Δευτέρα 3 Μαρτίου 2014





Η ολοκληρωτική αξιολόγηση του εκπαιδευτικού και η ολοσχερής διάλυση του δημόσιου σχολείου
Share
Εικόνα alfavita
Τρί, 30/04/2013 - 08:11 --alfavita

Κατηγορία: 

Αρθρογράφος: 
Γιώργος Μαυρογιώργος

Η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού στην ελληνική εκπαίδευση καταγράφει μέχρι σήμερα, κατά βάση, τρία «επεισόδια». Το πρώτο «επεισόδιο» διαρκεί περίπου εκατόν πενήντα χρόνια (1834-1982): από την καθιέρωση του επιθεωρητή ως αξιολογητή και πειθαρχικού διοικητικού προϊσταμένου των εκπαιδευτικών μέχρι την κατάργησή του. Τα προσδιοριστικά στοιχεία του θεσμού αποδίδονται στη σχετική βιβλιογραφία με τον όρο «επιθεωρητισμός». Με τον όρο αυτό γίνεται αναφορά σε  ένα σύνολο κριτηρίων  αξιολόγησης, αρχών οργάνωσης και εφαρμογής της αξιολόγησης  που είχε σαφείς γραφειοκρατικούς, ιεραρχικούς, εποπτικούς, ελεγκτικούς, συμμορφωτικούς, αυταρχικούς, προληπτικούς και κατασταλτικούς προσανατολισμούς και προεκτάσεις στο έργο των εκπαιδευτικών. Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο  είχε καταδικαστεί ως θεσμός στη συνείδηση των εκπαιδευτικών με αποτέλεσμα να διατυπωθεί  και έντονα το συνδικαλιστικό αίτημα για την κατάργησή του. Βέβαια, στο πλαίσιο αυτού του μακράς διάρκειας «επεισοδίου» σημειώθηκαν πολλές επιμέρους τομές και αλλαγές, τόσο στην ελληνική κοινωνία όσο και στην εκπαίδευση και στο θεσμό, ανάλογα με τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που διαμορφώνονταν κάθε φορά. 
Το δεύτερο επεισόδιο κρατάει τριάντα  χρόνια (1982-2012). Μετά  την καθιέρωση του σχολικού συμβούλου, έχουμε μια διελκυστίνδα διαβουλεύσεων, αναβολών και διαπραγματεύσεων, νόμων και αναστολών. Τριάντα χρόνια  ακατάσχετης προτασεολογίας  έχουν κάνει μεγάλη ζημιά με την ιδεολογική ρύπανση που έχουν προκαλέσει στην κοινή γνώμη. Σχεδόν όλοι Υπουργοί Παιδείας εξήγγειλαν το δικό τους «διάλογο» για την παιδεία και κατέθεσαν τις προτάσεις τους για το θέμα της αξιολόγησης του εκπαιδευτικού που έμενε σε εκκρεμότητα. Δεν έχουμε τη δυνατότητα να κάνουμε μια ολοκληρωμένη παρουσίαση του υλικού και των απόψεων που έχουν κατατεθεί κατά καιρούς. Μόνο η απλή παράθεσή του αρκεί για να μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι έχουμε να κάνουμε με έναν επιμελημένο «σκουπιδότοπο» προτάσεων, ανεφάρμοστων νόμων και διαταγμάτων. Αυτό μας επιτρέπει να ισχυριστούμε ότι η άσκηση εκπαιδευτικής πολιτικής δεν είναι θέμα  ψήφισης νόμων. Οι νόμοι είναι ανενεργοί όταν η κοινωνική δυναμική  εισβάλλει  στο θεσμικό.
Οι  όποιες απόπειρες για καθιέρωση  διαδικασιών και κριτηρίων αξιολόγησης  στην ελληνική εκπαίδευση προσέκρουσαν στις έντονες κινητοποιήσεις των συνδικαλιστικών οργανώσεων των εκπαιδευτικών. Δε φαίνεται να  θεμελιώνεται εύκολα η εκδοχή ότι η σχετική εκκρεμότητα οφείλεται σε υπόγειες διεργασίες ενός ιδιότυπου κομματικού ή κυβερνητικού  συνδικαλισμού ή «κοινωνικού κορπορατισμού» που επέτρεπε την αναβολή. Η απόρριψη από τη μεριά των εκπαιδευτικών των διάφορων σχεδίων, επιστημονικά και πολιτικά,  θεμελιωνόταν για το λόγο ότι αρνούνταν να υπονομεύουν το ίδιο τους το έργο και προστάτευαν τα όρια της σχετικής αυτονομίας κατά την άσκηση του έργου τους. 
Ούτε, βέβαια, ευσταθεί η άποψη ότι κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου οι εκπαιδευτικοί ήταν «εκτός ελέγχου». Υφίσταντο τις σιωπηρές και, συχνά, αποτελεσματικές μορφές ελέγχου στις αντιλήψεις τους και στην άσκηση του έργου τους με: τα αναλυτικά προγράμματα, τα «έτοιμα» σχολικά μαθήματα (το βιβλίο του δασκάλου με την κρατική διδακτική) και τα σχολικά βιβλία, την εισαγωγική επιμόρφωση, τα επιμορφωτικά σεμινάρια, τα λεγόμενα «καινοτομικά» προγράμματα, τις αλλεπάλληλες εκπαιδευτικές αλλαγές, τους  αιφνιδιασμούς, τους σχολικούς συμβούλους, τις εκθέσεις ΟΟΣΑ, τα αποτελέσματα του PISA, τα αποτελέσματα των εξετάσεων για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, τη δυσφήμιση, το δημόσιο διασυρμό, κ.α. Όλα αυτά ασκούν συγκεκριμένη μορφή ελέγχου στο έργο των εκπαιδευτικών.

Το Τρίτο επεισόδιο:  Η «Τριλογία» μιας  ολοκληρωτικής αξιολόγησης για το «Σχολείο της Αγοράς»

Σήμερα, τη «φωτιά», για μια ακόμη φορά, τη βάζουν τα τρία κείμενα που συγκροτούν την πολιτική για την αξιολόγηση στην εκπαίδευση, έτσι, όπως αυτή εκφράζεται με τα νέα μέτρα για την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού, την αξιολόγηση της σχολικής μονάδας και τη λεγόμενη «Ανεξάρτητη Αρχή διασφάλισης της Ποιότητας Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης». Μια ενδιαφέρουσα άσκηση συμμετοχής στην ανάλυση που διαβάζετε  θα ήταν να μελετήσετε οι ίδιοι οι αναγνώστες τα τρία αυτά κείμενα που έχουν δημοσιευτεί. 

