αλλά άλλες μερίδες του εθνικόφρονος στρατοπέδου είχαν, το ίδιο και οι ξένοι προστάτες του. Έτσι κυριάρχησε μεταπολεμικά σε μια διπλή λαθροχειρία, γενεσιουργός σύγχυσης. Από τη μια μεριά φιλελεύθερων καταβολών πολιτικοί, όπως ο Γεώργιος Παπανδρέου και ο Νικόλαος Πλαστήρας, καλλιεργούσαν ψευδαισθήσεις συναινετικών προθέσεων κι επικαλούνταν τις δημοκρατικές αξίες, ενώ συγχρόνως υπονόμευαν τη δημοκρατική προοπτική και μεθόδευαν την εσωτερική ρήξη· από την άλλη, φασίστες και συντηρητικοί ακροδεξιοί που είχαν στελεχώσει τα καθεστώτα του Μεταξά και των δωσιλόγων, από τον Κωνσταντίνο Μανιαδάκη ως τον Γεώργιο Γρίβα, και στη διάρκεια της Κατοχής οργανώθηκαν σε τοπικής εμβέλειας ομάδες, στην πρωτεύουσα όσο και στην επαρχία, επέμεναν στους προηγούμενους λόγους και πρακτικές τους. Πάνω απ’ όλα συνέχιζαν να καταδιώκουν απηνώς την αριστερά, προσέχοντας απλώς να προσαρμόζουν περιστασιακά την εικόνα τους στα νέα δεδομένα18. Τη σύγχυση επέτειναν συντηρητικοί διανοούμενοι, όπως ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, που κατάγγελλε συλλήβδην τα «πολιτικά κινήματα βασισμένα στην οχλοκρατική ψύχωση που διείπε τον εθνικοσοσιαλισμό, τον φασισμό της Δεξιάς και τον φασισμό της Αριστεράς»19. Επιβάλλεται λοιπόν η αδιάκοπη αντιπαραβολή λόγων και έργων, ρητορείας και πρακτικής, πολιτικών δηλώσεων και πλαισίου αναφοράς τους, προκειμένου να χαρακτηριστούν σωστά οι δυνάμεις που συνέπηξαν το αστικό στρατόπεδο.
Σε μεγάλο βαθμό η συνοχή του αντιδραστικού στρατοπέδου εξασφαλίστηκε από το ιδεολόγημα της εθνικοφροσύνης. Ο εθνικισμός ήταν η κοινή ιδεολογική σταθερά των συντηρητικών και των φασιστών. Ήταν ιδεολόγημα με την έννοια ότι χρησιμοποιούνταν για να συσκοτίζει μάλλον παρά για να διαυγάζει την πραγματικότητα. Όπως εύστοχα επισημάνθηκε, “η αφηρημένη επίκληση του έθνους ταίριαζε με την προστασία τοπικών κοινωνικών ιεραρχιών και δομών στην ύπαιθρο και τις μικρές πόλεις, ακόμη και σε συνεργασία με τους κατακτητές και τα όργανά τους”20. Φυσικά η σημασία του ιδεολογήματος αυτού υποβαθμίζεται από την «μεταναθεωρητική», όπως την χαρακτηρίζει ο Τάσος Κωστόπουλος, βιβλιογραφία, η οποία αποδίδει τη συνεργασία με τους κατακτητές σε ευκαιριακά αίτια και δέχεται εκ προοιμίου πως στην Ελλάδα δεν υπήρξε φασιστικό κίνημα21. Ωστόσο αυτό το κίνημα υπήρξε, με κυριότερους φορείς την οργάνωση Χ του Γεώργιου Γρίβα, κάτι δηλαδή σαν τη Χρυσή Αυγή της Κατοχής, κι έπειτα τα διαβόητα Τάγματα Ασφαλείας. Βασικός λόγος για την ανάπτυξή του ήταν η παράλληλη άνοδος της αριστεράς, η οποία, σε συνδυασμό με τις νίκες του Κόκκινου Στρατού, δημιούργησε σε αστούς και μικροαστούς φόβους ανάλογους εκείνων που είχαν παλιότερα γεννήσει η ανάπτυξη των σοσιαλιστικών κινημάτων και η Ρωσική Επανάσταση. Η βραχύβια κυριαρχία του ΕΑΜ στις επαρχίες, αμέσως μετά την απελευθέρωση, πυροδότησε ακόμη πιο αντιδραστικές ψυχώσεις.
Η ιδεολογική ομοφωνία ανάμεσα στο πλέγμα εξουσίας και την κυρίαρχη μερίδα των ελλήνων αστών, με άξονα την εθνικοφροσύνη, δεν συνεπαγόταν όμως πως είχαν και κάποια κοινή στρατηγική για ν’ αντιμετωπίσουν την κρίση της δεκαετίας του 1940. Ταλαντεύτηκαν ανάμεσα σε δυο διαφορετικές στρατηγικές αποκατάστασης της απειλούμενης από το ΕΑΜ κυριαρχίας τους, τις οποίες μπορούμε συντομογραφικά να ονομάσουμε -η συντηρητική και η φασιστική. Και οι δυο αναγνώριζαν ότι στις νέες συνθήκες κοινωνικής πόλωσης και πολιτικής κινητοποίησης ήταν αδύνατο να νικήσουν την αριστερά με τα σχετικά απλά μέσα που είχαν χρησιμοποιήσει στο Μεσοπόλεμο, αλλά εκτιμούσαν διαφορετικά τους τρόπους με τους οποίους θα την αντιμετώπιζαν. Η συντηρητική στρατηγική επιδίωκε την αποκινητοποίηση του λαού κι έδινε προτεραιότητα στη σύμπλευση με τις αγγλοσαξωνικές δυνάμεις· στηριζόταν, χονδρικά, στην ξένη στρατιωτική και οικονομική βοήθεια. Αντίθετα η φασιστική στρατηγική ήθελε να στηριχθεί κυρίως σ’ εγχώριες δυνάμεις και να κινητοποιήσει ενάντια στην αριστερά, προβάλλοντας συνθήματα για την προάσπιση της ιδιοκτησίας και τη Μεγάλη Ελλάδα, τα κοινωνικά στρώματα των προνομιούχων και όσων άλλων είχαν επωφεληθεί από την Κατοχή. Ο Παπάγος και ο Γρίβας ήταν οι εμβληματικές μορφές των δυο αυτών στρατηγικών. Εννοείται πως εκείνη που εκτίμησε πιο σωστά τις περιστάσεις, και τελικά επικράτησε, ήταν η πρώτη22.
Αυτές οι δυο στρατηγικές ήταν συμπληρωματικές μεταξύ τους μάλλον παρά αντίπαλες. Η φασιστική τρομοκρατία, που εξαπέλυαν οι υποστηρικτές των Ταγμάτων Ασφαλείας και της Χ, λύση ανάγκης το 1944-1946, ήταν φτηνή και πρόχειρη, αλλά από την άλλη μεριά περιορισμένων προοπτικών· ριψοκίνδυνη, αβέβαιης έκβασης, ελάχιστες υποσχέσεις σταθερότητας έδινε, και η τρέχουσα Δυτική ρητορεία του αντιφασισμού δεν την ευνοούσε. Χρήσιμη στην αρχή μιας γενικής επίθεσης κατά της αριστεράς, ώστε να τσακίσει τις δυνάμεις της είτε να τις αναγκάσει να βγουν στην παρανομία, είχε μειωμένη αποδοτικότητα όσο πλησίαζε το τέλος της παρτίδας και το κυρίαρχο συγκρότημα εξασφάλιζε τους αμερικανικούς πόρους που δεν διαφαίνονταν στην αρχή. Γιατί ο άλλος δρόμος, να τσακιστεί η αριστερά από το συντεταγμένο κράτος, αφενός δεν έδινε λύση στο πρόβλημα του εξοβελισμού της από την εθνική πολιτική, που ήταν αναγκαία προκαταρκτική διαδικασία, και αφετέρου απαιτούσε ισχυρή και σταθερή εξωτερική υποστήριξη, που οι βρετανοί δεν μπορούσαν να δώσουν και τελικά εξασφαλίστηκε μόνο χάρη στις ευρύτερες στρατηγικές επιλογές της πανίσχυρης υπερατλαντικής αυτοκρατορίας.
Η πρώτη πραγματική μαζικοποίηση του φασισμού στην Ελλάδα σημειώθηκε το 1944, με τη δημιουργία των Ταγμάτων Ασφαλείας από τους γερμανούς και την κυβέρνηση Ράλλη. Μολονότι στον τρέχοντα πολιτικό ρόλο αυτά τα ημιάτακτα σώματα, διαβόητα για τις αγριότητές τους, συχνά χαρακτηρίζονταν φασιστικά, η σύγχρονη έρευνα συνήθως αποφεύγει να τα επιβαρύνει με τέτοια επίθετα. Για να σταθώ σε ένα μόνο παράδειγμα, σε περισσότερες από τετρακόσιες σελίδες ένας πρόσφατος μελετητής τους αποφεύγει να ερευνήσει συστηματικά την πολιτική φυσιογνωμία τους· αναφέρεται στην παρουσία «εθνικοσοσιαλιστών» στις τάξεις τους, αλλά περισσότερο τονίζει την ανομοιογενή προέλευση των μελών τους23.
Ωστόσο το ερώτημα που πρέπει ν’ απαντηθεί όσον αφορά την πολιτική τους ταυτότητα δεν είναι το αν τα Τάγματα Ασφαλείας ήταν φασιστικά, αλλά το αν και γιατί ενδεχομένως θα μπορούσαν να μην ήταν φασιστικά. Πολύ απλά, το βάρος της απόδειξης δεν πέφτει σ’ αυτούς που δέχονται ότι ήταν πράγματι φασιστικές τούτες οι παραστρατιωτικές οργανώσεις –δημιουργημένες με πρότυπο τις φασιστικές ομάδες κρούσης, εξαρχής στρατευμένες στον αγώνα του ναζισμού, εξοπλισμένες από τις ναζιστικές δυνάμεις κατοχής και πάγιοι συνεργάτες τους στην εξόντωση των κοινών εχθρών, ομάδες δηλαδή που εφάρμοζαν τη φασιστική στρατηγική, δρούσαν με χαρακτηριστικούς τρόπους των φασιστικών ομάδων και, έχοντας υιοθετήσει τους συμβολισμούς και τη φρασεολογία του φασισμού, ως φασιστικές καταγγέλθηκαν τον καιρό της δόξας τους. Πέφτει μάλλον σ’ εκείνους που θέλουν να υποστηρίξουν ότι όλα αυτά ήταν απλώς παραπλανητικά επιφαινόμενα, τα οποία συγκάλυπταν μια διαφορετική ουσιαστική ταυτότητα των ταγματασφαλιτών.
Όσοι επιδιώκουν κάτι τέτοιο συνήθως χρησιμοποιούν ορισμούς του φασισμού εστιασμένους σε πολιτισμικά ή ουσιοκρατικά ή ιδεολογικά χαρακτηριστικά του, τα οποία δεν μπορούν άμεσα να συνδεθούν με το φαινόμενο του ταγματασφαλιτισμού, ή ανάγουν τη στράτευση των ταγματασφαλιτών κατεξοχήν σε συγκυριακά ή προσωπικά αίτια24. Η πιο συνηθισμένη τακτική τους πάντως είναι να παρασιωπούν την πολιτική ταυτότητα αυτών των σχηματισμών, και να εστιάζουν την προσοχή τους σε ανθρώπινες πλευρές της ιστορίας τους.
