Κερατέα 2010: Νέες χωρικές εμπειρίες αντίστασης και υποκειμενοποίησης
Κερατέα, 12 Δεκέμβρη 2010: δυο χρόνια μετά τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008, που μετασχημάτισαν τη χωρική εμπειρία της Μητρόπολης της Αθήνας, η ιστορία δεν έκλεισε. Όσοι βιάστηκαν να ξεμπερδέψουν με το ρεύμα της «εξέγερσης» και να ελέγξουν «θάβοντας» τις νέες ροές του στον υποτιθέμενο λάκκο της καθημερινής παθητικότητας που καλλιεργούν τα μίντια και η πολιτική σκηνή –κοινοβουλευτική και μη– του κυρίαρχου λόγου ενός κράτους-καταπιεστή, ενός αλλότριου μεγαμηχανισμού ρύθμισης των απωλειών της κρίσης του παγκόσμιου κεφαλαίου, ενός «ξενιστή»-οργανισμού ελέγχου της κοινωνικής πραγματικότητας και απονέκρωσης της ανθρώπινης δημιουργικότητας, έπεσαν «έξω». Το ρεύμα αυτό–υπόγειο–που ενώνει την κραυγή του «φτάνει πια!» και κυλάει στα αυτοδιαχειριζόμενα πάρκα της πόλης, στις συλλογικότητες που οργανώνονται συνεχώς, στα ανταλλακτικά παζάρια που φύτρωσαν και εδραιώθηκαν στην καταναλωτική μας πραγματικότητα, στις καθημερινές αντιστάσεις σε χώρους εργασίας και μη, αυτό το υπόγειο ρεύμα εκρήγνυται τώρα στην Κερατέα, μεταλλάσσοντας μια για πάντα την κοινωνική πραγματικότητα μιας κοινότητας που φαίνεται εδώ και ένα μήνα-αν και μακριά από κάθε τηλεοπτική και έντυπη προβολή–να ζει και να αντιστέκεται στα οδοφράγματα της οδού Λαυρίου.
Ένα από τα πιο κακοποιημένα προάστια λόγω της λεγόμενης εκσυγχρονιστικής αστικής ανάπτυξης, που έχει μετατρέψει τα μεσόγεια σε βιομηχανικό σκουπιδότοπο της Αττικής μιας–τουριστικής και αποσπασματικής–χρήσης, έχει πάρει εδώ και ένα μήνα το μονοπάτι της αντίστασης απέναντι σε τεράστιες αστυνομικές δυνάμεις καταστολής που έχουν αποκλείσει ολόκληρη περιοχή, για να υπερασπιστεί αρχικά ένα αυτονόητο για τη δημοκρατία του αστικού τους κράτους δικαίωμα: το δικαίωμα στο διάλογο ή το δικαίωμα να συναποφασίζει, τουλάχιστον, για τη ζωή και την γη της. Η μήπως ούτε αυτό; Θα μπορούσε να πει κανείς καλύτερα για να ακουστεί η κραυγή της άρνησής της στην άνωθεν επιβολή προειλημμένων αποφάσεων που θα αλλάξουν ριζικά το χαρακτήρα της περιοχής, αποφάσεις που, όπως οι περισσότερες, αποβλέπουν σε μια ανάπλαση «εν κενώ», ανάπλαση με βάση το κέρδος των εταιρειών και τα πολιτικά εμπλεκόμενα συμφέροντα, ανάπλαση που αγνοεί επιτήδεια την κοινωνική σύσταση, δηλαδή το αστικό «περιεχόμενο», των περιοχών που ευαγγελίζεται πως θα βελτιώσει (σε τι;).
«Ξημερώματα του Σαββάτου (12/12/2010), γύρω στις 4 το πρωί και ίσως λίγο νωρίτερα, μηχανήματα χωρίς πινακίδες τα οποία τα συνόδευαν αστυνομικοί, δηλαδή πρώτα ήρθαν τα μηχανήματα με τα ματ και έκλεισαν όλη την περιοχή και έκτοτε ο κόσμος δεν κατάφερε να ανέβει για να δει τι συμβαίνει και τώρα δεν υπάρχει πρόσβαση στην περιοχή με κανέναν τρόπο από κανέναν. […] Δεν το έχω ξαναζήσει αυτό και δεν μπορούσα ποτέ να αντιληφθώ την έκταση που παίρνουν τα πράγματα, τα βλέπουμε στις ειδήσεις, βλέπουμε να γίνονται διάφορα επεισόδια και μάλλον πρέπει να σου συμβεί εσένα για να καταλάβεις το μέγεθος της αυθαιρεσίας. Ειδικά το Σάββατο που ο κόσμος δεν είχε ακριβώς αντιληφθεί τις προθέσεις των ματ, υπήρχαν πραγματικά πολλά μικρά παιδιά και γυναίκες και ηλικιωμένοι, δηλαδή άνθρωποι που δεν θα κατάφερναν να το αντέξουν αυτό και σε δύσκολες καιρικές συνθήκες και ξαφνικά και τελείως απρόκλητα άρχισε η επίθεση, χωρίς εμείς να κινηθούμε εναντίον τους. Πέσανε δακρυγόνα και άρχισαν οι συμπλοκές. Έκτοτε οι επιθέσεις είναι καθημερινές, οι κλούβες, δεν μας αφήνουνε να δούμε και πόσες είναι αλλά αυξάνονται καθημερινά με γεωμετρική πρόοδο, έχουν όλες τις εγκαταστάσεις, ό,τι χρειάζονται, τους ανεφοδιασμούς τους με τρόφιμα, τις αλλαγές των φρουρών τους, έχουν αναπτυχθεί πλήρως. Η περιοχή δηλαδή έχει αποκλειστεί και δεν έχει αποκλειστεί από μας. Από κει και πέρα αγριότητες. Τι να πω; Δεν το πιστεύουμε. Απορώ όλη αυτή η οργή από πού βρίσκεται συσσωρευμένη. Μου περιέγραφε μια γυναίκα ηλικιωμένη, κοντά 70 χρονών, η οποία είχε τρέξει απελπισμένη και είχε κρυφτεί πίσω από μία ελιά και τα ματ τις έριχναν καπνογόνα και χημικά στο πρόσωπο, λες και είμαστε ζώα; Ή παιδιά, μεγάλοι άνθρωποι βγάζουν το καπέλο τους και το κεφάλι τους από πίσω είναι βαθουλωμένο. Μαυρισμένα μάτια, κλωτσιές στα πλευρά»
Οι κάτοικοι της Κερατέας χρειάστηκε να μάθουν από κοντά και για τα καλά τι σημαίνει καταστολή, τι σημαίνει αστυνομικό κράτος, τι σημαίνει αστική δημοκρατία στην απογυμνωμένη της μορφή. Αρχίζουν ίσως έτσι να βιώνουν (αν όχι να συνειδητοποιούν) τη λειτουργία ενός κράτους-μηχανισμού επιβολής της εξουσίας και προστασίας πρωτίστως του κεφαλαίου αντί των υποτιθέμενων αστικών δικαιωμάτων της ελευθερίας, της ισότητας, της ιδιοκτησίας και της ατομικής επιδίωξης· των δικαιωμάτων που αποτελούν τους στυλοβάτες της αστικής κοινωνίας, μα στ’ αλήθεια αυτά τα ίδια δεν οριοθετούν και την περιοχή της συναίνεσης στην εκμετάλλευσή μας από το κεφάλαιο, δηλαδή την παραίτηση από οποιαδήποτε επαναστατική ουτοπία ή πραγματική πάλη για το άνοιγμα ενός διαφορετικού κόσμου εδώ και τώρα και την αποδοχή του καταναλωτικού (επιστημονικοτεχνικού) νεωτερικού ονείρου που σιγά-σιγά μετατρέπεται στον χειρότερο εφιάλτη ακόμη και για εκείνους που νόμιζαν πως είχαν εξασφαλίσει τα προνόμιά τους;
Αλλά οι κάτοικοι της Κερατέας δεν ήρθαν μόνο αντιμέτωποι με τη «δουλειά» της αστυνομίας, όπως μοιάζει να είναι για όλους όσους δεν βρίσκονται εκεί και για όλους όσους συνεχίζουν να τυποποιούν τις καθημερινές πληροφορίες μέσα από τα δίκτυα ενημέρωσης των μίντια η ρίψη δακρυγόνων, καπνογόνων, κρότου-λάμψης, ελαστικών σφαιρών και η σωματική επίθεση ή όπως ακόμη έμοιαζε και για τους ίδιους τους κατοίκους της Κερατέας πριν από λίγο καιρό, όταν έβλεπαν στις ειδήσεις τα επεισόδια του Δεκέμβρη (2008) ή τις συμπλοκές στις μεγάλες διαδηλώσεις που ακολούθησαν έκτοτε.
«Βλέπαμε στην τηλεόραση τα επεισόδια που γίνονταν στην Αθήνα και λέγαμε τι πράγματα είναι αυτά και λέγαμε πως ναι, η αστυνομία κάνει τη δουλειά της. Τώρα καταλάβαμε για τα καλά ποια δουλειά ήταν αυτή. Τώρα καταλαβαίνουμε τι συνέβαινε».
Είδαν, επίσης, τα ματ να ψεκάζουν με χημικά τα ξύλα που προορίζονταν για να ανάψουν φωτιά τα βράδια στα οδοφράγματα, τα είδαν να τρυπάνε τα πλαστικά μπουκάλια με το νερό που είχαν συγκεντρωθεί για τους ανθρώπους που παρέμεναν ατελείωτες ώρες στο δρόμο, βρήκαν τα αυτοκίνητά τους αρχικά παραβιασμένα μέσα στα χωράφια και μετά σπασμένα, όχι για να ανοίξει ο δρόμος αλλά για να πάρουν οι κλούβες μια πιο προνομιακή θέση στον χωρικό πόλεμο της οδού Λαυρίου. Έγιναν δηλαδή αυτόπτες μάρτυρες μιας ριζικής αντιστροφής των κοινωνικών σταθερών που μέχρι τότε αναγνώριζαν ως θεμιτές, αναμενόμενες και «νόμιμες» και έτσι η βία και η καταστολή (αλλά όχι μόνο) κατάφεραν να φέρουν στην επιφάνεια αυτό που η πιο βαθιά εκμετάλλευση και αποξένωση μέχρι τώρα δεν είχε καταφέρει: ένα ρευστό συλλογικό υποκείμενο που βγήκε Χριστουγεννιάτικα στους δρόμους, άφησε την οικογενειακή εορταστική εστία κενή, έκλεισε με αγανάκτηση την τηλεόραση, έσβησε τα φώτα του Χριστουγεννιάτικου δέντρου, πήρε τα κουραμπιεδάκια και τα μελομακάρονα υπό μάλης και πήγε να ψήσει, να γλεντήσει, να πιει και να φωνάξει στο δρόμο και στα χωράφια, υπό τις μυρωδιές των καμμένων πλαστικών και των χημικών, τους ήχους των μολότοφ και των κρότου-λάμψης, επινοώντας όχι μόνο νέα κάλαντα για αυτή την καινούργια χρονιά, αλλά ταυτόχρονα χτίζοντας από μόνο του, αυθόρμητα, χωρίς καθοδήγηση, νέες κοινωνικές σχέσεις σε νέους χώρους, οικοδομώντας νέες χωρικές εμπειρίες που γεννούν νέες κοινωνικές διασυνδέσεις. Ο δρόμος ανάμεσα στο πρώτο οδόφραγμα της εισόδου της Κερατέας και στο μπλόκο των ματ, μια απόσταση που αναπροσαρμόζεται και επαναμορφοποιείται σχεδόν καθημερινά από το αποτέλεσμα της εκάστοτε βραδινής οδομαχίας, έγινε η απογευματινή βόλτα όλων των ηλικιών της κοινότητας. Έτσι ήρθε ο κόσμος τα-πάνω-κάτω, αλλά δεν ήρθε από την αστυνομία, ούτε ίσως από τη βία που αποτελεί το καθημερινό θέατρο σκιών της οδού Λαυρίου, ήρθε από το πλησίασμα των ανθρώπων μέσα σε μια νέα χωροχρονική πραγματικότητα, ρευστή, σαν κινούμενη άμμος, που καθημερινά απλώνεται στις απλές σχέσεις αλληλεγγύης και κοινωνικότητας που αναπτύσσονται πέρα και μακριά από τις γνωστές κοινωνικές νόρμες. Εδώ διαμορφώνεται μια νέα πραγματικότητα, η ανάκτηση του «δρόμου» ως διαδρομή, ως δίοδος, ως πέρασμα που φέρει τα ίχνη της κοντινής ζωντανής παρουσίας των υποκειμένων που τον περπατούν, τον βιώνουν, τον μετασχηματίζουν, τον ορίζουν ως χώρο μάχης ή γλεντιού, ενός σημείου που δείχνει μόνο μια κατεύθυνση και δεν αποτελεί οργανικά εργαλειακό κομμάτι ενός αφηρημένου συστήματος διάταξης τηλε-χώρου.
Αυτός ο αμφισβητούμενος κοινωνικός χώρος που αναπροσαρμόζεται καθημερινά με νέους όρους δημιουργώντας ροές και υβρίδια χωρικής κοινωνικότητας σε συνθήκες μετάβασης επαναφέρει στην ορατότητα το περιεχόμενο της πόλης που βρίσκεται ως υπόστρωμα αλλά και υποτάσσεται στη μορφή της πόλης, δηλαδή στους θεσμούς, στις σχέσεις εξουσίας, στα πολιτικά μορφώματα, στα μέσα επικοινωνίας τα οποία αποτελούν έκφραση ενός κυρίαρχου λόγου εξουσίας-επί. Ο αμφισβητούμενος, δηλαδή, χώρος της αρνητικής διεκδίκησης φέρει στην επιφάνεια του ορατού τις άμεσες και αδιαμεσολάβητες κοινωνικές σχέσεις των κατακερματισμένων, στον ιδιωτικό χωροχρόνο της καπιταλιστικής νεωτερικότητας, υποκειμένων και μαζί φέρει στην επιφάνεια την αντι-εξουσία του κοινωνικού πλέγματος που ήδη υπάρχει στις συγκεκριμένες κοινωνικές σχέσεις της «κάθε-μέρας». Ωστόσο, είναι σημαντικό να αναρωτηθεί κανείς, ποια είναι η ποιότητα αυτών των κοινωνικών σχέσεων, στη συγκεκριμένη περίπτωση της κοινωνίας της Κερατέας; Και αυτό είναι σημαντικό για να μπορέσουμε να αντιληφθούμε με αν και ποιον τρόπο μετασχηματίζονται και προς ποια κατεύθυνση;
Πολλοί υποψιάζονται πως η κινητοποίηση στην Κερατέα έχει ένα καθαρά τοπικιστικό χαρακτήρα και πως οι ίδιοι άνθρωποι σε μια ενδεχόμενη αντίδραση σε μια κοινωνική αδικία μακριά από την περιοχή τους θα παρέμεναν απαθείς παρατηρητές στα σπίτια τους, αμετακίνητοι στις καθημερινές δραστηριότητές τους, σχολιάζοντας χαλαρά επί του καναπέως όσα διαστρεβλωμένα αναμεταδίδουν οι τηλεοράσεις. Από την άλλη πλευρά, πολλοί επίσης σκέφτονται πως η κοινωνία της Κερατέας, μια κοινωνία που μπορεί να χαρακτηρίζουν συντηρητική ή μικροαστική, (αυτοί ή εμείς πού ζούμε;) δεν μπορεί να διατυπώσει επαναστατικές διεκδικήσεις και πως τα αιτήματά της περιορίζονται στο πλαίσιο μικροαστικών αιτημάτων που θα σταματήσουν αμέσως μόλις ικανοποιηθούν, δηλαδή δεν μπορούν εκ προοιμίου να έχουν καθολικότερο ή πιο πολιτικό χαρακτήρα ρήξης. Είναι, από μια πρώτη άποψη εμφανές, πως οι κάτοικοι της Κερατέας δεν επιθυμούν την κατάλυση του κράτους. Αντίθετα, ακόμη προσβλέπουν σ’ αυτό και το επικαλούνται, ως κράτος δικαίου, γι’ αυτό άλλωστε μεταχειρίζονται μέσα όπως είναι η προσφυγή τους στα αστικά δικαστήρια για να δικαιωθούν. Ωστόσο, αντιλαμβάνονται πλέον ξεκάθαρα την μεταστροφή από κράτος δικαίου σε ένα παράνομο κράτος προστασίας των συμφερόντων του κεφαλαίου, αντιλαμβάνονται πως έχουν απέναντί τους όχι μόνο ένα κράτος που θέλει να τους επιβάλλει τη χωματερή αλλά ένα κράτος που τους υποβιβάζει σε ανθρώπους-σκουπίδια, τους εντάσσει στο καταραμένο απόθεμα του περιθωρίου όσων δεν μπορούν–με τις πράξεις ή την ίδια την κοινωνική τους υπόσταση–να χωρέσουν στην καλοσχεδιασμένη μηχανή αναπαραγωγής της εμπορευματοποιημένης μας καθημερινότητας η οποία μετατρέπει ολόκληρες περιοχές, χώρες, υποκείμενα, σχέσεις σε μια απέραντη waste land. (Ή μάλλον το κεφάλαιο το κάνει αυτό αλλά το κράτος το βοηθά να το διεκπεραιώσει). Και αυτοί που δεν χωράνε αυξάνονται κάθε μέρα με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Ίσως σε αυτό το σημείο δεν έχει και τόσο σημασία αν οι κάτοικοι της Κερατέας έχουν συνειδητοποιήσει ή όχι ότι αυτή η αντίσταση που καθημερινά επιχειρούν ίσως δεν είναι ικανή να σταματήσει τη δημιουργία της χωματερής, να σταματήσει την ισοπεδωτική δύναμη του καπιταλισμού. Ίσως δεν έχει σημασία αν υπήρξαν ποτέ ακτιβιστές. Και δεν έχει σημασία γιατί το πιο σημαντικό είναι «η άρνησή τους να διαμορφώσουν τις δραστηριότητές τους σύμφωνα με τη συνείδηση του κεφαλαίου, η απόφαση να πάρουν έναν χώρο ή μια στιγμή στα χέρια τους και να οργανώσουν τη ζωή τους σύμφωνα με τις δικές τους αποφάσεις» και όχι η ανίχνευση της ταξικής τους συνείδησης ή όχι (αν μπορούμε πια να κάνουμε αυτή τη διάκριση). Σημασία έχει πως συμμετέχουν σε μια διαδικασία που μεταμορφώνει την καθημερινή τους πραγματικότητα.
«Αισθάνομαι απελπισμένος. Αισθάνομαι απελπισμένος για τον εαυτό μου, τη ζωή που έζησα μέχρι τώρα και το μέλλον των παιδιών μου. Δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ ότι θα φτάσω 70 χρονών και θα βρίσκομαι αντιμέτωπος εγώ με την αστυνομία να πετάω μολότοφ».
Γιατί επιμένουν; Αφού ήδη ένα μήνα δεν κατάφεραν να κάνουν το θέμα γνωστό από τα μίντια, αφού ήδη ένα μήνα που βρίσκονται στο δρόμο συνεχίζουν να δέχονται την καταστολή και το ξύλο, αφού ήδη ένα μήνα τίποτε δεν άλλαξε στον τρόπο που τους αντιμετωπίζει το κράτος, η αστυνομία και η αστική δικαιοσύνη, γιατί επιμένουν; Και όχι μόνο αυτό. Πώς έφτασαν στο σημείο οι ηλικιωμένοι να μαζεύουν όλα τα άδεια μπουκάλια από το αλκοόλ που καταναλώνεται τα κρύα βράδια δίπλα στις φωτιές για να μπορέσουν τα παιδιά (πολλές φορές τα παιδιά τους) να φτιάξουν τον εξοπλισμό για τη βραδινή μάχη; Πώς έφτασαν στο σημείο οι ηλικιωμένες γυναίκες να μιλάνε για τις μολότοφ, πώς έφτασαν στο σημείο να παραμένουν όλοι απαθείς όταν σκάνε δίπλα τους τα καπνογόνα και οι κρότου-λάμψης; Πώς έφτασαν τελικά στο σημείο να κινούνται προς τα μπρος αντί να τρέχουν πίσω, να λένε «όχι» αντί να σκύβουν το κεφάλι και να δέχονται την απόφαση κάποιων άλλων πάνω τους; Πώς έφτασαν στο σημείο να βιώνουν τη βία και να εκφράζουν καθημερινά αντι-βία οι νοικοκυραίοι; Μήπως είναι τελικά αυτή μια αντίσταση που πάει πιο πέρα από τη διεκδίκηση ενός μικροαστικού αιτήματος μιας μικροαστικής κοινότητας ή κοινωνίας; Μήπως είναι τελικά όλα αυτά μια νέα ποιότητα στις διεκδικήσεις που θα μπορούσε να θεωρηθεί μια αλλαγή που επέφερε στην ίδια την ποιότητα του κοινωνικού ανταγωνισμού ο Δεκέμβρης; Κι αν το αίτημά τους είναι όντως μικροαστικό γιατί δεν επέλεξαν μια αντίστοιχη μικροαστική διεκδίκηση (βλ. διαδρόμους υπουργείων) αντί να ξεροσταλιάζουν ένα μήνα στο κρύο και να εισπνέουν κάθε μέρα τα χημικά; Μήπως αρχίζει να αποκτά ενδιαφέρον αυτή η υποκειμενοποίηση των κατοίκων σε σχέση με τη ριξηγενή στάση τους; Φαίνεται στην περίπτωση της Κερατέας πως η κραυγή της υποκειμενικότητας και της άρνησης, αυτή η άναρθρη αλλά συγκεκριμένη κραυγή του «φτάνει πια» που πάει πέρα από τις διεκδικήσεις και τα αιτήματα, ξεχειλίζει ξαφνικά από το δοχείο της αντικειμενικότητας, της θετικότητας και της εργαλειακής αφηρημένης πραγματικότητας της αστικής μας κοινωνίας, γίνεται ορατή κι έτσι υπάρχει. Εκεί η μορφή ξεπερνούσε στο περιεχόμενο, εδώ το περιεχόμενο κατακλύζει τη μορφή.
Οι νέες χωρικές εμπειρίες αντίστασης που εμφανίζονται στην Κερατέα δεν συντονίζονται σε καμία βάση επίσημης ή γνωστής μέχρι τώρα συνδικαλιστικής ή «από τα πάνω» οργάνωσης. Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν ή ξαναχτίζουν τις–κατεστραμμένες, κομματιασμένες–άμεσες κοινοτικές τους σχέσεις (όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους, έχουν μεγαλώσει μαζί, συνδέονται με δεσμούς φιλίας ή συγγένειας κι όσοι δεν γνωρίζονται γίνονται τώρα οικείοι, φίλοι, γείτονες, σύντροφοι) για να οργανώσουν μπλόκα απέναντι στις κλούβες των ματ που έρχονται να αλλάξουν βάρδια, να ανάψουν φωτιές, να εξοπλιστούν, να φτιάξουν κάθε μέρα νέα οδοφράγματα, να χτίσουν πρόχειρα καταλύματα, να μην αφήσουν ούτε για μια στιγμή κενό, αδιεκδίκητο το χώρο. Βρίσκονται οι ίδιοι εκεί, τώρα, για όλους αυτούς, οργανώνοντας την κοινωνική τους καθημερινότητα γύρω από τα οδοφράγματα, χρησιμοποιώντας κοινωνικούς πόρους (φράσσουν το δρόμο με τα απορριμματοφόρα ή άλλα αυτοκίνητα του δήμου ή αλλοιώνουν το φωτιστικό πεδίο της βραδινής μάχης σβήνοντας τα κοινοτικά φώτα και αφήνοντας ορατό μόνο το χώρο όπου βρίσκεται το μπλόκο των αστυνομικών δυνάμεων), συλλογικοποιώντας με κάθε δυνατό τρόπο τη δράση τους. Η χωρική αποτύπωση αυτής της δράσης γεννά νέο χώρο και ο νέος χώρος γεννά ή επανιδρύει άλλου τύπου κοινωνικές σχέσεις, πέρα και μακριά από τις κοινωνικές εμπράγματες μορφές της αξίας, του χρήματος, του εμπορεύματος. Η χωρική μετατόπιση της κοινωνικότητας επανασυνδέει το χώρο με τις συνθήκες του, δηλαδή τον ενώνει με το κοινωνικό του περιεχόμενο, με τα υποκείμενα που τον βιώνουν όχι ως αλλότριο κομμάτι της εμπορευματικής λογικής της αγοράς αλλά ως «τόπο» δικό τους. Επαναεδαφικοποιεί το κοινό.
Κανείς δεν μπορεί να ξέρει πού θα καταλήξει αυτή η «υπερχείλιση» της ανθρώπινης ενέργειας στην Κερατέα. Όπως κανείς δεν μπορεί να ξέρει πού θα καταλήξει η υπερχείλιση της ανθρώπινης ενέργειας στο πάρκο Ναυαρίνου στα Εξάρχεια, που διαμορφώθηκε μέσα από τη συρροή της ανθρώπινης δραστηριότητας εκατοντάδων ανθρώπων άγνωστων μεταξύ τους οι οποίοι, μέσα σε συνθήκες φιλίας και συντροφικότητας, έσκαψαν, φύτεψαν, έχτισαν, κουβάλησαν, σχεδίασαν, απελευθέρωσαν ένα χώρο κοινοτικό, που δεν έχει πάρει οριστική μορφή και μακάρι να μην πάρει ποτέ μια οριστική μορφή, κανένα «τέλος», αλλά να παραμείνει μια διαδικασία, μια κίνηση που αποτυπώνει χωροχρονικά την άρνηση στην άρνησή μας από ένα απάνθρωπο σύστημα.
Και κανένα τέτοιο κείμενο δεν μπορεί να πει κάποια «αλήθεια» που δεν ακούγεται, ούτε και να σταθεί στο πλευρό κανενός «αδικημένου», ούτε να αντικειμενικοποιήσει ή να μελετήσει κανένα φαινόμενο. Παραμένει στο ατελές επίπεδο της κραυγής που ενώνεται με όλες όσες ακούγονται, ακόμη πιο δυνατά τελευταία, στην Κερατέα, στα Εξάρχεια, στα διόδια, στα μέσα μεταφοράς, σε όλους τους κοινωνικούς χώρους ή τις προσωπικές στιγμές που θέλουν να πουν ή λένε «όχι» στο εργαλειακό, ομογενοποιημένο, εκχρηματισμένο και κατακερματισμένο παρόν του καπιταλιστικού habitus· μιας κραυγής (όχι απελπισίας και ήττας, παθητικότητας, μοιρολατρίας και ιδεοληψίας) ελπίδας, άρνησης και αντιεξουσίας που συνηχεί παντού σε όλον τον κόσμο μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερο.
Κατερινα Νασιοκα/Πουέμπλα, 1-2011
Αναρτήθηκε από antixytax στις 8:29 π.μ. 0 σχόλια Αποστολή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου BlogThis! Μοιραστείτε το στο Twitter Κοινή χρήση στο Facebook Μοιραστείτε το στο Google Buzz
Ετικέτες ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, ΕΥΡΩΖΑΠΑΤΙΣΤΑΣ, ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΝΑΣΙΟΚΑ
Παλαιότερες αναρτήσεις Αρχική σελίδα
Εγγραφή σε: Αναρτήσεις (Atom)
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα OIKONOMIA. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα OIKONOMIA. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011
Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2011
Σε πλήρη εξέλιξη η εφαρμογή του «δόγματος του σοκ» στην Ελλάδα ,του ΜΑΝΟΛΗ Γ. ΔΡΕΤΤΑΚΗ*
Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011
Σε πλήρη εξέλιξη η εφαρμογή του «δόγματος του σοκ» στην Ελλάδα
Πηγή: Ελευθεροτυπία
Του ΜΑΝΟΛΗ Γ. ΔΡΕΤΤΑΚΗ*
Κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες στη χώρα μας η μετάφραση του βιβλίου της Καναδής δημοσιογράφου Naomi Klein με τίτλο «Το Δόγμα του Σοκ» (τίτλος στα αγγλικά The Shock Doctrine), που εκδόθηκε το 2007 και στο οποίο γίνεται ανάλυση και εκτεταμένη περιγραφή της εφαρμογής των θεωριών της Σχολής του Σικάγου, ιδρυτής της οποίας ήταν ο, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο αυτό, Milton Friedman.
Το «δόγμα του σοκ» είναι είτε η επιβολή από δικτατορικά καθεστώτα είτε η εφαρμογή από δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις του τρίπτυχου: «ιδιωτικοποιήσεις, κρατική απορρύθμιση/ελεύθερο εμπόριο και δραστικές περικοπές στις κρατικές δαπάνες». Προϋπόθεση για να εφαρμοστεί το δόγμα αυτό είναι να υπάρξει μια κρίση που μπορεί να οφείλεται είτε σε πολέμους, εμφύλιους πολέμους, είτε σε φυσικές καταστροφές είτε σε δυσεπίλυτα οικονομικά προβλήματα, όπως ο υπερπληθωρισμός ή το υπέρογκο χρέος.
Στην περίπτωση των κρατών της Λατινικής Αμερικής, αναφέρει η συγγραφέας, «η σπείρα του χρέους λειτούργησε σαν ένα γιγαντιαίο όπλο ηλεκτρικής εκκένωσης. Σε μια τέτοια κατάσταση -προσθέτει- ο Friedman ήταν πεπεισμένος ότι, όταν ξεσπάσει μια κρίση, αποτελεί ζήτημα καθοριστικής σημασίας η ακαριαία δράση. Εκτιμούσε ότι μια καινούργια κυβέρνηση έχει στη διάθεσή της 6 με 9 μήνες για να επιβάλει μείζονες αλλαγές».
Η συγγραφέας επισημαίνει ότι «η θεμελιώδης αρχή είναι απλή: οι χώρες σε κρίση (χρέους) χρειάζονται απεγνωσμένα μια επείγουσα βοήθεια... Οταν οι ιδιωτικοποιήσεις και οι πολιτικές του ελεύθερου εμπορίου προωθούνται από κοινού με τη χρηματοοικονομική διάσωση (δάνειο) σε ένα ολοκληρωμένο πακέτο, οι χώρες δεν έχουν άλλη επιλογή από το να αποδεχτούν ολόκληρο το πακέτο» και, όπως αναφέρει η ίδια, «η κρίση του χρέους, στην οποία βρέθηκαν χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Αφρικής κατά τη δεκαετία του '80, τις ανάγκασε να υποκύψουν στον εκβιασμό "Θέλετε να σώσετε τη χώρα σας; Ξεπουλήστε την"».
Από τα λίγα αυτά αποσπάσματα από το πολύ ενδιαφέρον βιβλίο τής Naomi Klein φαίνεται καθαρά ότι στη χώρα μας εφαρμόζονται πιστά οι συνταγές του «δόγματος του σοκ», συνταγές που έχει υιοθετήσει η τρόικα ακολουθώντας την πάγια πολιτική του ΔΝΤ, που δεν είναι άλλη από το «δόγμα του σοκ». Αυτή η «τεχνογνωσία» ήταν βασικός λόγος για τον οποίο η Ε.Ε. ζήτησε από το ΔΝΤ να είναι μέλος της τρόικας.
Πώς, όμως, έφτασε η Ελλάδα στο κατάντημα να γίνει χώρα Λατινικής Αμερικής στην Ευρώπη; Είναι αλήθεια ότι η σημερινή κυβέρνηση κληρονόμησε ένα τεράστιο δημόσιο χρέος, το οποίο οφειλόταν στα μεγάλα ελλείμματα όλων των κυβερνήσεων των τελευταίων 35 ετών. Ειδικότερα το έλλειμμα του 2009 ήταν ιδιαίτερα αυξημένο, εξαιτίας όχι μόνο της πολιτικής που εφάρμοζε όλα τα χρόνια η προηγούμενη κυβέρνηση, αλλά και των μέτρων που έλαβε για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της διεθνούς οικονομικής κρίσης.
Παρ' ότι η σημερινή κυβέρνηση γνώριζε το μέγεθος του δημοσιονομικού προβλήματος πριν από τις εκλογές, το επιδείνωσε μόλις ανέλαβε την εξουσία, με: παροχές, κατάργηση φορολογικών μέτρων που θα απέδιδαν έσοδα (τα οποία εφαρμόζει τώρα), μη ψήφιση φορολογικού και αναπτυξιακού νομοσχεδίου και μη άμεση λήψη σκληρών μέτρων για την πάταξη της φοροδιαφυγής, πριν από την ψήφιση του προϋπολογισμού του 2010 τον περασμένο Δεκέμβριο, και μη δανειζόμενη με χαμηλό spread τα αναγκαία ποσά τον περασμένο Ιανουάριο. Τέλος, οι αδιανόητες για έναν πρωθυπουργό και υπουργό Οικονομικών δηλώσεις περί «χρεοκοπίας της χώρας», «Τιτανικού», «χώρας σε εντατική» κ.λπ. οδήγησαν τη χώρα σε αδιέξοδο.
Υστερα απ' όλα τα παραπάνω, η κυβέρνηση, αδυνατώντας να δανειστεί από τις αγορές (μετά την εκτίναξη των spreads στα ύψη), αναγκάστηκε να υπογράψει και να «περάσει» από τη Βουλή το ταπεινωτικό για τη χώρα Μνημόνιο, για να λάβει (σε δόσεις) το δάνειο των 110 δισ. ευρώ με τοκογλυφικό επιτόκιο, και τώρα αναγκάζεται να το αναθεωρήσει προς το χειρότερο, για να εισπράξει την επόμενη δόση του δανείου αυτού.
Τα αποτελέσματα της εφαρμογής του «δόγματος του σοκ» στη χώρα μας είναι παρόμοια με εκείνα στις χώρες της Λατινικής Αμερικής όπου αυτό εφαρμόστηκε: μείωση μισθών και εισοδημάτων, αύξηση της ανεργίας, αύξηση της φτώχειας, κλείσιμο επιχειρήσεων, εντατικοποίηση (fast track) των ιδιωτικοποιήσεων κερδοφόρων δημόσιων επιχειρήσεων και ξεπούλημα «φιλέτων» δημόσιων εκτάσεων. Και ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, η ύφεση βαθαίνει και το δημόσιο χρέος αντί να μειώνεται αυξάνει.
Είναι πράγματι τραγικό μια κυβέρνηση κατ' όνομα «σοσιαλιστική» να εφαρμόζει με «θρησκευτική ευλάβεια» τις δοξασίες του υπέρμαχου του νεοφιλελευθερισμού Milton Friedman, οι οποίες βύθισαν στη φτώχεια και τη δυστυχία τις χώρες στις οποίες εφαρμόστηκαν.
* Ο Μανόλης Γ. Δρεττάκης είναι τέως: αντιπρόεδρος της Βουλής, υπουργός και καθηγητής της ΑΣΟΕΕ
Αναρτήθηκε από You Pay Your Crisis στις 7:39 μ.μ.
Ετικέτες ΑΡΘΡΑ / Δρεττάκης Μ.
Σε πλήρη εξέλιξη η εφαρμογή του «δόγματος του σοκ» στην Ελλάδα
Πηγή: Ελευθεροτυπία
Του ΜΑΝΟΛΗ Γ. ΔΡΕΤΤΑΚΗ*
Κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες στη χώρα μας η μετάφραση του βιβλίου της Καναδής δημοσιογράφου Naomi Klein με τίτλο «Το Δόγμα του Σοκ» (τίτλος στα αγγλικά The Shock Doctrine), που εκδόθηκε το 2007 και στο οποίο γίνεται ανάλυση και εκτεταμένη περιγραφή της εφαρμογής των θεωριών της Σχολής του Σικάγου, ιδρυτής της οποίας ήταν ο, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο αυτό, Milton Friedman.
Το «δόγμα του σοκ» είναι είτε η επιβολή από δικτατορικά καθεστώτα είτε η εφαρμογή από δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις του τρίπτυχου: «ιδιωτικοποιήσεις, κρατική απορρύθμιση/ελεύθερο εμπόριο και δραστικές περικοπές στις κρατικές δαπάνες». Προϋπόθεση για να εφαρμοστεί το δόγμα αυτό είναι να υπάρξει μια κρίση που μπορεί να οφείλεται είτε σε πολέμους, εμφύλιους πολέμους, είτε σε φυσικές καταστροφές είτε σε δυσεπίλυτα οικονομικά προβλήματα, όπως ο υπερπληθωρισμός ή το υπέρογκο χρέος.
Στην περίπτωση των κρατών της Λατινικής Αμερικής, αναφέρει η συγγραφέας, «η σπείρα του χρέους λειτούργησε σαν ένα γιγαντιαίο όπλο ηλεκτρικής εκκένωσης. Σε μια τέτοια κατάσταση -προσθέτει- ο Friedman ήταν πεπεισμένος ότι, όταν ξεσπάσει μια κρίση, αποτελεί ζήτημα καθοριστικής σημασίας η ακαριαία δράση. Εκτιμούσε ότι μια καινούργια κυβέρνηση έχει στη διάθεσή της 6 με 9 μήνες για να επιβάλει μείζονες αλλαγές».
Η συγγραφέας επισημαίνει ότι «η θεμελιώδης αρχή είναι απλή: οι χώρες σε κρίση (χρέους) χρειάζονται απεγνωσμένα μια επείγουσα βοήθεια... Οταν οι ιδιωτικοποιήσεις και οι πολιτικές του ελεύθερου εμπορίου προωθούνται από κοινού με τη χρηματοοικονομική διάσωση (δάνειο) σε ένα ολοκληρωμένο πακέτο, οι χώρες δεν έχουν άλλη επιλογή από το να αποδεχτούν ολόκληρο το πακέτο» και, όπως αναφέρει η ίδια, «η κρίση του χρέους, στην οποία βρέθηκαν χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Αφρικής κατά τη δεκαετία του '80, τις ανάγκασε να υποκύψουν στον εκβιασμό "Θέλετε να σώσετε τη χώρα σας; Ξεπουλήστε την"».
Από τα λίγα αυτά αποσπάσματα από το πολύ ενδιαφέρον βιβλίο τής Naomi Klein φαίνεται καθαρά ότι στη χώρα μας εφαρμόζονται πιστά οι συνταγές του «δόγματος του σοκ», συνταγές που έχει υιοθετήσει η τρόικα ακολουθώντας την πάγια πολιτική του ΔΝΤ, που δεν είναι άλλη από το «δόγμα του σοκ». Αυτή η «τεχνογνωσία» ήταν βασικός λόγος για τον οποίο η Ε.Ε. ζήτησε από το ΔΝΤ να είναι μέλος της τρόικας.
Πώς, όμως, έφτασε η Ελλάδα στο κατάντημα να γίνει χώρα Λατινικής Αμερικής στην Ευρώπη; Είναι αλήθεια ότι η σημερινή κυβέρνηση κληρονόμησε ένα τεράστιο δημόσιο χρέος, το οποίο οφειλόταν στα μεγάλα ελλείμματα όλων των κυβερνήσεων των τελευταίων 35 ετών. Ειδικότερα το έλλειμμα του 2009 ήταν ιδιαίτερα αυξημένο, εξαιτίας όχι μόνο της πολιτικής που εφάρμοζε όλα τα χρόνια η προηγούμενη κυβέρνηση, αλλά και των μέτρων που έλαβε για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της διεθνούς οικονομικής κρίσης.
Παρ' ότι η σημερινή κυβέρνηση γνώριζε το μέγεθος του δημοσιονομικού προβλήματος πριν από τις εκλογές, το επιδείνωσε μόλις ανέλαβε την εξουσία, με: παροχές, κατάργηση φορολογικών μέτρων που θα απέδιδαν έσοδα (τα οποία εφαρμόζει τώρα), μη ψήφιση φορολογικού και αναπτυξιακού νομοσχεδίου και μη άμεση λήψη σκληρών μέτρων για την πάταξη της φοροδιαφυγής, πριν από την ψήφιση του προϋπολογισμού του 2010 τον περασμένο Δεκέμβριο, και μη δανειζόμενη με χαμηλό spread τα αναγκαία ποσά τον περασμένο Ιανουάριο. Τέλος, οι αδιανόητες για έναν πρωθυπουργό και υπουργό Οικονομικών δηλώσεις περί «χρεοκοπίας της χώρας», «Τιτανικού», «χώρας σε εντατική» κ.λπ. οδήγησαν τη χώρα σε αδιέξοδο.
