Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2012

ΔΝΤ (προ)καλεί Βερολίνο… του Γ.Κιμπουρόπουλου

ΔΝΤ (προ)καλεί Βερολίνο…

Το γεωπολιτικό παιχνίδι πίσω από την κλιμάκωση της αντιπαράθεσης με την Ε.Ε.- Τα μηνύματα Λαγκάρντ από το Τόκιο και ο συνωστισμός των… εχθρών της λιτότητας
 
 


Του Γιάννη Κιμπουρόπουλου


Το Τόκιο θεωρείται μια από τις ακριβότερες πόλεις του κόσμου, αν όχι η ακριβότερη. Αυτό δεν εμπόδισε τους επικεφαλής του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας να την επιλέξουν για την ετήσια σύνοδό τους, σε καιρούς που η λέξη «λιτότητα» είναι η μόνη απάντηση που επιφυλάσσουν για «της Γης τους κολασμένους». Η αφρόκρεμα της διεθνούς χρηματοπιστωτικής δικτατορίας ήταν εκεί- μεταξύ άλλων για να γιορτάσει και τα 30 χρόνια της «Διεθνούς» της, του Διεθνούς Χρηματοπιστωτικού Ινστιτούτου (IIF), γνωστού μας και από το κούρεμα του χρέους. Από κοντά και εκλεκτοί εκπρόσωποι της ευρωπαϊκής πολιτικής ελίτ.
Παραδόξως, αυτό το διεθνές πολιτικό- χρηματοπιστωτικό χάπενινγκ έγινε ένα ακόμη πεδίο «μάχης» ανάμεσα στο ΔΝΤ και την ευρωπαϊκή ηγεσία. Μήλον της έριδος, για μια ακόμη φορά, η Ελλάδα. Η επικεφαλής του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ επέλεξε το βήμα του Τόκιο για να επισημοποιήσει, στο ανώτατο δυνατό επίπεδο, τη σύγκρουση που σοβεί ανάμεσα στον «παγκόσμιο τοκογλύφο» και την ευρωπαϊκή ελίτ. Για την ακρίβεια ένα μέρος της, αυτό που εκπροσωπούν ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Βόλφγκαγκ Σόιμπλε και οι κορυφαίοι Γερμανοί τραπεζίτες. Η Κριστίν Λαγκάρντ προέβαλλε, μέσω του ελληνικού παραδείγματος, το τρίπτυχο απαιτήσεων του ΔΝΤ από την ευρωπαϊκή ηγεσία, ενόψει της συνόδου κορυφής της ερχόμενης εβδομάδας και των δύο επόμενων συνόδων, του Νοεμβρίου και του Δεκεμβρίου. Το τρίπτυχο συνίσταται στις λέξεις: νέο κούρεμα χρέους, επιμήκυνση στην εφαρμογή του προγράμματος προσαρμογής, ελάφρυνση της θανατηφόρας δόσης λιτότητας.

Η έκθεση του ΔΝΤ

Είχε προηγηθεί η δημοσίευση της έκθεσης του ΔΝΤ για την παγκόσμια ανάπτυξης, αλλά και την ελληνική οικονομία, στην οποία ούτε λίγο ούτε πολύ μηδενίζεται το κοντέρ: όλη η διαπραγμάτευση της τρόικας με την τρικομματική κυβέρνηση για τα μέτρα εξόντωσης της ελληνικής κοινωνίας, το πακέτο των 13,5 δις. ευρώ και πλέον, γίνεται σε λάθος βάση. Η ύφεση θα είναι μεγαλύτερη από την αρχική εκτίμηση, η δημοσιονομική απόδοση των μέτρων πολύ μικρότερη και το χρέος επ’ ουδενί δεν πρόκειται να πλησιάσει το πολυπόθητο 120% του ΑΕΠ μέχρι το 2020. Ο χρόνος δημοσιοποίησης της έκθεσης είχε και μια ενδιαφέρουσα σημειολογία. Τα στοιχεία γίνονταν γνωστά και προκαλούσαν … ανατριχίλες στις αγορές και στους εν Αθήναις ενδιαφερόμενους την ώρα που αναμενόταν στο κλεινό – και αποκλεισμένο- άστυ η Σιδηρά Κυρία της γερμανικής καγκελαρίας, η από μηχανής θεά κ. Μέρκελ. Η οποία δεν είχε να προσφέρει τίποτα στην τρόικα εσωτερικού πέρα από συμπάθεια.
Η σύγκρουση κορυφής μεταξύ ΔΝΤ και ευρωπαϊκής ηγεσίας εκδηλώνεται ενώ η Ε.Ε. έχει μπροστά της έναν διπλωματικό μαραθώνιο τριών συνόδων στις οποίες θα πρέπει να επιτευχθεί ένας πολυμερής συμβιβασμός στα θέματα της τραπεζικής, δημοσιονομικής και τραπεζικής ενοποίησης. Ο συμβιβασμός περιλαμβάνει επίσης τον τρόπο που θα ενταχθούν στον μηχανισμό διάσωσης οι υποψήφιοι πρώτοι «πελάτες» του άρτι εγκαινιασθέντος ESM, η Ισπανία, η Κύπρος και ενδεχομένως η Σλοβενία και η Ιταλία. Η νέα αρχιτεκτονική της διάσωσης, εκτός από υπερβολικές δόσεις λιτότητας για τις κοινωνίες, προϋποθέτει και το ΔΝΤ ως εταίρο, τουλάχιστον ως σύμβουλο, αλλά ενδεχομένως και με συμπληρωματική χρηματοδότηση. Ωστόσο, ούτε η αμερικανική ηγεσία – που μέχρι τις εκλογές προτιμά να παγώσουν τα πάντα- ούτε οι αναπτυσσόμενες χώρες που εξελίσσονται σε βασικούς χρηματοδότες του ΔΝΤ έχουν διάθεση να αυξήσουν τα κόστη και τα ρίσκα τους έναντι της Ευρώπης.

Γεωπολιτικό παίγνιο
Η ηγεσία του ΔΝΤ, λοιπόν, εκπροσωπώντας κυρίως τους Αμερικανούς και τους αναπτυσσόμενους, στέλνει στους Ευρωπαίους το μήνυμα: ή επωμίζεστε περισσότερα κόστη για τη σωτηρία του ευρώ, ή το ΔΝΤ παίρνει διαζύγιο από την ευρωζώνη. Με ότι αυτό μπορεί να σημαίνει για τη συνέχιση χρηματοδότησης και της Ελλάδας.
Το μήνυμα αφορά κυρίως τη Γερμανία και τη Μέρκελ προσωπικά. Επί της ουσίας, από την Γερμανίδα καγκελάριο ζητείται να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς της με εκείνο το τμήμα της γερμανικής ελίτ που δεν θέλει να διακινδυνεύσει τίποτα από την ηγεμονία της στην Ευρώπη. Για τους υπερατλαντικούς εταίρους της κ. Μέρκελ αυτή η ηγεμονία τίθεται υπό όρους και εκπτώσεις. Το ΔΝΤ, η κυβέρνηση Ομπάμα και πολύ περισσότερο μια κυβέρνηση Ρόμνει, αν προκύψει από τις εκλογές του Νοεμβρίου, αλλά και οι άλλοι αστέρες του διεθνούς καπιταλισμού θέλουν μια «δίκαιη μοιρασιά» και της οικονομικής ισχύος, και της πολιτικής επιρροής. Ένα πολυσύνθετο γεωπολιτικό παιχνίδι παίζεται ερήμην των λαών και, κυρίως, εις βάρος τους. Τόσο ώστε να αναρωτιέται κανείς αν η αναφορά της Λαγκάρντ στο « χρέος των πλουσίων χωρών που έχει φτάσει σε επίπεδα πολέμου» είναι απλή διαπίστωση ή εμπεριέχει και μια απειλή.

Οι απρόσμενοι «φίλοι»

Σε κάθε περίπτωση αυτή η σύγκρουση κορυφής που ξεκινά από την Αθήνα, από τις συναντήσεις της τρόικας με τους υφισταμένους της υπουργούς, και απλώνεται σε πολλές καπιταλιστικές μητροπόλεις δεν γίνεται για λογαριασμό των κοινωνιών. Θα ήταν αφελές να πιστέψει κανείς ότι ξαφνικά το ΔΝΤ, ο βασικός εισηγητής των προγραμμάτων κοινωνικής καταστροφής σε δεκάδες χώρες του κόσμου, ξαφνικά αποφάσισε να κάνει την αυτοκριτική του και να αλλάξει ρότα. Η επιχειρηματολογία του για τη δόση λιτότητας που αντέχουν οι κοινωνίες δεν εκπροσωπεί τις ίδιες, αλλά ένα τμήμα της καπιταλιστικής ελίτ η οποία ανησυχεί περισσότερο για τη μακροπρόθεσμη κυριαρχία ή για τους συστημικούς κινδύνους που προκύπτουν από κάποιες νεοφιλελεύθερες «ακρότητες» και λιγότερο για το ευαγγέλιο της δημοσιονομικής ορθοδοξίας που επιθυμεί να επιβάλλει η Γερμανία στην ευρωζώνη. Από αυτό προκύπτει και το παράδοξο να συντάσσεται στην πλευρά των «αντι-μερκελιστών» (πιο ακριβές θα ήταν: «αντι-σοϊμπλιστών») ένα ετερόκλητο πλήθος που ξεκινά από τη Λαγκάρντ, τους Αμερικανούς πολιτικούς και τους ηγέτες του λεγόμενου ευρωπαϊκού Νότου και φτάνει στα γερμανικά οικονομικά ινστιτούτα, τους Έλληνες τραπεζίτες, τις επιχειρήσεις που εκβιάζουν φορολογική εύνοια μεταναστεύοντας σε άλλες χώρες και στον πρόεδρο του ΣΕΒ ο οποίος «κατήγγειλε ευθαρσώς» ενώπιον της Μέρκελ την «ακραία λιτότητα» του μνημονίου. Όσοι ανησυχούν μήπως όλοι αυτοί, ξαφνικά, έγιναν… φίλοι μας, ας ρωτήσουν τον κ. Δασκαλόπουλο και αυτούς που εκπροσωπεί αν θα κάνουν «αντίσταση» στην τρόικα δίνοντας αυξήσεις στους υπαλλήλους τους…


Πηγή//δρόμος της Αριστεράς/13 Οκτωβρίου 2012

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2012


                     Στη μνήμη τουΈρικ Χομπσμπάουμ 1917-2012

                                                                                      X.Ρ 

 Μνήμες της Βαϊμάρης

Posted on 8 Οκτωβρίου, 2012 2:11 πμ by
1

αναδημοσίευση απο εδώ  

Ο Έρικ Χομπσμπάουμ θυμάται τα εφηβικά  του χρόνια, στο  ταραγμένο και συναρπαστικό Βερολίνο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Μας περιγράφει τη βερολινέζικη κουλτούρα του Μεσοπολέμου, το πολιτικό κλίμα,  την  άνοδο του Χίτλερ.
 του Έρικ Χομπσμπάουμ
μετάφραση: Αλέξανδρος Κεσσόπουλος
Πότσνταμερ Πλατς, δεκαετία του 1920

Έζησα την περίοδο που επηρέασε περισσότερο  τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς  μου, τα χρόνια 1931-33, ως  γυμνασιόπαις και εκκολαπτόμενος ενεργός κομμουνιστής, στη  θνήσκουσα Δημοκρατία της Βαϊμάρης.  Το φθινόπωρο  του 2007 μου ζήτησαν να θυμηθώ εκείνη την εποχή σε μια διαδικτυακή γερμανική συνέντευξη, με τίτλο «Ich bin ein Reisefuehrer in die Geschichte» («Είμαι ένας ξεναγός στην Ιστορία»). Μερικές βδομάδες αργότερα μίλησα στο ετήσιο δείπνο των αποφοίτων –όσων ζουν ακόμα–  του σχολείου όπου φοίτησα όταν ήρθα στη Βρετανία, του St Marylebone Grammar School, το οποίο δεν υπάρχει πια· στην ομιλία μου,  προσπάθησα να εξηγήσω τις αντιδράσεις ενός δεκαπεντάχρονου που τον κουβάλησαν ξαφνικά σε τούτη τη χώρα, το 1933. «Φανταστείτε», είπα στα υπόλοιπα μέλη των Old Philologians, του συλλόγου των αποφοίτων του σχολείου,  «ότι είστε  ανταποκριτής μιας εφημερίδας με έδρα στο Μανχάταν, κι ο εκδότης  σας ξαποστέλνει στην Ομάχα της Νεμπράσκα! Έτσι ένιωσα όταν πρωτοέφτασα στην Αγγλία, αφού είχα ζήσει  δύο  περίπου χρόνια στο απίστευτα συναρπαστικό, το φίνο Βερολίνο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, με το διανοητικά και πολιτικά εκρηκτικό κλίμα. Η Αγγλία ήταν μια τρομακτική απογοήτευση για μένα».
Άρθουρ Κάουφμαν, «Τρία κορίτσια στο παράθυρο», 1927
Το εξώφυλλο του εξαιρετικού, και θαυμάσια εικονογραφημένου,  βιβλίου του Έριχ Βάιτς Η Γερμανία της Βαϊμάρης: υπόσχεση και τραγωδία ανακαλεί πολλές μνήμες. Απεικονίζει την παλιά Πότσνταμερ Πλατζ  πολύ προτού καταλήξει  ένας σωρός ερειπίων στα χέρια του Χίτλερ ή σε  δείγμα της «ντίσνεϋλαντ αρχιτεκτονικής»,   στην επανενωμένη Γερμανία. Βέβαια, τα café της πλατείας,  γεμάτα με  άντρες που φορούσαν ρεπούμπλικες, όπως ο θείος μου, δεν ήταν το στέκι των Βερολινέζων εφήβων.  Ο λογισμός μας έτρεχε  μάλλον σε  βάρκες στη λίμνη Βάνζεε, η οποία, τότε ακόμα, δεν παρέπεμπε στην έννοια της σχεδιασμένης γενοκτονίας.