«Οίκοι Αξιολόγησης» και στην εκπαίδευση

 Με βάση τη μελέτη των σχετικών κειμένων που έχουν δημοσιευτεί,  θα λέγαμε ότι  η πολιτική αξιολόγησης που επιχειρείται εγκαθιστά  μια διαδικασία πολυεπίπεδης ιεραρχικής πανοπτικής και γραφειοκρατικής επιτήρησης με προϋποθέσεις για αποτελεσματικότερη άσκηση  αυταρχικού και ολοκληρωτικού ελέγχου σε όλο το εύρος  της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Δίνεται προτεραιότητα στο μάνατζμεντ  σε βάρος της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις,  η αξιολόγηση, έτσι όπως έχει σχεδιαστεί, έρχεται να επιτελέσει μια  ολοκληρωτική επιτήρηση σε όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, με τρόπο που να «κανονικοποιεί» την εκτροπή ή τη διαφορά και να  εξαναγκάζει σε συμμόρφωση. Η αξιολόγηση είναι περιστασιακή, περιπτωσιακή και μηχανιστική. Καταργεί την «ιστορία» της τάξης και της σχολικής μονάδας και υποβιβάζει το εκπαιδευτικό έργο και την παιδαγωγική-διδακτική ικανότητα σε μετρήσιμο τεχνικό μέγεθος.  Η εξατομίκευση της αξιολόγησης και της ευθύνης προωθεί την ιδεολογία του «ατομικισμού» και την ίδια στιγμή καταργεί την «αξιοπρέπεια της ατομικότητας». Η έκθεση αξιολόγησης καταγράφει αξιολογικές κρίσεις και μετατρέπει τον εκπαιδευτικό σε «ντοκουμέντο» για κάθε μελλοντική χρήση. Μια τέτοια έκθεση παράγει την «αλήθεια» για το «ποιος είναι ικανός εκπαιδευτικός», από την πλευρά του συστήματος. Η λεγόμενη «αυτοαξιολόγηση» του εκπαιδευτικού ακυρώνεται, καθώς υπακούει και συμμορφώνεται στους σκοπούς, τις διαδικασίες και τις μεθοδολογικές προδιαγραφές της αξιολόγησης των αξιολογητών  και της «Ανεξάρτητης Αρχής». Η δυνατότητα ένστασης εμπλέκει τον εκπαιδευτικό σε μια παραπέρα εντατικοποίηση των όρων εργασίας του. Η σύνδεση της αξιολόγησης με την βαθμολογική εξέλιξη και τις ποσοστώσεις των προαγωγών επιτείνει τον ανταγωνισμό. Η υπόληψη που έχει η αξιολόγηση προσφέρεται για τη νομιμοποίηση απολύσεων κι αυτό ασκεί τρομοκρατία. Η συνάρτηση της αξιολόγησης με το «Πειθαρχικό Δίκαιο» καταργεί τα δικαιώματα των εκπαιδευτικών και θεσμοθετεί  τις πολιτικές  φόβου  στην άσκηση  για πειθαρχία. Ο έντονος ανταγωνισμός εκπαιδευτικών  υπονομεύει τις διαδικασίες συλλογικότητας που υποτίθεται ότι επιδιώκονται με την «εσωτερική αξιολόγηση» των σχολικών μονάδων. Ο Σύλλογος Διδασκόντων χάνει, έτσι, την όποια συλλογική έκφραση και δυναμική για «ενίσχυση των σχέσεων και των συνεργασιών». Με την ευθύνη που αναλαμβάνει για τη διεκπεραίωση της «εσωτερικής αξιολόγησης» της σχολικής μονάδας, ο Σύλλογος μετατρέπεται σε προέκταση της κρατικής εξουσίας σε επίπεδο σχολικής μονάδας, μια και προδιαγράφεται επακριβώς κάθε τι που έχει σχέση με  τους σκοπούς, τις διαδικασίες, τα κριτήρια και τα αποτελέσματα. Ουσιαστικά, και η «εσωτερική αξιολόγηση» ακυρώνεται, μια και συμμορφώνεται με τα κριτήρια και τις διαδικασίες της εξωτερικής αξιολόγησης. Την ίδια στιγμή που καταργούνται ή συγχωνεύονται οργανισμοί, καθιερώνεται νέος πολυδάπανος μηχανισμός («Ανεξάρτητη Αρχή, Παρατηρητήριο Αξιολόγησης,  Δίκτυο Πληροφόρησης, Επιτροπές Αξιολόγησης, κ. α.) με αποκλειστική ευθύνη την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού και των σχολικών μονάδων. Έχουμε, πλέον, τα προπλάσματα «οίκων αξιολόγησης» και στην εκπαίδευση. Οι ίδιοι οι αξιολογητές/επιτηρητές επιτηρούνται μέσα σε ένα πλαίσιο ιεραρχικής πυραμίδας. Ακόμη και η λεγόμενη «Ανεξάρτητη Αρχή Διασφάλισης της  Ποιότητας» υπόκειται στον έλεγχο διεθνών οργανισμών και «οίκων αξιολόγησης» (βλ. ΟΟΣΑ). Το κόστος  είναι τεράστιο: ανθρώπινο δυναμικό, χρόνος και ενέργεια αφιερώνεται σε μια διαδικασία που καταργεί ή αναστέλλει την εκπαιδευτική διαδικασία.. Η αξιολόγηση δεν προσφέρεται για «επιστημονική και επαγγελματική εξέλιξη» του εκπαιδευτικού, καθώς κυριαρχεί έντονος αυταρχικός διοικητισμός εις βάρος της παιδαγωγικής κριτικής και του στοχασμού. Ορισμένα  από αυτά τα προσδιοριστικά στοιχεία υπήρχαν και στα προηγούμενα σχέδια που είχαν, κατά καιρούς εκπονηθεί ( Κάτσικας, Χ., Καββαδίας, Γ., 2002). Η νέα, ωστόσο, σύλληψη και σχεδιασμός περιλαμβάνει και νέες ρυθμίσεις που διαμορφώνουν τα  χαρακτηριστικά μιας ολοκληρωτικής εκδοχής για την αξιολόγηση στην εκπαίδευση.
Κάνουμε την υπόθεση εργασίας («στοίχημα» με όρους της αγοράς) ότι η πολιτική αξιολόγησης που προωθείται, μετά από 30 χρόνια ενός ιδιότυπου ανταρτοπόλεμου και ιδεολογικής ρύπανσης, συνιστά μια πολιτική  «ολοκληρωτικής αξιολόγησης» και ως τέτοια θα αναδειχθεί σε πεδίο έντονης και διαρκούς  διαπάλης στην εκπαίδευση για την εκπαίδευση και για την κοινωνία. Σε αυτό, δε μπορεί παρά να αξιοποιηθεί η εμπειρία της «αντίστασης» τριάντα ετών που έχει να επιδείξει ο κλάδος των εκπαιδευτικών. Πρόκειται, άλλωστε,  για τη  συντηρητικότερη εκδοχή αξιολόγησης που έχει προταθεί μέχρι σήμερα. 
Η ολοκληρωτική αξιολόγηση που σχεδιάζεται και προωθείται είναι το «Εργαστήριο» διάλυσης της δημόσιας εκπαίδευσης και το όχημα για την εγκαθίδρυση και την καθιέρωση του «Σχολείου της Αγοράς», του σχολείου που κατ ευφημισμόν αποκαλείται «Νέο». Για να είναι αποτελεσματική η συγκρότηση του σχολείου της αγοράς απαραίτητη προϋπόθεση είναι η απόλυση μεγάλου αριθμού εκπαιδευτικών, η πειθάρχηση όσων εκπαιδευτικών εργάζονται, κάτω από νέες συνθήκες και εργασιακές σχέσεις, και η δραματική ανασυγκρότηση της επαγγελματικής τους ταυτότητας. 
Οι  κοινωνικές λειτουργίες του σχολείου της αγοράς θα επιτελούνται και με τη μεσολάβηση  εκπαιδευτικών και  στελεχών εκπαίδευσης, οποίοι επιδιώκεται ώστε  υιοθετούν κατά την άσκηση του έργου τους νεοφιλελεύθερα προτάγματα κάποιας μορφής. Εκπαιδευτικοί και στελέχη της εκπαίδευσης στις χώρες της ΕΕ έχουν εκτεθεί για πολλά χρόνια  στις νεοφιλελεύθερες εκπαιδευτικές πολιτικές στις οποίες  κυριάρχησαν οι επιλογές των σχολικών αγορών, της αποκέντρωσης, της ελεύθερης επιλογής, της αποτελεσματικότητας, της ποιότητας, και της αξιολόγησης. Στο επίκεντρο της νεοφιλελεύθερης ανασυγκρότησης  βρίσκεται η προσπάθεια επιβολής στο εκπαιδευτικό πεδίο των αρχών του ιδιωτικοοικονομικού μάνατζμεντ, με σκοπό την εφαρμογή πολιτικών μείωσης του κόστους της εκπαίδευσης και ενίσχυσης της ικανότητας του αστικού κράτους να ελέγχει το αποτέλεσμά της.  Η θέση των στελεχών διοίκησης, εποπτείας και συμβουλευτικής γίνεται όλο και πιο σημαντική, καθώς, όλο και πιο πολύ αναλαμβάνουν ως τοποτηρητές εντολοδόχοι για την επιτήρηση για αποτελεσματική επιτέλεση των κοινωνικών αυτών λειτουργιών. Είναι, με άλλα λόγια, τα άγρυπνα μάτια που ασκούν μια μορφή ορατού ή αόρατου πανοπτικού ελέγχου στην εκπαίδευση. Για αυτό έχει δοθεί  προτεραιότητα στο μάνατζμεντ (αύξηση διοικητικών θέσεων, κίνητρα, ενίσχυση αρμοδιοτήτων) σε βάρος της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Παρατηρείται έξαρση διοικητισμού σε βάρος της παιδαγωγικής και της διδασκαλίας. Πώς αλλιώς, να εξηγήσουμε τη γοητεία που ασκούν τα ιδεολογήματα και τα νεφελώματα περί «εκπαιδευτικής ηγεσίας»;
Η ολοκληρωτική αξιολόγηση είναι το μέσο για την επίτευξη αυτών των στόχων. Πρόκειται για την προώθηση μιας ανελεύθερης εκπαιδευτικής διαδικασίας όπου η διοικητική ιεραρχία θα ελέγχει και θα επιβάλλει, από τα πάνω προς τα κάτω, τις κοινωνικές σχέσεις και τις δραστηριότητες εκπαιδευτικών, διευθυντών και προϊσταμένων, με ρυθμίσεις που ευνοούν την καταστολή της ελεύθερης κρίσης και την περιστολή/περιφρόνηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους. Ουσιαστικά, πρόκειται για ένα σύστημα αξιολόγησης/Εργαστήριο πολυεπίπεδου  ιεραρχικού πανοπτισμού που θα ευνοεί τη φίμωση, τη λογοκρισία, τον εκμαυλισμό, την κηδεμόνευση,  τη συμμόρφωση, τον εξανδραποδισμό. Κυρίαρχα όπλα στην υπόθεση αυτή θα είναι ο συγκεντρωτικός έλεγχος διαδικασιών και αποτελεσμάτων, ο αυταρχισμός, η αυθαιρεσία, η ανομία, ο ανταγωνισμός και η εξατομίκευση, οι πελατειακές σχέσεις και η διαπλοκή, ο προσεταιρισμός και η συναίνεση, το δέλεαρ, ο φόβος, η δυσφήμηση, ο ευφημισμός.  Όλα αυτά θα είναι διαβρωτικά των συλλογικών υποκειμένων και των συλλογικών δράσεων.

Κρίση, εκπαίδευση  και το « Νέο Σχολείο της αγοράς» 