Υστερα απ' όλα τα παραπάνω, η κυβέρνηση, αδυνατώντας να δανειστεί από τις αγορές (μετά την εκτίναξη των spreads στα ύψη), αναγκάστηκε να υπογράψει και να «περάσει» από τη Βουλή το ταπεινωτικό για τη χώρα Μνημόνιο, για να λάβει (σε δόσεις) το δάνειο των 110 δισ. ευρώ με τοκογλυφικό επιτόκιο, και τώρα αναγκάζεται να το αναθεωρήσει προς το χειρότερο, για να εισπράξει την επόμενη δόση του δανείου αυτού.
Τα αποτελέσματα της εφαρμογής του «δόγματος του σοκ» στη χώρα μας είναι παρόμοια με εκείνα στις χώρες της Λατινικής Αμερικής όπου αυτό εφαρμόστηκε: μείωση μισθών και εισοδημάτων, αύξηση της ανεργίας, αύξηση της φτώχειας, κλείσιμο επιχειρήσεων, εντατικοποίηση (fast track) των ιδιωτικοποιήσεων κερδοφόρων δημόσιων επιχειρήσεων και ξεπούλημα «φιλέτων» δημόσιων εκτάσεων. Και ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, η ύφεση βαθαίνει και το δημόσιο χρέος αντί να μειώνεται αυξάνει.
Είναι πράγματι τραγικό μια κυβέρνηση κατ' όνομα «σοσιαλιστική» να εφαρμόζει με «θρησκευτική ευλάβεια» τις δοξασίες του υπέρμαχου του νεοφιλελευθερισμού Milton Friedman, οι οποίες βύθισαν στη φτώχεια και τη δυστυχία τις χώρες στις οποίες εφαρμόστηκαν.
* Ο Μανόλης Γ. Δρεττάκης είναι τέως: αντιπρόεδρος της Βουλής, υπουργός και καθηγητής της ΑΣΟΕΕ
Αναρτήθηκε από You Pay Your Crisis στις 7:39 μ.μ.
Ετικέτες ΑΡΘΡΑ / Δρεττάκης Μ.
Τετάρτη 22 Δεκεμβρίου 2010
ΚΡΑΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΑΓΟΡΩΝ , Βασίλης Βιλιάρδος (copyright)
ΚΡΑΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΑΓΟΡΩΝ
Τετάρτη, 22 Δεκέμβριος 2010 01:04
Βιώνουμε έναν παγκόσμιο οικονομικό πόλεμο, με υπαίτιο τις χρηματοπιστωτικές αγορές, οι οποίες επιδιώκουν, μαζί με το Καρτέλ, την απολυταρχική εγκατάσταση τους στην παγκόσμια διακυβέρνηση, με την πλήρη ιδιωτικοποίηση της εξουσίας
“Στις σκανδιναβικές χώρες, τη Γερμανία, την Ολλανδία και τη Γαλλία, προτιμήθηκε μετά τα μέσα του 20ου αιώνα ένα διαφορετικό οικονομικό «μίγμα». Το όραμα που αντιπροσώπευε θα μπορούσε ίσως να συνοψισθεί στην αντίληψη ότι, ο καπιταλισμός είναι το μοναδικό διαθέσιμο σύστημα που μπορεί να λειτουργήσει - αλλά δεν μπορεί να λειτουργήσει ικανοποιητικά, χωρίς την ισχυρή παρουσία της κυβέρνησης”(R.Heilbroner).
Μήπως όμως στην πραγματικότητα ο καπιταλισμός, αναρωτιέται κανείς, παρά τις υποσχέσεις του να παράγει πλούτο για όλους, οδηγεί τελικά στο να γίνονται οι πλούσιοι πλουσιότεροι και οι φτωχοί, φτωχότεροι; Μπορεί να επιτευχθεί ανάπτυξη, χωρίς να προϋποθέτει την ανισότητα – τη διεύρυνση δηλαδή των εισοδηματικών διαφορών, μεταξύ των ανωτέρων και κατωτέρων «κοινωνικών «στρωμάτων», είτε αυτά είναι ιδιώτες, είτε ολόκληρα κράτη; Απλούστερα, μπορεί οι πλούσιοι να γίνονται πλουσιότεροι, χωρίς οι φτωχοί να γίνονται φτωχότεροι – χωρίς να «αναπτύσσονται» δηλαδή οι μεν, εις βάρος των δε;
Περαιτέρω, η συντριπτική πλειοψηφία των Πολιτών χρειάζεται πραγματικά «μικρότερο Κράτος», είναι προς όφελος της δηλαδή, όπως όλοι οι φιλελεύθεροι οικονομολόγοι ισχυρίζονται, «θεοποιώντας» ουσιαστικά τις ικανότητες/εντιμότητα του ιδιωτικού τομέα, ή ίσως ποιοτικότερο, λιγότερο δαπανηρό ή διεφθαρμένο, «επαρκές», διάφανο και περισσότερο αποτελεσματικό κράτος, ανεξαρτήτως μεγέθους; (πόσο μάλλον όταν η πολιτική εξουσία, είναι η μοναδική μας προστασία απέναντι στην οικονομική;).
Σε τελική ανάλυση, είναι οι οικονομικές κρίσεις, η συχνότητα των οποίων έχει αυξηθεί πλέον επικίνδυνα, απαραίτητος «συνοδός» της καπιταλιστικής διαδικασίας, όπως επίσης η «δημιουργική καταστροφή» (Schumpeter), ή μήπως είναι δυνατόν να αποφευχθεί, δια μέσου της κατάλληλης ρύθμισης του συστήματος της ελεύθερης αγοράς; Για πόσον καιρό θα μπορεί να αντέχει η ανθρωπότητα τις «μανιοκαταθλιπτικές» συμπεριφορές των αγορών, τις συνεχείς ανόδους και πτώσεις δηλαδή, οι «ταλαντώσεις» των οποίων διευρύνονται όλο και περισσότερο, από το κατώτατο άκρο (υφεσιακή αποχρέωση) στο ανώτατο; (αναπτυξιακή υπερχρέωση).
Τέλος, είναι αντικειμενική η διαπίστωση ότι, το «αόρατο χέρι της αγοράς», όπως το είχε ονομάσει ο Adam Smith, δημιουργεί πλούτο στην πραγματική οικονομία (Main Street), ενώ φέρνει την καταστροφή στις χρηματαγορές (Wall Street), εάν αφεθεί ελεύθερο;
Είναι προφανές ότι, δεν είναι τόσο απλές οι υπεύθυνες απαντήσεις στα παραπάνω ερωτηματικά, στις απορίες καλύτερα, εάν βέβαια παραμένει κανείς οπαδός της ελεύθερης αγοράς – τόσο της μη κεντρικά κατευθυνόμενης, όσο και της μη μονοπωλιακής. Πολύ περισσότερο όταν γνωρίζει ότι, το κυκλοφοριακό σύστημα της οικονομίας, το χρήμα δηλαδή, δημιουργείται από την πίστωση - από τα χρέη κατ’ επέκταση, με όλα όσα προβλήματα κάτι τέτοιο συνεπάγεται.
Εν τούτοις, οφείλει έστω να προσπαθήσει, ακόμη και αν δεν καταφέρει τελικά να τεκμηριώσει σωστά ή να ολοκληρώσει τις όποιες απαντήσεις του. Ιδιαίτερα, όταν είναι πλέον απολύτως βέβαιος ότι, βιώνουμε έναν καταστροφικό παγκόσμιο οικονομικό πόλεμο, άνευ προηγουμένου - με κύριο υπαίτιο τις χρηματοπιστωτικές αγορές, οι οποίες επιδιώκουν, προφανώς μαζί με το Καρτέλ, την απολυταρχική εγκατάσταση τους στην παγκόσμια διακυβέρνηση, με την πλήρη αποκρατικοποίηση της εξουσίας.
ΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΚΡΑΤΟΣ
Πριν από το οικονομικό κραχ και τη Μεγάλη Ύφεση του 1930, το ύψος του εθνικού εισοδήματος στις Η.Π.Α. ήταν, χωρίς καμία αμφιβολία, εντυπωσιακό στο συνολικό όγκο του. Εάν παρακολουθούσε όμως κανείς την πορεία του και τα εκατομμύρια μικρούς «παραποτάμους» του, θα συνειδητοποιούσε ότι, η χώρα ωφελούταν με πολύ άνισο τρόπο από τη ροή του. Περίπου 24.000 οικογένειες στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας αποκόμιζαν τριπλάσιο εισόδημα από τα 6.000.00 οικογένειες στη βάση της πυραμίδας – ενώ το μέσο εισόδημα των ευκατάστατων οικογενειών στην κορυφή ήταν 630 φορές μεγαλύτερο, από το εισόδημα των οικογενειών στη βάση (πηγή: R.Heilbroner).
Δυστυχώς, αυτό δεν ήταν το μοναδικό πρόβλημα της εποχής. Ξεχασμένοι στο περιθώριο του ενθουσιασμού για την απεριόριστη ευημερία που θεωρούταν τότε ότι θα προσέφερε ο καπιταλισμός («Όλοι θα πρέπει να γίνουν πλούσιοι», είχε πει ο τότε πρόεδρος των Δημοκρατικών), βρίσκονταν δύο εκατομμύρια άνεργοι Πολίτες ενώ, κρυμμένες πίσω από την κλασσική, μαρμάρινη τους πρόσοψη, οι τράπεζες χρεοκοπούσαν με ρυθμό δύο την ημέρα – επί έξι ολόκληρα έτη πριν από το οικονομικό κραχ.
Ο μέσος Αμερικανός τότε, χρησιμοποιούσε την ευημερία του με αυτοκαταστροφικό τρόπο. Είχε συνάψει πάρα πολλά δάνεια, είχε εκτεθεί επικίνδυνα στις «σειρήνες» των αγορών, αγοράζοντας προϊόντα με δόσεις και είχε σφραγίσει τη μοίρα του με την αγορά μετοχών - τις οποίες αποκτούσε όχι με δικά του χρήματα, αλλά με δανεικά από τις τράπεζες. Η τραγική εξέλιξη μπορεί να ήταν αναπόφευκτη, αλλά όχι και προβλέψιμη, αφού σπάνια περνούσε ημέρα, χωρίς κάποια προσωπικότητα των ημερών, να διαβεβαιώνει το έθνος για την ευρωστία του - μεταξύ των οποίων διαπρεπείς οικονομολόγοι, πανεπιστημιακοί, επιχειρηματίες και πολιτικοί.
Μεταξύ των ετών 1930 και 1970, μετά δηλαδή τη Μεγάλη Ύφεση (η οποία κατέληξε δυστυχώς στο 2ο παγκόσμιο πόλεμο), οι εισοδηματικές ανισότητες στις «δυτικές» οικονομίες περιορίσθηκαν σημαντικά – σε πλήρη αντίθεση με τις τελευταίες (μετά το 1970) δεκαετίες. Το 1928, οι υπερβολικά πλούσιοι των Η.Π.Α. απολάμβαναν το 5% των συνολικών εισοδημάτων της χώρας – σαράντα χρόνια αργότερα, το 1970, οι απολαβές τους δεν ξεπερνούσαν το 1% των συνολικών (σήμερα έχουν αυξηθεί ξανά, σαν αποτέλεσμα της «αντιστροφής» της πολιτικής των τελευταίων δεκαετιών).
Τη χρονική αυτή περίοδο, η δύναμη των εργατικών συνδικάτων αυξανόταν συνεχώς, με αποτέλεσμα την επίτευξη διαρκώς υψηλότερων μισθών για τους εργαζομένους - οι οποίοι έτσι συμμετείχαν στα επί πλέον έσοδα, στα κέρδη των επιχειρήσεων δηλαδή, τόσο από το ρυθμό ανάπτυξης, όσο και από την αύξηση της παραγωγικότητας τους. Σε μεγάλο βαθμό βέβαια «φρόντιζε» και το κράτος, το οποίο συμμετείχε ενεργητικά τόσο στην αναδιανομή των εισοδημάτων, όσο και στην καταπολέμηση της ανεργίας - δια μέσου κυρίως των δημοσίων επενδύσεων (Keynes) και της φορολογικής νομοθεσίας.
Οι κυβερνήσεις παρείχαν στους Πολίτες «γενναιόδωρα» αυξημένες κοινωνικές υπηρεσίες, αποσπώντας ένα μεγάλο μέρος των εσόδων από τους πλουσίους. Στη Μ. Βρετανία, ο ανώτερος φορολογικός συντελεστής εισοδημάτων είχε πλησιάσει το 83% - ένα υπερδιπλάσιο ποσοστό από το σημερινό, εντελώς ακατανόητο και υπερβολικό. Το κράτος πραγματοποιούσε μεγάλες επενδύσεις στην κοινωνική περίθαλψη και στην Παιδεία, ενώ χρηματοδοτούσε εξ ολοκλήρου τις πανεπιστημιακές σπουδές των παιδιών των εργαζομένων.
Αντίθετα, όσον αφορά τις χρηματαγορές, η κατάσταση ήταν εντελώς υποτονική – με μηδαμινές έως ανύπαρκτες ευκαιρίες κερδοφορίας. Η διεθνής ροή των Κεφαλαίων ήταν αυστηρά ελεγχόμενη, τα χρηματοπιστωτικά «προϊόντα» περιορισμένα, ενώ οι τραπεζικοί (τα σημερινά Golden Boys), σπάνια κέρδιζαν περισσότερα, από τα στελέχη που απασχολούνταν σε άλλες επιχειρήσεις. Παράλληλα, ούτε οι Πολίτες, αλλά ούτε και τα κράτη επιδίωκαν το δανεισμό - αφού δεν δαπανούσαν περισσότερα από όσα εισέπρατταν.
Δυστυχώς όμως, κάποια στιγμή η λογική χάθηκε εντελώς, οδηγώντας το τότε σύστημα στα όρια του. Η φορολογία αυξήθηκε υπερβολικά, ενώ τα συνδικάτα έχασαν το «μέτρο», απαιτώντας συνεχώς υψηλότερες αμοιβές, οι οποίες τελικά έθεσαν σε λειτουργία έναν σπειροειδή πληθωριστικό κύκλο - ενώ οι απεργίες εξουδετέρωσαν εντελώς την ομαλή οικονομική λειτουργία, «μονοδρομώντας» την Οικονομία σε τεράστια αδιέξοδα.
Από την άλλη πλευρά, οι κοινωνικές παροχές ξεπέρασαν τα όρια, σε σημείο που ήταν ασύμφορο πλέον να εργασθεί κανείς - αφού τα επιδόματα ανεργίας ξεπερνούσαν κάποιες φορές ακόμη και τους μισθούς. Το διεθνές συναλλαγματικό σύστημα κατέρρευσε τελικά, με αποτέλεσμα να «εκκολαφθεί» η σχολή του Σικάγο - με το νομπελίστα οικονομολόγο Robert Lucas, ο οποίος «απαίτησε» την πλήρη αλλαγή του τότε συστήματος.
«Η αναδιανομή των εισοδημάτων, οι αυστηροί κανόνες για τις αγορές και οι υψηλοί φορολογικοί συντελεστές, είναι θάνατος για την ελεύθερη οικονομία», τεκμηρίωσε τη θέση του ο Robert Lucas, συνεχίζοντας: «Όποιος υποχρεώνεται σε φορολόγηση ενός μεγάλου μέρους των εισοδημάτων του, καθώς επίσης όποιος μπορεί να στηριχθεί στη βοήθεια του κράτους, έχει ελάχιστα κίνητρα να εργασθεί, να επενδύσει ή να χρηματοδοτήσει τις σπουδές του…..Η ανισότητα είναι η βασική προϋπόθεση της ανάπτυξης και της δημιουργίας πλούτου, ενώ από μία δυναμικά αυξανόμενη οικονομία, κερδίζουν στο τέλος και οι φτωχοί….Η παλίρροια ανυψώνει όλες τα βάρκες».
ΤΟ ΜΙΚΡΟΤΕΡΟ ΚΡΑΤΟΣ
Στις θεωρίες αυτές βασίστηκαν τόσο ο R.Reagan, όσο και η M.Thatcher, στις προσπάθειες τους να μειώσουν το κράτος και να εξουδετερώσουν τα συνδικάτα. Όταν τελικά το κατάφεραν, ιδιωτικοποιώντας τις επιχειρήσεις και πουλώντας τη δημόσια περιουσία (στο βρετανικό δημόσιο ανήκει πλέον μία και μοναδική γέφυρα στον Τάμεση, αφού έχει ξεπουλήσει τα πάντα, ενώ το συνολικό χρέος της χώρας ξεπερνάει πια το 500% του ΑΕΠ), η ανισότητα εκτοξεύτηκε στα ύψη – επειδή η αγορά δεν φροντίζει μόνη της ποτέ για ισότητα.
Όπως αποδείχθηκε λοιπόν, οι αγορές ανταμείβουν δυσανάλογα τους εισοδηματικά ισχυρούς, βοηθώντας τους, μεταξύ άλλων, να χρεώνουν υψηλούς τόκους στα Κεφάλαια τους. Επίσης, αμείβουν υπερβολικά αυτούς που διαθέτουν ιδιαίτερες ικανότητες, κληρονομικές ή επίκτητες, όπως και όσους έχουν την τύχη να εργάζονται σε αναπτυσσόμενους κλάδους. Ουσιαστικά λοιπόν «τιμωρούν» όλους τους άλλους, οι οποίοι χαρακτηρίζονται από περιορισμένες ικανότητες, φτωχούς προγόνους ή έχουν ατυχώς εκπαιδευθεί στο, λάθος για την εποχή, επάγγελμα.
Αναλυτικότερα, η χρονική περίοδος μετά την κατάργηση του κανόνα του χρυσού, αυτή δηλαδή που ξεκίνησε το 1971, ήταν αναμφίβολα εξαιρετικά αποδοτική για τους ιδιοκτήτες του κεφαλαίου – για όλους αυτούς που θεωρούνται πλούσιοι ή ικανοί. Τόσο τα εισοδήματα, όσο και τα «χαρτοφυλάκια» τους αυξάνονταν διαρκώς - γεγονός που διαπιστώνεται από το ότι, εάν ένας αμερικανός είχε συνολική περιουσία, τη δεκαετία του ’70, ύψους 75 εκ. $, ανήκε στους 400 πλουσιότερους ανθρώπους της χώρας του, ενώ σήμερα απαιτούνται περισσότερα από 1 δις $.
Αντίθετα, η ίδια χρονική περίοδος ήταν μάλλον ουδέτερη για τους μισθωτούς, αφού το ετήσιο εισόδημα ενός μέσου αμερικανού εργαζομένου ήταν 45.879 $, παραμένοντας σχεδόν στάσιμο μέχρι σήμερα (45.113 $, με «αποπληθωρισμένα» στοιχεία). Στη Γερμανία, ακόμη και στην περίοδο της μεγάλης ανάπτυξης μεταξύ των ετών 2004 και 2008, όπου τα κέρδη των επιχειρήσεων είχαν στην κυριολεξία «εκτοξευθεί», οι μέσες αμοιβές των εργαζομένων όχι μόνο δεν παρουσίασαν άνοδο, αλλά περιορίσθηκαν σημαντικά (γεγονός που συνέβαλλε, μεταξύ άλλων, στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας της χώρας, εις βάρος τόσο των Πολιτών της, όσο και των Ευρωπαίων-εταίρων της).
Στην Ελλάδα, οι αμοιβές διαφοροποιήθηκαν ελάχιστα μετά το 2000, παρά τον σχετικά μεγάλο ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας της – γεγονός που επεξηγεί την έντονη ύφεση που ακολούθησε την είσοδο του ΔΝΤ στη χώρα. Στη Μ. Βρετανία, οι ειδικές αμοιβές (Bonus) των στελεχών του χρηματοπιστωτικού κλάδου ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο, ενώ οι μισθοί των υπολοίπων εργαζομένων παρέμειναν στα ίδια επίπεδα των προηγουμένων ετών.
Στις αναπτυσσόμενες οικονομίες υποχώρησε βέβαια η φτώχεια σε απόλυτα μεγέθη, αλλά οι κοινωνικές διαφοροποιήσεις αυξήθηκαν δραματικά – ηττημένοι και εδώ οι απλοί εργαζόμενοι, «νικητές» όλοι όσοι στήριξαν τα εισοδήματα τους στις κεφαλαιακές «προμήθειες». Στην Κίνα, δέκα μόλις χρόνια πριν, το 50% του ΑΕΠ δαπανούνταν σε μισθούς και ημερομίσθια – πρόσφατα, είχε περιορισθεί στο 40%. Στην Ινδία κέρδισαν κυρίως οι ανώτερες εισοδηματικές τάξεις από τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις της δεκαετίας του ’90 - ενώ στη Βραζιλία, μετά την επιδρομή του «Ταμείου», οι πλούσιοι ζουν σε οχυρωμένες περιοχές και προστατευμένα διαμερίσματα, για να προστατεύονται από τους πολυάριθμους φτωχούς. Σύμφωνα δε με πρόσφατη μελέτη του ΔΝΤ, «Οι ανισότητες αυξήθηκαν σε όλες τις χώρες, με εξαίρεση ίσως τα φτωχότερα κράτη του πλανήτη».
Κοινό «πολιτικό» χαρακτηριστικό αυτής της χρονικής περιόδου ήταν αναμφίβολα, όπως αναφέραμε στην αρχή, η επικράτηση του νεοφιλελεύθερου δόγματος της σχολής του Σικάγο, μέσα από τις μεταρρυθμίσεις του προέδρου R.Reagan στις Η.Π.Α. και της M.Thatcher στην («πάλαι ποτέ» Μεγάλη) Βρετανία.
Ολοκληρώνοντας, ο περιορισμός του κράτους και η αποκρατικοποίηση όλων των επιχειρήσεων του δημοσίου, καθώς επίσης η πώληση της κρατικής περιουσίας κυριάρχησαν - με τεκμηριωμένα (ιστορικά) αποτελέσματα, την υπερχρέωση κρατών και νοικοκυριών, την διατήρηση των μισθών σε σταθερά, χαμηλά επίπεδα, την εξουδετέρωση των συνδικαλιστικών κινημάτων, την αύξηση της κερδοφορίας των επιχειρήσεων, την άνοδο των μονοπωλίων (πολυεθνικές), τις επιθέσεις του «Ταμείου», καθώς επίσης την παντοδυναμία του αδρανούς, κερδοσκοπικού Κεφαλαίου – των πάσης φύσεως δηλαδή χρηματοπιστωτικών «αγορών».
Η ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΟΥ ΚΑΡΤΕΛ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ
Τα ελλείμματα των προϋπολογισμών των χωρών της Ευρώπης οχταπλασιάστηκαν το 2010, σε σχέση με το 2007, φτάνοντας στα -581 δις €, από -60 δις € προηγουμένως. Εξ αυτών, τα -360 δις € αφορούν τις πέντε πλέον επικίνδυνες «χώρες του Νότου», οι οποίες τετραπλασίασαν τα ελλείμματα τους μέσα σε τρία μόλις χρόνια. Σύμφωνα τώρα με την άποψη που επικρατεί στις κυβερνήσεις της Ευρωζώνης, υπεύθυνες είναι οι ίδιες οι χώρες, οι οποίες δεν αποδείχθηκαν πειθαρχικές, όσον αφορά τη διαχείριση των δημοσιονομικών τους προβλημάτων – παρά το ότι σε πολλές από αυτές, όπως για παράδειγμα στην Ελλάδα, οι ετήσιοι τόκοι πλησιάζουν πια το 30% των εσόδων του δημοσίου. Ο Πίνακας Ι που ακολουθεί, περιγράφει με σαφήνεια τη σημερινή θέση της Ευρωζώνης:
ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Δημόσιο χρέος σε ποσοστά του ΑΕΠ, Ελλείμματα (προβλέψεις 2010)
Χώρες
Δημόσιο Χρέος
Ελλείμματα
Λουξεμβούργο
18,2
-1,8
Σλοβενία
40,7
-5,8
Σλοβακία
42,1
-8,2
Φιλανδία
49,0
-3,1
Κύπρος
62,2
-5,9
Ισπανία
64,4
-9,3
Ολλανδία
64,8
-5,8
Μάλτα
70,4
-4,2
Αυστρία
70,4
-4,3
Γερμανία
75,7
-3,7
Πορτογαλία
82,8
-7,3
Γαλλία
83,0
-7,7
Ιρλανδία
97,4
-32,3
Βέλγιο
98,6
-4,8
Ιταλία
118,9
-5,0
Ελλάδα
140,2
-9,6
Πηγή: Κομισιόν
Πίνακας: Β. Βιλιάρδος
Οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι, όλα σχεδόν τα μεγέθη του Πίνακα Ι μπορεί να διαφοροποιηθούν ριζικά, κατά το παράδειγμα της Ιρλανδίας – γεγονός που «ανησυχεί» ιδιαίτερα τις «δικτατορικές αγορές». Εάν τα προβλήματα των τραπεζών δηλαδή αυξηθούν (ή βγουν στην επιφάνεια), με αποτέλεσμα να οδηγηθούν οι ζημίες τους στους κρατικούς προϋπολογισμούς με τη «βοήθεια» του ΔΝΤ, όπως συνέβη ήδη στην Ιρλανδία, τότε η εικόνα της Ευρωζώνης θα αλλάξει επικίνδυνα.
Συνεχίζοντας στο θέμα μας, ο ιδιωτικός τομέας των χωρών της Ευρωζώνης το 2000, οι πολυεθνικές επιχειρήσεις συγκεκριμένα, εμφάνιζαν ένα χρηματοδοτικό έλλειμμα ύψους -202 δις €. Δέκα χρόνια αργότερα, το 2010, το έλλειμμα είχε μετατραπεί σε πλεόνασμα, ύψους 82 δις € - εκ των οποίων, τα 55 δις € πλεόνασμα εμφανίζονται στις γερμανικές επιχειρήσεις, οι οποίες το 2000 είχαν έλλειμμα -129 δις €. Σε ολόκληρη δε την Ευρωπαϊκή Ένωση, το συνολικό έλλειμμα των επιχειρήσεων, ύψους -346 δις € το 2000, μετατράπηκε σε πλεόνασμα 300 δις € (πηγή: Ringier AG, CH).
Το 2000 λοιπόν οι ευρωπαϊκές (πολυεθνικές) επιχειρήσεις χρηματοδοτούσαν φυσιολογικά τις επενδύσεις τους - εν μέρει από τα Ίδια Κεφάλαια τους, καθώς επίσης με τη λήψη πιστώσεων από τις τράπεζες. Σήμερα, εισπράττουν ουσιαστικά 300 δις € περισσότερα από αυτά που δαπανούν για τα προϊόντα τους, τους μισθούς, τους φόρους και τις επενδύσεις - αφού οι Ισολογισμοί τους εμφανίζουν πλεόνασμα αυτού του ύψους («υπερχρεώνοντας» τα προϊόντα τους προφανώς). Ταυτόχρονα, πουλούν εμπορεύματα ύψους 300 δις € επί πιστώσει.
Εφ’ όσον τώρα αυξήθηκαν οι απαιτήσεις των επιχειρήσεων, παράλληλα με την «αποχρέωση» τους, θα αυξήθηκε αντίστοιχα ο δανεισμός ή θα μειώθηκαν οι αποταμιεύσεις κάποιων άλλων – κρατών ή νοικοκυριών. Στην πραγματικότητα λοιπόν, οι αποταμιεύσεις των νοικοκυριών μεταξύ των ετών 2000 και 2007 μειώθηκαν στο μισό – από 170 δις € στα 84 δις €.
Περαιτέρω, από το ξεκίνημα της κρίσης, τα πλεονάσματα του ιδιωτικού χρηματοπιστωτικού κλάδου αυξήθηκαν κατά 500 δις € στην ΕΕ των 27 – με τα αντίστοιχα ελλείμματα να επιβαρύνουν τα κρατικά ταμεία. Το γεγονός αυτό δεν είναι φυσικά παράδοξο, αφού το δημόσιο ανέλαβε τα χρέη των ζημιογόνων τραπεζών (ενισχύοντας έμμεσα τις κερδοφόρες), για πρώτη φορά στην ιστορία (ετεροβαρές ρίσκο), χρηματοδοτώντας παράλληλα τις προσπάθειες αναθέρμανσης της οικονομίας.
Ολοκληρώνοντας, η εξέλιξη αυτή δεν λειτούργησε ανάλογα σε όλες τις χώρες, αφού σε αυτές που οι μισθοί αυξήθηκαν, παράλληλα με την παραγωγικότητα (Ελλάδα, Ισπανία κλπ), τα κέρδη των επιχειρήσεων δεν διαφοροποιηθήκαν σημαντικά. Αντίθετα όμως στη Γερμανία, όπου οι πραγματικοί μισθοί περιορίσθηκαν αρκετά, αυξήθηκαν τόσο τα κέρδη των επιχειρήσεων, όσο και τα πλεονάσματα του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών της χώρας. Ταυτόχρονα, αυξήθηκαν και οι πιστώσεις της Γερμανίας προς τις «ελλειμματικές», εισαγωγικές χώρες του Νότου - με αποτελέσματα (επισφάλειες) που στο μέλλον θα είναι μάλλον επώδυνα για την οικονομία της ηγετικής δύναμης της ΕΕ.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Η παγκόσμια οικονομία, παρά τη «θεραπεία», στην οποία υποβλήθηκε από τους Reagan-Thatcher, δεν αναπτύχθηκε γρηγορότερα, σε σχέση με την προηγούμενη χρονική περίοδο – δεν ωφελήθηκε δηλαδή από τις αποκρατικοποιήσεις, την απελευθέρωση των αγορών και το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων.
Σε πλήρη αντίθεση μάλιστα με τη «νέα τάξη πραγμάτων» της αγγλοσαξονικής σχολής, μερικές από τις πλουσιότερες χώρες του κόσμου, οι Σκανδιναβικές, διατηρούν ακόμη υψηλούς φορολογικούς συντελεστές, καθώς επίσης ένα μεγάλο κοινωνικό κράτος – με δημοσίους υπαλλήλους που πλησιάζουν το 30% των εργαζομένων (περί το 12% στην Ελλάδα). Πως αιτιολογείται λοιπόν κάτι τέτοιο;
Είναι αρκετοί αυτοί που ισχυρίζονται ότι, οι άνθρωποι δεν εργάζονται μόνο για τα χρήματα – αλλά από ενδιαφέρον για τη δουλειά τους, καθώς επίσης με στόχο την «αναγνώριση», την εκτίμηση καλύτερα τόσο της προσωπικότητας, όσο και της εργασίας τους, από το κοινωνικό περιβάλλον. Κατά τους ίδιους, το αληθινό «κλειδί» για τον πλούτο είναι η πρόσβαση σε μία καλύτερη εκπαίδευση, η κοινωνική σταθερότητα και η ποιότητα των υποδομών – στοιχεία πολύ πιο σημαντικά από τα κίνητρα, τα οποία «πηγάζουν» από το «κυνήγι» του κέρδους και από τις μεγάλες εισοδηματικές διαφορές.
Πολύ συχνά ακούει κανείς επίσης ότι, η μεγάλη τεχνολογική πρόοδος, καθώς επίσης η παγκοσμιοποίηση, δημιουργούν συνεχώς αυξανόμενες ανισότητες. Εν τούτοις, τα συμπεράσματα αυτά δεν είναι πλέον τόσο αυτονόητα, όσο υποθέταμε πριν - αφού ειδικά στις χώρες με υψηλή τεχνολογία και ελεύθερα σύνορα, στις «ανοιχτές κοινωνίες» δηλαδή της Σουηδίας και της Φιλανδίας, για παράδειγμα, η ανισότητα είναι πολύ περιορισμένη.
Η χρήση των μηχανών, καθώς επίσης η ελεύθερη ανταλλαγή εμπορευμάτων και υπηρεσιών, χωρίς δασμούς ή άλλα «κρατικά» εμπόδια, ασφαλώς συμβάλλουν την καταστροφή εργατικών θέσεων - δημιουργώντας όμως παράλληλα άλλες, σε «νέες» περιοχές. Αξιωματικά δε το κράτος μπορεί να φροντίζει έτσι ώστε, να μη γίνονται πλούσιοι μερικοί μόνο Πολίτες του, αλλά όλοι μαζί (Πίνακας ΙΙ):
ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: «Κατανομή» εισοδημάτων σε επιλεγμένες ευρωπαϊκές χώρες
Χώρα
1997
2005
2008
Γερμανία
3,7
3,8
4,8
Ελλάδα
6,6
5,8
5,9
Βρετανία
4,7
5,8
5,6
Πορτογαλία
6,6
6,9
6,1
Σουηδία
3,0
3,3
3,5
Φιλανδία
3,0
3,6
3,8
Δανία
2,9
3,5
3,6
Πηγή: Eurostat
Πίνακας: Β. Βιλιάρδος
Σημείωση 1: Η εξέλιξη των εισοδηματικών διαφορών, μεταξύ του 20% των πλουσιότερων Πολιτών και του 20% των φτωχότερων όπου, για παράδειγμα, ο δείκτης 3,7 σημαίνει ότι το πλουσιότερο 20% του πληθυσμού μιας χώρας, έχει εισοδήματα 3,7 φορές υψηλότερα από αυτά του φτωχότερου 20% (κατά μέσον όρο).
Σημείωση 2: Ο δείκτης για την Κίνα ήταν 8,34 το 2005 – για τη Ρωσία 8,96 το 2007 και για τις Η.Π.Α. 8,42 το 2000 – στην ΕΕ των 27, ο μέσος δείκτης ήταν 10,13 το 2008, γεγονός που αναδεικνύει τις τεράστιες ανισορροπίες μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών (πηγή: F.E.Stiftung).
Συνεχίζοντας, υπάρχουν φυσικά οικονομολόγοι, οι οποίοι ισχυρίζονται επί πλέον ότι, η μεγάλη συγκέντρωση πλούτου σε λίγους, είναι καταστροφική για το ρυθμό ανάπτυξης μίας Οικονομίας. Όσο υψηλότερα τα έσοδα (μισθοί, εισοδήματα κλπ), τόσο περισσότερα αποταμιεύει κανείς και τόσο περιορίζεται η ζήτηση για καταναλωτικά αγαθά. Όπως αναφέρει δε ο Schopenhauer:
«Οι άνθρωποι που δεν έχουν κληρονομήσει κάποια περιουσία, αλλά καταφέρνουν χάρη στις ικανότητες τους να κερδίζουν χρήματα, υποκύπτουν σχεδόν πάντα στην ψευδαίσθηση ότι, το ταλέντο τους είναι το πάγιο κεφάλαιο και άρα τα χρήματα που αποκτούν χάρη σε αυτό οι τόκοι – οπότε δεν αποταμιεύουν ένα μέρος των αποκτηθέντων, προκειμένου να συσσωρεύσουν ένα πάγιο κεφάλαιο, αλλά ξοδεύουν όλα όσα κερδίζουν. Αντίθετα, όποιος έχει μεγαλώσει μέσα σε κληρονομημένο πλούτο, έχει μάθει να διαχωρίζει ποιο είναι το κεφάλαιο και ποιοί είναι οι τόκοι, περιφρουρώντας την περιουσία του με την ίδια του τη ζωή – παραμένει επομένως τακτικός, προσεκτικός και οικονόμος».
Περαιτέρω, οι αμερικανοί προσπάθησαν να καταπολεμήσουν το φαινόμενο της συγκέντρωσης πλούτου σε λίγους (το οποίο οι ίδιοι δημιούργησαν, με αποτέλεσμα τον περιορισμό της κατανάλωσης, λόγω των αντίστοιχα χαμηλών μισθών της πλειοψηφίας των εργαζομένων), με τη βοήθεια των αυξημένων «καταναλωτικών» δανείων προς τις εισοδηματικά ασθενέστερες τάξεις (αντί της φορολόγησης της κληρονομιάς και των πλουσίων). Όπως όμως γνωρίζουμε, οι προσπάθειες αυτές οδήγησαν στην τεράστια παγκόσμια κρίση που βιώνουμε σήμερα, η οποία ξεκίνησε με την αγορά ακινήτων επί πιστώσει, με στόχο τη μεταπώληση τους με κέρδος, έτσι ώστε να αυξάνεται η κατανάλωση – έως ότου οι τιμές των ακινήτων κατέρρευσαν, κάνοντας αδύνατη την εξυπηρέτηση των δανείων στις τράπεζες.
Δεν μπορεί λοιπόν παρά να αναρωτιέται κανείς σήμερα, εάν η μαζική «επίθεση» εναντίον του κοινωνικού κράτους, ήταν από οικονομικής πλευράς αναγκαία – ή μήπως θα ήταν αρκετή μία απλή διόρθωση των υπερβολών του 1970, τις οποίες προκάλεσαν σε μεγάλο βαθμό τα εργατικά συνδικάτα.
Σε κάθε περίπτωση όμως, έχει αποδειχθεί ιστορικά ότι, ο καπιταλισμός μπορεί να επιβιώσει τόσο με μεγαλύτερο, όσο και με μικρότερο κράτος. Η ερώτηση επομένως, το ζητούμενο καλύτερα της ιδανικής κατανομής των εισοδημάτων, δεν αφορά ουσιαστικά την Οικονομία, αλλά την Πολιτική - παρά το ότι οι σημερινοί πολιτικοί δεν φαίνεται να είναι σε θέση να αναλάβουν τις ευθύνες τους.
Όπως είπε δε γνωστός οικονομολόγος, «Η κοινωνία οφείλει να αποφασίσει εάν αποδέχεται την αύξηση των εισοδηματικών ανισοτήτων – εάν όχι, η Πολιτεία πρέπει να αναρωτηθεί ποιες θεσμικές αλλαγές απαιτούνται, για να καταπολεμηθούν οι ανισότητες».
ΟΙ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΣ
Μετά την επικράτηση του «μικρού κράτους», την οποία περιγράψαμε ήδη, το «αόρατο χέρι της αγοράς» απελευθερώθηκε από τα δεσμά του και άρχισε ξανά να κινείται ανενόχλητο/ανεμπόδιστο, όπως πριν από το 1930, στις χρηματοπιστωτικές αγορές.
Αμέσως μετά ακολούθησαν δύο υποτιμήσεις του δολαρίου, με τα γνωστά «πετρελαϊκά σοκ» του 1973 και του 1979 - συνοδευόμενες από έντονες, καταστροφικές υφέσεις. Το επίπεδο των επιτοκίων ξεπέρασε τους μεσοπρόθεσμους ρυθμούς ανάπτυξης, ενώ οι χρηματοπιστωτικοί νεωτερισμοί, τα παράγωγα δηλαδή κάθε είδους, αλλά και τα υπόλοιπα «προϊόντα» (πιστωτικές κάρτες, καταναλωτικά δάνεια με τοκογλυφικά επιτόκια άνω του 20% κλπ), οδήγησαν την «τάση για επίτευξη κερδών», από την παραγωγή προϊόντων στην κερδοσκοπία. Ο Πίνακας ΙΙ (άρθρο μας) που ακολουθεί, είναι χαρακτηριστικός:
ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙΙ: Εξέλιξη δημοσίου χρέους σε τρις $ στις Η.Π.Α., Δημόσιο χρέος σε ποσοστά του ΑΕΠ, έλλειμμα (πλεόνασμα) σε τρις $
Έτος
Δημόσιο Χρέος
Δημόσιο Χρέος/ΑΕΠ
Έλλειμμα
1981
1,0
32,5%
-0,08
1985
1,8
43,8%
-0,21
1990
3,2
55,9%
-0,22
1995
4,9
67,0%
-0,16
2000
5,6
57,3%
+0,24
2005
7,9
63,5%
-0,32
2009
11,9
83,4%
-1,41
2010*
13,8
94,0%
-1,42
2011*
15,1
100,0%
-1,27
* Πρόβλεψη της αμερικανικής κυβέρνησης
Πηγή: Spiegel
Πίνακας: Β. Βιλιάρδος
Σημείωση: Το χρέος των νοικοκυριών στη χώρα πλησιάζει τα 14 τρις $ (100% του ΑΕΠ), ενώ έχει 20πλασιασθεί, σε σχέση με τη δεκαετία του ’70.
