Καπιταλιστική κρίση και εργατικό κίνημα
Δεν υπάρχει τίποτα πιο «πραγματικό» στην υπόγεια αποθήκη της καπιταλιστικής παραγωγής από ό,τι υπάρχει στην εμπορική οροφή ή στην κερδοσκοπική του πτέρυγα (…) Η επιστροφή στο πραγματικό δεν είναι ασφαλώς η κίνηση που οδηγεί από την κακή, την «παράλογη» κερδοσκοπία στην υγιή παραγωγή. Είναι η κίνηση της επιστροφής όλων αυτών που κατοικούν τούτο τον κόσμο στην άμεση και λελογισμένη ζωή»
Badiou Alain.
Το Νοέμβριο του 2008 είχαμε βγάλει ως σχήμα ένα κείμενο για την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση (www.paremvasis.gr/afs/viewtopic.php?f=27&t=36&sid=b58b524eadf86352f0c2f836a0dcc255), σε μια προσπάθεια να ανοίξει η συζήτηση στο εσωτερικό των Παρεμβάσεων, εκτιμώντας ότι εισαγόμαστε σε μια νέα συγκυρία τόσο σε διεθνές επίπεδο, όσο και στην Ελλάδα. Ο κύριος στόχος εκείνου του κειμένου ήταν διπλός : α) να δείξει ότι η καπιταλιστική κρίση δεν οδηγεί με ένα μηχανιστικό τρόπο, σε μια γενικευμένη πολιτική κρίση και ριζοσπαστικοποίηση και β) να αμφισβητήσει την κυρίαρχη εκείνη την περίοδο άποψη, που υιοθετούσε και ένα μεγάλο μέρος της ριζοσπαστικής διανόησης, ότι η κρίση οδηγεί σε μια υπέρβαση της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας, μέσω της κρατικής παρέμβασης για την στήριξη των τραπεζών και των διάφορων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, πραγματικότητα που σύμφωνα με τη συγκεκριμένη οπτική δημιουργούσε τις προϋποθέσεις μετάβασης σε μια νέα περίοδο κρατικού ελέγχου των αγορών που υπό όρους ενείχε προοδευτικές δυνατότητες. Η υποτιθέμενη κεϋνσιανή στροφή του Ομπάμα στις ΗΠΑ ήταν χαρακτηριστικό επιχείρημα αυτής της οπτικής. Στη βάση των δύο αυτών βασικών θέσεων θέλαμε να υπογραμμίσουμε την άποψη ότι μόνο διαμέσου της οργανωμένης πολιτικής παρέμβασης του εργατικού κινήματος θα μπορούσαμε να ελπίζουμε σε μια αλλαγή των ταξικών συσχετισμών, υπέρ του κόσμου της εργασίας και ότι θα έπρεπε αντίστοιχα να αντιμετωπίζουμε με σκεπτικισμό κάθε οπτική που βασιζόταν είτε στο «αυθόρμητο ριζοσπαστισμό» των μαζών είτε, ακόμα χειρότερα, στις πρακτικές «αυτοεξορθολογισμού» του ίδιου του καπιταλισμού.
Από τότε τα πάντα έχουν σαφώς αλλάξει. Η κρίση δεν είναι πια μια μακρινή πραγματικότητα που αφορά, κατά βάση, τον αγλλοσαξονικό καπιταλισμό, αλλά βιώνεται με τον πιο έντονο τρόπο από την ίδια την ελληνική κοινωνία, γεγονός που μετασχημάτισε αποφασιστικά, όχι απλώς τη γενική θεωρητική συζήτηση για την κρίση, αλλά και το ίδιο το πεδίο της κοινωνικής αντιπαράθεσης. Στο εξής, η συζήτηση για την κρίση δεν είναι μόνο ένα πεδίο διαλόγου μεταξύ διαφορετικών θεωρητικών απόψεων και ρευμάτων σκέψης, αλλά εμπλέκεται στην πολιτική παρέμβαση κάθε ριζοσπαστικής συλλογικότητας. Η καπιταλιστική κρίση βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη κάθε πολιτικού και συνδικαλιστικού υποκειμένου και ορίζει ρητά ή άρρητα το λόγο και την παρέμβασή του.
Μολονότι κάτι τέτοιο ήταν αναμενόμενο να συμβεί, παρατηρείται στο εσωτερικό συνολικά της Αριστεράς, ένα παράδοξο χάσμα ανάμεσα σε μια διανοητική και θεωρητική συζήτηση περί κρίσης που επιχειρεί να προσδιορίσει ασφαλώς και μια συγκεκριμένη πολιτική στρατηγική για το εργατικό κίνημα και στην ίδια την πρακτική του εργατικού κινήματος. Υπό μια έννοια, η συζήτηση περί κρίσης, αν και ιδιαίτερα διαδεδομένη, δεν έχει απαραίτητα μια οργανική σχέση με την πολιτική πρακτική των υπαρκτών εργατικών συλλογικότητων. Το αποτέλεσμα είναι η συζήτηση για την κρίση να εκκενώνεται από το κοινωνικό της περιεχόμενο και σε αρκετές περιπτώσεις να προσπαθεί να αντικαταστήσει υπαρκτές πολιτικές και εργατικές συλλογικότητες, την ίδια στιγμή ακριβώς, που το εργατικό κίνημα περιορίζεται στον εμπειρισμό, αντιμετωπίζοντας τη νέα πραγματικότητα μέσω τυπικών συνδικαλιστικών αιτημάτων που οδηγούν εκ των πραγμάτων στον αμυντισμό, την απογοήτευση και την αδυναμία συνολικής αντιπαράθεσης απέναντι σε μια συνολική επίθεση. Εν ολίγοις, αλλού διεξάγεται η συζήτηση για την κρίση, αλλού πραγματώνεται η κοινωνική αντιπαράθεση, χωρίς να υπάρχει πάντοτε η αναγκαία αλληλοτροφοδότηση θεωρητικής ανάλυσης και πολιτικής πρακτικής.
Το παρόν κείμενο στοχεύει στο να ξανανοίξει και να γεφυρώσει παράλληλα τη συζήτηση, στο εσωτερικό των Παρεμβάσεων, αν και σε καμιά περίπτωση δε φιλοδοξεί να πει πράγματα που δεν έχουν ειπωθεί και γραφτεί και από άλλους/ες, πόσο μάλλον να εξαντλήσει το σύνολο των επίδικων ζητημάτων.
Στην πράξη ζούμε από το Φλεβάρη και μετά, την πιο επιθετική κίνηση του ελληνικού αστικού κράτους στο οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο από την περίοδο του Εμφυλίου και μετά. Το κυρίαρχο μπλοκ εξουσίας, υπό την ηγεμονία των πιο ισχυρών και διεθνοποιημένων μερίδων του ελληνικού κεφαλαίου, επιχειρεί μια πρωτοφανή μεταφορά εισοδήματος προς όφελος της κυρίαρχης τάξης, συρρίκνωσης των όποιων κοινωνικών δικαιωμάτων έχουν απομείνει στους εργαζομένους και ριζικής αλλαγής του συνολικού ταξικού συσχετισμού ισχύος, σε μια προσπάθεια να ανταποκριθεί ο ελληνικός καπιταλισμός, αφενός στις διεθνείς πιέσεις από κεφάλαια κοινωνικών σχηματισμών με υψηλότερη ανταγωνιστικότητα και αφέτερου να διατηρήσει τον οικονομικό και πολιτικό του ρόλο, στα πλαίσια πάντα της συνολικής ιμπεριαλιστικής αλυσίδας, στην περιοχή της Ν.Α Ευρώπης. Από αυτή την άποψη, το σύνολο των κυβερνητικών μέτρων πρέπει να γίνουν αντικείμενο μιας βαθύτερης και πιο ουσιαστικής ανάγνωσης. Δεν αποτελούν μια τυπική δέσμη μέτρων λιτότητας για την «ανάκαμψη και εξυγίανση» της ελληνικής οικονομίας, με βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, αντιλαϊκά μέτρα που έχουν ληφθεί αρκετές φορές στο παρελθόν από τις ελληνικές κυβερνήσεις από το 1985 και μετά, αλλά συγκροτούν μια συνολική πολιτική στρατηγική αναδιαμόρφωσης του ελληνικού καπιταλισμού, προκειμένου ο τελευταίος να ανταποκριθεί στο άγριο διεθνές τοπίο του καπιταλιστικού ανταγωνισμού που δημιούργησε η παγκόσμια κρίση. Αν και είναι ριψοκίνδυνη κάθε προσπάθεια γενίκευσης των σημερινών τάσεων, δεν είναι υπερβολικό να πούμε ότι βρισκόμαστε στο μέσο μιας βαθιάς τομής στην εξέλιξη του ελληνικού καπιταλισμού και της πάλης των τάξεων στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό. Από πολλές απόψεις, οι σημερινές εξελίξεις ενδέχεται να καθορίσουν, με αποφασιστικό τρόπο, τη συνολική εξέλιξη των ταξικών αντιπαραθέσεων τις επόμενες δεκαετίες.
Κατά συνέπεια έχει καθοριστική σημασία το γενικό πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διεξάγεται η συζήτηση για την καπιταλιστική κρίση. Κατά τη γνώμη μου, η έμφαση θα πρέπει να δοθεί σε μια οπτική για την καπιταλιστική κρίση που επικεντρώνεται στους πολιτικούς όρους με τους οποίους, ο ελληνικός καπιταλισμός, μέσα σε ένα δεδομένο διεθνή συσχετισμό ισχύος, προσπαθεί να εξασφαλίσει την ανταγωνιστική του θέση και τη διευρυμένη αναπαραγωγή του. Αυτή η θέση μετατοπίζει, ευθύς εξαρχής, το αποκλειστικό ενδιαφέρον της όποιας ανάλυσης από το βαθμό εξάρτησης του ελληνικού κεφαλαίου από τους θεσμούς της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας ( ΔΝΤ-ΕΚΤ-Ε.Ε), στην ίδια τη συνολική εξέλιξη της πάλης των τάξεων στο εσωτερικό του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού. Η σημερινή πρωτοφανής, ακόμα και για τα διεθνή δεδομένα, οξύτητα της επίθεσης του ελληνικού κεφαλαίου στο κόσμο της εργασίας σχετίζεται, όχι με το βαθμό υποτέλειας της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας ή του εγχώριου αστικού πολιτικού προσωπικού, αλλά με την αδήριτη αστική αναγκαιότητα να διαμορφωθούν οι ευνοϊκοί πολιτικοί όροι για τη διευρυμένη αναπαραγωγή του ελληνικού καπιταλισμού, στα πλαίσια του παγκόσμιου καταμερισμού της εργασίας και της δεδομένης αρχιτεκτονικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της νομισματικής ενοποίησης.
Κάθε άποψη που αντιστρέφει αυτή την πραγματικότητα, αντιμετωπίζοντας το μηχανισμό επιτήρησης και το μνημόνιο με όρους εξωτερικότητας, σε σχέση με τον πολιτικό σχεδιασμό του ελληνικού αστισμού και την αντιπαράθεση του τελευταίου με τον κόσμο της εργασίας, αποπολιτικοποιεί, σε τελική ανάλυση, το πρόβλημα της καπιταλιστικής κρίσης, αφαιρώντας την ταξική της ουσία, ανεξάρτητα από επιμέρους προτάσεις ή θέσεις που μπορεί να είναι απόλυτα σωστές. Μ’ άλλα λόγια, αν δεν οριστεί το πρόβλημα, με όρους ταξικής αντιπαράθεσης- και όχι εθνικής κυριαρχίας- η συζήτηση χάνει το ενδιαφέρον της για το εργατικό κίνημα, γεγονός που ανατροφοδοτεί και την αστική ιδεολογία, αλλά και το χάσμα θεωρίας και πρακτικής στο εσωτερικό της Αριστεράς, στο οποίο αναφερθήκαμε προηγούμενα.
Είναι προφανές ότι η κρίση του ελληνικού καπιταλισμού πραγματοποιείται πάνω στο έδαφος της παγκόσμιας καπιταλιστικής ύφεσης και επομένως θα ήταν λάθος να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι όλοι οι παράμετροι του προβλήματος έχουν στενά τοπικό και εθνικό χαρακτήρα. Η Ελλάδα είναι χώρα της ευρωζώνης, κατά συνέπεια, οι όποιες εξελίξεις στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό έχουν μια ευρύτερη διεθνή διάσταση. Η πραγματικότητα που έχει διαμορφωθεί στο εσωτερικό της Ελλάδας συνδέεται άμεσα με τους ενδοιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, τόσο στο εσωτερικό της Ε.Ε, όπου δοκιμάζεται η ίδια η νομισματική ενοποίηση, η υιοθέτηση δηλαδή κοινού νομίσματος μεταξύ χωρών διαφορετικής παραγωγικότητας, όσο και μεταξύ Ε.Ε και άλλων καπιταλιστικών σχηματισμών, όπου η επιλογή του ευρωπαϊκού καπιταλισμού για ένα κοινό ισχυρό νόμισμα συναντά την αντίδραση αντίπαλων ιμπεριαλιστικών σχηματισμών. Επίσης, θα πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη μας την αναζήτηση από την πλευρά μερίδων του διεθνούς κεφαλαίου για ένα νέο μοντέλο καπιταλιστικής συσσώρευσης, μέσω της εμβάθυνσης του νεοφιλελευθερισμού, σε ένα ρευστό τοπίο ανασυγκρότησης του διεθνούς συσχετισμού ισχύος μεταξύ διαφορετικών καπιταλιστικών σχηματισμών. Το καθοριστικό σημείο, ωστόσο, οποιοσδήποτε ανάλυσης, από εκεί και μετά, πρέπει να είναι η κατανόηση των πολιτικών όρων με τους οποίους εσωτερικεύονται οι διεθνείς πιέσεις από κάθε εθνικό κοινωνικό σχηματισμό, γεγονός που καθορίζεται από την πάλη των τάξεων στο εσωτερικό και από τις πολιτικές επιλογές με τις οποίες το ελληνικό κεφάλαιο προσπαθεί, στα πλαίσια της δεδομένης διεθνούς πραγματικότητας, να καθορίσει τη στρατηγική του. Σε διαφορετική περίπτωση είναι αδύνατον να ερμηνεύσουμε τις διαφορετικές αστικές στρατηγικές μεταξύ διακριτών εθνικών σχηματισμών( π.χ Ελλάδα-Πορτογαλία). Υπό αυτή την έννοια, οι διεθνείς πιέσεις αξιοποιούνται από το ελληνικό κεφάλαιο στην κατεύθυνση της αναδιαμόρφωσης του ελληνικού καπιταλισμού, επιβάλλοντας ρυθμίσεις και ανατροπές, που εδώ και δύο τουλάχιστον δεκαετίες, εμφανίζονται στον εγχώριο αστικό πολιτικό προβληματισμό.
Με αυτή την επιλογή, ορίζονται αναπόφευκτα και διαφορετικά πεδία εστίασης, καθώς η συζήτηση ούτε ξεκινά, ούτε εξαντλείται στο πεδίο του εθνικού χρέους και των ελλειμμάτων, εκεί όπου περιστρέφεται και ο κυρίαρχος λόγος, αλλά επικεντρώνεται, κατά βάση, στο πεδίο των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και του αντίστοιχου εκμεταλλευτικού καταμερισμού της εργασίας. Τα παραπάνω, επομένως, δε συγκροτούν μια απλή μεθοδολογική επιλογή, αλλά για μια συγκεκριμένη πολιτική θέση. Η όποια αριστερή διαπραγμάτευση για την κρίση θα πρέπει να είναι σε θέση να διαβάσει την κρίση από την σκοπιά των εργατικών συμφερόντων και αναγκών και όχι από την άποψη της «χώρας», της «εθνικής οικονομίας» και των όποιων αναπτυξιακών της δυνατοτήτων. Κάθε συζήτηση, αλλά και πρόταση για το εργατικό κίνημα θα πρέπει να ξεκαθαρίζει, με έντιμο τρόπο, το γενικό πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο τοποθετεί την καπιταλιστική κρίση. Κατά τη γνώμη μου, στην υπάρχουσα ενδοαριστερή συζήτηση, ανεξαρτήτως επιμέρους συμφωνιών, αναπαράγονται πλήρως αντιθετικές προβληματικές που αντανακλούν, σε τελική ανάλυση, διακριτικά ταξικά συμφέροντα. Η διάσταση του «εθνικού» στις διάφορες εκδοχές της, αν και ελκυστική σε επίπεδο συνθηματολογίας, φλερτάρει αναπόφευκτα – ανεξάρτητα αν κάτι τέτοιο γίνεται πάντα πλήρως κατανοητό-με την ιδέα ενός αναπτυξιακού εθνικού καπιταλισμού ή ενός καπιταλισμού των «εθνικών παραγωγικών» τάξεων, που στην συγκεκριμένη συγκυρία, στην καλύτερη των περιπτώσεων, ενισχύει την ιδεολογική σύγχυση στο εσωτερικό του κόσμου της μισθωτής εργασίας.
Έχοντας περιγράψει, με γενικούς όρους, το ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο της συζήτησης, θα επικεντρωθώ, αρχικά, στον προσδιορισμό της ίδιας της έννοιας της κρίσης και στη βάση αυτού του προσδιορισμού θα εξετάσω τα ζητήματα που σχετίζονται με την έννοια της χρηματοοικονομικοποίησης και της νομισματικής ενοποίησης, ζητήματα που επηρεάζουν άμεσα τις πολιτικές προτάσεις που διατυπώνονται για το εργατικό κίνημα σε σχέση με την καπιταλιστική κρίση. Στη συνέχεια θα προσπαθήσω να προσδιορίσω τη σημερινή συγκυρία και τα πεδία της αντιπαράθεσης που δημιούργησε η κυβερνητική διαχείριση της κρίσης τους τελευταίους μήνες.
Σχετικά με την έννοια της κρίσης
Έχει μια ιδιαίτερη πολιτική σημασία, ο ορισμός της ίδιας της κρίσης. Ήδη τη δεκαετία του 70, με επίκεντρο την τότε καπιταλιστική κρίση, που οδήγησε μετέπειτα στη νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική αναδιάρθρωση, ο Ν. Πουλαντζάς επισήμαινε δύο πολύ σημαντικούς κινδύνους που αντιμετωπίζει κάθε αριστερή προβληματική για την οικονομική κρίση : α) τον κίνδυνο να αναπαράγει την αστική αντίληψη που αντιμετωπίζει την κρίση σαν ένα επεισόδιο «δυσλειτουργίας» που διακόπτει την κατά τα άλλα αρμονική λειτουργία του συστήματος. Μια αντίληψη, κατά συνέπεια, της κρίσης που δίνει έμφαση, όχι στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, αλλά σε στοιχεία που ορίζονται ως παρεκκλίνοντα και ετερογενή προς την κανονική λειτουργία του συστήματος. Αυτή η οπτική, σύμφωνα με τον Πουλαντζά, υποτιμά την πραγματική διάσταση των οικονομικών κρίσεων που οφείλονται, σε τελική ανάλυση, στην ιστορική λειτουργία της πτωτικής τάσης του μέσου ποσοστού κέρδους, μια τάση που παραπέμπει στην αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και στους ταξικούς αγώνες που διεξάγονται με επίκεντρο την εκμετάλλευση. Υπό αυτό το πρίσμα, γενολογικά κρισιακά στοιχεία είναι μονίμως ενεργά κατά την αναπαραγωγή του καπιταλισμού. Οι οικονομικές κρίσεις δεν είναι νεκροί χρόνοι στην ιστορία του καπιταλισμού, αλλά αναγκαίες διαστάσεις για την επιβίωση και την αναπαραγωγή του, στο βαθμό πάντα που δεν μεταφράζονται σε πολιτική κρίση και κρίση ηγεμονίας, β) τη μηχανιστική, εξελικτιστική και οικονομίστικη αντίληψη για την κρίση που κυριαρχούσε στο Μεσοπόλεμο και που στη σύγχρονη εκδοχή της αντιμετωπίζει τη σημερινή φάση αναπαραγωγής του καπιταλισμού ως φάση «γενικευμένης κρίσης», με άλλα λόγια, βλέπει την κρίση ως μια συνεχώς παρούσα τάση, μέχρι την τελική κατάρρευση και σήψη του καπιταλισμού. Το προφανές πρόβλημα με αυτή την προσέγγιση είναι ότι εξαλείφει την ιδιοτυπία της έννοιας της κρίσης, καθώς ο καπιταλισμός, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, βρίσκεται διαρκώς σε φάση κρίσης και αντιδραστικοποίησης.
Σε αντιπαράθεση με αυτές τις δύο προβληματικές, ο Ν. Πουλαντζάς πρότεινε ένα πιο διαλεκτικό τρόπο κατανόησης της κρίσης ως ιδιαίτερης κατάστασης συμπύκνωσης αντιθέσεων. Αυτό σημαίνει ότι τα στοιχεία της κρίσης που υπάρχουν μονίμως στην αναπαραγωγή του καπιταλισμού πρέπει να μελετηθούν συναρτήσει των μετασχηματισμών που προσιδιάζουν στο στάδιο και τη φάση που διανύει σήμερα ο καπιταλισμός και ότι στο εσωτερικό αυτής της περιοδολόγησης ορισμένες καταστάσεις συμπύκνωσης των αντιθέσεων μπορούν να ονομαστούν κρίσεις .
Οι παρατηρήσεις του Ν. Πουλαντζά δεν έχουν μια γενική μόνο θεωρητική αξία, ούτε σχετίζονται απλώς με την κρίση του ’70. Αντίθετα, έχουν μια άμεση πολιτική αξία για τη σημερινή συγκυρία. Είναι λάθος η σημερινή κρίση να αναχθεί σε διαδικασίες εξωτερικές των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, όπως κάνει η αστική ρητορική. Δεν μπορεί, αντίστοιχα, να αναχθεί πλήρως στον «ανορθολογισμό της φιλελευθεροποίησης» και όσα αποδίδονται – και σωστά πολλές φορές- στο νεοφιλελευθερισμό, όπως η αυτονόμηση του χρηματιστικού κεφαλαίου, η «παγκοσμιοποίηση» των αγορών και οι υπερεθνικές ολοκληρώσεις, επιχειρήματα που αντιμετωπίζουν το νεοφιλελευθερισμό ως μια πολιτική πραγματικότητα, πλήρως ανεξάρτητη από το σημερινό ιστορικό στάδιο ανάπτυξης του καπιταλισμού και την ταξική αντιπαράθεση.
Ένα μεγάλο μέρος της σημερινής αριστερής προβληματικής για την κρίση εξαντλείται στην κατάδειξη του υποτιθέμενου «αντι-αναπτυξιακού» χαρακτήρα του νεοφιλελευθερισμού και στην υπερδιόγκωση των παρασιτικών οικονομικών λειτουργιών στη χρηματοπιστωτική σφαίρα. Ο νεοφιλελευθερισμός θεωρείται ότι είναι ένας εισοδηματικά άδικος, ασταθής και αντι-αναπτυξιακός καπιταλισμός που σαν άμεσο αποτέλεσμα του έχει τη συρρίκνωση των εργατικών εισοδημάτων και τη διόγκωση της κερδοσκοπίας. Συνιστά, επομένως, ένα καθεστώς το οποίο θέτει στο επίκεντρο της οικονομικής κίνησης την αναζήτηση κερδών, κατά βάση στη σφαίρα της κυκλοφορίας, γεγονός που ενισχύει την αστάθεια, υπονομεύει την παραγωγική βάση των κοινωνιών και εντατικοποιεί κάθε μορφή παρασιτικής οικονομικής δραστηριότητας.
Ο σύγχρονος καπιταλισμός είναι ασφαλώς εισοδηματικά άδικος και ασταθής, αλλά είναι ένας καπιταλισμός, ο οποίος έχει οικοδομηθεί πάνω στην ήττα της εργασίας, παγιώνοντας στρατηγικές εκμετάλλευσης, ιδιαίτερα ευνοϊκές για το κεφάλαιο. Με την έννοια αυτή, δύσκολα, θα μπορούσε να καταγγελθεί ως αντιπαραγωγικός, αναποτελεσματικός ή έστω «απορρυθμισμένος» . Ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός συνεχίζει, όπως και κάθε μορφή καπιταλιστικής παραγωγής, να βασίζεται πρώτα και κύρια στη διαδικασία παραγωγής και απόσπασης υπεραξίας από την εργατική τάξη στο πεδίο της άμεσης παραγωγικής διαδικασίας. Κατά συνέπεια, οι παραπάνω απόψεις για την κρίση, στο βαθμό που υποτιμούν τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και τις διαδικασίες απόσπασης υπεραξίας είναι ιδιαίτερα προβληματικές, όταν αναπαράγονται ως συγκεκριμένες πολιτικές προτάσεις για το εργατικό κίνημα.
Το βασικό ζητούμενο για τις παραπάνω αναλύσεις είναι η λεγόμενη χρηματοοικονομικοποίηση (financialization), έννοια που δηλώνει γενικά την αύξηση της οικονομικής σημασίας του χρηματοπιστωτικού τομέα σε σχέση με το βιομηχανικό, τη διόγκωση της χρηματοοικονομικής αστάθειας και τη μετατροπή της σε κυρίαρχη όψη του σύγχρονου καπιταλισμού , με συνέπεια την υπονόμευση της ανάπτυξης και της απασχόλησης. Άρα ο ρεφορμισμός των συγκεκριμένων προτάσεων βασίζεται στην ανάγκη ελέγχου των χρηματιστηριακών αγορών και μετατόπισης του κέντρου βάρους της οικονομικής δραστηριότητας στο πεδίο της «πραγματικής οικονομίας».
Η συζήτηση για την αντίθεση χρηματιστικού- παραγωγικού κεφαλαίου, ασφαλώς, και δεν είναι καινούρια, είναι ενδεχομένως τόσο παλιά όσο και ο ρεφορμισμός. Στη σημερινή, ωστόσο, συγκυρία αποκτά μια ξεχωριστή διάσταση, διότι ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός των τριάντα τελευταίων χρόνων χαρακτηρίζεται αναμφίβολα από την ιδιαίτερη σημασία που αποκτά το χρηματιστηριακό κεφάλαιο. Σε αυτή την αναμφισβήτητη τάση θα πρέπει ωστόσο να προσθέσουμε τα εξής. Πρώτον, όπως παρατηρεί ο D. Harvey , η κύρια τάση του νεοφιλελευθερισμού ήταν η δραματική μείωση μεταξύ χρηματικού κεφαλαίου που κερδίζει μερίδια και τόκους από τη μια, και του παραγωγικού κεφαλαίου από την άλλη. Η σύμφυση διαφορετικών μερίδων του κεφαλαίου είναι βασικό χαρακτηριστικό του καπιταλισμού από τη δεκαετία του΄80 και μετά. Οι συγχωνεύσεις μεταξύ επιχειρήσεων διαφόρων τομέων της οικονομίας συνένωσαν συμφέροντα στους τομείς της παραγωγής, του εμπορίου, των ακινήτων και της χρηματοοικονομίας, δημιουργώντας διαφοροποιημένους μονοπωλιακούς πολυκλαδικούς ομίλους . Υπό μια έννοια, η επέκταση του χρηματοπιστωτικού τομέα προωθήθηκε σε μεγάλο βαθμό από «παραδοσιακές επιχειρήσεις» βασισμένες στην «πραγματική οικονομία». Με δυο λόγια, υπάρχει μια πολύ περισσότερο διαλεκτική σχέση μεταξύ αυτών που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «πραγματική» και «χρηματοπιστωτική» σφαίρα της οικονομίας .