Μες τη δίνη  των  ευρύτερων πολιτικών που εκπορεύονται από την υπογραφή των διαδοχικών μνημονίων και που  εφαρμόζονται τα τελευταία τρία χρόνια, στην Ελλάδα,  διαμορφώνονται τα προσδιοριστικά στοιχεία  μιας  αντίστοιχης εκπαιδευτικής πολιτικής που απορρέει από τις σχετικές δεσμεύσεις. Η γλώσσα της κρίσης επιστρατεύεται, για μια ακόμη φορά, με τη συνδρομή της νεοφιλελεύθερης ρητορικής που τη συνοδεύει, για να αναβαθμιστεί ο ρόλος της εκπαίδευσης στην αντιμετώπιση των συνεπειών της κρίσης. 
Το εγχείρημα για προώθηση των πολιτικών της λεγόμενης ελεύθερης καπιταλιστικής αγοράς και στην εκπαίδευση βρίσκεται σε έξαρση. Η συγκεκριμένη πολιτική  αξιολόγησης συνιστά μια ολοκληρωτική επίθεση  ενάντια στο δημόσιο σχολείο και στο δημόσιο και δωρεάν χαρακτήρα  της εκπαίδευσης που, σε συνδυασμό με την αποδιάρθρωση του κράτους πρόνοιας, προωθεί τη μετατροπή της σε προϊόν, εμπόρευμα και υπηρεσία στη λεγόμενη ελεύθερη αγορά. Η Βουλή των Ελλήνων, δηλαδή,  με νόμους εισάγει τους νόμους της αγοράς στην εκπαίδευση.
Στο σχολείο της αγοράς, οι εκπαιδευτικοί και οι μαθητές θα δελεάζονται, θα παρακινούνται ή θα αναγκάζονται να προωθούν ένα ελκυστικό και επιθυμητό εμπόρευμα και με όλα τους τα μέσα να ενισχύουν την αγοραστική τους αξία. Τώρα το εμπόρευμα που θα ανταγωνίζονται να βγάζουν στην αγορά και να πωλούν  θα είναι το σχολείο και ο εαυτός τους. Θα είναι οι ίδιοι διακινητές εμπορευμάτων και τα εμπορεύματα. Οι ίδιοι καταναλωτές και εμπορεύματα στον κοινωνικό χώρο που λέγεται αγορά εκπαίδευσης. Η δραστηριότητά τους  θα είναι το μάρκετινγκ. Η ολοκληρωτική μορφή αξιολόγησης που επιχειρείται είναι σχεδιασμένη ώστε να υποβάλει τους εκπαιδευτικούς σε διαδικασίες επαγγελματικής επανακοινωνικοποίησης, με στόχο τη  δραστική αλλαγή των απόψεών τους, των αντιλήψεών τους και των πρακτικών τους, με σαφείς νεοφιλελεύθερους προσανατολισμούς  για το «Νέο Σχολείο»  της αγοράς. Από αυτή την άποψη, το ζήτημα που τίθεται δεν είναι η απόρριψη του σχεδίου ολοκληρωτικής αξιολόγησης που επιχειρείται   αλλά ο αγώνας που θα χρειαστεί να γίνει ενάντια στην αξιολόγηση του εκπαιδευτικού που είναι το  όχημα για τη διάλυση του δημόσιου σχολείου. 
Ζούμε σε μια εποχή όπου, σύμφωνα με ορισμένους θεωρητικούς αναλυτές, βρίσκεται σε εξέλιξη ένα είδος ολοκληρωτικής υπαγωγής όλο και περισσότερων δραστηριοτήτων, δημόσιων και κοινωνικών αγαθών και κοινωνικών υπηρεσιών,  στη λογική της ιδιωτικοποίησης και της κερδοφορίας. Είναι αυτό που αναφέρεται ως «ολοκληρωτικός» καπιταλισμός, όπου  το καθετί, από τις τηλεπικοινωνίες, τις ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες, τις συγκοινωνίες και  τις υποδομές (αεροδρόμια, λιμάνια, δρόμοι), την ενέργεια, την υγεία, την εκπαίδευση, την κοινωνική ασφάλεια και τις συντάξεις, την ύδρευση και τα τρόφιμα, έως τη διασκέδαση και τα απορρίμματα μετατρέπονται σε ανταγωνιστικά  πεδία  εμπορευματοποίησης  και οι πολίτες σε πελάτες/καταναλωτές, με προτεραιότητα την ιδιωτική επένδυση και όχι το δημόσιο συμφέρον. Βέβαια, είναι πολύ κεντρικό το ερώτημα : γιατί οι δημόσιοι οργανισμοί στον καπιταλισμό έχασαν το δημόσιο και δωρεάν  χαρακτήρα  των υπηρεσιών τους και τις ποιοτικές τους προϋποθέσεις.
Για να είναι δυνατή η υπόθεση της ιδωτικοποίησης και εμπορευματοποίησης,  η συνολική  και ενιαία κοινωνική διαδικασία πρέπει να κατακερματιστεί σε επιμέρους πεδία που προσφέρονται για κοστολόγηση και πώληση. Έτσι π.χ. η συνολική και ενιαία και οργανική ενότητα  της εκπαίδευσης κατακερματίζεται σε βαθμίδες, σε επιμέρους διακριτά πεδία, προϊόντα και υπηρεσίες, όπως π.χ. σχολικά κτίρια, σχολικός χρόνος, σχολικά μαθήματα, σχολικά βιβλία ή σχολικά βοηθήματα ή εποπτικά μέσα ή Τεχνολογίες πληροφορίας και επικοινωνίας, εκπαιδευτικές δραστηριότητες (όπως, φροντιστήρια γλώσσες, μουσική, χορός, κ.α. ). Ο κατακερματισμός αυτός προσφέρεται για τη σταδιακή εκχώρηση επιμέρους πεδίων στην αγορά.
Για να διευκολυνθεί η διείσδυση των πρακτικών και των αρχών της αγοράς στο δημόσιο σχολείο πρέπει να δημιουργηθούν πελάτες/αγοραστές ή να διευρυνθούν οι ήδη υπάρχοντες. Σε αυτή την περίπτωση τίθεται το ζήτημα της προβολής της σκοπιμότητας και της αναγκαιότητας της προμήθειας και αγοράς εκπαιδευτικών «προϊόντων» από το «ελεύθερο» εμπόριο. Πώς, άραγε, έχει προκύψει ως  αναγκαιότητα-αναγκαίο κακό- η λειτουργία των φροντιστηρίων ή  χρήση των σχολικών βοηθημάτων; Είναι προφανές ότι η  περικοπή των δαπανών για τη δημόσια  εκπαίδευση και ο διασυρμός του δημόσιου σχολείου και των εκπαιδευτικών συνιστούν μια ενορχηστρωμένη επίθεση. Η περίπτωση των φροντιστηρίων είναι ενδεικτική. Η μεγάλη ανάπτυξη των φροντιστηρίων και των «ιδιαίτερων» αποδίδεται, συνήθως, στις ανεπάρκειες του δημόσιου λυκείου  και των εκπαιδευτικών για την προετοιμασία των υποψηφίων μπρος στις εισαγωγικές εξετάσεις για την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Το κόστος της ιδιωτικής δαπάνης είναι πολύ υψηλό. Εκείνο, ωστόσο, που αποσιωπάται είναι ότι την ανάπτυξη των φροντιστηρίων δεν την προκαλεί το αναποτελεσματικό δημόσιο λύκειο και οι εκπαιδευτικοί του όσο ο σκληρός ανταγωνισμός, λόγω του «κλειστού» αριθμού εισακτέων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ο ανταγωνισμός συνιστά θεμελιακή αρχή της λεγόμενης ελεύθερης αγοράς. Μέσα σε αυτόν τον ανταγωνισμό δημιουργούνται οι πελάτες που είναι πρόθυμοι να αγοράσουν εκπαιδευτικές υπηρεσίες φροντιστηρίου, μέσα από μια ενορχηστρωμένη δυσφήμιση που είναι τόσο αποτελεσματική ώστε να είναι δυσδιάκριτο το γεγονός ότι τα φροντιστήρια εκγύμνασης για την επιτυχία  στην τριτοβάθμια εκπαίδευση οικειοποιούνται το έργο που έχει συντελεστεί στο εννιάχρονο υποχρεωτικό σχολείο. Μάλιστα,  ακυρώνουν τη λειτουργία του  δημόσιου λυκείου, το οποίο δεν προσφέρεται για την επιτάχυνση της εκγύμνασης και του άκρατου ανταγωνισμού, λόγω της κοινωνικής σύνθεσης του μαθητικού πληθυσμού.
Η καπιταλιστική κρίση που εκδηλώνεται και ως «κρίση υπερσυσσώρευσης», εργασίας και κεφαλαίου, ανοίγει το χορό των αντιφάσεων. Σύμφωνα με έγκυρες  σχετικές αναλύσεις θεωρητικών, από τη μια έχουμε πολύ υψηλά ποσοστά ανεργίας που συνιστά και απαξίωση/υποβάθμιση της εργασίας (Αλεξίου, Θ., 2011). Στην περίπτωση της ανεργίας πτυχιούχων έχουμε και  υποβάθμιση της εκπαίδευσης  και των τίτλων σπουδών. Από την άλλη, γίνεται λόγος για πλεόνασμα  «ανενεργού»  κεφαλαίου, λόγω της ανεργίας, των μισθολογικών περικοπών και της μείωσης της καταναλωτικής ικανότητας των εργαζομένων. Η εκπαίδευση δέχεται τους ισχυρούς κραδασμούς αυτής της κρίσης. Ήδη, με τη στρατηγική της Λισσαβόνας,  η εκπαίδευση μπαίνει στο χορό της παραγωγικής επένδυσης και της ανταγωνιστικότητας, καθώς, πέρα από τον αναπαραγωγικό της ρόλο, της ανατίθεται η προετοιμασία  εργαζομένων με δεξιότητες και ικανότητες τις οποίες έχει ανάγκη η αγορά εργασίας.
Οι πολιτικές «Μνημονίων», που εκφράζουν κυρίαρχες νεοφιλελεύθερες πολιτικές επιλογές για την αντιμετώπιση αυτής της κρίσης, που εκδηλώθηκε, στην Ελλάδα, κυρίως, ως κρίση χρέους, συγκροτούν ένα project («πείραμα») πειθάρχησης  του κόσμου της εργασίας: διάλυση των εργασιακών σχέσεων, ευελιξία ωραρίου εργασίας και χωροταξική αποδέσμευση της εργασίας, συμβόλαια περιορισμένης διάρκειας ( αναπληρωτές εκπαιδευτικοί : «νομάδες»), κινητικότητα, αποσταθεροποίηση δεσμεύσεων και δικαιωμάτων, αμφισβήτηση των αρχών μονιμότητας, επαγγελματικής καριέρας και αφοσίωσης,   κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, απολύσεις, εξατομίκευση της εργασίας, νέες κοινωνικές σχέσεις ανάμεσα στους εργαζόμενους ή και ανάμεσα σε εργαζόμενους-ανέργους, κ.α.( Ναξάκης, Χ., Χλέτσος, Μ. 2005) Σε συνδυασμό με αυτά, έχουμε δραματική μείωση αποδοχών και συντάξεων, σύνδεση της αξιολόγησης με τη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη, κ.α. Τα μέτρα αυτά  συντελούν ώστε να αυξάνεται η απλήρωτη εργασία των εργαζομένων. Πολύ συχνά,  διατυπώνεται η άποψη ότι πολλά από αυτά τα μέτρα  δε χρειαζόταν να περιμένουμε  τα μνημόνια. Είναι σαφές ότι η κρίση χρέους στην Ελλάδα αξιοποιείται ως ευκαιρία επιτάχυνσης αυτών των εξελίξεων. Τα μνημόνια προβάλλονται και ως μια καλή αφορμή και  ως πρώτης τάξεως ευκαιρία για την  ανασυγκρότηση και το  «νοικοκύρεμα» που έχει  απελπιστικά καθυστερήσει. Πρόκειται για δραστικό επαναπροσδιορισμό στις σχέσεις εργασίας, δημοκρατίας και κοινωνικού κράτους. Η ρήξη της ιδιότυπης σχέσης «εκεχειρίας» και συμβιβασμού  καπιταλισμού και  δημοκρατίας  δείχνει, χρόνια τώρα, τις δραματικές της επιπτώσεις.
Το κοινωνικό κράτος, έτσι όπως το γνωρίζαμε, είχε καθιερωθεί δεκαετίες  τώρα, με τους αγώνες των εργαζομένων, και υποσχόταν σταθερή απασχόληση, χαμηλή ανεργία αλλά και υποστήριξη σε περιπτώσεις  κοινωνικών κινδύνων  και άλλων αναγκών (ανεργία, περίθαλψη, αναπηρία, σύνταξη, οικογένεια, στέγη, κ.α.). Σήμερα, Η υπόληψη του κοινωνικού κράτους και των εγγυήσεων που υποσχόταν στην υπόθεση των κοινωνικών δικαιωμάτων, στις χώρες της Ευρώπης, έχει υπονομευθεί. Ίσως, εδώ, να έχουμε μια άλλη ένδειξη για την τύχη που έχουν θεσμοί κοινωνικού χαρακτήρα, όταν αυτοί ενσωματώνονται  και εντάσσονται στο πλαίσιο των κυρίαρχων καπιταλιστικών επιλογών. Είναι ιστορικά βεβαιωμένο ότι αυτού του είδους οι θεσμοί αλλοιώνονται, καταστρατηγούνται και αποδυναμώνονται. Έτσι, ανοίγει ο χορός της δυσφήμισής και της  κριτικής που προετοιμάζει και την κατάργησή τους. Στην περίπτωση του κοινωνικού κράτους, αυτό  προβλήθηκε ως αναχρονιστικό, σπάταλο, αναποτελεσματικό και υπόλογο για την κρίση χρέους, και γι αυτό  επιβάλλεται η αποδόμησή και η συρρίκνωσή των  θεσμών που έχουν αναπτυχθεί (Καλημερίδης, Γ.,2012 ). Η παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα δεν συναρτώνται, πλέον, με την εργασιακή ασφάλεια και την κοινωνική προστασία αλλά, αντίθετα, εξαρτώνται από την ανασφάλεια, την εντατικοποίηση, την ευελιξία, την εκμετάλλευση της εργασίας  στο μέγιστο δυνατό βαθμό.  Έτσι, αντικειμενικά, ανοίγει το πεδίο για την ανάπτυξη και την επέκταση του τομέα των ιδιωτικών υπηρεσιών και την εμπορευματοποίηση, με την άρση των περιορισμών στο ελεύθερο παιγνίδι του ανταγωνισμού  της  λεγόμενης ελεύθερης αγοράς. Το κράτος δεν αναλαμβάνει καμιά ευθύνη στην υπόθεση των αβεβαιοτήτων  της αγοράς, όπου τα άτομα  αντιμετωπίζουν με εξατομικευμένες βιογραφικές επιλογές,  ως  ιδιωτική τους  υπόθεση, τα κοινωνικά εμπόδια και τους κοινωνικούς κινδύνους. Αυτή η αντιπαράθεση κοινωνικού κράτους  και αγοράς,   με την υποχώρηση και την ήττα του πρώτου, όπως αναμένεται, θα συντελέσει στην όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων και των συγκρούσεων.   