Οι βιομηχανικοί όμιλοι, οι οποίοι σηματοδότησαν την ανάπτυξη μετά το 1930, με κέντρο βάρους την παραγωγή προϊόντων, «μεταλλάχθηκαν» σε χρηματοπιστωτικά «κτήνη». Οι τράπεζες, οι οποίες μέχρι τότε ήταν στην υπηρεσία της πραγματικής οικονομίας, μετατράπηκαν σε «αλχημιστές του χρήματος». Απλούστερα, το «θαύμα» της οικονομικής ανάπτυξης μετά το 1980, έλαβε χώρα στο χρηματοπιστωτικό κόσμο – με την αύξηση του δανεισμού, καθώς επίσης με τον «αληθινό κόσμο των επιχειρήσεων», αυτόν δηλαδή που δραστηριοποιούταν στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, να υποχωρεί συνεχώς (κενό που αναπλήρωσε η Κίνα – η παραγωγική μηχανή της δύσης).
Η θεωρητική επεξήγηση του αναμφίβολου αυτού γεγονότος, σύμφωνα με το οποίο το αόρατο χέρι της αγοράς δημιουργεί πλούτο στην πραγματική οικονομία, ενώ προκαλεί την καταστροφή στη χρηματοπιστωτική, είναι ουσιαστικά αυτονόητη. Για παράδειγμα, όταν αυξάνεται η ζήτηση για ένα προϊόν, η τιμή του ανεβαίνει - όπως επίσης και το κίνητρο κέρδους για τον «κατασκευαστή» του. Στη συνέχεια, ο επιχειρηματίας αυξάνει την ποσότητα που παράγει (ή εισέρχονται νέοι επιχειρηματίες στην αγορά, λόγω των αυξημένων προοπτικών κερδοφορίας), την προσφορά δηλαδή, οπότε η τιμή μειώνεται - ενώ αποκαθίσταται η ισορροπία μεταξύ ζήτησης και προσφοράς.
Όταν όμως αυξάνεται η ζήτηση στις χρηματοπιστωτικές αγορές (μετοχές κλπ), την οποία ακολουθούν οι υψηλότερες τιμές, η προσφορά δεν μπορεί να αυξηθεί - αφού οι ποσότητες των μετοχών είναι συνήθως περιορισμένες (βεβαίως οι αγορές χρησιμοποιούν διάφορα τεχνάσματα, όπως για παράδειγμα το «splitting», την παραγωγή δηλαδή δύο ή περισσοτέρων μετοχών από τη μία αρχική – η επιχείρηση όμως παραμένει η ίδια). Στην περίπτωση αυτή, όταν αυξάνεται η ζήτηση μετοχών δηλαδή, οι χρηματιστές συστήνουν συνήθως «αγορά» - οπότε, αντί της προσφοράς (όπως συμβαίνει στα προϊόντα), αυξάνεται ακόμη περισσότερο η ζήτηση και, μαζί με αυτήν, ξανά οι τιμές.
Το γεγονός αυτό έχει σαν αποτέλεσμα τη «αγελαία», στρεβλή εξέλιξη των τιμών των μετοχών, των πρώτων υλών, των επιτοκίων και των συναλλαγμάτων, η οποία οδηγεί μεσο-μακροπρόθεσμα σε ανοδικές ή καθοδικές χρηματιστηριακές «αγορές» - σε μανιοκαταθλιπτικές δηλαδή διακυμάνσεις των τιμών, αντί σε φυσιολογικές και εξισορροπημένες.
Η δεύτερη αιτία της καταστροφικής λειτουργίας του «αόρατου χεριού» του A.Smith στις χρηματοπιστωτικές αγορές είναι το ότι, σε αυτές τις αγορές δεν παράγονται προϊόντα και δεν δημιουργούνται αξίες – απλά αναδιανέμονται τα υφιστάμενα, μεταξύ των συμμετεχόντων. Αυτοί δε που έχουν τις περισσότερες πληροφορίες (Goldman Sachs, BIS, Hedge funds κλπ), πόσο μάλλον τις «εσωτερικές», κερδίζουν πάντοτε, ενώ όλοι οι άλλοι συνήθως χάνουν - από τους ερασιτέχνες «επενδυτές», μέχρι τα συνταξιοδοτικά ταμεία.
Οι χρηματοπιστωτικές αγορές καθιστούν ουσιαστικά δυνατή τη διασπορά των κινδύνων, τους οποίους όμως οι ίδιες δημιουργούν. Μέσω δε της συνεχώς γρηγορότερης κερδοσκοπίας (διαδικτυακά καζίνο), αποσταθεροποιούν τελικά τις τιμές των μετοχών, των εμπορευμάτων κλπ - πουλώντας ταυτόχρονα νέα «ασφαλιστικά» προϊόντα (CDS κλπ), με στόχο την εξασφάλιση των «επενδυτών» από τους κινδύνους που οι ίδιες προκαλούν, αποκομίζοντας έτσι τα διπλά κέρδη. Η εξέλιξη στην Ελλάδα και στην Ιρλανδία (θα ακολουθήσουν προφανώς πολλές άλλες χώρες, όπως η Πορτογαλία, η Ισπανία, το Βέλγιο, η Μ. Βρετανία, οι Η.Π.Α. κλπ), είναι «παραδειγματική»:
Οι αγορές, «στοιχηματίζοντας» στη χρεοκοπία της χώρας μας, προκάλεσαν την αύξηση των επιτοκίων δανεισμού μας (άνω του 10%). Με τον τρόπο αυτό, οι πιθανότητες χρεοκοπίας μεγεθύνθηκαν - οπότε οι «αγορές» δεν κερδίζουν μόνο από τα αυξημένα επιτόκια, αλλά και από τα προϊόντα που πουλούν (CDS κλπ), για την εξασφάλιση των πελατών τους από το ρίσκο που οι ίδιες δημιουργούν. Την ίδια στιγμή, δανείζονται χρήματα από την ΕΚΤ, με επιτόκιο 1% - αγοράζοντας με αυτά κρατικά ομόλογα, με αποδόσεις της τάξης του 10%. Εάν δε χάσουν τα χρήματα τους, τότε απαιτούν τη βοήθεια των κρατών – την ενίσχυση τους δηλαδή από τους φορολογουμένους, τους οποίους προσπάθησαν λίγο πριν να ληστέψουν.
Εάν δε ζητηθεί η συμμετοχή τους στη διάσωση των χωρών που κινδυνεύουν με χρεοκοπία, όπως τελικά αποφάσισε η πρόσφατη σύνοδος κορυφής της ΕΕ, τότε θα απαιτήσουν την πληρωμή τους κατά 100% - θα αναλάβουν δηλαδή μηδενικό ρίσκο. Για παράδειγμα, εάν απαιτήσουν οι κυβερνήσεις την ανάληψη από τις αγορές ενός ποσοστού ενδεχόμενης διαγραφής χρέους της τάξης του 30%, οι αγορές θα ζητήσουν επιτόκια 30% συν το κέρδος τους (μηδενικό ρίσκο).
Επομένως, η όποια εξοικονόμηση «πόρων» από τους Πολίτες των υπερχρεωμένων πια δυτικών κρατών, από τους εργαζόμενους και τις επιχειρήσεις δηλαδή, με μειώσεις μισθών, με φόρους και με άλλες θυσίες, οδηγείται τελικά, δια μέσου των επιτοκίων, στα ταμεία του χρηματοπιστωτικού κτήνους – με αποτέλεσμα τα δημόσια χρέη να συνεχίζουν να αυξάνονται, εάν δεν αποφασιστεί η διαγραφή τους, η πραγματική δηλαδή συμμετοχή των αγορών.
Στην πραγματικότητα λοιπόν, το πρόβλημα είναι οι τοκογλυφικοί τόκοι - καθώς επίσης η προθυμία των «ιθυνόντων», να αποζημιώνουν τις «αγορές», για τους κινδύνους που οι ίδιες δημιουργούν, με στόχο την κερδοσκοπία. Η πολιτική ελίτ δεν μπορεί προφανώς να καταλάβει ότι, το αόρατο χέρι της αγοράς παράγει «πλαστές» τιμές στο χρηματοπιστωτικό σύστημα - αφού, σε πλήρη αντίθεση με την πραγματική οικονομία, αδυνατεί να λειτουργήσει εξισορροπητικά, «μη καθοριζόμενο», μη υπακούοντας δηλαδή στους νόμους της προσφοράς και της ζήτησης.
Η «στρεβλή» αυτή λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών αυξάνει επί πλέον την ανασφάλεια, εις βάρος της επιχειρηματικής πρωτοβουλίας - ενώ όλες οι αναταραχές και οι οικονομικές κρίσεις, μετά το 1970, είναι το αποτέλεσμα της αστάθειας που προκαλούν τόσο οι άναρχες αγορές, όσο και οι μονοπωλιακές, πολυεθνικές υπερεπιχειρήσεις.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Η μοναδική λύση της συστημικής κρίσης που βιώνουμε σήμερα, όσον αφορά τις «αγορές», είναι η ρύθμιση και ο περιορισμός του χρηματοπιστωτικού κλάδου, καθώς επίσης η πραγματική συμμετοχή του στην επίλυση του προβλήματος της υπερχρέωσης της δύσης - έτσι ώστε να οδηγηθεί ξανά η υγιής τάση για κέρδος στην αληθινή οικονομία και στις επιχειρήσεις, οι οποίες παράγουν πραγματικά προϊόντα, απαραίτητα τόσο για την επιβίωση, όσο και για την καλύτερη διαβίωση μας.
Ακόμη καλύτερη θα ήταν ασφαλώς η κρατικοποίηση των αγορών – δηλαδή, η υπαγωγή τόσο των μεγάλων τραπεζών (πρώτα από όλες της BIS), όσο και των εθνικών χρηματιστηρίων, στην ιδιοκτησία του κράτους. Έτσι, θα διασφαλιζόταν η σωστή λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος (ροή των κεφαλαίων στην πραγματική οικονομία, ορθολογική κατανάλωση, σωστός δανεισμός κλπ), ενώ θα αντιμετωπιζόταν ριζικά η εξάρτηση των κρατών από τις αχόρταγες, επικίνδυνες, τοκογλυφικές και μανιοκαταθλιπτικές αγορές.
Όσον αφορά τώρα τις πολυεθνικές μονοπωλιακές επιχειρήσεις (Καρτέλ), οι οποίες επίσης ευθύνονται για τη σημερινή συστημική κρίση, αφού απομυζούν τις εθνικές οικονομίες, είναι απαραίτητο να τεθούν όρια στα μεγέθη τους – κατ’ αρχήν, με τη σωστή λειτουργία των επιτροπών ανταγωνισμού, οι οποίες έχουν μάλλον ατονήσει, εάν δεν έχουν εντελώς αποπροσανατολισθεί, από τους αρχικούς σκοπούς της ίδρυσης τους.
Εκτός αυτού, τα κράτη δεν πρέπει να ιδιωτικοποιούν σε καμία περίπτωση τις κοινωφελείς επιχειρήσεις τους (ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, ΟΤΕ κλπ), οι οποίες οφείλουν να παραμένουν στην ιδιοκτησία τους - λειτουργώντας βέβαια με απόλυτη διαφάνεια (Ισολογισμοί στο διαδίκτυο κλπ), έτσι ώστε να μπορούν να ελέγχονται από υπεύθυνους Πολίτες, καθώς επίσης με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια.
Κλείνοντας, οφείλουμε να επιστήσουμε την προσοχή στους εργαζομένους στο ότι, μικρότερο κράτος (αποκρατικοποιήσεις κλπ) σημαίνει περιορισμένες κοινωνικές παροχές, καθώς επίσης χαμηλότερες αμοιβές για τους ίδιους. Αντίθετα, μεγαλύτερο κράτος, σημαίνει υψηλότερες αμοιβές και περισσότερες κοινωνικές παροχές – μέχρι εκείνο βέβαια το οριακό σημείο όπου, οι απαιτήσεις τους θα «απειλήσουν» να ξεπεράσουν τις δυνατότητες των επιχειρήσεων, ανοίγοντας το «κουτί της Πανδώρας» (όπως συνέβη 40 έτη πριν και θα πληρώνουμε για πολλά χρόνια ακόμη).
Αντί λοιπόν να καταναλώνουν άσκοπα τις δυνάμεις τους στην κριτική του «ανάλγητου» κράτους, παίζοντας ουσιαστικά το παιχνίδι των «αγορών» (τοποθέτηση των κοινωνικών ομάδων σε αντίπαλα στρατόπεδα και κυριαρχία τους, με τη βοήθεια του «διαίρει και βασίλευε»), είναι μάλλον προτιμότερο να συμβάλλουν ενεργητικά στη σωστή λειτουργία της Πολιτείας – χωρίς υπερβολικές απαιτήσεις από τις επιχειρήσεις ή τα κράτη, αλλά και χωρίς να επιτρέπουν τις άκρως επικίνδυνες αποκρατικοποιήσεις, οι οποίες τελικά θα τους καταστήσουν δούλους των χρηματαγορών και των μονοπωλίων (ή, ίσως, αποικίες των ισχυρότερων οικονομιών του πλανήτη).
Σε κάθε περίπτωση, η έξοδος από τη σημερινή, εθνική και παγκόσμια κρίση, δεν μπορεί να προέλθει από την οικονομική ελίτ, αλλά από την Πολιτική – την οποία πρέπει να αποκαταστήσουμε στην εξουσία, αναλαμβάνοντας όλοι μαζί τις ευθύνες της σωστής λειτουργίας της: με την απαίτηση για περισσότερη, άμεση και αποτελεσματική Δημοκρατία, με τη βοήθεια νέων θεσμών.
Βασίλης Βιλιάρδος (copyright)
Αθήνα, 19. Δεκεμβρίου 2010
viliardos@kbanalysis.comΑυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.
Τετάρτη, 22 Δεκέμβριος 2010 01:04
Βιώνουμε έναν παγκόσμιο οικονομικό πόλεμο, με υπαίτιο τις χρηματοπιστωτικές αγορές, οι οποίες επιδιώκουν, μαζί με το Καρτέλ, την απολυταρχική εγκατάσταση τους στην παγκόσμια διακυβέρνηση, με την πλήρη ιδιωτικοποίηση της εξουσίας
“Στις σκανδιναβικές χώρες, τη Γερμανία, την Ολλανδία και τη Γαλλία, προτιμήθηκε μετά τα μέσα του 20ου αιώνα ένα διαφορετικό οικονομικό «μίγμα». Το όραμα που αντιπροσώπευε θα μπορούσε ίσως να συνοψισθεί στην αντίληψη ότι, ο καπιταλισμός είναι το μοναδικό διαθέσιμο σύστημα που μπορεί να λειτουργήσει - αλλά δεν μπορεί να λειτουργήσει ικανοποιητικά, χωρίς την ισχυρή παρουσία της κυβέρνησης”(R.Heilbroner).
Μήπως όμως στην πραγματικότητα ο καπιταλισμός, αναρωτιέται κανείς, παρά τις υποσχέσεις του να παράγει πλούτο για όλους, οδηγεί τελικά στο να γίνονται οι πλούσιοι πλουσιότεροι και οι φτωχοί, φτωχότεροι; Μπορεί να επιτευχθεί ανάπτυξη, χωρίς να προϋποθέτει την ανισότητα – τη διεύρυνση δηλαδή των εισοδηματικών διαφορών, μεταξύ των ανωτέρων και κατωτέρων «κοινωνικών «στρωμάτων», είτε αυτά είναι ιδιώτες, είτε ολόκληρα κράτη; Απλούστερα, μπορεί οι πλούσιοι να γίνονται πλουσιότεροι, χωρίς οι φτωχοί να γίνονται φτωχότεροι – χωρίς να «αναπτύσσονται» δηλαδή οι μεν, εις βάρος των δε;
Περαιτέρω, η συντριπτική πλειοψηφία των Πολιτών χρειάζεται πραγματικά «μικρότερο Κράτος», είναι προς όφελος της δηλαδή, όπως όλοι οι φιλελεύθεροι οικονομολόγοι ισχυρίζονται, «θεοποιώντας» ουσιαστικά τις ικανότητες/εντιμότητα του ιδιωτικού τομέα, ή ίσως ποιοτικότερο, λιγότερο δαπανηρό ή διεφθαρμένο, «επαρκές», διάφανο και περισσότερο αποτελεσματικό κράτος, ανεξαρτήτως μεγέθους; (πόσο μάλλον όταν η πολιτική εξουσία, είναι η μοναδική μας προστασία απέναντι στην οικονομική;).
Σε τελική ανάλυση, είναι οι οικονομικές κρίσεις, η συχνότητα των οποίων έχει αυξηθεί πλέον επικίνδυνα, απαραίτητος «συνοδός» της καπιταλιστικής διαδικασίας, όπως επίσης η «δημιουργική καταστροφή» (Schumpeter), ή μήπως είναι δυνατόν να αποφευχθεί, δια μέσου της κατάλληλης ρύθμισης του συστήματος της ελεύθερης αγοράς; Για πόσον καιρό θα μπορεί να αντέχει η ανθρωπότητα τις «μανιοκαταθλιπτικές» συμπεριφορές των αγορών, τις συνεχείς ανόδους και πτώσεις δηλαδή, οι «ταλαντώσεις» των οποίων διευρύνονται όλο και περισσότερο, από το κατώτατο άκρο (υφεσιακή αποχρέωση) στο ανώτατο; (αναπτυξιακή υπερχρέωση).
Τέλος, είναι αντικειμενική η διαπίστωση ότι, το «αόρατο χέρι της αγοράς», όπως το είχε ονομάσει ο Adam Smith, δημιουργεί πλούτο στην πραγματική οικονομία (Main Street), ενώ φέρνει την καταστροφή στις χρηματαγορές (Wall Street), εάν αφεθεί ελεύθερο;
Είναι προφανές ότι, δεν είναι τόσο απλές οι υπεύθυνες απαντήσεις στα παραπάνω ερωτηματικά, στις απορίες καλύτερα, εάν βέβαια παραμένει κανείς οπαδός της ελεύθερης αγοράς – τόσο της μη κεντρικά κατευθυνόμενης, όσο και της μη μονοπωλιακής. Πολύ περισσότερο όταν γνωρίζει ότι, το κυκλοφοριακό σύστημα της οικονομίας, το χρήμα δηλαδή, δημιουργείται από την πίστωση - από τα χρέη κατ’ επέκταση, με όλα όσα προβλήματα κάτι τέτοιο συνεπάγεται.
Εν τούτοις, οφείλει έστω να προσπαθήσει, ακόμη και αν δεν καταφέρει τελικά να τεκμηριώσει σωστά ή να ολοκληρώσει τις όποιες απαντήσεις του. Ιδιαίτερα, όταν είναι πλέον απολύτως βέβαιος ότι, βιώνουμε έναν καταστροφικό παγκόσμιο οικονομικό πόλεμο, άνευ προηγουμένου - με κύριο υπαίτιο τις χρηματοπιστωτικές αγορές, οι οποίες επιδιώκουν, προφανώς μαζί με το Καρτέλ, την απολυταρχική εγκατάσταση τους στην παγκόσμια διακυβέρνηση, με την πλήρη αποκρατικοποίηση της εξουσίας.
ΤΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΚΡΑΤΟΣ
Πριν από το οικονομικό κραχ και τη Μεγάλη Ύφεση του 1930, το ύψος του εθνικού εισοδήματος στις Η.Π.Α. ήταν, χωρίς καμία αμφιβολία, εντυπωσιακό στο συνολικό όγκο του. Εάν παρακολουθούσε όμως κανείς την πορεία του και τα εκατομμύρια μικρούς «παραποτάμους» του, θα συνειδητοποιούσε ότι, η χώρα ωφελούταν με πολύ άνισο τρόπο από τη ροή του. Περίπου 24.000 οικογένειες στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας αποκόμιζαν τριπλάσιο εισόδημα από τα 6.000.00 οικογένειες στη βάση της πυραμίδας – ενώ το μέσο εισόδημα των ευκατάστατων οικογενειών στην κορυφή ήταν 630 φορές μεγαλύτερο, από το εισόδημα των οικογενειών στη βάση (πηγή: R.Heilbroner).
Δυστυχώς, αυτό δεν ήταν το μοναδικό πρόβλημα της εποχής. Ξεχασμένοι στο περιθώριο του ενθουσιασμού για την απεριόριστη ευημερία που θεωρούταν τότε ότι θα προσέφερε ο καπιταλισμός («Όλοι θα πρέπει να γίνουν πλούσιοι», είχε πει ο τότε πρόεδρος των Δημοκρατικών), βρίσκονταν δύο εκατομμύρια άνεργοι Πολίτες ενώ, κρυμμένες πίσω από την κλασσική, μαρμάρινη τους πρόσοψη, οι τράπεζες χρεοκοπούσαν με ρυθμό δύο την ημέρα – επί έξι ολόκληρα έτη πριν από το οικονομικό κραχ.
Ο μέσος Αμερικανός τότε, χρησιμοποιούσε την ευημερία του με αυτοκαταστροφικό τρόπο. Είχε συνάψει πάρα πολλά δάνεια, είχε εκτεθεί επικίνδυνα στις «σειρήνες» των αγορών, αγοράζοντας προϊόντα με δόσεις και είχε σφραγίσει τη μοίρα του με την αγορά μετοχών - τις οποίες αποκτούσε όχι με δικά του χρήματα, αλλά με δανεικά από τις τράπεζες. Η τραγική εξέλιξη μπορεί να ήταν αναπόφευκτη, αλλά όχι και προβλέψιμη, αφού σπάνια περνούσε ημέρα, χωρίς κάποια προσωπικότητα των ημερών, να διαβεβαιώνει το έθνος για την ευρωστία του - μεταξύ των οποίων διαπρεπείς οικονομολόγοι, πανεπιστημιακοί, επιχειρηματίες και πολιτικοί.
Μεταξύ των ετών 1930 και 1970, μετά δηλαδή τη Μεγάλη Ύφεση (η οποία κατέληξε δυστυχώς στο 2ο παγκόσμιο πόλεμο), οι εισοδηματικές ανισότητες στις «δυτικές» οικονομίες περιορίσθηκαν σημαντικά – σε πλήρη αντίθεση με τις τελευταίες (μετά το 1970) δεκαετίες. Το 1928, οι υπερβολικά πλούσιοι των Η.Π.Α. απολάμβαναν το 5% των συνολικών εισοδημάτων της χώρας – σαράντα χρόνια αργότερα, το 1970, οι απολαβές τους δεν ξεπερνούσαν το 1% των συνολικών (σήμερα έχουν αυξηθεί ξανά, σαν αποτέλεσμα της «αντιστροφής» της πολιτικής των τελευταίων δεκαετιών).
Τη χρονική αυτή περίοδο, η δύναμη των εργατικών συνδικάτων αυξανόταν συνεχώς, με αποτέλεσμα την επίτευξη διαρκώς υψηλότερων μισθών για τους εργαζομένους - οι οποίοι έτσι συμμετείχαν στα επί πλέον έσοδα, στα κέρδη των επιχειρήσεων δηλαδή, τόσο από το ρυθμό ανάπτυξης, όσο και από την αύξηση της παραγωγικότητας τους. Σε μεγάλο βαθμό βέβαια «φρόντιζε» και το κράτος, το οποίο συμμετείχε ενεργητικά τόσο στην αναδιανομή των εισοδημάτων, όσο και στην καταπολέμηση της ανεργίας - δια μέσου κυρίως των δημοσίων επενδύσεων (Keynes) και της φορολογικής νομοθεσίας.
Οι κυβερνήσεις παρείχαν στους Πολίτες «γενναιόδωρα» αυξημένες κοινωνικές υπηρεσίες, αποσπώντας ένα μεγάλο μέρος των εσόδων από τους πλουσίους. Στη Μ. Βρετανία, ο ανώτερος φορολογικός συντελεστής εισοδημάτων είχε πλησιάσει το 83% - ένα υπερδιπλάσιο ποσοστό από το σημερινό, εντελώς ακατανόητο και υπερβολικό. Το κράτος πραγματοποιούσε μεγάλες επενδύσεις στην κοινωνική περίθαλψη και στην Παιδεία, ενώ χρηματοδοτούσε εξ ολοκλήρου τις πανεπιστημιακές σπουδές των παιδιών των εργαζομένων.
Αντίθετα, όσον αφορά τις χρηματαγορές, η κατάσταση ήταν εντελώς υποτονική – με μηδαμινές έως ανύπαρκτες ευκαιρίες κερδοφορίας. Η διεθνής ροή των Κεφαλαίων ήταν αυστηρά ελεγχόμενη, τα χρηματοπιστωτικά «προϊόντα» περιορισμένα, ενώ οι τραπεζικοί (τα σημερινά Golden Boys), σπάνια κέρδιζαν περισσότερα, από τα στελέχη που απασχολούνταν σε άλλες επιχειρήσεις. Παράλληλα, ούτε οι Πολίτες, αλλά ούτε και τα κράτη επιδίωκαν το δανεισμό - αφού δεν δαπανούσαν περισσότερα από όσα εισέπρατταν.
Δυστυχώς όμως, κάποια στιγμή η λογική χάθηκε εντελώς, οδηγώντας το τότε σύστημα στα όρια του. Η φορολογία αυξήθηκε υπερβολικά, ενώ τα συνδικάτα έχασαν το «μέτρο», απαιτώντας συνεχώς υψηλότερες αμοιβές, οι οποίες τελικά έθεσαν σε λειτουργία έναν σπειροειδή πληθωριστικό κύκλο - ενώ οι απεργίες εξουδετέρωσαν εντελώς την ομαλή οικονομική λειτουργία, «μονοδρομώντας» την Οικονομία σε τεράστια αδιέξοδα.
Από την άλλη πλευρά, οι κοινωνικές παροχές ξεπέρασαν τα όρια, σε σημείο που ήταν ασύμφορο πλέον να εργασθεί κανείς - αφού τα επιδόματα ανεργίας ξεπερνούσαν κάποιες φορές ακόμη και τους μισθούς. Το διεθνές συναλλαγματικό σύστημα κατέρρευσε τελικά, με αποτέλεσμα να «εκκολαφθεί» η σχολή του Σικάγο - με το νομπελίστα οικονομολόγο Robert Lucas, ο οποίος «απαίτησε» την πλήρη αλλαγή του τότε συστήματος.
«Η αναδιανομή των εισοδημάτων, οι αυστηροί κανόνες για τις αγορές και οι υψηλοί φορολογικοί συντελεστές, είναι θάνατος για την ελεύθερη οικονομία», τεκμηρίωσε τη θέση του ο Robert Lucas, συνεχίζοντας: «Όποιος υποχρεώνεται σε φορολόγηση ενός μεγάλου μέρους των εισοδημάτων του, καθώς επίσης όποιος μπορεί να στηριχθεί στη βοήθεια του κράτους, έχει ελάχιστα κίνητρα να εργασθεί, να επενδύσει ή να χρηματοδοτήσει τις σπουδές του…..Η ανισότητα είναι η βασική προϋπόθεση της ανάπτυξης και της δημιουργίας πλούτου, ενώ από μία δυναμικά αυξανόμενη οικονομία, κερδίζουν στο τέλος και οι φτωχοί….Η παλίρροια ανυψώνει όλες τα βάρκες».
ΤΟ ΜΙΚΡΟΤΕΡΟ ΚΡΑΤΟΣ
Στις θεωρίες αυτές βασίστηκαν τόσο ο R.Reagan, όσο και η M.Thatcher, στις προσπάθειες τους να μειώσουν το κράτος και να εξουδετερώσουν τα συνδικάτα. Όταν τελικά το κατάφεραν, ιδιωτικοποιώντας τις επιχειρήσεις και πουλώντας τη δημόσια περιουσία (στο βρετανικό δημόσιο ανήκει πλέον μία και μοναδική γέφυρα στον Τάμεση, αφού έχει ξεπουλήσει τα πάντα, ενώ το συνολικό χρέος της χώρας ξεπερνάει πια το 500% του ΑΕΠ), η ανισότητα εκτοξεύτηκε στα ύψη – επειδή η αγορά δεν φροντίζει μόνη της ποτέ για ισότητα.
Όπως αποδείχθηκε λοιπόν, οι αγορές ανταμείβουν δυσανάλογα τους εισοδηματικά ισχυρούς, βοηθώντας τους, μεταξύ άλλων, να χρεώνουν υψηλούς τόκους στα Κεφάλαια τους. Επίσης, αμείβουν υπερβολικά αυτούς που διαθέτουν ιδιαίτερες ικανότητες, κληρονομικές ή επίκτητες, όπως και όσους έχουν την τύχη να εργάζονται σε αναπτυσσόμενους κλάδους. Ουσιαστικά λοιπόν «τιμωρούν» όλους τους άλλους, οι οποίοι χαρακτηρίζονται από περιορισμένες ικανότητες, φτωχούς προγόνους ή έχουν ατυχώς εκπαιδευθεί στο, λάθος για την εποχή, επάγγελμα.
Αναλυτικότερα, η χρονική περίοδος μετά την κατάργηση του κανόνα του χρυσού, αυτή δηλαδή που ξεκίνησε το 1971, ήταν αναμφίβολα εξαιρετικά αποδοτική για τους ιδιοκτήτες του κεφαλαίου – για όλους αυτούς που θεωρούνται πλούσιοι ή ικανοί. Τόσο τα εισοδήματα, όσο και τα «χαρτοφυλάκια» τους αυξάνονταν διαρκώς - γεγονός που διαπιστώνεται από το ότι, εάν ένας αμερικανός είχε συνολική περιουσία, τη δεκαετία του ’70, ύψους 75 εκ. $, ανήκε στους 400 πλουσιότερους ανθρώπους της χώρας του, ενώ σήμερα απαιτούνται περισσότερα από 1 δις $.
Αντίθετα, η ίδια χρονική περίοδος ήταν μάλλον ουδέτερη για τους μισθωτούς, αφού το ετήσιο εισόδημα ενός μέσου αμερικανού εργαζομένου ήταν 45.879 $, παραμένοντας σχεδόν στάσιμο μέχρι σήμερα (45.113 $, με «αποπληθωρισμένα» στοιχεία). Στη Γερμανία, ακόμη και στην περίοδο της μεγάλης ανάπτυξης μεταξύ των ετών 2004 και 2008, όπου τα κέρδη των επιχειρήσεων είχαν στην κυριολεξία «εκτοξευθεί», οι μέσες αμοιβές των εργαζομένων όχι μόνο δεν παρουσίασαν άνοδο, αλλά περιορίσθηκαν σημαντικά (γεγονός που συνέβαλλε, μεταξύ άλλων, στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας της χώρας, εις βάρος τόσο των Πολιτών της, όσο και των Ευρωπαίων-εταίρων της).
Στην Ελλάδα, οι αμοιβές διαφοροποιήθηκαν ελάχιστα μετά το 2000, παρά τον σχετικά μεγάλο ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας της – γεγονός που επεξηγεί την έντονη ύφεση που ακολούθησε την είσοδο του ΔΝΤ στη χώρα. Στη Μ. Βρετανία, οι ειδικές αμοιβές (Bonus) των στελεχών του χρηματοπιστωτικού κλάδου ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο, ενώ οι μισθοί των υπολοίπων εργαζομένων παρέμειναν στα ίδια επίπεδα των προηγουμένων ετών.
Στις αναπτυσσόμενες οικονομίες υποχώρησε βέβαια η φτώχεια σε απόλυτα μεγέθη, αλλά οι κοινωνικές διαφοροποιήσεις αυξήθηκαν δραματικά – ηττημένοι και εδώ οι απλοί εργαζόμενοι, «νικητές» όλοι όσοι στήριξαν τα εισοδήματα τους στις κεφαλαιακές «προμήθειες». Στην Κίνα, δέκα μόλις χρόνια πριν, το 50% του ΑΕΠ δαπανούνταν σε μισθούς και ημερομίσθια – πρόσφατα, είχε περιορισθεί στο 40%. Στην Ινδία κέρδισαν κυρίως οι ανώτερες εισοδηματικές τάξεις από τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις της δεκαετίας του ’90 - ενώ στη Βραζιλία, μετά την επιδρομή του «Ταμείου», οι πλούσιοι ζουν σε οχυρωμένες περιοχές και προστατευμένα διαμερίσματα, για να προστατεύονται από τους πολυάριθμους φτωχούς. Σύμφωνα δε με πρόσφατη μελέτη του ΔΝΤ, «Οι ανισότητες αυξήθηκαν σε όλες τις χώρες, με εξαίρεση ίσως τα φτωχότερα κράτη του πλανήτη».
Κοινό «πολιτικό» χαρακτηριστικό αυτής της χρονικής περιόδου ήταν αναμφίβολα, όπως αναφέραμε στην αρχή, η επικράτηση του νεοφιλελεύθερου δόγματος της σχολής του Σικάγο, μέσα από τις μεταρρυθμίσεις του προέδρου R.Reagan στις Η.Π.Α. και της M.Thatcher στην («πάλαι ποτέ» Μεγάλη) Βρετανία.
Ολοκληρώνοντας, ο περιορισμός του κράτους και η αποκρατικοποίηση όλων των επιχειρήσεων του δημοσίου, καθώς επίσης η πώληση της κρατικής περιουσίας κυριάρχησαν - με τεκμηριωμένα (ιστορικά) αποτελέσματα, την υπερχρέωση κρατών και νοικοκυριών, την διατήρηση των μισθών σε σταθερά, χαμηλά επίπεδα, την εξουδετέρωση των συνδικαλιστικών κινημάτων, την αύξηση της κερδοφορίας των επιχειρήσεων, την άνοδο των μονοπωλίων (πολυεθνικές), τις επιθέσεις του «Ταμείου», καθώς επίσης την παντοδυναμία του αδρανούς, κερδοσκοπικού Κεφαλαίου – των πάσης φύσεως δηλαδή χρηματοπιστωτικών «αγορών».
Η ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΟΥ ΚΑΡΤΕΛ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ
Τα ελλείμματα των προϋπολογισμών των χωρών της Ευρώπης οχταπλασιάστηκαν το 2010, σε σχέση με το 2007, φτάνοντας στα -581 δις €, από -60 δις € προηγουμένως. Εξ αυτών, τα -360 δις € αφορούν τις πέντε πλέον επικίνδυνες «χώρες του Νότου», οι οποίες τετραπλασίασαν τα ελλείμματα τους μέσα σε τρία μόλις χρόνια. Σύμφωνα τώρα με την άποψη που επικρατεί στις κυβερνήσεις της Ευρωζώνης, υπεύθυνες είναι οι ίδιες οι χώρες, οι οποίες δεν αποδείχθηκαν πειθαρχικές, όσον αφορά τη διαχείριση των δημοσιονομικών τους προβλημάτων – παρά το ότι σε πολλές από αυτές, όπως για παράδειγμα στην Ελλάδα, οι ετήσιοι τόκοι πλησιάζουν πια το 30% των εσόδων του δημοσίου. Ο Πίνακας Ι που ακολουθεί, περιγράφει με σαφήνεια τη σημερινή θέση της Ευρωζώνης:
ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Δημόσιο χρέος σε ποσοστά του ΑΕΠ, Ελλείμματα (προβλέψεις 2010)
Χώρες
Δημόσιο Χρέος
Ελλείμματα
Λουξεμβούργο
18,2
-1,8
Σλοβενία
40,7
-5,8
Σλοβακία
42,1
-8,2
Φιλανδία
49,0
-3,1
Κύπρος
62,2
-5,9
Ισπανία
64,4
-9,3
Ολλανδία
64,8
-5,8
Μάλτα
70,4
-4,2
Αυστρία
70,4
-4,3
Γερμανία
75,7
-3,7
Πορτογαλία
82,8
-7,3
Γαλλία
83,0
-7,7
Ιρλανδία
97,4
-32,3
Βέλγιο
98,6
-4,8
Ιταλία
118,9
-5,0
Ελλάδα
140,2
-9,6
Πηγή: Κομισιόν
Πίνακας: Β. Βιλιάρδος
Οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι, όλα σχεδόν τα μεγέθη του Πίνακα Ι μπορεί να διαφοροποιηθούν ριζικά, κατά το παράδειγμα της Ιρλανδίας – γεγονός που «ανησυχεί» ιδιαίτερα τις «δικτατορικές αγορές». Εάν τα προβλήματα των τραπεζών δηλαδή αυξηθούν (ή βγουν στην επιφάνεια), με αποτέλεσμα να οδηγηθούν οι ζημίες τους στους κρατικούς προϋπολογισμούς με τη «βοήθεια» του ΔΝΤ, όπως συνέβη ήδη στην Ιρλανδία, τότε η εικόνα της Ευρωζώνης θα αλλάξει επικίνδυνα.
Συνεχίζοντας στο θέμα μας, ο ιδιωτικός τομέας των χωρών της Ευρωζώνης το 2000, οι πολυεθνικές επιχειρήσεις συγκεκριμένα, εμφάνιζαν ένα χρηματοδοτικό έλλειμμα ύψους -202 δις €. Δέκα χρόνια αργότερα, το 2010, το έλλειμμα είχε μετατραπεί σε πλεόνασμα, ύψους 82 δις € - εκ των οποίων, τα 55 δις € πλεόνασμα εμφανίζονται στις γερμανικές επιχειρήσεις, οι οποίες το 2000 είχαν έλλειμμα -129 δις €. Σε ολόκληρη δε την Ευρωπαϊκή Ένωση, το συνολικό έλλειμμα των επιχειρήσεων, ύψους -346 δις € το 2000, μετατράπηκε σε πλεόνασμα 300 δις € (πηγή: Ringier AG, CH).
Το 2000 λοιπόν οι ευρωπαϊκές (πολυεθνικές) επιχειρήσεις χρηματοδοτούσαν φυσιολογικά τις επενδύσεις τους - εν μέρει από τα Ίδια Κεφάλαια τους, καθώς επίσης με τη λήψη πιστώσεων από τις τράπεζες. Σήμερα, εισπράττουν ουσιαστικά 300 δις € περισσότερα από αυτά που δαπανούν για τα προϊόντα τους, τους μισθούς, τους φόρους και τις επενδύσεις - αφού οι Ισολογισμοί τους εμφανίζουν πλεόνασμα αυτού του ύψους («υπερχρεώνοντας» τα προϊόντα τους προφανώς). Ταυτόχρονα, πουλούν εμπορεύματα ύψους 300 δις € επί πιστώσει.
Εφ’ όσον τώρα αυξήθηκαν οι απαιτήσεις των επιχειρήσεων, παράλληλα με την «αποχρέωση» τους, θα αυξήθηκε αντίστοιχα ο δανεισμός ή θα μειώθηκαν οι αποταμιεύσεις κάποιων άλλων – κρατών ή νοικοκυριών. Στην πραγματικότητα λοιπόν, οι αποταμιεύσεις των νοικοκυριών μεταξύ των ετών 2000 και 2007 μειώθηκαν στο μισό – από 170 δις € στα 84 δις €.
Περαιτέρω, από το ξεκίνημα της κρίσης, τα πλεονάσματα του ιδιωτικού χρηματοπιστωτικού κλάδου αυξήθηκαν κατά 500 δις € στην ΕΕ των 27 – με τα αντίστοιχα ελλείμματα να επιβαρύνουν τα κρατικά ταμεία. Το γεγονός αυτό δεν είναι φυσικά παράδοξο, αφού το δημόσιο ανέλαβε τα χρέη των ζημιογόνων τραπεζών (ενισχύοντας έμμεσα τις κερδοφόρες), για πρώτη φορά στην ιστορία (ετεροβαρές ρίσκο), χρηματοδοτώντας παράλληλα τις προσπάθειες αναθέρμανσης της οικονομίας.