Στην πραγματικότητα όμως τα αίτια της ακροδεξιάς βίας στην Κατοχή ήταν πολιτικά. Οι καπιταλιστές και οι ωφελημένοι της Κατοχής δρομολόγησαν τη ματαίωση του δημοκρατικού προγράμματος της αριστεράς μέσα από μια προληπτική αντεπανάσταση. Δεν διέθεταν όμως τη βασική δύναμη που θα μπορούσε να φέρει σε πέρας ένα τέτοιο έργο με τις μεθόδους των συντηρητικών καθεστώτων –τον τακτικό στρατό. Επομένως, ήταν μονόδρομος γι’ αυτούς η χρήση μεθόδων μαζικής κινητοποίησης που ήταν χαρακτηριστικές του φασισμού, και συχνά ακόμη και των ιδεολογημάτων του. Συνοπτικά, στο μέτρο που η δεξιά το 1943-44 αντιτασσόταν στην αποκατάσταση της δημοκρατίας δεν μπορούσε παρά να είναι άκρα δεξιά, και στο μέτρο που προσπαθούσε να το κάνει αυτό με μεθόδους όχι κρατικής επιβολής αλλά μαζικής κινητοποίησης δεν μπορούσε παρά να είναι φασιστική και όχι συντηρητική άκρα δεξιά. Ένα κομμάτι της δεν είχε δυσκολία να το παραδεχτεί αυτό. Όργανά τούτης της προληπτικής αντεπανάστασης έγιναν τελικά μαζικές οργανώσεις όπως τα Τάγματα Ασφαλείας και τα αντιεαμικά αντάρτικα σώματα του ΕΔΕΣ, καθώς και παραστρατιωτικές ομάδες όπως η Χ και η ΡΑΝ· η αντίσταση όλων αυτών στον κατακτητή, ακόμη και όταν διακηρυσσόταν, ήταν απλώς προσχηματική.
Τον καιρό της Κατοχής αναδιοργανώθηκε και η μιλιταριστική ακροδεξιά. Ο Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών (ΙΔΕΑ) ήταν η γνωστότερη μεταπολεμικά μυστική οργάνωση στρατιωτικών, αλλά δεν ήταν η πρώτη που φτιάχτηκε. Πρόδρομός του ήταν ο Σύνδεσμος Αξιωματικών Νέων (ΣΑΝ), ο οποίος είχε στηθεί στα στρατόπεδα της Μέσης Ανατολής από νεαρούς μοναρχικούς απόφοιτους της Σχολής Ευελπίδων. Μολονότι συνδεόταν με υψηλόβαθμους, διοικούνταν από μια επιτροπή παιδιών της Τετάρτης Αυγούστου η οποία λειτουργούσε συλλογικά. Η δράση του ήταν γνωστή στους βρετανούς, οι οποίοι άλλοτε την βοηθούσαν και άλλοτε απλώς την ανέχονταν.
Μετά την απελευθέρωση, στελέχη του ΣΑΝ σχημάτισαν τον ΙΔΕΑ. Οι σκοποί του νέου μυστικού φορέα λίγο πολύ ταυτίζονταν με του ΣΑΝ, ενώ οι οργανωτικές μέθοδοί του έγιναν ακόμη πιο συνωμοτικές. Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας προσχώρησαν σ’ αυτόν εκατοντάδες αξιωματικοί, και στήθηκαν «δέσμες» σ’ όλα σχεδόν τα στρατιωτικά συγκροτήματα που βρίσκονταν στην Αθήνα25. Μετά τις εκλογές του 1946 ο ΙΔΕΑ έφτασε τα χίλια μέλη και η επιρροή του αυξήθηκε κατακόρυφα καθώς ο νέος υπουργός Στρατιωτικών, που συνδεόταν μαζί του26, τοποθέτησε μέλη του σ’ όλες τις καίριες θέσεις του υπουργείου.
Οι ιδεολογικές και πολιτισμικές αξίες του ΣΑΝ και του ΙΔΕΑ γενικά δεν διέφεραν από εκείνες της υπόλοιπης ελληνικής ακροδεξιάς, πέρα από την αναμενόμενή τους έμφαση στις στρατιωτικές αρετές. Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια, φυλή, αίμα και δόξα27. Κεντρικό στοιχείο πάντως των αντιλήψεών τους ήταν η άρνηση της δημοκρατίας, η οποία πρακτικά μεταφραζόταν στην απόρριψη κάθε καθεστώτος που άφηνε έστω κι ελάχιστο χώρο στην αριστερά. Τα στελέχη του ΙΔΕΑ προετοιμάζονταν για τη σύγκρουση με το ΕΑΜ ήδη από τον καιρό της Κατοχής.
Όσο και αν φαίνεται περίεργο, αφού μιλάμε για την επαύριο της συντριπτικής ήττας του Άξονα, ισχυροί παράγοντες ευνοούσαν τότε στην Ελλάδα την άνοδο του φασισμού. Από τη σκοπιά των δεξιών πρώτα πρώτα, η συντηρητική στρατηγική για τη διατήρηση της κυριαρχίας τους, που επαγόταν τη στήριξη στους βρετανούς –και κατόπιν στις ΗΠΑ- είχε πρακτικά μειονεκτήματα: ματαίωση των αλυτρωτικών αξιώσεων στην Κύπρο, και περιορισμούς στον πόλεμο εξόντωσης της αριστεράς οι οποίοι αποτύπωναν την ανάγκη προστασίας της διεθνούς εικόνας της Δύσης. Η κατάσταση αυτή διευκόλυνε την ανάδυση πανίσχυρων πολιτικών παθών, τα οποία σύντομα κρυσταλλώθηκαν στην εθνικοφροσύνη κι έτρεφαν και αυτά με τη σειρά τους την άνοδο του φασισμού: μια γενική αίσθηση δυσφορίας γεννημένη από τα τραύματα που έπληξαν την εθνική υπερηφάνεια τη δεκαετία του 1940, με τη Μεγάλη Ιδέα πια εντελώς ανεδαφική, καθώς η Ελλάδα από επίδοξος πυρήνας μιας αυριανής αυτοκρατορίας είχε οριστικά γίνει μια τρίτης τάξης δύναμη· οργή μπροστά στον σποραδικό περιορισμό, από τους ξένους πάτρωνες, της βίαιης καθυπόταξης των αριστερών που είχαν τόσο πρόσφατα απειλήσει την κοινωνική τάξη πραγμάτων· περιδεής αναλογισμός των ορίων της αγγλοσαξωνικής γενναιοδωρίας και των μελλοντικών σχεδίων της ύπουλης Αλβιόνας και, τελικά, οι κάθε λογής ανασφάλειες τις οποίες επαγόταν η εξάρτηση. Ωστόσο η προσπάθεια των φασιστών να πάρουν την εξουσία απέτυχε. Δεν την ευνοούσε το διεθνές πλαίσιο, και την υπονόμευσαν δυο σημαντικοί παράγοντες. Αφενός η πολυδιάσπασή τους και οι περιορισμένες πολιτικές δεξιότητες του κυριότερου ηγέτη τους, του Γρίβα, και αφετέρου η αμφίρροπη πολιτική των εξωτερικών συμμάχων, η οποία ενίσχυσε τους συντηρητικούς στρατοκράτες και τελικά πόνταρε στον Παπάγο.
Αφού όμως οι έλληνες αστοί, που είχαν συσπειρωθεί στην άκρα δεξιά, τσάκισαν με τους Χίτες την αριστερά το 1945, το 1946 την είδαν να ξαναγεννιέται μέσα από την αντίδραση στην κοινωνική πόλωση και τη Λευκή Τρομοκρατία. Τελικά ολοκλήρωσαν την παλινόρθωση με τα συντηρητικά μέσα του τακτικού πολέμου και της σταθεροποίησης ενός αυταρχικού καθεστώτος, και όχι με τη μαζική κινητοποίηση, τη ριζική εξολόθρευση της αριστεράς και το φασιστικό καθεστώς που προτιμούσε ο Γρίβας. Ωστόσο η τακτική επιλογή πιο συντηρητικών μέσων για να επιβληθεί το αντιδημοκρατικό πρόγραμμα της άκρας δεξιάς οφειλόταν στην αποτυχία της μαζικής κινητοποίησής της και στις εξωτερικές πιέσεις, και δεν επαγόταν οποιαδήποτε σαφή αποκήρυξη της εναλλακτικής λύσης του φασισμού ή την απομάκρυνση από το πνεύμα της ακραίας εθνικοφροσύνης.
Ο Εμφύλιος του 1946-194928 διεξάχθηκε κυρίως από τον τακτικό στρατό, τη στρατιωτικοποιημένη χωροφυλακή, τη λεγόμενη δικαιοσύνη και τους άλλους μηχανισμούς του συντεταγμένου κράτους. Και διεξάχθηκε με σχετικά συγκρατημένο τρόπο, τον οποίο υπαγόρευε η ευρύτερη ανάγκη της Δύσης στις αρχές του Ψυχρού Πολέμου, να μη δίνονται ερείσματα στη διεθνή αριστερά. Τούτη η επιλογή προκάλεσε δυσφορία στους έλληνες φασίστες, αλλά και σε πολλούς συντηρητικούς, που την οίκτιραν, μαζί με την προσωρινή υποστολή των επεκτατικών σχεδίων, σαν ανεύθυνη αυτοσυγκράτηση κι επίδειξη δουλοπρέπειας στους «ξένους».
Στο μεταξύ το πλαίσιο της πολιτικής αντιπαράθεσης μεταβλήθηκε. Οι αμερικανοί, που από το 1947 χρηματοδοτούσαν πλέον το κράτος και πρακτικά το έλεγχαν, αντιλαμβάνονται την Ελλάδα ως πεδίο δοκιμών για τις παγκόσμιας χρήσης τακτικές αντεπανάστασης τις οποίες απαιτεί πλέον ο αυτοκρατορικός τους ρόλος. Με τα τεράστια μέσα που διαθέτουν αφενός κατορθώνουν ν’ ασκήσουν αποτελεσματική πίεση στο κυβερνητικό στρατόπεδο, αφετέρου δίνουν ισχυρή ώθηση στο συντηρητικό σχέδιο κι εκ των πραγμάτων κάνουν να παραγκωνιστεί το φασιστικό.
Ακόμη και τότε η άκρα δεξιά πάντως δεν βρέθηκε ακριβώς στο περιθώριο. Στο σύστημα που λειτούργησε από το 1946 ως τη δεκαετία του 1960 οι εκλεγμένοι πολιτικοί αποτελούσαν έναν μόνον από τους πόλους της εξουσίας και όχι τον κυριότερο –οι «σύμμαχοι», ο θρόνος και ο στρατός έπαιζαν σαφώς σημαντικότερο ρόλο. Η ενσωμάτωση των φασιστών στον κρατικό μηχανισμό συνεχίστηκε29. Ωστόσο οι παραστρατιωτικές και παρακρατικές ομάδες δεν διώχτηκαν· αντίθετα συνέχισαν τις αγριότητές τους, αναλαμβάνοντας επίσης επικουρικούς ρόλους στις στρατιωτικές επιχειρήσεις30.