Στην εκπαίδευση καταγράφονται, ήδη, πολλές δραματικές αλλαγές:  μείωση των  δαπανών κατά 33%,  εκπαιδευτικοί και μαθητές σε συνθήκες εξαθλίωσης, πειθαρχικό «δίκαιο»  που καταργεί θεμελιώδη δικαιώματα των εκπαιδευτικών, μείωση του αριθμού των εργαζομένων εκπαιδευτικών, αύξηση του χρόνου εργασίας, συγχωνεύσεις ή καταργήσεις σχολείων, διοικητικός αυταρχισμός, απολύσεις, κατηγοριοποιήσεις εκπαιδευτικών, κ.α. Πέραν αυτών, καταργούνται οργανισμοί όπως ο Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων, ο Οργανισμός  Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων ή συγχωνεύσεις οργανισμών ή καθιέρωση νέων οργανισμών που διέπονται από τις αρχές ΝΠΙΔ 
Οι εξελίξεις αυτές φέρουν στο προσκήνιο με ιδιαίτερη οξύτητα τον ασφυκτικό  εναγκαλισμό των κοινωνικών ανισοτήτων με τις εκπαιδευτικές διαδικασίες. Οι εκπαιδευτικές  ανισότητες, η σχολική διαρροή και η σχολική υποεπίδοση παιδιών, που προέρχονται από μη προνομιούχα κοινωνικά στρώματα,  επιδεινώνονται δραματικά σε συνθήκες φτώχειας, ανεργίας και κοινωνικής εξαθλίωσης. Έτσι, στην εκπαίδευση εγγράφονται τρεις πολύ σοβαρές και αντιφατικές αλλαγές: σχολική διαρροή και εγκατάλειψη, ανεργία πτυχιούχων αλλά και υπερ-εκπαίδευση και διαβίου αναζήτηση περισσότερων και υψηλότερων εκπαιδευτικών προσόντων. Οι εξελίξεις αυτές  αντικειμενικά συνδέονται με τη συντελούμενη απαξίωση της εκπαίδευσης ( Φωτόπουλος, Ν. 2010). Αυτά, βέβαια, επηρεάζουν σε διαφορετικό βαθμό διαφορετικές κοινωνικές κατηγορίες, μαθητών, φοιτητών, εργαζομένων ή ανέργων.
Τι μπορούμε να κάνουμε
Όπως έχουμε υποστηρίξει και άλλες φορές, στις σχετικές αναλύσεις μας υιοθετούμε, όπως άλλωστε δηλώνεται ή υποδηλώνεται κάθε φορά, τη θεωρητική αφετηρία σύμφωνα με την οποία η εκπαίδευση, στο πλαίσιο της σχετικής αυτονομίας, συμβάλλει, κάτω από συγκεκριμένους κάθε φορά όρους και συνθήκες που είναι ιστορικά διαμορφωμένοι, στη διευρυμένη αναπαραγωγή των υφιστάμενων κοινωνικών σχέσεων σε μια  κοινωνία που προσδιορίζεται από άνιση κατανομή πλούτου, προνομίων και εξουσίας. Δεν υποστηρίζουμε, βέβαια, την άποψη ότι η εκπαίδευση λειτουργεί μηχανιστικά. Τόσο το εκπαιδευτικό σύστημα, όσο και οι εκπαιδευτικοί που εργάζονται σ' αυτό, σε κάθε δεδομένη ιστορική στιγμή, διαθέτουν περιθώριο σχετικής αυτονομίας. 
Σε επίπεδο αίθουσας διδασκαλίας: Υπερασπιζόμαστε τη σχετική μας αυτονομία
Όταν οι εκπαιδευτικοί π.χ. κλείνουν την πόρτα της αίθουσας διδασκαλίας για να κάνουν μάθημα, ακόμα και σε ένα συγκεντρωτικό σύστημα εκπαίδευσης (όπως το ελληνικό), υπογραμμίζουν ως ένα βαθμό , συμβολικά τουλάχιστον, τη σχετική τους αυτονομία κατά την άσκηση του έργου τους, καθώς είναι ενεργά υποκείμενα και οι επιλογές τους προκύπτουν από τις διευθετήσεις που κάνουν μπροστά στις αντιφάσεις, τις αντιθέσεις και τα διλήμματα που αντιμετωπίζουν καθημερινά. Παρά τις διαφορές τους ή μάλλον με το σύνολο των διαφορών τους, συγκροτούν μια κοινωνική κατηγορία εργαζομένων με ειδική συμβολή στη συνολική κοινωνική λειτουργία του σχολείου. Από αυτή την άποψη, εμπίπτει απολύτως στην αρμοδιότητα του εκπαιδευτικού να κρίνει πως θα υπερασπισθεί  ενεργά ή και θα διευρύνει τα περιθώρια σχετικής αυτονομίας που διαθέτει, για να προστατεύσει το διδακτικό και το εν γένει παιδαγωγικό του έργο από τη βίαιη εισβολή των εξωτερικών αξιολογητών και τις πολύ αρνητικές επιπτώσεις που αυτή θα έχει για το δημόσιο σχολείο. Την επιλογή του ο εκπαιδευτικός μπορεί να τη διαμορφώνει μέσα από συλλογικές ζυμώσεις και κινητοποιήσεις σε επίπεδο σχολικής μονάδας ή συνδικαλιστικών οργάνων. Οι εκπαιδευτικοί που θα δεχτούν αυτούς τους αξιολογητές  και εξωτερικούς εισβολείς στην αίθουσα διδασκαλίας είναι σαν να τους εκχωρούν  την εξουσία ώστε να αμαυρώνουν την ιστορία της τάξης, να αναστέλλουν την άσκηση της παιδαγωγικής και να υποβαθμίζουν τη διδασκαλία σε  κριτήρια και μόρια. Κι αυτό συνιστά μια εκδοχή «απιστίας» και «προδοσίας»…    
Σε επίπεδο σχολικής μονάδας: υπερασπιζόμαστε τις μικρές εστίες συλλογικότητας
O κεντρικός σχεδιασμός και η άσκηση της εκπαιδευτικής πολιτικής, με δεδομένες τις αντιφάσεις της, δημιουργεί πολλά περιθώρια σχετικής αυτονομίας στις σχολικές μονάδες, όταν αυτές αντικειμενικά καλούνται να την προσαρμόζουν προς τις εκπαιδευτικές, κοινωνικές, και γεωγραφικές τους ιδιαιτερότητες. Γενικότερα ζητήματα, όπως αναλογία διδασκόντων - διδασκομένων, πολυπολιτισμική σύνθεση των τμημάτων, κοινωνική σύνθεση, διάκριση φύλων, σχολική διαρροή, σχολική υπο-επίδοση, σχολική παραβατικότητα, κ. τ. ο., τα οποία προσδιορίζουν συνήθως με διαφορετικό τρόπο τις διάφορες σχολικές μονάδες, δεν αντιμετωπίζονται με ενιαίο τρόπο από τις διάφορες σχολικές μονάδες, με τη συγκεκριμένη σύνθεση του διδακτικού προσωπικού. Κάτω από τις προϋποθέσεις αυτές, η εκπαιδευτική μονάδα αντικειμενικά έχει προϋποθέσεις και για τη διαμόρφωση και άσκηση "εσωτερικής" εκπαιδευτικής πολιτικής. Αυτό ισχύει και στην περίπτωση των σκοπών, των διαδικασιών, των κριτηρίων, κ.α. της ολοκληρωτικής αξιολόγησης που σχεδιάζεται.
Βασική προϋπόθεση είναι η ανάπτυξη πνεύματος και θεσμικού πλαισίου δημοκρατικών συλλογικών αποφάσεων προγραμματισμού και απολογισμού που να ορίζεται «από τα κάτω» και «από τα μέσα. Το να εμπλέκεις τους εκπαιδευτικούς, να υποστηρίζεις, να εμπλουτίζεις και να ενθαρρύνεις αυτά που κάνουν δεν είναι ανθρωπιστική αρχή. Είναι μια πολιτική παιδαγωγική με ουσιαστικές επιπτώσεις στην ποιότητα της διδασκαλίας, της μάθησης, της εργασίας, της ανάπτυξης και της ζωής εκπαιδευτικών και μαθητών. Όταν ένα εκπαιδευτικό σύστημα σέβεται, εκτιμά, και υποστηρίζει την κρίση και την εμπειρία των εκπαιδευτικών στο πλαίσιο μιας θετικής πολιτικής και θετικής πρότασης, το σύστημα είναι ανοιχτό στην υπόθεση της διαρκούς μεταλλαγής δομών και περιεχομένου, με όρους δημοκρατίας και κοινωνικής δικαιοσύνης. Η σχετική αυτονομία της σχολικής μονάδας καταχτιέται με τη διαμόρφωση και την άσκηση εσωτερικής εκπαιδευτικής πολιτικής μονάδας που προκύπτει ως αποτέλεσμα των συγκρούσεων, των αντιφάσεων και των διλημμάτων στα οποία οι εκπαιδευτικοί καλούνται να δίνουν άμεσες λύσεις. Το κεντρικό ερώτημα που τίθεται σε αυτή την περίπτωση είναι αν συνειδητοποιούνται τα όρια της σχετικής αυτονομίας και αν αυτά αξιοποιούνται με μετασχηματιστικό προσανατολισμό. Η αναγνώριση και αξιοποίηση της σχετικής αυτονομίας εκπαιδευτικών και σχολικών μονάδων παραπέμπει και στον αντίστοιχο βαθμό ευθύνης που προκύπτει σε ένα συγκεντρωτικό πλαίσιο άσκησης της εκπαιδευτικής πολιτικής. 
Σε μια εποχή που επιχειρείται συνολική ανασυγκρότηση της εκπαιδευτικής πολιτικής και της εκπαίδευσης, φαίνεται πώς η σχολική μονάδα και η εργασία των εκπαιδευτικών μπορεί να αξιοποιηθεί ως προνομιακό πεδίο για τη συστηματική συλλογική παρέμβαση με σκοπό την υπεράσπιση του δημόσιου σχολείου. Κατά προτεραιότητα, βέβαια, αυτό το πεδίο προσφέρεται στους ίδιους τους εκπαιδευτικούς, ανεξάρτητα από τις επιλογές αυτών που ασκούν την εξουσία. Είναι σαφές ότι ο βαθμός και η έκταση, στην οποία αξιοποιούνται τα όρια της σχετικής αυτονομίας από την πλευρά των εκπαιδευτικών, εξαρτάται από τρόπους με τους οποίους οι ίδιοι παρεμβαίνουν στην καθημερινή εκπαιδευτική τους πράξη. Πρακτικές π.χ. παραίτησης, απόσυρσης, ιδιώτευσης και μετάθεσης των ευθυνών στο σύστημα ή ακόμα και στα συνδικάτα συντελούν στη συρρίκνωση της σχετικής τους αυτονομίας. 
Οι εκπαιδευτικοί και διαμορφώνονται από την εργασία που κάνουν και τη διαμορφώνουν, με τις παρεμβάσεις τους. Η εμπειρία, ωστόσο, δεν είναι μια απλή υπόθεση εξοικείωσης με μια  σειρά από αποτελεσματικές  και αποπλαισιωμένες από τα κοινωνικά συμφραζόμενα «καλές πρακτικές». Η εμπειρία αποκτάει μετασχηματιστικό χαρακτήρα, όταν αποτελεί αντικείμενο ανάλυσης και αναστοχασμού διαρκείας. Κι αυτό δεν είναι μια υπόθεση «προσωπικών απόψεων» όσο διαδικασία διαπραγμάτευσης και εμπεριστατωμένης θεωρητικής θεμελίωσης και εμβάθυνσης. Δεν μπορείς να υπερασπιστείς κάτι, αν δεν έχεις εμβαθύνει σε αυτό. Η πράξη και η εμπειρία είναι αποτέλεσμα πάλης  και διαρκούς διαπραγμάτευσης .
Οι εκπαιδευτικοί αποκτούν θεμελιωμένη εμπειρία από την πράξη τους, όταν αυτή πλαισιώνεται θεωρητικά. Για να  πλαισιώνουν θεωρητικά την εμπειρία τους ενεργοποιούν τις στοχαστικές/κριτικές διαδικασίες και γίνονται συνειδητά υποκείμενα των πρακτικών επιλογών τους. Έτσι, ουσιαστικά έχουν προϋποθέσεις ώστε να αποφεύγουν τις οριστικές και τελεσίδικες διευθετήσεις και να  μετασχηματίζουν τις συνθήκες και όρους εργασίας τους, μέσα από τη διαλεκτική σχέση θεωρίας-πράξης, γνώσης-εμπειρίας, βιογραφίας- κοινωνικής δομής, παράδοσης-αλλαγής. Το να μαθαίνει κανείς τη δουλειά του δασκάλου είναι μια διαρκής κοινωνική διαδικασία  διαπραγμάτευσης και πάλης, με ιστορικο-βιογραφικό χαρακτήρα, με διαδοχικά και αλλεπάλληλα «επεισόδια» στα οποία προκαλείται η αυτοβιογραφία, καθώς το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της εμπειρίας στην εργασία βρίσκονται σε διαλογική  σχέση  μετασχηματισμού. Η σχολική μονάδα και ο Σύλλογο Διδασκόντων είναι τα πεδία στα οποία οι εκπαιδευτικοί διαμορφώνουν μια διαβίου σχέση ζωής, συλλογικής διαπραγμάτευσης και πάλης στο σχολείο και για το σχολείο και την κοινωνία. Η επιχειρούμενη αξιολόγηση είναι σχεδιασμένη ώστε να εκμηδενίσει τις δυνατότητες που υπάρχουν για συλλογική εσωτερική εκπαιδευτική πολιτική σχολικών μονάδων και την υπεράσπιση των αρχών του δημόσιου σχολείου.