Δεύτερον, η επέκταση του χρηματοπιστωτικού τομέα της οικονομίας τις τελευταίες δεκαετίες εξυπηρέτησε τη διευρυμένη αναπαραγωγή του καπιταλισμού συνολικά, επεκτείνοντας τις διαδικασίες καπιταλιστικής συσσώρευσης και διεθνοποίησης του κεφαλαίου, μέσω της διαρκούς κινητικότητας των κεφαλαίων και της επίτασης του ανταγωνισμού. Επίσης, η χρηματιστηριακή σφαίρα όχι μόνο αποτέλεσε σημαντικό χώρο τεχνολογικής καινοτομίας στα πληροφοριακά συστήματα, αλλά συνέβαλε και η ίδια στη διάχυση των τεχνολογικών καινοτομιών στο πεδίο της ίδιας παραγωγής, κυρίως στις ΗΠΑ. Και μόνο διαμέσου αυτής της κινητικότητας του κεφαλαίου μεταξύ διαφορετικών οικονομικών δραστηριοτήτων και εθνικών οικονομιών και της εισαγωγής των νέων τεχνολογιών μπόρεσε και το λεγόμενο «βιομηχανικό-παραγωγικό» κεφάλαιο να τσακίσει την οργανωμένη εργατική τάξη και να αναδιοργανώσει την παραγωγική δραστηριότητα και άρα και τους όρους εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. H χωρική επέκταση και η κοινωνική εμβάθυνση του καπιταλισμού δεν θα ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθούν, χωρίς σημαντικές αλλαγές και καινοτομίες στη χρηματοπιστωτική σφαίρα .
Παράλληλα, σύμφωνα με τους Panitch – Konings, η χρηματοοικονομικοποίηση ενοποίησε τις κυριαρχούμενες κοινωνικές τάξεις, στο πλέγμα των χρηματοοικονομικών σχέσεων, διαμέσου των ιδιωτικών προγραμμάτων συνταξιοδότησης, των προγραμμάτων απόκτησης στέγης και της καταναλωτικής πίστης, σε μια περίοδο συρρίκνωσης των εργατικών εισοδημάτων και υποχώρησης του κοινωνικού κράτους . Υπό αυτή την έννοια, η χρηματοπιστωτική επέκταση σχετίζεται με την εμπορευματοποίηση των κοινωνικών αναγκών, την αντικατάσταση των κοινωνικών δικαιωμάτων από τις δυνάμεις της αγοράς, με σκοπό την πειθάρχηση και ενσωμάτωση του κόσμου της εργασίας. Κατά συνέπεια, η χρηματοοικονομικοποίηση δεν επικάθεται πάνω στην καπιταλιστική παραγωγή, υπονομεύοντας τους όρους ανάπτυξης της, αλλά συνδέεται οργανικά με αυτήν, αναδιοργανώνοντας την εκμετάλλευση και την ταξική ηγεμονία του κεφαλαίου συνολικά.
Τρίτον, η υποταγή των κυβερνητικών πολιτικών στους θεσμούς της παγκόσμιας αγοράς δηλώνει, πρώτα και κύρια, την προσπάθεια, ακριβώς, των κυρίαρχων τάξεων να αποτρέψουν την εγγραφή κάθε εργατικής διεκδίκησης στην πολιτική τους πρακτική και να καταργήσουν κάθε συμβιβασμό με τους κυριαρχούμενους. Το ευρωπαϊκό Σύμφωνο Σταθερότητας ή η υπαγωγή μιας χώρας στο ΔΝΤ δηλώνουν την πρόθεση των ντόπιων εθνικών κυρίαρχων τάξεων να ανατρέψουν τους υπάρχοντες ταξικούς συσχετισμούς προς όφελος τους και να αποτρέψουν κάθε πιθανό συμβιβασμό με τις κατώτερες κοινωνικές τάξεις. Διαμέσου των διάφορων υπερεθνικών θεσμών, οι κυρίαρχες τάξεις επιδιώκουν, στην πραγματικότητα, να ενδυναμώσουν την εσωτερική τους θέση Σε αυτή την περίπτωση, οι υπερεθνικοί θεσμοί λειτουργούν ως μέσο και ως άλλοθι για την επιβολή ριζικών αλλαγών στο εσωτερικό, για την αυτονόμηση του εθνικού κράτους από τις κυριαρχούμενες κοινωνικά ομάδες και για την προώθηση πολιτικών που διαφορετικά, με βάση τους εσωτερικούς συσχετισμούς ισχύος, θα ήταν δύσκολο να επιτευχθούν . Το σκηνικό που διαμορφώθηκε στην Ελλάδα από το Γενάρη και μετά επιβεβαιώνει πλήρως την παραπάνω οπτική, καθώς χωρίς την υπαγωγή στο μηχανισμό της τρόικας θα ήταν αδύνατο σε οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση να προωθήσει σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, τόσο ριζικές αντιλαϊκές ανατροπές. Άρα, δεν μπορούμε να μιλάμε για μια ριζική μετάθεση πραγματικών κρατικών εξουσιών στις δυνάμεις της παγκόσμιας αγοράς, αλλά περισσότερο για μια πρόσκαιρη ανάπλαση και επαναμεταφορά τους στο εθνικό –κρατικό επίπεδο το οποίο αναλαμβάνει και την τελική υλοποίηση των όποιων αποφάσεων . Η χρηματοοικονομικοποίηση δεν καταργεί επομένως το αστικό κράτος, ως πεδίο συγκεφαλαίωσης της ταξικής κυριαρχίας, καθώς η ίδια η απελευθέρωση των χρηματαγορών ήταν αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών αποφάσεων.
Στη βάση αυτού του προβληματισμού μπορούμε να δούμε και τη λειτουργία της οικονομικής ενοποίησης και της ευρωζώνης. Όπως σωστά έχει επισημανθεί, η ΟΝΕ σχεδιάστηκε με βάση τα συμφέροντα των πιο ισχυρών ευρωπαϊκών καπιταλιστικών κρατών και κυρίως της Γερμανίας, ενισχύοντας την ανισόμετρη ανάπτυξη στο εσωτερικό της ευρωζώνης. Η κατάργηση της δυνατότητας ανταγωνιστικής υποτίμησης των εθνικών νομισμάτων, ως μέσω προστασίας της εθνικής παραγωγής, επιτρέπει σε χώρες, όπως η Γερμανία, να ανταγωνιστούν διαμέσου της μεγαλύτερης αποδοτικότητάς τους, με συνέπεια τη θεαματική αύξηση των εξαγωγών τους και την αντίστοιχη δραματική επιδείνωση του εμπορικού ισοζυγίου των χωρών της περιφέρειας. Η ενίσχυση της ανισόμετρης οικονομικής ανάπτυξης και οι δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν οι χώρες του ευρωπαϊκού Νότου αποδεικνύει πως η ΕΕ δεν είναι ένα ενιαίος οικονομικός χώρος συνεργασίας και αλληλεγγύης, αλλά μια ιμπεριαλιστική συνάρθρωση διακριτών εθνικών καπιταλιστικών σχηματισμών που ανταγωνίζονται, με ιδιαίτερα άνισους όρους, στα πλαίσια της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας, για την καλύτερη δυνατή απόσπαση του παραγόμενου πλούτου . Τα παραπάνω αποτελούν τη μια όψη του ζητήματος, καθώς δημιουργείται το βασικό ερώτημα, για ποιο λόγο χώρες όπως η Ελλάδα ή η Πορτογαλία αποδέχτηκαν, εξαρχής, τη συμμετοχή τους στην ευρωζώνη.
Σύμφωνα με τον G. Carchedi, οι λιγότερο αναπτυγμένες χώρες που χάνουν τη δυνατότητα της ανταγωνιστικής υποτίμησης του νομίσματός τους και του πληθωρισμού, που πρωτύτερα λειτουργούσαν προστατευτικά προς το διεθνή ανταγωνισμό, αναγκάζονται να ανταγωνιστούν, πλέον, κατά βάση μέσω υψηλότερων ποσοστών απόλυτης υπεραξίας: η εντατικοποίηση της εργασίας, η αύξηση του χρόνου εργασίας, η αποδιάρθρωση των ασφαλιστικών συστημάτων και η φιλελευθεροποίηση των αγορών εργασίας αποτελούν βασικές όψεις αυτής της στρατηγικής. Κατά συνέπεια, η νομισματική ενοποίηση βαθαίνει την ταξική εκμετάλλευση, ενισχύει την ταξική κυριαρχία της αστικής τάξης και περιορίζει το εύρος των εργατικών διεκδικήσεων, μέσω της επίκλησης των διεθνών δεσμεύσεων που προκύπτουν από τη συμμετοχή της χώρας στην ευρωζώνη. Κατά συνέπεια, οι χώρες της λεγόμενης περιφέρειας, διαμέσου της ΟΝΕ, εμβαθύνουν την καπιταλιστική συσσώρευση και εκμετάλλευση στο εσωτερικό τους, ενώ εξαρχής θεωρείται δεδομένο ότι οι όποιες δυσχέρειες προκύψουν θα μετατοπιστούν στον κόσμο της εργασίας, πράγμα που πραγματοποιήθηκε, με τον πλέον δραματικό τρόπο, μετά τη διάχυση της καπιταλιστικής κρίσης στην ευρωζώνη.
Ταυτόχρονα, η ύπαρξη ενός ισχυρού νομίσματος παρείχε τη δυνατότητα διεθνοποίησης του ελληνικού κεφαλαίου και της εξαγωγής, όχι μόνο εμπορευμάτων, αλλά και κεφαλαίου. Το ελληνικό μερίδιο στις παγκόσμιες εκροές κεφαλαίου από 0% το 1990 φτάνει στο 0,34% το 2006, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να γίνει χώρα εξαγωγής κεφαλαίου. Τη συγκεκριμένη περίοδο επομένως, ενώ επιδεινώνεται η θέση της Ελλάδας ως προς τις εξαγωγές εμπορευμάτων (από 0,25% το 1980 σε 0,17% το 2007), βελτιώνεται σημαντικά ως προς την εκροή κεφαλαίου . Το απτό αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι η σημαντική ελληνική παρουσία στις βαλκανικές χώρες, χώρες που την τελευταία δεκαετία παρουσίασαν ιδιαίτερα υψηλούς ρυθμούς καπιταλιστικής ανάπτυξης. Άρα, η νομισματική ενοποίηση δεν έχει μόνο πλευρές «αιγυπτοποίησης» του ελληνικού καπιταλισμού, αλλά και ιμπεριαλιστικής διεθνοποίησης και εκμετάλλευσης εργαζομένων από τις γειτονικές χώρες. Γεγονός που εξηγεί και την εμμονή του ελληνικού κεφαλαίου στην αναγκαιότητα της πανευρωπαϊκής νομισματικής και δημοσιονομικής πειθαρχίας.
Στη βάση των παραπάνω μπορούμε να πούμε, συμπερασματικά, πως η αποκλειστική επικέντρωση στο πεδίο της κυκλοφορίας και η άκαμπτη χρήση σχημάτων οικονομικής εξάρτησης/ καπιταλιστικού κέντρου και περιφέρειας, οδηγεί τελικά, όχι μόνο σε αυταπάτες για μια άλλη πιο φιλολαϊκή διαχείριση στα πλαίσια της Ε.Ε, αλλά και στην ίδια την απονεύρωση αιτημάτων με σαφή ριζοσπαστικό περιεχόμενο. Στο βαθμό που το εργατικό κίνημα, σε συνθήκες κρίσης, αδυνατεί να συνδέσει τους καθημερινούς αγώνες ενάντια στην ταξική εκμετάλλευση, την ανεργία, την ελαστικοποίηση της εργασίας, το πάγωμα των προσλήψεων και την δραματική μείωση του κόστους της εργασίας, με την προοπτική της αντικαπιταλιστικής ανατροπής, άρα και της εργατικής εξουσίας και της ριζικής αποδέσμευσης από τις ιμπεριαλιστικές ολοκληρώσεις, αιτήματα όπως η επαναδιαπραγμάτευση /διαγραφή του χρέους ή η έξοδος από την ΟΝΕ, μέσα, όμως, στα πλαίσια της Ε.Ε, θα στέκονται μετέωρα και άμεσα διαθέσιμα σε διάφορα αντιλαϊκά σενάρια.
Σε μια περίοδο πρωτοφανούς φιλελευθεροποίησης των αγορών εργασίας, επίτασης της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, μαζικού αποκλεισμού από την αγορά εργασίας και αλλαγής του συσχετισμού μεταξύ απόλυτης και σχετικής υπεραξίας, με σημαντική αναβάθμιση της πρώτης (μείωση του μεριδίου της εργασίας στον παραγόμενο πλούτο/ αύξηση του χρόνου εργασίας), είναι πραγματικά τραγικό η Αριστερά να ανάγει τη διαγραφή του χρέους, σε μοναδική συνταγή που μπορεί να επιλύσει το σύνολο των προβλημάτων που δημιουργεί η κρίση για τους εργαζόμενους.
Αυτή η αδυναμία σύνδεσης με την καθημερινή εμπειρία της καπιταλιστικής κρίσης που βιώνουν οι εργαζόμενοι δηλώνει, όχι κάποια υποτιθέμενη προσπάθεια υπέρβασης ενός στενόμυαλου αριστερισμού και μιας εκ του ασφαλούς επαναστατικότητας, αλλά το δραματικό χάσμα της αριστερής διανόησης με την εργατική τάξη. Ο θεωρητικός προβληματισμός δείχνει ακόμα μια φορά να απομακρύνεται και να εγκαταλείπει την πραγματική ζωή. Διαφορετικά διατυπωμένο ή θα τολμήσουμε να σχεδιάσουμε ένα πρόγραμμα άμεσης πολιτικής δράσης σπονδυλωμένο μέσα στην καρδιά των χώρων εργασίας, με άμεσο προοπτικό ορίζοντα την ανατροπή ή θα συνεχίσουμε να ψαρεύουμε στα θολά νερά και να ανακυκλώνουμε πολιτικούς ρομαντισμούς, πλήρως ακατάλληλους για την εποχή μας και ενίοτε με επικίνδυνες καταλήξεις . Η εποχή μας απαιτεί ένα σύγχρονο ταξικό εργατικό κίνημα που θα απαντά, με νέες μορφές εργατικής ενότητας και αλληλεγγύης, στον κατακερματισμό του συλλογικού εργαζόμενου που προκαλεί η καπιταλιστική αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων, που θα αναπτύξει μια σύγχρονη μορφή λαϊκότητας, που θα οργανώσει αντιστάσεις και θα ενθαρρύνει την προοπτική της ανατροπής και της εργατικής εξουσίας και όχι ένα φαντασιακό εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα.
Συνοπτικά, η αντιμετώπιση του χρέους, από την άποψη των αναγκών της χώρας, αδυνατεί να συλλάβει το μέγεθος της κρίσης για τα εργαζόμενα στρώματα, υποτιμά τα κρισιακά φαινόμενα στους χώρους εργασίας και παραγωγής και τους όρους με τους οποίους η κρίση αξιοποιείται από το κεφάλαιο για την αναδιοργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας και την εμβάθυνση της εκμετάλλευσης. Το αποτέλεσμα είναι στην παρούσα συγκυρία, μέτρα κομβικής σημασίας για τους εργαζόμενους, όπως το Π.Δ για τις εργασιακές σχέσεις, η απελευθέρωση των απολύσεων, η δημιουργία μιας νέας εργατικής βάρδιας των 350- 500 ευρώ ή και της απλήρωτης «μαθητείας», η αποδόμηση της κοινωνικής ασφάλισης, το χάρισμα των εργοδοτικών εισφορών στα ταμεία, η εκρηκτική άνοδος της ανεργίας και οι πειθαρχικές συνέπειες που ασκεί η τελευταία συνολικά στην εργατική τάξη- μέτρα που δεν σχετίζονται με το δημοσιονομικό εκτροχιασμό της χώρας- να υποτάσσονται σε μια πολιτική λογική που θεωρεί ότι η διαγραφή του χρέους, από μόνη της, θα μπορούσε να αντιστρέψει αυτή την πραγματικότητα. Και όλα αυτά χωρίς απαραίτητα να τίθεται με ξεκάθαρο τρόπο το ζήτημα της εξουσίας-ποιος επιβάλλει τελικά το «κούρεμα» ή τη διαγραφή του χρέους- που αναπόφευκτα δημιουργείται από τη συγκεκριμένη πρόταση. Εν ολίγοις, η εξαφάνιση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, κάτω από το πέπλο της «εγχώριας παραγωγής και της ανάπτυξης», αδυνατεί, σε τελική ανάλυση, να συγκροτήσει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα εργατικής πάλης.
Τα παραπάνω χρειάζονται δύο αποσαφηνίσεις. Δε θεωρώ, σε καμιά περίπτωση, λανθασμένη τη συζήτηση γύρω από το χρέος και τη διαγραφή του. Το λάθος είναι να αναζητά το εργατικό κίνημα, διαμέσου αυτών των προτάσεων, μια «εθνική απάντηση στη κρίση», δηλαδή ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο για την καπιταλιστική ανάπτυξη. Με αυτή την έννοια, τα συγκεκριμένα ζητήματα μπορούν να αποτελέσουν κρίσιμους στόχους του κινήματος, στο βαθμό που συνδέονται οργανικά, αφενός με τους άμεσους αγώνες των εργαζομένων, απέναντι στην προσπάθεια του κεφαλαίου να μετατοπίσει την κρίση του στον κόσμο της εργασίας και αφετέρου με την προοπτική της αντικαπιταλιστικής πάλης για την εργατική εξουσία και την έξοδο από τις υπερεθνικές ολοκληρώσεις. Το ζήτημα της διαγραφής θα πρέπει να συνδέεται, συνεπώς, άμεσα με το ερώτημα ποιος πρέπει να πληρώσει τελικά για την καπιταλιστική κρίση και άρα με την ξεκάθαρη πολιτική τοποθέτηση ότι δεν υπάρχουν δυνατότητες υπερταξικής εξόδου από την κρίση, πάνω στις οποίες θα μπορούσε να οικοδομηθεί μια νέα εθνική συναίνεση.
Η δεύτερη αποσαφήνιση αφορά το ζήτημα των κοινωνικών συμμαχιών της εργατικής τάξης, ιδιαίτερα σε έναν κοινωνικό σχηματισμό όπως ο ελληνικός, όπου τα μικροαστικά κοινωνικά στρώματα και η διάχυση της μικροαστικής ιδεολογίας παίζουν καθοριστικό ρόλο. Το ζήτημα είναι αρκετά σύνθετο και σοβαρό. Μπορούμε να πούμε κωδικοποιημένα ότι ο νεοφιλελευθερισμός δεν σχετίζεται απλώς με την κυριαρχία των μονοπωλιακών κεφαλαιακών μερίδων. Η φιλελευθεροποίηση της αγοράς εργασίας, η δημιουργία μιας παραοικονομίας χωρίς κανένα δημόσιο έλεγχο από την άποψη των εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων, η εμπορευματοποίηση/ιδιωτικοποίηση σημαντικών κοινωνικών δικαιωμάτων (π.χ υγεία), η πραγματοποίηση δημόσιων έργων, διαμέσου αδιαφανών ιδιωτικοποιημένων διαδικασιών και η άναρχη αγοραία τουριστική ανάπτυξη με κινητήριο άξονα τις μικρές τουριστικές επιχειρήσεις αποτέλεσαν αποφασιστικές διαστάσεις για τη συγκρότηση μιας πλατιάς κοινωνικής συμμαχίας, υπό την ηγεμονία του μονοπωλιακού κεφαλαίου που εξυπηρέτησε τα συμφέροντα όχι μόνο μη- μονοπωλιακών αστικών στρωμάτων, αλλά και σημαντικών μερίδων τόσο της παραδοσιακής, όσο και της νέας μικροαστικής τάξης. Από τη μεσαία αγροτική παραγωγή που βασίζεται στην απάνθρωπη εκμετάλλευση των μεταναστών, τις ποικιλώνυμες μικρές και μεγάλες εργολαβίες, την κρατικά ανεκτή φοροδιαφυγή των μεσοαστικών στρωμάτων, μέχρι τη διαχείριση των κοινοτικών κονδυλίων από διάφορα μικροαστικά διανοητικά στρώματα στο πεδίο της ανώτερης και μέσης κρατικής διοίκησης διαμορφώνεται ένα πολυδιάστατο οικονομικό και κοινωνικό πλέγμα που οδηγεί στη συγκρότηση εκτεταμένων κοινωνικών ομάδων στήριξης του κεφαλαίου και του νεοφιλελευθερισμού. Η αστική στρατηγική δημιούργησε, επομένως, μια πολυεπίπεδη κοινωνική ενδοχώρα πάνω στην οποία ευδοκίμησε η καπιταλιστική ηγεμονία των δυο τελευταίων δεκαετιών. Επομένως, οι διάφορες προτάσεις περί αντιμονοπωλιακών ή εθνικοαπελευθερωτικών μετώπων υποτιμούν τη συνθετότητα της ταξικής συγκρότησης του νεοφιλελευθερισμού και αναπόφευκτα διευρύνουν υπερβολικά τη διαταξικότητα του κοινωνικού μπλοκ των κυριαρχούμενων κοινωνικών ομάδων.
Ασφαλώς η συγκεκριμένη αστική κοινωνική συμμαχία, σήμερα, σε συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης, κλονίζεται, καθώς τελούν, υπό αμφισβήτηση, οι συγκεκριμένοι όροι ένταξης του ελληνικού καπιταλισμού στο διεθνή καταμερισμό της εργασίας. Αλλά θα πρέπει να είμαστε αρκετά επιφυλακτικοί και πιο υποψιασμένοι. Δεν υπάρχουν ακόμα σημαντικά πολιτικά ρήγματα στο κυρίαρχο μπλοκ εξουσίας. Ρήγματα που έτσι και αλλιώς, μόνο ένα ανεξάρτητο πολιτικό εργατικό κίνημα θα μπορούσε να δημιουργήσει, επανακαθορίζοντας τις ταξικές συμμαχίες και την πολιτική τους έκφραση, διαδικασία που προϋποθέτει, αναπόφευκτα, ένα ξεκάθαρο εργατικό πρόγραμμα πάλης και όχι έναν, εκ των προτέρων, κοινωνικό συμβιβασμό με τις πιο καθυστερημένες αστικές και μικροαστικές μερίδες, γύρω από το στόχο της φιλολαϊκής «ανάπτυξης». Επιπρόσθετα , η διπλή πολιτική κίνηση αναβάθμισης του αυταρχισμού, νεοσυντηρητισμού από τη μια και πριμοδότησης μιας διαχειριστικής «Αριστεράς» του νεοφιλελευθερισμού και του μνημονίου από την άλλη, αποδεικνύει τις αντιφατικές διεργασίες ενοποίησης και αναπαραγωγής, με νέους πιο αντιδραστικούς όρους, της αστικής πολιτικής ηγεμονίας.
Αντίθετα είναι πιο γόνιμο να σκεφτούμε με τους όρους ενός εργατικού κινήματος με σαφή πολιτικό περιεχόμενο πάλης που θα προσπαθήσει πρώτα και κύρια να πετύχει την ενότητα του ίδιου του κόσμου της εργασίας. Είναι υπερβολικά απλοϊκή η αντίληψη που θεωρεί δεδομένη την ενότητα αυτή και σε αυτή τη βάση σχεδιάζει εκτεταμένες διαταξικές κοινωνικές συμμαχίες, χωρίς να έχει εξασφαλίσει καν την εργατική ηγεμονία. Ο κατακερματισμός του συλλογικού εργαζόμενου δεν είναι μόνο αποτέλεσμα της αστικής στρατηγικής του κοινωνικού αυτοματισμού και του κοινωνικού εμφυλίου. Διαστάσεις ασφαλώς κρίσιμες που η σημερινή κυβέρνηση και οι αστικοί ιδεολογικοί μηχανισμοί αξιοποιούν πλήρως (οι κακοί δημόσιοι υπάλληλοι – η κατάργηση της μονιμότητας στο δημόσιο με σκοπό την προστασία της απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα κτλ) . Αναπαράγεται, πρώτα και κύρια, από τους ίδιους τους υλικούς κοινωνικούς μετασχηματισμούς στο πεδίο του καπιταλιστικού καταμερισμού της εργασίας, γεγονός που διαπερνά τον στενό άξονα δημόσιος – ιδιωτικός τομέας. Ο κατακερματισμός της μισθωτής εργασίας σε μια ατελείωτη ιεραρχία διαφορετικών εργασιακών σχέσεων και συνθηκών, η εξατομίκευση της εργασιακής σχέσης και στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, η εκρηκτική άνοδος της ανεργίας και η εθνική διαφοροποίηση του εργατικού δυναμικού αντανακλώνται, με σύνθετους τρόπους, στο πεδίο της εργατικής πολιτικής πρακτικής και επικαθορίζουν αρνητικά κάθε ριζοσπαστική πολιτική παρέμβαση.
Άρα το ζήτημα της ενότητας του κόσμου της μισθωτής εργασίας γίνεται κομβικό σε κάθε προσπάθεια ριζοσπαστικής απάντησης στην καπιταλιστική κρίση. Αυτή η θέση καθιστά αναγκαίο ένα πολιτικό πρόγραμμα πάλης που θα ενοποιεί τα ζητήματα της εκμετάλλευσης, της ανεργίας, της ελαστικοποίησης, της αποδόμησης του κοινωνικού κράτους με την ανατροπή του μνημονίου, των ιμπεριαλιστικών ολοκληρώσεων και τη σοσιαλιστική προοπτική. Επιπρόσθετα θέτει σημαντικά ζητήματα σε σχέση με την οργανωτική δομή του ίδιου του εργατικού κινήματος. Είναι προφανές πώς ακόμα και η πιο αριστερή εκδοχή συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας θα ακουμπούσε και θα εξέφρασε μόνο ένα μειοψηφικό κομμάτι του σημερινού κόσμου της μισθωτής εργασίας, πόσο μάλλον όταν η σημερινή γραφειοκρατικοποίηση του συνδικαλιστικού κινήματος ενισχύει τις διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της εργατικής τάξης και των μισθωτών στρωμάτων ευρύτερα. Απαιτούνται νέες εργατικές συλλογικότητες, καθώς και νέες μορφές συντονισμού τους που θα εμπεδώνουν την ταξική ενότητα, απαντώντας στη διευρυμένη αναπαραγωγή ενός σύνθετου καπιταλιστικού καταμερισμού της εργασίας. Ο συντονισμός των πρωτοβάθμιων σωματείων είναι ένα τέτοιο ατελές, αν και ελπιδοφόρο βήμα, προς αυτή την κατεύθυνση. Κατά τη γνώμη μου μόνο διαμέσου αυτής της οργανωτικής, αλλά και πολιτικής ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος, σε πλήρη αντιπαράθεση με τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία και το σεκταρισμό, μπορεί να εξασφαλισθεί η ενότητα του κόσμου της μισθωτής εργασίας που αποτελεί, σε τελική ανάλυση, και τη βασική προϋπόθεση για τη συγκρότηση οποιουδήποτε ευρύτερου κοινωνικοπολιτικού μετώπου ανυπακοής και ρήξης.
Ο σημερινός αριστερός προβληματισμός αποφεύγει, δυστυχώς, το πρόβλημα με δύο τρόπους : α) με τη μεταμοντέρνα επίκληση του λαού, του «πλήθους», των «νέων κοινωνικών κινημάτων», υποτιμώντας πλήρως τους κοινωνικούς και υλικούς καθορισμούς που είναι αναγκαίοι σε κάθε προβληματική που συνεχίζει να κινείται στα πλαίσια του ιστορικού υλισμού και β) με την πρόταση για την ευρύτερη συμμαχία των αριστερών δυνάμεων, ξεχνώντας όμως ότι το πρόβλημα είναι πρόβλημα κατακερματισμού της κοινωνικής τάξης και όχι της Αριστεράς, καθώς και στρατηγικού αδιεξόδου της τελευταίας, τουλάχιστον από το 1989 και μετά. Η ανακύκλωση του υπαρκτού σοσιαλισμού και του μεταπολεμικού «ανθρώπινου» καπιταλισμού είναι σαφείς ενδείξεις ότι συνεχίζουμε να ανακυκλώνουμε φθαρμένα υλικά στην πολιτική αγορά.