3. Η άκρα δεξιά τις δεκαετίες του αυταρχισμού, 1950-1974
Η συντριβή της αριστεράς στον Εμφύλιο και, σε διεθνές επίπεδο, η παγίωση των στρατοπέδων του Ψυχρού Πολέμου, σηματοδοτούν καθώς περνά η δεκαετία του 1950 τη βαθμιαία υποκατάσταση της άκρας από τη μετριοπαθή δεξιά στους κρατικούς θεσμούς, και την αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων με λιγότερο αυταρχικούς όρους. Η άκρα δεξιά όμως δεν απομακρύνεται από το πλέγμα εξουσίας, απλά περνά στο παρασκήνιο, και η πραγματική της ισχύς μετριέται όχι με ψήφους, αλλά με την ευκολία με την οποία προωθεί το πρόγραμμά της. Συνεχίζει να ελέγχει το στρατό και το παλάτι, ενώ διατηρεί άριστες σχέσεις και με τον εξωτερικό παράγοντα· μόνο στο κοινοβούλιο η σημασία της μένει περιορισμένη, αλλά και πάλι όχι ασήμαντη. Σε σημαντικά ζητήματα εσωτερικής κι εξωτερικής πολιτικής –από το Κυπριακό ως τα όρια της θεμιτής αντιπολίτευσης, που υπογραμμίζονται με τη δολοφονία του Λαμπράκη- κατορθώνει να επιβάλει τις δικές της προτεραιότητες. Όταν η αναπαραγωγή της συντηρητικής κυριαρχίας δυσκολεύει, για παράδειγμα με την εκλογική άνοδο της ΕΔΑ στα τέλη της δεκαετίας του 1950, ή τη νίκη της Ένωσης Κέντρου και τις μαζικές κινητοποιήσεις του 1963, ένα σημαντικό κομμάτι του πλέγματος εξουσίας στηρίζει ξανά ακροδεξιές λύσεις.
Η χουντική επταετία 1967-1974 σημαίνει την κορύφωση της μεταπολεμικής επιρροής της άκρας δεξιάς και συνάμα την πολιτική αυτοκαταστροφή της. Όταν αισθάνεται ότι ελέγχει τις εξελίξεις και μπορεί να κινηθεί όπως η ίδια θέλει, η χούντα κάνει αλλεπάλληλα λάθη, που αποδεικνύονται εξίσου μοιραία με τις εσωτερικές της συγκρούσεις. Ως το 1974 λοιπόν αυτοκαταστρέφεται η επιρροή των τριών βασικών ερεισμάτων της άκρας δεξιάς –παλάτι, στρατός, αμερικανοί- και, μετά την τέταρτη εθνική καταστροφή που προκαλεί μέσα σε διάστημα μικρότερο του αιώνα, αναγκάζεται να επιστρέψει την κρατική εξουσία στους πολιτικούς.
Ήταν η χούντα των συνταγματαρχών φασιστική; Για ν’ απαντήσουμε σ’ αυτό το ερώτημα, το οποίο επανέρχεται τακτικά στον δημόσιο λόγο, βρίσκω πιο πρόσφορη την προσέγγιση του Ρόμπερτ Πάξτον, στην οποία αναφερθήκαμε νωρίτερα. Αυτή δεν εστιάζει την προσοχή της στα πολιτισμικά ή ιδεολογικά χαρακτηριστικά του φασισμού, αλλά στις ιστορικές διαδικασίες και τις πολιτικές επιλογές οι οποίες τον διαμορφώνουν. Εξετάζοντας συγκριτικά την ιστορική τροχιά των φασιστικών κινημάτων και καθεστώτων προσπαθεί να δει «τον φασισμό σε δράση», ως μια σειρά διαδικασιών που εκτυλίσσονται ιστορικά, και παρακολουθεί τις πρωτεϊκές του μεταλλάξεις καθώς αυτός προσαρμόζεται – ή άλλοτε αποτυχαίνει να προσαρμοστεί - για να καταλάβει τον διαθέσιμο πολιτικό χώρο. Γι’ αυτή την προσέγγιση ο φασισμός δεν είναι ιδεολογία, επειδή τροποποιεί ή παραβιάζει κατά βούληση τις ιδέες τις οποίες επαγγέλλεται. Ο Πάξτον ορίζει τον φασισμό ως μια μορφή πολιτικής συμπεριφοράς, η οποία χαρακτηρίζεται από εμμονή στα μοτίβα της παρακμής, της ταπείνωσης ή της θυματοποίησης της εθνικής κοινότητας, και από την αντισταθμιστική λατρεία της ενότητας, της ενεργητικότητας και της καθαρότητας. Στα φασιστικά καθεστώτα ένα κόμμα με μαζική βάση στρατευμένων εθνικιστών και το οποίο συνεργάζεται με τις παραδοσιακές ελίτ, καταλύει τις δημοκρατικές ελευθερίες και προωθεί, χρησιμοποιώντας βία χωρίς ηθικούς ή νομικούς φραγμούς, τους στόχους της εσωτερικής εκκαθάρισης και της εξωτερικής επέκτασης31. Αυτός ο ορισμός μας δίνει μια βάση για να κρίνουμε αν το απριλιανό καθεστώς ήταν ή όχι φασιστικό.
Αρκετά από τα χαρακτηριστικά των φασιστικών καθεστώτων που διακρίνει ο Πάξτον παρουσιάζονται στο καθεστώς της χούντας, αν και όχι πάντοτε σε καθαρή μορφή: κατάλυση του κράτους δικαίου και των μηχανισμών αντιπροσώπευσης του πολιτικού σώματος, προσπάθεια δημιουργίας «νέων» ανθρώπων που να είναι πολεμιστές και συνάμα πειθήνιοι υπήκοοι, έμφαση στον αθλητισμό και στη στρατιωτική εκπαίδευση των ανδρών, περιστολή της ιδιωτικής σφαίρας, της ελεύθερης σκέψης και των αυτόνομων ενώσεων της πολιτικής κοινωνίας, απαγόρευση των ελεύθερων συνδικάτων και των αριστερών κομμάτων, προβολή φόβων πολιτισμικού εκφυλισμού. Τα κινητήρια πάθη της σε μεγάλο βαθμό συμπίπτουν με κείνα του φασισμού. Στην οικονομική σφαίρα έχουμε βίαιη επιβολή των συμφερόντων των εργοδοτών, μολονότι κατά τα λοιπά η χούντα απλώς συνέχισε την προηγούμενη οικονομική πολιτική που επιδίωκε μια γοργή βιομηχανική ανάπτυξη στηριγμένη σε ξένα κεφάλαια. Ενώ όμως όλα αυτά τα χαρακτηριστικά ανακαλούν μια κατάσταση γνωστή, στην Ελλάδα της χούντας δεν προωθήθηκαν με τον ζήλο που έδειξαν τα φασιστικά καθεστώτα κι εντέλει δεν δημιουργήθηκε καμιά ολοκληρωμένη μορφή φασισμού.
Σημαντικότερο όμως είναι ότι η χούντα στηρίχθηκε αποκλειστικά στο στρατό και στους πολιτικούς που θέλησαν να τη συνδράμουν, για λίγο καιρό και στο παλάτι, χωρίς ποτέ να δημιουργήσει μαζικό κόμμα, σαν τα φασιστικά κόμματα, το οποίο θα εξασφάλιζε στενότερο έλεγχο της πολιτικής διαδικασίας. Πρώτα πρώτα δεν χρειαζόταν να κάνει τίποτε τέτοιο, καθώς δεν αντιμετώπιζε μαζική και δυναμική αντίσταση η οποία θ’ απαιτούσε, για ν’ αντιμετωπιστεί, μαζική κινητοποίηση και από τη δική της πλευρά. Είναι άλλωστε αμφίβολο αν θα μπορούσε να φτιάξει κόμμα, ακόμη και αν θα το ήθελε.  Ο ίδιος ο στρατός, πάλι, δεν είχε τα μέσα να διαμορφώσει συγκροτημένη πολιτική, πόσο μάλλον να την επιβάλει στο πολιτικό σώμα με τρόπους ανάλογους ενός φασιστικού κόμματος. Ιδίως μετά τη ρήξη της με τον Κωνσταντίνο, που σήμανε και την απομάκρυνση πολλών παραδοσιακών πολιτικών, η χούντα αντιμετώπισε έλλειμμα νομιμοποίησης ακόμη και στον συντηρητικό αστικό χώρο. Μπορούσε να σταθεί όσο εξασφάλιζε οικονομική ανάπτυξη, αλλά η οικονομική κρίση το 1973 έκανε τη θέση της πολύ δύσκολη.
Δεύτερον, το απριλιανό καθεστώς βασίστηκε από αρχής μέχρι τέλους στη θερμή αμερικανική στήριξη, η οποία επίσης δεν ήθελε να ξεπεράσει κάποια όρια η εθνικιστική κινητοποίηση του πληθυσμού, που τείνει να γίνει ανεξέλεγκτη στον φασισμό. Μολονότι αλλού οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν δυσκολεύτηκαν να στηρίξουν φασιστικά καθεστώτα, πάντως στην περίπτωση της Ελλάδας, δεδομένης της γειτνίασης με τη δυτική Ευρώπη όσο και με το Σύμφωνο της Βαρσοβίας, αλλά και των ανταγωνισμών με τη νατοϊκή σύμμαχο εξ ανατολών, χρειάζονταν ένα καθεστώς όχι απρόβλεπτο αλλά υποτακτικό, το οποίο δεν θα τις εξέθετε με επιδείξεις αυταρχισμού και αδιαλλαξίας, ούτε θα δημιουργούσε αχρείαστα διεθνή προβλήματα· με δυο λόγια, ένα συντηρητικό καθεστώς.
Όσον αφορά τώρα τον ιδεολογικό λόγο της χούντας. Αυτός στοιχειοθετούσε μια εκδοχή της περιβόητης εθνικοφροσύνης, την οποία δημιούργησαν από κοινού η συντηρητική και η φασιστική μερίδα της ελληνικής δεξιάς τη δεκαετία του 1940. Γενικότερα η ανάπτυξή της δεν αποτύπωνε τόσο εσωτερικές διεργασίες του ελληνικού χώρου, όπως οι προηγούμενες μορφές εθνικής ιδεολογίας, από τη Μεγάλη Ιδέα ως τον κωνσταντινισμό και τον βενιζελισμό, όσο τις ανάγκες της Ατλαντικής Συμμαχίας τον καιρό του Ψυχρού Πολέμου. Η εθνικοφροσύνη εξαγγέλλεται από ομάδες που επικρατούν στηριγμένες σε ξένους πάτρωνες και καταστατικά θεμελιώνεται στην ένταξη της χώρας σε μια υπερεθνική συμμαχία. Επομένως ο εθνικισμός που επαγγέλλεται είναι ιδιαίτερου τύπου, κυριολεκτικά κάλπικος, στο μέτρο που ενώ επικαλείται το έθνος για ν’ αποκλείσει την αριστερά, ταυτόχρονα επικεντρώνει στην επίκληση όχι του έθνους, αλλά της «Ευρώπης» ή του «ελεύθερου κόσμου» (επί Κατοχής και Ψυχρού Πολέμου αντίστοιχα), ή ακόμη και της ίδιας της Αμερικής. Ο Παπαδόπουλος τουλάχιστον δεν το κρύβει: στην πρώτη του δημόσια εμφάνιση, τον Μάιο του 1967, σ’ ένα θέατρο του Πειραιά, δίνοντας το στίγμα της πολιτικής που θ’ ακολουθήσει, εξηγεί ότι ο αμερικανός πρόεδρος Τρούμαν είχε διαπιστώσει «την ανάγκην, να κηρύξη την επανάστασιν εις την εξωτερικήν πολιτικήν της Αμερικής και να σώση και την Ευρώπην και το Έθνος μας»32. Η κήρυξη της δικτατορίας δικαιολογείται λοιπόν, επίσημα και αμέσως, ως εξειδίκευση του Δόγματος Τρούμαν: “Υπάρχει ταυτότης σκοπών και ιδανικών μεταξύ του δόγματος Τρούμαν και της ιδικής μας Επαναστάσεως. Και εάν η Επανάστασις δεν εγένετο, θα επροδίδετο το δόγμα Τρούμαν και οι μεγάλες θυσίες του Αμερικανικού Λαού”33.
Η εθνικοφροσύνη μπορούσε βέβαια επίσης να χρησιμοποιηθεί από τον φασισμό, στον οποίο ήταν ευθύς εξαρχής και καταστατικά ανοιχτή, καθώς δημιουργήθηκε για να ενώσει εναντίον του ΕΑΜ τους συνεργάτες των γερμανών και τους αστούς που αντιτάσσονταν σε κάθε ιδέα αναδιανομής του πλούτου. Κρυσταλλώνοντας ένα σώμα συμβολικών αναφορών και ισχυρών πολιτικών συναισθημάτων που είχαν αναπτυχθεί στην προηγούμενη διαδρομή του ελληνικού κράτους, κι επιβάλλοντας στρατηγικές σιωπές σε ζητήματα κοινωνικής τάξης και φύλου, τελικά αποφάσιζε ποιοί θα συνέχιζαν να μετέχουν στο πολιτικό σώμα και ποιοί θ’ αποκλείονταν από αυτό, κι επομένως θα στερούνταν κάθε δικαίωμα. Εντυπώθηκε στον πληθυσμό όχι μόνο μέσα από τον επίσημο λόγο, το εκπαιδευτικό σύστημα και με την αδιάκοπη ραδιοφωνική, τηλεοπτική και κινηματογραφική προπαγάνδα, αλλά και μέσα από συνεχείς κρατικές τελετές, από τις μεγάλες παρελάσεις των εθνικών επετείων ως τις σχολικές γιορτές και τις συνεστιάσεις των γεωργικών συνεταιρισμών. Σ’ αυτό το πεδίο, η χούντα απλώς συστηματοποίησε κι ενέτεινε πρακτικές γνωστές σε ολόκληρη τη μεταπολεμική περίοδο.
Η χουντική εθνικοφροσύνη διαφοροποιήθηκε από την προηγούμενη επίσημη ιδεολογία κυρίως στο ζήτημα του κοινοβουλευτισμού, αλλά ακόμη κι εδώ όχι απόλυτα, και μετά το 1968 στο ζήτημα της μοναρχίας. Δεν ήταν περιεκτική ούτε ενιαία: είχε διάφορες τάσεις κι εξελίχτηκε σπασμωδικά στην πορεία της επταετίας, μπορούμε όμως, σχηματοποιώντας κάπως τα πράγματα, να θεωρήσουμε ότι διερμηνευόταν αυθεντικά αφενός από τον ίδιο τον Γεώργιο Παπαδόπουλο, τον μόνο από τους ηγέτες της χούντας που είχε σχετικά συγκροτημένο δημόσιο λόγο, παρ’ όλη την ημιμάθεια και τους σολοικισμούς του, και αφετέρου από πάγιους οργανικούς διανοούμενους του αντικομμουνισμού όπως ήταν ο Σάββας Κωνσταντόπουλος, ο Θεοφύλακτος Παπακωνσταντίνου και ο Γεώργιος Γεωργαλάς. Οι τελευταίοι απολάμβαναν ευρύτερο κύρος και αναδείκνυαν τις συγγένειες και τις συνέχειες του νέου καθεστώτος με τη λοιπή δεξιά· παρά τις περιστασιακές αμετροέπειές τους προβάλλονταν σαν μέντορες όχι ενός φασιστικού κινήματος, αλλά ολόκληρης της συντηρητικής παράταξης. Με δυο λόγια, η χούντα δεν ανέπτυξε κάποια δική της ιδεολογία, αλλά οικειοποιήθηκε τον κυρίαρχο τότε εθνικιστικό λόγο, χωρίς να τον αλλάξει ιδιαίτερα. Ήταν κι αυτός ένας από τους λόγους που ανάγκασαν τη μεταπολιτευτική δεξιά ν’ αναζητήσει, εγκαταλείποντας σιγά σιγά την εθνικοφροσύνη, άλλες ιδεολογικές αναφορές.