Το διεθνές ενδιαφέρον για τη Βαϊμάρη και την κατάλυσή της από τον Χίτλερ
Είναι δύσκολο να θυμηθεί κανείς (παρότι αυτό υπήρξε κεντρικό μοτίβο της ρητορικής του Χίτλερ, κατά τη διάρκεια της πληθώρας των εκλογικών αναμετρήσεων, οι οποίες –οποία ειρωνεία!–   έλαβαν  χώρα κατά το τελευταίο της έτος), ότι η Δημοκρατία διήρκεσε μόλις δεκατέσσερα χρόνια, από τα οποία μονάχα τα έξι, συμπιεσμένα ανάμεσα στα ματωμένα χρόνια της γέννησής της και την τελική καταστροφή του Μεγάλου Κραχ, διέθεταν μια επίφαση κανονικότητας. Το τεράστιο διεθνές ενδιαφέρον για τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης είναι, εν πολλοίς, μεταθανάτιο και σχετίζεται με την κατάλυσή της από τον Χίτλερ. Γιατί αυτό ακριβώς  το γεγονός πυροδότησε τα ερωτήματα για  την άνοδο του Χίτλερ  στην εξουσία, καθώς και το αν αυτή θα μπορούσε να αποφευχθεί, ερωτήματα τα οποία συζητιούνται ακόμα έντονα στους κόλπους των ιστορικών.  Ο Βάιτς καταλήγει, όπως και πολλοί άλλοι, ότι «η εξέλιξη αυτή δεν ήταν, σε καμιά περίπτωση, αναπόφευκτη. Το Τρίτο Ράιχ δεν δημιουργήθηκε λόγω κάποιας νομοτέλειας», αλλά το ίδιο του το επιχείρημά αφαιρεί σχεδόν κάθε νόημα από αυτή την πρόταση.  Εν πάση περιπτώσει, για όσους ζούσαμε το 1932 ήταν  φανερό ότι η Δημοκρατία της Βαϊμάρης βρισκόταν στη νεκρική της κλίνη. Το μόνο πολιτικό κόμμα που την υπεράσπιζε με  συνέπεια  είχε συρρικνωθεί στο 1,2%, ενώ οι εφημερίδες που διαβάζαμε σπίτι διερωτώνταν κατά πόσον υπήρχε πολιτικός  χώρος  για τους  υποστηρικτές της.
Ο Χίτλερ, επίσης, ήταν αυτός δημιούργησε την κοινότητα των προσφύγων, οι οποίοι διαδραμάτισαν σπουδαίο ρόλο στις χώρες που τους υποδέχθηκαν –ρόλο δυσανάλογα μεγάλο με τον αριθμό τους–  και στους οποίους η μνήμη της Βαϊμάρης οφείλει τόσα. Σίγουρα, η επίδρασή τους ήταν πολύ πιο σημαντική –αν εξαιρέσουμε τον κόσμο του μπαλέτου–  σε σχέση με τους πρόσφυγες που εγκατέλειψαν τη Ρωσία μετά το 1917, παρότι εκείνοι ήταν πολύ περισσότεροι. Τα καθιερωμένα παλαιόθεν επαγγέλματα –η ιατρική και η δικηγορία–  έμειναν μάλλον ανεπηρέαστα, ωστόσο  σε πεδία λιγότερο περίκλειστα  και, εν τέλει, στη δημόσια ζωή, η επίδραση των προσφύγων ήταν βαρύνουσα. Στη Βρετανία οι εμιγκρέδες μεταμόρφωσαν την ιστορία της τέχνης και τον πολιτισμό της εικόνας, όπως και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης μέσω των καινοτομιών που εισήγαγαν οι εκδότες, οι  δημοσιογράφοι, οι φωτογράφοι  και σκιτσογράφοι που ήρθαν από την ηπειρωτική Ευρώπη.
Η πολιτισμική ακτινοβολία της Βαϊμάρης
Φραντς Μαρκ, «Τα μεγάλα γαλάζια άλογα», 1911
Τα βασικά επιτεύγματα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και οι λόγοι για τους οποίους οι μη Γερμανοί επιδεικνύουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον γι’ αυτήν δεν είναι πολιτικοί, αλλά διανοητικοί και πολιτισμικοί. Ο κόσμος σήμερα θυμάται το κίνημα του Μπαουχάους, τον Τζωρτζ Γκρος, τον Μαξ Μπέκμαν, τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, τον σπουδαίο φωτογράφο Άουγκουστ Ζάντερ, καθώς και μια σειρά αξιόλογες κινηματογραφικές ταινίες. Ο Βάιτς διαλέγει έξι ονόματα: τον Τόμας Μαν, τον Μπρεχτ, τον Κουρτ Βάιλ, τον Χάιντεγκερ, τον λιγότερο γνωστό θεωρητικό Ζήγκφριντ Κρακάουερ και την καλλιτέχνιδα Χάνα Χεχ. Θα μπορούσε κανείς να προσθέσει και άλλα ονόματα, όπως, λ.χ.,  τον Καρλ Σμιτ στον χώρο της (τόσο σπάνιας) διανοούμενης Δεξιάς, τον Ερνστ Μπλοχ στην άκρα Αριστερά και τον μέγα Μαξ Βέμπερ στο Κέντρο.
Το 1933, μόνο ο Τόμας Μαν και μερικές κινηματογραφικές ταινίες είχαν καταφέρει να συγκινήσουν αληθινά ένα ευρύτερο κοινό εκτός της Κεντρικής Ευρώπης· κι ίσως εδώ πρέπει να προσθέσουμε  μια  περιορισμένη ομοφυλοφιλική υποκουλτούρα,  η οποία ανακάλυψε τα θέλγητρα του Βερολίνου κατά τα τελευταία χρόνια της Βαϊμάρης. Ο Μαν, φυσικά, ήταν αναγνωρισμένος καλλιτέχνης πολύ πριν το 1914. Κέρδισε το βραβείο Νόμπελ το 1929, όχι όμως για το αριστούργημά του, Το μαγικό βουνό, το οποίο έγραψε  την εποχή της Βαϊμάρης, αλλά για το παλαιότερο έργο του Οι Μπούντενμπροκ.  Ποιος  όμως είχε ακουστά, στην Αγγλία,  τον Φραντς Μαρκ, τα γαλάζια άλογα του οποίου στόλιζαν τον διάδρομο του γυμνασίου μου,  μέχρι που  το νέο καθεστώς τα απομάκρυνε μαζί με τον  διευθυντή μας,  υποστηρικτή της Δημοκρατίας;
Την εποχή εκείνη το Παρίσι ήταν η αδιαμφισβήτητη πρωτεύουσα των εικονιστικών τεχνών, ενώ η Βιέννη παρέμενε η γενέτειρα της μουσικής,  τόσο της κλασικής όσο και της ελαφράς. Τα γερμανικά δεν αποτελούσαν πια μια ευρέως ομιλούμενη γλώσσα στη Δύση, αν εξαιρέσουμε τους ανθρώπους της διασποράς στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ούτε και πολυδιαβάζονταν έξω από τον κύκλο των λογίων μελετητών της κλασικής εποχής. Ακόμη και σήμερα, μόνο όσοι μιλούν γερμανικά αναγνωρίζουν τον Μπρεχτ όχι μόνο ως δραματουργό αλλά και ως έναν από τους μεγάλους λυρικούς ποιητές του 20ού αιώνα. Το μόνο λογοτεχνικό είδος της εποχής της Βαϊμάρης που υπερέβη τα όρια της Κεντρικής Ευρώπης ήταν το αντιπολεμικό μυθιστόρημα του τέλους της δεκαετίας του 1920, με σημαντικότερο εκπρόσωπο το Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο του Έριχ Μαρία Ρεμάρκ. Κινηματογραφήθηκε φυσικά από την Universal, τη μόνη εταιρεία του Χόλυγουντ με γερμανό ιδιοκτήτη.
Πολιτικά ρεύματα, δημοκρατία και πολιτισμός
Τζορτζ Γκρος, «Ρομπότ της Δημοκρατίας», 1920
Αν κοιτάξουμε προς τα πίσω, ποιο είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, όσον αφορά τον πολιτισμό,  αυτής της βραχύβιας  γερμανικής δημοκρατίας, την οποία κανένας δεν είχε επιθυμήσει στ’ αλήθεια  και την οποία οι περισσότεροι Γερμανοί την αποδέχθηκαν, στην καλύτερη περίπτωση,  ως  faute de mieux (το μη χείρον); Κάθε Γερμανός είχε ζήσει τρεις κοσμογονικές εμπειρίες: τον Μεγάλο Πόλεμο· την αυθεντική, αν και αποτυχημένη, γερμανική επανάσταση, η οποία ανέτρεψε το καθεστώς του ηττημένου Κάιζερ·  και τον Μεγάλο Πληθωρισμό του 1923, μια σύντομη ανθρωπογενή καταστροφή,  που  εξευτέλισε ξαφνικά  εντελώς την αξία του χρήματος. Η πολιτική Δεξιά, προσκολλημένη στην παράδοση, αντισημιτική, αυταρχική και οχυρωμένη γερά μέσα στους θεσμούς που επιβίωσαν από το Ράιχ του Κάιζερ (θυμάμαι ακόμη τον τίτλο του βιβλίου του Tέοντορ Πλιβιέ που εκδόθηκε το 1932,O Κάιζερ έφυγε, οι στρατηγοί παρέμειναν), αρνήθηκε πλήρως τη δημοκρατία. Θεωρούσε τη Βαϊμάρη μη νομιμοποιημένη και  τη Συνθήκη των Βερσαλλιών αχρείαστη εθνική ντροπή, κι ο στόχος της ήταν να απαλλάξει,  το ταχύτερο δυνατό,  τη χώρα από τα δύο αυτά δεινά.
Ωστόσο,  όλοι  σχεδόν οι Γερμανοί, συμπεριλαμβανομένων και των κομμουνιστών, ήταν φανατικοί πολέμιοι των Βερσαλλιών και των ξένων κατακτητών. Μπορώ ακόμα να ανακαλέσω στη μνήμη μου το περίεργο συναίσθημα που ένιωθα όταν, παιδί ακόμα, αντίκριζα  από το τρένο τη γαλλική σημαία να κυματίζει στα φρούρια της Ρηνανίας: μου φαινόταν,  κατά κάποιον τρόπο,  αφύσικο. Όντας ταυτόχρονα Άγγλος και Εβραίος (στο σχολείο ήμουν   «der Englaender» [ο Εγγλέζος]), δεν αισθάνθηκα ποτέ ιδιαίτερη έλξη για τον  γερμανικό εθνικισμό των συμμαθητών μου, και πολύ περισσότερο βέβαια για τον ναζισμό, μπορούσα όμως να αντιληφθώ πολύ καλά τη γοητεία που ασκούσαν και οι δυο τους στα αγόρια της Γερμανίας. Όπως δείχνει ο Βάιτς, η αυταρχική Δεξιά αποτελούσε πάντα τον βασικό κίνδυνο,  τόσο  στο πεδίο της πολιτικής όσο και –μέσω της παγιωμένης και διαδεδομένης στον λαό εχθρότητας προς την «Kulturbolschebismus» (την μπολσεβίκικη κουλτούρα)–  στο πεδίο του πολιτισμού.
Οι πιο σημαντικοί διανοητές του Κέντρου –ο Μαν,  o Μαξ Βέμπερ, ο Βάλτερ Ρατενάου, που δεν είχαν μια αυθόρμητη, ενστικτώδη προσήλωση στη δημοκρατία, αλλά ωθούνταν σε αυτή τη κατεύθυνση λόγω του φόβου  της πολεμοχαρούς Δεξιάς– αιτιολογούσαν την αναγκαιότητα του δημοκρατικού πολιτεύματος περιγράφοντάς το ως τον διάδοχο ενός Ράιχ που δεν μπορούσε να παλινορθωθεί. Την ίδια στάση, φυσικά, επέδειξαν και τα κυριότερα κόμματα του συστήματος: η πλειοψηφία των σοσιαλδημοκρατών, που στην πραγματικότητα δεν είχαν θελήσει την αποπομπή του Κάιζερ, καθώς και το Καθολικό Κέντρο που μετά την επανάσταση μετατράπηκε από ομάδα πίεσης για θρησκευτικά ζητήματα σε κυβερνητικό κόμμα. Πέραν αυτών, η πολιτική Αριστερά, η οποία, σε μεγάλο βαθμό, συγκροτήθηκε στη βάση της εναντίωσής της στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο –βαριά τραυματισμένη από την αποτυχημένη επανάσταση του 1918 και εισπράττοντας  το μίσος της παλιάς άρχουσα τάξη που κατόρθωσε να επιβιώσει– ,  δεν ήταν λιγότερο απορριπτική, έναντι της Δημοκρατίας, από τη Δεξιά. Το Κομμουνιστικό Κόμμα, στο οποίο προσχώρησαν τα μισά από τα στελέχη που αποχώρησαν από το SPD λόγω της αντίθεσής τους στον πόλεμο, απέκτησε μια μαζική βάση, που πρέσβευε μια αδιάλλακτη αντιπολίτευση της εργατικής τάξης. Αρκετά μεγάλη ώστε να εμποδίσει τη δημιουργία ενός μακρόβιου καθεστώτος που θα απέκλειε τη Δεξιά, το μόνο που συνεισέφερε  τελικά η Αριστερά αυτή στην πολιτική ζωή στάθηκε  η απαρέσκεια για  τη Δημοκρατία.
Για λόγους που μπορούμε εύκολα να αντιληφθούμε, μια σειρά  δημιουργικοί καλλιτέχνες, που είχαν ριζοσπαστικοποιηθεί τόσο από τα δεινά του πολέμου όσο και από την ελπίδα και τη λύσσα που άφησε πίσω της η χαμένη επανάσταση, ελκύονταν από αυτήν· και, πράγματι, τα επιτεύγματα μιας  σειράς προσωπικοτήτων της  Βαϊμάρης βασίζονταν κυρίως στην έντονη απέχθειά τους για τη δημοκρατία. Ακόμη και αληθινά μεγάλα ταλέντα, όπως ο Τζωρτζ Γκρος και ο Κουρτ Βάιλ, έχασαν το νεύρο τους μετά το 1933, όταν μετανάστευσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες, βρίσκοντας, κατά κάποιον τρόπο, τη βολή τους. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο για μικρότερης εμβέλειας ταλέντα, στον κύκλο των εξπρεσιονιστών, συγγραφείς και καλλιτεχνείς  οι οποίοι, ωθούμενοι από τον πόνο και την οργή και θέλοντας να αφήσουν το ίχνος τους στην εποχή, έψαχναν τρόπους για να εκφράσουν ένα άκεφο συναίσθημα ως επιστέγασμα των φωνών τους. Και, εν πολλοίς, ενάντια σε  όλους αυτούς, η Βαϊμάρη κατορθώνει να βρει ένα στίγμα που εκφράζει τη δικιά της φωνή, μετά τα χρόνια του Μεγάλου Πληθωρισμού: ένα στίγμα σκληροτράχηλο, μακριά από συναισθηματισμούς,  παθιασμένο, με αυτό το ιδιαίτερο πάθος που έβρισκες στα  καμπαρέ,  στο πλαίσιο του ρεύματος της  «Neue Sachlichkeit» («Νέα Αντικειμενικότητα»). Για μένα, η Βαϊμάρη μιλά ακόμη και σήμερα,  όπως  το 1932, με τη φωνή του Μαχαγκόνυ και της Όπερας της πεντάρας, του Μπερλίν Αλεξάντερπλατς του Ντέμπλινμε τη φωνή του παραγνωρισμένου Έριχ Kέστνερ ή με τα σκαμπρόζικα πολιτικά τραγούδια του Έριχ Βάινερτ.
Μια πολιτισμική πρωτοπορία ευρωπαϊκών διαστάσεων
Η Βαϊμάρη, όμως,  δεν ήταν μονάχα  γερμανικό φαινόμενο. Ο Βάιτς, το βιβλίο του οποίου αποτελεί μια θαυμάσια εισαγωγή στον κόσμο της, μάλλον την καλύτερη που διαθέτουμε, κάνει πολλές καίριες επισημάνσεις: μιλάει για τον βερολινο-κεντρισμό του πολιτισμού της Βαϊμάρης, ο οποίος τον διακρίνει από την προ του 1914 Γερμανία, όπου τα  ακμάζοντα καλλιτεχνικά  κέντρα  ήταν το Μόναχο και η Λειψία. Παρ’ όλα αυτά,  υποτιμά τον ρόλο του πολιτισμού της Βαϊμάρης που λειτούργησε  ως  χωνευτήρι για τον χώρο ο οποίος μετά το 1917 παρήγαγε μια μείζονα πρωτοπορία στο διανοητικό και καλλιτεχνικό πεδίο: της μετεπαναστατικής Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Το κύρος του Παρισιού, «της πρωτεύουσας του 19ου αιώνα», συσκότιζε το γεγονός ότι κατά τον Μεσοπόλεμο δεν είχε πλέον να προσφέρει κάτι ρηξικέλευθo, σε μείζονα κλίμακα, εκτός από τον υπερρεαλισμό, ο οποίος, σε μεγάλο βαθμό,  προερχόταν από το πολυεθνικό κίνημα του ντανταϊσμού των κεντροευρωπαίων προσφύγων της Ζυρίχης.
Με περισσότερα από 7.000 περιοδικά και 38.000 βιβλία το 1927 και διαθέτοντας την πιο εντυπωσιακή κινηματογραφική βιομηχανία εκτός Χόλυγουντ, η Γερμανία αποτελούσε μια απέραντη αγορά. Με την πτώση της  Αυτοκρατορίας των Αψβούργων, απορρόφησε, όπως ήταν φυσικό, το ταλέντο που πλεόναζε σε ό,τι είχε απομείνει από την Αυστρία. Τι θα ήταν άραγε οι κινηματογραφικές ταινίες της Βαϊμάρης χωρίς τη Βιέννη, χωρίς τον Φριτς Λανγκ, τον Γκ. Παμπστ, τον Βίλντερ, τον Πρέμινγκερ ή  τον Πέτερ Λορ; Η πλειάδα των πρωταγωνιστών της –ο Κόνραντ Βάιντ, ο Έμιλ Γιάννιγκς η Μάρλεν Ντήτριχ, η Ελίζαμπετ Μπέργκνερ–   μαθήτευσαν κοντά  στον  Βιεννέζο Μαξ Ράινχαρντ, τον άνθρωπο που επηρέασε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο το γερμανόφωνο θέατρο. Στο Βερολίνο η οικογένειά μου, πρόσφυγες από τη Βιέννη, συνέχισε την κοινωνική της ζωή επικεντρωμένη, σε μεγάλο βαθμό,  γύρω από άλλους εκπατρισμένους Αυστριακούς,  συγγενείς και φίλους.
Για διαφορετικούς αλλά εξίσου προφανείς λόγους,  η Γερμανία αποτελούσε το βασικό παράθυρο της Ρωσίας προς τη Δύση. Το Βερολίνο υπήρξε ταυτόχρονα τόσο το κέντρο των αντισοβιετικών εμιγκρέδων όσο και ο πρώτος σταθμός στις εκδρομές προς τη Δύση των νέων Σοβιετικών διανοουμένων και επαναστατών καλλιτεχνών· κάποιοι απ’ αυτούς, μάλιστα, εξέδωσαν εκεί ένα πολύγλωσσο περιοδικό. Δεν πρέπει ακόμα να ξεχνάμε ότι, όλο το διάστημα που διατηρούνταν η μάταια προσδοκία της επανάστασης στη Γερμανία, η επίσημη γλώσσα της Κομμουνιστικής Διεθνούς δεν ήταν τα ρωσικά αλλά τα γερμανικά.
Αναπόφευκτα, αυτό το πολιτιστικό μείγμα απεδείχθη γόνιμο για  τον πολιτισμό της  Βαϊμάρης και, εν τέλει, της Δύσης. Το Μπαουχάους υπήρξε μια κολεκτίβα Γερμανών, Αυστρο-Ούγγρων, Ρώσων, Ελβετών και Ολλανδών. Είναι χαρακτηριστικό ότι η «Κονστρουκτιβιστική Διεθνής», όπως την ονόμασε ο Τζων Willet, ιδρύθηκε από μια ομάδα Ούγγρων, Ολλανδών, Βέλγων, Ρουμάνων, Σοβιετικών Ρώσων και Γερμανών, σε μια συνάντηση στη Βαϊμάρη, με μελλοντική έδρα το Βερολίνο. Αυτός ήταν ο πολιτισμός που οι Γερμανοί εμιγκρέδες εισήγαγαν στις χώρες όπου βρήκαν άσυλο.
Συχνά, επίσης, παραβλέπουμε σήμερα τον κεντρικό διεθνή ρόλο της Γερμανίας της Βαϊμάρης στο πεδίο της επιστήμης του 20ού αιώνα. Ο Αϊνστάιν και ο Μαξ Πλανκ  προσέδωσαν αίγλη στο Βερολίνο, ενώ το Γκαίτιγκεν υπό τον Μαξ Μπορ, υπήρξε,  μαζί με το Καίμπριτζ, ο καταλύτης της επανάστασης της κβαντικής μηχανικής, της «boy physics» όπως αποκαλούνταν, η κοινή διάλεκτος της οποίας, όπως και η γλώσσα του διεθνούς κομμουνισμού, ήταν τα γερμανικά. Ο Χάιζενμπεργκ, ο Πάουλι, ο Φέρμι, ο Οπενχάιμερ, ο Τέλερ, εργάστηκαν ή σπούδασαν, όλοι τους,  στη Γερμανία. Η πιο λαμπρή απόδειξη για τον κομβικό ρόλο της Γερμανίας της Βαϊμάρης στην επιστήμη,  είναι τα 15 βραβεία Νόμπελ στο πεδίο των επιστημών που απονεμήθηκαν σε Γερμανούς κατά τη διάρκεια των 14 της ετών, αριθμό που οι επίγονοι χρειάσθηκαν πενήντα χρόνια για να τον ισοφαρίσουν.
Κανένας δεν έδωσε εγκαίρως τη δέουσα σημασία  στον Χίτλερ
Αυτή ήταν η τελευταία φορά που η Γερμανία βρέθηκε στο επίκεντρο της νεωτερικότητας και της δυτικής σκέψης. Θα μπορούσε να τα καταφέρει καλύτερα, εάν στη συνέχεια  δεν αναλάμβανε τα ηνία το πλήρωμα υπό την αρχηγία του Χίτλερ που οδήγησε το σκάφος σε ναυάγιο, αλλά μια πιο παραδοσιακή αντιδραστική κυβέρνηση. Παρ’ όλα αυτά,  εκ των υστέρων,  διαπιστώνουμε ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο ήταν τόσο απίθανο όσο και η προοπτική να εμποδιστεί η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία μέσω της συγκρότησης ενός πλατιού αντιφασιστικού μετώπου. Η πραγματικότητα είναι ότι κανείς, ούτε η Δεξιά ούτε το Κέντρο ούτε η Αριστερά, δεν αντελήφθη τις πραγματικές διαστάσεις του εθνικοσοσιαλισμού του Χίτλερ, ενός εντελώς πρωτοφανούς κινήματος, οι στόχοι του οποίου  ήταν πέρα για πέρα ασύλληπτοι  με τη λογική.  Ακόμα και  τα εν δυνάμει θύματά του δεν αναγνώριζαν ολότελα τον κίνδυνο. Μετά τις εκλογές του καλοκαιριού του 1932, στις οποίες οι ναζί αναδείχθηκαν πρώτο κόμμα χωρίς όμως να διαθέτουν την πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο, ο (Εβραίος) εκδότης της Tagebuch, μιας εβδομαδιαίας αριστερής-φιλελεύθερης εφημερίδας που παίρναμε στο σπίτι, δημοσίευσε ένα άρθρο, ο τίτλος του οποίου μου φάνηκε,  από τότε ακόμη,  αυτοκτονικός. Και αυτή τη στιγμή, τον έχω μπρος στα μάτια μου: «Lasst ihn heran!» («Γιατί να μην του δώσουμε την εξουσία;»). Έπειτα από μερικούς μήνες, οι αντιδραστικοί που περιστοίχιζαν τον γηραιό Πρόεδρο Χίντενμπουργκ, με πολύ διαφορετικές προθέσεις,  διευκόλυναν υπογείως τον διορισμό του Χίτλερ ως καγκελαρίου, θεωρώντας ότι θα μπορούσαν να τον ελέγχουν.
Όλες οι απόπειρες να παρουσιαστεί η Δημοκρατία της Βαϊμάρης ως πιο στέρεη και σταθερή, ακόμα και προτού ξεσπάσει ο παγκόσμιος οικονομικός κατακλυσμός, μοιάζουν με  σφυρίγματα των ιστορικών μες στο σκοτάδι.  Το καθεστώς της Βαϊμάρης διέγραψε μια σύντομη τροχιά, μέσα από τα ερείπια ενός πεθαμένου αλλά άταφου παρελθόντος προς ένα ξαφνικό αλλά αναμενόμενο τέλος και ένα άγνωστο μέλλον. Για τους γονείς μας, αποτελούσε υπόσχεση ενός παρελθόντος  που δεν θα ξαναποκτούσαν ποτέ, ενώ εμείς ονειρευόμασταν ένα σπουδαίο αύριο· οι «Άριοι» συμμαθητές μου –κομμουνιστές, όπως και εγώ–  το οραματίζονταν υπό τη μορφή μιας εθνικής αναγέννησης, καθώς η παγκόσμια επανάσταση είχε αρχίσει τον Οκτώβρη του 1917.
Ακόμη και τα λίγα χρόνια της «κανονικότητας» ερείδονταν στην πρόσκαιρη ηρεμία ενός ηφαιστείου που μπορούσε να εκραγεί ανά πάσα στιγμή. Ο σπουδαίος άνθρωπος του θεάτρου, o Μαξ Ράινχαρντ, το γνώριζε αυτό. «Αυτό που αγαπώ», έλεγε, «είναι η γεύση της παροδικότητας στη γλώσσα –  κάθε χρονιά μπορεί να είναι η τελευταία». Αυτή η αίσθηση, λοιπόν, προσέδιδε στον πολιτισμό της Βαϊμάρης μια γεύση μοναδική: γεννούσε μια αιχμηρή δημιουργικότητα,  μια περιφρόνηση για το παρόν, μια διάνοια που δεν την περιόριζαν οι συμβάσεις, μέχρι τον ξαφνικό και αμετάκλητο θάνατο. Οι στιγμές κατά τις οποίες αντιλαμβάνεται κανείς ότι η Ιστορία έχει αλλάξει είναι σπάνιες, αλλά ετούτη ήταν μια απ’ αυτές. Γι’ αυτό τον λόγο βλέπω ακόμη τον εαυτό μου να περπατά από το σχολείο προς το σπίτι, μαζί με την αδερφή μου, το κρύο εκείνο απόγευμα της 30ής Ιανουαρίου 1933 και να αναλογίζεται τι σήμαιναν τα νέα της ανάρρησης του Χίτλερ στο αξίωμα του καγκελαρίου. Μερικές μέρες αργότερα, κάποιος μού έφερε τον πολύγραφο της SSB, της κομμουνιστικής οργάνωσης του σχολείου της οποίας ήμουν μέλος, για να τον κρύψω κάτω απ’  το κρεβάτι μου. Θεωρούσαν ότι στο διαμέρισμα ενός ξένου θα ήταν πιο ασφαλής. Αλλά από εκείνη τη στιγμή και μετά, πουθενά δεν ήταν ασφαλής. Παρ’ όλα αυτά,  ήταν μια παράξενη και υπέροχη εποχή, κατά την οποία ο καθένας μπορούσε να ανακαλύψει τον εαυτό του και τον κόσμο σε ένα Βερολίνο που φάνταζε ως η δυνάμει πρωτεύουσα του 20ού αιώνα, μέχρι τη στιγμή που οι βάρβαροι πήραν την εξουσία. Όποτε πηγαίνω σήμερα στο Βερολίνο, αισθάνομαι ακόμη ότι δεν συνήλθε  ποτέ από το 1933.
***