Μέτωπο Παιδείας

Οι εκπαιδευτικοί έχουν τριάντα χρόνων εμπειρία αντίστασης και πάλης σε ένα πεδίο ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας για τη δημόσια  εκπαίδευση και την ίδια τους την εργασία. Η αξιολόγηση εμπίπτει στην «κοινωνική αρένα» των ιδεολογικών συγκρούσεων, όπου διακυβεύονται κυρίαρχα συμφέροντα στην υπόθεση της αναπαραγωγικής λειτουργίας του σχολείου όσο και στους συσχετισμούς ισχύος και  εξουσίας. Η αξιολόγηση που επιχειρείται, εάν εφαρμοστεί,  είναι η «χαριστική βολή» σε ο τι έχει απομείνει από το δημόσιο σχολείο.
Όπως υποστήριξα σχετικά πρόσφατα, χρειαζόμαστε ένα νέο όραμα  με σαφή και ισχυρή κουλτούρα απόδρασης από το τυχαίο, το αυτονόητο, το δεδομένο και από τις παραδόσεις των επαγγελματικών συνταγών και των εκπαιδευτικών πρακτικών. Σε εποχές μνημονίου, χρειαζόμαστε κοινωνικές ζυμώσεις στις οποίες μειώνεται ο χώρος της απλής απόρριψης ή της ανάθεσης και εξουσιοδότησης άλλων να υπερασπίζονται το δημόσιο σχολείο. Ζητείται χειραφετητική «πράξις» που απελευθερώνει από τον εξαναγκασμό και την αυταπάτη του πρακτικού, της συνήθειας και του αποτελεσματικού, από το δογματισμό, την εξάρτηση, την ψευδαίσθηση, τη διαστρέβλωση, την ψευδή συνείδηση και το δέος που παραλύει και παροπλίζει. Σε μια τέτοια υπόθεση η αξιολόγηση της ιεραρχικής  επιτήρησης και των μετρήσιμων κριτηρίων, έστω και ως άσκηση επί χάρτου, δεν έχει καμιά θέση. Αναζητούμε μορφές συναδελφικής συλλογικής αλληλεγγύης και συμβουλευτικής υποστήριξης, από τα μέσα και από τα κάτω, που να εμπνέει τον εκπαιδευτικό, με υπεύθυνο και ενημερωμένο τρόπο, να αναλαμβάνει τον έλεγχο της εργασίας του, τη μετακίνηση από τον επαγγελματισμό στη ριζοασπαστική επαγγελματική πρακτική που μεταμορφώνει τη σχέση του με την εργασία που προσφέρει στο σχολείο και έξω από αυτό.
Εμπίπτει στην αρμοδιότητα των εκπαιδευτικών να «παίρνουν τη σκέψη και την κρίση στα χέρια τους», να αναπτύσσουν πρωτοβουλίες, να  ελέγχουν τις επαγγελματικές τους  πρακτικές και να επανεξετάζουν τους τρόπους με τους οποίους μεσολαβούν στην αναπαραγωγική λειτουργία του σχολείου. Η κοινωνική τους προέλευση  το υποδηλώνει. Το συνδικαλιστικό κίνημα των εκπαιδευτικών μας διδάσκει ότι οι εκπαιδευτικοί έχουν σημαντική και πραγματική εξουσία, παρά την ασύμμετρη διαπραγματευτική τους σχέση με τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς. Στην περίπτωση της αξιολόγησης δεν μπορεί να είναι απλοί κι αμήχανοι αποδέκτες  σχεδίων και προτάσεων στις οποίες  εκφράζουν την αντίδραση τους. Πολύ περισσότερο, δεν είναι η κατάλληλη  συγκυρία για υποβολή  σχετικών αντι-προτάσεων για την αξιολόγηση. Ο κλάδος των εκπαιδευτικών έκανε στο παρελθόν πολλές προτάσεις και αιτήματα για την εισαγωγική επιμόρφωση, το βιβλίο του δασκάλου ή για τα περιθώρια πρωτοβουλίας στο σχολείο, κ. α. Έχουμε καταλάβει καλά το «μάθημα»: η εξουσία τα ενσωμάτωνε συστηματικά στη συνολική της εκπαιδευτική πολιτική για άσκηση πιο αποτελεσματικού κρατικού ελέγχου στο έργο τους. Αλλοίωνε, ουσιαστικά, τα αιτήματά τους!
Μήπως προσφέρεται η συγκυρία για τη συγκρότηση ενός « Ενιαίου Επιμελητηρίου Εκπαιδευτικών» όλων των βαθμίδων, δημόσιων και ιδιωτικών σχολείων, που να αναλάβει τις σχετικές διεργασίες για τη σύμπτυξη σταθερών συνεργασιών ανάμεσα στις ομοσπονδίες των εκπαιδευτικών και την υπεράσπιση των αρχών άσκησης του εκπαιδευτικού και παιδαγωγικού έργου, σε καθεστώς δημοκρατικού  σχολείου; Οι εκπαιδευτικοί είναι εκείνοι που έχουν τη δύναμη και την εξουσία να αναλαμβάνουν την πρωτοβουλία της δράσης και να προστατεύουν την εκπαίδευση από το δίδυμο αξιολόγησης-αγοράς που απειλεί και να υπερασπίζονται ένα σχολείο ουσιαστικής παιδείας για όλους. Ο τριακονταετής ανταρτοπόλεμος στον οποίο έχουν εμπλακεί, μέχρι σήμερα, με τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς, είναι μια παρακαταθήκη για το «νέο μέτωπο» που καλούνται να συγκροτήσουν, για νέες συλλογικότητες και νέες αντιστάσεις, μέσα στη δίνη του μνημονίου, της ανεργίας, των απολύσεων, των περικοπών και της φτώχειας. Τριάντα χρόνια χωρίς επιθεωρητές και γραφειοκράτες ελεγκτές και αξιολογητές είναι, έτσι κι αλλιώς, μια μεγάλη νίκη του σχολείου. Είναι αυτή που μας δείχνει το δρόμο…Αυτό το δρόμο θα τον βρούμε ευκολότερα, αν μελετήσουμε όλοι τα κείμενα της «τριλογίας! Ποιος είπε πως η μελέτη και η αποκωδικοποίησή τους είναι υπόθεση άλλων;

Βιβλιογραφία
Αλεξίου, Θ. (2011), «Εργασία και Εκπαίδευση στη συγκυρία της κρίσης», Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης, τ. 99, 24-28
Κάτσικας,  Χ., Καββαδίας,  Γ.  (επιμέλεια) (2002), Η αξιολόγηση στην εκπαίδευση: Ποιος, ποιον και γιατί, Εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα2003

Καλημερίδης,  Γ. (2012), «Κράτος, αγορά και εκπαίδευση. Η νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική αναδιάρθρωση του σχολείου», 

Θέσεις, Τεύχος 119.
Ναξάκης, Χ. , Χλέτσος, Μ., (2005) (Επιμ.) Το Μέλλον της Εργασίας, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα.
Φωτόπουλος, Ν., (2010), «Εκπαιδευτικό Σύστημα: Κρίση και διαβίου  αβεβαιότητα»http://tvxs.gr/node/35025

Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2014

Από το ΕΑΤ/ΕΣΑ, στο Φαρμακονήσι: Ο γιος του γείτονά σου είναι ακόμα εδώ.

Από ΒΑΘΥ , Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2014 | 9:11 μ.μ.

«Πάνω από 1.5 εκατομμύριο Έλληνες είναι άνεργοι. Αυτό δεν μπορεί να το λύσει το κράτος. Δεν έχουμε κομμουνιστικό καθεστώς, για να είμαστε αναγκασμένοι να δώσουμε δουλεία και ένα πιάτο φαΐ στον κόσμο».

Μιχάλης Ταμήλος, -  Βουλευτής ΝΔ.
_________________

Είναι ξεκάθαρο τι έχει γίνει στο Φαρμακονήσι: Όταν απ’ τη μια μιλάει ένα ασήμαντο και καλοταϊσμένο ρεμάλι-γόνος πολιτικής οικογένειας, υπόδικο για κακουργηματική απιστία, το οποίο κάνει φιγούρα στα σκυλάδικα, σκορπώντας πολλά χιλιάρικα σε λουλούδια κι απ’ την άλλη μιλούν άνθρωποι, που είδαν τα παιδιά τους να πνίγονται μεσ’ τη θάλασσα, τότε ξέρουμε ποιον να πιστέψουμε.

Στο έγκλημα του Φαρμακονησίου, φάνηκε ξεκάθαρα η διαρκής και διαχρονική ύπαρξη/διατήρηση ενός φασιστικού παρακρατικού μηχανισμού, ο οποίος κάνει έντονη την παρουσία του σε ιδιαίτερα ρευστές περιόδους, όπως η σημερινή.
Μηχανισμός με κάθετη μορφή, από πάνω, έως κάτω. Δεν έχουμε δηλαδή να κάνουμε μόνο με κάποια ένστολα καθάρματα, τα οποία έβγαλαν τα συμπλέγματά τους με το χείριστο τρόπο. Γι’ αυτό ο φερόμενος ως υπουργός ναυτιλίας–πριν καλά καλά ανασυρθούν τα πτώματα των πνιγμένων- έσπευσε να καλύψει τα κτήνη, που έπνιξαν γυναικόπαιδα, γι’ αυτό και στο Λιμενικό έσπευσαν να συντάξουν πλαστές καταθέσεις, στις οποίες οι διασωθέντες μετανάστες εξήραν (!) τον ευγενή ρόλο του πληρώματος του λιμενικού σκάφους!