Για να επανέλθουμε, συνεπώς, στον προβληματισμό του Πουλαντζά για τη κρίση ως συμπύκνωση αντιθέσεων, ανάμεσα στις εγγενείς αντιφάσεις του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής και της συγκεκριμένης ιστορικής φάσης ανάπτυξης του καπιταλισμού (νεοφιλελευθερισμός), μπορούμε να πούμε πως η σημερινή κρίση είναι μια κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου, η οποία αναπτύσσεται πάνω στο ιστορικό έδαφος της ήττας των δυνάμεων της εργασίας τα τελευταία τριάντα χρόνια, της ριζικής αναδιανομής του πλούτου υπέρ της κυρίαρχης τάξης, της αποδόμησης των κοινωνικών δικαιωμάτων και της ενίσχυσης όλων εκείνων των μηχανισμών που στοχεύουν στην κερδοφορία και στη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Μόνο με αυτό τον τρόπο μπορούμε να «φωτίσουμε» τόσο τα «υπόγεια» της καπιταλιστικής παραγωγής , όσο και τις εμπορικές και κερδοσκοπικές «πτέρυγες» του καπιταλισμού για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία του Badiou, με την οποία ξεκινήσαμε.
Για την ανάλυση της σημερινής συγκυρίας
Με βάση τα παραπάνω, είναι πολιτικά ιδιαίτερη χρήσιμη για την κατανόηση της σημερινής συγκυρίας, η αναλυτική διάκριση που έχει προτείνει ο Γ.Μηλιός για τις τρεις διακριτές διαστάσεις της καπιταλιστικής κρίσης: α) την κρίση του κεφαλαίου που εμφανίζεται με τη μείωση των επιχειρηματικών κερδών, τη χρεοκοπία των επιχειρήσεων και την υποαπασχόληση των παραγωγικών εγκαταστάσεων β) την κρίση των οικονομικών του κράτους που εκδηλώνεται μέσω της αύξησης των ελλειμμάτων και του δημόσιου χρέους και τέλος γ) την κρίση της εργασίας που λαμβάνει τη μορφή της αύξησης της ανεργίας, της μείωσης των μισθών, της επισφάλειας και της υπονόμευσης των κοινωνικών δικαιωμάτων. Από αυτή την άποψη, δεν μπορεί να υπάρξει καμιά μορφή υπερταξικής εθνικής συμφωνίας για τους όρους υπέρβασης της κρίσης. Για το κεφάλαιο το κρίσιμο είναι η ανάκαμψη της κερδοφορίας του, για το κράτος, ως εκφραστής των συμφερόντων του συνολικού εθνικού κοινωνικού κεφαλαίου, το πρόβλημα της κρίσης τίθεται από τη σκοπιά των ελλειμμάτων και του χρέους, αντίθετα για τον πόλο της εργασίας υπάρχουν τα ζητήματα της ανεργίας, της εργασιακής ανασφάλειας, της υποβάθμισης του κοινωνικού κράτους , της συνολικής δηλαδή αναπαραγωγής της εργασίας. Τα παραπάνω, ασφαλώς, δεν εμφανίζονται σε παραθετική μορφή οντοτήτων που απλά συνυπάρχουν, αλλά σε μια ιεραρχημένη δομημένη σχέση αντιφατικής ενότητας, με την κίνηση του ενός να εξαρτάται απόλυτα από τη δυναμική των άλλων, υπό την ηγεμονία του κυρίαρχου συσχετισμού δυνάμεων.
Μπορούμε συνεπώς να πούμε πώς η συγκυρία που διαμορφώθηκε από το Φλεβάρη και μετά χαρακτηρίζεται από τη συντονισμένη προσπάθεια του κεφαλαίου, με τη διαμεσολάβηση της κρατικής διαχείρισης και με όπλο την κρίση των δημόσιων οικονομικών, να μετατραπεί η κρίση του κεφαλαίου σε κρίση της εργασίας: μέσα από τη μείωση των μισθών, την αντιδραστική αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων και την κατάργηση των όποιων κοινωνικών δικαιωμάτων, προκειμένου να οικοδομηθεί ένας νέος γύρος καπιταλιστικής συσσώρευσης . Κατά συνέπεια, το χρέος δεν έχει μια αυτόνομη διάσταση, αλλά σχετίζεται με τη συνολική προσπάθεια αναδιαμόρφωσης του ελληνικού καπιταλισμού, μέσα στα πλαίσια της εξέλιξης της κοινωνικής αντιπαράθεσης στο εσωτερικό του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού και των ευρύτερων αλλαγών στους συσχετισμούς ισχύος, μεταξύ των διαφορετικών καπιταλιστικών κρατών στο ευρωπαϊκό και το παγκόσμιο επίπεδο.
Η σημερινή ελληνική σοσιαλδημοκρατία, αξιοποιώντας τη δημοσιονομική κρίση και αποδίδοντάς την, διαστάσεις «φυσικής καταστροφής», επιδιώκει να μετασχηματίσει με τον πλέον αποφασιστικό τρόπο το συσχετισμό ισχύος προς όφελος της κυρίαρχης τάξης. Πρόκειται για τη μετάβαση σε νέα μορφή πολιτικής διαχείρισης, που ο S. Zizek έχει ονομάσει καθεστώς «μόνιμης έκτακτης οικονομικής ανάγκης» (economic state of permanent emergency), που περιλαμβάνει τη διαρκή απειλή ακόμα πιο σκληρών μέτρων λιτότητας, περιορισμού των δημόσιων υπηρεσιών υγείας και παιδείας και διεύρυνσης της επισφαλούς απασχόλησης . Τα διαδοχικά κύματα κυβερνητικών μέτρων, η αναθεώρηση του μνημονίου, η συνεχής παρακολούθηση των δημοσιονομικών μεγεθών από τους ελεγκτές της τρόικας λειτουργούν στην κατεύθυνση της διαμόρφωσης μιας μόνιμης απειλής που επιχειρεί να κρατά σε διαρκή ομηρία τον κόσμο της εργασίας. Το «καθεστώς της μόνιμης έκτακτης οικονομικής ανάγκης», στα πλαίσια του οποίου τα πάντα είναι δυνατόν να συμβούν, ανά πάσα στιγμή, προς όφελος του έθνους, επιβάλλει τελικά τη διαρκή ανασφάλεια ως τρόπο ζωής και αντίληψης της πραγματικότητας, προλειαίνοντας ιδεολογικά το έδαφος για ένα νέο γύρο αντιδραστικών τομών. Η δημοσιονομική διάσταση της κρίσης επιχειρεί να πειθαρχήσει την κοινωνία και να σχετικοποιήσει κάθε αντίληψη κοινωνικού δικαιώματος.
Αν κάποιος βγει, ωστόσο, έξω από το πεδίο της κρατικής προπαγάνδας θα δει ότι δεν υπάρχει κάποια ελληνική ιδιαιτερότητα σε σχέση με την κακοδαιμονία των δημόσιων οικονομικών. Το υποτιθέμενο «δυσθεώρητο» ύψους του ελληνικού χρέους είναι συγκρίσιμο με μια σειρά άλλων καπιταλιστικών κρατών. Το ελληνικό χρέος μπορεί να έχει φτάσει στο 113,4% του ΑΕΠ το 2009, αλλά στην πολύ πιο ισχυρή οικονομικά Ιαπωνία έχει φτάσει στο 197,2%. Η εικόνα γίνεται πολύ πιο διαφορετική, αν λάβουμε υπόψη μας, το συνολικό εθνικό χρέος – δηλαδή το σύνολο του ποσού που έχει δανειστεί, το κράτος, οι επιχειρήσεις και οι ιδιώτες- όπου το ελληνικό χρέος φτάνει στο 179% του ΑΕΠ , ενώ ο μ.ο της ΕΕ είναι 175% και χώρες όπως η Ολλανδία παρουσιάζουν χρέος που φτάνει το 234%. Αλλά και αναφορικά με τη δυναμική του χρέους, δηλαδή τα πρωτογενή ελλείμματα, αν πιστέψουμε ότι το 12,7% της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ είναι ειλικρινές, οι ΗΠΑ είχαν 12,5 % του ΑΕΠ το 2009 και η Μ. Βρετανία είχε έλλειμμα πάνω από 10%. Πόσο μάλλον όταν ελληνικό έλλειμμα έχει προέλθει μόνο κατά 20% από την αύξηση των δαπανών και κατά 80% από τη μεθοδευμένη υστέρηση των εσόδων, δηλαδή την εκτεταμένη φοροαπαλλαγή των διάφορων μερίδων του ελληνικού κεφαλαίου. Άλλωστε, οι συνολικές δημόσιες δαπάνες βρίσκονται μόλις στο 48% του ΑΕΠ, κάτω δηλαδή από το μ.ο της Ε.Ε. Καθόλου τυχαία, με βάση τις εκτιμήσεις της τρόικας το ελληνικό χρέος, παρά το εύρος των περικοπών, θα εκτιναχθεί στα ύψη ως αποτέλεσμα της συνολικής μείωσης του ΑΕΠ. Πρόκειται για τα παράδοξα της ταξικής αριθμητικής, όπου μια πολιτική που νομιμοποιείται στη βάση της αντιμετώπισης του χρέους θα οδηγήσει σε μια δραματική αύξησή του. Στην πραγματικότητα, η μοναδική ιδιομορφία της Ελλάδας αποτυπώνεται στους ιδιαίτερα αρνητικούς συσχετισμούς ταξικής ισχύος υπέρ του κεφαλαίου, γεγονός που οδήγησε τελικά και στο δημοσιονομικό εκτροχιασμό. Αρκεί να αναφέρουμε ότι η φορολογική επιβάρυνση της εργασίας αντιστοιχεί στο μ.ο της ΕΕ, ενώ η φορολογική επιβάρυνση για τα επιχειρηματικά κέρδη ανέρχεται σχεδόν στο μισό της Ε.Ε -25 (15,9% στην Ελλάδα, έναντι 33% στην Ε.Ε) . Συμπερασματικά, η δημοσιονομική τρομοκρατία αξιοποιείται για την εμβάθυνση του νεοφιλελευθερισμού και τη συνολική αναδιαμόρφωση του ελληνικού καπιταλισμού, σε μια προσπάθεια να μετατραπεί η κρίση του κεφαλαίου σε κρίση της εργασίας και των όρων αναπαραγωγής της.
Κατά τη γνώμη μου, οι βασικοί άξονες του συγκεκριμένου προγράμματος αναδιάρθρωσης αναφέρονται: α) στη δραματική μείωση του συνολικού εργατικού κόστους (άμεσος-έμμεσος μισθός) β) στη μείωση των κοινωνικών δαπανών και όχι συνολικά των κρατικών δαπανών γ) στην ακόμα μεγαλύτερη φιλελευθεροποίηση των αγορών εργασίας δ) στην επιλογή της ύφεσης/ ανεργίας ως μέσο για την επίταση του καπιταλιστικού ανταγωνισμού και την πειθάρχηση της εργασίας ε) στην εντατικοποίηση της εργασίας και στ) στην εμπορευματοποίηση / ιδιωτικοποίηση κοινωνικών δικαιωμάτων και δημόσιων υπηρεσιών, μέσω της ακόμα μεγαλύτερης διεύρυνσης των δυνάμεων της αγοράς.
Αυτή η διαδικασία ριζικής αναδιοργάνωσης του ελληνικού καπιταλισμού δεν περιορίζεται στενά στο πεδίο της οικονομίας, αλλά σχετίζεται με σημαντικούς μετασχηματισμούς και στο πεδίο του πολιτικού και των κρατικών μηχανισμών. Μπορούμε να αναφέρουμε δύο σημαντικές, εν εξελίξει, τάσεις. Πρώτον την εμβάθυνση αυτού που ο Πουλαντζάς, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 ονόμασε κρατικό αυταρχισμό, διαδικασία που σχετίζεται όχι απλά με την ενίσχυση των κατασταλτικών μηχανισμών, αλλά και με τη συνεχή μετατόπιση του κέντρου λήψης αποφάσεων σε όλο και πιο στεγανοποιημένους μηχανισμούς, πέρα από τον τυπικό δημοκρατικό/ κοινοβουλευτικό έλεγχο. Η αναβάθμιση διάφορων εγχώριων και διεθνών τεχνοκρατικών στρωμάτων του διεθνούς νεοφιλελευθερισμού στην άσκηση της πολιτικής αποτελεί τυπική έκφραση των συγκεκριμένων αλλαγών, σε μια προσπάθεια αυτονόμησης των αποφασιστικών κρατικών λειτουργιών από τα συμφέροντα των κυριαρχούμενων κοινωνικών τάξεων. Δεύτερον, τη στροφή σε μια μορφή ανασυγκρότησης των κρατικών μηχανισμών που σχετίζεται με τη λεγόμενη διακυβέρνηση (governance). H διακυβέρνηση χαρακτηρίζεται από την μετακίνηση από την κυριαρχία των τυπικών γραφειοκρατικών κρατικών μηχανισμών προς ποικίλες συνεργασίες μεταξύ κρατικών και ιδιωτικών/ επιχειρηματικών φορέων και από μια μορφή «αποκέντρωσης» που ευνοεί την εμπέδωση επιχειρηματικών κριτηρίων στις κρατικές δομές και την μετατόπιση του κόστους των διάφορων κοινωνικών υπηρεσιών στους ίδιους τους εργαζόμενους. Το σχέδιο «Καλλικράτης» και οι προοπτικές συνέπειες του στα πεδία της εκπαίδευσης και της υγείας αποδεικνύουν τη συγκεκριμένη τάση. Η ανασυγκρότηση των κρατικών μηχανισμών θα πρέπει να γίνει αντικείμενο συγκεκριμένης επεξεργασίας και πάλης από το εργατικό κίνημα, διότι στο πολιτικό πεδίο, τελικά, θα κριθούν και οι αποφασιστικές αναμετρήσεις.
Κλείνοντας το συγκεκριμένο κείμενο, που κατέληξε να είναι πολύ πιο εκτεταμένο σε σχέση με τις αρχικές μου προθέσεις, θα ήθελα να επισημάνω δύο ζητήματα της τρέχουσας συγκυρίας που νομίζω θα πρέπει να απασχολήσουν τις Παρεμβάσεις. Πρώτον, επικρατεί γενικά η άποψη πως η περίοδος του καλοκαιριού ήταν μια παρένθεση σε ένα συνεχές αντιπαράθεσης με την κυβέρνηση που ξεκίνησε την προηγούμενη χρονιά. Κατά συνέπεια, το σκηνικό του φθινοπώρου θα συνεχίσει να αναπαράγει την προηγούμενη άνοιξη, με συνεχείς 24ωρες της γραφειοκρατίας, οι οποίες θα παρέχουν στη ριζοσπαστική πτέρυγα ευκαιρίες κλιμάκωσης και υπέρβασης. Αν και το τοπίο είναι ρευστό, νομίζω ότι θα πρέπει να είμαστε πιο επιφυλακτικοί. Με τη ψήφιση του ασφαλιστικού, την υπογραφή της εθνικής συλλογικής σύμβασης και το Π.Δ για τις εργασιακές σχέσεις έκλεισε ένας γύρος αντιπαράθεσης που βρήκε νικήτρια την άλλη πλευρά.
Το φθινόπωρο ξεκινά όχι απλά με την προσπάθεια απάντησης στις κυβερνητικές πρωτοβουλίες, αλλά και με τις συνέπειες της κρίσης και της μέχρι τώρα πολιτικής της διαχείρισης. Η έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα από αυτή την άποψη. Άλλο πράγμα να καταγγέλλεις το νομοσχέδιο Διαμαντοπούλου, απαιτώντας την απόσυρσή του, άλλο πράγμα να προσπαθήσεις να απαντήσεις στις συνέπειες του συγκεκριμένου νόμου. Άρα τα πράγματα δεν θα είναι και τόσο απλά, ιδιαίτερα αν αναμένουμε πρωτοβουλίες από τη γραφειοκρατία.
Δεύτερον, οι αυτοδιοικητικές εκλογές και ο τρόπος διαχείρισής τους από την Αριστερά ενέχει πολύ σοβαρούς κινδύνους για το κίνημα. Στο βαθμό που επικρατήσει μια εκλογικίστικη στρατηγική που θα επενδύσει στην πολιτική απονομιμοποίηση της κυβέρνησης, διαμέσου των εκλογών σε συνθήκες κινηματικής νηνεμίας ή υποτάξει τις κινηματικές διεργασίες στην προοπτική της μεγαλύτερης δυνατής εκλογικής καταγραφής, τα πράγματα θα γίνουν ακόμα πιο δύσκολα. Αναμφίβολα, οι συγκεκριμένες εκλογές είναι ίσως οι πιο σημαντικές αυτοδιοικητικές εκλογές της μεταπολιτευτικής περιόδου, στο βαθμό όμως που αντιμετωπιστούν μέσα στο πλαίσιο ενός γενικού αγωνιστικού προγράμματος ανυπακοής και ρήξης με σχέδιο και διάρκεια.
Οι δύο αυτές διαστάσεις, θα θέσουν ασφαλώς άμεσα στο επίκεντρο τόσο την αγωνιστική πρόταση, όσο και τη συνολική πολιτική πρακτική και φυσιογνωμία των Παρεμβάσεων για τη νέα χρόνια.
Καλημερίδης Γιώργος
Ερμούπολη Αύγουστος 2010
Βλέπε Σακελλαρόπουλος Σ. 2010.
Πουλαντζάς Ν 2009 σελ. 386-88
Σωτηρόπουλος Δ. 2009 .
Στο ίδιο
Harvey D. 2007.
Στην Ελλάδα η περίπτωση Βγενόπουλου είναι η πιο χαρακτηριστική, καθώς ο συγκεκριμένος επιχειρηματίας είναι ταυτοχρόνως τραπεζίτης, εφοπλιστής, παραδοσιακός βιομήχανος τροφίμων, αλλά και σύγχρονος καπιταλιστής της «οικονομίας της γνώσης», γεγονός που καθιστά αμφισβητήσιμους τους κλασικούς διαχωρισμούς μεταξύ διαφορετικών μερίδων κεφαλαίου.
Βλέπε Λάσκος 2010.
Αναλυτικά Panitch L- Gindin S. 2009.
Panitch L- Konings M. 2009, αντίστοιχα Παπακωνσταντίνου Π. 2009.
Κοτζιάς Ν. 2004 σελ.38-9
Σακελλαρόπουλος Σ. 2004.
Βλέπε Σακελλαρόπουλος 2010.
Μπέλλου Ε. 2009.
Editorial Περ. Θέσεις 2010 β.
Zizek S. 2010.
Αναλυτικά Σακελλαρόπουλος 2010 – Editorial Περιοδικό Θέσεις 2010α
Το ζήτημα της υποτίμησης της νέας δραχμής είναι η πιο χαρακτηριστική περίπτωση. Μέτρο που αναπόφευκτα θα οδηγούσε σε δραματική συρρίκνωση του εργατικού εισοδήματος και θα ακύρωνε κάθε αναδιανεμητική πολιτική, η οποία στον καπιταλισμό έτσι και αλλιώς έχει πολύ συγκεκριμένα όρια. Πόσο μάλλον όταν υποτάσσεται στη λογική της τόνωσης της «παραγωγής» και των εξαγωγών». Ενδεικτική είναι η άποψη του Κ. Λαπαβίτσα «η υποτίμηση θα δημιουργήσει πεδίο κερδοσκοπίας για τους κάτοχους του ευρώ. Θα χρειαστούν, λοιπόν, άμεσος έλεγχος των κεφαλαιακών ροών και συνεχής παρέμβαση στην αγορά συναλλάγματος για να ελεγχθεί η κίνηση της ισοτιμίας και να μην αφεθεί στην τύχη της. Η υποτίμηση θα φέρει επίσης πληθωριστικές πιέσεις, οι οποίες θα πρέπει να αντιμετωπιστούν με νομισματική πολιτική αλλά και έλεγχο
* Ευχαριστώ τη συντρόφισσα Ντίνα για τις χρήσιμες παρατηρήσεις της.
Βιβλιογραφικές αναφορές
Εditorial περιοδικό Θέσεις (2010α), Camera obscura. To αντεστραμμένο είδωλο της «κοινωνικής οικονομίας της αγοράς». Περ. Θέσεις τευχ.111
Editorial Περιοδικό Θέσεις (2010β), Απλά μαθήματα οικονομικής πτώχευσης. Οργανώνοντας τη συναίνεση στην κοινωνική αυτοχειρία. Περ. Θέσεις τευχ. 112
Zizek S. (2010), A permanent economic emergency. New Left Review 64.
Carchedi G. (1999), «H παγκοσμιοποίηση του καπιταλισμού και η ΟΝΕ της Ευρώπης», στο Βλάχου Α. (επιμ), Σύγχρονη οικονομική θεωρία. Ριζοσπαστικές κριτικές στο νεοφιλελευθερισμό. Αθήνα : Εκδόσεις Τυπωθήτω.
Κοτζιάς Ν. (2004), Το ενεργητικό δημοκρατικό κράτος. Αθήνα: Εκδ. Καστανιώτη.
Λαπαβίτσας Κ. (2010), Το χρέος, το ευρώ και οι θέσεις της Αριστεράς. Εφημ Αυγή 11- 13/7 / 2010.
Λάσκος X. (2010), H καπιταλιστική διέξοδος. Εφημ. Αυγή 2/5/2010
Badiou A (2009), H κομμουνιστική υπόθεση. Αθήνα: Πατάκης.
Μπέλλου Ε. (2009), Η διεθνής οικονομική κρίση, η θέση της Ελλάδας και οι θέσεις του ΚΚΕ. Εφημ. Ριζοσπάστης 17/5/2009.
Panitch L. – Gindin S. (2009), From global finance to the nationalization of banks. On line : www.zcommunications.org/from-global-finance-to-the-nationalization-of-the-banks-by-leo-panitch
Panitch L- Konings M. (2009), Myths of neoliberal deregulation. New Left Review 57
Παπακωνσταντίνου Π. (2009), 1989-2009. Η ιστορία δύο καταρρεύσεων. Περιοδικό Ουτοπία τευχ. 84
Πουλαντζάς Ν. (2009), Κείμενα: Μαρξισμός, Δίκαιο, Κράτος. Αθήνα : Νήσος.
Σακελλαρόπουλος Σ. (2010), Ελλάδα 2010 : Η επίθεση του κεφαλαίου. Περιοδικό Θέσεις τευχ.112
Σακελλαρόπουλος Σ. (2004), Ο μύθος της παγκοσμιοποίησης και η πραγματικότητα του ιμπεριαλισμού. Αθήνα: Gutenberg.
Σωτηρόπουλος Δ. (2009), Κατανοώντας τη νεοφιλελεύθερη μορφή του καπιταλισμού. Περιοδικό Θέσεις τευχ. 106
Harvey D. (2007), Νεοφιλελευθερισμός . Ιστορία και παρόν. Αθήνα: Καστανιώτης.
.
Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2010
Σάββατο 4 Σεπτεμβρίου 2010
Διχασμός στην τρόικα για την αναδιάρθρωση του χρέους, Δημήτρης Καζάκης
Διχασμός στην τρόικα για την αναδιάρθρωση του χρέους
Πέμπτη, 2 Σεπτεμβρίου 2010 by ciaoant1 ·
Ετικέτες Δημήτρης Καζάκης
Από το Δ. Καζάκη στο "Ποντίκι":
Ξανά στην επιφάνεια η ιστορία της αναδιάρθρωσης του χρέους. Με το μνημόνιο να βυθίζει την ελληνική οικονομία στη χειρότερη ύφεση της μεταπολεμικής ιστορίας της, με απρόβλεπτη κατάληξη και χρονική διάρκεια, άρχισαν πάλι να βγαίνουν στον αφρό διάφορα σενάρια αναδιάρθρωσης του χρέους της χώρας ως «εναλλακτική λύση» στη σημερινή κατάσταση.
1. Ο ίδιος ο κ. Σαμαράς υιοθέτησε επίσημα αυτή τη λογική προτείνοντας την μείωση του δημόσιου χρέους της χώρας έως το 2013 στο 100% του ΑΕΠ από 125% που ήταν το 2009. Στην πράξη προτείνει αναδιάρθρωση του χρέους με «κούρεμα» κατά 25% μέσα σε τρία χρόνια. Τις λεπτομέρειες αυτού του σχεδίου ο κ. Σαμαράς τις κρατά για τον εαυτό του και τα συγκεκριμένα κυκλώματα κερδοσκόπων που φαίνεται να έχουν επενδύσει σε μια τέτοιου τύπου αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους. Κι όμως, αυτή υποτίθεται ότι αποτελεί εναλλακτική πρόταση σε σχέση με το μνημόνιο.
2. Η κυβέρνηση από την πλευρά της επιμένει:
«Εμείς δηλώνουμε πολύ καθαρά αυτό το οποίο έχουμε πει επανειλημμένα. Ποτέ δεν τέθηκε και δεν πρόκειται να τεθεί ζήτημα αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημοσίου χρέους. Αυτό το οποίο τίθεται και στο οποίο η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί είναι στην υλοποίηση ενός συγκεκριμένου οικονομικού προγράμματος και σε μέτρα με τα οποία θα μπορέσει να μετασχηματιστεί η ελληνική οικονομία, να ανακάμψει και να ξαναβρεθεί σε υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης. Αυτή είναι η απάντηση σε όλους όσοι εξακολουθούν να προβλέπουν ένα ζοφερό μέλλον για την ελληνική οικονομία».
Τάδε έφη ο υπουργός Οικονομικών κ. Παπακωνσταντίνου στη Βουλή στις 25.8. Και για μια ακόμη φορά είπε ψέματα. Ο πρώτος που αναγνώρισε ανοιχτά ότι τίθεται ζήτημα αναδιάρθρωσης του χρέους της χώρας είναι το ίδιο το ΔΝΤ στην πρόσφατη έκθεση των ελεγκτών του:
«Η εκτίμηση ότι η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους ίσως μόνο να έχει αναβληθεί, αντί να έχει αποσοβηθεί μια και καλή, είναι φανερό ότι βαραίνει στο αίσθημα [σ.σ.: των αγορών]. Πρέπει να οικοδομηθούν αποδείξεις ότι το πρόγραμμα εφαρμόζεται πλήρως, υποστηριζόμενο από κοινωνική συναίνεση και με προοπτικές για μια ανάκαμψη της ανάπτυξης».
Επομένως οι ίδιες οι αγορές θέτουν ζήτημα άμεσης αναδιάρθρωσης του χρέους της Ελλάδας, ενώ το ΔΝΤ εκτιμά ότι δεν υπάρχουν ακόμη οι «αποδείξεις» που χρειάζονται ώστε να πειστούν για το αντίθετο. Πρέπει να «οικοδομηθούν», όπως λέει.
Μάλιστα, την ημέρα που ο κ. Παπακωνσταντίνου είπε ότι «ποτέ δεν τέθηκε και δεν πρόκειται να τεθεί ζήτημα αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημοσίου χρέους», το spread του ελληνικού 10ετούς ομολόγου ανέβηκε στα ύψη, φθάνοντας τις 945 μονάδες βάσης, ύψος ρεκόρ από τις 10 Μαΐου, οπότε ανακοινώθηκε το Μνημόνιο με το ΔΝΤ και την Ε.Ε. Ήταν ο τρόπος των αγορών για να πουν στον κ. υπουργό να κόψει τα φούμαρα, που όποτε τα ξεστομίζει στοιχίζουν πανάκριβα στην ελληνική οικονομία.