Κεντρικό στοιχείο της εθνικοφροσύνης, χουντικής και μη, είναι ο αντικομμουνισμός, ο οποίος συμπυκνώνει σε ιδεολογικούς όρους αφενός τη στρατηγική μέριμνα των Ηνωμένων Πολιτειών για ανάσχεση της Σοβιετικής Ένωσης, και αφετέρου την προσπάθεια των ελλήνων αστών να αποκλείσουν δημοκρατικές εξελίξεις οι οποίες ενδεχομένως θ’ απειλούσαν τις νεοαποκτηθείσες περιουσίες τους. Μεταφρασμένος μάλιστα στην τρέχουσα ρατσιστική ορολογία, η οποία βλέπει τους βόρειους γείτονες σαν προαιώνιους εχθρούς, και απορρίπτοντας την ελληνικότητα των αριστερών, ορίζει ως κεντρικό του αντίπαλο τον λεγόμενο «σλαβοκομμουνισμό». Στη διατύπωση του Γεωργαλά, η «Επανάστασις» πρόσφερε την «εθνική-ελληνοχριστιανική και προοδευτική Ιδεολογία» που ζητούσαν οι σύγχρονοι έλληνες. Στην πραγματικότητα, ο «εκσυγχρονισμός» ήταν κεντρικής σημασίας μοτίβο: «η Επανάστασις θέλει με ένα αποφασιστικό ‘άνοιγμα’ προς τους νέους και τους τεχνοκράτες να εισάγη την χώρα μας στον αιώνα μας, στην σύγχρονη εποχή και στην σύγχρονη σκέψι»34. Άλλα τέτοια μοτίβα είναι η υπέρβαση των ταξικών διαφορών και η συνεργασία των τάξεων υπό τη δίκαιη επιδιαιτησία του κράτους35. Και διάφορα άλλα ιδανικά, προσκοπικού τύπου, τα οποία δεν προλαβαίνουμε εδώ ν’ αναφέρουμε.
Κλείνοντας τούτη τη σύντομη εισαγωγή στην προϊστορία της σύγχρονης ελληνικής άκρας δεξιάς ας σταθώ όμως σε μια λιγότερο γραφική όψη της 21ης Απριλίου, που εξειδικεύει τις φασιστικές τάσεις για τις οποίες μιλήσαμε στην αρχή. Το καθεστώς μπορεί να μην ήταν φασιστικό, έβλεπε όμως τους φασίστες σαν πολύτιμους συμμάχους και τους ενίσχυε με όποιον τρόπο μπορούσε. Όχι μόνον τους εγχώριους, τύπου Κωνταντίνου Πλεύρη, αλλά και άλλους. Ο ρόλος της απριλιανής Ελλάδας ως κέντρου του διεθνούς φασισμού, της Μαύρης Διεθνούς όπως ονομαζόταν παραστατικά, δεν έχει ακόμη ερευνηθεί συστηματικά. Προσπάθειες σαν αυτή του δημοσιογράφου Νίκου Κλείτσικα και του νομικού Αντρέα Σπεραντζόνι36 δείχνουν ότι η ελληνική δικτατορία έθεσε σε εφαρμογή σχέδια για την αποσταθεροποίηση της ιταλικής δημοκρατίας, στα οποία πρωταγωνιστούσε η φασιστική οργάνωση Ordine Nuovo, ενώ είναι γνωστή η τραγική κατάληξη του πραξικοπήματος της επίσης φασιστικής ΕΟΚΑ Β στην Κύπρο. Μολονότι ο κύριος όγκος των σχετικών τεκμηρίων παραμένει απόρρητος, φαίνεται ότι αυτές οι οργανώσεις συνεργάζονταν, στο δίκτυο Stay Behind, με το «βαθύ κράτος» των ελληνικών και των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, με το οποίο συνδέονταν επίσης οι έλληνες πραξικοπηματίες.37
Σαράντα πέντε χρόνια μετά το πραξικόπημα, επείγει όσο ποτέ άλλοτε να ανοίξουν τα κρατικά αρχεία ώστε να μπορέσει να μελετηθεί και αυτή η πλευρά της χούντας. Το ότι εξακολουθεί να καλύπτεται από μυστικότητα, ενώ γενικότερα η περίοδος αυτή δεν διδάσκεται όπως πρέπει στα σχολεία και το κράτος συνεχίζει να εμποδίζει τη μελέτη της, αποτελεί αληθινό σκάνδαλο, προσβολή της μνήμης των θυμάτων της δικτατορίας και επίσης, σε τελική ανάλυση, πλήγμα κατά της σημερινής μας, ατελέστατης, έστω, δημοκρατίας. Το Λάος και η Χρυσή Αυγή θα είχαν σήμερα πολύ λιγότερους οπαδούς αν όλες αυτές τις δεκαετίες οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας δεν συσκότιζαν συστηματικά την ιστορική μνήμη, και αν η αριστερά έδειχνε μεγαλύτερη έφεση στην υπεράσπισή της.
1 Μια συνοπτική εισαγωγή στη μελέτη της άκρας δεξιάς, στις σύγχρονες φασιστικές σπουδές, και στη μελέτη του φαινομένου στην Ελλάδα βλ. στο Σπύρος Μαρκέτος, Πώς φίλησα τον Μουσολίνι. Τα πρώτα βήματα του ελληνικού φασισμού, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2006. Η καλύτερη σύγχρονη εισαγωγή στο φασιστικό φαινόμενο παραμένει το συνθετικό έργο του Robert O. Paxton, The Anatomy of Fascism, Penguin Books, Harmondsworth 2005· και στα ελληνικά, Ρόμπερτ Πάξτον, Η ανατομία του φασισμού, μετάφραση Κατερίνα Χαλμούκου, Κέδρος, Αθήνα 2007.
2 Sergio Bologna, Ναζισμός και εργατική τάξη. Κρίση, κράτος πρόνοιας και αντιφασιστική βία στη Γερμανία του Μεσοπολέμου, antifa scripta, Αθήνα 2011, σ. 57.
3 Για την άνοδο της άκρας δεξιάς στη Γαλλία εκείνη την εποχή, και την ευρύτερη σημασία αυτού του φαινομένου για την Ευρώπη, βλ. πρόχειρα το σχετικό κεφάλαιο στο John Weiss,Conservatism in Europe. 1770-1945. Traditionalism, Reaction and Counter-Revolution, Thames and Hudson, Λονδίνο 1977. Και στα ελληνικά, John Weiss, Ο συντηρητισμός στην Ευρώπη, 1770-1945. Παραδοσιοκρατία, αντίδραση και αντεπανάσταση, μετάφραση Μαρίας Μυλωνά, επιστημονική θεώρηση Σπύρος Μαρκέτος, Θύραθεν, Θεσσαλονίκη 2010.
4 Έτσι ορίζει την άκρα δεξιά στο πολύ καλό βιβλίο του ο Κevin Passmore, Fascism. A Very Short Introduction, Oxford University Press, Οξφόρδη 2002, σ. 24. Η άκρα δεξιά είναι αντιδημοκρατική, καθώς αρνείται το δικαίωμα πολιτικής έκφρασης σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού, αλλά δεν είναι κατ’ ανάγκην αντικοινοβουλευτική· μπορεί να δέχεται έναν περιορισμένο κοινοβουλευτισμό. Βλέπε και τις παρατηρήσεις για την άκρα δεξιά του Norberto Bobbio, Δεξιά και αριστερά. Σημασία και αίτια μιας πολιτικής διάκρισης, προλεγόμενα Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, μετάφραση Ελεονόρα Ανδρεαδάκη, Πόλις, Αθήνα 1995 [1995], σ. 106-114.
5 Για τις ιδέες του Κωνσταντίνου και τους τρόπους που τις εκδήλωσε στη σύγκρουσή του με τον Ελευθέριο Βενιζέλο βλ. αναλυτικά σε George B. Leontaritis, Greece and the First World War: From Neutrality to Intervention, 1917-1918, Boulder 1990· και στα ελληνικά, Γεώργιος Β. Λεονταρίτης, Η Ελλάδα στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο 1917-1918, μετάφραση Βασίλης Οικονομίδης, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2000.
6 Για την ενεργοποίηση της μιλιταριστικής ακροδεξιάς στην Εθνική Εταιρεία και το ρόλο της στον πόλεμο του 1897, βλ. Γιάννης Γιαννουλόπουλος, “H ευγενής μας τύφλωσις...” Eξωτερική πολιτική και “εθνικά θέματα “από την ήττα του 1897 έως τη Mικρασιατική Kαταστροφή, Bιβλιόραμα, Aθήνα 1999.
7 Για τα πολιτικά πάθη που βρίσκονταν στην αφετηρία τους βλ. Peter Gay, The Cultivation of Hatred, τ. Γ’ του The Bourgeois Experience, Victoria to Freud, Norton, Νέα Υόρκη, Λονδίνο 1993.
8 Για αυτή την τάση της άκρας δεξιάς βλ. Αθανάσιος Μποχώτης, Η ριζοσπαστική δεξιά. Αντικοινοβουλευτισμός, συντηρητισμός και ανολοκλήρωτος φασισμός στην Ελλάδα 1864-1911, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2003. Βλ. επίσης, όσον αφορά την κοινωνική ιστορία των ιδεών της, Eλλη Σκοπετέα, Tο “Πρότυπο Bασίλειο” και η Mεγάλη Iδέα. Oψεις του εθνικού προβλήματος στην Eλλάδα (1830-1880), Πολύτυπο, Aθήνα 1988· και της ίδιας, H Δύση της Aνατολής. Eθνικισμός κι εθνοτικά στερεότυπα, στη δύση της Oθωμανικής Aυτοκρατορίας, Γνώση, Αθήνα 1992.
9 Βλ. Νίκη Μαρωνίτη, Πολιτική εξουσία και εθνικό ζήτημα στην Ελλάδα 1880-1910, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2009· Έφη Γαζή, «Πατρίς θρησκεία, οικογένεια». Ιστορία ενός συνθήματος. 1880-1930, Πόλις, Αθήνα 2011· Θανάσης Καλαφάτης, «Θρησκευτικότητα και κοινωνική διαμαρτυρία: οι οπαδοί του Απόστολου Μακράκη στη βορειδυτική Πελοπόννησο (1890-1900)», Τα Ιστορικά, 18-19 [Ιούνιος-Δεκέμβριος 1993], σ. 113-142·  Κώστας Παλούκης, «Τα Ευαγγελικά, η έκρηξη που συντάραξε την Αθήνα του 1901», σεμιναριακή εργασία στο Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Ιστορίας Νεοτέρων Χρόνων, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.
10  «Εταιρεία της Υπέρ των Πατρίων Αμύνης. Έργα και ημέραι. Η επίσημος έναρξις», Πάτρια, τ. Α΄, τ. 1 [Σαβάττο, 16 Μαρτίου του 1902], σ. 4.
11 Αναλυτικά για τους Επιστράτους βλ. Γιώργος Θ. Mαυρογορδάτος, Eθνικός Διχασμός και μαζική οργάνωση, Aλεξάνδρεια, Aθήνα 1996. Για το πογκρόμ που οργάνωσαν τον Νοέμβριο του 1916 βλ. Σπύρος Μαρκέτος, «Τα Νοεμβριανά», Ιστορικά Ελευθεροτυπίας 57 [17 Νοεμβρίου 2000], σ. 6-18. Πολύτιμο πρωτογενές υλικό στο Χρ. Σ. Χουρμούζιος, Τα κατά την 18ην και 19ην Νοεμβρίου 1916 και επέκεινα. Μετά ιστορικής προεισαγωγής και επί τη βάσει των γενομένων εν τη Βουλή και δι' επισήμων εγγράφων αποκαλύψεων, Εκ των Τυπογραφείων της "Εσπερίας", Λονδίνο 1919.
12 Βλ. σχετικά στο Σπ. Μαρκέτος, Πώς φίλησα τον Μουσολίνι. Τα πρώτα βήματα του ελληνικού φασισμού, ό.π..
13 Bλ. την ισχυρότερη σύγχρονη διατύπωση αυτής της θέσης στο Γιώργος Mαυρογορδάτος, “Bενιζελισμός και αστικός εκσυγχρονισμός”, σε Γιώργος Θ. Mαυρογορδάτος - Xρήστος Xατζηϊωσήφ (επιμ.), Bενιζελισμός και αστικός εκσυγχρονισμός, Πανεπιστημιακές Eκδόσεις Kρήτης, Pέθυμνο 1988.
14 Την Επανάσταση του Σεπτεμβρίου του 1922, τα δυο κινήματα του ναυτικού το καλοκαίρι του 1924,  το κίνημα του Πάγκαλου το 1925 κι εκείνο με το οποίο τόν ανέτρεψε ο Κονδύλης το 1926, και τέλος τα δυο κινήματα του Πλαστήρα και του Βενιζέλου το 1933 και το 1935. Οπαδοί των Φιλελευθέρων έπαιξαν σημαντικό ρόλο, βέβαια, και στο κίνημα των Μεταξά – Λεοναρδόπουλου – Γαργαλίδη τον Οκτώβριο του 1923. Οι μιλιταριστικές τάσεις των Φιλελευθέρων θα ξεχώριζαν ακόμη πιο έντονα αν υπολογίζαμε και τις δευτερεύουσας σημασίας μικροανταρσίες και στάσεις.
15 Michael N. Pikramenos, «The Independence of the Judiciary», στο  Robin Higham, Thanos N. Veremis, The Metaxas Dictatorship. Aspects of Greece 1936-1940, ELIAMEP-Speros Basil Vryonis Center for the Study of Hellenism, Αθήνα 1993, σ. 137.
16  Hagen Fleischer, «The National Liberation Front» (EAM), 1941-47. A Reassessment», στο John O. Iatrides, Linda Wrigley, Greece at the Crossroads. The Civil War and its Legacy, The Pennsylvania State University Press, University Park 1995, σ. 48.