Όλα αυτά είναι η ζωντανή απόδειξη, ότι η Ελλάδα είναι η ίσως η μόνη χώρα στη γη (όταν ακόμα και σήμερα στη Χιλή κάθονται στο σκαμνί δικαστές, που υπηρέτησαν τον Πινοσέτ), η οποία δεν έθιξε στο ελάχιστο, ούτε το δοσιλογικό σύστημα της ναζιστικής κατοχής, ούτε τους χουντικούς θύλακες στον κρατικό μηχανισμό.

Με άλλα λόγια στη χώρα μας υφίσταται διαρκής και διαχρονική παρουσία φασιστικού-παρακρατικού μηχανισμού, ο οποίος συχνά στελεχώνεται με πρόσωπα από γενιά σε γενιά (Χριστοφοράκος, Παπακων/νου, Πλεύρης κλπ) με μοναδικό σκοπό τη βίαιη αποτροπή του λαού, κάθε φορά που έκανε βήματα προς την πρόοδο και την προκοπή. Η «δικαιοσύνη» -καθότι μέρος του- τον άφησε άθικτο καθ’ όλη τη μεταπολεμική περίοδο και τη μεταπολίτευση (απαλλαγές ΕΣΑτζήδων,ατιμωρησία των δολοφόνων Κουμή-Κανελλοπούλου, αθώωση Μελίστα, ζαρντινιέρες κλπ).

Την περίοδο της μεταπολίτευσης, άλλωστε, ανδρώθηκε κι ο ρουφιανίσκος της ΚΥΠ Μιχαλολιάκος, για να προετοιμαστεί να παίξει το ρόλο, που παίζει σήμερα. Είναι ο ίδιος μηχανισμός, που παρέμεινε αναλλοίωτος και θωρακισμένος με κάθε είδους απόβρασμα, προκειμένου σε κρίσιμες στιγμές ν’ αποτελέσει την ασπίδα προστασίας, όχι μόνο της διαχρονικά ξενόδουλης και παρασιτικής ελληνικής άρχουσας τάξης, αλλά κυρίως της αποικιοκρατίας, που εδώ και 1 ½ αιώνα ξεζουμίζει αυτόν τον τόπο.

Αυτός ο μηχανισμός έδρασε τη δεκαετία του ’70, κάθε φορά που το λαϊκό κίνημα έκανε απόπειρες να αυτονομηθεί από τα επίσημα (ΠΑΣΟΚόθεν κι αριστερόθεν) κομματικά μαντριά (βλ. αυτό το βίντεο στο 11:43). Από δίπλα πάντα και ο φασιστικός υπόκοσμος, διαχρονικός κι ετοιμοπόλεμος από τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης (βίντεο στο 15:53), έως και σήμερα με τη Χ.Α. Ο Αβέρωφ δεν είχε δηλώσει ότι ο Μάλλιος δεν ήταν βασανιστής, αλλά ένας άτυχος που έτυχε να ασκεί υπηρεσία επί χούντας;

Ο ίδιος απείραχτος μηχανισμός ήταν, που κλήθηκε να βγάλει τα κάστανα απ’ τη φωτιά, την εποχή που τμήματα της νεολαίας άρχιζαν (με τον τρόπο, που αυτά το αντιλαμβάνονταν) ν’ αντιλαμβάνονται και ν’ αμφισβητούν δυναμικά τη φενάκη της «αλλαγής»

Έτσι φτάσαμε, από την πισώπλατη  δολοφονία του Μυρογιάννη από τον Ντερτιλή στη δολοφονία των Κουμή Κανελλοπούλου κι από κει στις δολοφονίες Καλτεζά-Γρηγορόπουλου. Έτσι φτάσαμε από το ΕΑΤ/ΕΣΑ, στις κακοποιήσεις διαδηλωτών το καλοκαίρι του 2011 στο Σύνταγμα, στα βασανιστήρια αντιφασιστών διαδηλωτών στη ΓΑΔΑ το Σεπτέμβρη του 2012 κι από κει στο Φαρμακονήσι. Αντιλήψεις, όπως αυτές του Παττακού για το Μουστακλή, έχουν επιβληθεί και διατηρηθεί από τα μέσα του 19ο αιώνα έως σήμερα στον κρατικό μηχανισμό, στοχευμένα και με πολιτική απόφαση, ώστε ν’αντιμετωπιστεί ο «εχθρός λαός», όποτε αυτό κριθεί αναγκαίο (Λαμπράκης, Πέτρουλας, Μarfin, Φύσσας κλπ) και να δημιουργηθεί η ψυχολογία του - υπό το βούρδουλα- τρόμου.

Το δραματοποιημένο ντοκυμαντέρ για τους βασανιστές του ΕΑΤ/ΕΣΑ, γερμανικής παραγωγής 1976 με τίτλο «Ο γιος του γείτονά σου», προσπαθεί να ρίξει φως στο μηχανισμό κατασκευής βασανιστών. Θα διαπιστώσετε ότι διάσημοι βασανιστές του ΕΑΤ/ΕΣΑ, δύο χρόνια μετά την πτώση της χούντας, όχι μόνο κυκλοφορούσαν ελεύθεροι, αλλά  εν πλήρη οικογενειακή ευτυχία προέβαιναν....στην αυτοκριτική τους!

Και μην ξεχνάμε: Να κρατήσουμε ψηλά, το πνεύμα του Μετώπου!

askordoulakos

http://tsak-giorgis.blogspot.gr/2014/01/blog-post_1240.html


Μοιράσου το :

Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2014

ΠΡΟΣΚΛΗΤΗΡΙΟ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΚΙΝΗΣΗΣ


Φίλοι Συμπολίτες,

Όλοι μας βιώνουμε τη σοβαρή και παρατεταμένη κρίση, στην οποία έχει περιέλθει
η χώρα μας- κρίση οικονομική, κρίση κοινωνική, κρίση ηθών και αξιών, που αγγίζει
σχεδόν το σύνολο της καθημερινότητάς μας.
Σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες δε θα μπορούσε να μείνει αλώβητος ο θεσμός της
Τοπικής Αυτοδιοίκησης, που πρωταρχικός του στόχος είναι να στέκεται δίπλα στον
πολίτη, να ικανοποιεί κοινωνικές ανάγκες και να δίνει λύσεις και διεξόδους στα
προβλήματα της καθημερινότητάς του.
Δυστυχώς, όμως, σήμερα η Τοπική Αυτοδιοίκηση έχει μετατραπεί σε διεκπεραιωτή
κεντρικών πολιτικών αποφάσεων, με ελάχιστη δυνατότητα δημιουργίας έργων
υποδομής, με συρρικνωμένο τον κοινωνικό χαρακτήρα του Δήμου και
υποβαθμισμένη τη δυνατότητα εξυπηρέτησης των πολιτών. Στην πραγματικότητα, ο
Δήμος καλείται με μειωμένους πόρους κατά 60% (λόγω Μνημονίου και
«Καλλικράτη»), να αντιμετωπίσει τις αυξημένες αρμοδιότητες που του έχουν
παραχωρηθεί με το σχέδιο «Καλλικράτης». Με αυτές τις ρυθμίσεις, υπηρεσίες της
κεντρικής Διοίκησης πέρασαν στους δήμους, για να περάσουν τελικά σε ιδιώτες...
Φίλοι Συμπολίτες,
Είμαστε κάτοικοι της Αίγινας και αγαπάμε αυτό το τόπο, είτε γεννηθήκαμε εδώ, είτε
τον επιλέξαμε για να κατοικήσουμε σ’ αυτόν, εμείς και οι οικογένειες μας. Εδώ έχουμε
στήσει το σπιτικό μας, εδώ δραστηριοποιούμαστε, εδώ δημιουργούμε, εδώ, στην
Αίγινα, υπάρχουμε.
Αγωνιούμε για το μέλλον της Πατρίδας και των παιδιών μας .
Βιώνουμε την υποβάθμιση της ζωής μας, που πέρα από την οικονομική συγκυρία,
καμία από τις προηγούμενες Δημοτικές Αρχές δεν ήταν επαρκής και ικανή να
αντιμετωπίσει, σε μια σειρά από ζητήματα. Προφανώς, γιατί, κατά κανόνα, ήταν
εκφραστές των πολιτικών δυνάμεων που κυβέρνησαν τη χώρα και την οδήγησαν στη
κατάρρευση- γιατί αποτελούσαν ένα σύστημα στο οποίο κυριάρχησε η διαπλοκή, η
αδιαφάνεια, το ρουσφέτι και η διαφθορά.
Τα προβλήματα χρονίζουν και εντείνονται, ενώ οι λύσεις τους παραμένουν
ζητούμενο.
• Γιατί το πρόβλημα της ύδρευσης του νησιού εξαντλείται στο έργο του αγωγού
και γιατί το έργο αυτό έχει γίνει «το γιοφύρι της Άρτας»;
• Για πόσο ακόμα το νησί μας θα μετατρέπεται σταδιακά σε χωματερή; Δεν
επαρκούν τα ανταποδοτικά τέλη; Γιατί δεν έχουν ξεκινήσει εφαρμογές
κομποστοποίησης; Γιατί υστερεί το πρόγραμμα ανακύκλωσης; Ποιά η μέριμνα για
τα ογκώδη αντικείμενα και τα αδρανή υλικά;
• Θα δρομολογηθούν, και με ποιόν τρόπο, συστήματα βιολογικού καθαρισμού;
Αρκούν μόνο οι εξαγγελίες τέτοιων έργων;
• Θα υπάρξει, επιτέλους, η παρέμβαση και το ενδιαφέρον του Δήμου για τα
προβλήματα των χωριών και των δημοτικών διαμερισμάτων για ισόρροπη
ανάπτυξη, σε σχέση με την πόλη;
• Θα ανακτήσει η παραλία της πόλης την παραδοσιακή της μορφή;
• Θα συντονιστούν οι Φορείς Υγείας του νησιού για την καλυτέρευση των
παροχών υγείας;
• Θα συμβάλει ο Δήμος στην αντιμετώπιση των σοβαρών τοπικών
προβλημάτων της Παιδείας, όπως το κτηριακό;
• Θα εφαρμοστεί κάποτε στην Αίγινα χωροταξικό – πολεοδομικό σχέδιο,
σύμφωνα με τις συνολικές λειτουργικές ανάγκες του νησιού;
• Θα αποκτήσει το νησί αξιόπιστο και ασφαλές οδικό δίκτυο και την ανάλογη
συγκοινωνιακή υποδομή;
• Θα υπάρξει, επιτέλους, ολοκληρωμένο σχέδιο ανασυγκρότησης της
πρωτογενούς παραγωγής και αναβάθμισης των τουριστικών υπηρεσιών σε νέα
βάση;
• Θα αναδειχθεί η πολιτιστική κληρονομιά του τόπου σύμφωνα με την αξία της;
• Θα αντιμετωπιστεί το δυσβάσταχτο κόστος του ναύλου και η συχνότερη
συγκοινωνία;
• Θα δώσει ο Δήμος τη δυνατότητα στους πολίτες να συμμετέχουν σε λύσεις
μέσα από συλλογικά σχήματα, όπως οι συνεταιριστικές εταιρίες λαϊκής βάσης;
• Θα υπερασπιστεί ο Δήμος το δημόσιο χαρακτήρα των υπηρεσιών του;
Φίλοι Συμπολίτες,
Πιστεύουμε ότι όλοι γνωρίζετε τα προβλήματα καθώς και τις αιτίες δημιουργίας,
αναπαραγωγής και όξυνσής τους. Δεν έχουμε τη μαγική συνταγή που θα λύσει
αμέσως όλα τα χρονίζοντα προβλήματα-εξάλλου οι λύσεις αυτές δεν μπορεί να
προκύψουν χωρίς τη συμμετοχή των πολιτών. Στη δική μας Κίνηση έχουμε
αδιαπραγμάτευτες αξίες και αρχές, που μέσα στη γενικευμένη οικονομική και
αξιακή κρίση, είναι οι μόνες που μπορούν να εγγυηθούν ένα καλύτερο αύριο για τους
πολλούς:
• Αλληλεγγύη για όλους τους πολίτες που πλήττονται από τα μέτρα της
μνημονιακής πολιτικής. Υπεράσπιση όλων αυτών που δεν αντέχουν τα
«χαράτσια», που τους κόβουν το ρεύμα, χάνουν ή κινδυνεύουν να χάσουν τη
δουλειά τους και τα σπίτια τους, αντιμετωπίζουν προβλήματα περίθαλψης ,
στέγασης, σίτισης. Δημιουργία δικτύων κοινωνικής αλληλεγγύης, ενίσχυση των
Κοινωνικών Υπηρεσιών και της αυτοοργάνωσης των δημοτών.
• Δημοκρατία και συμμετοχή των πολιτών στην άσκηση και τον έλεγχο της
εξουσίας ώστε οι δημότες να έχουν λόγο στις οικονομικές προτεραιότητες του
Δήμου. Στήριξη στις κοινωνικές συλλογικότητες, στους φορείς, στις καλλιτεχνικές
πρωτοβουλίες, στις δομές αλληλεγγύης.
• Αντίσταση ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις των υπηρεσιών του Δήμου και την
εκχώρηση του φυσικού μας πλούτου σε όφελος μικρών, ή μεγάλων «επενδυτών».
• Διεκδίκηση αλλαγής του θεσμικού πλαισίου λειτουργίας των Δήμων,
διεκδίκηση αυξημένης χρηματοδότησης από την κεντρική εξουσία και καθιέρωση
της απλής αναλογικής.
• Αποκατάσταση της λειτουργίας των δημοτικών υπηρεσιών και ενίσχυσή τους
με σκοπό την ικανοποίηση των αναγκών των δημοτών.
• Προστασία της δημοτικής περιουσίας και αξιοποίησή της, προστασία του
περιβάλλοντος και της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Φίλοι Συμπολίτες,
Σας καλούμε στη βάση των παραπάνω αρχών να συνδιαμορφώσουμε και να
συγκροτήσουμε μια νέα ανατρεπτική δημοτική κίνηση.
Μια κίνηση που θα αξιολογήσει όλα τα προβλήματα του νησιού, με βάση τις
ανάγκες των πολιτών και θα προχωρήσει σε ριζικές και ουσιαστικές λύσεις, που θα
αλλάξουν πραγματικά τη ζωή των δημοτών.
Μια κίνηση που θα στηρίζει κάθε κίνημα πολιτών, κάθε συλλογικότητα και φορέα,
που παλεύει για τη βελτίωση της ζωής των δημοτών.
Μια κίνηση αποκατάστασης της τοπικής αυτοδιοίκησης ως κύτταρου δημοκρατίας,
παραγωγικής ανασυγκρότησης και αντίστασης στην υποτέλεια της χώρας.
Εμείς είμαστε εδώ μόνο για να κάνουμε την αρχή.
Εκπροσωπούμε μια ευρύτερη ομάδα πρωτοβουλίας πολιτών δημοτών της Αίγινας,
για τη δημιουργία μιας νέας Δημοτικής Παράταξης.
Το προσκλητήριο αυτό απευθύνεται σε όλους τους πολίτες της Αίγινας, ανεξάρτητα
από πολιτική και ιδεολογική τοποθέτηση. Σε όλους τους κατοίκους του νησιού μας
οιασδήποτε κοινωνικής και επαγγελματικής προέλευσης. Σε όλους τους έντιμους,
δημοκρατικούς και με διάθεση προσφοράς συντοπίτες μας, που αισθάνονται
έλλειμμα δημοτικής εκπροσώπησης.
Για να δημιουργήσουμε όλοι μαζί ένα νέο δημοτικό σχήμα με κινηματική και
συμμετοχική αντίληψη και πρακτική, με διαφάνεια, ισοτιμία, εσωτερική δημοκρατία,
όπου κυρίαρχο αποφασιστικό όργανο θα είναι η συνέλευση των μελών της.
Δεν επιθυμούμε μια ευκαιριακή συγκόλληση παραγόντων που «κουβαλούν» προίκα
ψήφων, προσώπων ιδιοτελών και εκπροσώπων συμφερόντων κάθε είδους. Τέτοιες
νοοτροπίες και κάθε άλλου είδους εγωιστικές ή αλαζονικές συμπεριφορές, καθώς και
καριερίστες ή θεσιθήρες, δεν έχουν θέση στο σχήμα που επιδιώκουμε. Είναι εκτός
της λογικής, των αρχών και των επιδιώξεών μας. Δημοτικά σχήματα τέτοιου είδους
δοκιμάστηκαν πολλές φορές και απέτυχαν να δώσουν λύσεις στα προβλήματα του
τόπου μας. Ανήκουν στο χθες και δεν επιθυμούμε την επανάληψή τους.
Όλοι μαζί θα επιλέξουμε εκείνους που θα μας εκπροσωπήσουν με συνέπεια, ήθος,
ανιδιοτέλεια, δημιουργικότητα μακριά από ταξίματα, υποσχέσεις,
μικροεξυπηρετήσεις, ανταλλάγματα, συναλλαγές και εξαγορές συνειδήσεων..
Στην πλειοψηφία των συνδημοτών μας που συμμερίζονται τις αρχές αυτές, σε
όσους παραμένουν σκεπτικοί και σε όσους αρνούνται κάποιοι να τους
θεωρούν δεδομένους και «δεμένους», απευθύνεται το προσκλητήριο αυτό.
ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΠΟΛΙΤΩΝ:
Αδάμ Κώστας: Δημοσιογράφος «Αιγινήτικα Νέα»
Βασιλάκης Βασίλης: ηθοποιός-σκηνοθέτης,
Γαβρόγλου Κων/νος: καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών
Γεωργιάδου Ζωή: καθηγήτρια Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος Αθήνας
Γεωργοπούλου Αρχοντούλα: δασκάλα
Γιωτάκη Φωτεινή: συνταξιούχος ΙΚΑ
Γούλας Κων/νος: γιατρός-μικροβιολόγος
Γουργαρέα Ντίνα: δικηγόρος
Γύρας Μιχάλης: γιατρός-γενικός χειρουργός
Ευγενειάδης Απόστολος: οικοδόμος,
Ζορμπαλάς Κώστας: οικονομολόγος,
Ζώης Νίκος: συνταξιούχος-πλοίαρχος Ε.Ν.
5
Θεολογίδου Προνόη: συνταξιούχος καθηγήτρια
Καλαμό Νίκος: ηθοποιός,
Καρνάκης Αλέκος: συνταξιούχος-βιοτέχνης
Κουνάδη Ειρήνη: φωτογράφος,
Λαμπέτης Βάγιας: υδραυλικός
Λινός Βαγγέλης: συνταξιούχος-λογιστής,
Λογοθέτης Μανόλης: γιατρός-νεφρολόγος,
Μαλτέζος Γρηγόρης: ενεργειολόγος-μηχανικός
Μάνος Κώστας: συνταξιούχος-πλοίαρχος Ε.Ν.
Μπήτρου Κική: oικονομολόγος- συνταξιούχος πρώην ΑΤΕbank
Μπόγρης Γιώργος: γιατρός, ορθοπεδικός- χειρουργός
Νικολόπουλος Δημήτρης: καθηγητής-φιλόλογος
Νικολάου Νίκος: συνταξιούχος- υπάλληλος ΔΟΥ
Νούρος Στράτος: δημοσιογράφος
Ντελής Αντώνης: δάσκαλος
Πάσχα Στέλλα: έμπορος
Πατσακιός Παναγιώτης: συνταξιούχος Ελληνικά Πετρέλαια
Πετράκη Μίνα: έμπορος
Πικιώνη Αθηνά: ζωγράφος
Ποταμιάνος Δημήτρης: καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου
Ρέππας Χρήστος: δάσκαλος
Ρόδη Άννα: δασκάλα
Σανταντόνιο Γιάννης: ζωγράφος
Σπυριδάκη Θεοδώρα: καθηγήτρια αγγλικών
Τσίτρας Βασίλης: καταστηματάρχης
Σώρρης Αριστείδης: τυπογράφος
Χαρίτου Όλγα: σύμβουλος πληροφορικής
Χαρτοματσίδης Αβραάμ: γιατρός-ακτινολόγος
Χατζημιχελάκης Στέλιος: χημικός -μηχανικός
Χριστακοπούλου Κυριακή: ζωγράφος

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014

Να μην περάσει ο κυβερνητικός αυταρχισμός. Κάλεσμα οργανώσεων στην σημερινή διαδήλωση στα Προπύλαια

Να μην περάσει ο κυβερνητικός αυταρχισμός. Κάλεσμα οργανώσεων στην σημερινή διαδήλωση στα Προπύλαια

Από ΒΑΘΥ , Τετάρτη, 8 Ιανουαρίου 2014 | 12:03 π.μ.

Όπως γράφαμε και σε προηγούμενη ανάρτηση μας η κυβέρνηση μέσω της  Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής σε μια επίδειξη άκρατου αυταρχισμού και στην "λογική" του Ζαγοριανάκου ¨αποφασίζομεν και διατάσσομεν"  απαγόρευσε τις σημερινές διαδηλώσεις και τις πορείες που είχαν προγραμματιστεί με αφορμή την φιέστα που στήνουν για την ανάληψη της προεδρίας της Ε.Ε.

Αυτός όμως ο κυβερνητικός τραμπουκισμός πρέπει να πάρει απάντηση. Και θα την πάρει:

 Κάλεσμα οργανώσεων στην σημερινή διαδήλωση στα Προπύλαια

Οι οργανώσεις που υπογράφουν καταγγέλλουν με τον πιο αποφασιστικό τρόπο την απόφαση της άθλιας συγκυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ να απαγορεύσουν την αυριανή πορεία ενάντια σε κυβέρνηση-ΕΕ. Ότι και να κάνουν, όσο και αν επιστρατεύσουν τον αυταρχισμό και την τρομοκρατία  δεν πρόκειται να κάμψουν τους αγώνες των εργαζόμενων ενάντια στην βάρβαρη πολιτική τους.

Καλούμε τον λαό και την νεολαία να σπάσει στην πράξη την τρομοκρατική απαγόρευση και να πάρει μέρος στην συγκέντρωση  της 8ης Ιανουαρίου, στις 6.00μμ στα Προπύλαια!