Προς μεγάλη βέβαια ικανοποίηση «ημετέρων» και μη κερδοσκόπων. Για να κερδίσει την εμπιστοσύνη αυτής της αγοράς δεν παλεύει η κυβέρνηση, όπως τόσες και τόσες φορές μας έχει διαβεβαιώσει ο κ. Παπακωνσταντίνου; Προς τι λοιπόν τα παραμύθια ότι δεν τίθεται ζήτημα αναδιάρθρωσης;
Αιφνιδιασμός των Ευρωπαίων
Το γεγονός ότι το ΔΝΤ δεν έχει δεδομένο πως το «πρόγραμμα εφαρμόζεται πλήρως, υποστηριζόμενο από κοινωνική συναίνεση και με προοπτικές για μια ανάκαμψη της ανάπτυξης», τουλάχιστον με τρόπο που να πείθει τις αγορές, αιφνιδίασε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την ΕΚΤ. Γι' αυτό και στη δική της έκδοση με τις εκτιμήσεις για την πορεία του προγράμματος στην Ελλάδα κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να πείσει ότι οι «φόβοι της αγοράς» είναι αβάσιμοι:
«Οι αγορές κρατικών ομολόγων και CDS τιμολογούν με πολύ υψηλή πιθανότητα μια ελληνική κρατική πτώχευση, παρά το πρόγραμμα διαρθρωτικής προσαρμογής. Ορισμένοι φοβούνται ότι το πρόγραμμα ίσως να μην δουλέψει καθώς απαιτεί τεράστια δημοσιονομική προσπάθεια και ριζικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες είναι δύσκολο να εφαρμοστούν και είναι πιθανόν να αντιμετωπίσουν σθεναρή αντιπολίτευση από τις ελληνικές αρχές ή τον πληθυσμό.
Άλλοι αμφισβητούν την διαχειρισιμότητα του ελληνικού χρέους και ειδικότερα την ικανότητα της χώρας να αντλήσει χρήμα από την αγορά μετά το πέρας του χρηματοδοτικού προγράμματος. Τέλος, μερικοί ισχυρίζονται ότι η Ελλάδα διαθέτει ένα ισχυρό κίνητρο για να αναδιαρθρώσει το χρέος της εθελοντικά και μονομερώς μόλις αποκτήσει πρωτογενές πλεόνασμα στον προϋπολογισμό της. Αυτοί οι φόβοι είναι αβάσιμοι».
Στο ίδιο πνεύμα και ο επίτροπος Όλι Ρεν έκανε δημόσια παρέμβαση από τις στήλες της Wall Street Journal (24.8) για να μιλήσει περί «ελληνικής αναγέννησης» γράφοντας:
«Γνωρίζω ότι η προσπάθεια της ελληνικής μεταρρύθμισης δεν έχει σκοτώσει τις ανησυχίες πως η Αθήνα είναι ακόμη πιθανό να αναγκαστεί να αναδιαρθρώσει το χρέος της. Για πολλούς αλληλοσυνδεόμενους λόγους, βρίσκω αυτές τις ανησυχίες αβάσιμες».
Σε ποιους απευθύνεται ο Όλι Ρεν; Προφανώς σε κύκλους των αγορών. Και μάλιστα μιλάμε για τόσο ισχυρούς κύκλους, ώστε ο ίδιος ο επίτροπος χρειάστηκε να τους απευθυνθεί δημοσίως μέσα από τις στήλες της κορυφαίας χρηματιστικής εφημερίδας των ΗΠΑ. Η δημόσια αυτή παρέμβαση δείχνει δυο πράγματα:
● Αφενός το κρίσιμο σημείο στο οποίο έχουν φτάσει οι διαπραγματεύσεις στην αγορά για την τύχη του ελληνικού χρέους, αλλά και της ίδιας της Ελλάδας, που έχουν ουσιαστικά αρχίσει στο παρασκήνιο αφότου επιβλήθηκαν στη χώρα το μνημόνιο και η δανειακή σύμβαση.
● Κι αφετέρου την αυξανόμενη ανησυχία των ευρωκρατούντων ότι η διεθνής αγορά και οι παράγοντές της δεν πρόκειται για πολύ ακόμη να ανέχονται την πρωτοκαθεδρία της Κομισιόν, της ΕΚΤ και των ευρωπαϊκών τραπεζών στη διαχείριση του ελληνικού προβλήματος.
Αυτός είναι και ο λόγος που ο Όλι Ρεν, στο άρθρο που αναφέραμε, λέει ότι:
«Αυτοί που υποστηρίζουν την αναδιάρθρωση του χρέους τείνουν να υποτιμούν τα τεράστια κόστη. Θα σημάνει σοβαρές αλυσιδωτές συνέπειες μέσα από μια παρατεταμένη αναστάτωση της ευρύτερης οικονομίας και του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην Ελλάδα, ενώ θα έχει αρνητικές συνέπειες για ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ και την παγκόσμια οικονομία. Τα πολιτικά κόστη θα είναι εξαιρετικά επιζήμια όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για τη ζώνη του ευρώ, όπως και για το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης».
Επιχειρεί δηλαδή να φοβίσει τις αγορές με τα κόστη και τις ζημιές που θα επιφέρει μια αναδιάρθρωση του χρέους. Γιατί;
Την άπαντηση βέβαια στο ερώτημα αυτό την έχουμε δει σε παλιότερα άρθρα - πχ σε παλιότερη ανάρτηση-μετάφραση άρθρου του M. Pettis με τίτλο "Τι θα μπορούσε να μας πει η ιστορία για την ελληνική κρίση;" είχαμε δει μεταξύ άλλων τα εξής:
..4. Η οικονομική ανάκαμψη στις χώρες που επλήγησαν από την κρίση δεν θα ξεκινήσει μέχρι να αναγνωριστούν ως χρεωκοπημένα και λάβουν άφεση του χρέους από τους πιστωτές τους.
Πριν από κάθε κήρυξη πτώχευσης υπάρχει η ψευδαίσθηση ότι η πιστώτρια χώρα αντιμετωπίζει απλώς ένα βραχυπρόθεσμο πρόβλημα χρηματοδότησης, καθώς και ότι με πολλή πειθαρχία και λίγη καλή θέληση θα είναι σε θέση να συνεχίσει την πορεία της από την κρίση. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου πολλές «λύσεις» αναδιάρθρωσης του χρέους προτείνονται - οι οποίες συνεπάγονται την αύξηση του χρέους, και συχνά με τον πιο οικονομικά αποσταθεροποιητικό τρόπο - που καθιστούν αναπόφευκτα την τελική επίλυση της κρίσης πολύ πιο δύσκολη και οι οποίες αυξάνουν σημαντικά τα ασφάλιστρα για την περίπτωση χρεωκοπίας. Το πιο διαβόητο πρόσφατο παράδειγμα των τρομερών αυτών «λύσεων» ήταν το χρέος της Αργεντινής το 2001, με την οποία ναδιάρθρωση του οποίου αυξήθηκε δραματικά το σύνολο των υποχρεώσεων της χώρας ενώ απεγνωσμένα προσπαθούσε να διατηρήσει την ψευδαίσθηση ότι κάπως θα μπορούσε να έχει ανάπτυξη και έτσι να αποπληρώσει το χρέος της.
Η Ελλάδα, και ίσως δύο ή τρεις άλλες χώρες, απλά δεν μπορούν να επιστρέψουν ποσά που χρωστάνε. Τελικά πρόκειται να χρεωκοπήσουν, και στη συνέχεια, στη διαδικασία αναδιάρθρωσης, θα λάβουν επαρκή μείωση του χρέους που θα τους επιτρέπει να επιστρέψουν σε μια υγιή βάση και με μια εύλογο προοπτική αποπληρωμής. Αλλά για όσο διάστημα διατηρούν το πρόσχημα ότι μπορούν και θα επιστρέψουν το πλήρες οφειλόμενο ποσό, οι προκύπτουσες στρεβλώσεις στην οικονομία θα σημαίνουν ότι οι επιχειρήσεις θα από-επενδύουν και η χώρα δεν θα έχει ανάπτυξη.
Το ιστορικό προηγούμενο καθιστά σαφές ότι, όσο το κράτο-δανειολήπτης είναι αναγκασμένο να αποπληρώνει ένα μη-αποπληρώσιμο χρέος, δεν θα έχει ανάπτυξη. Τελικά, όπως έχει συμβεί σχεδόν σε κάθε προηγούμενη παρόμοια περίπτωση, οι πιστωτές και οι οφειλέτες θα αναγνωρίσουν την πραγματικότητα και θα βρουν ένα ένα σχέδιο για haircut του χρέους που θα επιτρέψει στην οικονομία να επιστρέψει στην ανάπτυξη. Μέχρι τότε, αναμένουμε χαμηλή ανάπτυξη, υψηλή ανεργία, και συνεχείς μάχες για το χρέος.
Πόσο καιρό θα χρειαστεί για τον κόσμο να το πάρει απόφαση ότι είναι αναπόφευκτο; Αυτό μας οδηγεί στο πέμπτο πράγμα που μπορούμε να μάθουμε από τα ιστορικά προηγούμενα.
5. Η χρεωκοπία της Ελλάδας δεν θα αναγνωριστεί επίσημα για πολλά χρόνια.
Όταν οι περισσότερες από τις υποχρεώσεις του χρεωκοπημένου κράτους ήταν κατανεμημένες σε μια ευρεία ποικιλία ομολογιούχων, οι δυνάμεις της αγοράς ενεργούσαν αρκετά γρήγορα για να αναγκάσουν άφεση (haircut) χρέους. Ανεξόφλητα ομόλογα λαμβάνουν μεγάλες εκπτώσεις, και είναι πολύ πιο εύκολο για κάποιον που αγόρασε το χρέος στο 1/3 της ονομαστική αξία του να συμφωνήσει με 50% άφεση του χρέους από ό, τι για κάποιον που έκανε το αρχικό δάνειο.
Αλλά τα πράγματα είναι διαφορετικά με την τρέχουσα κατανομή των χρεών των χρεωκοπημένων ευρωπαϊκών κρατών, όπως ήταν και με τα κρατικά δάνεια της δεκαετίας του 1970. Είναι συγκεντρωμένα στο εσωτερικό του τραπεζικού συστήματος, και οι τράπεζες δεν μπορούν να αντέξουν τις απώλειες χωρίς οι ίδιες να καταρρεύσουν σε χρεοκοπία.
Αυτό δεν μπορεί να επιτραπεί να συμβεί. Η κρίση του χρέους των ΛΑΧ της δεκαετίας του 1980 μαινόταν για σχεδόν μια ολόκληρη δεκαετία - μια δεκαετία παύσης πληρωμών, φυγής κεφαλαίων, και έντονα χαμηλής ανάπτυξης - πριν οι πιστωτές επισήμως αναγνώρισαν ότι οι περισσότεροι αγωνιζόμενοι δανειολήπτες δεν θα μπορούσαν να εξοφλήσουν το χρέος τους και χρειάζονταν μερική άφεση χρέους. Η πρώτη επίσημη αναγνώριση της διαγραφής χρεών συνέβη με το σχέδιο αναδιάρθρωσης του Μεξικού Brady το 1990. Η ανάπτυξη επέστρεψε στις περισσότερες χώρες μόνο αφότου κατέστη σαφές ότι θα λάβουν άφεση χρέους.
Γιατί πήρε τόσο καιρό; Ήταν οι τράπεζες ηλίθιες; Όχι, οι τράπεζες γνώριζαν πολύ καλά ότι δεν επρόκειτο να πάρουν πίσω τα χρήματά τους ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, αλλά για να το αναγνωρίσουν επίσημα αυτό θα έπρεπε να χάσουν περισσότερα κεφάλαια για την απορρόφηση των ζημιών από όσα είχαν. Η αναγνώριση του προφανούς έπρεπε λοιπόν να καθυστερήσει σχεδόν μία ολόκληρη δεκαετία, ώστε οι τράπεζες να οικοδομήσουν ένα επαρκές κεφάλαιο ως «μαξιλάρι» για την απορρόφηση των ζημιών. [σημ.: χάστε τώρα εσείς μισθούς, συντάξεις, θέσεις εργασίας, ωράρια, κτλ, ώστε να αρπάξουν οι τράπεζες τα "πακέτα σωτηρίας" τους, ώστε να βγουν αυτές αλώβητες, και εσείς να ζήσετε σα νέοι κολλίγοι του μεσαίωνα]
Το ίδιο και με την Ευρωπαϊκή κρίση. Ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού χρέους κατέχεται από ευρωπαϊκές τράπεζες, και απλά δεν έχουν αρκετό κεφάλαιο για να απορροφήσουν τις ζημίες του ελληνικού χρέος, πόσο μάλλον αν η Ελλάδα συνοδεύεται από την Πορτογαλία, την Ισπανία και άλλες. Οι τράπεζες θα πρέπει πρώτα να ανοικοδομήσουν τις κεφαλαιακές βάσεις τους για να μπορέσουν να παραδεχτούν το αυτονόητο, και αυτό θα μπορούσε να διαρκέσει αρκετά χρόνια. [σημ.: Και μάλιστα, όχι μόνο οι γαλλικές και γερμανικές τράπεζες είναι οι κύριοι δανειστές, και θα χρεωκοπήσουν αν εμείς τους πούμε στάση πληρωμών, αλλά αυτό θα έχει αλυσιδωτές αντιδράσεις - για παράδειγμα και η τράπεζα της Αγγλίας παραδέχτηκε πρόσφατα ότι θα έχει σοβαρό πρόβλημα, μιας και όλες οι τράπεζες του κόσμου είναι συνδεδεμένες μεταξύ τους: "The Bank of England said the sovereign debt crisis in Europe had increased the risk of instability in the U.K. financial system, and banks need to raise more capital to guard against shocks.. U.K. banks are “particularly exposed” to the French and German banking systems, which account for about a quarter of their claims on banks globally, the central bank said". Την ίδια ώρα, ο Ζαν Κλοντ Τρισέ αναφέρει ότι "Όλες [οι τράπεζες] θα είχαν εξαφανιστεί εάν δεν τις είχαμε σώσει, αυτό είναι το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε", χωρίς βέβαια να βγάζει τσιμουδιά ποιος πληρώνει το μάρμαρο για αυτή τη σωτηρία των τραπεζών, που αποδεικνύει ότι το "αόρατο χέρι της αγοράς" δεν υπάρχει, υπάρχουν όμως οι -εντελώς ορατές- χερούκλες των τραπεζιτών που επιδίδονται σε πλιάτσικο εναντίον μας]
Έτσι, είμαστε καταδικασμένοι να περάσουμε το μεγαλύτερο μέρος της επόμενης δεκαετίας, με αναβολή της επίλυσης της κρίσης, ενώ οι τράπεζες ανοικοδομήσουν την οικονομική τους βάση. Μέχρι να το κάνουν, όλοι θα προσποιηθούμε ότι η Ελλάδα δεν είναι χρεωκοπημένη και ότι οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες δεν θα έχουν κρίση. Εν τω μεταξύ, καμία από αυτές τις χώρες δε θα μπορέσει να έχει ανάπτυξη.
Πέμπτη, 2 Σεπτεμβρίου 2010 by ciaoant1 ·
Ετικέτες Δημήτρης Καζάκης
Από το Δ. Καζάκη στο "Ποντίκι":
Ξανά στην επιφάνεια η ιστορία της αναδιάρθρωσης του χρέους. Με το μνημόνιο να βυθίζει την ελληνική οικονομία στη χειρότερη ύφεση της μεταπολεμικής ιστορίας της, με απρόβλεπτη κατάληξη και χρονική διάρκεια, άρχισαν πάλι να βγαίνουν στον αφρό διάφορα σενάρια αναδιάρθρωσης του χρέους της χώρας ως «εναλλακτική λύση» στη σημερινή κατάσταση.
1. Ο ίδιος ο κ. Σαμαράς υιοθέτησε επίσημα αυτή τη λογική προτείνοντας την μείωση του δημόσιου χρέους της χώρας έως το 2013 στο 100% του ΑΕΠ από 125% που ήταν το 2009. Στην πράξη προτείνει αναδιάρθρωση του χρέους με «κούρεμα» κατά 25% μέσα σε τρία χρόνια. Τις λεπτομέρειες αυτού του σχεδίου ο κ. Σαμαράς τις κρατά για τον εαυτό του και τα συγκεκριμένα κυκλώματα κερδοσκόπων που φαίνεται να έχουν επενδύσει σε μια τέτοιου τύπου αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους. Κι όμως, αυτή υποτίθεται ότι αποτελεί εναλλακτική πρόταση σε σχέση με το μνημόνιο.
2. Η κυβέρνηση από την πλευρά της επιμένει:
«Εμείς δηλώνουμε πολύ καθαρά αυτό το οποίο έχουμε πει επανειλημμένα. Ποτέ δεν τέθηκε και δεν πρόκειται να τεθεί ζήτημα αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημοσίου χρέους. Αυτό το οποίο τίθεται και στο οποίο η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί είναι στην υλοποίηση ενός συγκεκριμένου οικονομικού προγράμματος και σε μέτρα με τα οποία θα μπορέσει να μετασχηματιστεί η ελληνική οικονομία, να ανακάμψει και να ξαναβρεθεί σε υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης. Αυτή είναι η απάντηση σε όλους όσοι εξακολουθούν να προβλέπουν ένα ζοφερό μέλλον για την ελληνική οικονομία».
Τάδε έφη ο υπουργός Οικονομικών κ. Παπακωνσταντίνου στη Βουλή στις 25.8. Και για μια ακόμη φορά είπε ψέματα. Ο πρώτος που αναγνώρισε ανοιχτά ότι τίθεται ζήτημα αναδιάρθρωσης του χρέους της χώρας είναι το ίδιο το ΔΝΤ στην πρόσφατη έκθεση των ελεγκτών του:
«Η εκτίμηση ότι η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους ίσως μόνο να έχει αναβληθεί, αντί να έχει αποσοβηθεί μια και καλή, είναι φανερό ότι βαραίνει στο αίσθημα [σ.σ.: των αγορών]. Πρέπει να οικοδομηθούν αποδείξεις ότι το πρόγραμμα εφαρμόζεται πλήρως, υποστηριζόμενο από κοινωνική συναίνεση και με προοπτικές για μια ανάκαμψη της ανάπτυξης».
Επομένως οι ίδιες οι αγορές θέτουν ζήτημα άμεσης αναδιάρθρωσης του χρέους της Ελλάδας, ενώ το ΔΝΤ εκτιμά ότι δεν υπάρχουν ακόμη οι «αποδείξεις» που χρειάζονται ώστε να πειστούν για το αντίθετο. Πρέπει να «οικοδομηθούν», όπως λέει.
Μάλιστα, την ημέρα που ο κ. Παπακωνσταντίνου είπε ότι «ποτέ δεν τέθηκε και δεν πρόκειται να τεθεί ζήτημα αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημοσίου χρέους», το spread του ελληνικού 10ετούς ομολόγου ανέβηκε στα ύψη, φθάνοντας τις 945 μονάδες βάσης, ύψος ρεκόρ από τις 10 Μαΐου, οπότε ανακοινώθηκε το Μνημόνιο με το ΔΝΤ και την Ε.Ε. Ήταν ο τρόπος των αγορών για να πουν στον κ. υπουργό να κόψει τα φούμαρα, που όποτε τα ξεστομίζει στοιχίζουν πανάκριβα στην ελληνική οικονομία.
Προς μεγάλη βέβαια ικανοποίηση «ημετέρων» και μη κερδοσκόπων. Για να κερδίσει την εμπιστοσύνη αυτής της αγοράς δεν παλεύει η κυβέρνηση, όπως τόσες και τόσες φορές μας έχει διαβεβαιώσει ο κ. Παπακωνσταντίνου; Προς τι λοιπόν τα παραμύθια ότι δεν τίθεται ζήτημα αναδιάρθρωσης;
Αιφνιδιασμός των Ευρωπαίων
Το γεγονός ότι το ΔΝΤ δεν έχει δεδομένο πως το «πρόγραμμα εφαρμόζεται πλήρως, υποστηριζόμενο από κοινωνική συναίνεση και με προοπτικές για μια ανάκαμψη της ανάπτυξης», τουλάχιστον με τρόπο που να πείθει τις αγορές, αιφνιδίασε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την ΕΚΤ. Γι' αυτό και στη δική της έκδοση με τις εκτιμήσεις για την πορεία του προγράμματος στην Ελλάδα κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να πείσει ότι οι «φόβοι της αγοράς» είναι αβάσιμοι:
«Οι αγορές κρατικών ομολόγων και CDS τιμολογούν με πολύ υψηλή πιθανότητα μια ελληνική κρατική πτώχευση, παρά το πρόγραμμα διαρθρωτικής προσαρμογής. Ορισμένοι φοβούνται ότι το πρόγραμμα ίσως να μην δουλέψει καθώς απαιτεί τεράστια δημοσιονομική προσπάθεια και ριζικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, οι οποίες είναι δύσκολο να εφαρμοστούν και είναι πιθανόν να αντιμετωπίσουν σθεναρή αντιπολίτευση από τις ελληνικές αρχές ή τον πληθυσμό.
Άλλοι αμφισβητούν την διαχειρισιμότητα του ελληνικού χρέους και ειδικότερα την ικανότητα της χώρας να αντλήσει χρήμα από την αγορά μετά το πέρας του χρηματοδοτικού προγράμματος. Τέλος, μερικοί ισχυρίζονται ότι η Ελλάδα διαθέτει ένα ισχυρό κίνητρο για να αναδιαρθρώσει το χρέος της εθελοντικά και μονομερώς μόλις αποκτήσει πρωτογενές πλεόνασμα στον προϋπολογισμό της. Αυτοί οι φόβοι είναι αβάσιμοι».
Στο ίδιο πνεύμα και ο επίτροπος Όλι Ρεν έκανε δημόσια παρέμβαση από τις στήλες της Wall Street Journal (24.8) για να μιλήσει περί «ελληνικής αναγέννησης» γράφοντας:
«Γνωρίζω ότι η προσπάθεια της ελληνικής μεταρρύθμισης δεν έχει σκοτώσει τις ανησυχίες πως η Αθήνα είναι ακόμη πιθανό να αναγκαστεί να αναδιαρθρώσει το χρέος της. Για πολλούς αλληλοσυνδεόμενους λόγους, βρίσκω αυτές τις ανησυχίες αβάσιμες».
Σε ποιους απευθύνεται ο Όλι Ρεν; Προφανώς σε κύκλους των αγορών. Και μάλιστα μιλάμε για τόσο ισχυρούς κύκλους, ώστε ο ίδιος ο επίτροπος χρειάστηκε να τους απευθυνθεί δημοσίως μέσα από τις στήλες της κορυφαίας χρηματιστικής εφημερίδας των ΗΠΑ. Η δημόσια αυτή παρέμβαση δείχνει δυο πράγματα:
● Αφενός το κρίσιμο σημείο στο οποίο έχουν φτάσει οι διαπραγματεύσεις στην αγορά για την τύχη του ελληνικού χρέους, αλλά και της ίδιας της Ελλάδας, που έχουν ουσιαστικά αρχίσει στο παρασκήνιο αφότου επιβλήθηκαν στη χώρα το μνημόνιο και η δανειακή σύμβαση.
● Κι αφετέρου την αυξανόμενη ανησυχία των ευρωκρατούντων ότι η διεθνής αγορά και οι παράγοντές της δεν πρόκειται για πολύ ακόμη να ανέχονται την πρωτοκαθεδρία της Κομισιόν, της ΕΚΤ και των ευρωπαϊκών τραπεζών στη διαχείριση του ελληνικού προβλήματος.
Αυτός είναι και ο λόγος που ο Όλι Ρεν, στο άρθρο που αναφέραμε, λέει ότι:
«Αυτοί που υποστηρίζουν την αναδιάρθρωση του χρέους τείνουν να υποτιμούν τα τεράστια κόστη. Θα σημάνει σοβαρές αλυσιδωτές συνέπειες μέσα από μια παρατεταμένη αναστάτωση της ευρύτερης οικονομίας και του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην Ελλάδα, ενώ θα έχει αρνητικές συνέπειες για ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ και την παγκόσμια οικονομία. Τα πολιτικά κόστη θα είναι εξαιρετικά επιζήμια όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για τη ζώνη του ευρώ, όπως και για το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης».
Επιχειρεί δηλαδή να φοβίσει τις αγορές με τα κόστη και τις ζημιές που θα επιφέρει μια αναδιάρθρωση του χρέους. Γιατί;
Την άπαντηση βέβαια στο ερώτημα αυτό την έχουμε δει σε παλιότερα άρθρα - πχ σε παλιότερη ανάρτηση-μετάφραση άρθρου του M. Pettis με τίτλο "Τι θα μπορούσε να μας πει η ιστορία για την ελληνική κρίση;" είχαμε δει μεταξύ άλλων τα εξής:
..4. Η οικονομική ανάκαμψη στις χώρες που επλήγησαν από την κρίση δεν θα ξεκινήσει μέχρι να αναγνωριστούν ως χρεωκοπημένα και λάβουν άφεση του χρέους από τους πιστωτές τους.
Πριν από κάθε κήρυξη πτώχευσης υπάρχει η ψευδαίσθηση ότι η πιστώτρια χώρα αντιμετωπίζει απλώς ένα βραχυπρόθεσμο πρόβλημα χρηματοδότησης, καθώς και ότι με πολλή πειθαρχία και λίγη καλή θέληση θα είναι σε θέση να συνεχίσει την πορεία της από την κρίση. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου πολλές «λύσεις» αναδιάρθρωσης του χρέους προτείνονται - οι οποίες συνεπάγονται την αύξηση του χρέους, και συχνά με τον πιο οικονομικά αποσταθεροποιητικό τρόπο - που καθιστούν αναπόφευκτα την τελική επίλυση της κρίσης πολύ πιο δύσκολη και οι οποίες αυξάνουν σημαντικά τα ασφάλιστρα για την περίπτωση χρεωκοπίας. Το πιο διαβόητο πρόσφατο παράδειγμα των τρομερών αυτών «λύσεων» ήταν το χρέος της Αργεντινής το 2001, με την οποία ναδιάρθρωση του οποίου αυξήθηκε δραματικά το σύνολο των υποχρεώσεων της χώρας ενώ απεγνωσμένα προσπαθούσε να διατηρήσει την ψευδαίσθηση ότι κάπως θα μπορούσε να έχει ανάπτυξη και έτσι να αποπληρώσει το χρέος της.
Η Ελλάδα, και ίσως δύο ή τρεις άλλες χώρες, απλά δεν μπορούν να επιστρέψουν ποσά που χρωστάνε. Τελικά πρόκειται να χρεωκοπήσουν, και στη συνέχεια, στη διαδικασία αναδιάρθρωσης, θα λάβουν επαρκή μείωση του χρέους που θα τους επιτρέπει να επιστρέψουν σε μια υγιή βάση και με μια εύλογο προοπτική αποπληρωμής. Αλλά για όσο διάστημα διατηρούν το πρόσχημα ότι μπορούν και θα επιστρέψουν το πλήρες οφειλόμενο ποσό, οι προκύπτουσες στρεβλώσεις στην οικονομία θα σημαίνουν ότι οι επιχειρήσεις θα από-επενδύουν και η χώρα δεν θα έχει ανάπτυξη.
Το ιστορικό προηγούμενο καθιστά σαφές ότι, όσο το κράτο-δανειολήπτης είναι αναγκασμένο να αποπληρώνει ένα μη-αποπληρώσιμο χρέος, δεν θα έχει ανάπτυξη. Τελικά, όπως έχει συμβεί σχεδόν σε κάθε προηγούμενη παρόμοια περίπτωση, οι πιστωτές και οι οφειλέτες θα αναγνωρίσουν την πραγματικότητα και θα βρουν ένα ένα σχέδιο για haircut του χρέους που θα επιτρέψει στην οικονομία να επιστρέψει στην ανάπτυξη. Μέχρι τότε, αναμένουμε χαμηλή ανάπτυξη, υψηλή ανεργία, και συνεχείς μάχες για το χρέος.
Πόσο καιρό θα χρειαστεί για τον κόσμο να το πάρει απόφαση ότι είναι αναπόφευκτο; Αυτό μας οδηγεί στο πέμπτο πράγμα που μπορούμε να μάθουμε από τα ιστορικά προηγούμενα.
5. Η χρεωκοπία της Ελλάδας δεν θα αναγνωριστεί επίσημα για πολλά χρόνια.
Όταν οι περισσότερες από τις υποχρεώσεις του χρεωκοπημένου κράτους ήταν κατανεμημένες σε μια ευρεία ποικιλία ομολογιούχων, οι δυνάμεις της αγοράς ενεργούσαν αρκετά γρήγορα για να αναγκάσουν άφεση (haircut) χρέους. Ανεξόφλητα ομόλογα λαμβάνουν μεγάλες εκπτώσεις, και είναι πολύ πιο εύκολο για κάποιον που αγόρασε το χρέος στο 1/3 της ονομαστική αξία του να συμφωνήσει με 50% άφεση του χρέους από ό, τι για κάποιον που έκανε το αρχικό δάνειο.