Ολοκληρώνοντας, η εξέλιξη αυτή δεν λειτούργησε ανάλογα σε όλες τις χώρες, αφού σε αυτές που οι μισθοί αυξήθηκαν, παράλληλα με την παραγωγικότητα (Ελλάδα, Ισπανία κλπ), τα κέρδη των επιχειρήσεων δεν διαφοροποιηθήκαν σημαντικά. Αντίθετα όμως στη Γερμανία, όπου οι πραγματικοί μισθοί περιορίσθηκαν αρκετά, αυξήθηκαν τόσο τα κέρδη των επιχειρήσεων, όσο και τα πλεονάσματα του ισοζυγίου εξωτερικών συναλλαγών της χώρας. Ταυτόχρονα, αυξήθηκαν και οι πιστώσεις της Γερμανίας προς τις «ελλειμματικές», εισαγωγικές χώρες του Νότου - με αποτελέσματα (επισφάλειες) που στο μέλλον θα είναι μάλλον επώδυνα για την οικονομία της ηγετικής δύναμης της ΕΕ.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Η παγκόσμια οικονομία, παρά τη «θεραπεία», στην οποία υποβλήθηκε από τους Reagan-Thatcher, δεν αναπτύχθηκε γρηγορότερα, σε σχέση με την προηγούμενη χρονική περίοδο – δεν ωφελήθηκε δηλαδή από τις αποκρατικοποιήσεις, την απελευθέρωση των αγορών και το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων.
Σε πλήρη αντίθεση μάλιστα με τη «νέα τάξη πραγμάτων» της αγγλοσαξονικής σχολής, μερικές από τις πλουσιότερες χώρες του κόσμου, οι Σκανδιναβικές, διατηρούν ακόμη υψηλούς φορολογικούς συντελεστές, καθώς επίσης ένα μεγάλο κοινωνικό κράτος – με δημοσίους υπαλλήλους που πλησιάζουν το 30% των εργαζομένων (περί το 12% στην Ελλάδα). Πως αιτιολογείται λοιπόν κάτι τέτοιο;
Είναι αρκετοί αυτοί που ισχυρίζονται ότι, οι άνθρωποι δεν εργάζονται μόνο για τα χρήματα – αλλά από ενδιαφέρον για τη δουλειά τους, καθώς επίσης με στόχο την «αναγνώριση», την εκτίμηση καλύτερα τόσο της προσωπικότητας, όσο και της εργασίας τους, από το κοινωνικό περιβάλλον. Κατά τους ίδιους, το αληθινό «κλειδί» για τον πλούτο είναι η πρόσβαση σε μία καλύτερη εκπαίδευση, η κοινωνική σταθερότητα και η ποιότητα των υποδομών – στοιχεία πολύ πιο σημαντικά από τα κίνητρα, τα οποία «πηγάζουν» από το «κυνήγι» του κέρδους και από τις μεγάλες εισοδηματικές διαφορές.
Πολύ συχνά ακούει κανείς επίσης ότι, η μεγάλη τεχνολογική πρόοδος, καθώς επίσης η παγκοσμιοποίηση, δημιουργούν συνεχώς αυξανόμενες ανισότητες. Εν τούτοις, τα συμπεράσματα αυτά δεν είναι πλέον τόσο αυτονόητα, όσο υποθέταμε πριν - αφού ειδικά στις χώρες με υψηλή τεχνολογία και ελεύθερα σύνορα, στις «ανοιχτές κοινωνίες» δηλαδή της Σουηδίας και της Φιλανδίας, για παράδειγμα, η ανισότητα είναι πολύ περιορισμένη.
Η χρήση των μηχανών, καθώς επίσης η ελεύθερη ανταλλαγή εμπορευμάτων και υπηρεσιών, χωρίς δασμούς ή άλλα «κρατικά» εμπόδια, ασφαλώς συμβάλλουν την καταστροφή εργατικών θέσεων - δημιουργώντας όμως παράλληλα άλλες, σε «νέες» περιοχές. Αξιωματικά δε το κράτος μπορεί να φροντίζει έτσι ώστε, να μη γίνονται πλούσιοι μερικοί μόνο Πολίτες του, αλλά όλοι μαζί (Πίνακας ΙΙ):
ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: «Κατανομή» εισοδημάτων σε επιλεγμένες ευρωπαϊκές χώρες
Χώρα
1997
2005
2008
Γερμανία
3,7
3,8
4,8
Ελλάδα
6,6
5,8
5,9
Βρετανία
4,7
5,8
5,6
Πορτογαλία
6,6
6,9
6,1
Σουηδία
3,0
3,3
3,5
Φιλανδία
3,0
3,6
3,8
Δανία
2,9
3,5
3,6
Πηγή: Eurostat
Πίνακας: Β. Βιλιάρδος
Σημείωση 1: Η εξέλιξη των εισοδηματικών διαφορών, μεταξύ του 20% των πλουσιότερων Πολιτών και του 20% των φτωχότερων όπου, για παράδειγμα, ο δείκτης 3,7 σημαίνει ότι το πλουσιότερο 20% του πληθυσμού μιας χώρας, έχει εισοδήματα 3,7 φορές υψηλότερα από αυτά του φτωχότερου 20% (κατά μέσον όρο).
Σημείωση 2: Ο δείκτης για την Κίνα ήταν 8,34 το 2005 – για τη Ρωσία 8,96 το 2007 και για τις Η.Π.Α. 8,42 το 2000 – στην ΕΕ των 27, ο μέσος δείκτης ήταν 10,13 το 2008, γεγονός που αναδεικνύει τις τεράστιες ανισορροπίες μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών (πηγή: F.E.Stiftung).
Συνεχίζοντας, υπάρχουν φυσικά οικονομολόγοι, οι οποίοι ισχυρίζονται επί πλέον ότι, η μεγάλη συγκέντρωση πλούτου σε λίγους, είναι καταστροφική για το ρυθμό ανάπτυξης μίας Οικονομίας. Όσο υψηλότερα τα έσοδα (μισθοί, εισοδήματα κλπ), τόσο περισσότερα αποταμιεύει κανείς και τόσο περιορίζεται η ζήτηση για καταναλωτικά αγαθά. Όπως αναφέρει δε ο Schopenhauer:
«Οι άνθρωποι που δεν έχουν κληρονομήσει κάποια περιουσία, αλλά καταφέρνουν χάρη στις ικανότητες τους να κερδίζουν χρήματα, υποκύπτουν σχεδόν πάντα στην ψευδαίσθηση ότι, το ταλέντο τους είναι το πάγιο κεφάλαιο και άρα τα χρήματα που αποκτούν χάρη σε αυτό οι τόκοι – οπότε δεν αποταμιεύουν ένα μέρος των αποκτηθέντων, προκειμένου να συσσωρεύσουν ένα πάγιο κεφάλαιο, αλλά ξοδεύουν όλα όσα κερδίζουν. Αντίθετα, όποιος έχει μεγαλώσει μέσα σε κληρονομημένο πλούτο, έχει μάθει να διαχωρίζει ποιο είναι το κεφάλαιο και ποιοί είναι οι τόκοι, περιφρουρώντας την περιουσία του με την ίδια του τη ζωή – παραμένει επομένως τακτικός, προσεκτικός και οικονόμος».
Περαιτέρω, οι αμερικανοί προσπάθησαν να καταπολεμήσουν το φαινόμενο της συγκέντρωσης πλούτου σε λίγους (το οποίο οι ίδιοι δημιούργησαν, με αποτέλεσμα τον περιορισμό της κατανάλωσης, λόγω των αντίστοιχα χαμηλών μισθών της πλειοψηφίας των εργαζομένων), με τη βοήθεια των αυξημένων «καταναλωτικών» δανείων προς τις εισοδηματικά ασθενέστερες τάξεις (αντί της φορολόγησης της κληρονομιάς και των πλουσίων). Όπως όμως γνωρίζουμε, οι προσπάθειες αυτές οδήγησαν στην τεράστια παγκόσμια κρίση που βιώνουμε σήμερα, η οποία ξεκίνησε με την αγορά ακινήτων επί πιστώσει, με στόχο τη μεταπώληση τους με κέρδος, έτσι ώστε να αυξάνεται η κατανάλωση – έως ότου οι τιμές των ακινήτων κατέρρευσαν, κάνοντας αδύνατη την εξυπηρέτηση των δανείων στις τράπεζες.
Δεν μπορεί λοιπόν παρά να αναρωτιέται κανείς σήμερα, εάν η μαζική «επίθεση» εναντίον του κοινωνικού κράτους, ήταν από οικονομικής πλευράς αναγκαία – ή μήπως θα ήταν αρκετή μία απλή διόρθωση των υπερβολών του 1970, τις οποίες προκάλεσαν σε μεγάλο βαθμό τα εργατικά συνδικάτα.
Σε κάθε περίπτωση όμως, έχει αποδειχθεί ιστορικά ότι, ο καπιταλισμός μπορεί να επιβιώσει τόσο με μεγαλύτερο, όσο και με μικρότερο κράτος. Η ερώτηση επομένως, το ζητούμενο καλύτερα της ιδανικής κατανομής των εισοδημάτων, δεν αφορά ουσιαστικά την Οικονομία, αλλά την Πολιτική - παρά το ότι οι σημερινοί πολιτικοί δεν φαίνεται να είναι σε θέση να αναλάβουν τις ευθύνες τους.
Όπως είπε δε γνωστός οικονομολόγος, «Η κοινωνία οφείλει να αποφασίσει εάν αποδέχεται την αύξηση των εισοδηματικών ανισοτήτων – εάν όχι, η Πολιτεία πρέπει να αναρωτηθεί ποιες θεσμικές αλλαγές απαιτούνται, για να καταπολεμηθούν οι ανισότητες».
ΟΙ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΣ
Μετά την επικράτηση του «μικρού κράτους», την οποία περιγράψαμε ήδη, το «αόρατο χέρι της αγοράς» απελευθερώθηκε από τα δεσμά του και άρχισε ξανά να κινείται ανενόχλητο/ανεμπόδιστο, όπως πριν από το 1930, στις χρηματοπιστωτικές αγορές.
Αμέσως μετά ακολούθησαν δύο υποτιμήσεις του δολαρίου, με τα γνωστά «πετρελαϊκά σοκ» του 1973 και του 1979 - συνοδευόμενες από έντονες, καταστροφικές υφέσεις. Το επίπεδο των επιτοκίων ξεπέρασε τους μεσοπρόθεσμους ρυθμούς ανάπτυξης, ενώ οι χρηματοπιστωτικοί νεωτερισμοί, τα παράγωγα δηλαδή κάθε είδους, αλλά και τα υπόλοιπα «προϊόντα» (πιστωτικές κάρτες, καταναλωτικά δάνεια με τοκογλυφικά επιτόκια άνω του 20% κλπ), οδήγησαν την «τάση για επίτευξη κερδών», από την παραγωγή προϊόντων στην κερδοσκοπία. Ο Πίνακας ΙΙ (άρθρο μας) που ακολουθεί, είναι χαρακτηριστικός:
ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙΙ: Εξέλιξη δημοσίου χρέους σε τρις $ στις Η.Π.Α., Δημόσιο χρέος σε ποσοστά του ΑΕΠ, έλλειμμα (πλεόνασμα) σε τρις $
Έτος
Δημόσιο Χρέος
Δημόσιο Χρέος/ΑΕΠ
Έλλειμμα
1981
1,0
32,5%
-0,08
1985
1,8
43,8%
-0,21
1990
3,2
55,9%
-0,22
1995
4,9
67,0%
-0,16
2000
5,6
57,3%
+0,24
2005
7,9
63,5%
-0,32
2009
11,9
83,4%
-1,41
2010*
13,8
94,0%
-1,42
2011*
15,1
100,0%
-1,27
* Πρόβλεψη της αμερικανικής κυβέρνησης
Πηγή: Spiegel
Πίνακας: Β. Βιλιάρδος
Σημείωση: Το χρέος των νοικοκυριών στη χώρα πλησιάζει τα 14 τρις $ (100% του ΑΕΠ), ενώ έχει 20πλασιασθεί, σε σχέση με τη δεκαετία του ’70.
Οι βιομηχανικοί όμιλοι, οι οποίοι σηματοδότησαν την ανάπτυξη μετά το 1930, με κέντρο βάρους την παραγωγή προϊόντων, «μεταλλάχθηκαν» σε χρηματοπιστωτικά «κτήνη». Οι τράπεζες, οι οποίες μέχρι τότε ήταν στην υπηρεσία της πραγματικής οικονομίας, μετατράπηκαν σε «αλχημιστές του χρήματος». Απλούστερα, το «θαύμα» της οικονομικής ανάπτυξης μετά το 1980, έλαβε χώρα στο χρηματοπιστωτικό κόσμο – με την αύξηση του δανεισμού, καθώς επίσης με τον «αληθινό κόσμο των επιχειρήσεων», αυτόν δηλαδή που δραστηριοποιούταν στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών, να υποχωρεί συνεχώς (κενό που αναπλήρωσε η Κίνα – η παραγωγική μηχανή της δύσης).
Η θεωρητική επεξήγηση του αναμφίβολου αυτού γεγονότος, σύμφωνα με το οποίο το αόρατο χέρι της αγοράς δημιουργεί πλούτο στην πραγματική οικονομία, ενώ προκαλεί την καταστροφή στη χρηματοπιστωτική, είναι ουσιαστικά αυτονόητη. Για παράδειγμα, όταν αυξάνεται η ζήτηση για ένα προϊόν, η τιμή του ανεβαίνει - όπως επίσης και το κίνητρο κέρδους για τον «κατασκευαστή» του. Στη συνέχεια, ο επιχειρηματίας αυξάνει την ποσότητα που παράγει (ή εισέρχονται νέοι επιχειρηματίες στην αγορά, λόγω των αυξημένων προοπτικών κερδοφορίας), την προσφορά δηλαδή, οπότε η τιμή μειώνεται - ενώ αποκαθίσταται η ισορροπία μεταξύ ζήτησης και προσφοράς.
Όταν όμως αυξάνεται η ζήτηση στις χρηματοπιστωτικές αγορές (μετοχές κλπ), την οποία ακολουθούν οι υψηλότερες τιμές, η προσφορά δεν μπορεί να αυξηθεί - αφού οι ποσότητες των μετοχών είναι συνήθως περιορισμένες (βεβαίως οι αγορές χρησιμοποιούν διάφορα τεχνάσματα, όπως για παράδειγμα το «splitting», την παραγωγή δηλαδή δύο ή περισσοτέρων μετοχών από τη μία αρχική – η επιχείρηση όμως παραμένει η ίδια). Στην περίπτωση αυτή, όταν αυξάνεται η ζήτηση μετοχών δηλαδή, οι χρηματιστές συστήνουν συνήθως «αγορά» - οπότε, αντί της προσφοράς (όπως συμβαίνει στα προϊόντα), αυξάνεται ακόμη περισσότερο η ζήτηση και, μαζί με αυτήν, ξανά οι τιμές.
Το γεγονός αυτό έχει σαν αποτέλεσμα τη «αγελαία», στρεβλή εξέλιξη των τιμών των μετοχών, των πρώτων υλών, των επιτοκίων και των συναλλαγμάτων, η οποία οδηγεί μεσο-μακροπρόθεσμα σε ανοδικές ή καθοδικές χρηματιστηριακές «αγορές» - σε μανιοκαταθλιπτικές δηλαδή διακυμάνσεις των τιμών, αντί σε φυσιολογικές και εξισορροπημένες.
Η δεύτερη αιτία της καταστροφικής λειτουργίας του «αόρατου χεριού» του A.Smith στις χρηματοπιστωτικές αγορές είναι το ότι, σε αυτές τις αγορές δεν παράγονται προϊόντα και δεν δημιουργούνται αξίες – απλά αναδιανέμονται τα υφιστάμενα, μεταξύ των συμμετεχόντων. Αυτοί δε που έχουν τις περισσότερες πληροφορίες (Goldman Sachs, BIS, Hedge funds κλπ), πόσο μάλλον τις «εσωτερικές», κερδίζουν πάντοτε, ενώ όλοι οι άλλοι συνήθως χάνουν - από τους ερασιτέχνες «επενδυτές», μέχρι τα συνταξιοδοτικά ταμεία.
Οι χρηματοπιστωτικές αγορές καθιστούν ουσιαστικά δυνατή τη διασπορά των κινδύνων, τους οποίους όμως οι ίδιες δημιουργούν. Μέσω δε της συνεχώς γρηγορότερης κερδοσκοπίας (διαδικτυακά καζίνο), αποσταθεροποιούν τελικά τις τιμές των μετοχών, των εμπορευμάτων κλπ - πουλώντας ταυτόχρονα νέα «ασφαλιστικά» προϊόντα (CDS κλπ), με στόχο την εξασφάλιση των «επενδυτών» από τους κινδύνους που οι ίδιες προκαλούν, αποκομίζοντας έτσι τα διπλά κέρδη. Η εξέλιξη στην Ελλάδα και στην Ιρλανδία (θα ακολουθήσουν προφανώς πολλές άλλες χώρες, όπως η Πορτογαλία, η Ισπανία, το Βέλγιο, η Μ. Βρετανία, οι Η.Π.Α. κλπ), είναι «παραδειγματική»:
Οι αγορές, «στοιχηματίζοντας» στη χρεοκοπία της χώρας μας, προκάλεσαν την αύξηση των επιτοκίων δανεισμού μας (άνω του 10%). Με τον τρόπο αυτό, οι πιθανότητες χρεοκοπίας μεγεθύνθηκαν - οπότε οι «αγορές» δεν κερδίζουν μόνο από τα αυξημένα επιτόκια, αλλά και από τα προϊόντα που πουλούν (CDS κλπ), για την εξασφάλιση των πελατών τους από το ρίσκο που οι ίδιες δημιουργούν. Την ίδια στιγμή, δανείζονται χρήματα από την ΕΚΤ, με επιτόκιο 1% - αγοράζοντας με αυτά κρατικά ομόλογα, με αποδόσεις της τάξης του 10%. Εάν δε χάσουν τα χρήματα τους, τότε απαιτούν τη βοήθεια των κρατών – την ενίσχυση τους δηλαδή από τους φορολογουμένους, τους οποίους προσπάθησαν λίγο πριν να ληστέψουν.
Εάν δε ζητηθεί η συμμετοχή τους στη διάσωση των χωρών που κινδυνεύουν με χρεοκοπία, όπως τελικά αποφάσισε η πρόσφατη σύνοδος κορυφής της ΕΕ, τότε θα απαιτήσουν την πληρωμή τους κατά 100% - θα αναλάβουν δηλαδή μηδενικό ρίσκο. Για παράδειγμα, εάν απαιτήσουν οι κυβερνήσεις την ανάληψη από τις αγορές ενός ποσοστού ενδεχόμενης διαγραφής χρέους της τάξης του 30%, οι αγορές θα ζητήσουν επιτόκια 30% συν το κέρδος τους (μηδενικό ρίσκο).
Επομένως, η όποια εξοικονόμηση «πόρων» από τους Πολίτες των υπερχρεωμένων πια δυτικών κρατών, από τους εργαζόμενους και τις επιχειρήσεις δηλαδή, με μειώσεις μισθών, με φόρους και με άλλες θυσίες, οδηγείται τελικά, δια μέσου των επιτοκίων, στα ταμεία του χρηματοπιστωτικού κτήνους – με αποτέλεσμα τα δημόσια χρέη να συνεχίζουν να αυξάνονται, εάν δεν αποφασιστεί η διαγραφή τους, η πραγματική δηλαδή συμμετοχή των αγορών.
Στην πραγματικότητα λοιπόν, το πρόβλημα είναι οι τοκογλυφικοί τόκοι - καθώς επίσης η προθυμία των «ιθυνόντων», να αποζημιώνουν τις «αγορές», για τους κινδύνους που οι ίδιες δημιουργούν, με στόχο την κερδοσκοπία. Η πολιτική ελίτ δεν μπορεί προφανώς να καταλάβει ότι, το αόρατο χέρι της αγοράς παράγει «πλαστές» τιμές στο χρηματοπιστωτικό σύστημα - αφού, σε πλήρη αντίθεση με την πραγματική οικονομία, αδυνατεί να λειτουργήσει εξισορροπητικά, «μη καθοριζόμενο», μη υπακούοντας δηλαδή στους νόμους της προσφοράς και της ζήτησης.
Η «στρεβλή» αυτή λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών αυξάνει επί πλέον την ανασφάλεια, εις βάρος της επιχειρηματικής πρωτοβουλίας - ενώ όλες οι αναταραχές και οι οικονομικές κρίσεις, μετά το 1970, είναι το αποτέλεσμα της αστάθειας που προκαλούν τόσο οι άναρχες αγορές, όσο και οι μονοπωλιακές, πολυεθνικές υπερεπιχειρήσεις.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Η μοναδική λύση της συστημικής κρίσης που βιώνουμε σήμερα, όσον αφορά τις «αγορές», είναι η ρύθμιση και ο περιορισμός του χρηματοπιστωτικού κλάδου, καθώς επίσης η πραγματική συμμετοχή του στην επίλυση του προβλήματος της υπερχρέωσης της δύσης - έτσι ώστε να οδηγηθεί ξανά η υγιής τάση για κέρδος στην αληθινή οικονομία και στις επιχειρήσεις, οι οποίες παράγουν πραγματικά προϊόντα, απαραίτητα τόσο για την επιβίωση, όσο και για την καλύτερη διαβίωση μας.
Ακόμη καλύτερη θα ήταν ασφαλώς η κρατικοποίηση των αγορών – δηλαδή, η υπαγωγή τόσο των μεγάλων τραπεζών (πρώτα από όλες της BIS), όσο και των εθνικών χρηματιστηρίων, στην ιδιοκτησία του κράτους. Έτσι, θα διασφαλιζόταν η σωστή λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος (ροή των κεφαλαίων στην πραγματική οικονομία, ορθολογική κατανάλωση, σωστός δανεισμός κλπ), ενώ θα αντιμετωπιζόταν ριζικά η εξάρτηση των κρατών από τις αχόρταγες, επικίνδυνες, τοκογλυφικές και μανιοκαταθλιπτικές αγορές.
Όσον αφορά τώρα τις πολυεθνικές μονοπωλιακές επιχειρήσεις (Καρτέλ), οι οποίες επίσης ευθύνονται για τη σημερινή συστημική κρίση, αφού απομυζούν τις εθνικές οικονομίες, είναι απαραίτητο να τεθούν όρια στα μεγέθη τους – κατ’ αρχήν, με τη σωστή λειτουργία των επιτροπών ανταγωνισμού, οι οποίες έχουν μάλλον ατονήσει, εάν δεν έχουν εντελώς αποπροσανατολισθεί, από τους αρχικούς σκοπούς της ίδρυσης τους.
Εκτός αυτού, τα κράτη δεν πρέπει να ιδιωτικοποιούν σε καμία περίπτωση τις κοινωφελείς επιχειρήσεις τους (ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, ΟΤΕ κλπ), οι οποίες οφείλουν να παραμένουν στην ιδιοκτησία τους - λειτουργώντας βέβαια με απόλυτη διαφάνεια (Ισολογισμοί στο διαδίκτυο κλπ), έτσι ώστε να μπορούν να ελέγχονται από υπεύθυνους Πολίτες, καθώς επίσης με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια.
Κλείνοντας, οφείλουμε να επιστήσουμε την προσοχή στους εργαζομένους στο ότι, μικρότερο κράτος (αποκρατικοποιήσεις κλπ) σημαίνει περιορισμένες κοινωνικές παροχές, καθώς επίσης χαμηλότερες αμοιβές για τους ίδιους. Αντίθετα, μεγαλύτερο κράτος, σημαίνει υψηλότερες αμοιβές και περισσότερες κοινωνικές παροχές – μέχρι εκείνο βέβαια το οριακό σημείο όπου, οι απαιτήσεις τους θα «απειλήσουν» να ξεπεράσουν τις δυνατότητες των επιχειρήσεων, ανοίγοντας το «κουτί της Πανδώρας» (όπως συνέβη 40 έτη πριν και θα πληρώνουμε για πολλά χρόνια ακόμη).
Αντί λοιπόν να καταναλώνουν άσκοπα τις δυνάμεις τους στην κριτική του «ανάλγητου» κράτους, παίζοντας ουσιαστικά το παιχνίδι των «αγορών» (τοποθέτηση των κοινωνικών ομάδων σε αντίπαλα στρατόπεδα και κυριαρχία τους, με τη βοήθεια του «διαίρει και βασίλευε»), είναι μάλλον προτιμότερο να συμβάλλουν ενεργητικά στη σωστή λειτουργία της Πολιτείας – χωρίς υπερβολικές απαιτήσεις από τις επιχειρήσεις ή τα κράτη, αλλά και χωρίς να επιτρέπουν τις άκρως επικίνδυνες αποκρατικοποιήσεις, οι οποίες τελικά θα τους καταστήσουν δούλους των χρηματαγορών και των μονοπωλίων (ή, ίσως, αποικίες των ισχυρότερων οικονομιών του πλανήτη).
Σε κάθε περίπτωση, η έξοδος από τη σημερινή, εθνική και παγκόσμια κρίση, δεν μπορεί να προέλθει από την οικονομική ελίτ, αλλά από την Πολιτική – την οποία πρέπει να αποκαταστήσουμε στην εξουσία, αναλαμβάνοντας όλοι μαζί τις ευθύνες της σωστής λειτουργίας της: με την απαίτηση για περισσότερη, άμεση και αποτελεσματική Δημοκρατία, με τη βοήθεια νέων θεσμών.
Βασίλης Βιλιάρδος (copyright)
Αθήνα, 19. Δεκεμβρίου 2010
viliardos@kbanalysis.comΑυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε.
ΑΝΑΓΚΑΙΑ Η ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΕΥΡΩ ΕΛΛΑΔΑΣ - ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ - ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑΣ!
Δευτέρα, 20 Δεκεμβρίου 2010
ΑΝΑΓΚΑΙΑ Η ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΕΥΡΩ ΕΛΛΑΔΑΣ - ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ - ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑΣ!
Πηγή: iSKRA
ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΚΕΣ ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΥ FUND ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ!
ΕΚΔΟΣΗ ΕΥΡΩΟΜΟΛΟΓΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΕΧΙΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΘΕΣΗΣ ΤΩΝ ΑΓΟΡΩΝ!
Εντυπωσιάζουν οι προβλέψεις της Pimco (θυγατρική της Allianz), σχετικά με τις προοπτικές της Ελλάδας, της Ιρλανδίαςκαι της Πορτογαλίας αλλά και σχετικά με την έκδοσηευρωομολόγων. Οι προβλέψεις της Pimco, έχουν μια ιδιαίτερη αξία καθώς διαχειρίζεται κεφάλαια ύψους $ 1 τρις(!),αποτελώντας το μεγαλύτερο επενδυτικό fund ομολόγων στον κόσμο. Το κεφάλαια αυτά αντιστοιχούν στο τετραπλάσιο του ΑΕΠ της Ελλάδος για το 2009!
Οι προβλέψεις τις οποίες θα παραθέσουμε, ευθύς αμέσως, εκφράστηκαν μέσω συνέντευξης στην γερμανική εφημερίδα Die Welt, του διαχειριστή του χαρτοφυλακίου της Pimco Europe, Άντριου Μπόσομγουερθ. Όπως δήλωσε ο κ. Μπόσομγουερθ, «Η Ελλάδα, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία, χωρίς το δικό τους νόμισμα ή μεταβιβάσεις σημαντικών κεφαλαίων, δεν θα ξανασταθούν στα πόδια τους». Ως γνωστόν, οι σημαντικές κεφαλαιακές μεταβιβάσεις δεν αποτελούν ρεαλιστική επιλογή στην σημερινή συγκυρία, επομένως σύμφωνα με την οπτική του στελέχους της Pimco, μοναδική λύση είναι η έξοδος από την Ευρωζώνη.
Η επιχειρηματολογία του στελέχους της Pimco, βασίζεται στο γεγονός πως η έξοδος από το ευρώ θα έδινε τη δυνατότητα τόνωσης των εξαγωγών διαμέσου της νομισματικής υποτίμησης. Βέβαια προς αποφυγή... παρεξηγήσεων, ο κ. Μπόσομγουερθ, ξεκαθαρίζει πως μετά την επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης οι χώρες αυτές θα μπορούσαν να... επανενταχτούν στην ΟΝΕ!
Σύμφωνα, πάντως με το στέλεχος της Pimco, η Ισπανία, η Ιταλία και το Βέλγιο, δεν θα χρειαστεί να εξέλθουν της ΟΝΕ, στο βαθμό βέβαια που έχουν ισχυρή βοήθεια από τους εταίρους τους. Ως «βοήθεια», στη συγκεκριμένη περίπτωση, ορίζεται (και λανθασμένα όπως έχουμε δείξει στην ΙΣΚΡΑ, βλέπε περισσότερα πατώντας εδώ) το ημίμετρο της έκδοσης ευρωομολόγων «λιγότερο ή περισσότερο μακροπρόθεσμα», παρά την άρνηση της Γερμανίας και της Γαλλίας, να δανείζονται με υψηλότερο επιτόκιο από ότι σήμερα
Αναφερόμενος, στο Μόνιμο Μηχανισμό Στήριξης, θεωρεί πως δεν θα καταφέρει να αποδώσει τα αναμενόμενα, δηλαδή να ησυχάσει τις αγορές ομολόγων και να ρίξει τα spreads. Όπως δήλωσε, χαρακτηριστικά, ο κ. κ. Μπόσομγουερθ «Επειδή οι αγορές δεν εμπιστεύονται ότι χώρες όπως Ελλάδα, Ιρλανδία, Πορτογαλία θα μπορέσουν σε μόνιμη βάση να εξυπηρετήσουν το χρέος τους, θα συνεχίσουν το σενάριο της πτώχευσης, παρόλα τα δάνεια του ΔΝΤ και της ΕΕ.
Προβλέψεις με ιδιαίτερη αξία
Οι συγκεκριμένες προβλέψεις της Pimco, ουσιαστικά εξηγούν, το γιατί ο Μόνιμος Μηχανισμός Στήριξης, θα επιφέρει μόνο βάρβαρες επιτηρήσεις και σκληρά μέτρα χωρίς να επιφέρει το αποτέλεσμα, το οποίο προπαγανδίζουν οι υποστηρικτές τους.
Πολύ απλά, ο Μόνιμος Μηχανισμός Στήριξης δεν ασχολείται με το πρωτογενές πρόβλημα, δηλαδή με τις μακροοικονομικές ανισορροπίες μεταξύ των ισχυρών και των περιφερειακών κρατών – μελών της Ευρωζώνης. Ανισορροπίες οι οποίες προϋπήρχαν αλλά ενισχύονται έτει περαιτέρω εξαιτίας ακριβώς της ύπαρξης της Ευρωζώνης. Και είναι αυτές οι ανισσοροπίες που κατέληξαν στη σημερινή κρίση χρέους. Πώς γίνεται η Ελλάδα (με μεσαίου μεγέθους δημόσιο τομέα) και η Ιρλανδία (με μικρού μεγέθους δημόσιο τομέα) να έχουν ακριβώς τα ίδια προβλήματα;
Ο Μόνιμος Μηχανισμός Στήριξης, ασχολείται μόνο με την καταπολέμηση των επιφανειακών αποτελεσμάτων τιμωρώντας ολόκληρες οικονομίες και κοινωνίες επιβάλλοντας «μνημονιακά μέτρα» και αέναη επιτήρηση, αντί ενός επαχθούς διακρατικού δανεισμού προκειμένου η Ευρωζώνη να μη χάσει κομμάτια της! Η μόνη προσδοκία των ευρωπαίων ηγετών είναι πως έτσι θα υπάρχει ανάκαμψη για τα καπιταλιστικά κέρδη δια της «κινεζοποίησης» όλης της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Το συγκεκριμένο σενάριο είναι όμως όχι απλά απάνθρωπο αλλά προεξοφλείται και ως ανέφικτο από τις αγορές, όπως εξηγεί ουσιαστικά η Pimco!
Οι προβλέψεις της Pimco, προδιαγράφουν και τα κερδοσκοπικά παιχνίδια τα οποία θα παιχτούν στις αγορές ομολόγων το αμέσως επόμενο διάστημα, κα στα οποία φαίνεται πως επενδύει η Pimco! Όπως πάντα, έτσι και τώρα οι αγορές, θα κερδοσκοπήσουν πάνω σε ένα υπαρκτό πρόβλημα, επιταχύνοντας εξελίξεις! Επομένως, μια πιθανή έξοδος της Ελλάδας ή και άλλων χωρών από την Ευρωζώνη, θα αποδοθεί από την πολιτική ελίτ σε κερδοσκοπικά παιχνίδια, των αγορών, αποσιωπώντας σκόπιμα τις δικές τους ευθύνες!
Εδώ βέβαια παραμένει για εμάς ένα σημαντικό ερώτημα. Ήταν δυνατόν οι χώρες της ΕΕ και της Ευρωζώνης να είχαν καταλήξει σε μια άλλου τύπου απόφαση, η οποία θα απαντούσε ουσιαστικά στις βαθύτερες αιτίες της κρίσης χρέους; Σε αυτό το ερώτημα η απάντηση είναι αρνητική καθώς θα προϋπέθετε την ολική αλλαγή της βαθύτερης φύσης της ΕΕ, από μια ένωση ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και περιφερειακών χωρών, σε μια Ένωση των Λαών, που θα βασιζόταν στις αξίες της αλληλεγγύης και της ουσιαστικής συνεργασίας.
Κάτι τέτοιο είναι απλά... ανέφικτο όπως διδάσκει και η θεωρία αλλά και η ίδια η εμπειρία 20 ετών από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Αντίθετα, μια πραγματική Ένωση των λαών της Ευρώπης, μπορεί να προκύψει μόνο μέσα από την αποδέσμευση χωρών από την Ευρωζώνη και φυσικά την ίδια την ΕΕ. Χώρες των οποίων η αποδέσμευση θα έρθει ως αποτέλεσμα νικηφόρων εργατικών και κοινωνικών αγώνων, που θα έχουν δοθεί κάτω από τις σημαίες της προόδου και του σοσιαλισμού!
Αναρτήθηκε από You Pay Your Crisis στις 7:13 μ.μ.
ΑΝΑΓΚΑΙΑ Η ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΕΥΡΩ ΕΛΛΑΔΑΣ - ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ - ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑΣ!
Πηγή: iSKRA
ΕΝΤΥΠΩΣΙΑΚΕΣ ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΥ FUND ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ!
ΕΚΔΟΣΗ ΕΥΡΩΟΜΟΛΟΓΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΕΧΙΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΘΕΣΗΣ ΤΩΝ ΑΓΟΡΩΝ!
Εντυπωσιάζουν οι προβλέψεις της Pimco (θυγατρική της Allianz), σχετικά με τις προοπτικές της Ελλάδας, της Ιρλανδίαςκαι της Πορτογαλίας αλλά και σχετικά με την έκδοσηευρωομολόγων. Οι προβλέψεις της Pimco, έχουν μια ιδιαίτερη αξία καθώς διαχειρίζεται κεφάλαια ύψους $ 1 τρις(!),αποτελώντας το μεγαλύτερο επενδυτικό fund ομολόγων στον κόσμο. Το κεφάλαια αυτά αντιστοιχούν στο τετραπλάσιο του ΑΕΠ της Ελλάδος για το 2009!
Οι προβλέψεις τις οποίες θα παραθέσουμε, ευθύς αμέσως, εκφράστηκαν μέσω συνέντευξης στην γερμανική εφημερίδα Die Welt, του διαχειριστή του χαρτοφυλακίου της Pimco Europe, Άντριου Μπόσομγουερθ. Όπως δήλωσε ο κ. Μπόσομγουερθ, «Η Ελλάδα, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία, χωρίς το δικό τους νόμισμα ή μεταβιβάσεις σημαντικών κεφαλαίων, δεν θα ξανασταθούν στα πόδια τους». Ως γνωστόν, οι σημαντικές κεφαλαιακές μεταβιβάσεις δεν αποτελούν ρεαλιστική επιλογή στην σημερινή συγκυρία, επομένως σύμφωνα με την οπτική του στελέχους της Pimco, μοναδική λύση είναι η έξοδος από την Ευρωζώνη.
Η επιχειρηματολογία του στελέχους της Pimco, βασίζεται στο γεγονός πως η έξοδος από το ευρώ θα έδινε τη δυνατότητα τόνωσης των εξαγωγών διαμέσου της νομισματικής υποτίμησης. Βέβαια προς αποφυγή... παρεξηγήσεων, ο κ. Μπόσομγουερθ, ξεκαθαρίζει πως μετά την επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης οι χώρες αυτές θα μπορούσαν να... επανενταχτούν στην ΟΝΕ!
Σύμφωνα, πάντως με το στέλεχος της Pimco, η Ισπανία, η Ιταλία και το Βέλγιο, δεν θα χρειαστεί να εξέλθουν της ΟΝΕ, στο βαθμό βέβαια που έχουν ισχυρή βοήθεια από τους εταίρους τους. Ως «βοήθεια», στη συγκεκριμένη περίπτωση, ορίζεται (και λανθασμένα όπως έχουμε δείξει στην ΙΣΚΡΑ, βλέπε περισσότερα πατώντας εδώ) το ημίμετρο της έκδοσης ευρωομολόγων «λιγότερο ή περισσότερο μακροπρόθεσμα», παρά την άρνηση της Γερμανίας και της Γαλλίας, να δανείζονται με υψηλότερο επιτόκιο από ότι σήμερα
Αναφερόμενος, στο Μόνιμο Μηχανισμό Στήριξης, θεωρεί πως δεν θα καταφέρει να αποδώσει τα αναμενόμενα, δηλαδή να ησυχάσει τις αγορές ομολόγων και να ρίξει τα spreads. Όπως δήλωσε, χαρακτηριστικά, ο κ. κ. Μπόσομγουερθ «Επειδή οι αγορές δεν εμπιστεύονται ότι χώρες όπως Ελλάδα, Ιρλανδία, Πορτογαλία θα μπορέσουν σε μόνιμη βάση να εξυπηρετήσουν το χρέος τους, θα συνεχίσουν το σενάριο της πτώχευσης, παρόλα τα δάνεια του ΔΝΤ και της ΕΕ.
Προβλέψεις με ιδιαίτερη αξία
Οι συγκεκριμένες προβλέψεις της Pimco, ουσιαστικά εξηγούν, το γιατί ο Μόνιμος Μηχανισμός Στήριξης, θα επιφέρει μόνο βάρβαρες επιτηρήσεις και σκληρά μέτρα χωρίς να επιφέρει το αποτέλεσμα, το οποίο προπαγανδίζουν οι υποστηρικτές τους.
Πολύ απλά, ο Μόνιμος Μηχανισμός Στήριξης δεν ασχολείται με το πρωτογενές πρόβλημα, δηλαδή με τις μακροοικονομικές ανισορροπίες μεταξύ των ισχυρών και των περιφερειακών κρατών – μελών της Ευρωζώνης. Ανισορροπίες οι οποίες προϋπήρχαν αλλά ενισχύονται έτει περαιτέρω εξαιτίας ακριβώς της ύπαρξης της Ευρωζώνης. Και είναι αυτές οι ανισσοροπίες που κατέληξαν στη σημερινή κρίση χρέους. Πώς γίνεται η Ελλάδα (με μεσαίου μεγέθους δημόσιο τομέα) και η Ιρλανδία (με μικρού μεγέθους δημόσιο τομέα) να έχουν ακριβώς τα ίδια προβλήματα;
Ο Μόνιμος Μηχανισμός Στήριξης, ασχολείται μόνο με την καταπολέμηση των επιφανειακών αποτελεσμάτων τιμωρώντας ολόκληρες οικονομίες και κοινωνίες επιβάλλοντας «μνημονιακά μέτρα» και αέναη επιτήρηση, αντί ενός επαχθούς διακρατικού δανεισμού προκειμένου η Ευρωζώνη να μη χάσει κομμάτια της! Η μόνη προσδοκία των ευρωπαίων ηγετών είναι πως έτσι θα υπάρχει ανάκαμψη για τα καπιταλιστικά κέρδη δια της «κινεζοποίησης» όλης της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Το συγκεκριμένο σενάριο είναι όμως όχι απλά απάνθρωπο αλλά προεξοφλείται και ως ανέφικτο από τις αγορές, όπως εξηγεί ουσιαστικά η Pimco!