Το κείμενo  του Eric Hobsbawm «Memories of Weimar» δημοσιεύθηκε στο LondonReview of Books, στη μόνιμη στήλη «Ημερολόγιο», στις 24.1.2008.  Είχε πρωτοδημοσιευθεί, με πολύ μικρές περικοπές, στα “Ενθέματα” τον Απρίλιο του 2008. Το βιβλίο του Eric Weitz, στο οποίο αναφέρεται, είναι το Weimar Germany: Promise and Tragedy, Princeton University Press, Πρίνστον 2007

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2012

ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ Από τη «Λευκή Βίβλο» στο σήμερα

 
ΚΑΤΕΔΑΦΙΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ
Από τη «Λευκή Βίβλο» στο σήμερα
 
Η νέα επίθεση της κυβέρνησης για το τσάκισμα σε ό,τι έχει απομείνει από το Σύστημα Κοινωνικής ασφάλισης, με νέα αύξηση των ηλικιακών ορίων συνταξιοδότησης, μείωση έως κατάργηση των εργοδοτικών εισφορών, νέα δραστική μείωση των συντάξεων, έχει τις ρίζες της στη «Λευκή Βίβλο» της ΕΕ, δηλαδή στα 1994 και ιδιαίτερα στη «Στρατηγική της Λισαβόνας.
Σύμφωνα με τη «Λευκή Βίβλο» η μείωση του λεγόμενου «κόστους εργασίας» μπορεί να επιτευχθεί:
-- Με τη μείωση των εργοδοτικών εισφορών, που χρηματοδοτούν οικογενειακά επιδόματα, ελάχιστες παροχές γήρατος, σοβαρές ασθένειες, μακροχρόνια ανεργία.
«Στις περιπτώσεις αυτές -αναφέρεται- η μείωση θα μπορούσε να αφορά αρχικά τις εισφορές, οι οποίες χρηματοδοτούν δαπάνες που εντάσσονται κανονικά στα πλαίσια της εθνικής αλληλεγγύης: οικογενειακά επιδόματα, ελάχιστες παροχές γήρατος, σοβαρές ασθένειες, μακροχρόνια ανεργία» (θέση 8.3).
-- Με τη μείωση των κοινωνικών εισφορών, που αφορούν τις «θέσεις απασχόλησης, που δεν απαιτούν ειδίκευση» (θέση 8.2). Εδώ ο ανειδίκευτος και ο νέος εργάτης αποτελούν ειδικούς στόχους στη γενικευμένη επίθεση του κεφαλαίου.
Και επειδή ο επιδιωκόμενος στόχος είναι η μείωση του «κόστους εργασίας», ορίζεται:
«Η μείωση αυτή θα μπορούσε να αφορά... τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης των εργοδοτών» (θέση 9.3).
Και «Μείωση του σχετικού κόστους εργασίας σε σχέση με τους άλλους συντελεστές της παραγωγής... με μείωση π.χ. των εισφορών των εργοδοτών για την κοινωνική ασφάλιση» (θέση 8.8).
Η έναρξη εφαρμογής αυτών των μέτρων στην Ελλάδα, έγινε κυρίως από τις αρχές της 10ετίας του '90 και μετά, στο όνομα των κινδύνων βιωσιμότητας των Ταμείων. Ετσι η τότε κυβέρνηση της ΝΔ, άνοιξε το δρόμο των ανατροπών, ψηφίζοντας το νόμο 2084/92, που προβλέπει: Θεσμοθέτηση του ειδικού καθεστώτος για τους ασφαλιζόμενους απ' την 1.1.1993. Οριο ηλικίας για τους άνδρες και τις γυναίκες το 65ο έτος. Ελάχιστος χρόνος ασφάλισης 15 χρόνια. Βάση υπολογισμού της σύνταξης οι αποδοχές της τελευταίας πενταετίας, χωρίς δώρα εορτών. Σύνταξη κύρια για 35 χρόνια ασφάλισης, το 60% των συντάξιμων αποδοχών και επικουρική σύνταξη το 20%. Για να έρθει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ το 1998 με το «μίνι ασφαλιστικό» να ξεκινήσει συγχωνεύσεις Ταμείων και να αντιμετωπίσει τα χρέη από εργοδοτικές εισφορές (χαριστικές ρυθμίσεις αφού ουσιαστικά γίνονται άτοκα). Σήμερα προετοιμάζουν την καθιέρωση του τριφασικού συστήματος, δηλαδή μιας εθνικής σύνταξης επιδοματικού χαρακτήρα, μιας επικουρικής με ανταποδοτικό χαρακτήρα και μιας ιδιωτικής για όσους ασφαλιστούν σε ιδιωτική εταιρεία. Μόνο που οι ιδιωτικές εταιρείες έχουν έτοιμα πακέτα και για τη διαχείριση των επικουρικών συντάξεων. Από τότε, από το 2000, συζητούσαν μέτρα τα οποία εφαρμόζονται σήμερα.
Στη συνέχεια ήρθε η Σύνοδος Κορυφής της Λισαβόνας το Μάρτη του 2000 με στρατηγικό στόχο: «Να γίνει η οικονομία της ΕΕ ανταγωνιστικότερη των ΗΠΑ».
Εννοούν, να απολαμβάνουν τα ευρωπαϊκά μονοπώλια όρους, που θα τους επιτρέπουν να αυξάνουν τα κέρδη τους και να κινούνται από καλύτερες θέσεις στις εθνικές και διεθνείς αγορές.
Γι' αυτό οι αποφάσεις της Λισαβόνας προβλέπουν:
  • Σκληρή και παρατεταμένη λιτότητα.
  • Επέκταση της απασχολησιμότητας. Δηλαδή, σκληρό χτύπημα της σταθερής εργασίας και υποκατάστασή της από μορφές ελαστικής υποαπασχόλησης.
  • Μεγαλύτερη προτεραιότητα στη λεγόμενη «διά βίου μάθηση», στην οποία θα οδηγούνται άνεργοι και εργαζόμενοι, για να πάρουν, υποτίθεται, εφόδια.
Επί της ουσίας, πρόκειται για ευκαιριακές γνώσεις χωρίς αντίκρισμα.
Ολα αυτά συγκλίνουν σε ένα φαύλο κύκλο, που θα αρχίζει με την ανεργία, θα συνεχίζει με την ψευτοκατάρτιση και την υποαπασχόληση και θα κλείνει πάλι με την ανεργία, σε περιβάλλον συνεχούς υποβάθμισης των μισθών, των εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων.
Οι αποφάσεις της Λισαβόνας δεν αφορούν μόνο στις εργασιακές σχέσεις και τους όρους αμοιβής. Αφορούν στην Κοινωνική Ασφάλιση, στα συνταξιοδοτικά δικαιώματα, στην Υγεία και την Πρόνοια. Οι αποφάσεις της Λισαβόνας είναι σαφέστατες.
Μιλούν για μέτρα διασφάλισης της βιωσιμότητας των ασφαλιστικών συστημάτων.
Η βιωσιμότητα είναι ο «Δούρειος ιππος» για τις ανατροπές δικαιωμάτων και την οικοδόμηση ενός αντεργατικού συστήματος, το οποίο όχι μόνο δεν μπορεί να καλύψει τις πραγματικές ανάγκες των εργαζομένων, αλλά θα τους φορτώνει συνεχώς και νέα βάρη, θα χειροτερεύει την κατάστασή τους.
Οι αντεργατικές αλλαγές στην Κοινωνική Ασφάλιση, που γίνονται στο έδαφος της επέκτασης της μερικής απασχόλησης, προωθούνται σε δύο κατευθύνσεις:
1. Από τη μία, έχουμε την αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης, την καθήλωση των συντάξεων, την αύξηση των εισφορών των εργαζομένων, τη μείωση των εργοδοτικών εισφορών και της κρατικής χρηματοδότησης.
2. Από την άλλη, έχουμε την ιδιωτικοποίηση της Κοινωνικής Ασφάλισης, την πλοκή της με τις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες και το Χρηματιστήριο. Αιχμή αυτής της εξέλιξης αποτελούν τα λεγόμενα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά ταμεία, που καθιερώθηκαν και στην Ελλάδα με το νόμο 3029/2002 της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, ο οποίος γίνεται σήμερα σημαία από την κυβέρνηση της ΝΔ.
Το μέλλον της Κοινωνικής Ασφάλισης, σύμφωνα με τους σχεδιασμούς της ΕΕ, τους σχεδιασμούς του κεφαλαίου, συνδέεται με τη δημιουργία τριών πυλώνων:
Ο πρώτος προβλέπει προνοιακές κύριες συντάξεις. Ο δεύτερος αφορά στα λεγόμενα επαγγελματικά ταμεία (τα οποία οδηγούν στην εκτόπιση της επικουρικής ασφάλισης) και προβλέπουν σύνταξη ανάλογα με την απόδοση που θα έχουν οι επενδύσεις τους στο Χρηματιστήριο. Ο τρίτος αφορά στην καθαρά ιδιωτική ασφάλιση από τις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες, που θα αναπτύσσονται, τόσο στον τομέα των συντάξεων, όσο και στον τομέα της Υγείας.
Μετά τη Λισαβόνα ακολούθησαν οι Σύνοδοι Κορυφής στη Στοκχόλμη, στο Λάακεν, στη Βαρκελώνη κ.λπ. Σε κάθε Σύνοδο έγιναν προσαρμογές, συμπληρώσεις με μεγαλύτερη επιθετικότητα.
Η εφαρμογή της στην Ελλάδα επιδιώχτηκε με τις προτάσεις του τότε υπουργού Εργασίας της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ Α. Γιαννίτση το Μάρτη του 2001. Εχει τη σημασία της η καταγραφή τους παρ' όλο που με την ανάπτυξη της ταξικής πάλης με μοχλό το ΠΑΜΕ, και την τεράστια απεργιακή κινητοποίηση τον Απρίλη του 2001, το σχέδιο αυτό αποσύρθηκε, αλλά οι προτάσεις του άρχισαν να εφαρμόζονται σταδιακά αμέσως μετά από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ στη συνέχεια (νόμοι Ρέππα, Πετραλιά, Κουτρομάνη), και ολοκληρώνονται σήμερα. Ας τις δούμε:
Τι προβλέπει το σχέδιο Γιαννίτση
1. Αυξάνονται τα όρια συνταξιοδοτικής ηλικίας στον ιδιωτικό και στο δημόσιο τομέα για άνδρες και γυναίκες, στα 65 χρόνια όπως ισχύει για τους νεοασφαλιζόμενους από 1.1.93, σύμφωνα με τον αντιδραστικό νόμο 2084/92 της ΝΔ.
Δηλαδή, η κυβέρνηση όχι μόνο έρχεται σε αντίθεση με τη θέση των εργαζομένων για την κατάργηση των αντιασφαλιστικών νόμων της περιόδου 1990-1993 της ΝΔ και το αντεργατικό καθεστώς που επιβλήθηκε, αλλά στηρίζεται σ' αυτό το καθεστώς, το επεκτείνει σε όλους τους ασφαλισμένους και το προσαρμόζει ακόμα σε πιο αντιλαϊκή κατεύθυνση.
Με τα αντιλαϊκά μέτρα παρατείνεται ο εργάσιμος βίος, η διαδικασία της εκμετάλλευσης των εργαζομένων. Καταπατείται το δικαίωμα των εργαζομένων να ζήσουν ορισμένα χρόνια απαλλαγμένοι από τα βάρη των υποχρεώσεων της συμμετοχής στην παραγωγική διαδικασία. Ερχεται -όσο μακάβριο και αν είναι- πιο κοντά η έναρξη της συνταξιοδότησης με το θάνατο.
Η αύξηση των ορίων ηλικίας προωθείται σε συνθήκες αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας και συγκέντρωσης τεράστιου πλούτου, που αντικειμενικά επιτρέπει στους εργαζόμενους και στους συνταξιούχους να ζήσουν καλύτερα, αλλά η διαδικασία αυτή προσκρούει στο καθεστώς της κυριαρχίας των μονοπωλίων και στην πολιτική που υπηρετεί τα συμφέροντά τους.
Οι εργαζόμενοι καλούνται να δώσουν τη μάχη επιθετικά απαιτώντας τη μείωση του ορίου συνταξιοδοτικής ηλικίας, διεκδικώντας συνταξιοδότηση στα 60 και τα 55 χρόνια για άνδρες και γυναίκες αντίστοιχα - 55 και 50 για τα βαρέα, ανθυγιεινά επαγγέλματα.
2. Επισφραγίζεται η αύξηση των ημερών ασφάλισης για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος και γενικεύεται η νομοθετική ρύθμιση της ΝΔ που απαιτεί τη συμπλήρωση 4.500 ημερών ασφάλισης (15 εργάσιμα χρόνια) για την κατώτερη σύνταξη.
Με τον τρόπο αυτό η κυβέρνηση επικυρώνει, για όλους τους εργαζόμενους, την κατάργηση της προϋπόθεσης των 4.050 ημερών ασφάλισης για την κατοχύρωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος που ίσχυε μέχρι το 1992 και έρχεται σε αντίθεση με το αίτημα των εργαζομένων που απαιτούν τη μείωση του χρόνου ασφάλισης για την κατοχύρωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος.
3. Καταργείται η 35ετία ως προϋπόθεση κατοχύρωσης συνταξιοδοτικού δικαιώματος ανεξαρτήτως ηλικίας και επιβάλλεται ο εξοντωτικός όρος της συμπλήρωσης 40 χρόνων ασφάλισης ή 12.000 ημερών εργασίας.
Πρόκειται για μέτρο που εκφράζει σαδιστική αντεργατική αντίληψη, ενώ ακόμα και ο πιο απλός υπολογισμός δείχνει ότι το μέτρο καθίσταται απαγορευτικό ιδιαίτερα σε συνθήκες αυξημένης ανεργίας και εξάπλωσης της μερικής απασχόλησης.
Αποκτά ιδιαίτερη σημασία όχι μόνο η εφαρμογή της 35ετίας αλλά και η διεκδίκηση του αιτήματος της συνταξιοδότησης στα 30 χρόνια ασφάλισης ή 9.000 μέρες εργασίας ανεξαρτήτως ηλικίας, που ανταποκρίνεται στις συνθήκες αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας και δίνει ουσιαστική απάντηση στο πρόβλημα της εντεινόμενης φθοράς της εργατικής δύναμης.
4. Μέσα από τη διαδικασία της επανεξέτασης των βαρέων - ανθυγιεινών επαγγελμάτων ανοίγει ο δρόμος για τον αποχαρακτηρισμό σειράς ειδικοτήτων και επαγγελμάτων, για το χτύπημα αυτής της σημαντικής κατάκτησης. Αυτός είναι ο στόχος της κυβέρνησης, της Ευρωπαϊκής Ενωσης, των βιομηχάνων και δεν αφήνει περιθώρια εφησυχασμού και συζήτησης για το «ποιος θα γλιτώσει».
Το αντεργατικό αυτό μέτρο προωθείται σε συνθήκες που επιβάλλουν αποφασιστικότερα μέτρα προστασίας των εργαζομένων οι οποίοι είναι εκτεθειμένοι σε βλαπτικούς, επικίνδυνους παράγοντες και αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο των εργατικών ατυχημάτων και των επαγγελματικών ασθενειών που «εκσυγχρονίζονται» και πολλαπλασιάζονται.
Το αίτημα που βγάζει η ίδια η ζωή αφορά στην επέκταση του θεσμού των βαρέων-ανθυγιεινών αλλά και στη λήψη πρόσθετων μέτρων προστασίας των εργαζομένων κατά τη διάρκεια της παραγωγικής διαδικασίας, καθώς και μέτρων πρόωρης συνταξιοδότησης και ειδικής μέριμνας κατά τη διάρκεια της «απομαχίας».
5. Μειώνεται το ύψος των συντάξεων τόσο μέσα από την αρνητική αλλαγή της σχέσης ανάμεσα στη σύνταξη και το μισθό, όσο και μέσα από τον τρόπο υπολογισμού των συντάξεων.