Αλλά τα πράγματα είναι διαφορετικά με την τρέχουσα κατανομή των χρεών των χρεωκοπημένων ευρωπαϊκών κρατών, όπως ήταν και με τα κρατικά δάνεια της δεκαετίας του 1970. Είναι συγκεντρωμένα στο εσωτερικό του τραπεζικού συστήματος, και οι τράπεζες δεν μπορούν να αντέξουν τις απώλειες χωρίς οι ίδιες να καταρρεύσουν σε χρεοκοπία.
Αυτό δεν μπορεί να επιτραπεί να συμβεί. Η κρίση του χρέους των ΛΑΧ της δεκαετίας του 1980 μαινόταν για σχεδόν μια ολόκληρη δεκαετία - μια δεκαετία παύσης πληρωμών, φυγής κεφαλαίων, και έντονα χαμηλής ανάπτυξης - πριν οι πιστωτές επισήμως αναγνώρισαν ότι οι περισσότεροι αγωνιζόμενοι δανειολήπτες δεν θα μπορούσαν να εξοφλήσουν το χρέος τους και χρειάζονταν μερική άφεση χρέους. Η πρώτη επίσημη αναγνώριση της διαγραφής χρεών συνέβη με το σχέδιο αναδιάρθρωσης του Μεξικού Brady το 1990. Η ανάπτυξη επέστρεψε στις περισσότερες χώρες μόνο αφότου κατέστη σαφές ότι θα λάβουν άφεση χρέους.
Γιατί πήρε τόσο καιρό; Ήταν οι τράπεζες ηλίθιες; Όχι, οι τράπεζες γνώριζαν πολύ καλά ότι δεν επρόκειτο να πάρουν πίσω τα χρήματά τους ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, αλλά για να το αναγνωρίσουν επίσημα αυτό θα έπρεπε να χάσουν περισσότερα κεφάλαια για την απορρόφηση των ζημιών από όσα είχαν. Η αναγνώριση του προφανούς έπρεπε λοιπόν να καθυστερήσει σχεδόν μία ολόκληρη δεκαετία, ώστε οι τράπεζες να οικοδομήσουν ένα επαρκές κεφάλαιο ως «μαξιλάρι» για την απορρόφηση των ζημιών. [σημ.: χάστε τώρα εσείς μισθούς, συντάξεις, θέσεις εργασίας, ωράρια, κτλ, ώστε να αρπάξουν οι τράπεζες τα "πακέτα σωτηρίας" τους, ώστε να βγουν αυτές αλώβητες, και εσείς να ζήσετε σα νέοι κολλίγοι του μεσαίωνα]
Το ίδιο και με την Ευρωπαϊκή κρίση. Ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού χρέους κατέχεται από ευρωπαϊκές τράπεζες, και απλά δεν έχουν αρκετό κεφάλαιο για να απορροφήσουν τις ζημίες του ελληνικού χρέος, πόσο μάλλον αν η Ελλάδα συνοδεύεται από την Πορτογαλία, την Ισπανία και άλλες. Οι τράπεζες θα πρέπει πρώτα να ανοικοδομήσουν τις κεφαλαιακές βάσεις τους για να μπορέσουν να παραδεχτούν το αυτονόητο, και αυτό θα μπορούσε να διαρκέσει αρκετά χρόνια. [σημ.: Και μάλιστα, όχι μόνο οι γαλλικές και γερμανικές τράπεζες είναι οι κύριοι δανειστές, και θα χρεωκοπήσουν αν εμείς τους πούμε στάση πληρωμών, αλλά αυτό θα έχει αλυσιδωτές αντιδράσεις - για παράδειγμα και η τράπεζα της Αγγλίας παραδέχτηκε πρόσφατα ότι θα έχει σοβαρό πρόβλημα, μιας και όλες οι τράπεζες του κόσμου είναι συνδεδεμένες μεταξύ τους: "The Bank of England said the sovereign debt crisis in Europe had increased the risk of instability in the U.K. financial system, and banks need to raise more capital to guard against shocks.. U.K. banks are “particularly exposed” to the French and German banking systems, which account for about a quarter of their claims on banks globally, the central bank said". Την ίδια ώρα, ο Ζαν Κλοντ Τρισέ αναφέρει ότι "Όλες [οι τράπεζες] θα είχαν εξαφανιστεί εάν δεν τις είχαμε σώσει, αυτό είναι το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε", χωρίς βέβαια να βγάζει τσιμουδιά ποιος πληρώνει το μάρμαρο για αυτή τη σωτηρία των τραπεζών, που αποδεικνύει ότι το "αόρατο χέρι της αγοράς" δεν υπάρχει, υπάρχουν όμως οι -εντελώς ορατές- χερούκλες των τραπεζιτών που επιδίδονται σε πλιάτσικο εναντίον μας]
Έτσι, είμαστε καταδικασμένοι να περάσουμε το μεγαλύτερο μέρος της επόμενης δεκαετίας, με αναβολή της επίλυσης της κρίσης, ενώ οι τράπεζες ανοικοδομήσουν την οικονομική τους βάση. Μέχρι να το κάνουν, όλοι θα προσποιηθούμε ότι η Ελλάδα δεν είναι χρεωκοπημένη και ότι οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες δεν θα έχουν κρίση. Εν τω μεταξύ, καμία από αυτές τις χώρες δε θα μπορέσει να έχει ανάπτυξη.
Τετάρτη 1 Σεπτεμβρίου 2010
Ιδεολογία και ταξική κυριαρχία , Άγγελος Κ
γ 2010
Ιδεολογία και ταξική κυριαρχία
Από aformi
Κατηγορίες: Εσωτερικά και Πολιτικό σχόλιο
Η απογραφή των δημόσιων υπαλλήλων και η κατάρρευση (;) του μύθου ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα στην οποία «πλεονάζουν οι δημόσιοι υπάλληλοι», είναι μια καλή αφορμή για κάποιες σκέψεις πάνω στην ιδεολογία.
Κατ’ αρχήν ένας ορισμός: ιδεολογία είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται ένα άτομο τον κόσμο που ζει. Η κυρίαρχη ιδεολογία, δηλαδή η ιδεολογία που πλειοψηφεί, είναι μια κατασκευή, δεν φυτρώνει στα μυαλά των ανθρώπων από μόνη της. Μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος, των ΜΜΕ, μορφών μαζικής κουλτούρας όπως ο κινηματογράφος κ.λπ., η πλειοψηφία των ατόμων αποκτούν μια ορισμένη πεποίθηση για το πώς λειτουργεί ο κόσμος. Η πεποίθηση αυτή αντιστοιχεί στα συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων. Δηλαδή η κυρίαρχη ιδεολογία έρχεται να επιβεβαιώσει στα μυαλά των ανθρώπων ως «αυτονόητες αλήθειες» τις προϋποθέσεις της οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας της άρχουσας τάξης.
Όπως γράφουν οι Μαρξ και Ένγκελς:
«Οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης είναι σε κάθε εποχή οι κυρίαρχες ιδέες. Με άλλα λόγια, η τάξη που είναι κυρίαρχη υλική δύναμη της κοινωνίας, είναι ταυτόχρονα η κυρίαρχη πνευματική της δύναμη. Η τάξη που έχει στη διάθεσή της τα μέσα της υλικής παραγωγής, διαθέτει ταυτόχρονα τα μέσα της πνευματικής παραγωγής, έτσι ώστε, μιλώντας γενικά, οι ιδέες αυτών που δεν έχουν τα μέσα της πνευματικής παραγωγής υποτάσσονται σ’ αυτά. Οι κυρίαρχες ιδέες δεν είναι τίποτε άλλο από την ιδεατή έκφραση των κυρίαρχων υλικών σχέσεων, είναι οι κυρίαρχες υλικές σχέσεις που συλλαμβάνονται σαν ιδέες, άρα είναι η έκφραση των σχέσεων που κάνουν μια τάξη κυρίαρχη, επομένως οι ιδέες της κυριαρχίας της».[1]
Για να πραγματοποιήσει η κυρίαρχη ιδεολογία το ρόλο της πρέπει να εσωτερικευθεί από το άτομο: το άτομο να είναι πεπεισμένο ότι έφτασε σ’ αυτήν την ιδεολογικοποιημένη αντίληψη της πραγματικότητας όχι κατόπιν κάποιας επιβολής (κρατικής ή κομματικής προπαγάνδας) αλλά από μόνο του. Να θεωρεί ως δεδομένο ότι ούτε το εκπαιδευτικό σύστημα ούτε τα ΜΜΕ του επέβαλαν τις ιδέες που έχει. Το κάθε ξεχωριστό άτομο πρέπει να πιστέψει ότι οι ιδέες που έχει αποτελούν προϊόντα της δικής του παρατήρησης του κόσμου και μάλιστα επιβεβαιωμένες από την εμπειρία του στη βάση «αυτονόητων αληθειών», γιατί η «πραγματικότητα μιλάει από μόνη της».
Με αυτό τον τρόπο η κυρίαρχη ιδεολογία αποκτά τη δύναμή της. Ενώ η κυρίαρχη ιδεολογία σε πολύ μεγάλο βαθμό παράγεται και αναπαράγεται με συστηματικό τρόπο από τους μηχανισμούς του κράτους αλλά και από τις ίδιες τις πρακτικές της εκμετάλλευσης, για να γίνει η ιδεολογία του κάθε ξεχωριστού αποκαλούμενου «μέσου ανθρώπου» δεν χρειάζεται καμιά εξαντλητική διαδικασία αποδείξεων της ορθότητάς της: η έρευνα σε βιβλία, τα στατιστικά στοιχεία, η συστηματική προσπάθεια θεωρητικής και εμπειρικής στοιχειοθέτησης μιας άποψης, όλα αυτά είναι εντελώς άχρηστα. Όλα αντικαθίστανται από την «αυτονόητη αλήθεια» της κυρίαρχης ιδεολογίας. Όλα είναι εκ των προτέρων «αποδεδειγμένα».
Ασφαλώς, ακόμα και η κυρίαρχη ιδεολογία χρειάζεται κάποια εμπειρικά στοιχεία για να είναι αποτελεσματική στον «μέσο άνθρωπο». Αν δεν αντιστοιχούσε σε καμιά εμπειρική αλήθεια η κυρίαρχη ιδεολογία θα κατέρρεε ως χάρτινος πύργος. Αλλά αυτά τα εμπειρικά στοιχεία πρέπει να είναι αποσπασματικά, μερικά, να μην είναι ενταγμένα σε μια συστηματική θεωρητική κατασκευή. Κάτι τέτοιο θα κλόνιζε την «αυτονόητη αλήθεια» τους ανοίγοντας τη δυνατότητα μιας συστηματικής συζήτησης, άρα και την πιθανότητα ανατροπής τους, πράγμα που θα υπέσκαπτε τη δύναμη της ιδεολογίας, την εσωτερίκευσή της στο άτομο.
Η δύναμη της κυρίαρχης ιδεολογίας πηγάζει από την πολιτική εξατομίκευση των ατόμων που την εσωτερικεύουν. Ακριβώς επειδή η κυρίαρχη ιδεολογία υφίσταται για να ενισχύσει και να επιβεβαιώσει την ταξική κυριαρχία της άρχουσας τάξης, γι’ αυτό ακριβώς το λόγο πρέπει και να είναι η κυρίαρχη άποψη στα μυαλά της πλειοψηφίας των ατόμων, αλλά και ταυτόχρονα να επιβεβαιώνει μια ατομική, απολίτικη θεώρηση του κόσμου: «είμαστε όλοι υπεύθυνοι για την κατάσταση της χώρας», «η Ελλάδα είναι το κοινό μας σπίτι». Με άλλα λόγια, συμμετέχουμε ως ξεχωριστά και αυτόνομα άτομα στην κοινωνία, η κοινωνία είναι μια απλή συνάθροιση ατόμων. Με αυτό τον τρόπο η κυρίαρχη ιδεολογία μπορεί να πείσει για την «αναγκαιότητα» μέτρων που στρέφονται ευθέως κατά της μεγάλης πλειοψηφίας του πληθυσμού και υπέρ της μειοψηφίας της άρχουσας τάξης, γιατί το άτομο δεν αντιλαμβάνεται τον εαυτό τους ως μέρος μιας τάξης αλλά ως εξατομικευμένο μέλος «της εθνικής κοινότητας», που έχει «προσωπική ευθύνη».
Αυτό αποκαλύπτει τον άλλο πυλώνα της δύναμης της κυρίαρχης ιδεολογίας. Τα άτομα που την αποδέχονται και την αναπαράγουν (αν δεν είναι οι επαγγελματίες γκεμπελίσκοι των ΜΜΕ, αλλά απλά μέλη των κυριαρχούμενων τάξεων) δεν το κάνουν από απλή άγνοια ή γιατί, ας πούμε, είναι αφελείς. Το κάνουν, πάνω απ’ όλα, γιατί είναι αδύναμοι, γιατί δεν βρίσκουν οποιαδήποτε άλλη εναλλακτική προοπτική. Πρόκειται για το «ρεαλισμό» των αδύναμων, των ηττημένων.
Η άρχουσα τάξη είναι κυρίαρχη για δυο κυρίως λόγους:
Πρώτον δεν είναι εξατομικευμένη. Είναι συγκροτημένη σε αυτόνομες οργανώσεις (π.χ. ΣΕΒ), έχει think tank (ινστιτούτα κοινωνικής έρευνας, οικονομικής και πολιτικής στρατηγικής), και βεβαίως το ίδιο το κράτος με τις κυβερνητικές ελίτ των κομμάτων εξουσίας να επιβάλουν τις πολιτικές που έχει ανάγκη η κυρίαρχη τάξη. Τα μέλη της άρχουσας τάξης, υπό μια έννοια, είναι εντελώς από-προσωποποιημένα, εκφράζουν περισσότερο συσχετισμούς δύναμης, εκμετάλλευσης και εξουσίας παρά προσωποπαγή υποκείμενα. Στην εξατομίκευση των αδυνάτων, η συλλογική, κοινωνική δύναμη των ισχυρών.
Δεύτερον, και εξ’ ίσου κρίσιμο, η άρχουσα τάξη έχει μια ιδεολογία που συνάδει με την κυρίαρχη θέση της στην κοινωνία: θεωρεί, και κατέχει τους πρακτικούς τρόπους να το επιβάλλει, ως «κοινωνικό καλό» ό,τι συμφέρει την ίδια απορρίπτοντας ό,τι θα την έβλαπτε. Επιβάλλει τα συμφέροντά της αδιαφορώντας για το κοινωνικό κόστος για τους κυριαρχούμενους. Υπάρχει μόνο ένα όριο. Ο φόβος της εξέγερσης των αποκάτω. Αλλά αυτός ο φόβος βρίσκεται υπό έλεγχο (μέσω των κατασταλτικών και ιδεολογικών μηχανισμών ή, αν τα πράγματα οξυνθούν, μέσω μερικών, αποσπασματικών [οικονομικών και πολιτικών] παραχωρήσεων). Το κριτήριο των πράξεών της είναι πάντοτε ένα και μοναδικό: τι συμφέρει στην ίδια, δηλαδή τι αναπαράγει την οικονομική και πολιτική της εξουσία. Η κυρίαρχη ιδεολογία προβάλλει την κοινωνία ως ένα «αδιαφοροποίητο ενιαίο όλον», ενώ στην πραγματικότητα είναι ένα πεδίο ταξικής κυριαρχίας και εκμετάλλευσης.
Το παρήγορο για τις κυριαρχούμενες τάξεις είναι ότι και η άρχουσα τάξη όχι απλά έχει ιδεολογία αλλά μπορεί να πέσει θύμα των ίδιων της των ιδεολογημάτων.
Από πολλές πλευρές μάλιστα η άρχουσα τάξη περισσότερο από τις άλλες τάξεις είναι ανίκανη να υπερβεί την κυρίαρχη ιδεολογία, γιατί αν για παράδειγμα η εργατική τάξη έχει κάθε συμφέρον να την υπερβεί (για να υπερβεί έτσι και την κοινωνική θέση που προσιδιάζει σε αυτή την ιδεολογία), η ιδεολογία και η συνείδηση της άρχουσας τάξης έχει σαν ανυπέρβλητο εμπόδιο, το ότι δεν μπορεί να υπερβεί μια ιδεολογία που προσιδιάζει στην ταξική της κυριαρχία (χωρίς έτσι να πάψει να είναι κυρίαρχη).
Γι’ αυτό και πολλές φορές οι πολιτικοί εκπρόσωποι της άρχουσας τάξης φέρονται με τόπο που φαινομενικά είναι γελοίος. Ο Τσόρτσιλ πίστευε ότι η μπολσεβίκικη επανάσταση ήταν προϊόν εβραϊκής συνομωσίας! Ωστόσο υπάρχει λογική εξήγηση: διαφορετικά θα έπρεπε να δεχτεί ότι οι καταπιεσμένοι εργάτες μπορούν να καταλάβουν την εξουσία και να λειτουργήσουν ένα κράτος από μόνοι τους. Θα έπρεπε να υπερβεί την κυρίαρχη ιδεολογία, για να αποδεχτεί ότι η εργατική τάξη μπορεί να φτιάξει μια άλλη κοινωνία. Η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία που κυριάρχησε τις τελευταίες δεκαετίες οδήγησε σε «υπερβολικές» απορρυθμίσεις της αγοράς με αποτέλεσμα οικονομικές φούσκες κάθε είδους. Παρά τις προειδοποιήσεις ακόμα και καθεστωτικών οικονομολόγων η ιδεολογική αντιμετώπιση των πραγμάτων οδήγησε το σύστημα ένα βήμα πριν την κατάρρευση.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει ωστόσο να επισημανθεί ότι η κυρίαρχη ιδεολογία δεν χρειάζεται να είναι σωστή από την άποψη της θεωρητικής τεκμηρίωσης για να μπορεί να λειτουργήσει. Λειτουργεί επειδή είναι ήδη κυρίαρχη, δηλαδή είναι ήδη μη αμφισβητήσιμη από τις κυριαρχούμενες τάξεις. Οι κυριαρχούμενες τάξεις, ή τέλος πάντων όσοι από τις κυριαρχούμενες τάξεις θα μπορούσαν να αρθρώσουν ένα πειστικό ιδεολογικό λόγο για τα συμφέροντα των από κάτω, μοιραία θα βρίσκονταν αντιμέτωποι με την έλλειψη των κατάλληλων υλικών μηχανισμών και πόρων, αλλά κυρίως θα βρίσκονταν αντιμέτωποι με τα όπλα της αστυνομίας (όχι τα ιδεολογικά). Το βασικό επιχείρημα της κυρίαρχης ιδεολογίας είναι τα όπλα της αστυνομίας, όπως έγραφε και ο Γκράμσι.
Οι «πλεονάζοντες» δημόσιοι υπάλληλοι
Μπορούμε να ανιχνεύσουμε όλα τα παραπάνω στην απογραφή των δημόσιων υπαλλήλων. Όταν άρχιζε η απογραφή τα παπαγαλάκια των ΜΜΕ, καθοδηγούμενα από τους νεοφιλελεύθερους κυβερνητικούς μισθοφόρους και τα αφεντικά-ιδιοκτήτες των μέσων, διέδιδαν ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι στην Ελλάδα είναι μεταξύ 1,5 με 2 εκατομμύρια. Το ίδιο νούμερο το πίστευαν και πάρα πολύς απλός κόσμος (μια βόλτα στο διαδίκτυο θα σας πείσει για την «κοινή πεποίθηση»). Χρόνια συστηματικής προπαγάνδας είχαν το αποτέλεσμα η υποτιθέμενη πληθώρα δημοσίων υπαλλήλων να αποκτήσει τη δύναμη του «αυτονόητου» και του «εμπειρικά δεδομένου». Ποτέ κανείς από τους προπαγανδιστές δεν χρειάστηκε να δώσει κανένα συγκεκριμένο και συνολικό στοιχείο για τους ισχυρισμούς του. Θα χρειάζονταν δυο στοιχεία για να τεκμηριωθεί η άποψη των «πλεοναζόντων δημοσίων υπαλλήλων». Ποιό είναι το ποσοστό των δημόσιων υπαλλήλων στο σύνολο του εργατικού δυναμικού, και δεύτερον, για να αποδειχθεί αν αυτό είναι μεγάλο, πόσο είναι το ποσοστό αυτό στις υπόλοιπες ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες.
Και τα δυο αυτά στοιχεία ήταν γνωστά και πριν την απογραφή, υπήρχαν και στις εκθέσεις της eurostat αλλά και του ΟΟΣΑ και των άλλων οικονομικών οργανισμών. Ο σκοπός της απογραφής ήταν άλλος:
«Λαθροχειρία από την πλευρά της κυβέρνηση αποτελεί η απόκρυψη της πραγματικής σκοπιμότητας της απογραφής. Η σύνδεση της απογραφής με την υπαγωγή στη λεγόμενη Ενιαία Αρχή Πληρωμών, αποτελεί τη βάση για νέες περικοπές εισοδημάτων στο όνομα ενός ψευδεπίγραφου ενιαίου μισθολογίου, με βάση την αρχή της «εξίσωσης προς τα κάτω». Εκεί θα αναζητηθούν, ενδεχομένως, τα «μαξιλάρια» για περαιτέρω μείωση των κρατικών δαπανών και πολύ περισσότερο στους «περίσσιους» υπαλλήλους των υπό συγχώνευση ή κατάργηση φορέων και υπηρεσιών. Επί της ουσίας, η τρόικα ΔΝΤ, Ε.Ε. και ΕΚΤ έχει στα χέρια της μια βάση δεδομένων για να υποδεικνύει προγραφές και «αποκεφαλισμούς» υπαλλήλων και υπηρεσιών, με πρώτα θύματα τους συμβασιούχους».[2]
Όταν τελικά τα αποτελέσματα της απογραφής έγιαναν γνωστά, ο αριθμός των δημόσιων υπαλλήλων βγήκε 768.009, ενώ απ’ αυτούς μόνιμοι υπάλληλοι είναι μόνο οι 625.738:
«Ως μόνιμοι υπάλληλοι του δημοσίου, δικαστικοί λειτουργοί και δημόσιοι λειτουργοί εγγράφηκαν 625.738 άνθρωποι, δηλαδή ποσοστό 82% του συνολικού αριθμού.
Επίσης, 53.833 εργαζόμενοι (7%) καταχώρησαν το ΑΦΜ τους ως υπάλληλοι ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ενώ ως υπάλληλοι ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου δηλώθηκαν 44.811 (6%).
Ακόμη, ως συμβασιούχοι έργου εγγράφηκαν 14.345 (2%), αιρετοί δήλωσαν 12.609 (2%), επι θητεία 7.495 (1%) ενώ οι ωρομίσθιοι και ημερομίσθιοι έφτασαν τους 4.614 (1%).
Ως μετακλητοί καταχωρήθηκαν στην απογραφή 1.175, με έμμισθη εντολή 1.003, ως μέλη διοικητικών συμβουλίων 493 ενώ ως πρόεδροι, διευθύνοντες σύμβουλοι, διοικητές και υποδιοικητές οργανισμών 380».[3]
Τα πράγματα θα νόμιζε κανείς ότι ξεκαθαρίστηκαν χωρίς αμφιβολία. Ωστόσο, αμέσως το διαδίκτυο γέμισε από σχόλια ανθρώπων που συνέχιζαν να αμφιβάλλουν. Κάποιοι τόνιζαν ότι η απογραφή αφορούσε το στενό δημόσιο τομέα και όταν θα απογραφεί και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας με τις ΔΕΚΟ τότε -ω! του θαύματος- θα αποκαλυφθεί ο «πραγματικός» αριθμός που θα είναι «1,5 έως 2 εκατομμύρια και βάλε»(!!).
Ωστόσο τα αριθμητικά δεδομένα είναι τελείως διαφορετικά απ’ όσο θα τα ήθελε η (κατευθυνόμενη) ιδεολογία. Πρώτον, ακόμα και ο αριθμός των 768.009 θα μειωθεί, έστω και λίγο, και δεύτερον οι δημόσιοι υπάλληλοι θα είναι, όπως εκτιμά πλέον η κυβέρνηση, πολύ λιγότεροι των αρχικών της εκτιμήσεων (εκτιμήσεις καθόλου αθώες, μιας και ο σκοπός ήταν να δικαιολογηθούν απολύσεις):
«Οι υπάλληλοι που μισθοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό ανέρχονται σε 768.009 άτομα, αριθμός ο οποίος ωστόσο εκτιμάται ότι θα μειωθεί- αν και ελάχιστα-, όταν ολοκληρωθεί η διασταύρωση των στοιχείων την οποία διενεργεί η κυβέρνηση.
Σε κάθε περίπτωση ο ακριβής αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων είναι πλέον γνωστός, γεγονός το οποίο ξεκαθαρίζει το τοπίο, αίρει οποιεσδήποτε παρανοήσεις και αποτρέπει διαστρεβλώσεις. Η ολοκλήρωση μάλιστα της απογραφής και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, η οποία εκτιμάται ότι θα ανεβάσει τον αριθμό των υπαλλήλων- μισθοδοτούμενων ή μη από τον κρατικό προϋπολογισμό- σε 950.000 ως και 1 εκατομμύριο, εκτιμάται ότι θα αποσαφηνίσει πλήρως την εικόνα των εργαζομένων στο Δημόσιο».[4]
Αλλά ας δούμε τι γίνεται με τα ποσοστά που προαναφέραμε πιο πάνω. Σύμφωνα με την Εθνική Στατιστική υπηρεσία της Ελλάδας (δες πίνακα 1) το εργατικό δυναμικό στην Ελλάδα ανερχόταν σε 4.939.700 άτομα το 2008.[5]
Πίνακας 1
Αν υπολογίσουμε το σύνολο όσων μισθοδοτήθηκαν από το δημόσιο, δηλαδή 768.009, τότε το ποσοστό των δημοσίων υπαλλήλων στο σύνολο του εργατικού δυναμικού βρίσκεται στο 15,5%. Αν τους υπολογίσουμε με βάση τους μόνιμους μόνο (πράγμα που είναι κατά τη γνώμη μου το σωστότερο, γιατί οι υπόλοιποι είναι κυμαινόμενοι και εύκολοι στην περικοπή ή απόλυση τους), δηλαδή τους 625.738, τότε το ποσοστό πέφτει στο 12,6%. Το ποσοστό αυτό πέφτει κάτω του 10% αν ληφθεί υπ’ όψιν οι χιλιάδες των εργαζομένων στη παραοικονομία (κατ’ ορισμένους υπολογισμούς φτάνει το 30% της συνολικής οικονομίας).
Αλλά, για να γίνει πιο εμφανές το τι πραγματικά συμβαίνει, ας υπολογίσουμε τώρα τους μόνιμους υπαλλήλους του στενού και του ευρύτερου τομέα (μαζί με τις ΔΕΚΟ) σε 1.000.000 -πάρουμε σαν δεδομένο δηλαδή το μεγαλύτερο νούμερο των κυβερνητικών εκτιμήσεων που αναφέραμε λίγο προηγουμένως, και αυτό προς τα πάνω δηλαδή τους θεωρήσουμε όλους μόνιμους. Σε αυτήν την περίπτωση το ποσοστό των δημοσίων υπαλλήλων στο σύνολο του εργατικού δυναμικού θα ήταν στο 20%. Επαναλαμβάνω, το τελικό νούμερο θα είναι πολύ χαμηλότερο (αν ληφθεί υπ’ όψιν η παραοικονομία και το γεγονός ότι δεν είναι όλοι μόνιμοι υπάλληλοι), αλλά έστω και έτσι.
Οι παραπάνω αριθμοί δεν λένε και πολλά πράγματα αν δεν συγκριθούν με τους αντίστοιχους των άλλων αναπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών. Το ποσοστό των δημόσιων υπαλλήλων στις χώρες αυτές κυμαίνεται μεταξύ 7% (το χαμηλότερο, και είναι στη νότιο Κορέα) και το υψηλότερο 30% που είναι στη Σουηδία.[6] Στην Ε.Ε. η απασχόληση στον δημόσιο τομέα αντιπροσωπεύει από το 10% (Γερμανία) ως το 30% Σουηδία (δες πίνακα 2)[7].