Οι προβλέψεις της Pimco, προδιαγράφουν και τα κερδοσκοπικά παιχνίδια τα οποία θα παιχτούν στις αγορές ομολόγων το αμέσως επόμενο διάστημα, κα στα οποία φαίνεται πως επενδύει η Pimco! Όπως πάντα, έτσι και τώρα οι αγορές, θα κερδοσκοπήσουν πάνω σε ένα υπαρκτό πρόβλημα, επιταχύνοντας εξελίξεις! Επομένως, μια πιθανή έξοδος της Ελλάδας ή και άλλων χωρών από την Ευρωζώνη, θα αποδοθεί από την πολιτική ελίτ σε κερδοσκοπικά παιχνίδια, των αγορών, αποσιωπώντας σκόπιμα τις δικές τους ευθύνες!
Εδώ βέβαια παραμένει για εμάς ένα σημαντικό ερώτημα. Ήταν δυνατόν οι χώρες της ΕΕ και της Ευρωζώνης να είχαν καταλήξει σε μια άλλου τύπου απόφαση, η οποία θα απαντούσε ουσιαστικά στις βαθύτερες αιτίες της κρίσης χρέους; Σε αυτό το ερώτημα η απάντηση είναι αρνητική καθώς θα προϋπέθετε την ολική αλλαγή της βαθύτερης φύσης της ΕΕ, από μια ένωση ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και περιφερειακών χωρών, σε μια Ένωση των Λαών, που θα βασιζόταν στις αξίες της αλληλεγγύης και της ουσιαστικής συνεργασίας.
Κάτι τέτοιο είναι απλά... ανέφικτο όπως διδάσκει και η θεωρία αλλά και η ίδια η εμπειρία 20 ετών από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Αντίθετα, μια πραγματική Ένωση των λαών της Ευρώπης, μπορεί να προκύψει μόνο μέσα από την αποδέσμευση χωρών από την Ευρωζώνη και φυσικά την ίδια την ΕΕ. Χώρες των οποίων η αποδέσμευση θα έρθει ως αποτέλεσμα νικηφόρων εργατικών και κοινωνικών αγώνων, που θα έχουν δοθεί κάτω από τις σημαίες της προόδου και του σοσιαλισμού!
Αναρτήθηκε από You Pay Your Crisis στις 7:13 μ.μ.
ΟΙ ΠΙΣΤΩΤΕΣ ΜΑΣ ΛΕΗΛΑΤΟΥΝ ΚΑΙ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΑΥΤΟΘΑΥΜΑΖΕΤΑΙ
Βαθύ Κόκκινο » Πολιτική » Η λεηλασία συνεχίζεται
Δευτέρα, 20 Δεκεμβρίου 2010Η λεηλασία συνεχίζεται
ΟΙ ΠΙΣΤΩΤΕΣ ΜΑΣ ΛΕΗΛΑΤΟΥΝ ΚΑΙ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΑΥΤΟΘΑΥΜΑΖΕΤΑΙ
Εάν κρίνουμε από την επιχειρηματολογία του κ. Παπανδρέου και του υπουργού Οικονομικών κ. Παπακωνσταντίνου, ο κρατικός προϋπολογισμός του 2011 βάζει τα θεμέλια για τη σταθερή και δυναμική ανάπτυξη της οικονομίας. Μια ματιά στις βασικές παραδοχές στις οποίες στηρίζεται ο κρατικός προϋπολογισμός του 2011 μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι θα ενισχυθούν τα φαινόμενα ύφεσης στην οικονομία και θα μεγαλώσουν τα κοινωνικά προβλήματα.
Το 2010 σημειώθηκε πτώση του ΑΕΠ κατά 4,2%, η οποία ξεπέρασε και τον αρνητικό προγραμματισμό της τρόικας και της κυβέρνησης. Το 2011 προβλέπεται νέα πτώση του ΑΕΠ κατά 3%, η οποία είναι εξαιρετικά πιθανό να αποδειχθεί μεγαλύτερη.
Η ενίσχυση των φαινομένων ύφεσης θα αυξήσει την ανεργία κατά περίπου 25%, στο 15% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού. Το εκπληκτικό είναι ότι ο προϋπολογισμός προβλέπει -βάσει των δεσμεύσεων του μνημονίου- μεγάλη μείωση των επιδομάτων ανεργίας, ώστε να μην υπάρξει δημοσιονομική επιβάρυνση από την αύξηση του αριθμού των ανέργων κατά εκατοντάδες χιλιάδες.
Ύφεση, «λουκέτα», ανεργία, αποκλίσεις από τους στόχους για τα έσοδα και τις δαπάνες, νέα «διορθωτικά» μέτρα λιτότητας. Αυτό είναι το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένος ο κρατικός προϋπολογισμός του 2011.
Έπαινοι πριν από το «κραχ»
Οι εκπρόσωποι των πιστωτών του ελληνικού Δημοσίου δείχνουν ενθουσιασμένοι με τις επιδόσεις της κυβέρνησης Παπανδρέου και τον κρατικό προϋπολογισμό του 2011. Θέλουν να εκπαιδεύσουν τους λαούς στην οικονομική και κοινωνική τιμωρία προκειμένου να μην τεθεί το πολιτικό ζήτημα ποιος, επιτέλους, φταίει για την κρίση που διέρχεται η Ευρωπαϊκή Ένωση τα τελευταία δύο χρόνια και ποια είναι η σχέση των πολιτικών ηγετών με τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα που παίρνουν τις αποφάσεις.
Αυτοί που συγχαίρουν τον κ. Παπανδρέου και τους συνεργάτες του γνωρίζουν ότι η οικονομική πολιτική της κυβέρνησής του οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε οικονομικό και κοινωνικό αδιέξοδο. Από εκεί που δήλωναν βέβαιοι για την έγκαιρη αποπληρωμή του δανείου των 110 δισ. ευρώ βάσει του αρχικού χρονοδιαγράμματος που συμφωνήθηκε, δέχονται τώρα τη χρονική επιμήκυνση της αποπληρωμής του δανείου. Σήμερα δηλώνουν εξίσου βέβαιοι ότι το ελληνικό Δημόσιο θα μπορέσει να βγει στις διεθνείς αγορές το 2013 και το 2014, σε αναζήτηση 30-40 δισ. ευρώ το χρόνο. Προς τα μέσα του 2011 θα συμφωνήσουν τον πρόσθετο δανεισμό του ελληνικού Δημοσίου, εκτιμώντας ότι είναι πρακτικά αδύνατη η χρηματοδότησή του από τις αγορές, ενώ στη συνέχεια θα δεχθούν και την έκδοση των ευρωομολόγων, για να περιορίσουν κάπως τους τόκους που αναλογούν στο χρέος του ελληνικού Δημοσίου και να συντηρήσουν την ψευδαίσθηση -για όσο διάστημα κρίνουν σκόπιμο- ότι μπορούμε να φανούμε συνεπείς στις τοκοχρεολυτικές υποχρεώσεις μας.
Στην πραγματικότητα η πολιτική που εφαρμόζει η κυβέρνηση Παπανδρέου και αποτυπώνεται στον κρατικό προϋπολογισμό του 2011 συμβάλλει στην απαξίωση του παραγωγικού δυναμικού της χώρας, στέκεται εμπόδιο στην αύξηση των επενδύσεων (βραχυπρόθεσμα, γιατί ΜΑΚΡΟπρόθεσμα, αν "κινεζοποιηθούν" οι εργάτες, μετά θα ξανάρθουν οι επενδυτές) και στην ανάκαμψη και μεγαλώνει το δημόσιο χρέος σε απόλυτους αριθμούς και ως ποσοστό επί του ΑΕΠ.
Όποιος ξέρει να διαβάζει τα οικονομικά στοιχεία και έχει στοιχειώδη πολιτική εντιμότητα βγάζει το συμπέρασμα ότι το ελληνικό Δημόσιο ήδη έχει χρεοκοπήσει και πως οι πιστωτές μας διαχειρίζονται τη χρεοκοπία, στην οποία μας οδήγησαν, με τους δικούς τους όρους. Και όχι μόνο αυτό: Ο Κύρτσος, στο άρθρο φροντίζει να "αθωώνει" πλήρως τη ντόπια ολιγαρχία, όλους αυτούς που περιμένουν να "κινεζοποιηθούν" οι εργάτες, ώστε μετά από κάμποσα χρόνια ρημάγματος, να ξαναπεπενδύσουν, με το "εργατικό κόστος" όμως να είναι "της πλάκας"
"Να γίνετε και σεις σαν τους Κινέζους εργάτες, και μετά θα έχετε αναπτυξάρα!"
ΝΕΑ ΑΥΞΗΣΗ ΑΝΕΡΓΙΑΣ ΤΟ ΝΟΕΜΒΡΙΟ!
Δραματική αύξηση της ανεργίας κατά 2,96% το μήνα Νοέμβριο σε σχέση με τον μήνα Οκτώβριο, εμφανίζουν τα στατιστικά στοιχεία του ΟΑΕΔ, αντανακλώντας τις εφιαλτικές κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις της εφαρμοζόμενης μνημονιακής πολιτικής.
700.000, οι απλήρωτοι λογαριασμοί της ΔΕΗ !!
Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, όλοι ανεξαιρέτως οι πάροχοι ηλεκτρικού ρεύματος βλέπουν τους απλήρωτους λογαριασμούς να αυξάνονται. Ειδικά για τη ΔΕΗ, για την οποία υπάρχουν στοιχεία, για το 10μηνο του 2010, οι απλήρωτες συνδέσεις νοικοκυριών αλλά και μεσαίων και μεγάλων εμπορικών πελατών φτάνουν τις 700.000. Ο αριθμός αυτός αντιστοιχεί στο 10% της συνολικής πελατειακής βάσης της ΔΕΗ.
Την ίδια στιγμή, οι επισφάλειες της ΔΕΗ στο 9μηνο του 2010, ανέρχονται στα 71,7 εκατ.ευρώ από 48,4 εκατ.ευρώ το αντίστοιχο διάστημα πέρυσι.
ΑΝΑΓΚΑΙΑ Η ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΕΥΡΩ ΕΛΛΑΔΑΣ - ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ - ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑΣ!
Στέλεχος της Pimco, της μεγαλύτερης εταιρείας επενδύσεων ομολόγων στον κόσμο, θεωρεί ότι η Ελλάδα, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία πρέπει να βγουν από το ευρώ, εάν θέλουν να δουν τις οικονομίες τους να ανακάμπτουν.
«Η Ελλάδα, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία, χωρίς το δικό τους νόμισμα ή μεταβιβάσεις σημαντικών κεφαλαίων, δεν θα ξανασταθούν στα πόδια τους», δηλώνει στη γερμανική εφημερίδα Die Welt ο Άντριου Μπόσομγουερθ, διαχειριστής χαρτοφυλακίου της Pimco Europe.
Έχοντας το δικό τους νόμισμα, αυτές οι χώρες «θα είχαν τη δυνατότητα να κάνουν εξαγωγές σε χαμηλότερες τιμές» και η αύξηση των εξαγωγών τους θα οδηγούσε με τη σειρά της «στην αναγκαία οικονομική ανάπτυξη», λέει.
Δευτέρα, 20 Δεκεμβρίου 2010Η λεηλασία συνεχίζεται
ΟΙ ΠΙΣΤΩΤΕΣ ΜΑΣ ΛΕΗΛΑΤΟΥΝ ΚΑΙ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΑΥΤΟΘΑΥΜΑΖΕΤΑΙ
Εάν κρίνουμε από την επιχειρηματολογία του κ. Παπανδρέου και του υπουργού Οικονομικών κ. Παπακωνσταντίνου, ο κρατικός προϋπολογισμός του 2011 βάζει τα θεμέλια για τη σταθερή και δυναμική ανάπτυξη της οικονομίας. Μια ματιά στις βασικές παραδοχές στις οποίες στηρίζεται ο κρατικός προϋπολογισμός του 2011 μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι θα ενισχυθούν τα φαινόμενα ύφεσης στην οικονομία και θα μεγαλώσουν τα κοινωνικά προβλήματα.
Το 2010 σημειώθηκε πτώση του ΑΕΠ κατά 4,2%, η οποία ξεπέρασε και τον αρνητικό προγραμματισμό της τρόικας και της κυβέρνησης. Το 2011 προβλέπεται νέα πτώση του ΑΕΠ κατά 3%, η οποία είναι εξαιρετικά πιθανό να αποδειχθεί μεγαλύτερη.
Η ενίσχυση των φαινομένων ύφεσης θα αυξήσει την ανεργία κατά περίπου 25%, στο 15% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού. Το εκπληκτικό είναι ότι ο προϋπολογισμός προβλέπει -βάσει των δεσμεύσεων του μνημονίου- μεγάλη μείωση των επιδομάτων ανεργίας, ώστε να μην υπάρξει δημοσιονομική επιβάρυνση από την αύξηση του αριθμού των ανέργων κατά εκατοντάδες χιλιάδες.
Ύφεση, «λουκέτα», ανεργία, αποκλίσεις από τους στόχους για τα έσοδα και τις δαπάνες, νέα «διορθωτικά» μέτρα λιτότητας. Αυτό είναι το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένος ο κρατικός προϋπολογισμός του 2011.
Έπαινοι πριν από το «κραχ»
Οι εκπρόσωποι των πιστωτών του ελληνικού Δημοσίου δείχνουν ενθουσιασμένοι με τις επιδόσεις της κυβέρνησης Παπανδρέου και τον κρατικό προϋπολογισμό του 2011. Θέλουν να εκπαιδεύσουν τους λαούς στην οικονομική και κοινωνική τιμωρία προκειμένου να μην τεθεί το πολιτικό ζήτημα ποιος, επιτέλους, φταίει για την κρίση που διέρχεται η Ευρωπαϊκή Ένωση τα τελευταία δύο χρόνια και ποια είναι η σχέση των πολιτικών ηγετών με τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα που παίρνουν τις αποφάσεις.
Αυτοί που συγχαίρουν τον κ. Παπανδρέου και τους συνεργάτες του γνωρίζουν ότι η οικονομική πολιτική της κυβέρνησής του οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε οικονομικό και κοινωνικό αδιέξοδο. Από εκεί που δήλωναν βέβαιοι για την έγκαιρη αποπληρωμή του δανείου των 110 δισ. ευρώ βάσει του αρχικού χρονοδιαγράμματος που συμφωνήθηκε, δέχονται τώρα τη χρονική επιμήκυνση της αποπληρωμής του δανείου. Σήμερα δηλώνουν εξίσου βέβαιοι ότι το ελληνικό Δημόσιο θα μπορέσει να βγει στις διεθνείς αγορές το 2013 και το 2014, σε αναζήτηση 30-40 δισ. ευρώ το χρόνο. Προς τα μέσα του 2011 θα συμφωνήσουν τον πρόσθετο δανεισμό του ελληνικού Δημοσίου, εκτιμώντας ότι είναι πρακτικά αδύνατη η χρηματοδότησή του από τις αγορές, ενώ στη συνέχεια θα δεχθούν και την έκδοση των ευρωομολόγων, για να περιορίσουν κάπως τους τόκους που αναλογούν στο χρέος του ελληνικού Δημοσίου και να συντηρήσουν την ψευδαίσθηση -για όσο διάστημα κρίνουν σκόπιμο- ότι μπορούμε να φανούμε συνεπείς στις τοκοχρεολυτικές υποχρεώσεις μας.
Στην πραγματικότητα η πολιτική που εφαρμόζει η κυβέρνηση Παπανδρέου και αποτυπώνεται στον κρατικό προϋπολογισμό του 2011 συμβάλλει στην απαξίωση του παραγωγικού δυναμικού της χώρας, στέκεται εμπόδιο στην αύξηση των επενδύσεων (βραχυπρόθεσμα, γιατί ΜΑΚΡΟπρόθεσμα, αν "κινεζοποιηθούν" οι εργάτες, μετά θα ξανάρθουν οι επενδυτές) και στην ανάκαμψη και μεγαλώνει το δημόσιο χρέος σε απόλυτους αριθμούς και ως ποσοστό επί του ΑΕΠ.
Όποιος ξέρει να διαβάζει τα οικονομικά στοιχεία και έχει στοιχειώδη πολιτική εντιμότητα βγάζει το συμπέρασμα ότι το ελληνικό Δημόσιο ήδη έχει χρεοκοπήσει και πως οι πιστωτές μας διαχειρίζονται τη χρεοκοπία, στην οποία μας οδήγησαν, με τους δικούς τους όρους. Και όχι μόνο αυτό: Ο Κύρτσος, στο άρθρο φροντίζει να "αθωώνει" πλήρως τη ντόπια ολιγαρχία, όλους αυτούς που περιμένουν να "κινεζοποιηθούν" οι εργάτες, ώστε μετά από κάμποσα χρόνια ρημάγματος, να ξαναπεπενδύσουν, με το "εργατικό κόστος" όμως να είναι "της πλάκας"
"Να γίνετε και σεις σαν τους Κινέζους εργάτες, και μετά θα έχετε αναπτυξάρα!"
ΝΕΑ ΑΥΞΗΣΗ ΑΝΕΡΓΙΑΣ ΤΟ ΝΟΕΜΒΡΙΟ!
Δραματική αύξηση της ανεργίας κατά 2,96% το μήνα Νοέμβριο σε σχέση με τον μήνα Οκτώβριο, εμφανίζουν τα στατιστικά στοιχεία του ΟΑΕΔ, αντανακλώντας τις εφιαλτικές κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις της εφαρμοζόμενης μνημονιακής πολιτικής.
700.000, οι απλήρωτοι λογαριασμοί της ΔΕΗ !!
Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, όλοι ανεξαιρέτως οι πάροχοι ηλεκτρικού ρεύματος βλέπουν τους απλήρωτους λογαριασμούς να αυξάνονται. Ειδικά για τη ΔΕΗ, για την οποία υπάρχουν στοιχεία, για το 10μηνο του 2010, οι απλήρωτες συνδέσεις νοικοκυριών αλλά και μεσαίων και μεγάλων εμπορικών πελατών φτάνουν τις 700.000. Ο αριθμός αυτός αντιστοιχεί στο 10% της συνολικής πελατειακής βάσης της ΔΕΗ.
Την ίδια στιγμή, οι επισφάλειες της ΔΕΗ στο 9μηνο του 2010, ανέρχονται στα 71,7 εκατ.ευρώ από 48,4 εκατ.ευρώ το αντίστοιχο διάστημα πέρυσι.
ΑΝΑΓΚΑΙΑ Η ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΕΥΡΩ ΕΛΛΑΔΑΣ - ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ - ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑΣ!
Στέλεχος της Pimco, της μεγαλύτερης εταιρείας επενδύσεων ομολόγων στον κόσμο, θεωρεί ότι η Ελλάδα, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία πρέπει να βγουν από το ευρώ, εάν θέλουν να δουν τις οικονομίες τους να ανακάμπτουν.
«Η Ελλάδα, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία, χωρίς το δικό τους νόμισμα ή μεταβιβάσεις σημαντικών κεφαλαίων, δεν θα ξανασταθούν στα πόδια τους», δηλώνει στη γερμανική εφημερίδα Die Welt ο Άντριου Μπόσομγουερθ, διαχειριστής χαρτοφυλακίου της Pimco Europe.
Έχοντας το δικό τους νόμισμα, αυτές οι χώρες «θα είχαν τη δυνατότητα να κάνουν εξαγωγές σε χαμηλότερες τιμές» και η αύξηση των εξαγωγών τους θα οδηγούσε με τη σειρά της «στην αναγκαία οικονομική ανάπτυξη», λέει.
ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΛΟΓΙΣΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΟΥ «ΕΠΑΧΘΟΥΣ ΧΡΕΟΥΣ» Του ΓΙΑΝΝΗ ΤΟΛΙΟΥ
ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΛΟΓΙΣΤΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΟΥ «ΕΠΑΧΘΟΥΣ ΧΡΕΟΥΣ»
ΠΗΓΗ: Iskra
Του ΓΙΑΝΝΗ ΤΟΛΙΟΥ
1. Ζητήματα ορολογίας του Χρέους: Ο πρώτος που χρησιμοποίησε τον όρο «επαχθές χρέος» (odious dept) ήταν ο ρώσος διεθνολόγος Alexander N. Sack στο Παρίσι το 1927. Προσδιόρισε εκείνο το χρέος που είναι σε βάρος του λαού, για το οποίο δεν ρωτήθηκε ποτέ (χωρίς συναίνεση) και εν πλήρη γνώση των πιστωτών.!! Στην ελληνική γλώσσα χρησιμοποιούνται εναλλακτικοί όροι για να αποδώσουν το χαρακτήρα του. «Επαχθές» χρέος = «δυσβάστακτο» χρέος, «ειδεχθές» = «αποτρόπαιο», «απεχθές» = «επονείδιστο» ή «βλαβερό» χρέος, κά.
2. Ποιο είναι το συνολικό ύψος του δημοσίου χρέους και ποιο είναι «επαχθές» χρέος; Με βάση τα στοιχεία του νέου Προϋπολογισμού του 2011, το χρέος της «κεντρικής κυβέρνησης» από 298,5 δις € το 2009 ( ή 127% του ΑΕΠ), ανέβηκε σε 343 δις € το 2010 (ή 148% ΑΕΠ) και προβλέπεται να σκαρφαλώσει στα 362 δις € το 2011 (ή 158,6% του ΑΕΠ). Σύμφωνα με ορισμένους υπολογισμούς γύρω στο 80-85% του δημόσιου χρέους ανήκει στην κατηγορία του «επαχθούς» χρέους.
3. Παρ' όλα αυτά κρίσιμο ζήτημα για μια οικονομία, δεν είναι τόσο το συνολικό ύψος του χρέους όσο οι δαπάνες εξυπηρέτησης του. Η αναφορά του ΔΝΤ ότι ακόμα και με «κούρεμα» κατά 50% του χρέους της χώρας δεν λύνεται το ελληνικό πρόβλημα, ήταν εν μέρει βάσιμη....δεδομένου ότι οι ανάγκες εξυπηρέτησης είναι τόσο μεγάλες και μοιραία θα πέσουμε και πάλι στο δανεισμό. Ειδικότερα με βάση τα στοιχεία του νέου προϋπολογισμού 2011, οι δαπάνες εξυπηρέτησης από 41,4 δις το 2009, εκτιμώνται σε 32,8 δις το 2010 (λόγω καταβολής μικρότερου ποσού χρεολυσίων). Αν όμως προσθέσουμε και τις πληρωμές για το βραχυπρόθεσμο χρέος (από 36,9 δις σε 22,6 δις), οι συνολικές δαπάνες εξυπηρέτησης θα ανέλθουν το 2010 σε 55,4 δις € ή 24% του ΑΕΠ.! Πρόκειται για τεράστια «οικονομική αιμορραγία» η οποία σε βάθος χρόνου δεν αφήνει καμιά ελπίδα ανάρρωσης της ελληνικής οικονομίας. Αν στο πιο πάνω χρέος προσθέσουμε και τις δαπάνες εξυπηρέτησης (από το 2014) του δανείου της «τρόϊκα» (110 δις €), τότε η κατάσταση γίνεται απελπιστική.
4. Ένα άλλο κρίσιμο ζήτημα είναι η σύνθεση του χρέους. Το δημόσιο χρέος δημιουργείται τόσο με απ' ευθείας δανεισμό του δημοσίου από τις αγορές με κρατικά ομόλογα, όσο και με διμερή ή πολυμερή δάνεια, καθώς και ιδιωτικά δάνεια με εγγύηση δημοσίου, κά. Στη βάση αυτή θα πρέπει να δούμε πως αμφισβητείται η νομιμότητα μεγάλου μέρους αυτού του δανεισμού (πχ. ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου που κατέχουν εγχώριοι και ξένοι επενδυτές). Επίσης εκτός από μακροπρόθεσμο δανεισμό (ομόλογα 3-20 έτη) έχουμε και βραχυπρόθεσμο με έντοκα γραμμάτια (γύρω στο 20%).
5. Σε ποιους χρωστάμε. Το 2009 συνολικό δημόσιο χρέος (σε ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου) ανέρχονταν στο ποσό των 295 δις €. Οι έλληνες κάτοικοι είχαν 77 δις (τράπεζες 42 δις, ασφαλιστικά ταμεία 29 δις και 6 δις άλλοι), ενώ οι Μη έλληνες κάτοικοι 218 δις € (τράπεζες 83 δις, ασφαλιστικές εταιρίες 49 δις, ασφαλιστικά ταμεία 47 δις, δημόσιες αρχές 33 δις, άλλοι 6 δις), ενώ υπήρχαν και άλλα 20 δις ήταν μη καταταγμένα δάνεια. Οι Μη έλληνες κάτοικοι στις χώρες της ευρωζώνης είχαν συνολικά 164 δις (τράπεζες 72 δις, ασφαλιστικές εταιρίες 44 δις, ασφαλιστικά ταμεία 33 δις, δημόσιες αρχές 9 δις και άλλοι 6 δις).
6. Υπάρχει ερώτημα ποια από αυτά τα κρατικά ομόλογα μπορούν να χαρακτηριστούν ως «επαχθές χρέος». Χωρίς αμφιβολία το δάνειο της Goldman Sachs 3 δις € που έδωσε ως μίζα ο Σημίτης για εξωραϊσμό του δημόσιου χρέους ώστε να μπούμε στην ΟΝΕ ανήκει σε αυτήν την κατηγορία. Το δάνειο της «τρόϊκας», υψηλό επιτόκιο, αντισυνταγματική έγκριση, ενώ η κυβέρνηση δεν έχει τη νομιμοποίηση (άλλα έλεγε πριν εκλογές και άλλα κάνει). Ο δανεισμός με υψηλά κερδοσκοπικά επιτόκια (spreads) που ξεπερνούν το ύψος των γερμανικών ομολόγων. Δηλαδή όλα τα κρατικά ομόλογα με επιτόκια πάνω από το 3% είναι τοκογλυφικός δανεισμός, για να μην πούμε πάνω από 1% που δανείζει τις τράπεζες η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Δάνεια εξοπλιστικών προγραμμάτων (πχ. για την επισκευή του υποβρυχίου «Παπανικολής», που γέρνει. Δάνεια ΝΠΔΔ και δάνεια ΔΕΚΟ (πχ. η αγορά ηλεκτρονικού υλικού του ΟΤΕ από τη Siemens, το σύστημα C4I, κά). Δανειακές συμβάσεις για δημόσια έργα, κυρίως από το ΠΔΕ (πχ. στην Ελλάδα 1 χιλιόμετρο εθνικής οδού Πάτρας-Αθήνας-Θεσσαλονίκης/ΠΑΘΕ κοστίζει 6 φορές περισσότερο από ένα αντίστοιχο χιλιόμετρο στην Πορτογαλία και Ισπανία.!! Ληξιπρόθεσμα δάνεια κρατικών τραπεζών σε επιχειρήσεις (επισφαλείς απαιτήσεις), καθώς και δάνεια ιδιωτικών τραπεζών προς σε επιχειρήσεις με εγγύηση του ελληνικού δημοσίου. Τέλος οι γερμανικές αποζημιώσεις, αποτελούν ειδική μορφή....επαχθούς χρέους της Γερμανίας προς την Ελλάδα (ξεπερνούν τα 162 δις €).!
7. Η Εθνική Τράπεζα εκτιμά ότι το 2010 τα καθυστερούμενα δάνεια ανέρχονται σε 10% ύψους 26 δις €, ενώ 2011 το ύψος των καθυστερούμενων δανείων θα φθάσει το 12% που αντιστοιχείς σε 31 δις (μιλάει για δάνεια νοικοκυριών αλλά είναι κυρίως επιχειρήσεων). Μέχρι σήμερα έχει πάρει από το δημόσιο γύρω στα 10 δις από τα 28 δις το 2009, επίσης 8,7 δις από τα 25 δις ενίσχυσης ρευστότητας το 2010 και θα πάρει άλλα 4 δις το 2011 από νέο πακέτο ενίσχυσης ρευστότητας. Στην ουσία αυτές οι ενισχύσεις πάνε για στήριξη επισφαλών δανείων και τελικά πολλά θα φορτωθούν στο δημόσιο χρέος. Εδώ χρειάζεται να δούμε που πήγαν και ποιοι πήρα τα δάνεια.!
8. Άρνηση πληρωμής χρέους, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο στη βάση της επίκλησης «κατάστασης ανάγκης» (state of necessity) (1613η συνάντηση ειδικής επιτροπής ΟΗΕ, 17.6.1980), η οικουμενική διακήρυξη για τα δικαιώματα του ανθρώπου, (1948), η διεθνής συνθήκη για τα πολιτικά και δικαιώματα και τα δικαιώματα των πολιτών (1966), Συνθήκη της Βιέννης, κά. Η επίλυση διαφορών γίνεται με πρακτικές Club Παρισιού, Cub Λονδίνου, κά.
9. Διασφαλίσεις δανείων, ελεύθερα και ενυπόθηκα. Πολύ σημαντικό ζήτημα. Ο δανεισμός με κρατικά ομόλογα δεν έχει «διασφαλίσεις» (υποθήκη) δημόσιας περιουσίας, σε αντίθεση με το δάνειο της «τρόϊκας». Η τακτική της ΕΚΤ είναι να μαζεύει ιδιωτικό χρέος και να το μετατρέπει σε διακρατικό (πιο ισχυρή δέσμευση εξόφλησης).!
10. Ανάδειξη των δυσκολιών και παρενεργειών, αλλά και των πλεονεκτημάτων της άρνησης πληρωμής του «επαχθούς χρέους» (ποιοι χάνουν και πιο ωφελούνται, άμεσα και μακροπρόθεσμα).
11. Θεσμοί και μηχανισμοί δημόσιου ελέγχου (εξεταστικές επιτροπές της Βουλής, ειδική επιτροπή της Βουλής, κοινοβουλευτικός έλεγχος, Ελεγκτικό Συνέδριο, ελεγκτικά όργανα τραπεζών, δικαστικό σώμα, κοινωνικοί φορείς, ορκωτοί λογιστές, εφοριακοί, δημοσιογράφοι και «μ.μ.ε.», συνδικάτα, λαϊκές ΜΚΟ, συνεργασία με διεθνείς οργανώσεις και φορείς δημοσίου ελέγχου του χρέους.
12. Κρίσιμο θέμα η κινηματική διάσταση για δημόσιο λογιστικό έλεγχο του χρέους. Η άρνηση πληρωμής του «επαχθούς χρέους» είναι δεν είναι αίτημα σοσιαλιστικό, αλλά λαϊκοδημοκρατικό και ο αγώνας του μπορεί να ανοίξει δρόμους για ριζοσπαστικές αλλαγές. Συντονισμός δράσης με άλλες οργανώσεις σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.
13. Αποσαφήνιση ποιο χαρακτηρίζεται: «άνομο», «παράνομο», «αθέμιτο», «μη δίκαιο» χρέος. Αποδεικτικά στοιχεία για το «πόθεν έσχες» και ενστάσεις μη αποδοχής χρέους σε περίπτωση δόλου, ύπαρξη διαφθοράς, απειλή ή χρήση βίας, τοκογλυφία, πλουτισμός χωρίς δίκαιη αιτία, υπερβολικό κόστος, βλάβη, κατάχρηση δικαιώματος, απάτη, παραχάραξη ντοκουμέντων, υπεξαίρεση δημόσιου χρήματος, εκβιασμός, πλαστογραφία, λόμπυ, κά.
14. Επιχειρήματα σε νομικό, οικονομικό και ηθικό επίπεδο. Εξέταση των συνεπειών σε οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό και διεθνές επίπεδο. Ειδικότερα χρειάζεται να δούμε την «κινδυνολογία» για τις παρενέργειες άρνησης πληρωμής του επαχθούς χρέους, σε λαϊκούς καταθέτες, ασφαλιστικά ταμεία, μισθούς-συντάξεις, κά.
15. Το αίτημα συγκρότησης ειδικής επιτροπής δημόσιου λογιστικού ελέγχου (audit), δεν απευθύνεται στην καλή θέληση της κυβέρνησης, η οποία μπορεί να τη χειριστεί όπως τις «εξεταστικές επιτροπές» της Βουλής και ως ευκαιρία για φλυαρία περί «διαφάνειας», «διαύγειας» κά. Το αίτημα προβάλλεται από το λαϊκό κίνημα και αποσκοπεί στην ανάδειξη της ανάγκης και των προϋποθέσεων γνήσιου δημόσιου λογιστικού ελέγχου του χρέους (πλαίσιο και αξιόπιστα πρόσωπα), για ενεργοποίηση του κόσμου κατά των αντιλαϊκών μέτρων, για αξιοποίηση δυνατοτήτων αποκάλυψης παρανομιών σε βασικούς κρίκους διαχείρισης δημόσιου χρήματος, για κινητοποίηση συνδικάτων και κοινωνικών φορείων, για το άδικο να πληρώσουν οι εργαζόμενοι τα «σπασμένα». Διευκολύνει τέλος τον κοινοβουλευτικό έλεγχο και καλλιεργεί το έδαφος, στην περίπτωση ανάληψης της εξουσίας από μια ριζοσπαστική κυβέρνηση, για την εφαρμογή δημόσιου λογιστικού ελέγχου και την παραγραφή του «επαχθούς χρέους».
(*) Ο Γιάννης Τόλιος είναι διδάκτορας οικονομικών επιστημών
Το παραπάνω κείμενο, αποτελεί σημεία εισήγησης στο «Αριστερό Βήμα Διαλόγου» για το δημόσιο λογιστικό έλεγχο του Χρέους και τον εντοπισμό του «επαχθούς χρέους», που έγινε στην Αθήνα, στις 17.12.10
Αναρτήθηκε από You Pay Your Crisis στις 9:18 μ.μ.
ΠΗΓΗ: Iskra
Του ΓΙΑΝΝΗ ΤΟΛΙΟΥ
1. Ζητήματα ορολογίας του Χρέους: Ο πρώτος που χρησιμοποίησε τον όρο «επαχθές χρέος» (odious dept) ήταν ο ρώσος διεθνολόγος Alexander N. Sack στο Παρίσι το 1927. Προσδιόρισε εκείνο το χρέος που είναι σε βάρος του λαού, για το οποίο δεν ρωτήθηκε ποτέ (χωρίς συναίνεση) και εν πλήρη γνώση των πιστωτών.!! Στην ελληνική γλώσσα χρησιμοποιούνται εναλλακτικοί όροι για να αποδώσουν το χαρακτήρα του. «Επαχθές» χρέος = «δυσβάστακτο» χρέος, «ειδεχθές» = «αποτρόπαιο», «απεχθές» = «επονείδιστο» ή «βλαβερό» χρέος, κά.
2. Ποιο είναι το συνολικό ύψος του δημοσίου χρέους και ποιο είναι «επαχθές» χρέος; Με βάση τα στοιχεία του νέου Προϋπολογισμού του 2011, το χρέος της «κεντρικής κυβέρνησης» από 298,5 δις € το 2009 ( ή 127% του ΑΕΠ), ανέβηκε σε 343 δις € το 2010 (ή 148% ΑΕΠ) και προβλέπεται να σκαρφαλώσει στα 362 δις € το 2011 (ή 158,6% του ΑΕΠ). Σύμφωνα με ορισμένους υπολογισμούς γύρω στο 80-85% του δημόσιου χρέους ανήκει στην κατηγορία του «επαχθούς» χρέους.
3. Παρ' όλα αυτά κρίσιμο ζήτημα για μια οικονομία, δεν είναι τόσο το συνολικό ύψος του χρέους όσο οι δαπάνες εξυπηρέτησης του. Η αναφορά του ΔΝΤ ότι ακόμα και με «κούρεμα» κατά 50% του χρέους της χώρας δεν λύνεται το ελληνικό πρόβλημα, ήταν εν μέρει βάσιμη....δεδομένου ότι οι ανάγκες εξυπηρέτησης είναι τόσο μεγάλες και μοιραία θα πέσουμε και πάλι στο δανεισμό. Ειδικότερα με βάση τα στοιχεία του νέου προϋπολογισμού 2011, οι δαπάνες εξυπηρέτησης από 41,4 δις το 2009, εκτιμώνται σε 32,8 δις το 2010 (λόγω καταβολής μικρότερου ποσού χρεολυσίων). Αν όμως προσθέσουμε και τις πληρωμές για το βραχυπρόθεσμο χρέος (από 36,9 δις σε 22,6 δις), οι συνολικές δαπάνες εξυπηρέτησης θα ανέλθουν το 2010 σε 55,4 δις € ή 24% του ΑΕΠ.! Πρόκειται για τεράστια «οικονομική αιμορραγία» η οποία σε βάθος χρόνου δεν αφήνει καμιά ελπίδα ανάρρωσης της ελληνικής οικονομίας. Αν στο πιο πάνω χρέος προσθέσουμε και τις δαπάνες εξυπηρέτησης (από το 2014) του δανείου της «τρόϊκα» (110 δις €), τότε η κατάσταση γίνεται απελπιστική.
4. Ένα άλλο κρίσιμο ζήτημα είναι η σύνθεση του χρέους. Το δημόσιο χρέος δημιουργείται τόσο με απ' ευθείας δανεισμό του δημοσίου από τις αγορές με κρατικά ομόλογα, όσο και με διμερή ή πολυμερή δάνεια, καθώς και ιδιωτικά δάνεια με εγγύηση δημοσίου, κά. Στη βάση αυτή θα πρέπει να δούμε πως αμφισβητείται η νομιμότητα μεγάλου μέρους αυτού του δανεισμού (πχ. ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου που κατέχουν εγχώριοι και ξένοι επενδυτές). Επίσης εκτός από μακροπρόθεσμο δανεισμό (ομόλογα 3-20 έτη) έχουμε και βραχυπρόθεσμο με έντοκα γραμμάτια (γύρω στο 20%).
5. Σε ποιους χρωστάμε. Το 2009 συνολικό δημόσιο χρέος (σε ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου) ανέρχονταν στο ποσό των 295 δις €. Οι έλληνες κάτοικοι είχαν 77 δις (τράπεζες 42 δις, ασφαλιστικά ταμεία 29 δις και 6 δις άλλοι), ενώ οι Μη έλληνες κάτοικοι 218 δις € (τράπεζες 83 δις, ασφαλιστικές εταιρίες 49 δις, ασφαλιστικά ταμεία 47 δις, δημόσιες αρχές 33 δις, άλλοι 6 δις), ενώ υπήρχαν και άλλα 20 δις ήταν μη καταταγμένα δάνεια. Οι Μη έλληνες κάτοικοι στις χώρες της ευρωζώνης είχαν συνολικά 164 δις (τράπεζες 72 δις, ασφαλιστικές εταιρίες 44 δις, ασφαλιστικά ταμεία 33 δις, δημόσιες αρχές 9 δις και άλλοι 6 δις).