Με τα αντιλαϊκά μέτρα επιβάλλεται ο καθορισμός της κύριας σύνταξης στο 60% του μισθού - από το 80% που ισχύει σήμερα - ενώ ο υπολογισμός της σύνταξης καθορίζεται στη βάση του μέσου όρου των μισθών της τελευταίας δεκαετίας και καταργείται ο υπολογισμός της σύνταξης με βάση τον τελευταίο μισθό που ισχύει, π.χ., για το δημόσιο ή τον ευρύτερο δημόσιο τομέα και το μέσο όρο των μισθών της τελευταίας 5ετίας που ισχύει για το ΙΚΑ.
Πρόκειται για δραστική μείωση των κύριων και επικουρικών συντάξεων, που θα ξεπεράσει ακόμα και το 50%.
Οι συνέπειες είναι βαρύτατες.
Μέσα από τα αντιλαϊκά μέτρα προβάλλει η οδυνηρή τάση της υποβάθμισης των συντάξεων, της ζωής των συνταξιούχων και των οικογενειών τους. Προωθείται ο στόχος της κυβέρνησης και της Ευρωπαϊκής Ενωσης για τη σταδιακή μετατροπή των συντάξεων -όχι μόνο των κατώτερων συντάξεων- σε επιδόματα.
6. Στα πλαίσια αυτής της τάσης πρέπει να εξεταστεί το κυβερνητικό μέτρο για την κατάργηση των κατώτερων συντάξεων, που μετατρέπονται σε «βοηθήματα φιλανθρωπίας».
Είναι γνωστό ότι με τα αντιασφαλιστικά μέτρα της ΝΔ αποδεσμεύτηκε η κατώτερη σύνταξη από τα 20 Ημερομίσθια Ανειδίκευτου Εργάτη (ΗΑΕ) και κατέληξε να καλύπτει μόνο περίπου τα 15,5 ΗΑΕ που συμπληρώνονται μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις, στη βάση εισοδηματικών κριτηρίων, από το περιβόητο Επίδομα Αλληλεγγύης (ΕΚΑΣ), που αποτελεί το όχημα για την κατάργηση των κατώτερων συντάξεων.
Με τα νέα μέτρα η σημερινή κατώτερη σύνταξη του ΙΚΑ (σύνταξη πείνας) που είναι 124.150 δρχ. οδηγείται στην ακόμα μεγαλύτερη κατάντια των 60.000 δρχ. περίπου.
Οι κυβερνητικές αναφορές περί αύξησης αυτού του άθλιου ποσού με (προαιρετικό) επίδομα αλληλεγγύης τύπου ΕΚΑΣ, το οποίο θα στηρίζεται σε εισοδηματικά κριτήρια, δεν πρέπει να ξεγελάσει κανέναν.
Η ουσία είναι ότι η αντεργατική πολιτική της λεγόμενης ανταποδοτικότητας σπάζει κόκαλα και θα την πληρώσουν ακριβά οι συνταξιούχοι.
Η φτώχεια θα επεκταθεί με ραγδαίους ρυθμούς και αυτό προσπαθεί να ελέγξει η κυβέρνηση με τα δίκτυα της μιζέριας, με τα λεγόμενα προγράμματα καταπολέμησης της φτώχειας που προδιαγράφουν την προοπτική που θα βιώσουν χιλιάδες και χιλιάδες εργαζόμενοι και συνταξιούχοι.
Οι εργαζόμενοι καλούνται να διεκδικήσουν τα 20 ημερομίσθια του ανειδίκευτου εργάτη ως βάση της κατώτερης σύνταξης, να απαιτήσουν ουσιαστικές αυξήσεις στις συντάξεις και καθορισμό της σύνταξης στο 80% του μισθού. Παλεύοντας ταυτόχρονα για μισθούς και ημερομίσθια που θα ανταποκρίνονται στις σύγχρονες αυξημένες ανάγκες γιατί διαφορετικά η υποβάθμιση των μισθών θα παρασέρνει συνεχώς προς τα κάτω τις συντάξεις.
7. Η θέση της κυβέρνησης για τη χρηματοδότηση του συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης αποτελεί χειρίστου είδους πρόκληση σε βάρος των εργαζομένων.
Λέει το εξής: Παρατείνεται η διατήρηση της τριμερούς χρηματοδότησης για τους μετά την 1.1.93 ασφαλισμένους.
Με τη θέση αυτή η κυβέρνηση συνεχίζει να αρνείται την καθιέρωση κρατικής εισφοράς για τους ασφαλισμένους μέχρι το 1993.
Ταυτόχρονα,
Α) Η κυβέρνηση αρνείται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του κράτους και για τους νεοασφαλιζόμενους από 1.1.93 αφού, όπως είναι γνωστό, οφείλει στα Ταμεία ποσά εκατοντάδων δισεκατομμυρίων.
Β) Αρνείται να καταβάλει χρόνιες οφειλές του κράτους που ανέρχονται σε τρισεκατομμύρια δραχμές, από την εκμετάλλευση των αποθεματικών των Ταμείων (που τα χρησιμοποίησε χωρίς τόκους για δεκαετίες), την άσκηση της λεγόμενης κοινωνικής πολιτικής με τα χρήματα των ασφαλισμένων (π.χ., συντάξεις παλιννοστούντων Αιγυπτιωτών, συγχωνεύσεις προβληματικών Ταμείων, πρόωρες συνταξιοδοτήσεις κ.ά.) - υποχρεώσεις δηλαδή του κρατικού προϋπολογισμού.
Γ) Υποθάλπει την εισφοροδιαφυγή της εργοδοσίας, ιδιαίτερα του μεγάλου κεφαλαίου, που υπολογίζεται σε 1 τρισεκατομμύριο το χρόνο.
Συντηρεί τη «μαύρη» - ανασφάλιστη εργασία. Ενώ πρόσφατα με το νόμο 2874/2000 για την ανατροπή των εργασιακών σχέσεων μείωσε την εργοδοτική εισφορά υπέρ του κλάδου κύριας σύνταξης του ΙΚΑ κατά 2% στο όνομα της τόνωσης της απασχόλησης!
Στη βάση των παραπάνω στοιχείων και με δεδομένο ότι η ανεργία αγκαλιάζει περισσότερους από 550.000 ανθρώπους ενώ επεκτείνονται οι ελαστικές μορφές απασχόλησης, γίνεται φανερό ότι με την πολιτική της κυβέρνησης τα βάρη της χρηματοδότησης, τα βάρη των οικονομικών προβλημάτων των Ταμείων, που δημιουργεί η αντιλαϊκή πολιτική, θα τα σηκώσουν με ακόμα πιο δυσβάσταχτους όρους οι ίδιοι οι εργαζόμενοι.
Εδώ βρισκόμαστε σήμερα, και αυτό το ομολογεί όχι μόνο το κυβερνητικό τερατούργημα για την αύξηση των ορίων ηλικίας, τη μείωση των συντάξεων, τη χειροτέρευση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης, αλλά και τα άλλα αντιλαϊκά μέτρα, που αφορούν στην επιβολή των ιδιωτικο-οικονομικών κριτηρίων στα νοσοκομεία, την περικοπή, την υποβάθμιση των υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας.
Από τη στιγμή που η επιλογή της κυβέρνησης, της ΝΔ, της Ευρωπαϊκής Ενωσης είναι η δραστική μείωση των κρατικών και εργοδοτικών υποχρεώσεων, στο όνομα της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων και της ενίσχυσης του μεγάλου κεφαλαίου, το βάρος θα μετατοπίζεται συνεχώς προς την πλευρά των εργαζομένων, με περικοπές δικαιωμάτων και κοινωνικών παροχών, με νέα αντιλαϊκά «πακέτα». Πάντα βεβαίως με το επιχείρημα της «βιωσιμότητας» των Ταμείων που αποτέλεσε και το ψευτοεπιχείρημα της ΝΔ στις αρχές της δεκαετίας του '90 αλλά δεν πέρασαν ούτε 10 χρόνια και η επίθεση κατά των εργαζομένων κλιμακώθηκε.
Ετσι σήμερα το ζήτημα των στόχων πάλης για τη χρηματοδότηση του συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης τίθεται ακόμα πιο καθαρά:
-- Πάλη για την καταβολή των κλεμμένων και το χτύπημα της εισφοροδιαφυγής με σαφή προσανατολισμό: Να μην επιβληθεί καμία πρόσθετη επιβάρυνση στους ασφαλισμένους, να ικανοποιηθεί το δίκαιο αίτημα της μείωσης του ποσοστού της συμμετοχής των εργαζομένων στην προοπτική της απαλλαγής τους από τις ασφαλιστικές εισφορές.
-- Το κόστος χρηματοδότησης της Υγείας και της Πρόνοιας να το αναλάβει άμεσα το κράτος, με τη συμμετοχή της εργοδοσίας, ιδιαίτερα του μεγάλου κεφαλαίου.
Ο ρόλος της ΕΕ στο Ασφαλιστικό
Οι αποφάσεις της Συνόδου Κορυφής των «15» στη Στοκχόλμη γύρω από το Ασφαλιστικό ήταν σαφείς: Μέχρι τα τέλη του 2001 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο εντέλλεται να «προχωρήσει στην έγκριση του κανονισμού ...για το συντονισμό των συστημάτων Κοινωνικής Ασφάλισης» στο πλαίσιο της ΕΕ (άρθρο 32 των Συμπερασμάτων του Συμβουλίου Κορυφής της Στοκχόλμης). Μέχρι τα τέλη Δεκέμβρη λοιπόν πρέπει ο καθένας εκ των «15» και όλοι μαζί να έχουν «καθαρίσει» με το κοινωνικο-ασφαλιστικό σύστημα στις χώρες τους. Γι' αυτό και ο κ. Σημίτης μας έκανε τη χάρη να επεκτείνει τον ...«κοινωνικό διάλογο» μέχρι τα τέλη του χρόνου. Είναι η διορία που του έχει θέσει η ΕΕ...
Η εξειδίκευση αυτής της τακτικής του κεφαλαίου, μέσα από τις ιδιαιτερότητες της χώρας μας, είναι αποκαλυπτική των πραγματικών προθέσεων της άρχουσας τάξης. Ας δούμε πώς αποτυπώνεται αυτή η πραγματικότητα μέσα από το ανείπωτο κυβερνητικό ψεύδος:
1) Λένε ότι θέλουν να σώσουν το κοινωνικο-ασφαλιστικό σύστημα. Είναι οι ίδιοι που με υπουργική απόφαση, δυο βδομάδες πριν τις εκλογές του περσινού Απρίλη, κατάργησαν κάθε περιορισμό, όσον αφορά το τζογάρισμα των αποθεματικών των Ταμείων στο Χρηματιστήριο! Είναι αυτοί που έδιναν εντολές σε διοικητές Ταμείων να τζογάρουν τα λεφτά των ασφαλισμένων στη Σοφοκλέους για να «στηρίξουν» το δείκτη και να κερδίσουν μερικά ψηφαλάκια. Πόσα λεφτά εργαζόμενων εξανεμίστηκαν για την ψηφοθηρία τους; Οι συνεργάτες της ΓΣΕΕ τα υπολογίζουν - επιεικώς - μεταξύ 150 και 200 δισεκατομμυρίων. Οι ίδιοι θα απαντήσουν ποτέ;
2) Λένε ότι ενδιαφέρονται για το δημόσιο χαρακτήρα του συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης. Η αλήθεια είναι η ακριβώς αντίθετη: Απαξιώνοντας από τη μια το ποσό των συντάξεων και καθιστώντας από την άλλη ανέφικτη την απολαβή της όποιας σύνταξης, εκείνο που ουσιαστικά κάνουν είναι να περνούν την ιδιωτικοποίηση από το «παράθυρο», οδηγώντας τους εργαζόμενους σε αναζήτηση «συνταξιοδοτικών προγραμμάτων» από ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες. Μπορούν να μας πουν πόσο ...συνεπείς αποδείχτηκαν οι ασφαλιστικές εταιρείες προς τους ασφαλισμένους που έπεσαν στα δίχτυα τους, καθ' όλη τη διάρκεια της τελευταίας 20ετίας που «πουλούν» συντάξεις;
3) Λένε ότι ενδιαφέρονται να εξασφαλίσουν τη μελλοντική σύνταξη των νέων ανθρώπων. Μα τα ίδια τα επίσημα στοιχεία της Κομισιόν σημειώνουν ότι στις ηλικίες μέχρι και 30 χρόνων στην Ελλάδα η ανεργία αγγίζει το 40%. Αυτό - εφόσον συνδυαστεί με τα μέτρα που προτείνουν - πολύ απλά σημαίνει ότι το 40% τουλάχιστον των νέων ανθρώπων, ακόμα κι αν υποτεθεί ότι σταθούν τυχεροί και βρουν δουλειά άμεσα, θα πρέπει να περιμένουν μέχρι τα 70 τους για να πάρουν σύνταξη!
4) Λένε ότι το πρόβλημα της ανεργίας θα λυθεί με την επέκταση της μερικής απασχόλησης. Είναι προφανές, με βάση το πακέτο Γιαννίτση, ότι οι «απασχολήσιμοι» πετιούνται ολοσχερώς εκτός κάθε έννοιας Κοινωνικής Ασφάλισης. Ουδέποτε θα στοιχειοθετήσουν δικαίωμα συνταξιοδότησης, ουδέποτε θα στοιχειοθετήσουν δικαίωμα κοινωνικών παροχών στον τομέα της Υγείας.
5) Λένε ότι το «ασφαλιστικό πακέτο» εντάσσεται στο γενικότερο σχεδιασμό τους για την ενίσχυση της απασχόλησης. Μα, αυξάνοντας τα όρια συνταξιοδότησης, επεκτείνοντας τα χρόνια εργασίας, σε μια περίοδο που το αίτημα για μείωση του χρόνου εργασίας είναι υπερώριμο, δεν είναι προφανές ότι η ανεργία θα φουντώσει με συνέπεια τη μείωση των εσόδων των Ταμείων, πρόβλημα που με τη σειρά του θα αναπαράγει και θα διαιωνίζει το οικονομικό πρόβλημα των Ταμείων κ.ο.κ.;
6) Λένε πως για τα οικονομικά προβλήματα των Ταμείων πρέπει να αναλάβουν «όλοι» τις ευθύνες τους. Ρωτάμε: Πότε, ποιος εργαζόμενος δεν πλήρωσε τις εισφορές του; Εκείνοι που δεν πλήρωναν (και δεν πληρώνουν) είναι οι βιομήχανοι, οι καπιταλιστές και το κράτος τους, που κλέβει για δεκαετίες τα λεφτά των εργατών και τα δίνει στους «ευεργέτες», για να κάνουν ...ανάπτυξη. Γιατί, λοιπόν, πρέπει «όλοι» να αναλάβουν τις ευθύνες τους; Γιατί λοιπόν οι εργαζόμενοι να αναλάβουν (ξανά) τις ευθύνες των χορτάτων και των κλεφτών;
7) Λένε ότι με τα μέτρα τους εμπεδώνουν την «κοινωνική ασφάλεια». Μα όταν φτάνουν να θέτουν σε αχρηστία ακόμα και το ελάχιστο, δηλαδή την κατώτατη σύνταξη, όταν η κατώτατη σύνταξη που σήμερα είναι 124.000, αλλά με τα μέτρα τους θα ξεπερνά δε θα ξεπερνά τις 70.000 (!), για ποια «κοινωνική ασφάλεια» μιλάμε;
8) Λένε ότι τα μέτρα τους στοχεύουν, εκτός των άλλων, και στην καλύτερη «οργάνωση» του συστήματος. Μα η «οργάνωσή τους» είναι μια χαρά, όταν υπολογίζουν το ύψος της «μαύρης» και της «ανασφάλιστης» εργασίας. Ξέρουν πολύ καλά το μέγεθος των τρισ. που χάνονται κάθε χρόνο, επειδή οι κεφαλαιοκράτες αρνούνται να ασφαλίσουν Ελληνες και ξένους εργάτες. Εκεί, όταν υπολογίζουν πόσα κλέβονται από τους εργαζόμενους, η «οργάνωσή τους» είναι περίφημη. Η «οργάνωσή τους» αρχίζει να έχει ...προβλήματα όταν πρόκειται να τεθεί τέρμα στην κλεψιά. Αφού ξέρουν και το μέγεθος της κλεψιάς και τους τόπους που διενεργείται αυτή η κλοπή, γιατί δεν τη σταματούν; Προφανώς γιατί αυτό δε θα έκανε καλό στην ...«ανάπτυξη» των θησαυροφυλακίων των κεφαλαιούχων.
9) Λένε ότι βάζουν «νερό στο κρασί τους», όσον αφορά τις γυναίκες με ανήλικα παιδιά... Εδώ η αθλιότητά τους ξεπερνά κάθε όριο: Δε φτάνει που προσθέτουν από 5 μέχρι και 15 (!) χρόνια δουλειάς σε μια εργαζόμενη μάνα μέχρι να στοιχειοθετήσει δικαίωμα σύνταξης, δε φτάνει που της κόβουν στο μισό τη σύνταξη, το παίζουν και ...φίλοι της μητρότητας! Παρεμπιπτόντως: Αλήθεια, εκείνο το «όταν η γυναίκα έχει ανήλικο παιδί» τι σημαίνει; Πότε να έχει ανήλικο παιδί; Πριν πιάσει δουλειά, όταν πιάσει δουλειά ή μετά από τρεις - τέσσερις δεκαετίες που θέλουν να βγαίνει σε σύνταξη (οπότε και βεβαίως το παιδί μόνο ανήλικο δε θα είναι). Θα μας το εξηγήσουν;
