Πέμπτη 3 Φεβρουαρίου 2011

Κερατέα 2010: Νέες χωρικές εμπειρίες αντίστασης και υποκειμενοποίησης

Κερατέα 2010: Νέες χωρικές εμπειρίες αντίστασης και υποκειμενοποίησης

Κερατέα, 12 Δεκέμβρη 2010: δυο χρόνια μετά τα γεγονότα του Δεκέμβρη του 2008, που μετασχημάτισαν τη χωρική εμπειρία της Μητρόπολης της Αθήνας, η ιστορία δεν έκλεισε. Όσοι βιάστηκαν να ξεμπερδέψουν με το ρεύμα της «εξέγερσης» και να ελέγξουν «θάβοντας» τις νέες ροές του στον υποτιθέμενο λάκκο της καθημερινής παθητικότητας που καλλιεργούν τα μίντια και η πολιτική σκηνή –κοινοβουλευτική και μη– του κυρίαρχου λόγου ενός κράτους-καταπιεστή, ενός αλλότριου μεγαμηχανισμού ρύθμισης των απωλειών της κρίσης του παγκόσμιου κεφαλαίου, ενός «ξενιστή»-οργανισμού ελέγχου της κοινωνικής πραγματικότητας και απονέκρωσης της ανθρώπινης δημιουργικότητας, έπεσαν «έξω». Το ρεύμα αυτό–υπόγειο–που ενώνει την κραυγή του «φτάνει πια!» και κυλάει στα αυτοδιαχειριζόμενα πάρκα της πόλης, στις συλλογικότητες που οργανώνονται συνεχώς, στα ανταλλακτικά παζάρια που φύτρωσαν και εδραιώθηκαν στην καταναλωτική μας πραγματικότητα, στις καθημερινές αντιστάσεις σε χώρους εργασίας και μη, αυτό το υπόγειο ρεύμα εκρήγνυται τώρα στην Κερατέα, μεταλλάσσοντας μια για πάντα την κοινωνική πραγματικότητα μιας κοινότητας που φαίνεται εδώ και ένα μήνα-αν και μακριά από κάθε τηλεοπτική και έντυπη προβολή–να ζει και να αντιστέκεται στα οδοφράγματα της οδού Λαυρίου.
Ένα από τα πιο κακοποιημένα προάστια λόγω της λεγόμενης εκσυγχρονιστικής αστικής ανάπτυξης, που έχει μετατρέψει τα μεσόγεια σε βιομηχανικό σκουπιδότοπο της Αττικής μιας–τουριστικής και αποσπασματικής–χρήσης, έχει πάρει εδώ και ένα μήνα το μονοπάτι της αντίστασης απέναντι σε τεράστιες αστυνομικές δυνάμεις καταστολής που έχουν αποκλείσει ολόκληρη περιοχή, για να υπερασπιστεί αρχικά ένα αυτονόητο για τη δημοκρατία του αστικού τους κράτους δικαίωμα: το δικαίωμα στο διάλογο ή το δικαίωμα να συναποφασίζει, τουλάχιστον, για τη ζωή και την γη της. Η μήπως ούτε αυτό; Θα μπορούσε να πει κανείς καλύτερα για να ακουστεί η κραυγή της άρνησής της στην άνωθεν επιβολή προειλημμένων αποφάσεων που θα αλλάξουν ριζικά το χαρακτήρα της περιοχής, αποφάσεις που, όπως οι περισσότερες, αποβλέπουν σε μια ανάπλαση «εν κενώ», ανάπλαση με βάση το κέρδος των εταιρειών και τα πολιτικά εμπλεκόμενα συμφέροντα, ανάπλαση που αγνοεί επιτήδεια την κοινωνική σύσταση, δηλαδή το αστικό «περιεχόμενο», των περιοχών που ευαγγελίζεται πως θα βελτιώσει (σε τι;).
«Ξημερώματα του Σαββάτου (12/12/2010), γύρω στις 4 το πρωί και ίσως λίγο νωρίτερα, μηχανήματα χωρίς πινακίδες τα οποία τα συνόδευαν αστυνομικοί, δηλαδή πρώτα ήρθαν τα μηχανήματα με τα ματ και έκλεισαν όλη την περιοχή και έκτοτε ο κόσμος δεν κατάφερε να ανέβει για να δει τι συμβαίνει και τώρα δεν υπάρχει πρόσβαση στην περιοχή με κανέναν τρόπο από κανέναν. […] Δεν το έχω ξαναζήσει αυτό και δεν μπορούσα ποτέ να αντιληφθώ την έκταση που παίρνουν τα πράγματα, τα βλέπουμε στις ειδήσεις, βλέπουμε να γίνονται διάφορα επεισόδια και μάλλον πρέπει να σου συμβεί εσένα για