6. Υπάρχει ερώτημα ποια από αυτά τα κρατικά ομόλογα μπορούν να χαρακτηριστούν ως «επαχθές χρέος». Χωρίς αμφιβολία το δάνειο της Goldman Sachs 3 δις € που έδωσε ως μίζα ο Σημίτης για εξωραϊσμό του δημόσιου χρέους ώστε να μπούμε στην ΟΝΕ ανήκει σε αυτήν την κατηγορία. Το δάνειο της «τρόϊκας», υψηλό επιτόκιο, αντισυνταγματική έγκριση, ενώ η κυβέρνηση δεν έχει τη νομιμοποίηση (άλλα έλεγε πριν εκλογές και άλλα κάνει). Ο δανεισμός με υψηλά κερδοσκοπικά επιτόκια (spreads) που ξεπερνούν το ύψος των γερμανικών ομολόγων. Δηλαδή όλα τα κρατικά ομόλογα με επιτόκια πάνω από το 3% είναι τοκογλυφικός δανεισμός, για να μην πούμε πάνω από 1% που δανείζει τις τράπεζες η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Δάνεια εξοπλιστικών προγραμμάτων (πχ. για την επισκευή του υποβρυχίου «Παπανικολής», που γέρνει. Δάνεια ΝΠΔΔ και δάνεια ΔΕΚΟ (πχ. η αγορά ηλεκτρονικού υλικού του ΟΤΕ από τη Siemens, το σύστημα C4I, κά). Δανειακές συμβάσεις για δημόσια έργα, κυρίως από το ΠΔΕ (πχ. στην Ελλάδα 1 χιλιόμετρο εθνικής οδού Πάτρας-Αθήνας-Θεσσαλονίκης/ΠΑΘΕ κοστίζει 6 φορές περισσότερο από ένα αντίστοιχο χιλιόμετρο στην Πορτογαλία και Ισπανία.!! Ληξιπρόθεσμα δάνεια κρατικών τραπεζών σε επιχειρήσεις (επισφαλείς απαιτήσεις), καθώς και δάνεια ιδιωτικών τραπεζών προς σε επιχειρήσεις με εγγύηση του ελληνικού δημοσίου. Τέλος οι γερμανικές αποζημιώσεις, αποτελούν ειδική μορφή....επαχθούς χρέους της Γερμανίας προς την Ελλάδα (ξεπερνούν τα 162 δις €).!
7. Η Εθνική Τράπεζα εκτιμά ότι το 2010 τα καθυστερούμενα δάνεια ανέρχονται σε 10% ύψους 26 δις €, ενώ 2011 το ύψος των καθυστερούμενων δανείων θα φθάσει το 12% που αντιστοιχείς σε 31 δις (μιλάει για δάνεια νοικοκυριών αλλά είναι κυρίως επιχειρήσεων). Μέχρι σήμερα έχει πάρει από το δημόσιο γύρω στα 10 δις από τα 28 δις το 2009, επίσης 8,7 δις από τα 25 δις ενίσχυσης ρευστότητας το 2010 και θα πάρει άλλα 4 δις το 2011 από νέο πακέτο ενίσχυσης ρευστότητας. Στην ουσία αυτές οι ενισχύσεις πάνε για στήριξη επισφαλών δανείων και τελικά πολλά θα φορτωθούν στο δημόσιο χρέος. Εδώ χρειάζεται να δούμε που πήγαν και ποιοι πήρα τα δάνεια.!
8. Άρνηση πληρωμής χρέους, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο στη βάση της επίκλησης «κατάστασης ανάγκης» (state of necessity) (1613η συνάντηση ειδικής επιτροπής ΟΗΕ, 17.6.1980), η οικουμενική διακήρυξη για τα δικαιώματα του ανθρώπου, (1948), η διεθνής συνθήκη για τα πολιτικά και δικαιώματα και τα δικαιώματα των πολιτών (1966), Συνθήκη της Βιέννης, κά. Η επίλυση διαφορών γίνεται με πρακτικές Club Παρισιού, Cub Λονδίνου, κά.
9. Διασφαλίσεις δανείων, ελεύθερα και ενυπόθηκα. Πολύ σημαντικό ζήτημα. Ο δανεισμός με κρατικά ομόλογα δεν έχει «διασφαλίσεις» (υποθήκη) δημόσιας περιουσίας, σε αντίθεση με το δάνειο της «τρόϊκας». Η τακτική της ΕΚΤ είναι να μαζεύει ιδιωτικό χρέος και να το μετατρέπει σε διακρατικό (πιο ισχυρή δέσμευση εξόφλησης).!
10. Ανάδειξη των δυσκολιών και παρενεργειών, αλλά και των πλεονεκτημάτων της άρνησης πληρωμής του «επαχθούς χρέους» (ποιοι χάνουν και πιο ωφελούνται, άμεσα και μακροπρόθεσμα).
11. Θεσμοί και μηχανισμοί δημόσιου ελέγχου (εξεταστικές επιτροπές της Βουλής, ειδική επιτροπή της Βουλής, κοινοβουλευτικός έλεγχος, Ελεγκτικό Συνέδριο, ελεγκτικά όργανα τραπεζών, δικαστικό σώμα, κοινωνικοί φορείς, ορκωτοί λογιστές, εφοριακοί, δημοσιογράφοι και «μ.μ.ε.», συνδικάτα, λαϊκές ΜΚΟ, συνεργασία με διεθνείς οργανώσεις και φορείς δημοσίου ελέγχου του χρέους.
12. Κρίσιμο θέμα η κινηματική διάσταση για δημόσιο λογιστικό έλεγχο του χρέους. Η άρνηση πληρωμής του «επαχθούς χρέους» είναι δεν είναι αίτημα σοσιαλιστικό, αλλά λαϊκοδημοκρατικό και ο αγώνας του μπορεί να ανοίξει δρόμους για ριζοσπαστικές αλλαγές. Συντονισμός δράσης με άλλες οργανώσεις σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.
13. Αποσαφήνιση ποιο χαρακτηρίζεται: «άνομο», «παράνομο», «αθέμιτο», «μη δίκαιο» χρέος. Αποδεικτικά στοιχεία για το «πόθεν έσχες» και ενστάσεις μη αποδοχής χρέους σε περίπτωση δόλου, ύπαρξη διαφθοράς, απειλή ή χρήση βίας, τοκογλυφία, πλουτισμός χωρίς δίκαιη αιτία, υπερβολικό κόστος, βλάβη, κατάχρηση δικαιώματος, απάτη, παραχάραξη ντοκουμέντων, υπεξαίρεση δημόσιου χρήματος, εκβιασμός, πλαστογραφία, λόμπυ, κά.
14. Επιχειρήματα σε νομικό, οικονομικό και ηθικό επίπεδο. Εξέταση των συνεπειών σε οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό και διεθνές επίπεδο. Ειδικότερα χρειάζεται να δούμε την «κινδυνολογία» για τις παρενέργειες άρνησης πληρωμής του επαχθούς χρέους, σε λαϊκούς καταθέτες, ασφαλιστικά ταμεία, μισθούς-συντάξεις, κά.
15. Το αίτημα συγκρότησης ειδικής επιτροπής δημόσιου λογιστικού ελέγχου (audit), δεν απευθύνεται στην καλή θέληση της κυβέρνησης, η οποία μπορεί να τη χειριστεί όπως τις «εξεταστικές επιτροπές» της Βουλής και ως ευκαιρία για φλυαρία περί «διαφάνειας», «διαύγειας» κά. Το αίτημα προβάλλεται από το λαϊκό κίνημα και αποσκοπεί στην ανάδειξη της ανάγκης και των προϋποθέσεων γνήσιου δημόσιου λογιστικού ελέγχου του χρέους (πλαίσιο και αξιόπιστα πρόσωπα), για ενεργοποίηση του κόσμου κατά των αντιλαϊκών μέτρων, για αξιοποίηση δυνατοτήτων αποκάλυψης παρανομιών σε βασικούς κρίκους διαχείρισης δημόσιου χρήματος, για κινητοποίηση συνδικάτων και κοινωνικών φορείων, για το άδικο να πληρώσουν οι εργαζόμενοι τα «σπασμένα». Διευκολύνει τέλος τον κοινοβουλευτικό έλεγχο και καλλιεργεί το έδαφος, στην περίπτωση ανάληψης της εξουσίας από μια ριζοσπαστική κυβέρνηση, για την εφαρμογή δημόσιου λογιστικού ελέγχου και την παραγραφή του «επαχθούς χρέους».
(*) Ο Γιάννης Τόλιος είναι διδάκτορας οικονομικών επιστημών
Το παραπάνω κείμενο, αποτελεί σημεία εισήγησης στο «Αριστερό Βήμα Διαλόγου» για το δημόσιο λογιστικό έλεγχο του Χρέους και τον εντοπισμό του «επαχθούς χρέους», που έγινε στην Αθήνα, στις 17.12.10
Αναρτήθηκε από You Pay Your Crisis στις 9:18 μ.μ.
Τρίτη 21 Δεκεμβρίου 2010
Το ευρώ, η δραχμή και η απάτη , Του Σταύρου Χριστακόπουλου
Τρίτη, 21 Δεκεμβρίου 2010
Το ευρώ, η δραχμή και η απάτη
ΠΗΓΗ: Το Ποντίκι
Του Σταύρου Χριστακόπουλου
Η είδηση, όπως τη διαβάσατε στην ιστοσελίδα μας χθες, είναι ότι κορυφαίο στέλεχος της Pimco, της μεγαλύτερης εταιρείας επενδύσεων σε ομόλογα, είπε σε συνέντευξή του στην ηλεκτρονική έκδοση της γερμανικής εφημερίδας Die Welt: «Η Ελλάδα, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία δεν θα μπορέσουν να ορθοποδήσουν χωρίς την έξοδό τους από την Ευρωζώνη ή χωρίς μεγάλες μεταβιβάσεις κεφαλαίων».
Τι είπε δηλαδή αυτό το παλληκάρι; Ότι ο κίνδυνος χρεοκοπίας για την Ελλάδα, την Ιρλανδία και την Πορτογαλία θα αυξάνεται όσο οι αγορές δεν πιστεύουν πως τέτοιες χώρες μπορούν να αποπληρώνουν τα χρέη τους. Συμπλήρωσε δε ότι «η πολιτική δεν πρέπει να κλείνει τα μάτια της στον κίνδυνο χρεοκοπίαςμέσα στην Ε.Ε.» και ότι το 2013, όταν δηλαδή θα ισχύσει ο μόνιμος ευρωπαϊκός μηχανισμός χρεοκοπιών, είναι πολύ μακριά.
Και συνεχίζει ο εκπρόσωπος της Pimco; «Η Ελλάδα, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία θα μπορούν με το δικό τους νόμισμα να πουλάνε περισσότερο στο εξωτερικό και μέσω των εξαγωγών να επιτύχουν την αναγκαία ανάπτυξη». Έτσι θα μειώσουν το χρέος τους και θα μπορούν να επιστρέψουν στην Ευρωζώνη.
Πολλούς μήνες τώρα, αφότου η κυβέρνησή μας έβγαλε την ντουντούκα και διαλάλησε παγκοσμίως ότι χρεοκοπούμε, έχουν αρχίσει τα σενάρια περί επίσημης ελληνικής πτώχευσης και εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ ή χρήσης διπλού νομίσματος ή διάσπασης του ευρώ σε «σκληρό» και «μαλακό» και πάει λέγοντας.
Πέρα όμως από το ερώτημα για το νόμισμα, που κυριαρχεί ως περισσότερο... «πιασάρικο», το κεντρικόζητούμενο δεν αφορά το νόμισμα, αλλά την τύχη της Ελλάδας την επόμενη περίοδο.
Ήδη χθες ο πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου, μιλώντας στην άτυπη συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου, είπε ότι στην πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης συζήτησε το ενδεχόμενοπαράτασης του χρόνου αποπληρωμής του δανείου των 110 δισ. ευρώ και διαπίστωσε ότι «όλοι είναι θετικοί». Ας μην «πνιγούμε» όμως ακόμη στο πέλαγος της ευτυχίας. Λίγο παρακάτω θα δούμε γιατί...
Η κατάρρευση μιας πολιτικής απάτης
Όταν η Ελλάδα προσέφυγε στον μηχανισμό «στήριξης» (Κομισιόν, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, Διεθνές Νομισματικό Ταμείο), η αιτιολογία ήταν πως αυτή η προσφυγή αποτελούσε «μονόδρομο» για τη«διάσωση» της χώρας και την αποφυγή της πτώχευσης – ώστε, αφού... δεν θα πτωχεύσουμε, να πληρώνονται οι μισθοί και οι συντάξεις.
Από τότε κύλησε πολύ νερό. Οι μισθοί και οι συντάξεις περικόπτονται συνεχώς με προοπτική...εξαφάνισης, το ασφαλιστικό διαλύεται, κάθε έννοια κοινωνικού κράτους πετάγεται στα σκουπίδια και η δημόσια περιουσία παίρνει τον δρόμο της εκποίησης έναντι ευτελούς τιμήματος. Η χώρα, παρ’ όλα αυτά, όχι μόνο δεν σώθηκε, αλλά βαδίζει προς την καταστροφή της πτώχευσης.
Επειδή όμως κάποιοι θα θεωρήσουν ότι ίσως... υπερβάλλουμε, δεν θα προσφύγουμε σε σενάρια καταστροφής. Είναι πολύ προτιμότερο, για την οικονομία της επιχειρηματολογίας μας, να προστρέξουμε στο χθεσινό κείμενο ενός κατ’ εξοχήν «συστημικού» δημοσιογράφου, ο οποίος – προ της αμείλικτης πραγματικότητας –, παρότι επιστρατεύει όλα τα προσχήματα της «πολιτικής ορθότητας, δεν μπορεί να αποφύγει αυτό που πράγματι συμβαίνει. Ο λόγος λοιπόν στον Γιάννη Πρετεντέρη και στο σημείωμά τουστα χθεσινά «Νέα»:
«(...) η Ευρωπαϊκή Ένωση μας έραψε ήδη το νέο κοστούμι. Ο ευρωπαϊκός μηχανισμός στήριξης θα λειτουργεί από τον Ιούνιο 2013 – υπενθυμίζω ότι ακριβώς τον προηγούμενο μήνα θα ολοκληρώνεται τοΜνημόνιο... Καλώς τα παιδιά! Κάτι που σημαίνει ότι η Γερμανία και οι ομόφρονές της χώρες πέτυχαν να επιβάλουν στην Ένωση κάτι που (σε πολλούς) φαινόταν εξ αρχής αναπόφευκτο: ο ευρωπαϊκός μηχανισμός στήριξης θα ενεργοποιείται (κατά περίπτωση) παράλληλα με μια διαδικασία «ελεγχόμενης πτώχευσης»της χώρας που ζητάει τη στήριξη – αν, φυσικά, αντιμετωπίζει πρόβλημα χρέους.
Αυτό που έως τον περασμένο Μάιο φαινόταν αφύσικο καθίσταται τώρα ενδεχόμενο: υπό προϋποθέσεις, ακόμη και μια χώρα του ευρώ μπορεί να υποστεί αναδιάρθρωση του χρέους της. Δεν λέω ότι θα συμβεί σώνει και καλά στην Ελλάδα, αλλά, αν με ρωτούσαν ποιος είναι ο πιθανότερος υποψήφιος για το κούρεμα, μάλλον θα κοιταζόμουν στον καθρέφτη. Τι σημαίνει αυτό για τα πολιτικά μας; Δύο πράγματα.
● Πρώτον, ότι το δίλημμα Μνημόνιο ή χρεοκοπία αποδυναμώνεται σημαντικά αφού μπορεί να συμβούν και τα δύο ή, έστω, το ένα να μην αποτρέψει το άλλο.
● Δεύτερον, ότι τα περιθώρια της κυβέρνησης απέναντι στο Μνημόνιο περιορίζονται ασφυκτικά».
Χρειάζεται επεξήγηση το παραπάνω απόσπασμα; Προφανώς όχι...
Μηχανισμός χρεοκοπίας το ευρώ
Καθώς λοιπόν όλοι καταλαβαίνουν ότι η κρίσιμη ώρα πλησιάζει, κάποιοι επιλέγουν να παίζουν με όρουςφθηνού εμπορίου το θέμα του ευρώ και της δραχμής, το οποίο διαχρονικά είναι ό,τι πιο «πιασάρικο»στον τομέα της υποτιθέμενης «ενημέρωσης».
Από την αρχή της ελληνικής κρίσης οι αναλυτές και οι υπεύθυνοι εταιρειών και οργανισμών εκτός Ελλάδας συζητούν για το νομισματικό ζήτημα της χώρας μας έχοντας, στην πλειονότητά τους αποφανθεί ότι θα ήτανπροτιμότερο η Ελλάδα να είχε δραχμή και όχι ευρώ. Παράλληλα είναι πλέον κοινό συμπέρασμα ότι το ευρώ έχει εξελιχθεί σε «μηχανισμό χρεοκοπίας» των μελών της Ευρωζώνης.
Δεν χρειάζονται ηχηρά επιχειρήματα για την αποτυχία του ευρώ. Αρκεί η πραγματικότητα:
● Ήδη βρίσκονται σε κατάσταση χρεοκοπίας – αδυνατώντας να δανειστούν ελεύθερα από τις αγορές και να αναχρηματοδοτήσουν τα ανεξέλεγκτα χρέη τους με βιώσιμα επιτόκια – η Ελλάδα και η Ιρλανδία. Οι δύο αυτές χώρες έχουν ήδη καταφύγει σε μηχανισμούς «στήριξης».
● Ήδη η Ισπανία και η Πορτογαλία βλέπουν ότι βρίσκονται ένα βήμα πριν από τη δική τους χρεοκοπία.
● Σύμφωνα με τα καθημερινά ραπόρτα, σε επισφαλή θέση βρίσκονται η Ιταλία, το Βέλγιο και η Γαλλία, οι οποίες θεωρούνται οι επόμενοι στόχοι των «αγορών», που διαρκώς πιέζουν για όλο και υψηλότερα επιτόκια δανεισμού.
Δυο ερωτήματα
Η συνεχώς διατυπούμενη απειλή περί χτυπήματος της «κερδοσκοπίας» στην καρδιά του ευρώ, αλλά και ο συνεχής εκβιασμός εκ μέρους των αγορών έχει οδηγήσει τη Γερμανία – αλλά και τη σύνοδο κορυφής της Ε.Ε. την περασμένη εβδομάδα – στην υιοθέτηση του μηχανισμού ελεγχόμενων πτωχεύσεων των υπερχρεωμένων χωρών. Κι εδώ αρχίζουν τα ερωτήματα:
1. Ησύχασαν οι «αγορές»; Προφανώς όχι, ακριβώς επειδή ο ευρωπαϊκός αυτός μηχανισμός προβλέπει ότι οι ιδιώτες θα χάνουν στις αναδιαρθρώσεις των χωρών. Τι θα προτιμούσαν; Τη δημιουργία τουευρωομολόγου, κάτι που θα σήμαινε ότι οι οικονομικά ισχυρές και αξιόχρεες χώρες θα δανείζονταν – άρα θα προσέφεραν εγγυήσεις αποπληρωμής – μαζί με τις χρεοκοπημένες και κατ’ ουσίαν για λογαριασμό τους.
Αυτή είναι η ιδανική εγγύηση για τους κερδοσκόπους, οι οποίοι – εν αντιθέσει με την επιχειρηματολογία των αγορών, του ΔΝΤ, του Γ. Παπανδρέου και των υπολοίπων θιασωτών αυτής της ιδέας – θα είχαν κάθε κίνητρο να πιέζουν για συνεχή αύξηση των επιτοκίων δανεισμού ολόκληρης της Ευρωζώνης, μέχρι την...κατάρρευση της Ευρωζώνης και του ίδιου του ευρώ.
2. Μήπως με την ευρωπαϊκή απόφαση σώθηκε το ευρώ; Προφανώς όχι, διότι το μόνο που διασφαλίζει το γερμανικό σχέδιο – αν τελικά εφαρμοστεί – θα είναι ότι οι χώρες θα πτωχεύουν ελεγχόμενα, άρα οι ζημιές των δανειστών θα ελαχιστοποιούνται και οι χώρες αυτές θα παγιδεύονται σε έναν κύκλο εσαεί χρεοκοπίας, αδύναμες να απαλλαγούν από τα χρέη τους.
Επομένως πάλι οι αγορές θα έχουν κάθε κίνητρο να κρατούν ομήρους τις χώρες αυτές όχι μόνον διασφαλίζοντας ότι θα τις απομυζούν, αλλά έχοντας στη διάθεσή τους ακόμη και τα περιουσιακά στοιχεία των θυμάτων τους.
Τα τεχνικά ερωτήματα είναι πολλά, αλλά καλό είναι να μην χάσουμε τον στόχο αυτού του σημειώματος. Ως εκ τούτου μένουμε σε αυτά τα δύο – απλώς ενδεικτικά του αδιεξόδου της Ευρωζώνης...
Πρώτα η Ελλάδα!
Το παλαιό σημιτικό σύνθημα «Πρώτα η Ελλάδα», το οποίο συνόδευσε την είσοδο της χώρας μας στο ευρώ, έρχεται τώρα να βρει το πλήρες νόημά του στο χείλος του γκρεμού: Ήδη η Ελλάδα θεωρείται από ολόκληρο τον πλανήτη πως βρίσκεται πολύ λίγο πριν από την κήρυξη επίσημης πτώχευσης, η οποία σημαίνει:
● χρονική αναδιάρθρωση (επιμήκυνση) όχι μόνο των δανείων του μηχανισμού «στήριξης», αλλά του συνόλου του χρέους της,
● ελάχιστο «κούρεμα» των συνολικών οφειλών της,
● ανταλλαγή επισφαλών ομολόγων με νέα, τα οποία θα περιλαμβάνουν ως εμπράγματες ασφάλειες το σύνολο της εθνικής περιουσίας – εκ των πραγμάτων της δημόσιας, αλλά και της ιδιωτικής – κ.λπ.
Κι αυτό ανεξάρτητα από το αν και πότε θα λειτουργήσει ο ευρωπαϊκός μηχανισμός ελεγχόμενων πτωχεύσεων, αφού όλοι γνωρίζουν, υπαινίσσονται και συνυπολογίζουν ότι η Ελλάδα βρίσκεται υπό το «ειδικό καθεστώς» της δανειακής σύμβασης των 110 δισ. ευρώ και του Μνημονίου που τη συνοδεύει.
«Ευρώ ή δραχμή;»: το ψευδοδίλημμα
Η συζήτηση για το αν η Ελλάδα θα βγει ή όχι από το ευρώ δεν γίνεται εν κενώ, αλλά υπό το φως της επαπειλούμενης επίσημης πτώχευσης, η οποία θα ενεργοποιήσει αυτομάτως όλες τις επαχθείς «πρόνοιες» της χειρότερης δανειακής σύμβασης που έχει ποτέ υπογράψει χώρα. Επειδή τα δεδομένα αυτής της συζήτησης είναι απειράριθμα, ας μείνουμε επιγραμματικά στα σημαντικότερα.
1. Κατ’ αρχάς η συζήτηση αυτή είναι παραπλανητική. Το ζήτημα δεν είναι πρώτα ή κυρίως το αν θα βρισκόμαστε αύριο μέσα ή έξω από το ευρώ. Ούτε αν θα επιστρέψουμε στη δραχμή ή θα έχουμε «διπλό νόμισμα» ή θα επιλεγεί – προφανώς όχι μόνον για εμάς – το «διπλό ευρώ».
2. Το κυρίως πρόβλημα είναι υπό ποιο καθεστώς θα βρεθούμε είτε εντός είτε εκτός του ευρώ.
● Αν η Ελλάδα συνεχίσει να κουβαλάει στις αδύναμες πλάτες της ένα χρέος αδύνατον όχι μόνο να αποπληρωθεί, αλλά έστω και στοιχειωδώς να εξυπηρετηθεί με βιώσιμους όρους, τότε με οποιοδήποτενόμισμα η χώρα θα καταστραφεί ολοσχερώς και θα κατασχεθεί από τους πιστωτές της σε όλα τα επίπεδα – ακόμη και σε αυτό της ιδιωτικής περιουσίας.
● Αν, αντιθέτως, αποφάσιζε ότι πρέπει να απαλλαγεί από το χρέος της ή, έστω, το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του, τότε αυτομάτως θα ετίθετο εκτός ευρώ.
● Αν βρεθεί υπό καθεστώς ελεγχόμενης (από τους πιστωτές) πτώχευσης, τότε δεν θα μπορεί να αποφασίσει ούτε για το νόμισμά της, αλλά ούτε καν για το αν θα συνεχίσει να... υπάρχει ως χώρα. Η ελεγχόμενη πτώχευση έχει σενάριο και παραμονής στο ευρώ και εξόδου απ’ αυτό, αλλά προφανώς πρόκειται για «δευτερεύον» ζήτημα, επί του οποίου άλλοι θα αποφανθούν.
● Αν η μείωση του χρέους της σε καθεστώς πτώχευσης (ελεγχόμενης ή μη) είναι αμελητέα, τότε το νομισματικό ζήτημα παραμένει δευτερεύον, αφού η σημασία του υποσκελίζεται από το μέγεθος του ήδη ανεξέλεγκτου χρέους.
● Αν η μείωση του χρέους προσεγγίζει επίπεδα βιωσιμότητας ως προς την εξυπηρέτησή του – με παράλληλη βιωσιμότητα της κοινωνίας, αλλά και με δυνατότητες άσκησης εθνικής κυριαρχίας στη διαχείριση της οικονομίας – τότε ο νομισματικός παράγων αποκτά κορυφαία σημασία και η έξοδος από το ευρώ γίνεται όρος επιβίωσης της χώρας.
Συνεπώς η συζήτηση για την παραμονή στο ευρώ ή την έξοδο από αυτό ή όποιο άλλο «ενδιάμεσο» σενάριο δεν είναι το πραγματικό δίλημμα της Ελλάδας. Το πραγματικό ερώτημα – και δίλημμα – είναι τι θα κάνουμε με το χρέος. Κι εδώ οι απαντήσεις δεν είναι πολλές. Στην πραγματικότητα υπάρχουν μόνο δύο (με επιμέρους αποχρώσεις): Ή το πληρώνεις ή δεν το πληρώνεις. Από την απάντηση σε αυτό θα κριθεί η τύχη της.
Αναρτήθηκε από You Pay Your Crisis στις 10:18 μ.μ.
Ετικέτες ΑΡΘΡΑ / Χριστακόπουλος Στ. (Ποντίκι)
Το ευρώ, η δραχμή και η απάτη
ΠΗΓΗ: Το Ποντίκι
Του Σταύρου Χριστακόπουλου
Η είδηση, όπως τη διαβάσατε στην ιστοσελίδα μας χθες, είναι ότι κορυφαίο στέλεχος της Pimco, της μεγαλύτερης εταιρείας επενδύσεων σε ομόλογα, είπε σε συνέντευξή του στην ηλεκτρονική έκδοση της γερμανικής εφημερίδας Die Welt: «Η Ελλάδα, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία δεν θα μπορέσουν να ορθοποδήσουν χωρίς την έξοδό τους από την Ευρωζώνη ή χωρίς μεγάλες μεταβιβάσεις κεφαλαίων».
Τι είπε δηλαδή αυτό το παλληκάρι; Ότι ο κίνδυνος χρεοκοπίας για την Ελλάδα, την Ιρλανδία και την Πορτογαλία θα αυξάνεται όσο οι αγορές δεν πιστεύουν πως τέτοιες χώρες μπορούν να αποπληρώνουν τα χρέη τους. Συμπλήρωσε δε ότι «η πολιτική δεν πρέπει να κλείνει τα μάτια της στον κίνδυνο χρεοκοπίαςμέσα στην Ε.Ε.» και ότι το 2013, όταν δηλαδή θα ισχύσει ο μόνιμος ευρωπαϊκός μηχανισμός χρεοκοπιών, είναι πολύ μακριά.
Και συνεχίζει ο εκπρόσωπος της Pimco; «Η Ελλάδα, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία θα μπορούν με το δικό τους νόμισμα να πουλάνε περισσότερο στο εξωτερικό και μέσω των εξαγωγών να επιτύχουν την αναγκαία ανάπτυξη». Έτσι θα μειώσουν το χρέος τους και θα μπορούν να επιστρέψουν στην Ευρωζώνη.
Πολλούς μήνες τώρα, αφότου η κυβέρνησή μας έβγαλε την ντουντούκα και διαλάλησε παγκοσμίως ότι χρεοκοπούμε, έχουν αρχίσει τα σενάρια περί επίσημης ελληνικής πτώχευσης και εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ ή χρήσης διπλού νομίσματος ή διάσπασης του ευρώ σε «σκληρό» και «μαλακό» και πάει λέγοντας.
Πέρα όμως από το ερώτημα για το νόμισμα, που κυριαρχεί ως περισσότερο... «πιασάρικο», το κεντρικόζητούμενο δεν αφορά το νόμισμα, αλλά την τύχη της Ελλάδας την επόμενη περίοδο.
Ήδη χθες ο πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου, μιλώντας στην άτυπη συνεδρίαση του Υπουργικού Συμβουλίου, είπε ότι στην πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης συζήτησε το ενδεχόμενοπαράτασης του χρόνου αποπληρωμής του δανείου των 110 δισ. ευρώ και διαπίστωσε ότι «όλοι είναι θετικοί». Ας μην «πνιγούμε» όμως ακόμη στο πέλαγος της ευτυχίας. Λίγο παρακάτω θα δούμε γιατί...
Η κατάρρευση μιας πολιτικής απάτης
Όταν η Ελλάδα προσέφυγε στον μηχανισμό «στήριξης» (Κομισιόν, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, Διεθνές Νομισματικό Ταμείο), η αιτιολογία ήταν πως αυτή η προσφυγή αποτελούσε «μονόδρομο» για τη«διάσωση» της χώρας και την αποφυγή της πτώχευσης – ώστε, αφού... δεν θα πτωχεύσουμε, να πληρώνονται οι μισθοί και οι συντάξεις.
Από τότε κύλησε πολύ νερό. Οι μισθοί και οι συντάξεις περικόπτονται συνεχώς με προοπτική...εξαφάνισης, το ασφαλιστικό διαλύεται, κάθε έννοια κοινωνικού κράτους πετάγεται στα σκουπίδια και η δημόσια περιουσία παίρνει τον δρόμο της εκποίησης έναντι ευτελούς τιμήματος. Η χώρα, παρ’ όλα αυτά, όχι μόνο δεν σώθηκε, αλλά βαδίζει προς την καταστροφή της πτώχευσης.
Επειδή όμως κάποιοι θα θεωρήσουν ότι ίσως... υπερβάλλουμε, δεν θα προσφύγουμε σε σενάρια καταστροφής. Είναι πολύ προτιμότερο, για την οικονομία της επιχειρηματολογίας μας, να προστρέξουμε στο χθεσινό κείμενο ενός κατ’ εξοχήν «συστημικού» δημοσιογράφου, ο οποίος – προ της αμείλικτης πραγματικότητας –, παρότι επιστρατεύει όλα τα προσχήματα της «πολιτικής ορθότητας, δεν μπορεί να αποφύγει αυτό που πράγματι συμβαίνει. Ο λόγος λοιπόν στον Γιάννη Πρετεντέρη και στο σημείωμά τουστα χθεσινά «Νέα»:
«(...) η Ευρωπαϊκή Ένωση μας έραψε ήδη το νέο κοστούμι. Ο ευρωπαϊκός μηχανισμός στήριξης θα λειτουργεί από τον Ιούνιο 2013 – υπενθυμίζω ότι ακριβώς τον προηγούμενο μήνα θα ολοκληρώνεται τοΜνημόνιο... Καλώς τα παιδιά! Κάτι που σημαίνει ότι η Γερμανία και οι ομόφρονές της χώρες πέτυχαν να επιβάλουν στην Ένωση κάτι που (σε πολλούς) φαινόταν εξ αρχής αναπόφευκτο: ο ευρωπαϊκός μηχανισμός στήριξης θα ενεργοποιείται (κατά περίπτωση) παράλληλα με μια διαδικασία «ελεγχόμενης πτώχευσης»της χώρας που ζητάει τη στήριξη – αν, φυσικά, αντιμετωπίζει πρόβλημα χρέους.
Αυτό που έως τον περασμένο Μάιο φαινόταν αφύσικο καθίσταται τώρα ενδεχόμενο: υπό προϋποθέσεις, ακόμη και μια χώρα του ευρώ μπορεί να υποστεί αναδιάρθρωση του χρέους της. Δεν λέω ότι θα συμβεί σώνει και καλά στην Ελλάδα, αλλά, αν με ρωτούσαν ποιος είναι ο πιθανότερος υποψήφιος για το κούρεμα, μάλλον θα κοιταζόμουν στον καθρέφτη. Τι σημαίνει αυτό για τα πολιτικά μας; Δύο πράγματα.
● Πρώτον, ότι το δίλημμα Μνημόνιο ή χρεοκοπία αποδυναμώνεται σημαντικά αφού μπορεί να συμβούν και τα δύο ή, έστω, το ένα να μην αποτρέψει το άλλο.
● Δεύτερον, ότι τα περιθώρια της κυβέρνησης απέναντι στο Μνημόνιο περιορίζονται ασφυκτικά».
Χρειάζεται επεξήγηση το παραπάνω απόσπασμα; Προφανώς όχι...
Μηχανισμός χρεοκοπίας το ευρώ
Καθώς λοιπόν όλοι καταλαβαίνουν ότι η κρίσιμη ώρα πλησιάζει, κάποιοι επιλέγουν να παίζουν με όρουςφθηνού εμπορίου το θέμα του ευρώ και της δραχμής, το οποίο διαχρονικά είναι ό,τι πιο «πιασάρικο»στον τομέα της υποτιθέμενης «ενημέρωσης».
Από την αρχή της ελληνικής κρίσης οι αναλυτές και οι υπεύθυνοι εταιρειών και οργανισμών εκτός Ελλάδας συζητούν για το νομισματικό ζήτημα της χώρας μας έχοντας, στην πλειονότητά τους αποφανθεί ότι θα ήτανπροτιμότερο η Ελλάδα να είχε δραχμή και όχι ευρώ. Παράλληλα είναι πλέον κοινό συμπέρασμα ότι το ευρώ έχει εξελιχθεί σε «μηχανισμό χρεοκοπίας» των μελών της Ευρωζώνης.
Δεν χρειάζονται ηχηρά επιχειρήματα για την αποτυχία του ευρώ. Αρκεί η πραγματικότητα:
● Ήδη βρίσκονται σε κατάσταση χρεοκοπίας – αδυνατώντας να δανειστούν ελεύθερα από τις αγορές και να αναχρηματοδοτήσουν τα ανεξέλεγκτα χρέη τους με βιώσιμα επιτόκια – η Ελλάδα και η Ιρλανδία. Οι δύο αυτές χώρες έχουν ήδη καταφύγει σε μηχανισμούς «στήριξης».
● Ήδη η Ισπανία και η Πορτογαλία βλέπουν ότι βρίσκονται ένα βήμα πριν από τη δική τους χρεοκοπία.
● Σύμφωνα με τα καθημερινά ραπόρτα, σε επισφαλή θέση βρίσκονται η Ιταλία, το Βέλγιο και η Γαλλία, οι οποίες θεωρούνται οι επόμενοι στόχοι των «αγορών», που διαρκώς πιέζουν για όλο και υψηλότερα επιτόκια δανεισμού.
Δυο ερωτήματα
Η συνεχώς διατυπούμενη απειλή περί χτυπήματος της «κερδοσκοπίας» στην καρδιά του ευρώ, αλλά και ο συνεχής εκβιασμός εκ μέρους των αγορών έχει οδηγήσει τη Γερμανία – αλλά και τη σύνοδο κορυφής της Ε.Ε. την περασμένη εβδομάδα – στην υιοθέτηση του μηχανισμού ελεγχόμενων πτωχεύσεων των υπερχρεωμένων χωρών. Κι εδώ αρχίζουν τα ερωτήματα:
1. Ησύχασαν οι «αγορές»; Προφανώς όχι, ακριβώς επειδή ο ευρωπαϊκός αυτός μηχανισμός προβλέπει ότι οι ιδιώτες θα χάνουν στις αναδιαρθρώσεις των χωρών. Τι θα προτιμούσαν; Τη δημιουργία τουευρωομολόγου, κάτι που θα σήμαινε ότι οι οικονομικά ισχυρές και αξιόχρεες χώρες θα δανείζονταν – άρα θα προσέφεραν εγγυήσεις αποπληρωμής – μαζί με τις χρεοκοπημένες και κατ’ ουσίαν για λογαριασμό τους.
Αυτή είναι η ιδανική εγγύηση για τους κερδοσκόπους, οι οποίοι – εν αντιθέσει με την επιχειρηματολογία των αγορών, του ΔΝΤ, του Γ. Παπανδρέου και των υπολοίπων θιασωτών αυτής της ιδέας – θα είχαν κάθε κίνητρο να πιέζουν για συνεχή αύξηση των επιτοκίων δανεισμού ολόκληρης της Ευρωζώνης, μέχρι την...κατάρρευση της Ευρωζώνης και του ίδιου του ευρώ.
2. Μήπως με την ευρωπαϊκή απόφαση σώθηκε το ευρώ; Προφανώς όχι, διότι το μόνο που διασφαλίζει το γερμανικό σχέδιο – αν τελικά εφαρμοστεί – θα είναι ότι οι χώρες θα πτωχεύουν ελεγχόμενα, άρα οι ζημιές των δανειστών θα ελαχιστοποιούνται και οι χώρες αυτές θα παγιδεύονται σε έναν κύκλο εσαεί χρεοκοπίας, αδύναμες να απαλλαγούν από τα χρέη τους.
Επομένως πάλι οι αγορές θα έχουν κάθε κίνητρο να κρατούν ομήρους τις χώρες αυτές όχι μόνον διασφαλίζοντας ότι θα τις απομυζούν, αλλά έχοντας στη διάθεσή τους ακόμη και τα περιουσιακά στοιχεία των θυμάτων τους.
Τα τεχνικά ερωτήματα είναι πολλά, αλλά καλό είναι να μην χάσουμε τον στόχο αυτού του σημειώματος. Ως εκ τούτου μένουμε σε αυτά τα δύο – απλώς ενδεικτικά του αδιεξόδου της Ευρωζώνης...
Πρώτα η Ελλάδα!
Το παλαιό σημιτικό σύνθημα «Πρώτα η Ελλάδα», το οποίο συνόδευσε την είσοδο της χώρας μας στο ευρώ, έρχεται τώρα να βρει το πλήρες νόημά του στο χείλος του γκρεμού: Ήδη η Ελλάδα θεωρείται από ολόκληρο τον πλανήτη πως βρίσκεται πολύ λίγο πριν από την κήρυξη επίσημης πτώχευσης, η οποία σημαίνει:
● χρονική αναδιάρθρωση (επιμήκυνση) όχι μόνο των δανείων του μηχανισμού «στήριξης», αλλά του συνόλου του χρέους της,
● ελάχιστο «κούρεμα» των συνολικών οφειλών της,
● ανταλλαγή επισφαλών ομολόγων με νέα, τα οποία θα περιλαμβάνουν ως εμπράγματες ασφάλειες το σύνολο της εθνικής περιουσίας – εκ των πραγμάτων της δημόσιας, αλλά και της ιδιωτικής – κ.λπ.
Κι αυτό ανεξάρτητα από το αν και πότε θα λειτουργήσει ο ευρωπαϊκός μηχανισμός ελεγχόμενων πτωχεύσεων, αφού όλοι γνωρίζουν, υπαινίσσονται και συνυπολογίζουν ότι η Ελλάδα βρίσκεται υπό το «ειδικό καθεστώς» της δανειακής σύμβασης των 110 δισ. ευρώ και του Μνημονίου που τη συνοδεύει.
«Ευρώ ή δραχμή;»: το ψευδοδίλημμα
Η συζήτηση για το αν η Ελλάδα θα βγει ή όχι από το ευρώ δεν γίνεται εν κενώ, αλλά υπό το φως της επαπειλούμενης επίσημης πτώχευσης, η οποία θα ενεργοποιήσει αυτομάτως όλες τις επαχθείς «πρόνοιες» της χειρότερης δανειακής σύμβασης που έχει ποτέ υπογράψει χώρα. Επειδή τα δεδομένα αυτής της συζήτησης είναι απειράριθμα, ας μείνουμε επιγραμματικά στα σημαντικότερα.