10) Λένε ότι τα μέτρα τους υπαγορεύονται από την αντίληψή τους περί «κοινωνικής αλληλεγγύης». Εδώ ένα στοιχείο είναι αρκετό: Ακόμα και με βάση τους δικούς τους υπολογισμούς τα μέτρα τους ισοδυναμούν για την επόμενη 25ετία με αφαίρεση περί των 25 τρισεκατομμυρίων δραχμών από τους εργαζόμενους και μελλοντικούς συνταξιούχους. Αν αυτό είναι «κοινωνική αλληλεγγύη», ο κοινωνικός κανιβαλισμός τι είναι;
Συνεπώς: Οι εργαζόμενοι έχουν πληρώσει την εξασφάλιση των γηρατειών τους διπλά και τρίδιπλα. Τους έκλεψαν τα λεφτά και τώρα τους ζητούν και τα ρέστα. Οι εργαζόμενοι δεν έχουν καμία υποχρέωση να πληρώσουν ούτε μία δραχμή. Εχουν κάθε λόγο να διεκδικήσουν την ανθρώπινη ζωή που τους χρωστούν. Απαιτούν και δικαιούνται όχι μόνο να μην αυξηθούν τα όρια συνταξιοδότησης, αλλά να μειωθούν γενναία, σε πρώτη φάση στα 55 και 60 χρόνια. Οχι μόνο να μη μειωθούν οι συντάξεις, αλλά κανένας άνθρωπος πλέον να μην παίρνει σύνταξη μικρότερη από 220.000 δραχμές το μήνα. Οχι μόνο να μην καρατομηθεί ο κοινωνικός χαρακτήρας της Ασφάλισης, αλλά να κατοχυρωθεί έμπρακτα η άμεση και δωρεάν πρόσβαση κάθε ασφαλισμένου στις υπηρεσίες παροχής υγειονομικής φροντίδας.
Για όλα αυτά οι εργάτες έχουν πληρώσει. Με ιδρώτα και αίμα. Αυτά έγραφε τότε ο «Ριζοσπάστης» τον Απρίλη του 2001 και συνέχιζε τον Ιούνη του 2001:
Εδώ και τώρα η κατεδάφιση της Κοινωνικής Ασφάλισης!
Η Κομισιόν «ανησυχεί» για τη δημοσιονομική σταθερότητα της «ζώνης ΟΝΕ» το 2001, επισημαίνει ότι «η ύφεση δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως άλλοθι» δημοσιονομικής αστάθειας, προειδοποιεί για τα «ελλείμματα» της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Πορτογαλίας, απαιτεί «περισσότερο συντονισμό», εφιστά την προσοχή για τις επιπτώσεις των 15 ξεχωριστών δημοσιονομικών πολιτικών στη «ζώνη Ευρώ» και επαναλαμβάνει τις «εντολές» των Ευρωπαϊκών Συμβουλίων της Λισαβόνας και της Στοκχόλμης για «ιδιωτικοποίηση» των συνταξιοδοτικών συστημάτων, «ιδιαίτερα στην Ισπανία, στην Ελλάδα και την Πορτογαλία», χώρες που «προβλέπεται αύξηση δημοσίων δαπανών». Πρόκειται για επισημάνσεις της Κομισιόν στην «Εκθεση για τα δημόσια οικονομικά στην ΟΝΕ το 2001», που δόθηκε χτες στη δημοσιότητα και είναι η δεύτερη σχετική γενική έκθεση από την 1/1/1999 που ισχύει η ΟΝΕ του Μάαστριχτ.
Οπως δήλωσε ο αρμόδιος επίτροπος, Ισπανός Πέδρο Σόλμπες, «η τωρινή οικονομική επιβράδυνση θα αποτελέσει την πρώτη πραγματική δοκιμή της αποτελεσματικότητας της διαδικασίας δημοσιονομικής επιτήρησης στη ζώνη Ευρώ», δηλαδή την πρώτη, ουσιαστικά, δοκιμή του περιβόητου «Συμφώνου Σταθερότητας» (ΣΣ) για να δείξει την αντοχή και την «αποτελεσματικότητά» του σε περίοδο οικονομικής ύφεσης.
Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η Κομισιόν «ανησυχεί» πως τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι τρεις μεγαλύτερες οικονομίες της ΟΝΕ, η Γερμανία, η Γαλλία και η Ιταλία, ενδέχεται να έχουν επιπλέον επιβαρυντικές «επιπτώσεις» στην οικονομία της «ζώνης Ευρώ», αποδεικνύοντας τη σαθρότητα της οικονομικής «ολοκλήρωσης» της Ευρωπαϊκής Ενωσης (ΕΕ). Ο Π. Σόλμπες τόνισε την ανάγκη αντοχής του ΣΣ στις «κυκλικές διακυμάνσεις» και στις επιρροές της «παγκοσμιοποίησης».
Οσον αφορά στις αναφορές στον «εκσυγχρονισμό» των συστημάτων «κοινωνικής προστασίας», αυτές αποτελούν υποχρέωση για το «πλαίσιο» ανάλυσης της ΟΝΕ του Μάαστριχτ εδώ και μια δεκαετία. Για το Μάαστριχτ «δημόσια οικονομικά» σημαίνει σχέση δημοσίου κεφαλαίου - μισθωτής εργασίας. Την περίοδο 1990 - 1999 η «σχέση» αυτή αφορούσε στην «προσαρμογή» των εργαζομένων στις επιταγές του πολυεθνικού κεφαλαίου όσον αφορά στο ρόλο του κράτους ως εργοδότη. Από τότε που τέθηκε σε ισχύ η ΟΝΕ (1/1/1999) και με την ανάληψη της εξουσίας από σοσιαλ-«δημοκρατικές» κυβερνήσεις, η «σχέση» αυτή «απλώθηκε» στο σύνολο των «σχέσεων» με την «κοινωνία» και υποχρεωτικά έθιξε ζητήματα «εκσυγχρονισμού» του ασφαλιστικού και του συνταξιοδοτικού.
Η χτεσινή ειδική αναφορά της έκθεσης της Κομισιόν στα συνταξιοδοτικά συστήματα της Ισπανίας, της Ελλάδας και της Πορτογαλίας συνάδει με τις αποφάσεις της Λισαβόνας και της Στοκχόλμης, αλλά, οπωσδήποτε, δίνει ένα «χεράκι» βοήθειας σ' αυτές τις κυβερνήσεις που αντιμετωπίζουν «ειδικά» προβλήματα «εκσυγχρονισμού» εξαιτίας κρατικών δυσλειτουργιών και λαϊκής αντίστασης.
Ιδιαίτερα για την Ελλάδα, όπου το συνταξιοδοτικό αποτελεί, στη συγκυρία, μείζον πρόβλημα για την παραπαίουσα κυβέρνηση. Οι Βρυξέλλες δεν αποφασίζουν, ακόμη, για τα εργατικά, δίνουν «εντολές», αλλά αυτές πρέπει να υλοποιηθούν από τις «εθνικές» κυβερνήσεις. Αλλο πράγμα να στήνεις το «πλαίσιο» και άλλο πράγμα η «ζωή» του. Αλλο πράγμα η «θεωρία» και άλλο η «πράξη», το «συμβάν». Σύμφωνα με πηγές της Κομισιόν, αυτές οι τρεις χώρες, η Ισπανία, η Ελλάδα και η Πορτογαλία, είναι τα μόνα κράτη - μέλη που έδωσαν «πληροφορίες» στις Βρυξέλλες για το συνταξιοδοτικό, επιζητώντας σαφέστατα «σανίδα σωτηρίας» στα εσωτερικά τους προβλήματα. Και η Κομισιόν προσέτρεξε, για άλλη μια φορά, κάνοντας το «καθήκον», που προτάσσει το γενικό συμφέρον του μεγάλου κεφαλαίου. Η αναφορά της έκθεσης έχει ως εξής: «Σύμφωνα με διαθέσιμες εκτιμήσεις, η γήρανση του πληθυσμού μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των δημοσίων δαπανών μεταξύ 5% και 8% του ΑΕΠ στις επόμενες δεκαετίες, με πιέσεις ιδιαίτερα φορτικές σε ορισμένα κράτη - μέλη - ιδιαίτερα στην Ισπανία, την Ελλάδα και την Πορτογαλία, όπου το καθεστώς συνταξιοδότησης χρηματοδοτείται αναδιανεμητικά».
Η Κομισιόν επαναλαμβάνει ξεκάθαρα την πρόταση για «εκσυγχρονισμό» του καθεστώτος, «συμπεριλαμβανομένης και της χρηματοδότησης από κεφαλαιοποίηση των συντάξεων». Η κατάσταση περιγράφεται ως (...) μονόδρομος από την Κομισιόν, αφού σύμφωνα με την «έκθεση» και τις χτεσινές δηλώσεις του αρμοδίου επιτρόπου Π. Σόλμπες «κράτη - μέλη όπως το Βέλγιο, η Ελλάδα και η Ιταλία με υψηλό συσσωρευμένο δημόσιο χρέος, πρέπει να δράσουν με προτεραιότητα στη μείωση του χρέους και όχι στη μείωση της φορολογίας». Μ' άλλα λόγια, η ελληνική κυβέρνηση υποχρεούται έναντι της ΟΝΕ και του ΣΣ για «ταχεία» μείωση του χρέους, ενώ «προβλέπεται σημαντική αύξηση στις δημόσιες δαπάνες για τις συντάξεις». Πλήρες άλλοθι, οι Βρυξέλλες «πιέζουν» για μείωση του χρέους και «δεν υπάρχει άλλη λύση» παρά να πληρώσουν, και πάλι, οι εργαζόμενοι, οι ασφαλισμένοι, οι συνταξιούχοι. Μήπως δεν προσομοιάζει και ως προς την ουσία και ως προς τα επιχειρήματα της αστικής πολιτικής με το σήμερα;
«Μακροπρόθεσμη απασχολησιμότητα» ονομάζουν τη δουλειά έως το θάνατο!
Αλλά επειδή το 2005 ήταν χρονιά ελέγχου των αποτελεσμάτων από την εφαρμογή της Στρατηγικής της Λισαβόνας, στην ΕΕ άρχισαν να εξετάζουν πολύ συγκεκριμένα πώς εφαρμόζεται η πολιτική κατεδάφισης της Κοινωνικής Ασφάλισης. Ετσι, ο «Ριζοσπάστης στις 10/3/2004, λίγο πριν την Εαρινή Σύνοδο Κορυφής, γράφει:
«Συγκεκριμένα μέτρα, που υλοποιούν το στόχο για αύξηση κατά 5 χρόνια της μέσης πραγματικής ηλικίας συνταξιοδότησης, προωθεί άμεσα η Ευρωπαϊκή Ενωση. Τα μέτρα αυτά περιέχονται σε κείμενο της Κομισιόν COM 146 (2004) τελικό, προς το Συμβούλιο και θα συζητηθούν στη Σύνοδο Κορυφής στις 25 Μάρτη στο Δουβλίνο.
Τα μέτρα αυτά καθορίζουν μια σειρά αντικίνητρα, για να εμποδιστεί η συνταξιοδότηση με τα σημερινά όρια, ανοίγουν το δρόμο ακόμα και για αύξηση των επίσημων ορίων και εισάγουν ένα νέο καθεστώς ημιαπασχόλησης και μερικής συνταξιοδότησης..!
Η ίδια η Κομισιόν στη συνθετική της Εκθεση προς το Εαρινό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του 2004 COM 29 (2004), έχει «ορίσει την παράταση του επαγγελματικού βίου ως έναν από τους τρεις τομείς προτεραιότητας, όπου απαιτείται ταχεία ανάληψη δράσης, για να υλοποιηθεί η Στρατηγική της Λισαβόνας».
Μάλιστα, με το παρόν κείμενο η Κομισιόν καθορίζει ότι και η λεγόμενη «κοινωνική Σύνοδος Κορυφής», που πραγματοποιείται την παραμονή του Εαρινού Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του 2004, πρέπει να έχει τον ίδιο στόχο. «Η παράταση του επαγγελματικού βίου πρέπει να είναι βασικό στοιχείο της συνεργασίας αυτής και βασικό σημείο της συζήτησης». Και αυτό πρέπει να υπογραμμιστεί, καθώς στην τριμερή κοινωνική Σύνοδο παίρνουν μέρος τα συνδικάτα. Δηλαδή, η ΣΕΣ σε ευρωπαϊκό επίπεδο και η δική μας η ΓΣΕΕ, που εκπροσωπείται και συμμετέχει με τα μπούνια στη ΣΕΣ.
Ενα από τα μέτρα που ορίζει η Κομισιόν είναι η αποτροπή της πρόωρης συνταξιοδότησης. Οπου, βέβαια, πρόωρη συνταξιοδότηση θεωρείται ακόμα και η κανονική συνταξιοδότηση.
Συγκεκριμένα, υπογραμμίζει πως «κρίνεται σημαντικό να στραφεί η σχετική πολιτική προς την ενθάρρυνση των εργαζομένων μεγαλύτερης ηλικίας ώστε να παραμείνουν στο εργατικό δυναμικό, ιδίως με την αναθεώρηση των κινήτρων για εργασία, καθώς και των κανόνων επιλεξιμότητας και πρόσβασης στη συνταξιοδότηση και σε άλλα συστήματα παροχών». Και τονίζεται ότι «είναι ουσιώδους σημασίας, προκειμένου να διατηρηθεί η προσφορά εργασίας και να διασφαλιστεί η μακροπρόθεσμη απασχολησιμότητα».
«Μακροπρόθεσμη απασχολησιμότητα». Ιδού ποιο είναι το μοντέλο της εργασίας που ετοιμάζουν για τους ανθρώπους που πλησιάζουν ή είναι σε ηλικία συνταξιοδότησης.
Η Κομισιόν, επειδή προφανώς θεωρεί ότι το 1/3 των συνταξιούχων 55 - 64 ετών, που έχει συνταξιοδοτηθεί κανονικά, και το 20% με πρόωρη συνταξιοδότηση για λόγους ασθένειας ή αναπηρίας, είναι υψηλό, προωθεί την «αναθεώρηση των διατάξεων για την πρόωρη συνταξιοδότηση» και γενικότερα «την επανεξέταση των οικονομικών κινήτρων, καθώς και την εξασφάλιση της ορθής εφαρμογής σε άλλα συστήματα παροχών (όπως η μακροχρόνια ανεργία, η μακροχρόνια ασθένεια και η αναπηρία, που ενδέχεται να αποτελούν εναλλακτικές διόδους για την αποχώρηση από την αγορά εργασίας)...». Με απλά λόγια, η ΕΕ προτίθεται να περικόψει δικαιώματα και επιδόματα που αφορούν στη μακροχρόνια ανεργία, στη μακροχρόνια ασθένεια και την αναπηρία, ώστε αυτά να μη γίνονται «εναλλακτικές δίοδοι» προς τη συνταξιοδότηση.
Σε κάθε περίπτωση, η Κομισιόν προτρέπει «να αποφεύγεται η χρησιμοποίηση προγραμμάτων που προβλέπουν παροχές ανεργίας, ως εναλλακτική πορεία προς την πρόωρη συνταξιοδότηση για εργαζόμενους μεγαλύτερης ηλικίας». Δηλαδή, δίνει εντολή να καταργηθούν όλα εκείνα τα μέτρα προστασίας που πάρθηκαν για εργαζόμενους μεγάλης ηλικίας που έμειναν άνεργοι μετά από κλείσιμο επιχειρήσεων και την επιστροφή τους στην αγορά εργασίας με όρους απασχολησιμότητας.
Ενας δεύτερος τρόπος για να αναγκαστούν οι εργαζόμενοι να παραμείνουν στην εργασία είναι η εφαρμογή «ευέλικτων μορφών οργάνωσης της εργασίας». Εδώ σημαντικό ρόλο μπορεί να παίξει η επέκταση της μερικής απασχόλησης. Γι' αυτό «η συνταξιοδότηση πρέπει να μετατραπεί από γεγονός σε διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας τα άτομα αποφασίζουν να μειώσουν σταδιακά τις ώρες απασχόλησής τους με την πάροδο του χρόνου. Η μερική συνταξιοδότηση είναι μια επιλογή που αξίζει περισσότερη προσοχή από αυτήν που συγκεντρώνει σήμερα».
Επί της ουσίας, προωθείται ένα νέο μοντέλο «απασχολήσιμου» και μισο-συνταξιούχου. Ο εργαζόμενος μετά τα 55, αλλά και τα 64 χρόνια του, θα βρίσκεται με το ένα πόδι στη σύνταξη και με το άλλο στην επιχείρηση.
Στην πράξη, θα είναι δεμένος στη δουλειά μέχρι να πεθάνει.
Τα επιτελεία της ΕΕ δεν κρύβουν λόγια και ομολογούν κυνικά: «Το μέλημα δεν είναι μόνον να εξασφαλιστεί η παραμονή στην εργασία μεγαλύτερου μεριδίου ατόμων που είναι σήμερα ηλικίας 55 - 64 ετών, αλλά και να ενισχυθεί η απασχολησιμότητα των ατόμων που διανύουν σήμερα την πέμπτη και έκτη δεκαετία της ζωής τους».