17 Ένας οξυδερκής παρατηρητής χαρακτηρίζει τους μεσοπολεμικούς μεταξικούς και φασίστες «μικροαγύρτες, γιατί η Ελλάδα δεν είχε κανένα από πεποίθηση μεταξικό ή φασίστα» (Χαράλαμπος Θεοδωρίδης, Ο χειμώνας του 1941-42. Χρονικό της Κατοχής, Κέδρος, Αθήνα 1980, σ. 192). Από την άλλη μεριά, για να δρας ως φασίστας δεν χρειάζεσαι στέρεες πεποιθήσεις ούτε να έχεις διδακτορικό στον φασισμό· οι περισσότεροι φασίστες ήταν καιμικροαγύρτες, και το ίδιο ισχύει βέβαια και σήμερα.

18  Μόνον όσο ήταν απολύτως αναγκαίο· ο Γρίβας, που δεν ήταν και ο πλέον εύστροφος ανάμεσά τους, συνέχιζε ως το 1947 να προβάλλει στις πολιτικές του φωτογραφίες το χιτλερικό μουστάκι του.

19 Παναγιώτης Κανελλόπουλος, Θα πω την αλήθεια. Μια ιδεολογική πολιτική ομολογία, Αθήναι 1945, σ. 9, όπως αναδημοσιεύεται στο Βασίλης Κ. Λάζαρης, Ο Εμφύλιος Πόλεμος στην Αχαΐα, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2006, σ. 16. Ωστόσο ο ίδιος είχε φλερτάρει προπολεμικά με τον φασισμό, και στη διάρκεια της Κατοχής με το ΕΑΜ.

20  Χρήστος Χατζηιωσήφ, “Δεκέμβρης 1944, τέλος και αρχή”, στο Χρήστος Χατζηιωσήφ (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα. Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, Κατοχή-Αντίσταση 1940-1945, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, σ. 367.

21  Χρ. Χατζηιωσήφ, στο ίδιο, σ. 370.
22 Βλ. ανεπτυγμένο το σχετικό επιχείρημα στο Σπύρος Μαρκέτος, “Η ελληνική άκρα δεξιά τη δεκαετία του 1940”, στο Χρήστος Χατζηιωσήφ (επιμ.), Ιστορία της Ελλάδας του 20ού αιώνα. Ο Εμφύλιος 1945-1952, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2009. Η βασική ανάλυση της Κατοχής από τη σκοπιά της κοινωνικής ιστορίας βρίσκεται στο Γιώργος Μαργαρίτης, Προαγγελία θυελλωδών ανέμων… Ο πόλεμος στην Αλβανία και η πρώτη περίοδος της Κατοχής, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2009.

23 Στράτος Δορδανάς, Έλληνες εναντίον Ελλήνων. Ο κόσμος των Ταγμάτων Ασφαλείας στην κατοχική Θεσσαλονίκη 1941-1944, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 43 και passim. Μια άλλη, και εγκυρότερη, κατά τη γνώμη μου, σκοπιά, βλ. στο Τάσος Κωστόπουλος, Η αυτολογοκριμένη μνήμη. Τα Τάγματα Ασφαλείας και η μεταπολεμική εθνικοφροσύνη, Φιλίστωρ, Αθήνα 2005.

24 Τυπική του δεύτερου χειρισμού είναι η παρουσίαση, από τον Στάθη Καλύβα, των ταγματασφαλιτών ως ταλαίπωρων κακοποιών, άνεργων χωροφυλάκων και θυμάτων ή συγγενών θυμάτων του ΕΑΜ: Στάθης Ν. Καλύβας, «Κόκκινη τρομοκρατία: η βία της Αριστεράς στην Κατοχή», στο Mark Mazower (επιμ.), Μετά τον Πόλεμο. Η ανασυγκρότηση της οικογένειας του έθνους και του κράτους στην Ελλάδα, 1943-1960, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2 2004 [2000], σ. 161-204.

25 «Το απόρρητον αρχείον του ΙΔΕΑ. Επεξεργασία των πρωτοτύπων εγγράφων υπό Κώστα Τριανταφυλλίδη», Ακρόπολις, φ. 7734 της 11ης Ιουλίου 1952, σ. 3, και φ. 7735 της 12ηςΙουλίου 1952, σ. 1.