Πίνακας 2
Επομένως, ακόμα και αν λάβουμε ως σωστό ένα νούμερο γύρω στο 20% (που επαναλαμβάνω είναι υποθετικό και πολύ υπερτιμημένο) οι δημόσιοι υπάλληλοι στην Ελλάδα δεν είναι πολλοί με βάση τις άλλες ανεπτυγμένες χώρες –ακόμα και στην ακραιφνώς νεοφιλελεύθερη Βρετανία το ποσοστό είναι 17,8%.
Και προσέξτε κάτι ακόμα πιο χτυπητό: οι μακράν περισσότεροι δημόσιοι υπάλληλοι αναλογικά με τον πληθυσμό, βρίσκονται στις σκανδιναβικές χώρες. Τις χώρες δηλαδή που, παρ’ όλα αυτά, χτυπήθηκαν λιγότερο από τη σημερινή οικονομική κρίση (χώρες στις οποίες ακόμα υπάρχει ισχυρό κράτος πρόνοιας, τουλάχιστον συγκριτικά με τις υπόλοιπες).
Αλλά θα πρέπει εδώ να υπογραμμιστεί το εξής: το ελληνικό κράτος είναι πράγματι σπάταλο. Αλλά είναι σπάταλο στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων των αφεντικών και στην προστασία αυτών των συμφερόντων. Ο μέσος πολίτης θα βρεθεί αντιμέτωπος με τεράστιες ελλείψεις στα νοσοκομεία που θέτουν σε κίνδυνο την υγεία του (και πολλές φορές τη ζωή του). Θα ταλαιπωρηθεί σε τεράστιες ουρές στις δημόσιες υπηρεσίες και στα υπουργεία που θα πάει για να «εξυπηρετηθεί». Τα όσα δάση έχουν απομείνει κινδυνεύουν να εξαφανιστούν από τις ελλείψεις σε πυροσβεστικά μέσα και προσωπικό. Πως εξηγούνται λοιπόν αυτές οι ελλείψεις;
Στους 768.009 που μισθοδοτούνται από το δημόσιο θα πρέπει να λάβει κανείς υπ’ όψιν του ότι πάνω από 160.000 είναι όσοι υπηρετούν στα σώματα ασφαλείας και το μόνιμο προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων. Στον ελληνικό στρατό υπάρχουν 55 ταξίαρχοι εν ενεργεία ενώ ο στρατός των ΗΠΑ έχει μόλις 58! Σε σχέση με τον πληθυσμό της η Ελλάδα είναι η χώρα με τον μεγαλύτερο αναλογικά πληθυσμό αστυνομικών στην Ευρώπη.[8]
Επίσης θα πρέπει να προστεθούν στο λογαριασμό τα εκατομμύρια ευρώ που πληρώνει το ελληνικό κράτος στους παπάδες, οι οποίοι είναι επίσης δημόσιοι υπάλληλοι.[9]
Αν κάνετε τις αφαιρέσεις θα δείτε ότι το ελληνικό κράτος έχει έλλειψη δημοσίων υπαλλήλων για την εξυπηρέτηση των πολιτών, αλλά πλεόνασμα στην αστυνόμευσή του…
«Το πραγματικό»
ως ιδεολογικοποιημένη εικόνα
Στο σημείο αυτό θα επανέλθω πάνω στα ζητήματα που έθεσα στο αρχικό μέρος αυτής της δημοσίευσης. Στο θέμα της ιδεολογίας και του κρίσιμου ρόλου της στη διαμόρφωση της πραγματικότητας.
Βρισκόμαστε στη μέση μιας από της χειρότερες μεταπολεμικές οικονομικές κρίσεις. Πολλοί τη συγκρίνουν με αυτήν της δεκαετίας του 1930. Η κρίση αυτή θα μπορούσε (υπό την οπτική μιας Αριστερής κριτικής) να χαρακτηριστεί ως η επιβεβαίωση της αποτυχίας του νεοφιλελευθερισμού. Η απορρύθμιση των αγορών και της αγοράς εργασίας αντί να οδηγήσουν το σύστημα σε μια διαρκή και χωρίς όρια ανάπτυξη (όπως διεκήρυτταν οι νεοφιλελεύθεροι προπαγανδιστές), το έφεραν τελικά στο χείλος της καταστροφής. Η ασύστολη κερδοσκοπία του μεγάλου κεφαλαίου στην κτηματαγορά στις ΗΠΑ οδήγησε το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα στα πρόθυρα της κατάρρευσης στα τέλη του 2007. Χρειάστηκε η παρέμβαση του κράτους για να σωθεί το σύστημα. Κατά ορισμένες εκτιμήσεις μέχρι τώρα τα μεγάλα καπιταλιστικά κράτη έχουν ξοδέψει πάνω από 20 τρισεκατομμύρια δολάρια για να μην οδηγηθεί το σύστημα στον γκρεμό όπως τη δεκαετία του 1930. Τα κράτη καταχρεώθηκαν με αυτόν τον τρόπο, και τώρα βρισκόμαστε στη νέα φάση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, την κρίση του χρέους των κρατών. Το λογαριασμό καλούνται να τον πληρώσουν οι εργαζόμενοι των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών, χωρίς οι ίδιοι να ευθύνονται στο παραμικρό για την κρίση.
Η οικονομική κρίση έχει λοιπόν, ως προς την έκτασή της (και όχι μόνο), ομοιότητα με αυτήν του 1930. Προσέξτε ωστόσο μια προφανή διαφορά με το 1930: τότε είχαμε μια έκρηξη του εργατικού κινήματος σε παγκόσμιο επίπεδο, μια συνολική αμφισβήτηση του καπιταλισμού. Σήμερα αυτό δεν συμβαίνει. Πολλοί είναι οι λόγοι. Αλλά εδώ θα επικεντρωθώ σε έναν κυρίως που είναι άμεσα συνδεδεμένος με την κυρίαρχη ιδεολογία και τον τρόπο που κάνει τα άτομα να αναγνωρίζουν τον κόσμο.
Μετά την κατάρρευση των χωρών του «υπαρκτού σοσιαλισμού» (στην πραγματικότητα των χωρών του κρατικού καπιταλισμού) υπήρξε μια αντίστοιχης έκτασης ιδεολογική υποχώρηση του εργατικού κινήματος. Ο «υπαρκτός καπιταλισμός» εμφανίζεται ως η μόνη δυνατή «πραγματικότητα». Απέναντι σε αυτόν καμιά άλλη εναλλακτική λύση δεν είναι εφικτή. Η αναζήτηση μιας άλλης κοινωνίας, του σοσιαλισμού, «έχει αποδειχθεί» ως ουτοπική και τρομακτική (τα καθεστώτα που «εφάρμοσαν το σοσιαλισμό» ήταν δικτατορίες). Ο καπιταλισμός είναι μονόδρομος.
Η ιδεολογική αυτή νίκη της άρχουσας τάξης έφτασε σήμερα στην έσχατη λογική της:
Ούτε καν ένας «καπιταλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο» δεν είναι εφικτός. Η πλειοψηφία των εργαζομένων καλείτε να εσωτερικεύσει αυτό το γεγονός με το να πειστεί ότι άλλη λύση από το να πληρώσει η ίδια το λογαριασμό της κρίσης δεν υπάρχει. Μπορεί να μην φταίνε οι εργαζόμενοι, «αλλά τι να κάνουμε;», πρέπει να ξεπληρωθούν τα κρατικά χρέη που έχουν συσσωρευτεί (για να διασωθούν οι καπιταλιστές). Δεν πρόκειται για μια απλή αντιστοίχηση της κυρίαρχης ιδεολογίας με το «πραγματικό»: «αποτυχία του σοσιαλισμού»-«επιτυχία του καπιταλισμού». Η επιτυχία της προπαγανδιστικής-ιδεολογικής προβολής προέρχεται από το γεγονός ότι η άρχουσα τάξη δεν έχει να φοβηθεί το αντίπαλό της δέος, τον κόσμο της εργασίας: χάνοντας ο τελευταίος τη δύναμη που δίνει η πίστη στη δυνατότητα μιας άλλης κοινωνίας, χάνει τελικά κάτι ακόμα πιο πολύτιμο. Την ικανότητα να αντιδράσει αποτελεσματικά στις άμεσες επιθέσεις που δέχεται.
Για τη κρίση δεν ευθύνονται οι μεγαλοκαρχαρίες, αλλά τα «εργατικά ρετιρέ», ιδιαίτερα οι δημόσιοι υπάλληλοι που είναι «πολλοί και τεμπέληδες». Τα ΜΜΕ υπό την καθοδήγηση της κυβέρνησης και των αφεντικών τους, περνούν το μήνυμα ότι άλλη λύση δεν υπάρχει παρά η εξίσωση όλων των εργαζομένων προς τα κάτω. Κατάργηση της μονιμότητας των δημόσιων υπαλλήλων για να μπορούν και αυτοί να απολύονται με την ίδια ευκολία με τους ιδιωτικούς. Μείωση των μισθών τους σε επίπεδα, αν είναι δυνατόν, και κάτω από του ιδιωτικού τομέα. Την ίδια στιγμή οι υποχρεωτικές (με εκβιασμούς των αφεντικών) μειώσεις των μισθών στον ιδιωτικό τομέα κυμαίνονται στο 10-20%. Ο εξισωτισμός όλων των εργαζομένων, ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, προς τα κάτω σ’ όλο του το μεγαλείο.
Κανείς δεν διανοείται να προτείνει το ανάποδο: εξισωτισμό όλων προς τα πάνω. Ο λόγος είναι γιατί αυτό θεωρείται «ουτοπικό». Και αυτό είναι όντος ουτοπικό, όχι γιατί μια «αντικειμενική» θεωρία το απαγορεύει, αλλά γιατί στον καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό όλα λειτουργούν υπέρ του κεφαλαίου και ενάντια στην εργασία. Στα γραφεία και τα εργοστάσια επικρατεί ο ολοκληρωτισμός του αφεντικού: απολύει ή προσλαμβάνει με βάση τα κέρδη του. Ο τρόμος της ανεργίας παραλύει τους εργαζόμενους, ιδιαίτερα λόγω της ανυπαρξίας κοινωνικής προστασίας. Το κεφάλαιο μπορεί να φύγει εκτός συνόρων, εκβιάζοντας και επιβάλλοντας τους δικούς του όρους με αυτή τη δυνατότητα (ούτως ή άλλως κεφάλαια φεύγουν εκτός Ελλάδας από το ξέσπασμα της κρίσης προεξοφλώντας ότι κάποια στιγμή το Ελληνικό κράτος θα αναγκαστεί να προχωρήσει σε αναδιάρθρωση του χρέους). Κοινώς, ο εξισωτισμός προς τα πάνω δεν είναι εφικτός λόγω ενός και μοναδικού λόγου: λόγω συσχετισμών δύναμης και όχι κάποιας «αναπόφευκτης αναγκαιότητας».
Η επιχειρηματολογία μου θα ξεκαθαριστεί μπαίνοντας στην ουσία του ζητήματος: «πλεονάζουν οι δημόσιοι υπάλληλοι στην Ελλάδα;». Παρ’ όλα όσα αναπτύξαμε παραπάνω με στοιχεία, ας υποθέσουμε ότι πράγματι πλεονάζουν. Ένα ισχυρό και με αυτοπεποίθηση εργατικό κίνημα σε περίοδο πραγματικής ανεργίας που πλησιάζει το 20%, θα απαιτούσε να παραμείνουν στη θέση τους και ακόμα να προσληφθούν και άλλοι. Να επιβληθεί απαγόρευση των απολύσεων σε όλον τον ιδιωτικό τομέα. Εργατικός έλεγχος σε όλη την οικονομία, να αναλάβουν τη διαχείριση των εργοστασίων που κλείνουν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, να αναπτυχθεί ένα πλατύ κίνημα αυτοδιαχείρισης σε πανεθνικό επίπεδο που να μπορεί να στηρίξει την οικονομική επιβίωση μιας αυτοδιαχειριζόμενης οικονομίας. Να ανακοπή η δυνατότητα φυγής κεφαλαίων με κρατικοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα.
Αν όλα τα προηγούμενα φαίνονται ουτοπικά, ο λόγος δεν είναι μια κάποια «αναγκαιότητα» αλλά η οργανωτική και ιδεολογική αδυναμία του εργατικού κινήματος. Το τελικό αποτέλεσμα είναι η εμπράγματη εφαρμογή πολιτικών που σπέρνουν τη δυστυχία στους εργαζόμενους, ενώ παραδίδουν τα πάντα στον κόσμο του κεφαλαίου. Ο μόνος ρεαλισμός είναι η αποδοχή της επιστροφής στον 19ο αιώνα!
Προσέξτε, την ίδια ώρα που έχουν δοθεί γύρω στα 78 δισεκατομμύρια ευρώ (32,5% του ΑΕΠ!)[10] στις τράπεζες σε εγγυήσεις του δημοσίου για να στηριχτούν, την ίδια στιγμή θέλουν να περάσουν στα μυαλά του κόσμου την ιδέα ότι για να σωθεί η «οικονομία της χώρας» πρέπει να μειωθούν οι «πολλοί δημόσιοι υπάλληλοι», δηλαδή να απολυθούν άνθρωποι φτωχών οικογενειών ή να μην μπορούν να βρουν εργασία άνεργοι. Με άλλα λόγια, όχι μόνο δεν θίγονται τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου, αλλά ζητάνε από τις οικογένειες των απλών εργαζομένων να συντηρήσουν οι ίδιες με δικό τους κόστος τον αυξανόμενο αριθμό των ανέργων.
Το κοντράστ γίνεται ακόμα πιο έντονο αν λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι οι τράπεζες, παρ’ όλη τη στήριξη που έχουν πάρει, εξακολουθούν να μην δανείζουν, εξακολουθούν να μην ρίχνουν χρήματα στην αγορά αλλά βάζουν τα λεφτά που παίρνουν σχεδόν δωρεάν από το κράτος σε ασφαλείς τοποθετήσεις ή καλύπτουν ανοιχτές θέσεις του. Το φαινόμενο δεν είναι ελληνικό μόνο:
«Το ρίσκο μιας νέας επιδείνωσης είναι εφιαλτικό, τη στιγμή που οι πόροι που διαθέτουν οι κυβερνήσεις είτε από φορολογικά έσοδα είτε από δανεικά πλησιάζουν τα όριά τους και καταφεύγουν στις μαζικές πωλήσεις κρατικών τίτλων. Όταν οι στρατιές των ανέργων συνεχίζουν να αυξάνονται, υπάρχει έκδηλη ανησυχία σε όλους τους λαούς. Η αντιμετώπιση της κρίσης έγινε με γενναία μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής και με τον πακτωλό τρισεκατομμυρίων δολαρίων που έριξαν οι κεντρικές τράπεζες στο τραπεζικό σύστημα για τη διάσωση των τραπεζών.
[…]
Τα «απύθμενα» προβλήματα των οικονομιών δεν έχουν τέλος, καθώς οι εμπορικές τράπεζες δεν έχουν επαναλάβει ακόμη τη δανειακή τροφοδότηση των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών».[11]
Η άρχουσα τάξη κινείται με βάση το άμεσο υλικό συμφέρον της, υποθέτοντας ότι οι ιδεολογικοί και κατασταλτικοί μηχανισμοί θα το επιβάλλουν ως «κοινό καλό». Τα ιδεολογήματα του «κοινωνικού συμφέροντος», της «κοινωνικής ευθύνης» ή των «αναπόφευκτων αναγκαιοτήτων» τα αφήνει για τους αδύναμους κυριαρχούμενους. Και όσο οι τελευταίοι θα βρίσκονται σε πλήρη αδυναμία αντιπρότασης, λόγω της οργανωτικής τους ανυπαρξίας, τόσο τα ιδεολογήματα μιας υποτιθέμενα «αναπόφευκτης αναγκαιότητας» θα είναι πάντοτε σε βάρος των εργαζομένων.
Πόσο αυτά τα ιδεολογήματα έχουν διεισδύσει στα μυαλά των εργαζομένων; Ας δούμε μια έρευνα που έγινε σε Ευρώπη και ΗΠΑ:
Δεν θα μπορούσε πιο ανάγλυφα να φανεί η δύναμη της κυρίαρχης ιδεολογίας για να αποκαλυφθεί η διαμόρφωση της πραγματικότητας και ως αποτέλεσμα των ιδεών που υπάρχουν στα μυαλά των ανθρώπων. Στις ΗΠΑ ο κόσμος πιστεύει πιο πολύ απ’ ότι στην Ευρώπη στα αστικά ιδεολογήματα. Στις ΗΠΑ το 60% πιστεύει ότι οι «φτωχοί είναι τεμπέληδες» ενώ το 70% πιστεύει ότι το εισόδημα καθορίζεται από τις «ικανότητες». Μόλις το 29% πιστεύει ότι οι φτωχοί είναι [κοινωνικά] εγκλωβισμένοι στη φτώχεια, επομένως για το 70% έχουν προσωπική ευθύνη που είναι φτωχοί.
Ο ίδιος παρανομαστής λοιπόν: στους φτωχούς αξίζει που είναι φτωχοί, οι πλούσιοι έχουν ικανότητες γι’ αυτό είναι πλούσιοι. Ο καπιταλισμός κατά βάση λειτουργεί σωστά. Το αποτέλεσμα αυτής της ιδεολογικής κυριαρχίας των αφεντικών στις ΗΠΑ είναι τραγικό για την πραγματική ζωή των εργαζομένων:
«Το ποσοστό ανεργίας […] έχει φτάσει το 9,5% [το επίσημο, γιατί το ανεπίσημο υπολογίζεται στο 20%]. Για πρώτη φορά μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι ΗΠΑ βιώνουν με τόσο δραματικό τρόπο το φαινόμενο της μακράς ανεργίας. Σε αυτό το 9,5% δεν περιλαμβάνονται εκείνοι που έχουν εγκαταλείψει την αναζήτηση εργασίας ή αυτούς που φυτοζωούν με λιγότερο από 100 δολάρια το μήνα και τρώνε τις αποταμιεύσεις τους. Το υπουργείο Γεωργίας υπολογίζει ότι 50 εκατομμύρια Αμερικανοί δεν έχουν αρκετά μέσα για να διατραφούν. Ένας στους 8 ενήλικες και 1 στα 4 παιδιά ζουν από τον ορό της κρατικής βοήθειας. Είναι αριθμοί που δεν μπορεί κανείς να φανταστεί για την πρώτη οικονομία του κόσμου. Η γνωστή Ελληνοαμερικανίδα κολουμνίστρια Αριάνα Χάφιγκτον προειδοποίησε ότι ελλοχεύει ο κίνδυνος να γίνουν οι ΗΠΑ χώρα του τρίτου κόσμου.
[…]
Στη Χαβάη για παράδειγμα, τις Παρασκευές μένουν τα σχολεία κλειστά για να εξοικονομήσει το κράτος χρήματα, στο Κολοράντο Σπριγκς, με 380.000 κατοίκους το 1/3 των φωτεινών σηματοδοτών είναι εκτός λειτουργίας για να εξοικονομηθεί ηλεκτρισμός».[12]
Δυστυχώς, και στην Ελλάδα τα πράγματα εξελίσσονται με ανάλογα δυσμενή τρόπο για τις δυνάμεις της εργασίας στο ιδεολογικό επίπεδο. Τα ευρήματα του καλοκαιρινού Ευρωβαρόμετρου δεν προοιωνίζουν τίποτα το θετικό:
«Οι μετρήσεις του εαρινού ευρωβαρόμετρου που ανακοινώθηκαν χθες από την Κομισιόν, έγιναν από τις 5 έως τις 28 Μαΐου σε όλα τα κράτη της Ε.Ε., δηλαδή ξεκίνησαν αμέσως μετά την ψήφιση του Μνημονίου στην Ελλάδα. Τα βασικά του συμπεράσματα είναι:
* Οι Ελληνες είναι οι πλέον απαισιόδοξοι ανά την Ε.Ε. αναφορικά με το πώς βλέπουν το παρόν της οικονομίας. Το 98% απαντά ότι είναι «κακό» έναντι 77% κοινοτικού μέσου όρου.
* Την ίδια θέση κατέχουμε και σε σχέση με τις προοπτικές απασχόλησης, με το 99% να βλέπει «μαύρες» ημέρες. Μάλιστα το 61% απαντά ότι τα πράγματα είναι «πολύ άσχημα», αναλογία που σε έξι μόνο μήνες χειροτέρευσε κατά 24%.
Δυσοίωνες είναι οι προβλέψεις των Ελλήνων και στην ερώτηση «τι περιμένετε να συμβεί τους επόμενους 12 μήνες». Το 70% (μεγαλύτερη αναλογία με διαφορά στην Ε.Ε.), αναμένει χειροτέρευση του οικονομικού τοπίου.
* Αύξηση των πιέσεων στην απασχόληση αναμένει το 74% με την απαισιοδοξία να έχει αυξηθεί κατά 32% μέσα σε ένα εξάμηνο.
* Το 56% εκτιμά ότι στην οικογένειά του η κατάσταση θα χειροτερεύσει, ενώ το 35% «βλέπει» χειρότερες ημέρες και στον εργασιακό του χώρο, έναντι μόνο του 11% σε κοινοτικό επίπεδο».
Ωστόσο το πολύ ανησυχητικό είναι η πεποίθηση για την «αναγκαιότητα» των μέτρων:
«*Το 70% λέει ότι πρέπει να γίνουν πιο πολλές μεταρρυθμίσεις για να αντιμετωπίσουμε το μέλλον και το 68% προσθέτει ότι οι αλλαγές αυτές πρέπει να γίνουν ακόμη και με θυσίες της παρούσας γενιάς.
* Το 80% των Ελλήνων δέχεται ότι δεν μπορούν να αναβληθούν τα μέτρα μείωσης του ελλείμματος και του χρέους (έναντι του 74% σε κοινοτικό μέσο όρο) και το 46% λέει ότι είναι έτοιμο να περιορίσει το επίπεδο διαβίωσης για να διασφαλίσει το μέλλον…».[13]
Μετά από αυτό δεν εκπλήσσει η αισιοδοξία του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε:
«Ψήφο εμπιστοσύνης όμως έδωσε χθες και ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, εκφράζοντας τη βεβαιότητά του ότι οι Έλληνες θα ξεπληρώσουν όλα τα δάνειά τους. Σε χθεσινή συνέντευξή του στην αυστριακή εφημερίδα “Κουρίρ” ο Σόιμπλε τόνισε ότι “οι Έλληνες έχουν ένα ασυνήθιστα σκληρό πρόγραμμα εξυγίανσης και επειδή δεν μπορούν να υποβαθμίσουν -όπως η Αργεντινή- το νόμισμά τους, τους δόθηκαν από την ευρωζώνη δάνεια ύψους 110 δισ. ευρώ -μια απόφαση που δεν ήταν καθόλου απλή”. Προσέθεσε ότι δεν έχει “καμία αμφιβολία ότι οι Έλληνες θα ξεπληρώσουν όλα τα δάνεια”».[14]
Θα φύγουν με ελικόπτερο;
Όταν η κυβέρνηση υπέγραψε το μνημόνιο με το ΔΝΤ και την Ε.Ε., κάποιοι προέβλεπαν ότι «αυτή η κυβέρνηση θα φύγει με ελικόπτερο» (από τους πρώτους που το είπε ήταν ο Αλέκος Αλαβάνος). Δυστυχώς η πρόβλεψή τους έχει πολλά στοιχεία ευχολογίου, επιθυμούν να πραγματοποιηθεί αυτό που απλά επιθυμούν να πραγματοποιηθεί.
Στον πραγματικό κόσμο, η άρχουσα τάξη κυριαρχεί με συνδυασμό μαστιγίου και ιδεολογικής πειθούς. Τα δυο αυτά στοιχεία είναι αξεδιάλυτα δεμένα μεταξύ τους. Αν δεν υπήρχε το μαστίγιο δεν θα υπήρχε και η ιδεολογική κυριαρχία και το ανάποδο.
Ωστόσο η σχέση μεταξύ των δυο είναι ανισοβαρής. Η άρχουσα τάξη έχει το στρατό, την αστυνομία, τους νόμους, το δικαστικό σώμα. Με αυτά επιβάλει τη θέλησή της, ακόμα και όταν δεν τα χρησιμοποιεί άμεσα. Η πιθανότητα-δυνατότητα να τα χρησιμοποιήσει υπάρχει στο μυαλό του κάθε απεργού, συνδικαλιστή, επαναστάτη, πράγμα που θέτει εξ’ αρχής τα όρια δράσης. Η βία είναι η βάση πάνω στην οποία εδράζεται κάθε εξουσία. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι εξ’ αρχής η νέα αστυνομική τακτική του Χρυσοχοΐδη αποτέλεσε από τους βασικούς πυλώνες της κυβερνητικής πολιτικής -«μηδενική ανοχή» σε οποιεσδήποτε δυνάμεις στα Αριστερά θα ξέφευγαν από τα ελεγχόμενα κοινοβουλευτικά πλαίσια και θα διακινδυνευόταν ενδεχομένως ένας νέος εργατικός Δεκέμβρης.
Επιβάλλοντας δια της βίας την εξουσία της η άρχουσα τάξη, έχει σαν επακόλουθο την ιδεολογική κυριαρχία. Οι κυριαρχούμενες τάξεις μαθαίνουν, με αυτό τον τρόπο, ότι το μόνο εφικτό είναι η κυριαρχία της άρχουσας τάξης και το αναπαράγουν και στο επίπεδο των ιδεών.
Μετά την υπογραφή του μνημονίου, παρά τις κινητοποιήσεις (και με τη βοήθεια της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας) τα μέτρα όχι μόνο πέρασαν αλλά και βάθυναν (νέα μέτρα προστέθηκαν). Η ήττα φέρνει τον ιδεολογικό αποπροσανατολισμό. Αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι να εντυπώνεται στη μέση συνείδηση ότι τα μέτρα μπορεί «να είναι άδικα» αλλά είναι αναπόφευκτα και τελικά «αναγκαία».
Με άλλα λόγια η ιδεολογική κυριαρχία εκφράζει και τους δεδομένους συσχετισμούς δύναμης μεταξύ του κόσμου του κεφαλαίου και της εργασίας. Όσο οι εργατικοί αγώνες θα ηττώνται τόσο θα μεγεθύνεται η ιδεολογική κυριαρχία του κεφαλαίου.
Επομένως το κύριο καθήκον της Αριστεράς σήμερα είναι να συμβάλει στην ενίσχυση όσων αγώνων αναπτύσσονται ή θα αναπτυχθούν (ΔΕΗ, ΟΣΕ, νέες ιδιωτικοποιήσεις), να πάρει η ίδια η Αριστερά πρωτοβουλία για να ξεσπάσουν μαζικοί αγώνες. Να συμβάλει στην ενότητα, στο συντονισμό, στην ιδεολογική αποσαφήνιση και στράτευση σε έναν κοινό σκοπό όλων αυτών των επί μέρους αγώνων που θα ξεσπάσουν. Η δυνατότητα αντιστροφής της ταξικής επίθεσης που δέχονται οι δυνάμεις της εργασίας, εξαρτάται από τη δυνατότητα των δυνάμεων της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, να συμβάλλουν στη δημιουργία ενός εργατικού κινήματος που ιδεολογικά και σε επίπεδο αγώνων θα είναι αποφασισμένο να συγκρουστεί με τον καπιταλισμό για τα εργατικά συμφέροντα. Όταν ο αντίπαλος σου, μιλώντας συμβολικά, έχει τραβήξει περίστροφο και σε απειλεί θα πρέπει να τον αντιμετωπίσεις με ανάλογα μέσα και όχι με νεροπίστολα. Η άρχουσα τάξη χρησιμοποιεί όλα τα ιδεολογικά και κατασταλτικά μέσα για να γυρίσει τον κόσμο της εργασίας δεκαετίες πίσω. Δεν είναι δυνατόν να απαντηθεί αυτή η μαζική και συνολική επίθεση χωρίς αντίστοιχη συνολική απάντηση από τις δυνάμεις της εργασίας. Οι επί μέρους αγώνες θα πρέπει να αναχθούν στο γενικότερο στόχο της εργατικής εξουσίας και ανατροπής του καπιταλισμού.