Και για να μη μείνει η παραμικρή αμφιβολία για τη Στρατηγική της Απασχόλησης στην Ευρωπαϊκή Ενωση, η Κομισιόν, με το κείμενό της προς το Εαρινό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, υπογραμμίζει: «Η επιστράτευση όλων των δυνατοτήτων των ατόμων κάθε ηλικίας καθ' όλη τη διάρκεια του βίου αποτελεί το επιστέγασμα της στρατηγικής της ΕΕ για τη γήρανση του εργατικού δυναμικού».
Να, λοιπόν, πώς λύνει το «πρόβλημα της γήρανσης» η ΕΕ. Καταργώντας το δικαίωμα στη σύνταξη, καταργώντας τους συνταξιούχους και το δικαίωμα στην ξεκούραση και στον ελεύθερο χρόνο για τους ηλικιωμένους. Μετατρέποντας τους συνταξιούχους σε διά βίου «απασχολήσιμους».
Τσακίζει την Κοινωνική Ασφάλιση
Ωσπου φτάσαμε στις μέρες μας και στην Εαρινή Σύνοδο Κορυφής το Μάρτη του 2012, όπου αποφασίστηκαν αυτά τα αντιδραστικά μέτρα που προωθούνται ολοταχώς τώρα. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του «Ριζοσπάστη», η «Συνθήκη για τη Σταθερότητα, το Συντονισμό και τη Διακυβέρνηση στην Οικονομική Νομισματική Ενωση» αποτελεί το νέο αντιδραστικό στρατηγικό πλαίσιο της ενισχυμένης οικονομικής διακυβέρνησης της Ευρωζώνης και συνολικά της ΕΕ, με επαχθείς όρους για τους λαούς.
Η Λευκή Βίβλος της Επιτροπής, με τον ψευδεπίγραφο τίτλο «ατζέντα για ασφαλείς και βιώσιμες συντάξεις» - COM (2012) 55 τελικό, Βρυξέλλες, 16 Φλεβάρη 2012 - έρχεται να δώσει συνέχεια στην αντίστοιχη Πράσινη Βίβλο, που είχε δώσει στη δημοσιότητα για «διαβούλευση» με κράτη - μέλη και «κοινωνικούς εταίρους» η Ε. Επιτροπή, στις 7 Ιουλίου του 2010, [COM (2010) 365]. Η Λευκή Βίβλος κωδικοποιεί τώρα το αποτέλεσμα αυτής της στημένης «διαβούλευσης», δεδομένου ότι οι απαντήσεις και τα συμπεράσματα που θα κατέληγε, όπως και κατέληξε, ήταν προδιαγεγραμμένα από την αρχή με τη συμπαιγνία της πλουτοκρατίας, της ΕΕ και της εργατικής αριστοκρατίας των ρεφορμιστών και οπορτουνιστών συνδικαλιστών. Εδώ πρέπει να τονιστεί, για ακόμη μία φορά, ο βρώμικος ρόλος της εργατικής αριστοκρατίας των ευρωπαϊκών συνδικάτων (ETUC, ΣΕΣ) και των ντόπιων εργοδοτικών και κυβερνητικών συνδικαλιστών (ΓΣΕΕ, ΑΔΕΔΥ), που με τη συμμετοχή τους στον «κοινωνικό διάλογο» και τη «δημόσια διαβούλευση» - με προαποφασισμένο το αποτέλεσμα - δίνουν ψευτονομιμοποίηση σε ένα ακόμη έγκλημα ΕΕ - κεφαλαίου και αστικών κυβερνήσεων των κρατών - μελών: Το σφαγιασμό των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και την πλήρη διάλυση των δημόσιων συστημάτων Κοινωνικής Ασφάλισης.
Η Επιτροπή χρησιμοποιεί και πάλι το ψευτοεπιχείρημα της «γήρανσης του πληθυσμού» και της αύξησης του προσδόκιμου ζωής, χωρίς όμως να παρουσιάζει κανένα αξιόπιστο στατιστικό - επιστημονικό δεδομένο ή μελέτη. Ετσι, η αύξηση του προσδόκιμου ζωής των εργατών, αποτέλεσμα της επιστημονικής προόδου και των υλικών μέσων διαβίωσης με τη σκληρή δουλειά της εργατικής τάξης, μετατρέπεται από το κεφάλαιο σε παράταση της εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης με δουλειά μέχρι το θάνατο. Πλάι στη «δημογραφική αλλαγή», η ΕΕ αξιοποιεί τώρα και την καπιταλιστική κρίση, επισείοντας τον τρομοκρατικό εκβιασμό για τη μη βιωσιμότητα των συνταξιοδοτικών συστημάτων.
Τα συστήματα Κοινωνικής Ασφάλισης αποτελούν, σύμφωνα με τις Συνθήκες της ΕΕ, ζήτημα της αποκλειστικής αρμοδιότητας των κρατών - μελών. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αφήνοντας κατά μέρος τα προσχήματα, δηλώνει ότι οι οικονομίες και οι κοινωνίες των κρατών - μελών είναι αλληλένδετες, η επιτυχία ή αποτυχία των εθνικών συνταξιοδοτικών συστημάτων έχουν μεγάλες επιπτώσεις ιδιαίτερα στην ΟΝΕ και επομένως αποτελούν «θέμα κοινού ενδιαφέροντος της ΕΕ».
Η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι συντάξεις αντιπροσωπεύουν πολύ μεγάλο και αυξανόμενο ποσοστό του ΑΕΠ (10% κατά μέσον όρο σήμερα, που κυμαίνεται από 6% στην Ιρλανδία έως 15% στην Ιταλία). Μέσα από τις κατευθυντήριες γραμμές της οικονομικής διακυβέρνησης της ΕΕ και της δημοσιονομικής πειθαρχίας, για την Ελλάδα έχει οριστεί το ποσοστό 12,8% του ΑΕΠ - σύμφωνα με στοιχεία του 2010 - να μειωθεί δραστικά στο 2,6%, το 2020, συμφωνία και στόχος της αντιλαϊκής πολιτικής του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ. Ετσι, η Λευκή Βίβλος της Επιτροπής δεν έχει το χαρακτήρα συστάσεων στα κράτη - μέλη, αλλά υποχρεωτικών στρατηγικών κατευθύνσεων για τις επόμενες δεκαετίες, που τα κράτη - μέλη είναι υποχρεωμένα να εφαρμόσουν. Συνιστούν στρατηγικές επιλογές των μονοπωλίων, ώστε να εντείνουν την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και να μειώσουν ακόμη περισσότερο την τιμή της εργατικής δύναμης.
Η Λευκή Βίβλος σημειώνει με ικανοποίηση τις μεταρρυθμίσεις που έχουν γίνει στα συνταξιοδοτικά συστήματα των περισσότερων κρατών - μελών, αλλά το κεφάλαιο είναι αχόρταγο και απαιτεί ακόμη περισσότερα και σκληρότερα μέτρα. Βασική κατεύθυνση των αντιδραστικών μεταρρυθμίσεων που έχουν ήδη πραγματοποιήσει οι αστικές κυβερνήσεις των κρατών - μελών είναι η «μετατόπιση από συστήματα καθορισμένων παροχών σε συστήματα καθορισμένων εισφορών», με άλλα λόγια το μόνο που γνωρίζουν οι εργαζόμενοι είναι οι εισφορές που δίνουν, χωρίς να γνωρίζουν τι ποσό σύνταξης θα πάρουν! Δεύτερο κοινό βασικό χαρακτηριστικό των αντιδραστικών μεταρρυθμίσεων στα κράτη - μέλη είναι η μείωση των ποσοστών αναπλήρωσης, δηλαδή η μείωση του ύψους των συντάξεων.
Οι στρατηγικές κατευθύνσεις ΕΕ - κεφαλαίου - αστικών κυβερνήσεων
Α. Σύνδεση της ηλικίας συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής:
Αύξηση δηλαδή του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης. Το κεφάλαιο όμως δε σταματάει απλά εδώ. Απαιτεί να συνδεθεί η αύξηση αυτή με το προσδόκιμο της ζωής.
Για την Ελλάδα, για παράδειγμα, με το αντιασφαλιστικό τερατούργημα της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ υπολογίζεται ότι το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης μετά το 2020, με τη σύνδεσή του με το προσδόκιμο ζωής, υπολογίζεται να πάει στα 69 χρόνια και 4 μήνες. Στο παραπάνω πλαίσιο, η Επιτροπή προτείνει και διάφορες εναλλακτικές ρυθμίσεις με το ίδιο αποτέλεσμα, ανάλογα με τα συμφέροντα των μονοπωλίων σε κάθε χώρα, όπως είναι: συνδυασμός μερικής απασχόλησης και μερικής σύνταξης.
Επιπλέον, απαιτεί να αυξηθούν τα έτη καταβολής εισφορών και παράλληλα να παρθούν μέτρα ώστε: ι) Να παραταθεί ο χρόνος εργασίας των εργατών μεγαλύτερης ηλικίας και ιι) να αυξηθεί το ποσοστό απασχόλησης γυναικών και νέων και να παραταθεί ο εργάσιμος βίος των γυναικών. Τι σημαίνουν αυτά; Η αστική τάξη δεν ενδιαφέρεται απλά να εξοικονομήσει - προς όφελος του κεφαλαίου - δαπάνες που μέχρι σήμερα επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό για συντάξεις. Θέλει να ταΐσει τον Μινώταυρο του κεφαλαίου με περισσότερη εκμετάλλευση. Οι εργάτες να δουλεύουν για το κεφάλαιο μέχρι τα βαθιά γεράματα, μέχρι το θάνατο, παράγοντας υπεραξία για τους καπιταλιστές. Νέες κατηγορίες εργατικής δύναμης πρέπει να πέσουν στα νύχια των καπιταλιστών, γυναίκες - κι αυτές εργαζόμενες μέχρι εξόντωσης - νέοι και νέες, ακόμη και ανήλικοι με τα «κόλπα» της μαθητείας και της κατάρτισης, φτηνότερο εργατικό δυναμικό.
Στην κατεύθυνση αυτή, η Επιτροπή θέλει να αξιοποιήσει τους ξεπουλημένους κυβερνητικούς - εργοδοτικούς συνδικαλιστές, ώστε με κοινωνικούς διαλόγους και «εκστρατείες ενημέρωσης» να πείσουν τους εργάτες να πεθαίνουν δουλεύοντας για την κερδοφορία των μονοπωλίων. Ταυτόχρονα, θα αξιοποιήσει την προπαγανδιστική εκστρατεία της ΕΕ για το έτος 2012 που έχει ανακηρύξει ως «έτος ενεργού γήρανσης» για τη χειραγώγηση της εργατικής τάξης, τον έλεγχο των λαϊκών αντιδράσεων.
Αναδεικνύοντας το αποκρουστικό και απάνθρωπο πρόσωπο του εκμεταλλευτικού καπιταλιστικού συστήματος, η Επιτροπή προτείνει «επένδυση στην πρόληψη των ασθενειών και στην προώθηση της υγιούς γήρανσης ... και σε οικονομικά αποδοτικότερα συστήματα υγειονομικής περίθαλψης... για τη διατήρηση και τη μεγιστοποίηση ενός υγιούς και παραγωγικού εργατικού δυναμικού, ικανού να εξακολουθήσει να εργάζεται σε μεγαλύτερη ηλικία». Ακόμη και οι λέξεις χάνουν το νόημά τους. Η μόνη αξία που έχει για την ΕΕ και την πλουτοκρατία η ανθρώπινη ζωή και υγεία είναι για να παράγει κέρδη για το κεφάλαιο. Οι άνθρωποι πρέπει να μένουν υγιείς - με τα πιο φτηνά μέσα («οικονομικά αποδοτικότερα συστήματα υγειονομικής περίθαλψης») - για να αποτελούν αντικείμενο εκμετάλλευσης, όσο γίνεται περισσότερα χρόνια πριν πεθάνουν. Αυτό είναι το στυγνό πρόσωπο της απέραντης καπιταλιστικής βαρβαρότητας.
Β. Περιορισμός της πρόωρης συνταξιοδότησης
Ελαχιστοποίηση των περιπτώσεων πρόωρης συνταξιοδότησης τόσο σε γενικό επίπεδο, για όλους τους εργαζόμενους, όσο και σχετικά με ορισμένα επαγγέλματα, όπως τα βαρέα και ανθυγιεινά. Και εδώ οι απαιτήσεις του κεφαλαίου είναι διπλές: Αύξηση των ορίων ηλικίας για πρόωρη συνταξιοδότηση και ταυτόχρονα αύξηση των ετών ασφαλιστικών εισφορών, με ταυτόχρονη αυστηροποίηση των κριτηρίων συνταξιοδότησης, γεγονός που θα σημάνει νέο πετσόκομμα των αναπηρικών συντάξεων.
Εδώ εντάσσεται και η εξίσωση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης ανδρών και γυναικών, την οποία η Επιτροπή απαιτεί να επιταχυνθεί και να γενικευτεί σε όλα τα κράτη - μέλη. Ηδη, 18 κράτη - μέλη με την εθνική νομοθεσία τους εξομοιώνουν τα όρια μέχρι το 2020, 5 κράτη - μέλη το προβλέπουν για αργότερα και 4 κράτη - μέλη δεν έχουν νομοθετική πρόβλεψη. Απαίτηση της ΕΕ είναι η «εξομοίωση να υλοποιηθεί χωρίς καθυστέρηση».
Γ. Ανάπτυξη - επέκταση των ιδιωτικών συστημάτων Ασφάλισης ή όπως αναφέρονται στην ευρωενωσιακή ορολογία «Ιδρύματα Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών (ΙΕΣΠ)».
Επέλαση του κεφαλαίου που δραστηριοποιείται στον κλάδο της ιδιωτικής ασφάλισης και χρηματοπιστωτικών προϊόντων που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με αυτήν, ώστε να ανοιχτεί ένας ακόμη χρυσοφόρος τομέας για τους μονοπωλιακούς ομίλους. Το έδαφος καλλιεργείται με την κατεδάφιση των δημόσιων συστημάτων συνταξιοδότησης και τη μείωση των συνταξιοδοτικών παροχών σε ύψος τέτοιο που θα καθιστούν υποχρεωτική την προσφυγή των εργαζομένων στην ιδιωτική Ασφάλιση. Για να διευκολύνει ακόμη περισσότερο την κίνηση του κεφαλαίου στον κλάδο αυτό, η Επιτροπή προτίθεται να προτείνει οδηγία για τη διασυνοριακή κίνηση τέτοιων κεφαλαίων στα κράτη - μέλη της ΕΕ.
Οι παραπάνω στρατηγικές επιλογές του κεφαλαίου που προωθεί η ευρωενωσιακή λυκοσυμμαχία δεν είναι καινούργιες. Περιέχονται στους στόχους των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων που προωθεί η αντιλαϊκή στρατηγική της ΕΕ «Ευρώπη 2020», στις κατευθυντήριες γραμμές οικονομικού συντονισμού και απασχόλησης που καθόρισε η Επιτροπή και ενέκρινε το Συμβούλιο της ΕΕ από το 2010 και περιλαμβάνονται επίσης στις συστάσεις της Επιτροπής στα κράτη - μέλη μέσα από τις Ετήσιες Ερευνες Ανάπτυξης των ετών 2011 και 2012, που αποτελούν μέρος της ενισχυμένης οικονομικής διακυβέρνησης της ΕΕ. Πρέπει να τονιστεί ότι η Ελλάδα αναφέρεται από την Επιτροπή, μαζί με την Γαλλία (και τις Τσεχία, Ισπανία, Ιταλία) ως παράδειγμα συμμόρφωσης με τις στρατηγικές κατευθύνσεις του κεφαλαίου.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η ρητή δήλωση της Επιτροπής ότι «η πρόοδος που σημειώνουν τα κράτη - μέλη» στη σφαγή των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και συστημάτων θα παρακολουθείται από την Επιτροπή με «δείκτες συγκριτικής αξιολόγησης στο πλαίσιο της Στρατηγικής Ευρώπη 2020» και στα πλαίσια της ενισχυμένης οικονομικής διακυβέρνησης. Αυτό σημαίνει ότι όλες οι στρατηγικές αντιασφαλιστικές αναδιαρθρώσεις που έχει ανάγκη το κεφάλαιο για να αυξήσει την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης θα καθοδηγούνται από την ΕΕ και θα εφαρμόζονται από τις αστικές κυβερνήσεις σε κάθε κράτος - μέλος, με ενιαίο τρόπο και σιδερένια υλοποίηση.
 