26 Επιστολή Πέτρου Μαυρομιχάλη,  Ακρόπολις, φ. της 18ης Ιουλίου 1952, σ. 4.

27 «Πότε, πώς και διατί συνεκροτήθη ο ΙΔΕΑ» Ακρόπολις, φ. της 25ης Ιανουαρίου 1952, σ. 3.

28 Βασικής σημασίας παραμένει η ιστορική ανάλυση που περιέχεται στο Γιώργος Μαργαρίτης,Ιστορία του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου 1946 – 1949, Βιβλιόραμα, Αθήνα 5 2005.

29 Ακόμη και ο  Έκτωρ Τσιρονίκος,  καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και βασικό στέλεχος όχι μόνο των δωσιλογικών κυβερνήσεων αλλά και της εξόριστης φασιστικής κυβέρνησης της Βιέννης μετά τη λήξη της Κατοχής, φαίνεται ότι αμέσως ανακυκλώθηκε από τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες κι επέστρεψε ως στέλεχός τους στην Ελλάδα, με κρατικό αεροπλάνο των ΗΠΑ: Νίκος Καρκάνης, Οι δοσίλογοι της Κατοχής. Δίκες – παρωδία. Ντοκουμέντα-αποκαλύψεις, μαρτυρίες, Αθήνα 1981, σ. 130-131.

30 Λόγου χάρη στην Επιχείρηση Πελαργός στη Στερεά, Ιούνη του 1947· βλ. σχετικά  Γ. Μαργαρίτης, Ιστορία του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου 1946 – 1949, ό.π., τ. Α΄, σ. 300 καιpassim.

31 Robert O. Paxton, The Anatomy of Fascism, Penguin Books, Harmondsworth 2005, σ. 218.

32 «Επανάστασιν εις την διεθνή πολιτικήν δια την αντιμετώπισιν του κομμουνισμού, εσημείωσεν το δόγμα Τρούμαν. Παρομοίαν Επανάστασιν απετέλεσεν και η εθνική αλλαγή της 21ης Απριλίου 1967, δια να αντιμετωπίση τον επερχόμενον νέον εναντίον της Ελλάδος κομμουνιστικόν κίνδυνον. Εάν ο κομμουνισμός κατελάμβανεν την Ελλάδα –και θα το επετύγχανεν εάν δεν παρενέβαινον αι Ένοπλοι Δυνάμεις της Χώρας- θα επροδίδετο το Δόγμα Τρούμαν και ο σκοπός του. Τους ιδίους στόχους είχε το Δόγμα Τρούμαν και η Επανάστασις της 21ης Απριλίου. Και το ίδιον αποτέλεσμα: έσωσαν την Ελλάδα από τον κομμουνισμόν». Εισαγωγή στο Γεώργιος Παπαδόπουλος, Το δόγμα Τρούμαν και η επανάστασις των εθνικών ενόπλων δυνάμεων, Αθήναι Μάιος 1967, σ. 15.

33 Γεώργιος Παπαδόπουλος, Το δόγμα Τρούμαν και η επανάστασις των εθνικών ενόπλων δυνάμεων, Αθήναι Μάιος 1967, σ. 30.

34 Γεώργιος Γεωργαλάς, Η ιδεολογία της Επαναστάσεως. Όχι δόγματα, αλλά ιδεώδη, χ.τ.ε., χ.χ., σ. 6.

35 Γ. Γεωργαλάς, Η ιδεολογία της Επαναστάσεως. Όχι δόγματα, αλλά ιδεώδη, ό.π., σ. 19, 7-8· βλ. και σ. 57.

36 Νίκος Κλείτσικας, Andrea Speranzoni, Φαινόμενα τρομοκρατίας. Ο ελληνικός νεοφασισμός μέσα από τα απόρρητα έγγραφα των Μυστικών Υπηρεσιών, Προσκήνιο, Αθήνα 2003.

37 Βλ. Eric Wilson (επιμ.), Government of the Shadows. Parapolitics and Criminal Sovereignty, Pluto Press, Λονδίνο, Νέα Υόρκη 2009· Daniele Ganser, NATO’s Secret Armies. Opertation Gladio and Terrorism in Western Europe. An Approach to NATO’s Secret Stay-Behind Armies, πρόλογος John Prados, Frank Cass, Λονδίνο 2005· και στα ελληνικά, Ντανιέλε Γκάνσερ, Οι μυστικοί στρατοί του ΝΑΤΟ: Η επιχείρηση Gladio και η τρομοκρατία στη Δυτική Ευρώπη, μετάφραση Κωνσταντίνος Φασούλης, πρόλογος-επιμέλεια Κλεάνθης Γρίβας, Antilogos, Αθήνα 2007.


Ο Σπύρος Μαρκέτος είναι νομικός και ιστορικός. Διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζονται στην ιστορία του Διαφωτισμού και του Ρομαντισμού, του πολιτικού ριζοσπαστισμού και της άκρας δεξιάς, καθώς και την ιστορία του φύλου, ενώ έχει ξεχωριστή συμβολή στη μελέτη του φασισμού στην Ελλάδα και διεθνώς. Έχει σημαντικό συγγραφικό και μεταφραστικό έργο, με προσωπικά βιβλία, κείμενα και επιμέλειες συλλογικών τόμων. Από το ξέσπασμα της κρίσης έχει πρωτοστατήσει στη συζήτηση για τη διαγραφή του χρέους και την έξοδο από το ευρώ και την Ε.Ε. συμμετέχοντας σε πρωτοβουλίες πανεπιστημιακών και διανοουμένων. Είναι μέλος της Πανελλαδικής Συντονιστικής Επιτροπής της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.


Αναδημοσίευση από τα «Τετράδια ανυπόταχτης θεωρίας», τ. 1, μια έκδοση του μπλογκ Η Λέσχη
Home » Featured , Πολιτική » Ο φασισμός στο νέο στάδιο
Ο φασισμός στο νέο στάδιο
Από ΒΑΘΥ , Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2013 | 11:52 μ.μ.


Του Δημήτρη Γρηγορόπουλου - "Πριν"

Σχετική αυτοτέλεια του φαινομένου. Ιστορικός φασισμός

Στο 7ο συνέδριο της Τρίτης Διεθνούς ο φασισμός ορίστηκε ως η πολιτική έκφραση των πιο αντιδραστικών και επιθετικών δυνάμεων τον ιμπεριαλισμού, ως άτεγκτος εχθρός τον εργατικού και επαναστατικού κινήματος, ως η δικτατορία των πιο αντιδραστικών δυνάμεων τον μονοπωλιακού κεφαλαίου, που αποβλέπει στη διατήρηση τον καπιταλιστικού συστήματος με τη χρησιμοποίηση ακραίων μορφών βίας.

Ο φασισμός αναπτύσσεται σε συνθήκες κρίσης τον συστήματος. Αυτός ο ορισμός έχει διαχρονική ισχύ. Ισχύει και για το νεοφασισμό της εποχής μας. Αυτός όμως ο ορισμός υποτιμά τη σχετική αυτοτέλεια του φασισμού, αυξημένη σε ορισμένες περιπτώσεις, από το οικονομικό και ταξικό φαινόμενο.
Ταξική αποστολή του ασφαλώς είναι η συντριβή τον εργατικού και επαναστατικού κινήματος. Δεν προκύπτει όμως ως δημιούργημα μιας επιτροπής των πιο επιθετικών μονοπωλίων. Ανακύπτει ως ριζοσπαστική απάντηση στην οικονομική και πολιτική κρίση του συστήματος μ' ένα συμπίλημα φυλετικών, αντικομμουνιστικών, αλλά και αντισυστημικών θέσεων. Η παρέμβαση των μονοπωλίων για την ταξική κατεύθυνση του φασισμού και την οικονομική ενίσχυση του είναι μεταγενέστερη και σχετική, όχι απόλυτη.

Είναι ιστορικά αποδεδειγμένη η γενναία οικονομική ενίσχυση του εθνικοσοσιαλισμού από τα γερμανικά μονοπώλια και η παρέμβαση τους, σε σύμπνοια με τον αστικό πολιτικό κόσμο, στον πρόεδρο Χίντεμπουργκ ώστε να παραδοθεί η καγκελαρία στον Χίτλερ.
Ο φασισμός, παρά τον ταξικό χαρακτήρα του, εμφανίζεται ως δύναμη αυτοτελής ανάμεσα στους ισορροπούντες πόλους της αστικής και εργατικής τάξης (Κ. Μαρξ, 18η Μπρυμαίρ) και μετά την κατάκτηση της κρατικής εξουσίας θέτει τα αστικά κόμματα και τους αστικούς πολιτικούς θεσμούς εκτός νόμου. Δημιουργεί, ιδίως μετά την επικράτηση του, ανταγωνισμό όχι μόνο με τις προλεταριακές δυνάμεις αλλά και με τις αστικές δυνάμεις δημοκρατικής κατεύθυνσης.

Στην οικονομία χρησιμοποίησε σε ευρεία κλίμακα κρατικομονοπωλιακές μεθόδους ρύθμισης, κυρίως μέσω των εξοπλισμών και των δημόσιων έργων.
Στην εξωτερική πολιτική, σε εποχή που το ιμπεριαλιστικό κράτος υπερίσχυε ενώ η παγκοσμιοποίηση και η τάση της σύγκλισης είναι σε σπαργανώδη κατάσταση, υιοθετεί τον πόλεμο συστηματικά ως μέσο ικανοποίησης των επεκτατικών τάσεων του και ανατροπής της διανομής του κόσμου. Αυτός είναι σε αδρές γραμμές ο φασισμός του Μεσοπολέμου, του μονοπωλιακού καπιταλισμού.

Ποιος είναι όμως ο φασισμός του ολοκληρωτικού καπιταλισμού; Ο προηγούμενος ορισμός ισχύει σε γενικές γραμμές και για το νεοφασισμό τού ολοκληρωτικού καπιταλισμού (από το 1980 και εντεύθεν). Ο νεοφασισμός εκφράζει τις ακραίες τάσεις και ανάγκες του συστήματος, οικονομικές και πολιτικές. Έχει όμως και σημαντικές ιδιαιτερότητες που προσιδιάζουν στο χαρακτήρα του νέου σταδίου.

Ο φασισμός στο νέο  στάδιο

Μετά την ήττα του φασισμού στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, τη συγκρότηση του στρατοπέδου του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και τη «χρυσή» τριακονταετία (1945-75) της κεϋνσιανής διαχείρισης δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι ο φασισμός έχει συντριφτεί αμετάκλητα.
Αυτή η αντίληψη ήταν εσφαλμένη και οδήγησε στην υποτίμηση του φαινομένου. Πρώτον, διατηρήθηκαν τα φασιστικά καθεστώτα Φράνκο και Σαλαζάρ (μέχρι τα μέσα του 1970). Έπειτα, το 1967, εγκαθιδρύθηκε στη χώρα μας στρατιωτική δικτατορία. Πλάι στα απομεινάρια του φασισμού άρχισαν τη δεκαετία του '70 να ξεφυτρώνουν νεοφασιστικά μορφώματα, με τρομοκρατική μάλιστα δράση (ανατίναξη σιδηροδρομικού σταθμού στην Μπολόνια, βομβιστικές επιθέσεις σε κινηματογράφους της Αθήνας).