1. Κατ’ αρχάς η συζήτηση αυτή είναι παραπλανητική. Το ζήτημα δεν είναι πρώτα ή κυρίως το αν θα βρισκόμαστε αύριο μέσα ή έξω από το ευρώ. Ούτε αν θα επιστρέψουμε στη δραχμή ή θα έχουμε «διπλό νόμισμα» ή θα επιλεγεί – προφανώς όχι μόνον για εμάς – το «διπλό ευρώ».
2. Το κυρίως πρόβλημα είναι υπό ποιο καθεστώς θα βρεθούμε είτε εντός είτε εκτός του ευρώ.
● Αν η Ελλάδα συνεχίσει να κουβαλάει στις αδύναμες πλάτες της ένα χρέος αδύνατον όχι μόνο να αποπληρωθεί, αλλά έστω και στοιχειωδώς να εξυπηρετηθεί με βιώσιμους όρους, τότε με οποιοδήποτενόμισμα η χώρα θα καταστραφεί ολοσχερώς και θα κατασχεθεί από τους πιστωτές της σε όλα τα επίπεδα – ακόμη και σε αυτό της ιδιωτικής περιουσίας.
● Αν, αντιθέτως, αποφάσιζε ότι πρέπει να απαλλαγεί από το χρέος της ή, έστω, το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του, τότε αυτομάτως θα ετίθετο εκτός ευρώ.
● Αν βρεθεί υπό καθεστώς ελεγχόμενης (από τους πιστωτές) πτώχευσης, τότε δεν θα μπορεί να αποφασίσει ούτε για το νόμισμά της, αλλά ούτε καν για το αν θα συνεχίσει να... υπάρχει ως χώρα. Η ελεγχόμενη πτώχευση έχει σενάριο και παραμονής στο ευρώ και εξόδου απ’ αυτό, αλλά προφανώς πρόκειται για «δευτερεύον» ζήτημα, επί του οποίου άλλοι θα αποφανθούν.
● Αν η μείωση του χρέους της σε καθεστώς πτώχευσης (ελεγχόμενης ή μη) είναι αμελητέα, τότε το νομισματικό ζήτημα παραμένει δευτερεύον, αφού η σημασία του υποσκελίζεται από το μέγεθος του ήδη ανεξέλεγκτου χρέους.
● Αν η μείωση του χρέους προσεγγίζει επίπεδα βιωσιμότητας ως προς την εξυπηρέτησή του – με παράλληλη βιωσιμότητα της κοινωνίας, αλλά και με δυνατότητες άσκησης εθνικής κυριαρχίας στη διαχείριση της οικονομίας – τότε ο νομισματικός παράγων αποκτά κορυφαία σημασία και η έξοδος από το ευρώ γίνεται όρος επιβίωσης της χώρας.
Συνεπώς η συζήτηση για την παραμονή στο ευρώ ή την έξοδο από αυτό ή όποιο άλλο «ενδιάμεσο» σενάριο δεν είναι το πραγματικό δίλημμα της Ελλάδας. Το πραγματικό ερώτημα – και δίλημμα – είναι τι θα κάνουμε με το χρέος. Κι εδώ οι απαντήσεις δεν είναι πολλές. Στην πραγματικότητα υπάρχουν μόνο δύο (με επιμέρους αποχρώσεις): Ή το πληρώνεις ή δεν το πληρώνεις. Από την απάντηση σε αυτό θα κριθεί η τύχη της.
Αναρτήθηκε από You Pay Your Crisis στις 10:18 μ.μ.
Ετικέτες ΑΡΘΡΑ / Χριστακόπουλος Στ. (Ποντίκι)
Η νεοφιλελεύθερη ψυχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης , Του Φελίτσε Ρομπέρτο Πιτσούτι*
Τρίτη, 21 Δεκεμβρίου 2010
Η νεοφιλελεύθερη ψυχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης
ΠΗΓΗ: ΕΠΟΧΗ
Του Φελίτσε Ρομπέρτο Πιτσούτι*
Η παγκόσμια κρίση οφείλεται σε δομικά αίτια, τα οποία στην Ευρώπη δεν είναι τόσο υπερτονισμένα, αλλά δημιουργούν πιο εντυπωσιακά αποτελέσματα επειδή συνδυάζονται με τις προβληματικές της ενοποιητικής διαδικασίας. Η οικοδόμηση της ΕΕ καθοδηγήθηκε από ένα όραμα που θεωρεί ότι οι θεσμοί είναι ένα εμπόδιο στην εξάπλωση των αγορών. Η νεοφιλελεύθερη προσέγγιση αφαίρεσε από την ευρωπαϊκή ενοποίηση εκείνες τις κοινές πολιτικές, που με την απουσία τους κάνουν πιο εκρηκτικά τα αποτελέσματα της κρίσης. Ιδιαίτερα αντιφατική είναι η απαίτηση επέκτασης του γερμανικού οικονομικού μοντέλου σε μια ολόκληρη ήπειρο, που υποτίθεται ότι θα γίνει η μεγαλύτερη παγκόσμια οικονομία. Οι ήδη υπάρχουσες διεθνείς οικονομικές ανισορροπίες, που τόσο έχουν επικριθεί, θα επιδεινώνονταν, όπως και τα αίτια της κρίσης.
Η ιρλανδική κρίση αποδεικνύει ότι τα προβλήματα για το ευρώ και την ΕΕ δεν προέρχονται από την απειθαρχία του δημόσιου προϋπολογισμού (το 2007 το ιρλανδικό δημόσιο χρέος ήταν μόνο 12%) μα από τον ιδιωτικό τομέα, ιδιαίτερα από τον χρηματιστικό. Επομένως, είναι παράδοξο να υπάρχει ένα Σύμφωνο Σταθερότητας που ζητάει μεγαλύτερη αυστηρότητα στους δημόσιους προϋπολογισμούς, χωρίς να έχει ποτέ απαιτηθεί αυστηρότητα και να έχουν προβλεφθεί κυρώσεις για τις αντικανονικές συμπεριφορές των ιδιωτών (για το αντιστάθμισμα των οποίων ζητήθηκε η παρέμβαση του δημοσίου). Το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι αντιπαραγωγικό, με περαιτέρω μείωση της απασχόλησης. Από την άλλη, το να δοθεί βοήθεια στην Ιρλανδία χωρίς να εξισωθούν οι φορολογικοί συντελεστές κερδών σε επίπεδο ΕΕ σημαίνει ότι ζητείται από άλλα ευρωπαϊκά κράτη να στηρίξουν τον ιρλανδικό αθέμιτο ανταγωνισμό που βασίζεται στο φορολογικό ντάμπινγκ.
Στην πραγματικότητα, αυτό που ορίζεται ως κρίση του ευρώ φανερώνει τη δυσκολία δημιουργίας ενός ενιαίου οικονομικού συστήματος, το οποίο έχει ενιαίο μόνο το νόμισμα και τη νομισματική πολιτική και όχι τη δομική δυναμική και την πολιτική προϋπολογισμού.
Η δημιουργία του ενιαίου νομίσματος, καθώς και η συνεπαγόμενη κατάργηση των νομισματικών προσαρμογών, θα έπρεπε να συνοδεύεται από τη σύγκλιση των οικονομιών. Όμως, προς αυτή την κατεύθυνση έγιναν πραγματικά πολύ λίγα πράγματα. Αντίθετα, η διεύρυνση της ΕΕ προς οικονομικά συστήματα πολύ ανομοιογενή, χωρίς να έχει στη διάθεσή της εργαλεία που να ευνοούν τη σύγκλιση, δυσχέραναν το ευρωπαϊκό σχέδιο. Η αδυναμία προσαρμογής των διαρκών και μεγεθυνόμενων δομικών διαφορών μεταξύ των εθνικών συστημάτων, που ανήκουν στη διευρυμένη ΕΕ, μέσω διαφοροποιήσεων των τιμών συναλλάγματος, επιβάλλει την εφαρμογή της προσαρμογής μειώνοντας τις τιμές ή/και τα εισοδήματα των χωρών με ελλείμματα προς το εξωτερικό. Μα αυτό το είδος προσαρμογής είναι περισσότερο «επώδυνο» και γεννά αποπληθωριστικές ωθήσεις, με αρνητικά αποτελέσματα που επεκτείνονται και στις χώρες που δεν βρίσκονται σε δύσκολη θέση.
Ο αποπληθωρισμός πολλαπλασιάζει τα χρέη, αρχίζοντας από τα ιδιωτικά και από τα χρέη των τραπεζών. Για να αποφευχθεί να χρεοκοπήσουν οι τελευταίες παρεμβαίνουν οι κυβερνήσεις, οι οποίες, κατ’ αυτόν τον τρόπο, επιβαρύνουν τους δημόσιους προϋπολογισμούς. Εάν θέλουμε να διατηρήσουμε το ενιαίο νόμισμα είναι αναγκαίο η Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα να χρηματοδοτήσει τα εθνικά χρέη. Αυτό κατά τα άλλα έχει αρχίσει να γίνεται (αλλά μάλλον μέχρις ότου οι προεκλογικές ανάγκες της Γερμανίας επιβάλλουν μεγαλύτερη «αυστηρότητα»). Για να βγούμε όμως από την κρίση δε θα πρέπει να αγνοούμε τις δομικές της αιτίες παγκόσμιου χαρακτήρα. Το μεγαλύτερο εμπόδιο έγκειται στο να μην αναγνωρίζεται το βάθος και η πραγματική φύση (όχι μόνο οικονομική) των αιτιών της. Αυτή η εναντίωση τροφοδοτείται από την υπερίσχυση υλικών συμφερόντων, από οικονομικές- πολιτικές θεωρίες και από απόψεις της κοινής γνώμης που χαρακτήρισαν τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Από την άλλη, όπως έλεγε ο Κέινς, το πρόβλημα δεν είναι τόσο η παγίωση των νέων ιδεών, όσο το να απαλλαγεί κανείς από τις παλιές.
Για να βγούμε με προοδευτικό τρόπο από την κρίση χρειάζεται να δοθεί νέα ώθηση στην ανάπτυξη, λαμβάνοντας όμως υπόψη τις ποιοτικές πλευρές της: τι και πώς παράγεται και καταναλώνεται, με ποιον τρόπο διανέμονται και χρησιμοποιούνται οι καρποί της. Γι’ αυτό χρειάζεται να στηριχθούν όχι μόνο οι συνθήκες της προσφοράς, αλλά και της ζήτησης, μέσα από μια βελτίωση της αναδιανομής εισοδήματος. Χρειάζεται η αγορά να ολοκληρωθεί και να ρυθμιστεί από τη δημόσια παρέμβαση και, ιδιαίτερα, από τις κοινωνικές πολιτικές που είναι αναγκαίες για να αντιμετωπιστεί η αστάθεια. Στην Ευρώπη, αυτές οι πολιτικές θα διευκολύνονταν πολύ αντικαθιστώντας τους εθνικούς (ή εθνικιστικούς) ανταγωνισμούς με μια ενιαία προσέγγιση που να βασίζεται στην συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι το σωρευτικό μοντέλο των τελευταίων τριάντα χρόνων πρέπει να αντικατασταθεί.
* Καθηγητής Δημόσιας Οικονομίας
στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης.
Μετάφραση: Τόνια Τσίτσοβιτς,
από το manifesto
Αναρτήθηκε από You Pay Your Crisis στις 7:15 μ.μ.
Ετικέτες ΑΡΘΡΑ / ΕΕ
Η νεοφιλελεύθερη ψυχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης
ΠΗΓΗ: ΕΠΟΧΗ
Του Φελίτσε Ρομπέρτο Πιτσούτι*
Η παγκόσμια κρίση οφείλεται σε δομικά αίτια, τα οποία στην Ευρώπη δεν είναι τόσο υπερτονισμένα, αλλά δημιουργούν πιο εντυπωσιακά αποτελέσματα επειδή συνδυάζονται με τις προβληματικές της ενοποιητικής διαδικασίας. Η οικοδόμηση της ΕΕ καθοδηγήθηκε από ένα όραμα που θεωρεί ότι οι θεσμοί είναι ένα εμπόδιο στην εξάπλωση των αγορών. Η νεοφιλελεύθερη προσέγγιση αφαίρεσε από την ευρωπαϊκή ενοποίηση εκείνες τις κοινές πολιτικές, που με την απουσία τους κάνουν πιο εκρηκτικά τα αποτελέσματα της κρίσης. Ιδιαίτερα αντιφατική είναι η απαίτηση επέκτασης του γερμανικού οικονομικού μοντέλου σε μια ολόκληρη ήπειρο, που υποτίθεται ότι θα γίνει η μεγαλύτερη παγκόσμια οικονομία. Οι ήδη υπάρχουσες διεθνείς οικονομικές ανισορροπίες, που τόσο έχουν επικριθεί, θα επιδεινώνονταν, όπως και τα αίτια της κρίσης.
Η ιρλανδική κρίση αποδεικνύει ότι τα προβλήματα για το ευρώ και την ΕΕ δεν προέρχονται από την απειθαρχία του δημόσιου προϋπολογισμού (το 2007 το ιρλανδικό δημόσιο χρέος ήταν μόνο 12%) μα από τον ιδιωτικό τομέα, ιδιαίτερα από τον χρηματιστικό. Επομένως, είναι παράδοξο να υπάρχει ένα Σύμφωνο Σταθερότητας που ζητάει μεγαλύτερη αυστηρότητα στους δημόσιους προϋπολογισμούς, χωρίς να έχει ποτέ απαιτηθεί αυστηρότητα και να έχουν προβλεφθεί κυρώσεις για τις αντικανονικές συμπεριφορές των ιδιωτών (για το αντιστάθμισμα των οποίων ζητήθηκε η παρέμβαση του δημοσίου). Το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι αντιπαραγωγικό, με περαιτέρω μείωση της απασχόλησης. Από την άλλη, το να δοθεί βοήθεια στην Ιρλανδία χωρίς να εξισωθούν οι φορολογικοί συντελεστές κερδών σε επίπεδο ΕΕ σημαίνει ότι ζητείται από άλλα ευρωπαϊκά κράτη να στηρίξουν τον ιρλανδικό αθέμιτο ανταγωνισμό που βασίζεται στο φορολογικό ντάμπινγκ.
Στην πραγματικότητα, αυτό που ορίζεται ως κρίση του ευρώ φανερώνει τη δυσκολία δημιουργίας ενός ενιαίου οικονομικού συστήματος, το οποίο έχει ενιαίο μόνο το νόμισμα και τη νομισματική πολιτική και όχι τη δομική δυναμική και την πολιτική προϋπολογισμού.
Η δημιουργία του ενιαίου νομίσματος, καθώς και η συνεπαγόμενη κατάργηση των νομισματικών προσαρμογών, θα έπρεπε να συνοδεύεται από τη σύγκλιση των οικονομιών. Όμως, προς αυτή την κατεύθυνση έγιναν πραγματικά πολύ λίγα πράγματα. Αντίθετα, η διεύρυνση της ΕΕ προς οικονομικά συστήματα πολύ ανομοιογενή, χωρίς να έχει στη διάθεσή της εργαλεία που να ευνοούν τη σύγκλιση, δυσχέραναν το ευρωπαϊκό σχέδιο. Η αδυναμία προσαρμογής των διαρκών και μεγεθυνόμενων δομικών διαφορών μεταξύ των εθνικών συστημάτων, που ανήκουν στη διευρυμένη ΕΕ, μέσω διαφοροποιήσεων των τιμών συναλλάγματος, επιβάλλει την εφαρμογή της προσαρμογής μειώνοντας τις τιμές ή/και τα εισοδήματα των χωρών με ελλείμματα προς το εξωτερικό. Μα αυτό το είδος προσαρμογής είναι περισσότερο «επώδυνο» και γεννά αποπληθωριστικές ωθήσεις, με αρνητικά αποτελέσματα που επεκτείνονται και στις χώρες που δεν βρίσκονται σε δύσκολη θέση.
Ο αποπληθωρισμός πολλαπλασιάζει τα χρέη, αρχίζοντας από τα ιδιωτικά και από τα χρέη των τραπεζών. Για να αποφευχθεί να χρεοκοπήσουν οι τελευταίες παρεμβαίνουν οι κυβερνήσεις, οι οποίες, κατ’ αυτόν τον τρόπο, επιβαρύνουν τους δημόσιους προϋπολογισμούς. Εάν θέλουμε να διατηρήσουμε το ενιαίο νόμισμα είναι αναγκαίο η Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα να χρηματοδοτήσει τα εθνικά χρέη. Αυτό κατά τα άλλα έχει αρχίσει να γίνεται (αλλά μάλλον μέχρις ότου οι προεκλογικές ανάγκες της Γερμανίας επιβάλλουν μεγαλύτερη «αυστηρότητα»). Για να βγούμε όμως από την κρίση δε θα πρέπει να αγνοούμε τις δομικές της αιτίες παγκόσμιου χαρακτήρα. Το μεγαλύτερο εμπόδιο έγκειται στο να μην αναγνωρίζεται το βάθος και η πραγματική φύση (όχι μόνο οικονομική) των αιτιών της. Αυτή η εναντίωση τροφοδοτείται από την υπερίσχυση υλικών συμφερόντων, από οικονομικές- πολιτικές θεωρίες και από απόψεις της κοινής γνώμης που χαρακτήρισαν τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Από την άλλη, όπως έλεγε ο Κέινς, το πρόβλημα δεν είναι τόσο η παγίωση των νέων ιδεών, όσο το να απαλλαγεί κανείς από τις παλιές.
Για να βγούμε με προοδευτικό τρόπο από την κρίση χρειάζεται να δοθεί νέα ώθηση στην ανάπτυξη, λαμβάνοντας όμως υπόψη τις ποιοτικές πλευρές της: τι και πώς παράγεται και καταναλώνεται, με ποιον τρόπο διανέμονται και χρησιμοποιούνται οι καρποί της. Γι’ αυτό χρειάζεται να στηριχθούν όχι μόνο οι συνθήκες της προσφοράς, αλλά και της ζήτησης, μέσα από μια βελτίωση της αναδιανομής εισοδήματος. Χρειάζεται η αγορά να ολοκληρωθεί και να ρυθμιστεί από τη δημόσια παρέμβαση και, ιδιαίτερα, από τις κοινωνικές πολιτικές που είναι αναγκαίες για να αντιμετωπιστεί η αστάθεια. Στην Ευρώπη, αυτές οι πολιτικές θα διευκολύνονταν πολύ αντικαθιστώντας τους εθνικούς (ή εθνικιστικούς) ανταγωνισμούς με μια ενιαία προσέγγιση που να βασίζεται στην συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι το σωρευτικό μοντέλο των τελευταίων τριάντα χρόνων πρέπει να αντικατασταθεί.
* Καθηγητής Δημόσιας Οικονομίας
στο Πανεπιστήμιο της Ρώμης.
Μετάφραση: Τόνια Τσίτσοβιτς,
από το manifesto
Αναρτήθηκε από You Pay Your Crisis στις 7:15 μ.μ.
Ετικέτες ΑΡΘΡΑ / ΕΕ
Παρασκευή 17 Δεκεμβρίου 2010
Ο μαρξισμός και η κρίση του καπιταλισμού ,Του Sean Sayers
Ο μαρξισμός και η κρίση του καπιταλισμού
Του Sean Sayers
Μετάφραση: Μ. Κοντ.
Από το 2007, ο καπιταλισμός διέρχεται τη μεγαλύτερη κρίση του από τη δεκαετία του ΄30 ή ίσως και νωρίτερα. Το 2008, το τραπεζικό σύστημα σώθηκε από την κατάρρευση (τουλάχιστον προς το παρόν) μόνο κατόπιν εκτεταμένης κυβερνητικής παρέμβασης στις ΗΠΑ, τη Βρετανία και άλλες χώρες. Τα χρηματιστήρια σε όλο τον κόσμο έπεσαν κατακόρυφα. Κατόπιν η κρίση επεκτάθηκε και στην «πραγματική οικονομία». Μια μακρά και βαθιά περίοδος ύφεσης ακολούθησε. Ο καπιταλισμός, λέγεται συχνά, βρέθηκε στο χείλος της κατάρρευσης.
Λίγοι οικονομολόγοι και πολιτικοί προέβλεψαν αυτές τις εξελίξεις. Η μεγάλη έκρηξη που οδήγησε σε αυτές τους έκανε να εφησυχάσουν με την πεποίθηση ότι ο κύκλος της ανάπτυξης που ακολουθείται από ύφεση είχε επιτέλους ξεπεραστεί. Μόνο μια προσωπικότητα δεν θα εκπλησσόταν από αυτή την εξέλιξη: ο Μαρξ. Η φήμη του είχε ήδη αυξηθεί εντυπωσιακά. Μετά από μια μακρά περίοδο που όλοι απέρριπταν και αρνούνταν τις ιδέες του, αναζωπυρώθηκε το ενδιαφέρον γι’αυτές.[1] Πολύ καιρό πριν, προέβαλε επιχειρήματα πως ο καπιταλισμός είναι εκ φύσεως ασταθής και υπόκειται σε κρίσεις, και είχε ήδη προβλέψει την ενδεχόμενη κατάρρευσή του.
Η ανάλυση του καπιταλισμού από τον Μαρξ, πολλοί λένε πως αποδείχθηκε σωστή. Ποια όμως ακριβώς στοιχεία της μαρξιστικής ανάλυσης δικαιώθηκαν; Καταρχάς, η κριτική του Μαρξ για την ελεύθερη αγορά επιβεβαιώθηκε. Η ελεύθερη αγορά του φιλελευθερισμού και του laissez-faire, που κυριαρχούσε στην οικονομική και κοινωνική σκέψη κατά τα τελευταία 30 χρόνια διαψεύστηκε. Ακόμα και ο Alan Greenspan, ο πρώην διευθυντής της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, ένας από του πιο σημαίνοντες υπερασπιστές του, παραδέχτηκε πως η φιλοσοφία της ελεύθερης αγοράς είναι προβληματική. «Έκανα λάθος που συμπέρανα πως τα συμφέροντα των οργανισμών, και ειδικά των τραπεζών και άλλων, ήταν τέτοια ώστε να έχουν την ικανότητα να προστατεύσουν τους μετόχους τους και την εταιρική θέση τους»[2].
Η παρούσα κρίση αποδεικνύει και πάλι πως η ελεύθερη αγορά δεν είναι ο αγαθός αυτορρυθμιζόμενος μηχανισμός που οι φανατικοί της υποστηρικτές ισχυρίζονταν πως ήταν. Δεν εξυπηρετεί πάντα το κοινό καλό, ούτε οδηγεί νομοτελειακά στην οικονομική ανάπτυξη και ευημερία. Αντιθέτως, όπως ισχυρίζεται ο Μαρξ, η ελεύθερη αγορά λειτουργεί σαν ένα αλλότριο σύστημα με δική του ζωή. Είναι ένας μη ελέγξιμος και εκ φύσεως ασταθής μηχανισμός. Οδηγεί περιοδικά σε κρίσεις, κατά τις οποίες ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων χάνει τη δουλειά του και χρήσιμα μέσα παραγωγής καταστρέφονται. Αυτά δείχνουν πως το καπιταλιστικό σύστημα δεν είναι ικανό να ρυθμίσει τις παραγωγικές δυνάμεις που μόνο του δημιούργησε. Κατά τη γλαφυρή εικόνα του Μαρξ, είναι «σαν το μάγο που δεν μπορεί πια να ελέγξει τις δυνάμεις του κάτω κόσμου, που μόνος του κάλεσε με τα ξόρκια του»[3]. Περιοδικά, οι δυνάμεις παραγωγής αναπτύσσονται τόσο πολύ, ώστε να έρχονται σε σύγκρουση με τις ήδη υπάρχουσες καπιταλιστικές οικονομικές σχέσεις. Τότε ενσκήπτει κρίση.
Και πώς ξεπερνά η αστική τάξη αυτές τις κρίσεις; Αφενός, επιβάλλοντας την μαζική καταστροφή μέσων παραγωγής. Αφετέρου, με την κατάκτηση νέων αγορών και την παράλληλη, ακόμα πιο άγρια, εκμετάλλευση των ήδη υπαρχουσών [αγορών]. Συνεπώς, χαράσσοντας το δρόμο για πιο εκτεταμένες και καταστροφικές κρίσεις και μειώνοντας τους τρόπους πρόληψης κρίσεων.[4]
Έτσι, το σύστημα παραπαίει σε μια σειρά περιόδων ανάπτυξης και ύφεσης. Είναι εκ φύσεως ασταθές. Ύφεση και κρίση δεν οφείλονται σε ανεπαρκείς ρυθμίσεις ή αδύναμες κυβερνητικές πολιτικές, αντίθετα αποτελούν ουσιαστικό στοιχείο της δυναμικής του καπιταλισμού και των μηχανισμών λειτουργίας του.
Η κατάρρευση του καπιταλισμού;
Τελικά, πίστευε ο Μαρξ, ο καπιταλισμός είναι καταδικασμένος να καταρρεύσει και να παραχωρήσει τη θέση του σε μια σοσιαλιστική κοινωνία. Πρόκειται άραγε γι’ αυτό, του οποίου είμαστε τώρα μάρτυρες; Κάποιοι το πίστεψαν. Αναμφίβολα αυτή η κρίση είναι πολύ σοβαρή. Το κράτος των ΗΠΑ, ακόμα και επί Μπους, αναγκάστηκε να αναλάβει υπό την προστασία του τράπεζες και εταιρίες του κτηματομεσιτικού τομέα, προκειμένου να σώσει το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα από τον κίνδυνο της κατάρρευσης. Κυβερνήσεις ανά τον κόσμο έλαβαν παρόμοια μέτρα. Αναγκάστηκαν να εξαγοράσουν μερίσματα σε τράπεζες και κτηματομεσιτικές εταιρίες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να τις εθνικοποιήσουν. Αυστηρότερος έλεγχος των δραστηριοτήτων τους επιβάλλεται με δυσφορία. «Ενέσεις» κρατικών κονδυλίων έγιναν μαζικά στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Σε ό,τι αφορά την «πραγματική» οικονομία, στην αρχή της κρίσης, υπήρξαν κάποιες συζητήσεις για την ανάγκη δημόσιων προγραμμάτων ευρείας κλίμακας, για να αμβλυνθούν οι χειρότερες συνέπειες της οικονομικής ύφεσης, στην λογική του «New Deal» της δεκαετίας του ’30, αλλά στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ μόνο η αυτοκινητοβιομηχανία βοηθήθηκε ουσιαστικά.[5]
Επί πλέον, είναι προφανές πως διερχόμαστε διαμέσου μιας παγκόσμιας κρίσης ενός παγκόσμιου οικονομικού συστήματος. Μολονότι υπήρξε μια πρόνοια διεθνούς συντονισμού, οι απαιτούμενοι για μια επιτυχή παγκόσμια απάντηση στην κρίση θεσμοί, σχεδόν δεν υπάρχουν ακόμα. Και όσοι υπάρχουν (ΔΝΤ, Παγκόσμια τράπεζα, ΟΗΕ), χρειάζονται αναδιάρθρωση και ενίσχυση για να ανταποκριθούν στις παρούσες οικονομικές πραγματικότητες, ιδιαίτερα με το να ενσωματώσουν τις αναδυόμενες οικονομίες, όπως η Κίνα, η Ινδία, η Ρωσία, η Βραζιλία, η Κορέα κλπ.
Το εύρος αυτών των μέτρων πιστοποιεί το βάθος της κρίσης. Και είναι σαφές πως ακόμα δεν έχει φτάσει στο τέρμα. Οι κρίσεις χρέους που τώρα εμφανίζονται σε πολλά ευρωπαϊκά κράτη και η αστάθεια του ευρώ δείχνουν πως υπάρχει ακόμα μια πραγματική πιθανότητα κατάρρευσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος και σοβαρής μακράς διπλής ύφεσης.
Άραγε παρακολουθούμε, λοιπόν, την κατάρρευση του καπιταλισμού, όπως πολλοί διατείνονται; Αυτό κατά τη γνώμη μου, δεν είναι πιθανό. Χρειάζονται περισσότερα για να τελειώσει ο καπιταλισμός, από μια κρίση, όσο σοβαρή κι αν είναι αυτή. Μια κρίση είναι ένα καθαρά αρνητικό φαινόμενο. Αλλά χρειάζονται και οι θετικοί παράγοντες, εκτός από τους αρνητικούς, για να φέρουν μια αλλαγή του συστήματος. Αυτό περιλαμβάνει, όχι απλά την κατάρρευση του παλιού συστήματος, αλλά και τη δημιουργία μιας νέας εναλλακτικής, μιας νέας τάξης πραγμάτων.
Δεν είναι απλά μια οικονομική διαδικασία, αλλά είναι και πολιτική. Χρειάζεται να υπάρχουν οι πολιτικές δυνάμεις που θα δημιουργήσουν το καινούριο. Παρά το τεράστιο και διαρκώς αυξανόμενο άνοιγμα της ψαλίδας της ανισότητας και την ευρέως διασπαρμένη φτώχεια και μιζέρια, τέτοιες δυνάμεις δε φαίνεται να υπάρχουν. Αυτή τη στιγμή, φαίνεται, ότι δεν υπάρχουν αποτελεσματικές και πειστικές αντικαπιταλιστικές δυνάμεις.
Ο Μαρξ πίστευε πως αυτές οι δυνάμεις θα γεννιόντουσαν μέσα από τον ίδιο τον καπιταλισμό. Έλεγε πως η εργατική τάξη, που δημιουργήθηκε από τις συνθήκες της σύγχρονης βιομηχανικής εργασίας μέσα στον καπιταλισμό, θα αποτελούσε μια τέτοια δύναμη. Οι συνθήκες τις εργατικής τάξης στις βιομηχανικές χώρες, όταν εκείνος έγραφε τα έργα του, ήταν φριχτές. Αγρότες και βιοτέχνες είχαν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν την ύπαιθρο και να μεταφερθούν στα αστικά κέντρα και τα εργοστάσια. Η βιομηχανική παραγωγή στα εργοστάσια είχε εντείνει την εκμετάλλευση και χειροτερεύσει τις συνθήκες εργασίας. Οι εργάτες, συμπεριλαμβανομένων γυναικών και ανήλικων παιδιών, εξαναγκάζονταν από την ένδεια να δουλεύουν απίστευτα πολλές ώρες για μισθούς πείνας. Η προστασία του πλούτου και των δικαιωμάτων των εργατών ήταν μηδαμινή.
Παρόλα αυτά, ο Μαρξ δεν θεωρούσε την εργατική τάξη απλά μια εξαθλιωμένη, φτωχή, αποκτηνωμένη και καταπιεσμένη μάζα. Ο αντίκτυπος της βιομηχανίας δεν ήταν αποκλειστικά αρνητικός. Η εργατική τάξη ενεργοποιούνταν και ριζοσπαστικοποιούνταν από αυτές τις συνθήκες. Ενωνόταν και εκπαιδευόταν, η αλληλεγγύη και η συνειδητοποίησή της αυξάνονταν. Σταθερά, κατά το 19ο και το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, ισχυροποιούνταν πολιτικά –οργανωνόταν καλύτερα και γινόταν πιο αγωνιστική. Μια επαναστατική βιομηχανική εργατική τάξη αναπτύχθηκε, ακριβώς όπως είχε προβλέψει ο Μαρξ.
Ο καπιταλισμός σήμερα
Στον προχωρημένο καπιταλιστικό κόσμο, όμως, οι συνθήκες έχουν αλλάξει πολύ από τότε. Μολονότι ο καπιταλισμός οδήγησε σε μια τεράστια διεύρυνση των ανισοτήτων, σε υψηλή ανεργία, φτώχεια και εξαθλίωση, δεν υπάρχουν σημάδια ανάδειξης μιας επαναστατικής εργατικής τάξης. Το αν είναι ακόμα ρεαλιστική η μαρξιστική ανάλυση τίθεται σήμερα υπό αμφισβήτηση.
Ειδικά, ο χαρακτήρας των τάξεων στις προηγμένες βιομηχανικές κοινωνίες έχει μεταβληθεί. Συχνά αυτές ονομάζονται «μετα-βιομηχανικές» κοινωνίες. Η βιομηχανία διαδραματίζει έναν διαρκώς μειούμενο ρόλο στις οικονομίες τους και η βιομηχανική εργατική τάξη αποτελεί μια μικρή ή μειούμενη μερίδα του εργατικού τους δυναμικού.
Αυτό οφείλεται εν μέρει στις παγκόσμιες οικονομικές αλλαγές. Ο Μαρξ επικεντρώθηκε στον καπιταλισμό στη Βρετανία του 19ου αιώνα, και τον ανέλυσε ως ένα αυτόνομο εθνικό φαινόμενο. Σήμερα, ο καπιταλισμός είναι ένα παγκόσμιο σύστημα. Η βιομηχανία μεταφέρθηκε εκεί όπου το κόστος είναι το χαμηλότερο δυνατό και οι συνθήκες οι χειρότερες. Οι εργάτες σε ολόκληρο τον κόσμο, κατά συνέπεια, τίθενται σε άμεσο ανταγωνισμό μεταξύ τους. Μεγάλο μέρος της βιομηχανίας μετατοπίστηκε από την Ευρώπη και τη Βόρειο Αμερική, σε περιοχές όπως η Κίνα και η Ινδία. Παρά ταύτα, ο καπιταλισμός δεν έπαψε να είναι ένα βιομηχανικό σύστημα: η βιομηχανία είναι ακόμα θεμελιώδης για την οικονομία.
Η οικονομία επίσης λέγεται πως μετατρέπεται σε «μετα-βιομηχανική», εξαιτίας αλλαγών στον ίδιο το χαρακτήρα της παραγωγής, οφειλόμενων κατά κύριο λόφο στην αυτοματοποίηση και στην χρήση της τεχνολογίας της πληροφορίας. Οι παλιές βιομηχανίες μεταμορφώνονται. Η παραγωγή αυτοματοποιείται, η παραγωγικότητα αυξάνεται εντυπωσιακά. Ο αριθμός των εργατών στις κατασκευαστικές βιομηχανίες είναι πλέον ένα μικρό κλάσμα αυτού που κάποτε ήταν (το ίδιο ισχύει και για την αγροτική παραγωγή). Ταυτόχρονα, ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι εργάζονται στον τομέα των υπηρεσιών –σε γραφεία, καταστήματα ή ακόμα και στο σπίτι χρησιμοποιώντας υπολογιστές. Η ένταξη στα συνδικάτα και η πολιτικοποιημένη αγωνιστικότητα της εργατικής τάξης μειώθηκαν. Η αλληλεγγύη και η ταξική συνείδηση του βιομηχανικού προλεταριάτου στην εποχή της ακμής του έχουν παρέλθει. Και πιθανότατα δε θα επανέλθουν.
Είναι γεγονός πως ο χαρακτήρας των τάξεων έχει αλλάξει σημαντικά από την εποχή του Μαρξ και η αντίληψη που είχε εκείνος για τις τάξεις χρειάζεται να αναθεωρηθεί αντίστοιχα. Ο ισχυρισμός, ωστόσο, που είναι πιο αμφισβητήσιμος είναι η ιδέα πως η τάξη έχει πάψει πλέον να είναι να είναι η θεμελιώδης μορφή του διαχωρισμού στην καπιταλιστική κοινωνία. Μολονότι ο χαρακτήρας της έχει αλλάξει, η εργατική τάξη εξακολουθεί να αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού. Κατά το μεγαλύτερο μέρος, η εργατική τάξη πια (σε περιοχές όπως η Βρετανία τουλάχιστον) βρίσκεται πλέον σε γραφεία και καταστήματα, σε αποθήκες διανομής και τηλεφωνικά κέντρα, παρά σε εργοστάσια. Αλλά αυτοί οι εργαζόμενοι παραμένουν μέλη της εργατικής τάξης, όπως την περιέγραψε ο Μαρξ. Αυτό σημαίνει πως είναι άνθρωποι που δεν έχουν μερίδιο στο κεφάλαιο και εξαρτώνται εντελώς από την εργατική τους δύναμη για να επιζήσουν, και που κατέχουν υποτελείς θέσεις στον καταμερισμό της εργασίας.
Πολλοί σχολιαστές έπαψαν να βλέπουν την εργατική τάξη ως δυνάμει επαναστατική δύναμη. Αντίθετα, ψάχνουν [την επαναστατική δύναμη]σε στερούμενες πολιτικών δικαιωμάτων, απόκληρες και δυσφορούσες κοινωνικές ομάδες –στις γυναίκες, τις μειονότητες και τους νέους. Ψάχνουν επαναστατικό δυναμικό στο οικολογικό κίνημα, στο φεμινιστικό κίνημα και στο άμορφο αντικαπιταλιστικό κίνημα. Ωστόσο, αυτές οι ομάδες στερούνται της αλληλεγγύης και των κοινών συμφερόντων του ταξικά γειωμένου σοσιαλιστικού κινήματος ή της ενωτικής θεώρησης του μαρξισμού. Είναι αμφίβολο το κατά πόσον μπορούν να συγκροτήσουν ένα επαρκώς ενωμένο ή συνεκτικό κίνημα. Η εργατική τάξη παραμένει ακόμα, κατά πάσα πιθανότητα, το επαναστατικό υποκείμενο.
Υπάρχουν λίγα σημάδια πως αυτή επιτελεί αυτό το ρόλο, αλλά θα ήταν λάθος να ερμηνευθεί αυτό σαν σημάδι ικανοποίησής της από την παρούσα κατάσταση πραγμάτων. Ιδιαίτερα με την οικονομική ύφεση που αντιμετωπίζουμε σήμερα, υπάρχει σε μεγάλο βαθμό αποξένωση, απογοήτευση και οργή. Ο σημαντικότερος λόγος που οι άνθρωποι είναι τόσο παθητικοί είναι το γεγονός ότι δε βλέπουν τρόπο, με τον οποίο να μπορέσουν να επιφέρουν μια σημαντική αλλαγή, η οποία να οδηγήσει σε ένα καλύτερο μέλλον. Άπαξ και εμφανιστεί αυτή η ελπίδα, η παρούσα κατάσταση μπορεί να ανατραπεί γρήγορα.
Είναι πιθανό η οικονομική κρίση να διαβρώσει περαιτέρω την εμπιστοσύνη των ανθρώπων στα υπάρχοντα πολιτικά κόμματα, τα οποία στηρίζουν την παρούσα κατάσταση και να οδηγήσει σε ένα ανώτερο επίπεδο υποστήριξης ριζοσπαστικών εναλλακτικών, τόσο της δεξιάς όσο και της αριστεράς. Αλλά δεν είναι καθόλου βέβαιο πως μόνον η αριστερά θα το καρπωθεί. Αν η εμπειρία της ύφεσης του ’30 έχει να μας διδάξει κάτι, ο κίνδυνος να αναπτυχθεί μια εθνικιστική, ρατσιστική και ακροδεξιά αντίδραση είναι υπαρκτός. Υπάρχουν ενδείξεις σε όλη την Ευρώπη.[6] Η προοπτική του σοσιαλισμού είναι ακόμα μακρινή.