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 23/9/2012

Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2012

Η γιορτή του μίσους στο Μελιγαλά

Η γιορτή του μίσους στο Μελιγαλά


Η μαύρη εθνική Πηγάδα
Εδώ που τα λέμε, έχουν και οι ανά την Ευρώπην νοσταλγοί του ναζισμού το δίκιο τους. Αν δεν τιμήσουν αυτοί τους ομοϊδεάτες τους, οι οποίοι κείτονται στην Πηγάδα του Μελιγαλά, ποιος θα τους τιμήσει;
Για δεκαετίες υπήρξε το σύμβολο του επίσημου αντικομμουνισμού και της διατεταγμένα επιλεκτικής μνήμης του «κράτους των εθνικοφρόνων». Τη δεκαετία του ’80 λειτούργησε ως χώρος συσπείρωσης των νοσταλγών της παλιάς καλής εποχής. Ηρθαν κατόπιν οι καιροί της «εθνικής συμφιλίωσης», και η Πηγάδα του Μελιγαλά πέρασε στα αζήτητα.
Μόνο περιθωριακές ακροδεξιές γκρούπες ταξιδεύουν πια κάθε Σεπτέμβρη, για να δώσουν τον τόνο σε μια επιμνημόσυνη τελετή χωρίς πολιτικό αντίκρισμα για τους διεκδικητές του «μεσαίου χώρου».
Ωσπου, φέτος, ο ξεχασμένος Μελιγαλάς ξανάγινε είδηση χάρη στο πανευρωπαϊκό ναζιστικό φεστιβάλ «Κύμα Μίσους 2005». Μια συγκέντρωση εγχώριων χρυσαυγιτών, γερμανών νεοναζί, ιταλών φασιστών, ισπανών φαλαγγιτών κι άλλων ομοϊδεατών τους, που προβλέπεται να κορυφωθεί την ερχόμενη Κυριακή με τη δυναμική παρουσία των «κατασκηνωτών» στο ετήσιο μνημόσυνο της Πηγάδας.
*Οι επίσημες αντιδράσεις των εκπροσώπων της τοπικής κοινωνίας απέναντι σ” αυτά τα σχέδια είναι καθαρά εχθρικές. «Ως δήμος, θεωρούμε ότι δεν υπάρχει καμία ταύτιση, ούτε έμμεση ούτε άμεση του χώρου της Πηγάδας με φιλοναζιστικές και φιλοφασιστικές οργανώσεις» εξηγεί στον «Ιό» η δήμαρχος Μελιγαλά, Ελένη Αλειφέρη-Καραθανάση. «Στην Πηγάδα υπάρχουν τα θύματα του Εμφυλίου, πολλοί απ” αυτούς είχαν πολεμήσει το ναζισμό και το φασισμό. Γενικότερα, θεωρούμε απαράδεκτη την προσπάθεια εκμετάλλευσης των νεκρών της Πηγάδας για πολιτικές σκοπιμότητες».
Οσον αφορά τη συμμετοχή των ναζιστών στη φετινή τελετή, η δήμαρχος είναι σαφής: «Στην Πηγάδα υπάρχει ένα θρησκευτικό μνημόσυνο που γίνεται με επιμέλεια και φροντίδα του «Συλλόγου των Θυμάτων Πηγάδας». Εκεί, ο καθένας είναι ελεύθερος να παραστεί. Αρκεί βέβαια να σέβεται το χώρο και την τελετή. Δεν είναι χώρος ένα μνημόσυνο για συνθήματα πολιτικά, ακραία ή μη… Είναι, κατά τη γνώμη μου, ένας χώρος προσευχής και περισυλλογής και τίποτε άλλο…».
*Την ίδια στάση κρατάει και ο οργανωτής του μνημοσύνου, πρόεδρος του «Συλλόγου Θυμάτων Πηγάδας Μελιγαλά» και δημοτικός σύμβουλος Επαμεινώνδας Μανιάτης. «Είμαστε αντίθετοι, διότι αυτοί δεν έχουν καμία σχέση με το μνημόσυνο. Αν έρχονται σαν επισκέπτες, να δουν, είναι δεκτός ο καθένας. Εμείς στο χώρο της Πηγάδας δεχόμεθα όλους τους Ελληνες. Δεν θέλουμε όμως πολιτική εκμετάλλευση, απ” οπουδήποτε κι αν προέρχεται».
Παρατηρούμε ότι η «Χρυσή Αυγή» είναι τακτικός θαμώνας των εκδηλώσεων κάθε Σεπτέμβρη. Ο κ. Μανιάτης το επιβεβαιώνει: «Μία ομάδα έρχεται, και μάλιστα καταθέτουν και στεφάνι. Γιατί εκεί, όποιος μας ζητήσει, βεβαίως επιτρέπουμε να καταθέσει στεφάνι». Παραδέχεται, επίσης, ότι η πολιτικοποίηση ήταν ανέκαθεν συνυφασμένη με την τέλεση του μνημοσύνου:
«Ετσι ήτανε από παλιά: ότι εδώ έγινε μια σφαγή από τους αναρχοκομμουνιστές. Αυτή είναι άλλωστε η αλήθεια». Ο ίδιος έχει χάσει τον πατέρα του, εκτελεσμένο από τον ΕΛΑΣ. «Εχω μια πικρία… Σας πληροφορώ, όμως, ότι έχω κάνει παρέα με ανθρώπους αριστερούς, και μάλιστα με ανθρώπους που τους είχαν πάει και στη Μακρόνησο. Ενας κόσμος, απ” τους παλιούς, με είχαν δει και λέγανε «Τι κάνει αυτός;»».
Μακρονησιώτης πολιτικός κρατούμενος ίσον «σφαγέας». Παρά την προσπάθεια του συνομιλητή μας να φανεί μετριοπαθής, αυτή η εξίσωση αποκαλύπτει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα όρια της «εθνικής συμφιλίωσης» σε τούτο τον τόπο.
*Σε εντελώς διαφορετικό μήκος κύματος κινείται ανακοίνωση των χρυσαυγιτών Μεσσηνίας στον τοπικό τύπο (17.8.05): «Εμείς», διακηρύσσουν οι οργανωτές του φεστιβάλ για το μνημόσυνο, «θα βρισκόμαστε πάντοτε εκεί για να τιμάμε με την παρουσία μας τους αγνούς έλληνες πατριώτες και τους ηρωικούς μαχητές των Ταγμάτων Ασφαλείας που έδωσαν τη ζωή τους για να μην υποδουλωθεί η πατρίδα μας στους εαμοβούλγαρους κομμουνιστοσυμμορίτες».
*Την εικόνα συμπληρώνουν οι δηλώσεις πολιτών στα τοπικά κανάλια: σ” ένα τυπικό ρεπορτάζ του είδους, σχεδόν όλοι οι ερωτηθέντες τάχθηκαν κατά της παρουσίας των νεοναζί στο μνημόσυνο, φροντίζοντας όμως ταυτόχρονα να ξεκαθαρίσουν ότι «ο χώρος της Πηγάδας είναι ιερός» (BEST 25.8.05).
Αυτό που απουσιάζει ολοκληρωτικά από την όλη συζήτηση, είναι η ουσιαστική αποτίμηση του ετήσιου «μνημοσύνου» αυτού καθ” εαυτού. Το διαπιστώνουμε, πάνω απ” όλα, ξεφυλλίζοντας τα σχετικά δημοσιεύματα του αθηναϊκού και διεθνούς τύπου. Τι ακριβώς αφορά η επίμαχη τελετή, που ο πανευρωπαϊκός νεοναζισμός φιλοδοξεί να «τιμήσει» (ή να «αμαυρώσει») με την παρουσία του;
-Σύμφωνα με τους «New York Times», το ζήτημα αφορά «μια από τις ζοφερότερες ελληνικές επετείους: τη σφαγή 1.400 γυναικών και παιδιών από κομμουνιστές αντάρτες το 1944 στο Μελιγαλά» («Ν.Υ. Times» 10.8.05). Πηγή του δημοσιεύματος, όπως άλλωστε και των περισσότερων σχετικών αναφορών στο Διαδίκτυο, αποτελεί η διαβόητη «Μαύρη Βίβλος του Κομμουνισμού» των Κουρτουά και Σία (βλ. «Ιός» 11.11.2001 & 2.3.2002) -με κάποιες προσαρμογές επί το αντικομμουνιστικότερον, αφού το πρωτότυπο κείμενο μιλάει για «1.400 άντρες, γυναίκες και παιδιά και περίπου 50 αξιωματικούς και υπαξιωματικούς των Ταγμάτων ασφαλείας» που «δολοφονήθηκαν» από τον ΕΛΑΣ (σ. 347).
-Κατά την αγγλόφωνη έκδοση της «Καθημερινής», πάλι, στο Μελιγαλά έγινε «σφαγή εθνικιστών αντιστασιακών αγωνιστών και πολιτών» (4.6.05).
-Την ίδια ακριβώς διατύπωση υιοθετεί κι η ισραηλινή «Jerusalem Post» (4.6.05), που κατά τα άλλα διαρρηγνύει τα ιμάτιά της για τη χιτλερική μάζωξη.
Το απωθημένο παρελθόν
Αυτό που κανείς -εκτός από τους ίδιους τους ναζί- δεν φαίνεται (ή δεν θέλει) να θυμάται, είναι ποιοι ακριβώς είναι θαμμένοι στην περίφημη Πηγάδα. Η επιλεκτική αυτή αμνησία δεν είναι καθόλου περίεργη.
Η διακριτική αποσιώπηση της ταυτότητας των νεκρών αποτελεί συστατικό στοιχείο των «μνημοσύνων» του Μελιγαλά ήδη από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια και συνδέεται με τη γενικότερη στρατηγική βάσει της οποίας επιχειρήθηκε στη χώρα μας η «δικαίωση» του ένοπλου δωσιλογισμού.
Με δυο λόγια: αυτό που συνήθως αποκρύπτει η φιλολογία περί «αθώων θυμάτων» είναι (α) το ιστορικό γεγονός ότι ο Μελιγαλάς υπήρξε βάση και ορμητήριο των ένοπλων συνεργατών της Βέρμαχτ που το 1943-44 έπνιξαν στο αίμα τη Μεσσηνία και τους γύρω νομούς και (β) ότι το μακελειό του 1944 ήταν το αποτέλεσμα μιας από τις σκληρότερες μάχες που έδωσε ο ΕΛΑΣ, με εξουσιοδότηση του συμμαχικού στρατηγείου και της κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Ας δούμε όμως τα πράγματα από την αρχή.
*Κωμόπολη 2.482 κατοίκων το 1940, ο Μελιγαλάς χρησιμοποιήθηκε το 1941-43 ως βάση ιταλών καραμπινιέρων (1941-43) και μιας διλοχίας γερμανικού στρατού (1943-44).
*Οταν την άνοιξη του 1944 οι Γερμανοί συγκρότησαν τα Τάγματα Ασφαλείας, ένοπλους δωσιλογικούς σχηματισμούς με αποστολή την «αξιοποίηση της αντικομμουνιστικής μερίδας του ελληνικού λαού» για τη μετατροπή της αντιφασιστικής Αντίστασης σε εμφύλιο πόλεμο και την «εξοικονόμηση γερμανικού αίματος», εγκαταστάθηκε εκεί το 3ο Τάγμα Ασφαλείας Καλαμών-Μελιγαλά. Την υποστήριξή του ανέλαβε μια «πολιτική επιτροπή», με πρόεδρο τον πολιτευτή Περικλή Μπούτο και μέλη τον κοινοτάρχη, δυο δικηγόρους κι ένα γιατρό (Θεοδωρόπουλος 2001, σ. 133-4).
Ο τρόπος με τον οποίο «αξιοποιήθηκε» από τους ναζί αυτή η δωσίλογη «μερίδα του ελληνικού λαού» ήταν αναμενόμενος: Δεν πρόλαβε να εγκατασταθεί το Τάγμα στο Μελιγαλά, και τα γερμανικά αρχεία καταγράφουν τη συμμετοχή του σε «εκκαθαριστικές επιχειρήσεις» των κατοχικών στρατευμάτων. Στηριγμένοι στη Βέρμαχτ, οι ταγματασφαλίτες αναλαμβάνουν να κονιορτοποιήσουν τη μαζική βάση του ΕΑΜ με μαζικές συλλήψεις, βασανιστήρια, εκτελέσεις και κάψιμο σπιτιών, εγκαινιάζοντας ένα φαύλο κύκλο βίας και αντεκδικήσεων, που θα οδηγήσει στις εκτελέσεις των ημερών της Απελευθέρωσης.
Η μάχη και η σφαγή
Η συμβολή τους στην πολεμική προσπάθεια του Αξονα υπήρξε ουσιαστική. Δεν είναι μόνο ο προϊστάμενός τους, αντιστράτηγος των SS Βάλτερ Σιμάνα που, στην τελική έκθεσή του προς τον Χίμλερ (2.11.44), διαπιστώνει ότι τα Τάγματα Ασφαλείας «ήταν πολύτιμες βοηθητικές μονάδες στην ενεργό καταπολέμηση των συμμοριών». Βρετανική έκθεση του 1944 τονίζει πως «η τοπική γνώση των προσώπων και του χώρου από τα Τάγματα Ασφαλείας, τους προσδίδει μοναδική αξία για τους Γερμανούς, που μπορούν έτσι να κρατήσουν την Ελλάδα με έναν ελάχιστο αριθμό δυνάμεων», (ΔΙΣ 1998, σ. 43). Αποκαλυπτική είναι τέλος η πρακτική της Βέρμαχτ να περιλαμβάνει τους νεκρούς, τραυματίες ή αγνοούμενους ταγματασφαλίτες στους πίνακες των δικών της απωλειών.
*Για τη στάση του πληθυσμού, αρκετά εύγλωττες είναι οι μεταπολεμικές αναμνήσεις του υποδιοικητή του Τάγματος Μελιγαλά, ταγματάρχη Καζάκου, για τις εκκαθαριστικές του καλοκαιριού του 1944 στον Ταΰγετο: «Η επιχείρησις αύτη απέβη άκαρπος», σημειώνει, «καθ” όσον ο ΕΛΑΣ είχεν οργανώσει σχεδόν ολόκληρον την ύπαιθρον (Μεσσηνίας και Λακωνίας) από του εργάτου μέχρι του ανωτάτου τιτλούχου, ώστε επληροφορήθη εγκαίρως φαίνεται την όλην προπαρασκευήν» των Γερμανών και των συνεργατών τους.
Αντισυνταγματάρχης πλέον του ελληνικού στρατού, ο συντάκτης των παραπάνω γραμμών φροντίζει πάντως να διευκρινίσει, εν έτει 1955, ότι «η στάσις των Αρχών κατοχής υπήρξε ειλικρινής και φιλική» απέναντι στη μονάδα του (ΔΙΣ 1998, σ. 193). Αναφερόμενος πάλι στην αποχώρηση της Βέρμαχτ, δεν διστάζει να καταγγείλει τους Γερμανούς για «προδοτικήν στάσιν» (σ. 197).
*Οι Γερμανοί εγκατέλειψαν το Μελιγαλά στις 4.9.1944 και την Καλαμάτα την επομένη. Ο ΕΛΑΣ μπήκε στην μεσσηνιακή πρωτεύουσα στις 9 Σεπτεμβρίου, μετά ολοήμερη μάχη με τον εκεί «λόχο ασφαλείας» και τη χωροφυλακή. Στις 13 Σεπτεμβρίου ήρθε η σειρά του Μελιγαλά, όπου είχαν οχυρωθεί οι εναπομείναντες ταγματασφαλίτες. Οταν η ηγεσία τους απέρριψε το κάλεσμα του ΕΑΜ να καταθέσουν τα όπλα και να τεθούν στη διάθεση της κυβέρνησης εθνικής ενότητας, το λόγο είχαν τα όπλα. Οι αντίπαλες δυνάμεις ήταν ισοδύναμες αριθμητικά (1.000-1.200 ένοπλοι εκατέρωθεν), ενώ οι αντάρτες διέθεταν την υποστήριξη χιλιάδων χωρικών του εφεδρικού ΕΛΑΣ, που συνέρρεαν από τα πέριξ με αυτοσχέδιο οπλισμό.
Η μάχη κράτησε τρεις ολόκληρες μέρες (13-15.9.44). Το τελικό ανακοινωθέν του ΕΛΑΣ αναφέρει ότι σκοτώθηκαν 60 αντάρτες και 800 «ράλληδες». Ο δεύτερος αριθμός περιλαμβάνει προφανώς χοντρικά και τους εκτελεσμένους των επόμενων ημερών.
*Παρά τις αντιφάσεις, τις υπερβολές και τις αποσιωπήσεις τους, οι διαθέσιμες αφηγήσεις δίνουν μια γενική ιδέα όσων συνέβησαν μετά τη μάχη: Αρχικά σημειώθηκαν σποραδικοί φόνοι και καταστροφές περιουσιών. Ακολούθησε το ξεκαθάρισμα των συλληφθέντων με συνοπτικές διαδικασίες, από μια επιτροπή με επικεφαλής τους δικηγόρους Βασίλη Μπράβο και Γιάννη Καραμούζη. Από σημειώματα που δημοσιεύθηκαν αργότερα στον τοπικό εθνικόφρονα τύπο προκύπτει ότι αποφασιστικό ρόλο σ” αυτή τη διαδικασία έπαιξαν οι τοπικές οργανώσεις της Εθνικής Πολιτοφυλακής, στις οποίες είχε ανατεθεί η συγκέντρωση στοιχείων για την προηγούμενη δράση κάθε αιχμαλώτου. Οσοι καταδικάζονταν οδηγούνταν σε ένα εγκαταλειμμένο ξεροπήγαδο έξω απ” την κωμόπολη (την «Πηγάδα») κι εκτελούνταν.
*Πόσοι ήταν; Το 1945, το ιατροδικαστικό συνεργείο του Καψάσκη ανακοίνωσε ότι ξέθαψε 708 πτώματα. Στο μνημείο είναι γραμμένα 787 ονόματα από 61 πόλεις και χωριά. Η εθνικόφρων φιλολογία προβάλλει φυσικά πολύ μεγαλύτερα νούμερα: «περί τους 1.500 εις την Πηγάδα» μετρά ο Κώστας Καραλής (1958), «περί τα 1.800 άτομα πάσης ηλικίας και φύλου» βρίσκουν το Αρχηγείο Χωροφυλακής (1962) και ο καθηγητής Απόστολος Δασκαλάκης (1973), 1.900 τους θέλει ο Κων/νος Αντωνίου (1965), «άνω των 3.500 κατά τους μετριωτάτους υπολογισμούς» τους προτιμά η χουντική ιστορία του ΓΕΣ (1973). Ο Κοσμάς Αντωνόπουλος, πάλι, αναφέρει 2.100 «δολοφονηθέντες», παραθέτει όμως τα στοιχεία μόλις 699. Το βιβλίο που διανέμει ο «Σύλλογος Θυμάτων» περιέχει 1.144 ονόματα, ο συγγραφέας του όμως δείχνει μάλλον αναποφάσιστος: αλλού μιλάει για 1.500 νεκρούς (σ. 118), αλλού για «1.500 και πλέον» (σ. 115), αλλού για πάνω από 2.000 (σ. 26 & 166) κι αλλού για «5.000 εκατέρωθεν» (σ. 23). Σε κάθε περίπτωση, οι αριθμοί περιλαμβάνουν όχι μόνο τους «σφαγιασθέντες» αλλά και τους νεκρούς της τριήμερης μάχης.
*Την αντίθετη τάση επιδεικνύουν οι συγγραφείς της εαμικής πλευράς. Η αναλυτικότερη σχετική πηγή υπολογίζει 120 σκοτωμένους στη μάχη και 280-350 εκτελεσμένους στην Πηγάδα (Ξιάρχος 1982, σ. 38), ενώ δεν λείπουν αναφορές μέχρι και σε 1.200 νεκρούς.
*Πιο ενδιαφέρουσα απ” αυτή την… κολοκυθιά αποδεικνύεται η εξέταση του καταλόγου της έκδοσης του «Συλλόγου Θυμάτων». Σε σύνολο 1.144 ονομάτων (οι 108 κάτοικοι Μελιγαλά) υπάρχουν μόνο 18 γυναίκες, 18 ηλικιωμένοι, ένας έφηβος και κανένα παιδί. Ολοι οι υπόλοιποι, το 96,8% του συνόλου, είναι άντρες λίγο πολύ μάχιμης ηλικίας. Κάθε άλλο παρά σφαγή «γυναικόπαιδων», δηλαδή…
Μνημόσυνο ακατονόμαστων
Ευθύς εξαρχής, οι εκδηλώσεις στη μνήμη των «σφαγιασθέντων» πήραν ρεβανσιστικό χαρακτήρα.
*Το πρώτο μνημόσυνο (24.6.45) καταλήγει σε απόπειρα λιντσαρίσματος των αντιστασιακών που κρατούνταν στη φυλακή της κωμόπολης (Β. Κλεφτόγιαννης, «Οπως τα “ζησα», σ. 143-4).
*Από το Σεπτέμβριο του 1945 η τελετή τυποποιείται, με φαινομενικό οργανωτή την κοινότητα και ουσιαστικό τη νομαρχία. Συμμετέχουν οι πολιτικές, εκκλησιαστικές, αστυνομικές και στρατιωτικές αρχές, τοπικοί πολιτικοί, τα σχολεία. Επί χούντας θα καθιερωθεί και αθλητικό τουρνουά ποδοσφαίρου και ανώμαλου δρόμου, με κύπελλα που αθλοθέτησαν τοπικοί παράγοντες και οι κυλινδρόμυλοι «Ευαγγελίστρια» («Θάρρος» 17.9.67).
*Παράλληλα, «διευθετείται» ο χώρος των εκδηλώσεων. Βασιλικό διάταγμα του 1953 συστήνει ερανική επιτροπή με πρόεδρο το μητροπολίτη και μέλη το νομάρχη, το διοικητή Χωροφυλακής κ.ά. Από τον δημοσιευμένο απολογισμό του εράνου, πληροφορούμαστε ότι τη μερίδα του λέοντος «συνεισέφεραν» τα σχολεία και οι φαντάροι: 244.413 και 65.529 δρχ. αντίστοιχα, σε σύνολο 332.614 («Σημαία» 19.9.54). Μ” αυτά τα λεφτά χτίζεται παρεκκλήσι, «καλλωπίζεται» η Πηγάδα και υψώνεται ένας τεράστιος σταυρός.
Η τελική διαμόρφωση (μάντρες, πάρκινγκ κ.λπ.) θα γίνει επί χούντας, με πιστώσεις και επίβλεψη Ασλανίδη.
*Η χουντική επταετία γνωρίζει άλλωστε το απόγειο του ιδιότυπου αυτού γιορτασμού. Το 1967 το μνημόσυνο τιμά με την παρουσία του ο Παττακός, εξηγώντας ότι «η 21η Απριλίου απέτρεψε νέον Μελιγαλάν» και ανακοινώνοντας την αναβάθμιση της κοινότητας των 1.800 κατοίκων σε «ιστορικό» δήμο («Εθνος» 18.9.67).
*Το 1968 παρευρίσκεται πρώτη φορά ο «ανώτατος άρχων» της χώρας, στο πρόσωπο του αντιβασιλιά Ζωιτάκη («Θάρρος» 24.9.68). Το 1969, η επιμνημόσυνη λειτουργία μεταφέρεται από την κεντρική εκκλησία της κωμόπολης στο χώρο της Πηγάδας και η τροχαία εκδίδει προληπτικές οδηγίες για την κυκλοφορία («Θάρρος» 21.9.69).
*Το 1973, ενόψει φιλελευθεροποίησης, οι αρχές δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους για το μνημόσυνο. Ειδικά δρομολόγια λεωφορείων και τρένων μεταφέρουν «προσκυνητάς» απ” τους γύρω νομούς («Θάρρος» 14-16.9.73).
Αποκαλυπτικότερη είναι η «φρονηματιστική» λειτουργία της Πηγάδας τον υπόλοιπο χρόνο. Από τις τακτικές καταχωρίσεις του δελτίου πληροφοριών της νομαρχίας, πληροφορούμαστε ότι μεταφέρονται ομαδικά εκεί για «προσκύνημα» φαντάροι, ευέλπιδες, σπουδαστές επαγγελματικών σχολών, «κλιμάκια φοιτητών», δημόσιοι υπάλληλοι, φιλοξενούμενοι της «Εθνικής Εστίας», ταξιδιώτες των προγραμμάτων του «Εθνικού ιδρύματος» και -φυσικά- ολόκληρα σχολεία.
*Μετά τη Μεταπολίτευση ο επίσημος γιορτασμός συνεχίζεται, χωρίς ιδιαίτερους ενθουσιασμούς. Τον τόνο δίνουν τώρα οι δυναμικές εμφανίσεις της ακροδεξιάς: βασιλόφρονες που διαβεβαιώνουν ότι «σύντομα θα επιστρέψει ο Κωνσταντίνος», χουντικοί που προπηλακίζουν τον κοινοτάρχη «διότι ανεφέρθη στην αποκατάσταση του κοινοβουλευτισμού» (1976) και γιουχάρουν το νομάρχη (1977), χιτλερικοί που ψαρεύουν στα θολά νερά μιας εθνικοφροσύνης σοκαρισμένης απ” την περιθωριοποίησή της… Ο τοπικός τύπος καταγράφει τα συνθήματα: «Τη λύση θα δώσει ο στρατός», «Ο Φλωράκης στο Γουδί», «Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους».
*Ο κύκλος κλείνει το 1982, όταν το υπ. Εσωτερικών γνωστοποιεί στο δήμο τον τερματισμό της συμμετοχής των επίσημων κρατικών αρχών, «επειδή οι εκδηλώσεις αυτές αποτελούσαν κηρύγματα μισαλλοδοξίας και τροφοδοτούσαν επί 40 χρόνια το διχασμό». Τη σκυτάλη στην οργάνωση του μνημοσύνου παίρνει πια ο «Σύλλογος Θυμάτων Πηγάδας», που ιδρύθηκε το 1980.
*Από κοντά και η Ν.Δ., που βλέπει το μνημόσυνο του 1982 ως τη δέουσα απάντηση στην επίσημη αναγνώριση της εαμικής Αντίστασης. Ο νεαρός βουλευτής Αντώνης Σαμαράς ανακοινώνει π.χ. με ειδικό δελτίο τύπου την έλευσή του «για να παραστεί στο Μνημόσυνο των σφαγιασθέντων από τους εαμοκομμουνιστές» («Ελευθερία» 18.9.82). Σταδιακά, ωστόσο, η λογική του «μεσαίου χώρου» επικρατεί και τα φερέλπιδα στελέχη αποφεύγουν πια να δίνουν το παρών.
Η σταδιακή αυτή περιθωριοποίηση έχει, ωστόσο, ένα απροσδόκητο αποτέλεσμα: πρώτη φορά τα πράγματα λέγονται με το όνομά τους και οι πεσόντες ταγματασφαλίτες «τιμώνται» ως τέτοιοι. Ενα χαρακτηριστικό των επίσημων γιορτασμών ήταν η διακριτική αποφυγή κάθε αναφοράς στα δωσίλογα Τάγματα Ασφαλείας, με την προσφυγή σε εξωραϊστικά σχήματα λόγου: «αγρίως σφαγιασθέντες υπό αναρχικών στοιχείων», «μαρτυρικώς σφαγιασθέντες εθνικόφρονες πατριώτες», «θυσιασθέντες διά το μεγαλείον και την ελευθερίαν της Πατρίδος», «Ηρωες και Μάρτυρες οίτινες προσεφέρθησαν ολοκαύτωμα εις τον βωμόν της υπερτάτης θυσίας», ακόμη και «αδίκως σφαγιασθέντες διά την ελευθερίαν και τα ανθρώπινα δικαιώματα»!
*Μετά το 1982, αντίθετα, οι ομιλητές του «απολίτικου», «οικογενειακού» μνημοσύνου δεν αισθάνονται τέτοιου είδους αναστολές: «Το ΚΚΕ, το ΕΑΜ και το ΕΛΑΣ υπήρξε χειρότερος κατακτητής από τους Γερμανούς και τους Ιταλούς» διαβάζουμε π.χ. στον πανηγυρικό που εκφώνησε το 1999 η Ειρήνη Δορκοφίκη, διαβεβαιώνοντας τους συγκεντρωμένους ότι ο χαρακτηρισμός των ταγματασφαλιτών ως «προδοτών» και «συνεργατών των κατακτητών» δεν είναι παρά «αισχρή συκοφαντία» των κομμουνιστών και λοιπών «ευρωλιγούρηδων».
Στην ομιλία πάλι του 1997, ο δικηγόρος Βασίλειος Δημαρέσης ξεκαθαρίζει: «Οι ηρωικοί νεκροί μας δεν πολέμησαν με Ελληνες, διότι οι Κομμουνιστές έπαυσαν να είναι Ελληνες, τα εγκλήματά τους είναι εγκλήματα ξένων, εγκλήματα γενοκτονίας»!