Ο φασισμός δεν «εξαφανίζεται». Συνυπάρχει με τον καπιταλισμό. Είναι εγγενής τάση και ανάγκη του. Ανεξάρτητα από τις μορφές και τις αυξομειώσεις του, εκφράζει την πιο ακραία τάση του καπιταλισμού για τη μέγιστη εκμετάλλευση και καθυπόταξη της εργατικής τάξης, ανάγκη που οξύνεται σε συνθήκες κρίσης. Ο καπιταλισμός στο ιμπεριαλιστικό στάδιο χαρακτηρίζεται (όπως παρατηρούσε ο Λένιν) από αντίδραση σε όλα τα μέτωπα. Στο στάδιο αυτό, ιδίως στον Μεσοπόλεμο, ανθούν τα φασιστικά καθεστώτα και οι στρατιωτικές δικτατορίες.
Ύφεση της αντιδραστικότητας (ειδικά στην Ευρώπη) παρατηρείται στη μεταπολεμική τριακονταετία. Η ολομέτωπη αντιδραστικότητα αναπτύσσεται και στο διάδοχο στάδιο του ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Αυτό το στάδιο συνδέεται με μια παρατεταμένη δομική κρίση που με αναιμικές ανόδους αρχίζει με την πετρελαϊκή κρίση (1973-74), συνεχίζει με αλληλοδιάδοχες (1980-81,1987,1991, 2001-2002) και κορυφώνεται με την κρίση του 2008.

Για την αντιμετώπιση της επαναλαμβανόμενης κρίσης (κύκλοι Κοντράτιεφ) η αστική τάξη έχει επιλέξει ως κύρια μορφή αντιστάθμισης της πτώσης του μέσου ποσοστού κέρδους τη στρατηγική εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης και τη γιγάντωση του χρηματοτοπιστωτικού τομέα με τις αναπόφευκτες «φούσκες» (2008). Αυτή η υπεραντιδραστική ανασυγκρότηση του καπιταλισμού εγκαινιάστηκε με την άγρια λιτότητα και τον αυταρχισμό της Θάτσερ και του Ρί-καν. Συνεχίζεται και επιτείνεται μετά την κρίση του 2008. Η ακραία εκμετάλλευση και υπεραυταρχικότητα αποτελεί στην ουσία μια διαδικασία εκφασισμού, με την ιστορική ιδιοτυπία ότι διατηρεί τύποις την αστική δημοκρατία (κοινοβουλευτικός ολοκληρωτισμός).

Η νεοφιλελεύθερη αντεπανάσταση συνδέεται οργανικά με μια διαδικασία ιδιότυπου εκφασισμού σε όλα τα μέτωπα: πολιτικό (κράτος έκτακτης ανάγκης), κοινωνικό (κατάργηση εργατικού δικαίου), οικονομικό (υπερεκμετάλλευση - εξαθλίωση), ιδεολογικό (ακατάσχετη τρομολαγνεία).

Η διαδικασία αυτή πραγματοποιείται όχι μόνο σε εθνικό αλλά και σε διεθνές επίπεδο. Στο διεθνές επίπεδο την κερδοφόρα συσσώρευση προωθούν το πολυεθνικό κεφάλαιο, το στρατιωτικο-βιομηχανικό σύμπλεγμα, ο ενεργειακός τομέας, το νομαδικό χρηματιστικό κεφάλαιο: επιβάλλοντας τη διπλή εκμετάλλευση της εργασίας (εθνική -υπερεθνική), την ιδιοποίηση πρώτων υλών, στρατιωτικές επεμβάσεις, πολέμους ή και κατοχή χωρών, δανείζοντας με επαχθείς όρους κράτη και εφαρμόζοντας βιαίως σε αυτά εξοντωτική λιτότητα και ακραίο αυταρχισμό για τη διασφάλιση των τοκοχρεωλυσίων.

Το πολυεθνικό κεφάλαιο σε συνεργασία με εθνικά κεφάλαια πρωταγωνιστεί στην ελαστικοποίηση της εργασίας, στη συρρίκνωση της τιμής της, στην άρση των φραγμών προστασίας (συλλογικές συμβάσεις, όριο απολύσεων κ.ά.).
Παράλληλα, η καπιταλιστικού τύπου αξιοποίηση της τεχνολογικής παραγωγικότητας οδηγεί στο φαινόμενο της ανάπτυξης χωρίς εργασία (jobless recovery). Πρόκειται για εφιάλτη. Το ένα τρίτο περίπου του παγκόσμιου ενεργού πληθυσμού έχει περιέλθει στην κατάσταση του εφεδρικού στρατού εργασίας. Η διαρθρωτική ανεργία πλήττει ακόμη και τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες, αλλά εξοντώνει τις τριτοκοσμικές χώρες και τις υπερδανεισμένες, όπως η Ελλάδα.

Η ανεργία είναι η μεγάλη κοινωνική πληγή του ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Η νεοφιλελεύθερη λογική αποκλείει κεϋνσιανού τύπου προγράμματα δημόσιων επενδύσεων σε μια στρατηγική δυναμικής ανάπτυξης θέσεων εργασίας. Η ηγεμονία της άρχουσας τάξης έχει επικίνδυνα διασαλευθεί.
Για να στηρίξει την κυριαρχία της, καθιστά σχεδόν απόλυτη μέθοδο διακυβέρνησης την καταστολή, το αντιδραστικό νομικό οπλοστάσιο, τον εκβιασμό της απόλυσης. Η εξαθλίωση των χωρών του Τρίτου Κόσμου προκαλεί τεράστιο κύμα μετανάστευσης προς τις καπιταλιστικές χώρες.

Ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός εκμεταλλεύεται βάρβαρα και με μηδενικούς όρους το μεταναστευτικό ρεύμα. Παράλληλα αξιοποιεί το πρόβλημα, για να συγκαλύψει τις αιτίες της οικονομικής κρίσης, της εξαθλίωσης και της ανεργίας του γηγενούς πληθυσμού και να τις φορτώσει στις πλάτες των μεταναστών.
 Οι μετανάστες γίνονται ο αποδιοπομπαίος τράγος. Αυτοί ενοχοποιούνται για τη μαζική ανεργία, την έξαρση της εγκληματικότητας, την άνοδο της νοσηρότητας, τον κλονισμό των εθνικών παραδόσεων.

Το νεοφιλελεύθερο κράτος, αξιοποιώντας τα προβλήματα και την ξενοφοβία των πολιτών αλλά και νεοφασιστικές παρακρατικές συμμορίες, ασκεί ναζιστικού τύπου καταστολή στους μετανάστες (πογκρόμ, στρατόπεδα συγκέντρωσης, απελάσεις, βία), για να αποτρέψει ενδεχόμενες αντιδράσεις τους (Μανωλάδα), αλλά και να αποπροσανατολίσει και να εκφασίσει την κοινωνία, δηλητηριάζοντας τη με ρατσιστικές προκαταλήψεις.

Αθλιες συνθήκες διαβίωσης, ανεργία που μεσουρανεί, αποδόμηση των πολιτικών και εργασιακών δικαιωμάτων, κυριαρχία της καταστολής και του τρόμου, αντιμεταναστευτικό μένος είναι τα πιο δύσοσμα άνθη του κακού, που συνθέτουν την επιτομή του σύγχρονου νεοφιλεύθερου εκφασισμού της κοινωνίας.

Η κοινωνία του ολοκληρωτικού καπιταλισμού λοιπόν εκφασίζεται χωρίς να εγκαθιδρύεται τυπικό φασιστικό καθεστώς και χωρίς την ύπαρξη ισχυρών φασιστικών κομμάτων (εξαίρεση η Χ. Αυγή). Η κρατική πολιτική με τον υπεραυταρχισμό και τις έκτακτες εξουσίες εκφασίζεται διατηρώντας, τυπικά κατ' ουσίαν, τη νομιμοποιητική βάση της νομοθετικής εξουσίας. Συγχρόνως, καθιδρύονται ακροδεξιά κόμματα, κυρίως στην Ευρώπη, ορισμένα με σημαντική ισχύ και επιρροή, χωρίς τον στρατιωτικό -παρακρατικό - αντικοινοβουλευτικό χαρακτήρα των δασιστικών κομμάτων του Μεσοπολέμου. Αποτελούν αυτοτελή πολιτικά όργανα ακραιφνούς υποστήριξης της υπεραντιδραστικής νεοφιλελεύθερης πολιτικής. Είναι όμως ενσωματωμένα στο αστικό πολιτικό σύστημα, έχουν εξασφαλίσει πολιτική νομιμοποίηση, συμμετέχουν ακόμη και σε κυβερνήσεις συνεργασίας.

Η κοινοβουλευτική προσαρμογή της σύγχρονης Ακροδεξιάς είναι η βασική ειδοποιός διαφορά από τα φασιστικά κόμματα του Μεσοπολέμου. Επομένως, η αντίθεση της με τα αστικά κόμματα, το πολιτικό σύστημα και τους θεσμούς του έχει αμβλυνθεί.

Η Ακροδεξιά τρέφεται από την οικονομική και πολιτική κρίση, εκμεταλλεύεται την αδυναμία και ανεπάρκεια των αστικών κομμάτων στην αντιμετώπιση των οξύτατων προβλημάτων του ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Εμφανίζεται ως δύναμη ικανή να δώσει λύσεις στα προβλήματα. Η ρητορική της επικεντρώνεται στην οικονομική και πολιτική κρίση, στο μεταναστευτικό και την ξενοφοβία, στον εθνικισμό.
Από την άλλη, αξιοποιεί την αντιδραστική ατζέντα των κομμάτων εξουσίας (αυταρχική αντιμετώπιση αγώνων, αντικομμουνισμός, αντιμεταναστευτική πολιτική, εθνικισμός), για να νομιμοποιήσει και να προωθήσει τη δική της ακραία και «συνεπή» εκδοχή αυτής της πολιτικής. Επηρεάζεται αλλά και επηρεάζει την επίσημη νεοφιλελεύθερη πολιτική. Τα αστικά νεοφιλελεύθερα κόμματα υπό την πίεση της ακροδεξιάς ρητορικής, σε μια ρητορική και πρακτική τους, αφού απευθύνονται σ' ένα ομογενοποιημένο σε μεγάλο βαθμό ακροατήριο.

Η σύγχρονη Ακροδεξιά υιοθετεί τις πιο ακραίες μορφές νεοφιλελεύθερης ρύθμισης της οικονομίας. Αυτό αποτελεί έναν ακόμη παράγοντα διαφοροποίησης από τη φασιστική Δεξιά του Μεσοπολέμου, που ως εξουσία υιοθέτησε την κρατικομονοπωλιακή κεϋνσιανή οικονομική ρύθμιση.
Στο ιδεολογικό επίπεδο έχει αποποιηθεί τα «σοσιαλίζοντα» στοιχεία, σε αντιδιαστολή με το ιδεολογικό σύμφυρμα του ναζισμού και του φασισμού, στο οποίο ήταν ισχυρή η παρουσία αριστερών και αντικαπιταλιστικών αναφορών, υπό την ηγεμόνευση όμως των αστικών και εθνικών στοιχείων (εξού και ο σύνθετος όρος «εθνικοσοσιαλισμός»).