Η πολιτική, ιδεολογική κυριαρχία του ΠΑΣΟΚ δεν πρόκειται να αναστραφεί με πρωτοβουλίες όπως αυτές που φαίνεται να αναλαμβάνει ο ΣΥΡΙΖΑ κάτω από την ηγεμονία του ΣΥΝ. Την προσπάθεια δηλαδή μιας κεντρικής, εκλογικής καταγραφής και μάλιστα με Πασοκογενείς δυνάμεις, που εξ’ αρχής φέρουν τον σπόρο της διάψευσης και της απογοήτευσης. Όσο οι αγώνες παραμένουν παγωμένοι στη βάση, στο εργασιακό επίπεδο, τόσο θα κερδίζει η ιδεολογική κυριαρχία της άρχουσας τάξης και των εκπροσώπων της. Και επιπλέον, θα κινδυνεύουμε ούτε καν στο εκλογικό επίπεδο να μην καταγραφεί η δυσαρέσκεια του κόσμου της εργασίας.
Άγγελος Κ
Σημειώσεις
________________________________________
[1] Μαρξ – Ένγκελς, Η γερμανική ιδεολογία, τ. Α΄εκδ. Gutenberg, σελ. 94.
[2] http://edromos.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=2046:%EF%BB%BF%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AD%CF%82-%CE%BC%CE%B5-%CE%AC%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%B1-%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CF%8E%CE%BD&It
[3] http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=188530
[4] http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&artid=346376&ct=32&dt=01/08/2010
[5] http://www.statistics.gr/portal/page/portal/ESYE/BUCKET/General/ELLAS_IN_NUMBERS_GR.pdf
[6] http://www.oecdobserver.org/news/fullstory.php/aid/2874/Public_sector_jobs_.html
[7] http://129.3.20.41/eps/pe/papers/0507/0507011.pdf
[8] http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=29/11/2009&id=106805
[9] http://archive.enet.gr/online/online_text/c=112,dt=10.02.2005,id=40515704
[10] http://www.iskra.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=857:-25-lr-&catid=58:oikonomiki-politiki&Itemid=182
[11] http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_economyagor_2_27/08/2010_412735
[12] http://indy.gr/other-press/aboi-ipa-kathodon-pros-to-poythenabb
[13] http://www.enet.gr/?i=news.el.ellada&id=196760
[14] Στο ίδιο.
Ιδεολογία και ταξική κυριαρχία
Από aformi
Κατηγορίες: Εσωτερικά και Πολιτικό σχόλιο
Η απογραφή των δημόσιων υπαλλήλων και η κατάρρευση (;) του μύθου ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα στην οποία «πλεονάζουν οι δημόσιοι υπάλληλοι», είναι μια καλή αφορμή για κάποιες σκέψεις πάνω στην ιδεολογία.
Κατ’ αρχήν ένας ορισμός: ιδεολογία είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται ένα άτομο τον κόσμο που ζει. Η κυρίαρχη ιδεολογία, δηλαδή η ιδεολογία που πλειοψηφεί, είναι μια κατασκευή, δεν φυτρώνει στα μυαλά των ανθρώπων από μόνη της. Μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος, των ΜΜΕ, μορφών μαζικής κουλτούρας όπως ο κινηματογράφος κ.λπ., η πλειοψηφία των ατόμων αποκτούν μια ορισμένη πεποίθηση για το πώς λειτουργεί ο κόσμος. Η πεποίθηση αυτή αντιστοιχεί στα συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων. Δηλαδή η κυρίαρχη ιδεολογία έρχεται να επιβεβαιώσει στα μυαλά των ανθρώπων ως «αυτονόητες αλήθειες» τις προϋποθέσεις της οικονομικής και πολιτικής κυριαρχίας της άρχουσας τάξης.
Όπως γράφουν οι Μαρξ και Ένγκελς:
«Οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης είναι σε κάθε εποχή οι κυρίαρχες ιδέες. Με άλλα λόγια, η τάξη που είναι κυρίαρχη υλική δύναμη της κοινωνίας, είναι ταυτόχρονα η κυρίαρχη πνευματική της δύναμη. Η τάξη που έχει στη διάθεσή της τα μέσα της υλικής παραγωγής, διαθέτει ταυτόχρονα τα μέσα της πνευματικής παραγωγής, έτσι ώστε, μιλώντας γενικά, οι ιδέες αυτών που δεν έχουν τα μέσα της πνευματικής παραγωγής υποτάσσονται σ’ αυτά. Οι κυρίαρχες ιδέες δεν είναι τίποτε άλλο από την ιδεατή έκφραση των κυρίαρχων υλικών σχέσεων, είναι οι κυρίαρχες υλικές σχέσεις που συλλαμβάνονται σαν ιδέες, άρα είναι η έκφραση των σχέσεων που κάνουν μια τάξη κυρίαρχη, επομένως οι ιδέες της κυριαρχίας της».[1]
Για να πραγματοποιήσει η κυρίαρχη ιδεολογία το ρόλο της πρέπει να εσωτερικευθεί από το άτομο: το άτομο να είναι πεπεισμένο ότι έφτασε σ’ αυτήν την ιδεολογικοποιημένη αντίληψη της πραγματικότητας όχι κατόπιν κάποιας επιβολής (κρατικής ή κομματικής προπαγάνδας) αλλά από μόνο του. Να θεωρεί ως δεδομένο ότι ούτε το εκπαιδευτικό σύστημα ούτε τα ΜΜΕ του επέβαλαν τις ιδέες που έχει. Το κάθε ξεχωριστό άτομο πρέπει να πιστέψει ότι οι ιδέες που έχει αποτελούν προϊόντα της δικής του παρατήρησης του κόσμου και μάλιστα επιβεβαιωμένες από την εμπειρία του στη βάση «αυτονόητων αληθειών», γιατί η «πραγματικότητα μιλάει από μόνη της».
Με αυτό τον τρόπο η κυρίαρχη ιδεολογία αποκτά τη δύναμή της. Ενώ η κυρίαρχη ιδεολογία σε πολύ μεγάλο βαθμό παράγεται και αναπαράγεται με συστηματικό τρόπο από τους μηχανισμούς του κράτους αλλά και από τις ίδιες τις πρακτικές της εκμετάλλευσης, για να γίνει η ιδεολογία του κάθε ξεχωριστού αποκαλούμενου «μέσου ανθρώπου» δεν χρειάζεται καμιά εξαντλητική διαδικασία αποδείξεων της ορθότητάς της: η έρευνα σε βιβλία, τα στατιστικά στοιχεία, η συστηματική προσπάθεια θεωρητικής και εμπειρικής στοιχειοθέτησης μιας άποψης, όλα αυτά είναι εντελώς άχρηστα. Όλα αντικαθίστανται από την «αυτονόητη αλήθεια» της κυρίαρχης ιδεολογίας. Όλα είναι εκ των προτέρων «αποδεδειγμένα».
Ασφαλώς, ακόμα και η κυρίαρχη ιδεολογία χρειάζεται κάποια εμπειρικά στοιχεία για να είναι αποτελεσματική στον «μέσο άνθρωπο». Αν δεν αντιστοιχούσε σε καμιά εμπειρική αλήθεια η κυρίαρχη ιδεολογία θα κατέρρεε ως χάρτινος πύργος. Αλλά αυτά τα εμπειρικά στοιχεία πρέπει να είναι αποσπασματικά, μερικά, να μην είναι ενταγμένα σε μια συστηματική θεωρητική κατασκευή. Κάτι τέτοιο θα κλόνιζε την «αυτονόητη αλήθεια» τους ανοίγοντας τη δυνατότητα μιας συστηματικής συζήτησης, άρα και την πιθανότητα ανατροπής τους, πράγμα που θα υπέσκαπτε τη δύναμη της ιδεολογίας, την εσωτερίκευσή της στο άτομο.
Η δύναμη της κυρίαρχης ιδεολογίας πηγάζει από την πολιτική εξατομίκευση των ατόμων που την εσωτερικεύουν. Ακριβώς επειδή η κυρίαρχη ιδεολογία υφίσταται για να ενισχύσει και να επιβεβαιώσει την ταξική κυριαρχία της άρχουσας τάξης, γι’ αυτό ακριβώς το λόγο πρέπει και να είναι η κυρίαρχη άποψη στα μυαλά της πλειοψηφίας των ατόμων, αλλά και ταυτόχρονα να επιβεβαιώνει μια ατομική, απολίτικη θεώρηση του κόσμου: «είμαστε όλοι υπεύθυνοι για την κατάσταση της χώρας», «η Ελλάδα είναι το κοινό μας σπίτι». Με άλλα λόγια, συμμετέχουμε ως ξεχωριστά και αυτόνομα άτομα στην κοινωνία, η κοινωνία είναι μια απλή συνάθροιση ατόμων. Με αυτό τον τρόπο η κυρίαρχη ιδεολογία μπορεί να πείσει για την «αναγκαιότητα» μέτρων που στρέφονται ευθέως κατά της μεγάλης πλειοψηφίας του πληθυσμού και υπέρ της μειοψηφίας της άρχουσας τάξης, γιατί το άτομο δεν αντιλαμβάνεται τον εαυτό τους ως μέρος μιας τάξης αλλά ως εξατομικευμένο μέλος «της εθνικής κοινότητας», που έχει «προσωπική ευθύνη».
Αυτό αποκαλύπτει τον άλλο πυλώνα της δύναμης της κυρίαρχης ιδεολογίας. Τα άτομα που την αποδέχονται και την αναπαράγουν (αν δεν είναι οι επαγγελματίες γκεμπελίσκοι των ΜΜΕ, αλλά απλά μέλη των κυριαρχούμενων τάξεων) δεν το κάνουν από απλή άγνοια ή γιατί, ας πούμε, είναι αφελείς. Το κάνουν, πάνω απ’ όλα, γιατί είναι αδύναμοι, γιατί δεν βρίσκουν οποιαδήποτε άλλη εναλλακτική προοπτική. Πρόκειται για το «ρεαλισμό» των αδύναμων, των ηττημένων.
Η άρχουσα τάξη είναι κυρίαρχη για δυο κυρίως λόγους:
Πρώτον δεν είναι εξατομικευμένη. Είναι συγκροτημένη σε αυτόνομες οργανώσεις (π.χ. ΣΕΒ), έχει think tank (ινστιτούτα κοινωνικής έρευνας, οικονομικής και πολιτικής στρατηγικής), και βεβαίως το ίδιο το κράτος με τις κυβερνητικές ελίτ των κομμάτων εξουσίας να επιβάλουν τις πολιτικές που έχει ανάγκη η κυρίαρχη τάξη. Τα μέλη της άρχουσας τάξης, υπό μια έννοια, είναι εντελώς από-προσωποποιημένα, εκφράζουν περισσότερο συσχετισμούς δύναμης, εκμετάλλευσης και εξουσίας παρά προσωποπαγή υποκείμενα. Στην εξατομίκευση των αδυνάτων, η συλλογική, κοινωνική δύναμη των ισχυρών.
Δεύτερον, και εξ’ ίσου κρίσιμο, η άρχουσα τάξη έχει μια ιδεολογία που συνάδει με την κυρίαρχη θέση της στην κοινωνία: θεωρεί, και κατέχει τους πρακτικούς τρόπους να το επιβάλλει, ως «κοινωνικό καλό» ό,τι συμφέρει την ίδια απορρίπτοντας ό,τι θα την έβλαπτε. Επιβάλλει τα συμφέροντά της αδιαφορώντας για το κοινωνικό κόστος για τους κυριαρχούμενους. Υπάρχει μόνο ένα όριο. Ο φόβος της εξέγερσης των αποκάτω. Αλλά αυτός ο φόβος βρίσκεται υπό έλεγχο (μέσω των κατασταλτικών και ιδεολογικών μηχανισμών ή, αν τα πράγματα οξυνθούν, μέσω μερικών, αποσπασματικών [οικονομικών και πολιτικών] παραχωρήσεων). Το κριτήριο των πράξεών της είναι πάντοτε ένα και μοναδικό: τι συμφέρει στην ίδια, δηλαδή τι αναπαράγει την οικονομική και πολιτική της εξουσία. Η κυρίαρχη ιδεολογία προβάλλει την κοινωνία ως ένα «αδιαφοροποίητο ενιαίο όλον», ενώ στην πραγματικότητα είναι ένα πεδίο ταξικής κυριαρχίας και εκμετάλλευσης.
Το παρήγορο για τις κυριαρχούμενες τάξεις είναι ότι και η άρχουσα τάξη όχι απλά έχει ιδεολογία αλλά μπορεί να πέσει θύμα των ίδιων της των ιδεολογημάτων.
Από πολλές πλευρές μάλιστα η άρχουσα τάξη περισσότερο από τις άλλες τάξεις είναι ανίκανη να υπερβεί την κυρίαρχη ιδεολογία, γιατί αν για παράδειγμα η εργατική τάξη έχει κάθε συμφέρον να την υπερβεί (για να υπερβεί έτσι και την κοινωνική θέση που προσιδιάζει σε αυτή την ιδεολογία), η ιδεολογία και η συνείδηση της άρχουσας τάξης έχει σαν ανυπέρβλητο εμπόδιο, το ότι δεν μπορεί να υπερβεί μια ιδεολογία που προσιδιάζει στην ταξική της κυριαρχία (χωρίς έτσι να πάψει να είναι κυρίαρχη).
Γι’ αυτό και πολλές φορές οι πολιτικοί εκπρόσωποι της άρχουσας τάξης φέρονται με τόπο που φαινομενικά είναι γελοίος. Ο Τσόρτσιλ πίστευε ότι η μπολσεβίκικη επανάσταση ήταν προϊόν εβραϊκής συνομωσίας! Ωστόσο υπάρχει λογική εξήγηση: διαφορετικά θα έπρεπε να δεχτεί ότι οι καταπιεσμένοι εργάτες μπορούν να καταλάβουν την εξουσία και να λειτουργήσουν ένα κράτος από μόνοι τους. Θα έπρεπε να υπερβεί την κυρίαρχη ιδεολογία, για να αποδεχτεί ότι η εργατική τάξη μπορεί να φτιάξει μια άλλη κοινωνία. Η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία που κυριάρχησε τις τελευταίες δεκαετίες οδήγησε σε «υπερβολικές» απορρυθμίσεις της αγοράς με αποτέλεσμα οικονομικές φούσκες κάθε είδους. Παρά τις προειδοποιήσεις ακόμα και καθεστωτικών οικονομολόγων η ιδεολογική αντιμετώπιση των πραγμάτων οδήγησε το σύστημα ένα βήμα πριν την κατάρρευση.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει ωστόσο να επισημανθεί ότι η κυρίαρχη ιδεολογία δεν χρειάζεται να είναι σωστή από την άποψη της θεωρητικής τεκμηρίωσης για να μπορεί να λειτουργήσει. Λειτουργεί επειδή είναι ήδη κυρίαρχη, δηλαδή είναι ήδη μη αμφισβητήσιμη από τις κυριαρχούμενες τάξεις. Οι κυριαρχούμενες τάξεις, ή τέλος πάντων όσοι από τις κυριαρχούμενες τάξεις θα μπορούσαν να αρθρώσουν ένα πειστικό ιδεολογικό λόγο για τα συμφέροντα των από κάτω, μοιραία θα βρίσκονταν αντιμέτωποι με την έλλειψη των κατάλληλων υλικών μηχανισμών και πόρων, αλλά κυρίως θα βρίσκονταν αντιμέτωποι με τα όπλα της αστυνομίας (όχι τα ιδεολογικά). Το βασικό επιχείρημα της κυρίαρχης ιδεολογίας είναι τα όπλα της αστυνομίας, όπως έγραφε και ο Γκράμσι.
Οι «πλεονάζοντες» δημόσιοι υπάλληλοι
Μπορούμε να ανιχνεύσουμε όλα τα παραπάνω στην απογραφή των δημόσιων υπαλλήλων. Όταν άρχιζε η απογραφή τα παπαγαλάκια των ΜΜΕ, καθοδηγούμενα από τους νεοφιλελεύθερους κυβερνητικούς μισθοφόρους και τα αφεντικά-ιδιοκτήτες των μέσων, διέδιδαν ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι στην Ελλάδα είναι μεταξύ 1,5 με 2 εκατομμύρια. Το ίδιο νούμερο το πίστευαν και πάρα πολύς απλός κόσμος (μια βόλτα στο διαδίκτυο θα σας πείσει για την «κοινή πεποίθηση»). Χρόνια συστηματικής προπαγάνδας είχαν το αποτέλεσμα η υποτιθέμενη πληθώρα δημοσίων υπαλλήλων να αποκτήσει τη δύναμη του «αυτονόητου» και του «εμπειρικά δεδομένου». Ποτέ κανείς από τους προπαγανδιστές δεν χρειάστηκε να δώσει κανένα συγκεκριμένο και συνολικό στοιχείο για τους ισχυρισμούς του. Θα χρειάζονταν δυο στοιχεία για να τεκμηριωθεί η άποψη των «πλεοναζόντων δημοσίων υπαλλήλων». Ποιό είναι το ποσοστό των δημόσιων υπαλλήλων στο σύνολο του εργατικού δυναμικού, και δεύτερον, για να αποδειχθεί αν αυτό είναι μεγάλο, πόσο είναι το ποσοστό αυτό στις υπόλοιπες ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες.
Και τα δυο αυτά στοιχεία ήταν γνωστά και πριν την απογραφή, υπήρχαν και στις εκθέσεις της eurostat αλλά και του ΟΟΣΑ και των άλλων οικονομικών οργανισμών. Ο σκοπός της απογραφής ήταν άλλος:
«Λαθροχειρία από την πλευρά της κυβέρνηση αποτελεί η απόκρυψη της πραγματικής σκοπιμότητας της απογραφής. Η σύνδεση της απογραφής με την υπαγωγή στη λεγόμενη Ενιαία Αρχή Πληρωμών, αποτελεί τη βάση για νέες περικοπές εισοδημάτων στο όνομα ενός ψευδεπίγραφου ενιαίου μισθολογίου, με βάση την αρχή της «εξίσωσης προς τα κάτω». Εκεί θα αναζητηθούν, ενδεχομένως, τα «μαξιλάρια» για περαιτέρω μείωση των κρατικών δαπανών και πολύ περισσότερο στους «περίσσιους» υπαλλήλους των υπό συγχώνευση ή κατάργηση φορέων και υπηρεσιών. Επί της ουσίας, η τρόικα ΔΝΤ, Ε.Ε. και ΕΚΤ έχει στα χέρια της μια βάση δεδομένων για να υποδεικνύει προγραφές και «αποκεφαλισμούς» υπαλλήλων και υπηρεσιών, με πρώτα θύματα τους συμβασιούχους».[2]
Όταν τελικά τα αποτελέσματα της απογραφής έγιαναν γνωστά, ο αριθμός των δημόσιων υπαλλήλων βγήκε 768.009, ενώ απ’ αυτούς μόνιμοι υπάλληλοι είναι μόνο οι 625.738:
«Ως μόνιμοι υπάλληλοι του δημοσίου, δικαστικοί λειτουργοί και δημόσιοι λειτουργοί εγγράφηκαν 625.738 άνθρωποι, δηλαδή ποσοστό 82% του συνολικού αριθμού.
Επίσης, 53.833 εργαζόμενοι (7%) καταχώρησαν το ΑΦΜ τους ως υπάλληλοι ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ενώ ως υπάλληλοι ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου δηλώθηκαν 44.811 (6%).
Ακόμη, ως συμβασιούχοι έργου εγγράφηκαν 14.345 (2%), αιρετοί δήλωσαν 12.609 (2%), επι θητεία 7.495 (1%) ενώ οι ωρομίσθιοι και ημερομίσθιοι έφτασαν τους 4.614 (1%).
Ως μετακλητοί καταχωρήθηκαν στην απογραφή 1.175, με έμμισθη εντολή 1.003, ως μέλη διοικητικών συμβουλίων 493 ενώ ως πρόεδροι, διευθύνοντες σύμβουλοι, διοικητές και υποδιοικητές οργανισμών 380».[3]
Τα πράγματα θα νόμιζε κανείς ότι ξεκαθαρίστηκαν χωρίς αμφιβολία. Ωστόσο, αμέσως το διαδίκτυο γέμισε από σχόλια ανθρώπων που συνέχιζαν να αμφιβάλλουν. Κάποιοι τόνιζαν ότι η απογραφή αφορούσε το στενό δημόσιο τομέα και όταν θα απογραφεί και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας με τις ΔΕΚΟ τότε -ω! του θαύματος- θα αποκαλυφθεί ο «πραγματικός» αριθμός που θα είναι «1,5 έως 2 εκατομμύρια και βάλε»(!!).
Ωστόσο τα αριθμητικά δεδομένα είναι τελείως διαφορετικά απ’ όσο θα τα ήθελε η (κατευθυνόμενη) ιδεολογία. Πρώτον, ακόμα και ο αριθμός των 768.009 θα μειωθεί, έστω και λίγο, και δεύτερον οι δημόσιοι υπάλληλοι θα είναι, όπως εκτιμά πλέον η κυβέρνηση, πολύ λιγότεροι των αρχικών της εκτιμήσεων (εκτιμήσεις καθόλου αθώες, μιας και ο σκοπός ήταν να δικαιολογηθούν απολύσεις):
«Οι υπάλληλοι που μισθοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό ανέρχονται σε 768.009 άτομα, αριθμός ο οποίος ωστόσο εκτιμάται ότι θα μειωθεί- αν και ελάχιστα-, όταν ολοκληρωθεί η διασταύρωση των στοιχείων την οποία διενεργεί η κυβέρνηση.
Σε κάθε περίπτωση ο ακριβής αριθμός των δημοσίων υπαλλήλων είναι πλέον γνωστός, γεγονός το οποίο ξεκαθαρίζει το τοπίο, αίρει οποιεσδήποτε παρανοήσεις και αποτρέπει διαστρεβλώσεις. Η ολοκλήρωση μάλιστα της απογραφής και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, η οποία εκτιμάται ότι θα ανεβάσει τον αριθμό των υπαλλήλων- μισθοδοτούμενων ή μη από τον κρατικό προϋπολογισμό- σε 950.000 ως και 1 εκατομμύριο, εκτιμάται ότι θα αποσαφηνίσει πλήρως την εικόνα των εργαζομένων στο Δημόσιο».[4]
Αλλά ας δούμε τι γίνεται με τα ποσοστά που προαναφέραμε πιο πάνω. Σύμφωνα με την Εθνική Στατιστική υπηρεσία της Ελλάδας (δες πίνακα 1) το εργατικό δυναμικό στην Ελλάδα ανερχόταν σε 4.939.700 άτομα το 2008.[5]
Πίνακας 1
Αν υπολογίσουμε το σύνολο όσων μισθοδοτήθηκαν από το δημόσιο, δηλαδή 768.009, τότε το ποσοστό των δημοσίων υπαλλήλων στο σύνολο του εργατικού δυναμικού βρίσκεται στο 15,5%. Αν τους υπολογίσουμε με βάση τους μόνιμους μόνο (πράγμα που είναι κατά τη γνώμη μου το σωστότερο, γιατί οι υπόλοιποι είναι κυμαινόμενοι και εύκολοι στην περικοπή ή απόλυση τους), δηλαδή τους 625.738, τότε το ποσοστό πέφτει στο 12,6%. Το ποσοστό αυτό πέφτει κάτω του 10% αν ληφθεί υπ’ όψιν οι χιλιάδες των εργαζομένων στη παραοικονομία (κατ’ ορισμένους υπολογισμούς φτάνει το 30% της συνολικής οικονομίας).
Αλλά, για να γίνει πιο εμφανές το τι πραγματικά συμβαίνει, ας υπολογίσουμε τώρα τους μόνιμους υπαλλήλους του στενού και του ευρύτερου τομέα (μαζί με τις ΔΕΚΟ) σε 1.000.000 -πάρουμε σαν δεδομένο δηλαδή το μεγαλύτερο νούμερο των κυβερνητικών εκτιμήσεων που αναφέραμε λίγο προηγουμένως, και αυτό προς τα πάνω δηλαδή τους θεωρήσουμε όλους μόνιμους. Σε αυτήν την περίπτωση το ποσοστό των δημοσίων υπαλλήλων στο σύνολο του εργατικού δυναμικού θα ήταν στο 20%. Επαναλαμβάνω, το τελικό νούμερο θα είναι πολύ χαμηλότερο (αν ληφθεί υπ’ όψιν η παραοικονομία και το γεγονός ότι δεν είναι όλοι μόνιμοι υπάλληλοι), αλλά έστω και έτσι.
Οι παραπάνω αριθμοί δεν λένε και πολλά πράγματα αν δεν συγκριθούν με τους αντίστοιχους των άλλων αναπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών. Το ποσοστό των δημόσιων υπαλλήλων στις χώρες αυτές κυμαίνεται μεταξύ 7% (το χαμηλότερο, και είναι στη νότιο Κορέα) και το υψηλότερο 30% που είναι στη Σουηδία.[6] Στην Ε.Ε. η απασχόληση στον δημόσιο τομέα αντιπροσωπεύει από το 10% (Γερμανία) ως το 30% Σουηδία (δες πίνακα 2)[7].
Πίνακας 2
Επομένως, ακόμα και αν λάβουμε ως σωστό ένα νούμερο γύρω στο 20% (που επαναλαμβάνω είναι υποθετικό και πολύ υπερτιμημένο) οι δημόσιοι υπάλληλοι στην Ελλάδα δεν είναι πολλοί με βάση τις άλλες ανεπτυγμένες χώρες –ακόμα και στην ακραιφνώς νεοφιλελεύθερη Βρετανία το ποσοστό είναι 17,8%.
Και προσέξτε κάτι ακόμα πιο χτυπητό: οι μακράν περισσότεροι δημόσιοι υπάλληλοι αναλογικά με τον πληθυσμό, βρίσκονται στις σκανδιναβικές χώρες. Τις χώρες δηλαδή που, παρ’ όλα αυτά, χτυπήθηκαν λιγότερο από τη σημερινή οικονομική κρίση (χώρες στις οποίες ακόμα υπάρχει ισχυρό κράτος πρόνοιας, τουλάχιστον συγκριτικά με τις υπόλοιπες).
Αλλά θα πρέπει εδώ να υπογραμμιστεί το εξής: το ελληνικό κράτος είναι πράγματι σπάταλο. Αλλά είναι σπάταλο στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων των αφεντικών και στην προστασία αυτών των συμφερόντων. Ο μέσος πολίτης θα βρεθεί αντιμέτωπος με τεράστιες ελλείψεις στα νοσοκομεία που θέτουν σε κίνδυνο την υγεία του (και πολλές φορές τη ζωή του). Θα ταλαιπωρηθεί σε τεράστιες ουρές στις δημόσιες υπηρεσίες και στα υπουργεία που θα πάει για να «εξυπηρετηθεί». Τα όσα δάση έχουν απομείνει κινδυνεύουν να εξαφανιστούν από τις ελλείψεις σε πυροσβεστικά μέσα και προσωπικό. Πως εξηγούνται λοιπόν αυτές οι ελλείψεις;
Στους 768.009 που μισθοδοτούνται από το δημόσιο θα πρέπει να λάβει κανείς υπ’ όψιν του ότι πάνω από 160.000 είναι όσοι υπηρετούν στα σώματα ασφαλείας και το μόνιμο προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων. Στον ελληνικό στρατό υπάρχουν 55 ταξίαρχοι εν ενεργεία ενώ ο στρατός των ΗΠΑ έχει μόλις 58! Σε σχέση με τον πληθυσμό της η Ελλάδα είναι η χώρα με τον μεγαλύτερο αναλογικά πληθυσμό αστυνομικών στην Ευρώπη.[8]
Επίσης θα πρέπει να προστεθούν στο λογαριασμό τα εκατομμύρια ευρώ που πληρώνει το ελληνικό κράτος στους παπάδες, οι οποίοι είναι επίσης δημόσιοι υπάλληλοι.[9]
Αν κάνετε τις αφαιρέσεις θα δείτε ότι το ελληνικό κράτος έχει έλλειψη δημοσίων υπαλλήλων για την εξυπηρέτηση των πολιτών, αλλά πλεόνασμα στην αστυνόμευσή του…
«Το πραγματικό»
ως ιδεολογικοποιημένη εικόνα
Στο σημείο αυτό θα επανέλθω πάνω στα ζητήματα που έθεσα στο αρχικό μέρος αυτής της δημοσίευσης. Στο θέμα της ιδεολογίας και του κρίσιμου ρόλου της στη διαμόρφωση της πραγματικότητας.