Αραγε, τι απ” όλα αυτά θα μπορούσαν να «αμαυρώσουν» οι επίσημοι νοσταλγοί του Χίτλερ;
Τα ξεχασμένα θύματα
Μια ελάχιστα γνωστή πτυχή της τραγωδίας του Μελιγαλά αφορά τα θύματα των «αγρίως σφαγιασθέντων» ταγματασφαλιτών της Πηγάδας. Εδρα ιταλών καραμπινιέρων, γερμανικής διλοχίας και του Τάγματος Ασφαλείας, η κωμόπολη χρησιμοποιήθηκε σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής ως στρατόπεδο συγκέντρωσης, χώρος βασανιστηρίων και τόπος εκτελέσεων αντιστασιακών και ομήρων. Η απουσία μιας ολοκληρωμένης καταγραφής όσων σκοτώθηκαν απ” τους ταγματασφαλίτες είναι αποκαλυπτική για το κλίμα που επικράτησε στην περιοχή, τόσο κατά τα μετεμφυλιακά χρόνια όσο και αργότερα. Καταφανώς ελλιπή, τα διαθέσιμα στοιχεία είναι ωστόσο διαφωτιστικά.
Ο απολογητής των ταγματασφαλιτών Κοσμάς Αντωνόπουλος παραθέτει τα ονόματα 27 ατόμων που εκτελέστηκαν στο Μελιγαλά από τις κατοχικές δυνάμεις. Οι 6 είναι κάτοικοι της κωμόπολης. Από τον πίνακα απουσιάζουν ωστόσο τα περισσότερα ονόματα που γνωρίζουμε από άλλες πηγές («Η Ελληνική Αντίστασις 1941-1945», Αθήναι 1964).
Στο «Μεσσηνιακό βιογραφικό λεξικό» του Νίκου Καράμπελα (1962) αναφέρονται τα ονόματα 16 εκτελεσμένων στο Μελιγαλά το 1943-44. Στο δικό του βιβλίο ο Σπύρος Ξιάρχος καταγράφει τρεις ομαδικές εκτελέσεις 22 ατόμων κι άλλους 23 μεμονωμένους φόνους («Η αλήθεια για το Μελιγαλά», Καλαμάτα 1982, σ. 46-47). Απροσδιόριστο παραμένει, τέλος, πόσοι απ” τους 924 εκτελεσμένους Μεσσήνιους που μνημονεύονται σε πρόσφατη έκδοση, θανατώθηκαν στην έδρα του Τάγματος (Τάσος Αποστολόπουλος, «Μεσσηνιακή εκατόμβη 1940-1944», Καλαμάτα 2000).
Αποκαλυπτικότερες είναι κάποιες επιμέρους λεπτομέρειες: Στις 27.4.44 ο ΕΛΑΣ Λακωνίας σκότωσε σε ενέδρα τον γερμανό στρατηγό Κρεντς και 3 συνοδούς του. Ο «Στρατιωτικός Διοικητής Ελλάδος» διέταξε σε αντίποινα τον τουφεκισμό 200 «κομμουνιστών» στο σκοπευτήριο της Καισαριανής κι όσων χωρικών θα συναντούσαν τα στρατεύματά του στην ύπαιθρο μεταξύ Μολάων και Σπάρτης. Οπως διαβάζουμε στη σχετική ανακοίνωση, οι ταγματασφαλίτες του Παπαδόγκωνα έσπευσαν να τιμήσουν με τον τρόπο τους τη μνήμη του γερμανού στρατηγού: «Υπό την εντύπωσιν του κακουργήματος τούτου, Ελληνες εθελονταί εφόνευσαν αυτοβούλως 100 άλλους κομμουνιστάς» («Καθημερινή» 30.4.44). Σαράντα απ” αυτές τις «αυτόβουλες» εκτελέσεις έγιναν από το Τάγμα Ασφαλείας Καλαμών-Μελιγαλά την Πρωτομαγιά του 1944 – τριάντα στην Καλαμάτα και δέκα στο νεκροταφείο του Μελιγαλά. Μεταξύ των τελευταίων ήταν και μια 18χρονη επονίτισσα, η Ασπασία Ξιάρχου, από τη γειτονική Ανθούσα. Είχε πιαστεί (και βασανιστεί) από τους ταγματασφαλίτες ενώ επέστρεφε από την Καλαμάτα για το μνημόσυνο της μάνας της. Ενας κρατούμενος διέφυγε και, την επομένη, εκτελέστηκαν στη θέση του άλλοι δύο (Γιάννης Σχινάς, «Η εθνική Αντίσταση στη Μεσσηνία», Αθήνα 1984, σ. 98-99).
Ακολούθησε στις 15.6.44 ο τουφεκισμός 10 κρατουμένων στο Μελιγαλά (ανάμεσά τους 2 γυναίκες κι ένας ηλικιωμένος ανάπηρος) -σε αντίποινα, προφανώς, για το θανάσιμο τραυματισμό του ταγματασφαλίτη ταγματάρχη Γεωργανά στην Καλαμάτα. Την επομένη, 27 κρατούμενοι, 22 άντρες και 5 γυναίκες, τουφεκίστηκαν από το λόχο Καλαμάτας στις όχθες του Νέδοντα.
Δυόμισι δεκαετίες μετά την επίσημη αναγνώριση της ΕΑΜικής Αντίστασης, μάταια θ” αναζητήσει κανείς στο Μελιγαλά ή τα περίχωρά του κάποιο μνημείο γι” αυτούς τους πεσόντες. «Δεν έχω ακούσει ποτέ κάτι τέτοιο», ήταν η απάντηση του προέδρου του «Συλλόγου Θυμάτων Πηγάδας» κ. Μανιάτη, όταν τον ρωτήσαμε για τους εκτελεσμένους από το Τάγμα Ασφαλείας. Στην Καλαμάτα, μια λιτή στήλη (χωρίς ονόματα ή αριθμούς) στήθηκε από το Δήμο στο χώρο των εκτελέσεων, μακριά από τα μάτια του κοινού, μόλις το 2002. Η επιγραφή κάνει λόγο για «εκτελεσθέντες πατριώτες από τους Γερμανούς και τους συνεργάτες τους», αποφεύγει όμως να αναφέρει την ακριβή ταυτότητα των εκτελεστών.
Επιστρέφοντας στην Αθήνα, σταματήσαμε στο επιβλητικό μνημείο για τους 204 εκτελεσμένους της Παλιόχουνης, λίγο πριν από τη Μεγαλόπολη. Απ” αυτούς, οι 154 είχαν συλληφθεί από ταγματασφαλίτες στην Καλαμάτα και τουφεκίστηκαν απ” τη Βέρμαχτ σε αντίποινα για την καταστροφή γερμανικής φάλαγγας απ” τον ΕΛΑΣ. Το τμήμα της επιγραφής που πληροφορεί ότι σκοτώθηκαν «από τους Γερμανούς» έχει σβηστεί με φαιοπράσινη μπογιά.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ
Τάσος Κωστόπουλος
«Η αυτολογοκριμένη μνήμη. Τα Τάγματα Ασφαλείας και η μεταπολεμική εθνικοφροσύνη» (Αθήνα 2005, εκδ. «Φιλίστωρ»).
Η κατοχική δράση των ταγματασφαλιτών, οι διασυνδέσεις και η αντιμετώπισή τους από το μεταπολεμικό «κράτος των εθνικοφρόνων». Εμφαση στην επιχειρηματολογία και τα ιδεολογήματα με τα οποία επιχειρήθηκε (και επιχειρείται ξανά στις μέρες μας) η «δικαίωση» του ένοπλου δωσιλογισμού.
Ηλίας Θεοδωρόπουλος
«Η πηγάδα του Μελιγαλά» (2α έκδοσις, Αθήνα 2001).
Προπαγανδιστική έκδοση που διανέμεται από το «Σύλλογο Θυμάτων Πηγάδας Μελιγαλά». Ενδιαφέρον παρουσιάζουν ο αναλυτικός πίνακας με τα στοιχεία των σκοτωμένων και οι φιλοχουντικές κορόνες του συγγραφέα.
Σπύρος Ξιάρχος
«Η αλήθεια για το Μελιγαλά» (Καλαμάτα, Μάιος 1982).
Περιγραφή της μάχης του Μελιγαλά από ένα τοπικό εαμικό στέλεχος. Χρήσιμη, κυρίως γιατί διασώζει πολλές κρίσιμες «λεπτομέρειες» που η κυρίαρχη αφήγηση κατά κανόνα αποσιωπά.
Διονύσιος Παπαδόπουλος
«Η ιστορία των Ταγμάτων Ασφαλείας» (εφημ. «Μεσσηνία» 19.5-8.9.1952).
Η εκδοχή του (επιζήσαντος) διοικητή των ταγματασφαλιτών του Μελιγαλά, δημοσιευμένη λίγο μετά την αποστρατεία και απαλλαγή του για το αποτυχημένο πραξικόπημα του ΙΔΕΑ. Ακολούθησε η περιγραφή της αιχμαλωσίας και της διάσωσής του, την οποία ο ίδιος αποδίδει στις σχέσεις του με την Ιντέλιτζενς Σέρβις («Μεσσηνία» 15.9-17.11.1952).
Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού, «Αρχεία Εθνικής Αντίστασης» (Αθήνα 1998, 8 τόμοι).
Στον 8ο τόμο περιλαμβάνεται η μεταπολεμική (1955) εξιστόρηση της δράσης του Τάγματος Ασφαλείας Καλαμών-Μελιγαλά από τον (επιζήσαντα) υποδιοικητή του, Παναγιώτη Καζάκο.
Βασίλης Κλεφτόγιαννης
«Οπως τα “ζησα. Μαρτυρία μιας βασανιστικής πορείας» (Αθήνα 1994).
Αυτοβιογραφία ενός ελασίτη από το Μελιγαλά που πήρε μέρος στις μάχες με τους ταγματασφαλίτες της κωμόπολης.
Πηγή: ιος