ΑΝΤΑΡΣΥΑ

ΕΕΚ

K.O. AΝΑΣΥΝΤΑΞΗ

ΟΚΔΕ

ΣΧΕΔΙΟ Β΄  

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014

Π. Παπακωνσταντίνου: Συνθήκη - Λαιμητόμος για την Εθνική Κυριαρχία (ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΤΕΙ)

0 comments
Του ΠΕΤΡΟΥ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

ΚΟΜΕΝΗ ΚΑΙ ΡΑΜΕΝΗ ΣΤΑ ΜΕΤΡΑ ΤΩΝ ΠΟΛΥΕΘΝΙΚΩΝ Η ΕΠΩΑΖΟΜΕΝΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΓΙΓΑΝΤΙΑΙΑ ΚΟΙΝΗ ΑΓΟΡΑ ΗΝΩΜΕΝΩΝ ΠΟΛΙΤΕΙΩΝ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΈΝΩΣΗΣ

«Ο πανικός εξαπλώνεται στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, λες και κάποιο κουνάβι εισέβαλε στο κλουβί με τα κουνέλια. Το σχέδιο για τη δημιουργία μιας μεγάλης κοινής αγοράς, που θα ενσωματώνει τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ένωση, ένα σχέδιο που εξελισσόταν θαυμάσια, χωρίς κανείς να πάρει είδηση, ήρθε ξαφνικά στο φως της ημέρας. Σε ολόκληρη την Ευρώπη, οι λαοί διερωτώνται γιατί να συμβαίνει κάτι τέτοιο. Γιατί κανείς δεν ζητάει τη γνώμη τους; Ποιους να εξυπηρετεί, άραγε, αυτή η ιστορία»;

Με αυτά τα λόγια ξεκινούσε πρόσφατη ανάλυση του Τορτζ Μονμπάιοτ στη βρετανική εφημερίδα Guardian. Πέτρα του σκανδάλου, η Διατλαντική Εμπορική Επενδυτική Σχέση (TTIP), την οποία διαπραγματεύονται, υπό συνθήκες άκρας μυστικότητας, από τον περασμένο Ιούλιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η κυβέρνηση Ομπάμα. Η μυστικότητα αφορά, ωστόσο, μόνο τους λαούς και τα κοινοβούλια των ενδιαφερομένων χωρών και όχι τις μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες, στα μέτρα των οποίων είναι κομμένη και ραμμένη η «ιστορική» συμφωνία. Όπως έγινε γνωστό από ρεπορτάζ έγκυρων εφημερίδων ένθεν κακείθεν του Ατλαντικού, στις διαπραγματευτικές ομάδες της Αμερικής συμμετέχουν κάπου 600 εκπρόσωποι εταιρειών. Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο Εταιρειών, η Κομισιόν διοργάνωσε για την επωαζόμενη συμφωνία οκτώ συσκέψεις με οργανώσεις πολιτών και... 119 συσκέψεις με στελέχη και «λομπίστες» μεγάλων επιχειρήσεων- στη δεύτερη περίπτωση, πίσω από κλειστές πόρτες.

Δεν είναι δύσκολο να ερμηνεύσει κανείς τη μυστικοπάθεια των αμερικανικών και ευρωπαϊκών ελίτ. Όποιος έχει καεί με το χυλό, φυσάει και το γιαούρτι. Μεταξύ 1995 και 1997, οι μεγάλες δυνάμεις εργάζονταν πυρετωδώς, και πάλι σε πλήρη μυστικότητα, για τη διαμόρφωση μιας παρόμοιας συμφωνίας, εκείνη τη φορά υπό την αιγίδα του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ). Ωστόσο, η λεγόμενη «Πολυμερής Συμφωνία Επενδύσεων» (ΜΙΑ) απεβίωσε προτού δει το φως της ημέρας. «Η ΜΙΑ είναι σαν τον Δράκουλα: πεθαίνει όταν εκτίθεται στον ήλιο», είχε δηλώσει σαρκαστικά η προοδευτική κοινωνιολόγος Σούζαν Τζορτζ.

Ευτυχώς για όλους μας- ή έστω για σχεδόν όλους. Το σχέδιο της εν λόγω συνθήκης- ένα«Μανιφέστο του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού», όπως το είχε χαρακτηρίσει η γαλλική επιθεώρηση Le Monde Diplomatique- προέβλεπε μια τόσο ισοπεδωτική επιβολή του ελεύθερου εμπορίου, που έθετε κυριολεκτικά στην παρανομία κάθε κοινωνικό, περιβαλλοντικό και πολιτιστικό φραγμό, μαζί με κάθε έννοια εθνικής κυριαρχίας. Αν περνούσε η ΜΙΑ, οποιαδήποτε πολυεθνική θα μπορούσε να σύρει σε διεθνή δικαστήρια οποιαδήποτε εθνική κυβέρνηση, αξιώνοντας γενναίες αποζημιώσεις για κάθε είδους μέτρα προτίμησης εθνικών (ή ευρωπαϊκών) προϊόντων και επιχειρήσεων, ενίσχυσης της εργατικής νομοθεσίας υπέρ των μισθωτών, προστασίας της δημόσιας υγείας και του περιβάλλοντος.

Με άλλα λόγια, η ΜΙΑ θα έβγαζε εκτός νόμου όχι μόνο τον Μαρξ, αλλά και αυτόν τον... Κέινς! Το πιο εξοργιστικό σημείο του σχεδίου συνθήκης ήταν εκείνο που προέβλεπε την αποζημίωση ξένων εταιρειών από κυβερνήσεις χωρών στις οποίες σημειώνονται «κοινωνικές αναταραχές» και «συγκρούσεις»- δηλαδή, οι κυβερνήσεις θα έπρεπε να αποζημιώνουν τις πολυεθνικές ακόμη και για τις απώλειες κερδών λόγω απεργιών! Τελικά, οι οξύτατες αντιδράσεις της ευρωπαϊκής κοινωνίας των πολιτών- σε συνδυασμό, είναι αλήθεια, με τις ανησυχίες της Γαλλίας για την επαπειλούμενη ισοπέδωση της πολιτιστικής και της αμυντικής της βιομηχανίας, αλλά και του ισχυρού αγροτικού της τομέα- οδήγησαν τη σοσιαλιστική κυβέρνηση του Λιονέλ Ζοσπέν να εγκαταλείψει τη συμφωνία, δίνοντάς της την χαριστική βολή, τον Οκτώβριο του 1998.

Πέντε χρόνια αργότερα, η εκκολαπτόμενη συμφωνία μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί, ουσιαστικά, νεκρανάσταση της διαβόητης ΜΙΑ. Το μόνο ουσιαστικό στοιχείο που έχει αλλάξει είναι η πολύ περισσότερο συστηματική, προπαγανδιστική εκστρατεία των εμπνευστών της ώστε να πεισθεί η κοινή γνώμη για τα υποτιθέμενα ωφέλη και να αποτραπούν απρόοπτα τύπου 1998. Στα τέλη Νοεμβρίου, το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο Εταιρειών αποκάλυψε εσωτερικό έγγραφο της Κομισιόν, το οποίο έθετε τις βάσεις για μια «αποφασιστική, επικοινωνιακή επιχείρηση» με στόχο «τον χειρισμό των επενδυτών, των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και της κοινής γνώμης» αναφορικά με την αντιμετώπιση της νέας συμφωνίας, ΤΤΙΡ.

Το κεντρικό μήνυμα των ελίτ είναι ότι, με την κατάργηση ή συρρίκνωση των προστατευτικών φραγμών, η διατλαντική ζώνη ελευθέρου εμπορίου θα δημιουργήσει 400.000 νέες θέσεις εργασίας μέχρι το 2015, θα ελαφρύνει, λόγω μειωμένων τιμών, κάθε νοικοκυριό κατά 545 ευρώ το χρόνο κατά μέσον όρο και θα αποφέρει ετήσια ωφέλη της τάξης των 160 δισ δολαρίων για την Ευρωπαϊκή Ένωση και των 128 δισεκατομμυρίων για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι ισχυρισμοί αυτοι αμφισβητούνται ζωηρά, καθώς οι προστατευτικοί δασμοί μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης είναι έτσι κι αλλοιώς πολύ χαμηλοί, με εξαίρεση συγκεκριμένους τομείς οικονομικής δραστηριότητας και επιχειρήσεις στρατηγικής σημασίας. Άλλωστε και ο Μπιλ Κλίντον είχε υποσχεθεί στους Αμερικανούς ότι η συμφωνία ελευθέρου εμπορίου με το Μεξικό και τον Καναδά, η γνωστή NAFTA, θα δημιουργούσε 200.000 θέσεις εργασίας, ενώ στην πράξη κατέστρεψε 680.000.

Σε αντίθεση με τα φανταστικά οφέλη, το τίμημα από την επικύρωση και την εφαρμογή της συμφωνίας θα είναι πολύ χειροπιαστό για τους λαούς τόσο της Ευρώπης, όσο και της Αμερικής. Επιχειρήσεις και κλάδοι στρατηγικής σημασίας θα εκτεθούν στον ανελέητο ανταγωνισμό. Η ελευθερία στη χρήση του Ίντερνετ θα υπονομευθεί από την εφαρμογή Δρακόντειων ρυθμίσεων στο όνομα της «καταπολέμησης της πειρατείας», ενώ για τον ίδιο λόγο θα γίνει πιο δύσκολη η προμήθεια φτηνών γενώσιμων για την αντιμετώπιση του AIDS και άλλων ασθενειών. Οι Αμερικανοί θα κατακλύσουν τις ευρωπαϊκές αγορές με «τροφές Φρανκενστάιν», καθώς θα αρθούν οι περιορισμοί για την εισαγωγή γενετικά τροποποιημένων τροφίμων, ενώ οι Ευρωπαίοι θα παρασύρουν τους Αμερικανούς στον δικό τους, κατώτερο παρονομαστή, αναφορικά με τη ρύθμιση του τραπεζικού συστήματος, δίνοντας νέα ώθηση στην κερδοσκοπία, που έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην κρίση του 2008.

Το κυριότερο, η TTIP διατηρεί τη βασική φιλοσοφία της ΜΙΑ, δίνοντας τη δυνατότητα στις πολυεθνικές να σύρουν σε διεθνή δικαστήρια εθνικές κυβερνήσεις για οτιδήποτε τους κατέβει- νόμους που αυξάνουν τα ημερομίσθια, περιορίζουν το χρόνο εργασίας και ενισχύουν τις συλλογικές συμβάσεις, ρήτρες προστασίας του περιβάλλοντος, υψηλά στάνταρντ υγειονομικών ελέγχων, αποζημιώσεις για απεργίες και πάει λέγοντας. Μια εταιρεία χρυσού η οποία- λέμε τώρα- επενδύει στη Χαλκιδική θα μπορεί να προσαγάγει σε διεθνές δικαστήριο την αυριανή κυβέρνηση της Ελλάδας, αν αυτή της απαγορεύσει να επεκτείνει τις δραστηριότητές της, ώστε προστατεύσει το περιβάλλον και την υγεία των κατοίκων.

Η κυβέρνηση Σαμαρά επωμίζεται τεράστιες ευθύνες καθώς η τελική διαπραγμάτευση και επικύρωση της επίμαχης συνθήκης προβλέπεται να πραγματοποιηθεί στη διάρκεια της ελληνικής προεδρίας. Το ελάχιστο που απαιτείται είναι η πλήρης ενημέρωση της κοινής γνώμης και η εξονυχιστική συζήτηση του προβλήματος στο ελληνικό κοινοβούλιο, που θα κληθεί να επικυρώσει τη συνθήκη. Θεωρούμε αυτονόητο ότι η αντιπολίτευση θα κάνει το παν για να αναπτυχθεί ένα πραγματικό κίνημα εναντίον της ολέθριας αυτής συνθήκης, η οποία απειλεί να δέσει τα χέρια της οποιασδήποτε αυριανής κυβέρνησης για προοδευτικές μεταρρυθμίσεις, καταδικάζοντάς την να ακολουθεί παθητικά τον αυτόματο πιλότο των πολυεθνικών συμφερόντων.

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014