Παρόμοια πράγματα ισχύουν για την κατάσταση σε άλλα μέρη του πλανήτη. Η θεωρία πως η τεράστια συσσώρευση πλούτου που προέκυψε από την παγκοσμιοποίηση του εμπορίου και της φούσκας των τελευταίων 30 χρόνων θα ευνοούσε και τα κατώτερα στρώματα αποδείχθηκε απατηλή. Αντιθέτως, το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών αυξήθηκε δραματικά, όχι μόνο σε κράτη όπως οι ΗΠΑ και η Βρετανία, αλλά παγκοσμίως. Σε μεγάλες περιοχές της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής ενδημούν τα πιο φριχτά επίπεδα φτώχειας και εξαθλίωσης, και όμως προς το παρόν δεν υπάρχουν σημάδια ανάδειξης επαναστατικών δυνάμεων. Ποιος αμφιβάλλει, όμως, ότι οι συνθήκες για επαναστατικά κινήματα είναι υπαρκτές και ότι αυτά θα αναδειχθούν όταν προκύψουν οι κατάλληλες πολιτικές συνθήκες;
Στα όψιμα βιομηχανοποιημένα κράτη της Ασίας, η κατάσταση είναι ίσως και πάλι διαφορετική. Η Κίνα, και πρόσφατα η Ινδία, εκβιομηχανίζονται σε πρωτόγνωρο επίπεδο. Οι διαδικασίες που προέκυψαν στην Βρετανία του 19ου αιώνα και που ο Μαρξ αναλύει στο Κεφάλαιο, επαναλαμβάνονται σε μεγάλη κλίμακα και με αυξημένο ρυθμό. Οι άνθρωποι συσσωρεύονται στις πόλεις εγκαταλείποντας την ύπαιθρο, με στόχο να δουλέψουν στα καινούρια εργοστάσια που μόλις αναδείχθηκαν. Ο πιο ακραίος πλούτος συμβιώνει με την πιο ακραία φτώχεια. Η Κίνα είναι τώρα το κέντρο της μεγαλύτερης συγκέντρωσης βιομηχανικών εργατών στον κόσμο. Αν αυτές οι συνθήκες θα οδηγήσουν στη δημιουργία μιας στρατευμένης εργατικής τάξης στην Ασία, όπως έγινε στη Βρετανία, μένει να το δούμε. Υπήρξαν πρόσφατα κάποια σημάδια εργατικής αναταραχής, αλλά είναι πολύ νωρίς για να συμπεράνει κανείς πού θα οδηγήσουν.[7]
Η ιδέα του σοσιαλισμού
Η παρούσα κρίση έφερε το καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα στο χείλος της κατάρρευσης. Απέδειξε πως η ελεύθερη αγορά είναι μια ασταθής και δυσλειτουργική βάση για την οικονομική ζωή. Με αυτή την έννοια, επιβεβαίωσε τη μαρξιστική κριτική στον καπιταλισμό. Δεν υπάρχουν ακόμα σημάδια από τις δυνάμεις, που ο Μαρξ πίστευε πως θα αναδεικνύονταν για να προκαλέσουν την ανατροπή και την υπέρβαση του καπιταλισμού. Παρά ταύτα, η κρίση επανέφερε στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα των εναλλακτικών απέναντι στον καπιταλισμό.
Η αποτυχία της αγοράς ανάγκασε τις κυβερνήσεις να αναλάβουν μεγάλο μέρος της διαχείρισης των τραπεζών και ένα σημαντικό ρόλο στην οικονομία. Τώρα τα κρίσιμα ερωτήματα είναι: τι θα έπρεπε να κάνουν (-με;) με τα καινούρια προνόμια και δυνάμεις; Τι είδους χρηματοπιστωτικό και οικονομικό σύστημα θέλουμε; Είναι χάρη στις απαντήσεις που έδωσε σε αυτά τα ερωτήματα, αλλά και για την κριτική του στον καπιταλισμό, που ο Μαρξ είναι σημαντικός και επίκαιρος σήμερα.
Ακόμα και τα μέτρα που πήραν οι κυβερνήσεις ως τώρα περιγράφηκαν σαν «σοσιαλιστικά» από συνηγόρους της ελεύθερης αγοράς στις ΗΠΑ.[8] Υπάρχει μικρή δόση αλήθειας σε αυτή την περιγραφή. Η κρατική ιδιοκτησία και ο έλεγχος του χρηματοπιστωτικού συστήματος και άλλων μεγάλων επιχειρήσεων είναι αναγκαίες συνθήκες για το σοσιαλισμό, υπό τον όρο πως αυτές οι επιχειρήσεις θα αποσπασθούν από τα χέρια των ιδιωτών και οι λειτουργίες τους θα τεθούν υπό κοινωνικό έλεγχο.
Παρόλα αυτά, όσα συνέβησαν μέχρι τώρα –ακόμα και όταν επρόκειτο για πλήρη κρατική ιδιοκτησία- δεν θα έπρεπε να συγχέονται με τον σοσιαλισμό, όπως τον αντιλαμβανόταν ο Μαρξ. Αυτά τα μέτρα δεν ελήφθησαν προς όφελος των εργαζόμενων ή της κοινωνίας ως συνόλου. Ο πρωταρχικός τους στόχος ήταν να σωθούν οι τράπεζες και άλλοι τομείς του συστήματος από την κατάρρευση. Η πρόθεση είναι να επιστραφούν στον ιδιωτικό τομέα και την ελεύθερη αγορά, μόλις οι συνθήκες το επιτρέψουν, και να μην προκύψει τίποτα εν τω μεταξύ που θα θέσει σε κίνδυνο αυτό το στόχο.
Ο σοσιαλισμός είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Αφορά κάτι παραπάνω από κρατική ιδιοκτησία. Αφορά μια σχεδιασμένη οικονομία, που λειτουργεί προς το συμφέρον της κοινότητας και κυρίως των εργαζομένων. Ο σοσιαλισμός προϋποθέτει μια οικονομία ελεγχόμενη όχι από εξωτερικές και ανεξέλεγκτες οικονομικές δυνάμεις, αλλά συνειδητά προγραμματισμένη –μια οικονομία που λειτουργεί για το καλό όλων και όχι για τα κέρδη των λίγων.
Με σημερινούς όρους, αντί να διοχετεύονται αφειδώς χρήματα στις τράπεζες, αυτό σημαίνει, για παράδειγμα, επενδύσεις σε νοσοκομεία, σχολεία, κοινωνικές κατοικίες, μέσα μεταφοράς και άλλες απαραίτητες υποδομές, και πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση του οικολογικού προβλήματος. [9] Τέτοιες επενδύσεις θα γίνονταν για το καλό της κοινότητας και όχι για τη διάσωση της ελεύθερης αγοράς.
Επί πλέον, για τον Μαρξ, ο έλεγχος και ο σχεδιασμός της οικονομίας, καθώς και η λειτουργία της για κοινωνικούς σκοπούς αντί για τα ιδιωτικά κέρδη, είναι μόνο τα πρώτα βήματα προς μια πλήρως σοσιαλιστική κοινωνία. Στην τελική φάση, οραματίζεται ένα ανώτερο επίπεδο, στο οποίο ο εξωτερικός μηχανισμός της αγοράς δεν τίθεται απλά σε πλήρη έλεγχο, αλλά εξαλείφεται εντελώς, και η κοινωνία διέπεται από την αρχή «από τον καθένα σύμφωνα με τις ικανότητές τους, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του!»[10].
Αυτή είναι μια απόμακρη προοπτική. Παρόλα αυτά, είναι μια ζωτικά σημαντική ιδέα που πρέπει να διατηρηθεί ζωντανή. Γιατί μια από τις πιο σημαντικές οπτικές του Μαρξ είναι ότι ο καπιταλισμός δεν είναι μια αναπόδραστη αναγκαιότητα, αλλά ένα περιορισμένο και ιδιαίτερο στάδιο της ιστορικής ανάπτυξης. Η κοινωνία και η οικονομία χρειάζεται να καθορίζονται όχι από τον εχθρικό και εξωγενή μηχανισμό της αγοράς. Ο καπιταλισμός γεννήθηκε σε μια συγκεκριμένη εποχή, έχει μια ιστορία ζωής, και είναι πιθανό να αποτελέσει ένα αυξανόμενο εμπόδιο στην πλήρη αξιοποίηση των παραγωγικών μας δυνάμεων. Ο Μαρξ οραματίζεται ότι θα αντικατασταθεί τελικά από μια εθελοντική και συνεργατική οργάνωση της κοινωνικής και οικονομικής ζωής, στην οποία αγαθά και υπηρεσίες θα διανέμονται ανάλογα με τις ανάγκες και όχι ανάλογα με τη δυνατότητα πληρωμής, και ότι οι άνθρωποι θα συνεισφέρουν την εργατική τους δύναμη για να τα παράγουν οικειοθελώς και όχι μόνο επειδή πληρώνονται για να το κάνουν. Μια καλύτερη εναλλακτική από τον καπιταλισμό είναι εφικτή.
6 Νοεμβρίου 2008 – αναθεωρήθηκε στις 21 Ιουνίου 2010
--------------------------------------------------------------------------------
[1] Αναφέρεται πως η πώληση των έργων του έχει αυξηθεί σημαντικά (The Times, 20 October 2008).
[2] Greenspan – I was wrong about the economy. Sort of,΄ The Guardian, 24 October 2008.
[3] Karl Marx and Frederick Engels, "Manifesto of the Communist Party," in The Marx-Engels Reader, ed. Robert C. Tucker (New York: W.W. Norton, 1978), 478.
[4] Ό.π.
[5] Στην Κίνα, υπήρξε ένα ακόμα μεγαλύτερο πλάνο κρατικά επιδοτούμενων προγραμμάτων για υποδομές.
[6] Catherine Mayer, `The March to the Far Right’, Time Magazine, 10 August, 2009 (http://www.time.com/time/magazine/article/0,9171,1913651-1,00.html).
[7] Jonathan Watts, `Chinese workers strike at Honda Lock parts supplier’, The Guardian, 11 June, 2010 (http://www.guardian.co.uk/business/2010/jun/11/honda-china).
[8] http://en.wikipedia.org/wiki/Tea_Party_movement.
[9] Τέτοιου είδους μέτρα ελήφθησαν στην Κίνα. (The Guardian, 10th November 2008)
[10] Karl Marx, "Critique of the Gotha Program," in The Marx-Engels Reader, ed. Robert C. Tucker (New York: W.W. Norton, 1978), 531.
Του Sean Sayers
Μετάφραση: Μ. Κοντ.
Από το 2007, ο καπιταλισμός διέρχεται τη μεγαλύτερη κρίση του από τη δεκαετία του ΄30 ή ίσως και νωρίτερα. Το 2008, το τραπεζικό σύστημα σώθηκε από την κατάρρευση (τουλάχιστον προς το παρόν) μόνο κατόπιν εκτεταμένης κυβερνητικής παρέμβασης στις ΗΠΑ, τη Βρετανία και άλλες χώρες. Τα χρηματιστήρια σε όλο τον κόσμο έπεσαν κατακόρυφα. Κατόπιν η κρίση επεκτάθηκε και στην «πραγματική οικονομία». Μια μακρά και βαθιά περίοδος ύφεσης ακολούθησε. Ο καπιταλισμός, λέγεται συχνά, βρέθηκε στο χείλος της κατάρρευσης.
Λίγοι οικονομολόγοι και πολιτικοί προέβλεψαν αυτές τις εξελίξεις. Η μεγάλη έκρηξη που οδήγησε σε αυτές τους έκανε να εφησυχάσουν με την πεποίθηση ότι ο κύκλος της ανάπτυξης που ακολουθείται από ύφεση είχε επιτέλους ξεπεραστεί. Μόνο μια προσωπικότητα δεν θα εκπλησσόταν από αυτή την εξέλιξη: ο Μαρξ. Η φήμη του είχε ήδη αυξηθεί εντυπωσιακά. Μετά από μια μακρά περίοδο που όλοι απέρριπταν και αρνούνταν τις ιδέες του, αναζωπυρώθηκε το ενδιαφέρον γι’αυτές.[1] Πολύ καιρό πριν, προέβαλε επιχειρήματα πως ο καπιταλισμός είναι εκ φύσεως ασταθής και υπόκειται σε κρίσεις, και είχε ήδη προβλέψει την ενδεχόμενη κατάρρευσή του.
Η ανάλυση του καπιταλισμού από τον Μαρξ, πολλοί λένε πως αποδείχθηκε σωστή. Ποια όμως ακριβώς στοιχεία της μαρξιστικής ανάλυσης δικαιώθηκαν; Καταρχάς, η κριτική του Μαρξ για την ελεύθερη αγορά επιβεβαιώθηκε. Η ελεύθερη αγορά του φιλελευθερισμού και του laissez-faire, που κυριαρχούσε στην οικονομική και κοινωνική σκέψη κατά τα τελευταία 30 χρόνια διαψεύστηκε. Ακόμα και ο Alan Greenspan, ο πρώην διευθυντής της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, ένας από του πιο σημαίνοντες υπερασπιστές του, παραδέχτηκε πως η φιλοσοφία της ελεύθερης αγοράς είναι προβληματική. «Έκανα λάθος που συμπέρανα πως τα συμφέροντα των οργανισμών, και ειδικά των τραπεζών και άλλων, ήταν τέτοια ώστε να έχουν την ικανότητα να προστατεύσουν τους μετόχους τους και την εταιρική θέση τους»[2].
Η παρούσα κρίση αποδεικνύει και πάλι πως η ελεύθερη αγορά δεν είναι ο αγαθός αυτορρυθμιζόμενος μηχανισμός που οι φανατικοί της υποστηρικτές ισχυρίζονταν πως ήταν. Δεν εξυπηρετεί πάντα το κοινό καλό, ούτε οδηγεί νομοτελειακά στην οικονομική ανάπτυξη και ευημερία. Αντιθέτως, όπως ισχυρίζεται ο Μαρξ, η ελεύθερη αγορά λειτουργεί σαν ένα αλλότριο σύστημα με δική του ζωή. Είναι ένας μη ελέγξιμος και εκ φύσεως ασταθής μηχανισμός. Οδηγεί περιοδικά σε κρίσεις, κατά τις οποίες ένας μεγάλος αριθμός ανθρώπων χάνει τη δουλειά του και χρήσιμα μέσα παραγωγής καταστρέφονται. Αυτά δείχνουν πως το καπιταλιστικό σύστημα δεν είναι ικανό να ρυθμίσει τις παραγωγικές δυνάμεις που μόνο του δημιούργησε. Κατά τη γλαφυρή εικόνα του Μαρξ, είναι «σαν το μάγο που δεν μπορεί πια να ελέγξει τις δυνάμεις του κάτω κόσμου, που μόνος του κάλεσε με τα ξόρκια του»[3]. Περιοδικά, οι δυνάμεις παραγωγής αναπτύσσονται τόσο πολύ, ώστε να έρχονται σε σύγκρουση με τις ήδη υπάρχουσες καπιταλιστικές οικονομικές σχέσεις. Τότε ενσκήπτει κρίση.
Και πώς ξεπερνά η αστική τάξη αυτές τις κρίσεις; Αφενός, επιβάλλοντας την μαζική καταστροφή μέσων παραγωγής. Αφετέρου, με την κατάκτηση νέων αγορών και την παράλληλη, ακόμα πιο άγρια, εκμετάλλευση των ήδη υπαρχουσών [αγορών]. Συνεπώς, χαράσσοντας το δρόμο για πιο εκτεταμένες και καταστροφικές κρίσεις και μειώνοντας τους τρόπους πρόληψης κρίσεων.[4]
Έτσι, το σύστημα παραπαίει σε μια σειρά περιόδων ανάπτυξης και ύφεσης. Είναι εκ φύσεως ασταθές. Ύφεση και κρίση δεν οφείλονται σε ανεπαρκείς ρυθμίσεις ή αδύναμες κυβερνητικές πολιτικές, αντίθετα αποτελούν ουσιαστικό στοιχείο της δυναμικής του καπιταλισμού και των μηχανισμών λειτουργίας του.
Η κατάρρευση του καπιταλισμού;
Τελικά, πίστευε ο Μαρξ, ο καπιταλισμός είναι καταδικασμένος να καταρρεύσει και να παραχωρήσει τη θέση του σε μια σοσιαλιστική κοινωνία. Πρόκειται άραγε γι’ αυτό, του οποίου είμαστε τώρα μάρτυρες; Κάποιοι το πίστεψαν. Αναμφίβολα αυτή η κρίση είναι πολύ σοβαρή. Το κράτος των ΗΠΑ, ακόμα και επί Μπους, αναγκάστηκε να αναλάβει υπό την προστασία του τράπεζες και εταιρίες του κτηματομεσιτικού τομέα, προκειμένου να σώσει το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα από τον κίνδυνο της κατάρρευσης. Κυβερνήσεις ανά τον κόσμο έλαβαν παρόμοια μέτρα. Αναγκάστηκαν να εξαγοράσουν μερίσματα σε τράπεζες και κτηματομεσιτικές εταιρίες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να τις εθνικοποιήσουν. Αυστηρότερος έλεγχος των δραστηριοτήτων τους επιβάλλεται με δυσφορία. «Ενέσεις» κρατικών κονδυλίων έγιναν μαζικά στο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Σε ό,τι αφορά την «πραγματική» οικονομία, στην αρχή της κρίσης, υπήρξαν κάποιες συζητήσεις για την ανάγκη δημόσιων προγραμμάτων ευρείας κλίμακας, για να αμβλυνθούν οι χειρότερες συνέπειες της οικονομικής ύφεσης, στην λογική του «New Deal» της δεκαετίας του ’30, αλλά στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ μόνο η αυτοκινητοβιομηχανία βοηθήθηκε ουσιαστικά.[5]
Επί πλέον, είναι προφανές πως διερχόμαστε διαμέσου μιας παγκόσμιας κρίσης ενός παγκόσμιου οικονομικού συστήματος. Μολονότι υπήρξε μια πρόνοια διεθνούς συντονισμού, οι απαιτούμενοι για μια επιτυχή παγκόσμια απάντηση στην κρίση θεσμοί, σχεδόν δεν υπάρχουν ακόμα. Και όσοι υπάρχουν (ΔΝΤ, Παγκόσμια τράπεζα, ΟΗΕ), χρειάζονται αναδιάρθρωση και ενίσχυση για να ανταποκριθούν στις παρούσες οικονομικές πραγματικότητες, ιδιαίτερα με το να ενσωματώσουν τις αναδυόμενες οικονομίες, όπως η Κίνα, η Ινδία, η Ρωσία, η Βραζιλία, η Κορέα κλπ.
Το εύρος αυτών των μέτρων πιστοποιεί το βάθος της κρίσης. Και είναι σαφές πως ακόμα δεν έχει φτάσει στο τέρμα. Οι κρίσεις χρέους που τώρα εμφανίζονται σε πολλά ευρωπαϊκά κράτη και η αστάθεια του ευρώ δείχνουν πως υπάρχει ακόμα μια πραγματική πιθανότητα κατάρρευσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος και σοβαρής μακράς διπλής ύφεσης.
Άραγε παρακολουθούμε, λοιπόν, την κατάρρευση του καπιταλισμού, όπως πολλοί διατείνονται; Αυτό κατά τη γνώμη μου, δεν είναι πιθανό. Χρειάζονται περισσότερα για να τελειώσει ο καπιταλισμός, από μια κρίση, όσο σοβαρή κι αν είναι αυτή. Μια κρίση είναι ένα καθαρά αρνητικό φαινόμενο. Αλλά χρειάζονται και οι θετικοί παράγοντες, εκτός από τους αρνητικούς, για να φέρουν μια αλλαγή του συστήματος. Αυτό περιλαμβάνει, όχι απλά την κατάρρευση του παλιού συστήματος, αλλά και τη δημιουργία μιας νέας εναλλακτικής, μιας νέας τάξης πραγμάτων.
Δεν είναι απλά μια οικονομική διαδικασία, αλλά είναι και πολιτική. Χρειάζεται να υπάρχουν οι πολιτικές δυνάμεις που θα δημιουργήσουν το καινούριο. Παρά το τεράστιο και διαρκώς αυξανόμενο άνοιγμα της ψαλίδας της ανισότητας και την ευρέως διασπαρμένη φτώχεια και μιζέρια, τέτοιες δυνάμεις δε φαίνεται να υπάρχουν. Αυτή τη στιγμή, φαίνεται, ότι δεν υπάρχουν αποτελεσματικές και πειστικές αντικαπιταλιστικές δυνάμεις.
Ο Μαρξ πίστευε πως αυτές οι δυνάμεις θα γεννιόντουσαν μέσα από τον ίδιο τον καπιταλισμό. Έλεγε πως η εργατική τάξη, που δημιουργήθηκε από τις συνθήκες της σύγχρονης βιομηχανικής εργασίας μέσα στον καπιταλισμό, θα αποτελούσε μια τέτοια δύναμη. Οι συνθήκες τις εργατικής τάξης στις βιομηχανικές χώρες, όταν εκείνος έγραφε τα έργα του, ήταν φριχτές. Αγρότες και βιοτέχνες είχαν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν την ύπαιθρο και να μεταφερθούν στα αστικά κέντρα και τα εργοστάσια. Η βιομηχανική παραγωγή στα εργοστάσια είχε εντείνει την εκμετάλλευση και χειροτερεύσει τις συνθήκες εργασίας. Οι εργάτες, συμπεριλαμβανομένων γυναικών και ανήλικων παιδιών, εξαναγκάζονταν από την ένδεια να δουλεύουν απίστευτα πολλές ώρες για μισθούς πείνας. Η προστασία του πλούτου και των δικαιωμάτων των εργατών ήταν μηδαμινή.
Παρόλα αυτά, ο Μαρξ δεν θεωρούσε την εργατική τάξη απλά μια εξαθλιωμένη, φτωχή, αποκτηνωμένη και καταπιεσμένη μάζα. Ο αντίκτυπος της βιομηχανίας δεν ήταν αποκλειστικά αρνητικός. Η εργατική τάξη ενεργοποιούνταν και ριζοσπαστικοποιούνταν από αυτές τις συνθήκες. Ενωνόταν και εκπαιδευόταν, η αλληλεγγύη και η συνειδητοποίησή της αυξάνονταν. Σταθερά, κατά το 19ο και το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, ισχυροποιούνταν πολιτικά –οργανωνόταν καλύτερα και γινόταν πιο αγωνιστική. Μια επαναστατική βιομηχανική εργατική τάξη αναπτύχθηκε, ακριβώς όπως είχε προβλέψει ο Μαρξ.
Ο καπιταλισμός σήμερα
Στον προχωρημένο καπιταλιστικό κόσμο, όμως, οι συνθήκες έχουν αλλάξει πολύ από τότε. Μολονότι ο καπιταλισμός οδήγησε σε μια τεράστια διεύρυνση των ανισοτήτων, σε υψηλή ανεργία, φτώχεια και εξαθλίωση, δεν υπάρχουν σημάδια ανάδειξης μιας επαναστατικής εργατικής τάξης. Το αν είναι ακόμα ρεαλιστική η μαρξιστική ανάλυση τίθεται σήμερα υπό αμφισβήτηση.
Ειδικά, ο χαρακτήρας των τάξεων στις προηγμένες βιομηχανικές κοινωνίες έχει μεταβληθεί. Συχνά αυτές ονομάζονται «μετα-βιομηχανικές» κοινωνίες. Η βιομηχανία διαδραματίζει έναν διαρκώς μειούμενο ρόλο στις οικονομίες τους και η βιομηχανική εργατική τάξη αποτελεί μια μικρή ή μειούμενη μερίδα του εργατικού τους δυναμικού.
Αυτό οφείλεται εν μέρει στις παγκόσμιες οικονομικές αλλαγές. Ο Μαρξ επικεντρώθηκε στον καπιταλισμό στη Βρετανία του 19ου αιώνα, και τον ανέλυσε ως ένα αυτόνομο εθνικό φαινόμενο. Σήμερα, ο καπιταλισμός είναι ένα παγκόσμιο σύστημα. Η βιομηχανία μεταφέρθηκε εκεί όπου το κόστος είναι το χαμηλότερο δυνατό και οι συνθήκες οι χειρότερες. Οι εργάτες σε ολόκληρο τον κόσμο, κατά συνέπεια, τίθενται σε άμεσο ανταγωνισμό μεταξύ τους. Μεγάλο μέρος της βιομηχανίας μετατοπίστηκε από την Ευρώπη και τη Βόρειο Αμερική, σε περιοχές όπως η Κίνα και η Ινδία. Παρά ταύτα, ο καπιταλισμός δεν έπαψε να είναι ένα βιομηχανικό σύστημα: η βιομηχανία είναι ακόμα θεμελιώδης για την οικονομία.
Η οικονομία επίσης λέγεται πως μετατρέπεται σε «μετα-βιομηχανική», εξαιτίας αλλαγών στον ίδιο το χαρακτήρα της παραγωγής, οφειλόμενων κατά κύριο λόφο στην αυτοματοποίηση και στην χρήση της τεχνολογίας της πληροφορίας. Οι παλιές βιομηχανίες μεταμορφώνονται. Η παραγωγή αυτοματοποιείται, η παραγωγικότητα αυξάνεται εντυπωσιακά. Ο αριθμός των εργατών στις κατασκευαστικές βιομηχανίες είναι πλέον ένα μικρό κλάσμα αυτού που κάποτε ήταν (το ίδιο ισχύει και για την αγροτική παραγωγή). Ταυτόχρονα, ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι εργάζονται στον τομέα των υπηρεσιών –σε γραφεία, καταστήματα ή ακόμα και στο σπίτι χρησιμοποιώντας υπολογιστές. Η ένταξη στα συνδικάτα και η πολιτικοποιημένη αγωνιστικότητα της εργατικής τάξης μειώθηκαν. Η αλληλεγγύη και η ταξική συνείδηση του βιομηχανικού προλεταριάτου στην εποχή της ακμής του έχουν παρέλθει. Και πιθανότατα δε θα επανέλθουν.
Είναι γεγονός πως ο χαρακτήρας των τάξεων έχει αλλάξει σημαντικά από την εποχή του Μαρξ και η αντίληψη που είχε εκείνος για τις τάξεις χρειάζεται να αναθεωρηθεί αντίστοιχα. Ο ισχυρισμός, ωστόσο, που είναι πιο αμφισβητήσιμος είναι η ιδέα πως η τάξη έχει πάψει πλέον να είναι να είναι η θεμελιώδης μορφή του διαχωρισμού στην καπιταλιστική κοινωνία. Μολονότι ο χαρακτήρας της έχει αλλάξει, η εργατική τάξη εξακολουθεί να αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού. Κατά το μεγαλύτερο μέρος, η εργατική τάξη πια (σε περιοχές όπως η Βρετανία τουλάχιστον) βρίσκεται πλέον σε γραφεία και καταστήματα, σε αποθήκες διανομής και τηλεφωνικά κέντρα, παρά σε εργοστάσια. Αλλά αυτοί οι εργαζόμενοι παραμένουν μέλη της εργατικής τάξης, όπως την περιέγραψε ο Μαρξ. Αυτό σημαίνει πως είναι άνθρωποι που δεν έχουν μερίδιο στο κεφάλαιο και εξαρτώνται εντελώς από την εργατική τους δύναμη για να επιζήσουν, και που κατέχουν υποτελείς θέσεις στον καταμερισμό της εργασίας.
Πολλοί σχολιαστές έπαψαν να βλέπουν την εργατική τάξη ως δυνάμει επαναστατική δύναμη. Αντίθετα, ψάχνουν [την επαναστατική δύναμη]σε στερούμενες πολιτικών δικαιωμάτων, απόκληρες και δυσφορούσες κοινωνικές ομάδες –στις γυναίκες, τις μειονότητες και τους νέους. Ψάχνουν επαναστατικό δυναμικό στο οικολογικό κίνημα, στο φεμινιστικό κίνημα και στο άμορφο αντικαπιταλιστικό κίνημα. Ωστόσο, αυτές οι ομάδες στερούνται της αλληλεγγύης και των κοινών συμφερόντων του ταξικά γειωμένου σοσιαλιστικού κινήματος ή της ενωτικής θεώρησης του μαρξισμού. Είναι αμφίβολο το κατά πόσον μπορούν να συγκροτήσουν ένα επαρκώς ενωμένο ή συνεκτικό κίνημα. Η εργατική τάξη παραμένει ακόμα, κατά πάσα πιθανότητα, το επαναστατικό υποκείμενο.
Υπάρχουν λίγα σημάδια πως αυτή επιτελεί αυτό το ρόλο, αλλά θα ήταν λάθος να ερμηνευθεί αυτό σαν σημάδι ικανοποίησής της από την παρούσα κατάσταση πραγμάτων. Ιδιαίτερα με την οικονομική ύφεση που αντιμετωπίζουμε σήμερα, υπάρχει σε μεγάλο βαθμό αποξένωση, απογοήτευση και οργή. Ο σημαντικότερος λόγος που οι άνθρωποι είναι τόσο παθητικοί είναι το γεγονός ότι δε βλέπουν τρόπο, με τον οποίο να μπορέσουν να επιφέρουν μια σημαντική αλλαγή, η οποία να οδηγήσει σε ένα καλύτερο μέλλον. Άπαξ και εμφανιστεί αυτή η ελπίδα, η παρούσα κατάσταση μπορεί να ανατραπεί γρήγορα.
Είναι πιθανό η οικονομική κρίση να διαβρώσει περαιτέρω την εμπιστοσύνη των ανθρώπων στα υπάρχοντα πολιτικά κόμματα, τα οποία στηρίζουν την παρούσα κατάσταση και να οδηγήσει σε ένα ανώτερο επίπεδο υποστήριξης ριζοσπαστικών εναλλακτικών, τόσο της δεξιάς όσο και της αριστεράς. Αλλά δεν είναι καθόλου βέβαιο πως μόνον η αριστερά θα το καρπωθεί. Αν η εμπειρία της ύφεσης του ’30 έχει να μας διδάξει κάτι, ο κίνδυνος να αναπτυχθεί μια εθνικιστική, ρατσιστική και ακροδεξιά αντίδραση είναι υπαρκτός. Υπάρχουν ενδείξεις σε όλη την Ευρώπη.[6] Η προοπτική του σοσιαλισμού είναι ακόμα μακρινή.
Παρόμοια πράγματα ισχύουν για την κατάσταση σε άλλα μέρη του πλανήτη. Η θεωρία πως η τεράστια συσσώρευση πλούτου που προέκυψε από την παγκοσμιοποίηση του εμπορίου και της φούσκας των τελευταίων 30 χρόνων θα ευνοούσε και τα κατώτερα στρώματα αποδείχθηκε απατηλή. Αντιθέτως, το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών αυξήθηκε δραματικά, όχι μόνο σε κράτη όπως οι ΗΠΑ και η Βρετανία, αλλά παγκοσμίως. Σε μεγάλες περιοχές της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής ενδημούν τα πιο φριχτά επίπεδα φτώχειας και εξαθλίωσης, και όμως προς το παρόν δεν υπάρχουν σημάδια ανάδειξης επαναστατικών δυνάμεων. Ποιος αμφιβάλλει, όμως, ότι οι συνθήκες για επαναστατικά κινήματα είναι υπαρκτές και ότι αυτά θα αναδειχθούν όταν προκύψουν οι κατάλληλες πολιτικές συνθήκες;
Στα όψιμα βιομηχανοποιημένα κράτη της Ασίας, η κατάσταση είναι ίσως και πάλι διαφορετική. Η Κίνα, και πρόσφατα η Ινδία, εκβιομηχανίζονται σε πρωτόγνωρο επίπεδο. Οι διαδικασίες που προέκυψαν στην Βρετανία του 19ου αιώνα και που ο Μαρξ αναλύει στο Κεφάλαιο, επαναλαμβάνονται σε μεγάλη κλίμακα και με αυξημένο ρυθμό. Οι άνθρωποι συσσωρεύονται στις πόλεις εγκαταλείποντας την ύπαιθρο, με στόχο να δουλέψουν στα καινούρια εργοστάσια που μόλις αναδείχθηκαν. Ο πιο ακραίος πλούτος συμβιώνει με την πιο ακραία φτώχεια. Η Κίνα είναι τώρα το κέντρο της μεγαλύτερης συγκέντρωσης βιομηχανικών εργατών στον κόσμο. Αν αυτές οι συνθήκες θα οδηγήσουν στη δημιουργία μιας στρατευμένης εργατικής τάξης στην Ασία, όπως έγινε στη Βρετανία, μένει να το δούμε. Υπήρξαν πρόσφατα κάποια σημάδια εργατικής αναταραχής, αλλά είναι πολύ νωρίς για να συμπεράνει κανείς πού θα οδηγήσουν.[7]
Η ιδέα του σοσιαλισμού
Η παρούσα κρίση έφερε το καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα στο χείλος της κατάρρευσης. Απέδειξε πως η ελεύθερη αγορά είναι μια ασταθής και δυσλειτουργική βάση για την οικονομική ζωή. Με αυτή την έννοια, επιβεβαίωσε τη μαρξιστική κριτική στον καπιταλισμό. Δεν υπάρχουν ακόμα σημάδια από τις δυνάμεις, που ο Μαρξ πίστευε πως θα αναδεικνύονταν για να προκαλέσουν την ανατροπή και την υπέρβαση του καπιταλισμού. Παρά ταύτα, η κρίση επανέφερε στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα των εναλλακτικών απέναντι στον καπιταλισμό.
Η αποτυχία της αγοράς ανάγκασε τις κυβερνήσεις να αναλάβουν μεγάλο μέρος της διαχείρισης των τραπεζών και ένα σημαντικό ρόλο στην οικονομία. Τώρα τα κρίσιμα ερωτήματα είναι: τι θα έπρεπε να κάνουν (-με;) με τα καινούρια προνόμια και δυνάμεις; Τι είδους χρηματοπιστωτικό και οικονομικό σύστημα θέλουμε; Είναι χάρη στις απαντήσεις που έδωσε σε αυτά τα ερωτήματα, αλλά και για την κριτική του στον καπιταλισμό, που ο Μαρξ είναι σημαντικός και επίκαιρος σήμερα.
Ακόμα και τα μέτρα που πήραν οι κυβερνήσεις ως τώρα περιγράφηκαν σαν «σοσιαλιστικά» από συνηγόρους της ελεύθερης αγοράς στις ΗΠΑ.[8] Υπάρχει μικρή δόση αλήθειας σε αυτή την περιγραφή. Η κρατική ιδιοκτησία και ο έλεγχος του χρηματοπιστωτικού συστήματος και άλλων μεγάλων επιχειρήσεων είναι αναγκαίες συνθήκες για το σοσιαλισμό, υπό τον όρο πως αυτές οι επιχειρήσεις θα αποσπασθούν από τα χέρια των ιδιωτών και οι λειτουργίες τους θα τεθούν υπό κοινωνικό έλεγχο.
Παρόλα αυτά, όσα συνέβησαν μέχρι τώρα –ακόμα και όταν επρόκειτο για πλήρη κρατική ιδιοκτησία- δεν θα έπρεπε να συγχέονται με τον σοσιαλισμό, όπως τον αντιλαμβανόταν ο Μαρξ. Αυτά τα μέτρα δεν ελήφθησαν προς όφελος των εργαζόμενων ή της κοινωνίας ως συνόλου. Ο πρωταρχικός τους στόχος ήταν να σωθούν οι τράπεζες και άλλοι τομείς του συστήματος από την κατάρρευση. Η πρόθεση είναι να επιστραφούν στον ιδιωτικό τομέα και την ελεύθερη αγορά, μόλις οι συνθήκες το επιτρέψουν, και να μην προκύψει τίποτα εν τω μεταξύ που θα θέσει σε κίνδυνο αυτό το στόχο.
Ο σοσιαλισμός είναι κάτι εντελώς διαφορετικό. Αφορά κάτι παραπάνω από κρατική ιδιοκτησία. Αφορά μια σχεδιασμένη οικονομία, που λειτουργεί προς το συμφέρον της κοινότητας και κυρίως των εργαζομένων. Ο σοσιαλισμός προϋποθέτει μια οικονομία ελεγχόμενη όχι από εξωτερικές και ανεξέλεγκτες οικονομικές δυνάμεις, αλλά συνειδητά προγραμματισμένη –μια οικονομία που λειτουργεί για το καλό όλων και όχι για τα κέρδη των λίγων.
Με σημερινούς όρους, αντί να διοχετεύονται αφειδώς χρήματα στις τράπεζες, αυτό σημαίνει, για παράδειγμα, επενδύσεις σε νοσοκομεία, σχολεία, κοινωνικές κατοικίες, μέσα μεταφοράς και άλλες απαραίτητες υποδομές, και πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση του οικολογικού προβλήματος. [9] Τέτοιες επενδύσεις θα γίνονταν για το καλό της κοινότητας και όχι για τη διάσωση της ελεύθερης αγοράς.
Επί πλέον, για τον Μαρξ, ο έλεγχος και ο σχεδιασμός της οικονομίας, καθώς και η λειτουργία της για κοινωνικούς σκοπούς αντί για τα ιδιωτικά κέρδη, είναι μόνο τα πρώτα βήματα προς μια πλήρως σοσιαλιστική κοινωνία. Στην τελική φάση, οραματίζεται ένα ανώτερο επίπεδο, στο οποίο ο εξωτερικός μηχανισμός της αγοράς δεν τίθεται απλά σε πλήρη έλεγχο, αλλά εξαλείφεται εντελώς, και η κοινωνία διέπεται από την αρχή «από τον καθένα σύμφωνα με τις ικανότητές τους, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του!»[10].
Αυτή είναι μια απόμακρη προοπτική. Παρόλα αυτά, είναι μια ζωτικά σημαντική ιδέα που πρέπει να διατηρηθεί ζωντανή. Γιατί μια από τις πιο σημαντικές οπτικές του Μαρξ είναι ότι ο καπιταλισμός δεν είναι μια αναπόδραστη αναγκαιότητα, αλλά ένα περιορισμένο και ιδιαίτερο στάδιο της ιστορικής ανάπτυξης. Η κοινωνία και η οικονομία χρειάζεται να καθορίζονται όχι από τον εχθρικό και εξωγενή μηχανισμό της αγοράς. Ο καπιταλισμός γεννήθηκε σε μια συγκεκριμένη εποχή, έχει μια ιστορία ζωής, και είναι πιθανό να αποτελέσει ένα αυξανόμενο εμπόδιο στην πλήρη αξιοποίηση των παραγωγικών μας δυνάμεων. Ο Μαρξ οραματίζεται ότι θα αντικατασταθεί τελικά από μια εθελοντική και συνεργατική οργάνωση της κοινωνικής και οικονομικής ζωής, στην οποία αγαθά και υπηρεσίες θα διανέμονται ανάλογα με τις ανάγκες και όχι ανάλογα με τη δυνατότητα πληρωμής, και ότι οι άνθρωποι θα συνεισφέρουν την εργατική τους δύναμη για να τα παράγουν οικειοθελώς και όχι μόνο επειδή πληρώνονται για να το κάνουν. Μια καλύτερη εναλλακτική από τον καπιταλισμό είναι εφικτή.
6 Νοεμβρίου 2008 – αναθεωρήθηκε στις 21 Ιουνίου 2010
--------------------------------------------------------------------------------
[1] Αναφέρεται πως η πώληση των έργων του έχει αυξηθεί σημαντικά (The Times, 20 October 2008).
[2] Greenspan – I was wrong about the economy. Sort of,΄ The Guardian, 24 October 2008.
[3] Karl Marx and Frederick Engels, "Manifesto of the Communist Party," in The Marx-Engels Reader, ed. Robert C. Tucker (New York: W.W. Norton, 1978), 478.
[4] Ό.π.
[5] Στην Κίνα, υπήρξε ένα ακόμα μεγαλύτερο πλάνο κρατικά επιδοτούμενων προγραμμάτων για υποδομές.
[6] Catherine Mayer, `The March to the Far Right’, Time Magazine, 10 August, 2009 (http://www.time.com/time/magazine/article/0,9171,1913651-1,00.html).
[7] Jonathan Watts, `Chinese workers strike at Honda Lock parts supplier’, The Guardian, 11 June, 2010 (http://www.guardian.co.uk/business/2010/jun/11/honda-china).
[8] http://en.wikipedia.org/wiki/Tea_Party_movement.
[9] Τέτοιου είδους μέτρα ελήφθησαν στην Κίνα. (The Guardian, 10th November 2008)
[10] Karl Marx, "Critique of the Gotha Program," in The Marx-Engels Reader, ed. Robert C. Tucker (New York: W.W. Norton, 1978), 531.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)