Βρισκόμαστε στη μέση μιας από της χειρότερες μεταπολεμικές οικονομικές κρίσεις. Πολλοί τη συγκρίνουν με αυτήν της δεκαετίας του 1930. Η κρίση αυτή θα μπορούσε (υπό την οπτική μιας Αριστερής κριτικής) να χαρακτηριστεί ως η επιβεβαίωση της αποτυχίας του νεοφιλελευθερισμού. Η απορρύθμιση των αγορών και της αγοράς εργασίας αντί να οδηγήσουν το σύστημα σε μια διαρκή και χωρίς όρια ανάπτυξη (όπως διεκήρυτταν οι νεοφιλελεύθεροι προπαγανδιστές), το έφεραν τελικά στο χείλος της καταστροφής. Η ασύστολη κερδοσκοπία του μεγάλου κεφαλαίου στην κτηματαγορά στις ΗΠΑ οδήγησε το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα στα πρόθυρα της κατάρρευσης στα τέλη του 2007. Χρειάστηκε η παρέμβαση του κράτους για να σωθεί το σύστημα. Κατά ορισμένες εκτιμήσεις μέχρι τώρα τα μεγάλα καπιταλιστικά κράτη έχουν ξοδέψει πάνω από 20 τρισεκατομμύρια δολάρια για να μην οδηγηθεί το σύστημα στον γκρεμό όπως τη δεκαετία του 1930. Τα κράτη καταχρεώθηκαν με αυτόν τον τρόπο, και τώρα βρισκόμαστε στη νέα φάση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, την κρίση του χρέους των κρατών. Το λογαριασμό καλούνται να τον πληρώσουν οι εργαζόμενοι των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών, χωρίς οι ίδιοι να ευθύνονται στο παραμικρό για την κρίση.
Η οικονομική κρίση έχει λοιπόν, ως προς την έκτασή της (και όχι μόνο), ομοιότητα με αυτήν του 1930. Προσέξτε ωστόσο μια προφανή διαφορά με το 1930: τότε είχαμε μια έκρηξη του εργατικού κινήματος σε παγκόσμιο επίπεδο, μια συνολική αμφισβήτηση του καπιταλισμού. Σήμερα αυτό δεν συμβαίνει. Πολλοί είναι οι λόγοι. Αλλά εδώ θα επικεντρωθώ σε έναν κυρίως που είναι άμεσα συνδεδεμένος με την κυρίαρχη ιδεολογία και τον τρόπο που κάνει τα άτομα να αναγνωρίζουν τον κόσμο.
Μετά την κατάρρευση των χωρών του «υπαρκτού σοσιαλισμού» (στην πραγματικότητα των χωρών του κρατικού καπιταλισμού) υπήρξε μια αντίστοιχης έκτασης ιδεολογική υποχώρηση του εργατικού κινήματος. Ο «υπαρκτός καπιταλισμός» εμφανίζεται ως η μόνη δυνατή «πραγματικότητα». Απέναντι σε αυτόν καμιά άλλη εναλλακτική λύση δεν είναι εφικτή. Η αναζήτηση μιας άλλης κοινωνίας, του σοσιαλισμού, «έχει αποδειχθεί» ως ουτοπική και τρομακτική (τα καθεστώτα που «εφάρμοσαν το σοσιαλισμό» ήταν δικτατορίες). Ο καπιταλισμός είναι μονόδρομος.
Η ιδεολογική αυτή νίκη της άρχουσας τάξης έφτασε σήμερα στην έσχατη λογική της:
Ούτε καν ένας «καπιταλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο» δεν είναι εφικτός. Η πλειοψηφία των εργαζομένων καλείτε να εσωτερικεύσει αυτό το γεγονός με το να πειστεί ότι άλλη λύση από το να πληρώσει η ίδια το λογαριασμό της κρίσης δεν υπάρχει. Μπορεί να μην φταίνε οι εργαζόμενοι, «αλλά τι να κάνουμε;», πρέπει να ξεπληρωθούν τα κρατικά χρέη που έχουν συσσωρευτεί (για να διασωθούν οι καπιταλιστές). Δεν πρόκειται για μια απλή αντιστοίχηση της κυρίαρχης ιδεολογίας με το «πραγματικό»: «αποτυχία του σοσιαλισμού»-«επιτυχία του καπιταλισμού». Η επιτυχία της προπαγανδιστικής-ιδεολογικής προβολής προέρχεται από το γεγονός ότι η άρχουσα τάξη δεν έχει να φοβηθεί το αντίπαλό της δέος, τον κόσμο της εργασίας: χάνοντας ο τελευταίος τη δύναμη που δίνει η πίστη στη δυνατότητα μιας άλλης κοινωνίας, χάνει τελικά κάτι ακόμα πιο πολύτιμο. Την ικανότητα να αντιδράσει αποτελεσματικά στις άμεσες επιθέσεις που δέχεται.
Για τη κρίση δεν ευθύνονται οι μεγαλοκαρχαρίες, αλλά τα «εργατικά ρετιρέ», ιδιαίτερα οι δημόσιοι υπάλληλοι που είναι «πολλοί και τεμπέληδες». Τα ΜΜΕ υπό την καθοδήγηση της κυβέρνησης και των αφεντικών τους, περνούν το μήνυμα ότι άλλη λύση δεν υπάρχει παρά η εξίσωση όλων των εργαζομένων προς τα κάτω. Κατάργηση της μονιμότητας των δημόσιων υπαλλήλων για να μπορούν και αυτοί να απολύονται με την ίδια ευκολία με τους ιδιωτικούς. Μείωση των μισθών τους σε επίπεδα, αν είναι δυνατόν, και κάτω από του ιδιωτικού τομέα. Την ίδια στιγμή οι υποχρεωτικές (με εκβιασμούς των αφεντικών) μειώσεις των μισθών στον ιδιωτικό τομέα κυμαίνονται στο 10-20%. Ο εξισωτισμός όλων των εργαζομένων, ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, προς τα κάτω σ’ όλο του το μεγαλείο.
Κανείς δεν διανοείται να προτείνει το ανάποδο: εξισωτισμό όλων προς τα πάνω. Ο λόγος είναι γιατί αυτό θεωρείται «ουτοπικό». Και αυτό είναι όντος ουτοπικό, όχι γιατί μια «αντικειμενική» θεωρία το απαγορεύει, αλλά γιατί στον καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό όλα λειτουργούν υπέρ του κεφαλαίου και ενάντια στην εργασία. Στα γραφεία και τα εργοστάσια επικρατεί ο ολοκληρωτισμός του αφεντικού: απολύει ή προσλαμβάνει με βάση τα κέρδη του. Ο τρόμος της ανεργίας παραλύει τους εργαζόμενους, ιδιαίτερα λόγω της ανυπαρξίας κοινωνικής προστασίας. Το κεφάλαιο μπορεί να φύγει εκτός συνόρων, εκβιάζοντας και επιβάλλοντας τους δικούς του όρους με αυτή τη δυνατότητα (ούτως ή άλλως κεφάλαια φεύγουν εκτός Ελλάδας από το ξέσπασμα της κρίσης προεξοφλώντας ότι κάποια στιγμή το Ελληνικό κράτος θα αναγκαστεί να προχωρήσει σε αναδιάρθρωση του χρέους). Κοινώς, ο εξισωτισμός προς τα πάνω δεν είναι εφικτός λόγω ενός και μοναδικού λόγου: λόγω συσχετισμών δύναμης και όχι κάποιας «αναπόφευκτης αναγκαιότητας».
Η επιχειρηματολογία μου θα ξεκαθαριστεί μπαίνοντας στην ουσία του ζητήματος: «πλεονάζουν οι δημόσιοι υπάλληλοι στην Ελλάδα;». Παρ’ όλα όσα αναπτύξαμε παραπάνω με στοιχεία, ας υποθέσουμε ότι πράγματι πλεονάζουν. Ένα ισχυρό και με αυτοπεποίθηση εργατικό κίνημα σε περίοδο πραγματικής ανεργίας που πλησιάζει το 20%, θα απαιτούσε να παραμείνουν στη θέση τους και ακόμα να προσληφθούν και άλλοι. Να επιβληθεί απαγόρευση των απολύσεων σε όλον τον ιδιωτικό τομέα. Εργατικός έλεγχος σε όλη την οικονομία, να αναλάβουν τη διαχείριση των εργοστασίων που κλείνουν οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, να αναπτυχθεί ένα πλατύ κίνημα αυτοδιαχείρισης σε πανεθνικό επίπεδο που να μπορεί να στηρίξει την οικονομική επιβίωση μιας αυτοδιαχειριζόμενης οικονομίας. Να ανακοπή η δυνατότητα φυγής κεφαλαίων με κρατικοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα.
Αν όλα τα προηγούμενα φαίνονται ουτοπικά, ο λόγος δεν είναι μια κάποια «αναγκαιότητα» αλλά η οργανωτική και ιδεολογική αδυναμία του εργατικού κινήματος. Το τελικό αποτέλεσμα είναι η εμπράγματη εφαρμογή πολιτικών που σπέρνουν τη δυστυχία στους εργαζόμενους, ενώ παραδίδουν τα πάντα στον κόσμο του κεφαλαίου. Ο μόνος ρεαλισμός είναι η αποδοχή της επιστροφής στον 19ο αιώνα!
Προσέξτε, την ίδια ώρα που έχουν δοθεί γύρω στα 78 δισεκατομμύρια ευρώ (32,5% του ΑΕΠ!)[10] στις τράπεζες σε εγγυήσεις του δημοσίου για να στηριχτούν, την ίδια στιγμή θέλουν να περάσουν στα μυαλά του κόσμου την ιδέα ότι για να σωθεί η «οικονομία της χώρας» πρέπει να μειωθούν οι «πολλοί δημόσιοι υπάλληλοι», δηλαδή να απολυθούν άνθρωποι φτωχών οικογενειών ή να μην μπορούν να βρουν εργασία άνεργοι. Με άλλα λόγια, όχι μόνο δεν θίγονται τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου, αλλά ζητάνε από τις οικογένειες των απλών εργαζομένων να συντηρήσουν οι ίδιες με δικό τους κόστος τον αυξανόμενο αριθμό των ανέργων.
Το κοντράστ γίνεται ακόμα πιο έντονο αν λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι οι τράπεζες, παρ’ όλη τη στήριξη που έχουν πάρει, εξακολουθούν να μην δανείζουν, εξακολουθούν να μην ρίχνουν χρήματα στην αγορά αλλά βάζουν τα λεφτά που παίρνουν σχεδόν δωρεάν από το κράτος σε ασφαλείς τοποθετήσεις ή καλύπτουν ανοιχτές θέσεις του. Το φαινόμενο δεν είναι ελληνικό μόνο:
«Το ρίσκο μιας νέας επιδείνωσης είναι εφιαλτικό, τη στιγμή που οι πόροι που διαθέτουν οι κυβερνήσεις είτε από φορολογικά έσοδα είτε από δανεικά πλησιάζουν τα όριά τους και καταφεύγουν στις μαζικές πωλήσεις κρατικών τίτλων. Όταν οι στρατιές των ανέργων συνεχίζουν να αυξάνονται, υπάρχει έκδηλη ανησυχία σε όλους τους λαούς. Η αντιμετώπιση της κρίσης έγινε με γενναία μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής και με τον πακτωλό τρισεκατομμυρίων δολαρίων που έριξαν οι κεντρικές τράπεζες στο τραπεζικό σύστημα για τη διάσωση των τραπεζών.
[…]
Τα «απύθμενα» προβλήματα των οικονομιών δεν έχουν τέλος, καθώς οι εμπορικές τράπεζες δεν έχουν επαναλάβει ακόμη τη δανειακή τροφοδότηση των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών».[11]
Η άρχουσα τάξη κινείται με βάση το άμεσο υλικό συμφέρον της, υποθέτοντας ότι οι ιδεολογικοί και κατασταλτικοί μηχανισμοί θα το επιβάλλουν ως «κοινό καλό». Τα ιδεολογήματα του «κοινωνικού συμφέροντος», της «κοινωνικής ευθύνης» ή των «αναπόφευκτων αναγκαιοτήτων» τα αφήνει για τους αδύναμους κυριαρχούμενους. Και όσο οι τελευταίοι θα βρίσκονται σε πλήρη αδυναμία αντιπρότασης, λόγω της οργανωτικής τους ανυπαρξίας, τόσο τα ιδεολογήματα μιας υποτιθέμενα «αναπόφευκτης αναγκαιότητας» θα είναι πάντοτε σε βάρος των εργαζομένων.
Πόσο αυτά τα ιδεολογήματα έχουν διεισδύσει στα μυαλά των εργαζομένων; Ας δούμε μια έρευνα που έγινε σε Ευρώπη και ΗΠΑ:
Δεν θα μπορούσε πιο ανάγλυφα να φανεί η δύναμη της κυρίαρχης ιδεολογίας για να αποκαλυφθεί η διαμόρφωση της πραγματικότητας και ως αποτέλεσμα των ιδεών που υπάρχουν στα μυαλά των ανθρώπων. Στις ΗΠΑ ο κόσμος πιστεύει πιο πολύ απ’ ότι στην Ευρώπη στα αστικά ιδεολογήματα. Στις ΗΠΑ το 60% πιστεύει ότι οι «φτωχοί είναι τεμπέληδες» ενώ το 70% πιστεύει ότι το εισόδημα καθορίζεται από τις «ικανότητες». Μόλις το 29% πιστεύει ότι οι φτωχοί είναι [κοινωνικά] εγκλωβισμένοι στη φτώχεια, επομένως για το 70% έχουν προσωπική ευθύνη που είναι φτωχοί.
Ο ίδιος παρανομαστής λοιπόν: στους φτωχούς αξίζει που είναι φτωχοί, οι πλούσιοι έχουν ικανότητες γι’ αυτό είναι πλούσιοι. Ο καπιταλισμός κατά βάση λειτουργεί σωστά. Το αποτέλεσμα αυτής της ιδεολογικής κυριαρχίας των αφεντικών στις ΗΠΑ είναι τραγικό για την πραγματική ζωή των εργαζομένων:
«Το ποσοστό ανεργίας […] έχει φτάσει το 9,5% [το επίσημο, γιατί το ανεπίσημο υπολογίζεται στο 20%]. Για πρώτη φορά μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι ΗΠΑ βιώνουν με τόσο δραματικό τρόπο το φαινόμενο της μακράς ανεργίας. Σε αυτό το 9,5% δεν περιλαμβάνονται εκείνοι που έχουν εγκαταλείψει την αναζήτηση εργασίας ή αυτούς που φυτοζωούν με λιγότερο από 100 δολάρια το μήνα και τρώνε τις αποταμιεύσεις τους. Το υπουργείο Γεωργίας υπολογίζει ότι 50 εκατομμύρια Αμερικανοί δεν έχουν αρκετά μέσα για να διατραφούν. Ένας στους 8 ενήλικες και 1 στα 4 παιδιά ζουν από τον ορό της κρατικής βοήθειας. Είναι αριθμοί που δεν μπορεί κανείς να φανταστεί για την πρώτη οικονομία του κόσμου. Η γνωστή Ελληνοαμερικανίδα κολουμνίστρια Αριάνα Χάφιγκτον προειδοποίησε ότι ελλοχεύει ο κίνδυνος να γίνουν οι ΗΠΑ χώρα του τρίτου κόσμου.
[…]
Στη Χαβάη για παράδειγμα, τις Παρασκευές μένουν τα σχολεία κλειστά για να εξοικονομήσει το κράτος χρήματα, στο Κολοράντο Σπριγκς, με 380.000 κατοίκους το 1/3 των φωτεινών σηματοδοτών είναι εκτός λειτουργίας για να εξοικονομηθεί ηλεκτρισμός».[12]
Δυστυχώς, και στην Ελλάδα τα πράγματα εξελίσσονται με ανάλογα δυσμενή τρόπο για τις δυνάμεις της εργασίας στο ιδεολογικό επίπεδο. Τα ευρήματα του καλοκαιρινού Ευρωβαρόμετρου δεν προοιωνίζουν τίποτα το θετικό:
«Οι μετρήσεις του εαρινού ευρωβαρόμετρου που ανακοινώθηκαν χθες από την Κομισιόν, έγιναν από τις 5 έως τις 28 Μαΐου σε όλα τα κράτη της Ε.Ε., δηλαδή ξεκίνησαν αμέσως μετά την ψήφιση του Μνημονίου στην Ελλάδα. Τα βασικά του συμπεράσματα είναι:
* Οι Ελληνες είναι οι πλέον απαισιόδοξοι ανά την Ε.Ε. αναφορικά με το πώς βλέπουν το παρόν της οικονομίας. Το 98% απαντά ότι είναι «κακό» έναντι 77% κοινοτικού μέσου όρου.
* Την ίδια θέση κατέχουμε και σε σχέση με τις προοπτικές απασχόλησης, με το 99% να βλέπει «μαύρες» ημέρες. Μάλιστα το 61% απαντά ότι τα πράγματα είναι «πολύ άσχημα», αναλογία που σε έξι μόνο μήνες χειροτέρευσε κατά 24%.
Δυσοίωνες είναι οι προβλέψεις των Ελλήνων και στην ερώτηση «τι περιμένετε να συμβεί τους επόμενους 12 μήνες». Το 70% (μεγαλύτερη αναλογία με διαφορά στην Ε.Ε.), αναμένει χειροτέρευση του οικονομικού τοπίου.
* Αύξηση των πιέσεων στην απασχόληση αναμένει το 74% με την απαισιοδοξία να έχει αυξηθεί κατά 32% μέσα σε ένα εξάμηνο.
* Το 56% εκτιμά ότι στην οικογένειά του η κατάσταση θα χειροτερεύσει, ενώ το 35% «βλέπει» χειρότερες ημέρες και στον εργασιακό του χώρο, έναντι μόνο του 11% σε κοινοτικό επίπεδο».
Ωστόσο το πολύ ανησυχητικό είναι η πεποίθηση για την «αναγκαιότητα» των μέτρων:
«*Το 70% λέει ότι πρέπει να γίνουν πιο πολλές μεταρρυθμίσεις για να αντιμετωπίσουμε το μέλλον και το 68% προσθέτει ότι οι αλλαγές αυτές πρέπει να γίνουν ακόμη και με θυσίες της παρούσας γενιάς.
* Το 80% των Ελλήνων δέχεται ότι δεν μπορούν να αναβληθούν τα μέτρα μείωσης του ελλείμματος και του χρέους (έναντι του 74% σε κοινοτικό μέσο όρο) και το 46% λέει ότι είναι έτοιμο να περιορίσει το επίπεδο διαβίωσης για να διασφαλίσει το μέλλον…».[13]
Μετά από αυτό δεν εκπλήσσει η αισιοδοξία του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε:
«Ψήφο εμπιστοσύνης όμως έδωσε χθες και ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, εκφράζοντας τη βεβαιότητά του ότι οι Έλληνες θα ξεπληρώσουν όλα τα δάνειά τους. Σε χθεσινή συνέντευξή του στην αυστριακή εφημερίδα “Κουρίρ” ο Σόιμπλε τόνισε ότι “οι Έλληνες έχουν ένα ασυνήθιστα σκληρό πρόγραμμα εξυγίανσης και επειδή δεν μπορούν να υποβαθμίσουν -όπως η Αργεντινή- το νόμισμά τους, τους δόθηκαν από την ευρωζώνη δάνεια ύψους 110 δισ. ευρώ -μια απόφαση που δεν ήταν καθόλου απλή”. Προσέθεσε ότι δεν έχει “καμία αμφιβολία ότι οι Έλληνες θα ξεπληρώσουν όλα τα δάνεια”».[14]
Θα φύγουν με ελικόπτερο;
Όταν η κυβέρνηση υπέγραψε το μνημόνιο με το ΔΝΤ και την Ε.Ε., κάποιοι προέβλεπαν ότι «αυτή η κυβέρνηση θα φύγει με ελικόπτερο» (από τους πρώτους που το είπε ήταν ο Αλέκος Αλαβάνος). Δυστυχώς η πρόβλεψή τους έχει πολλά στοιχεία ευχολογίου, επιθυμούν να πραγματοποιηθεί αυτό που απλά επιθυμούν να πραγματοποιηθεί.
Στον πραγματικό κόσμο, η άρχουσα τάξη κυριαρχεί με συνδυασμό μαστιγίου και ιδεολογικής πειθούς. Τα δυο αυτά στοιχεία είναι αξεδιάλυτα δεμένα μεταξύ τους. Αν δεν υπήρχε το μαστίγιο δεν θα υπήρχε και η ιδεολογική κυριαρχία και το ανάποδο.
Ωστόσο η σχέση μεταξύ των δυο είναι ανισοβαρής. Η άρχουσα τάξη έχει το στρατό, την αστυνομία, τους νόμους, το δικαστικό σώμα. Με αυτά επιβάλει τη θέλησή της, ακόμα και όταν δεν τα χρησιμοποιεί άμεσα. Η πιθανότητα-δυνατότητα να τα χρησιμοποιήσει υπάρχει στο μυαλό του κάθε απεργού, συνδικαλιστή, επαναστάτη, πράγμα που θέτει εξ’ αρχής τα όρια δράσης. Η βία είναι η βάση πάνω στην οποία εδράζεται κάθε εξουσία. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι εξ’ αρχής η νέα αστυνομική τακτική του Χρυσοχοΐδη αποτέλεσε από τους βασικούς πυλώνες της κυβερνητικής πολιτικής -«μηδενική ανοχή» σε οποιεσδήποτε δυνάμεις στα Αριστερά θα ξέφευγαν από τα ελεγχόμενα κοινοβουλευτικά πλαίσια και θα διακινδυνευόταν ενδεχομένως ένας νέος εργατικός Δεκέμβρης.
Επιβάλλοντας δια της βίας την εξουσία της η άρχουσα τάξη, έχει σαν επακόλουθο την ιδεολογική κυριαρχία. Οι κυριαρχούμενες τάξεις μαθαίνουν, με αυτό τον τρόπο, ότι το μόνο εφικτό είναι η κυριαρχία της άρχουσας τάξης και το αναπαράγουν και στο επίπεδο των ιδεών.
Μετά την υπογραφή του μνημονίου, παρά τις κινητοποιήσεις (και με τη βοήθεια της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας) τα μέτρα όχι μόνο πέρασαν αλλά και βάθυναν (νέα μέτρα προστέθηκαν). Η ήττα φέρνει τον ιδεολογικό αποπροσανατολισμό. Αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι να εντυπώνεται στη μέση συνείδηση ότι τα μέτρα μπορεί «να είναι άδικα» αλλά είναι αναπόφευκτα και τελικά «αναγκαία».
Με άλλα λόγια η ιδεολογική κυριαρχία εκφράζει και τους δεδομένους συσχετισμούς δύναμης μεταξύ του κόσμου του κεφαλαίου και της εργασίας. Όσο οι εργατικοί αγώνες θα ηττώνται τόσο θα μεγεθύνεται η ιδεολογική κυριαρχία του κεφαλαίου.
Επομένως το κύριο καθήκον της Αριστεράς σήμερα είναι να συμβάλει στην ενίσχυση όσων αγώνων αναπτύσσονται ή θα αναπτυχθούν (ΔΕΗ, ΟΣΕ, νέες ιδιωτικοποιήσεις), να πάρει η ίδια η Αριστερά πρωτοβουλία για να ξεσπάσουν μαζικοί αγώνες. Να συμβάλει στην ενότητα, στο συντονισμό, στην ιδεολογική αποσαφήνιση και στράτευση σε έναν κοινό σκοπό όλων αυτών των επί μέρους αγώνων που θα ξεσπάσουν. Η δυνατότητα αντιστροφής της ταξικής επίθεσης που δέχονται οι δυνάμεις της εργασίας, εξαρτάται από τη δυνατότητα των δυνάμεων της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, να συμβάλλουν στη δημιουργία ενός εργατικού κινήματος που ιδεολογικά και σε επίπεδο αγώνων θα είναι αποφασισμένο να συγκρουστεί με τον καπιταλισμό για τα εργατικά συμφέροντα. Όταν ο αντίπαλος σου, μιλώντας συμβολικά, έχει τραβήξει περίστροφο και σε απειλεί θα πρέπει να τον αντιμετωπίσεις με ανάλογα μέσα και όχι με νεροπίστολα. Η άρχουσα τάξη χρησιμοποιεί όλα τα ιδεολογικά και κατασταλτικά μέσα για να γυρίσει τον κόσμο της εργασίας δεκαετίες πίσω. Δεν είναι δυνατόν να απαντηθεί αυτή η μαζική και συνολική επίθεση χωρίς αντίστοιχη συνολική απάντηση από τις δυνάμεις της εργασίας. Οι επί μέρους αγώνες θα πρέπει να αναχθούν στο γενικότερο στόχο της εργατικής εξουσίας και ανατροπής του καπιταλισμού.
Η πολιτική, ιδεολογική κυριαρχία του ΠΑΣΟΚ δεν πρόκειται να αναστραφεί με πρωτοβουλίες όπως αυτές που φαίνεται να αναλαμβάνει ο ΣΥΡΙΖΑ κάτω από την ηγεμονία του ΣΥΝ. Την προσπάθεια δηλαδή μιας κεντρικής, εκλογικής καταγραφής και μάλιστα με Πασοκογενείς δυνάμεις, που εξ’ αρχής φέρουν τον σπόρο της διάψευσης και της απογοήτευσης. Όσο οι αγώνες παραμένουν παγωμένοι στη βάση, στο εργασιακό επίπεδο, τόσο θα κερδίζει η ιδεολογική κυριαρχία της άρχουσας τάξης και των εκπροσώπων της. Και επιπλέον, θα κινδυνεύουμε ούτε καν στο εκλογικό επίπεδο να μην καταγραφεί η δυσαρέσκεια του κόσμου της εργασίας.
Άγγελος Κ
Σημειώσεις
________________________________________
[1] Μαρξ – Ένγκελς, Η γερμανική ιδεολογία, τ. Α΄εκδ. Gutenberg, σελ. 94.
[2] http://edromos.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=2046:%EF%BB%BF%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AD%CF%82-%CE%BC%CE%B5-%CE%AC%CF%81%CF%89%CE%BC%CE%B1-%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CF%8E%CE%BD&It
[3] http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=188530
[4] http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&artid=346376&ct=32&dt=01/08/2010
[5] http://www.statistics.gr/portal/page/portal/ESYE/BUCKET/General/ELLAS_IN_NUMBERS_GR.pdf
[6] http://www.oecdobserver.org/news/fullstory.php/aid/2874/Public_sector_jobs_.html
[7] http://129.3.20.41/eps/pe/papers/0507/0507011.pdf
[8] http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=29/11/2009&id=106805
[9] http://archive.enet.gr/online/online_text/c=112,dt=10.02.2005,id=40515704
[10] http://www.iskra.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=857:-25-lr-&catid=58:oikonomiki-politiki&Itemid=182
[11] http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_economyagor_2_27/08/2010_412735
[12] http://indy.gr/other-press/aboi-ipa-kathodon-pros-to-poythenabb
[13] http://www.enet.gr/?i=news.el.ellada&id=196760
[14] Στο ίδιο.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)