Ακόμη, η Ακροδεξιά των ιμπεριαλιστικών χωρών, σε συνθήκες νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, δεν εξωθεί στα άκρα τους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, όπως η φασιστική Δεξιά του Άξονα. Υποστηρίζει όμως ανεπιφύλακτα την ιμπεριαλιστική επέμβαση σε τρίτες χώρες.
Εκτός από τα «ακροδεξιοποιούμενα» σε συνθήκες παρατεταμένης κρίσης νεοφιλελεύθερα κόμματα και τα ενσωματωμένα σύγχρονα ακροδεξιά κόμματα, στο άκρο του φασίζοντος τόξου τοποθετούνται νεοφασιστικά μορφώματα που νοσταλγούν το ναζιστικό παρελθόν, τη ρήξη με την αστική πολιτική, τα σύμβολα και την τελετουργία. Τα μορφώματα αυτά κινούνται μεταξύ περιθωριακής πολιτικής παρέμβασης και εγκληματικής δράσης έχοντας στο στόχαστρο τους μετανάστες, αριστερούς, γκέι και άλλες περιπτώσεις διαφορετικότητας.

Εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα αποτελεί η Χρυσή Αυγή. Κατόρθωσε τα τρία τελευταία χρόνια, χωρίς να αποβάλει τον παραστρατιωτικό-συμμοριακό χαρακτήρα της, να ενσωματώσει ένα σημαντικό τμήμα αυθόρμητου ριζοσπαστισμού (αποπολιτικισμού μάλλον) πολιτικά καθυστερημένων μαζών και να προσλάβει χαρακτήρα μαζικού κόμματος. Μετά το πλήγμα που δέχτηκε βρίσκεται σε μια μεταβατική φάση εμμονής στο νεοναζισμό ή μετάλλαξης σε σύγχρονο ακροδεξιό κόμμα.

 Ολοκληρωτικός κοινοβουλευτισμός
 ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΕΝΑΝΤΙ ΒΟΥΛΗΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΣΤΊΚΗΣ

Στο ολοκληρωτικό στάδιο του καπιταλισμού αντιστοιχεί ένας τύπος μισοολοκληρωτικού κράτους που συνοπτικά αποδίδεται με τον όρο του ολοκληρωτικού κοινοβουλευτισμού. Το ολοκληρωτικό κράτος χαρακτηρίζεται από τον απόλυτο έλεγχο όλων των τομέων της κοινωνίας, συμπεριλαμβανομένης και της ιδιωτικής ζωής.
Βασικές μορφές ολοκληρωτικού κράτους στον καπιταλισμό αποτελούν ο βοναπαρτισμός, ο φασισμός, ο ναζισμός, η στρατιωτική δικτατορία. Στο στάδιο του ολοκληρωτικού καπιταλισμού έχει εμφανιστεί και είναι υπό εξέλιξη ολοκληρωτικής μορφής κράτος (ο κοινοβουλευτικός λεγόμενος ολοκληρωτισμός), όχι όμως και ολοκληρωμένης μορφής. Κυριαρχεί βέβαια το υπεραυταρχικό ολοκληρωτικό στοιχείο, αλλά διατηρούνται θεσμοί της αστικής δημοκρατίας (κοινοβούλιο, σύνταγμα κ.ά.), αν και με συρρικνωμένο και στρεβλωμένο περιεχόμενο.

Στον ολοκληρωτικό κοινοβουλευτισμό το κοινοβούλιο διατηρείται και δεν καταργείται όπως στους άλλους ολοκληρωτισμούς. Ουσιαστικά όμως οι εξουσίες του έχουν απορροφηθεί από την εκτελεστική εξουσία, η οποία κυβερνά με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, προεδρικά διατάγματα, υπουργικές αποφάσεις, διοικητικές εγκυκλίους. Στην εκτελεστική εξουσία υποτάσσεται, παρά τη σχετική αυτοτέλεια της και η δικαστική εξουσία. Επιπλέον, και η ίδια η εκτελεστική εξουσία (κυβέρνηση) υπερσυγκεντρώνεται στα χέρια του πρωθυπουργού και των πολυπληθών συμβούλων του.

Παράλληλα, οι εκλογές για την ανάδειξη του κοινοβουλίου ευτελίζονται με την τεράστια αποχή, τα καλπονοθευτικά συστήματα, τη χειραγώγηση της ψήφου, την πλήρη αναντιστοιχία κυβερνητικής πολιτικής και προεκλογικού προγράμματος, την ομηρεία των βουλευτών από τα κόμματα τους.
Το αστικό σύνταγμα, ιδίως στην περίοδο των μνημονίων, παραβιάζεται κατάφωρα και συστηματικά. Οι πολιτικές ελευθερίες συρρικνώνονται και καταστέλλονται (απαγόρευση διαδηλώσεων, βίαιη αντιμετώπιση τους, πολιτική επιστράτευση κ.ά.).

Το εργατικό δίκαιο, κατάκτηση πολύχρονων αγώνων, έχει σχεδόν πλήρως καταργηθεί. Η έκτακτη νομοθεσία (εγκληματική οργάνωση, τρομονόμος, απαγόρευση απεργιών) χρησιμοποιείται ουσιαστικά εναντίον της Αριστεράς και του λαϊκού κινήματος. Ασκείται άγρια καταστολή, οι πάντες παρακολουθούνται από την ΕΥΠ, ενώ οι καπιταλιστές και οι οργανώσεις τους επεμβαίνουν άμεσα για να χειραγωγήσουν το κράτους υπέρ των συμφερόντων τους. Επίσης, άνθρωποι της ολιγαρχίας (Παπαδήμος, Στουρνάρας) τοποθετούνται σε κορυφαίες κυβερνητικές θέσεις χωρίς λαϊκή ετυμηγορία. Είναι προφανές ότι αυτό το ολοκληρωτικής μορφής κράτος με τη φασίζουσα πολιτική δεν μεταρρυθμίζεται. Ανατρέπεται.

Καθεστώς έκτακτης ανάγκης. ΦΑΣΙΖΟΥΣΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ

Η Ακροδεξιά, είτε με τη μορφή του νεοφασιστικού μορφώματος είτε σαν μετάλλαξη Ακροδεξιάς ευρωπαϊκού τύπου, αποτελεί τον πιο ακραίο και επιθετικό βραχίονα του εκφασισμού σε όλα τα κοινωνικά πεδία: οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό, πολιτιστικό, ηθικό. Γι' αυτό η αντιμετώπιση της πρέπει να γίνεται και αυτόνομα από ένα ευρύ δημοκρατικό αντιφασιστικό κίνημα.

Ωστόσο η διαδικασία εκφασισμού στην κοινωνία του ολοκληρωτικού καπιταλισμού προσλαμβάνει ευρύτερο χαρακτήρα. Διαπερνά το καθεστώς του κοινοβουλευτικού ολοκληρωτισμού, που αποτελεί τύποις αστική δημοκρατία, το καθεστώς έκτακτης ανάγκης που καταρρακώνει το ίδιο το αστικό σύνταγμα κι ενεργοποιεί έκτακτη νομοθεσία (νόμος περί εγκληματικής οργάνωσης, τρομονόμος, επιστράτευση) για την καταστολή της Αριστεράς και του εργατικού λαϊκού κινήματος. Ποδοπατά πολιτικά και εργασιακά δικαιώματα κατακτημένα από τις αρχές του 20ού αιώνα. Στήνει νεοναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης νια αθώους μετανάστες! Στέλνει στη φυλακή όποιον διαφωνεί με την εξωτερική πολιτική της Ε. Ένωσης! Θεωρεί ακραίο, εχθρό της κοινωνίας, όποιον υποστηρίζει την έξοδο από τη λυκοσυμμαχία της Ε. Ένωσης και το ΝΑΤΟ.

Αλλά μήπως δεν συνιστά διαδικασία εκφασισμού η εκβιαστική υφαρπαγή από το ολιγαρχικό διευθυντήριο των Βρυξελλών του δικαιώματος των ευρωπαϊκών λαών για αυτοκαθορισμό της πορείας τους που εκχώρησαν οι προσκυνημένοι ηγετίσκοι τους;

Συνεπώς, η φασίζουσα πολιτική δεν είναι αποτέλεσμα απλώς της οικονομικής και πολιτικής κρίσης του συστήματος.
Όπως έχουμε ήδη πει, έχει στα βασικά θέματα κοινούς τόπους με τη νεοφιλελεύθερη πολιτική του ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Ο εκφασισμός δεν είναι μόνο το τέρας που γεννιέται στα καταγώγια της ΧΑ. Εκφύεται από το σύστημα ως όλο, από τη βαρβαρότητα και την ανελευθερία του. Γι' αυτό, αντιφασιστική πάλη μεν, αλλά και συνάρθρωση της με την αντικαπιταλιστική πάλη, που είναι ο κύριος και καθοριστικός παράγοντας για την ήττα του καπιταλισμού και του φασισμού μαζί. Μ' ένα ευρύτερο δημοκρατικό, αντιφασιστικό, αντιιμπεριαλιστικό, αντικαπιταλιστικό μέτωπο, με ανοιχτή αγκαλιά για όλους τους αγωνιστές, για όλους τους απλούς εργαζόμενους.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι το πολιτικό μέτωπο που καθημερινά καταξιώνεται στη συνείδηση ευρύτερων μαζών για την ασυμβίβαστη και ενωτική πάλη της κατά του καπιταλισμού και των παραφυάδων του.
Το μέτωπο αυτό θα διευρύνεται και στη βάση και την κορυφή από εργαζόμενους και συλλογικότητες που θα συμπορεύονται αγωνιστικά και θα αυξάνουν την εμβέλεια και την αποτελεσματικότητα του, με πυρήνα και βάθρο την επαναστατική πρωτοπορία της εργατικής τάξης.

Ακρογωνιαίος λίθος στη μαχόμενη μετωπική συμπόρευση είναι η ρήξη και η έξοδος από το ευρώ και την Ε. Ένωση. Όλοι ασφαλώς οι αντικαπιταλιστικοί στόχοι είναι αναγκαίοι και για την αντιμετώπιση θεμελιακών προβλημάτων των εργαζομένων αλλά και λόγω του μεταβατικού χαρακτήρα και ρόλου της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για την αντικαπιταλιστική επανάσταση και την κομμουνιστική απελευθέρωση.
Αλλά η έξοδος (χωρίς απατηλά «συνώνυμα») από το ευρώ και την Ε. Ένωση είναι η λυδία λίθος, ο καταλύτης για την υλοποίηση του αντικαπιταλιστικού προγράμματος. Όπως και η παραμονή στο ευρώ και την Ε. Ένωση είναι ανυποχώρητη γραμμή άμυνας των συστημικών και συμβιβαστικών δυνάμεων.
Γιατί; Γιατί οι τομές που προτείνει το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα δεν είναι συμβατές με τον νεοφιλελεύθερο, ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της Ε. Ένωσης.

Είναι δυνατή η ανατροπή των μνημονιακού τύπου πολιτικών, η διαγραφή του χρέους, η εθνικοποίηση και ο εργατικός έλεγχος των τραπεζών και των επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας χωρίς ρήξη, με την έννοια της εξόδου όμως (καθαρά λόγια) από την Ε. Ένωση και το ευρώ;

Συμβουλεύουν άλλες Σειρήνες: «Ας ενώσουμε το λαό μας που λιμοκτονεί και μετά βλέπουμε για την Ε. Ένωση». Ο  επισιτισμός όμως 3,5 εκατομμυρίων (τουλάχιστον) Ελλήνων είναι μέγα πρόβλημα. Απαιτεί σύγκρουση με την γενοκτονική της Ε.Ε και άμεσο έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών μας.