να καταλάβεις το μέγεθος της αυθαιρεσίας. Ειδικά το Σάββατο που ο κόσμος δεν είχε ακριβώς αντιληφθεί τις προθέσεις των ματ, υπήρχαν πραγματικά πολλά μικρά παιδιά και γυναίκες και ηλικιωμένοι, δηλαδή άνθρωποι που δεν θα κατάφερναν να το αντέξουν αυτό και σε δύσκολες καιρικές συνθήκες και ξαφνικά και τελείως απρόκλητα άρχισε η επίθεση, χωρίς εμείς να κινηθούμε εναντίον τους. Πέσανε δακρυγόνα και άρχισαν οι συμπλοκές. Έκτοτε οι επιθέσεις είναι καθημερινές, οι κλούβες, δεν μας αφήνουνε να δούμε και πόσες είναι αλλά αυξάνονται καθημερινά με γεωμετρική πρόοδο, έχουν όλες τις εγκαταστάσεις, ό,τι χρειάζονται, τους ανεφοδιασμούς τους με τρόφιμα, τις αλλαγές των φρουρών τους, έχουν αναπτυχθεί πλήρως. Η περιοχή δηλαδή έχει αποκλειστεί και δεν έχει αποκλειστεί από μας. Από κει και πέρα αγριότητες. Τι να πω; Δεν το πιστεύουμε. Απορώ όλη αυτή η οργή από πού βρίσκεται συσσωρευμένη. Μου περιέγραφε μια γυναίκα ηλικιωμένη, κοντά 70 χρονών, η οποία είχε τρέξει απελπισμένη και είχε κρυφτεί πίσω από μία ελιά και τα ματ τις έριχναν καπνογόνα και χημικά στο πρόσωπο, λες και είμαστε ζώα; Ή παιδιά, μεγάλοι άνθρωποι βγάζουν το καπέλο τους και το κεφάλι τους από πίσω είναι βαθουλωμένο. Μαυρισμένα μάτια, κλωτσιές στα πλευρά»
Οι κάτοικοι της Κερατέας χρειάστηκε να μάθουν από κοντά και για τα καλά τι σημαίνει καταστολή, τι σημαίνει αστυνομικό κράτος, τι σημαίνει αστική δημοκρατία στην απογυμνωμένη της μορφή. Αρχίζουν ίσως έτσι να βιώνουν (αν όχι να συνειδητοποιούν) τη λειτουργία ενός κράτους-μηχανισμού επιβολής της εξουσίας και προστασίας πρωτίστως του κεφαλαίου αντί των υποτιθέμενων αστικών δικαιωμάτων της ελευθερίας, της ισότητας, της ιδιοκτησίας και της ατομικής επιδίωξης· των δικαιωμάτων που αποτελούν τους στυλοβάτες της αστικής κοινωνίας, μα στ’ αλήθεια αυτά τα ίδια δεν οριοθετούν και την περιοχή της συναίνεσης στην εκμετάλλευσή μας από το κεφάλαιο, δηλαδή την παραίτηση από οποιαδήποτε επαναστατική ουτοπία ή πραγματική πάλη για το άνοιγμα ενός διαφορετικού κόσμου εδώ και τώρα και την αποδοχή του καταναλωτικού (επιστημονικοτεχνικού) νεωτερικού ονείρου που σιγά-σιγά μετατρέπεται στον χειρότερο εφιάλτη ακόμη και για εκείνους που νόμιζαν πως είχαν εξασφαλίσει τα προνόμιά τους;
Αλλά οι κάτοικοι της Κερατέας δεν ήρθαν μόνο αντιμέτωποι με τη «δουλειά» της αστυνομίας, όπως μοιάζει να είναι για όλους όσους δεν βρίσκονται εκεί και για όλους όσους συνεχίζουν να τυποποιούν τις καθημερινές πληροφορίες μέσα από τα δίκτυα ενημέρωσης των μίντια η ρίψη δακρυγόνων, καπνογόνων, κρότου-λάμψης, ελαστικών σφαιρών και η σωματική επίθεση ή όπως ακόμη έμοιαζε και για τους ίδιους τους κατοίκους της Κερατέας πριν από λίγο καιρό, όταν έβλεπαν στις ειδήσεις τα επεισόδια του Δεκέμβρη (2008) ή τις συμπλοκές στις μεγάλες διαδηλώσεις που ακολούθησαν έκτοτε.
«Βλέπαμε στην τηλεόραση τα επεισόδια που γίνονταν στην Αθήνα και λέγαμε τι πράγματα είναι αυτά και λέγαμε πως ναι, η αστυνομία κάνει τη δουλειά της. Τώρα καταλάβαμε για τα καλά ποια δουλειά ήταν αυτή. Τώρα καταλαβαίνουμε τι συνέβαινε».
Είδαν, επίσης, τα ματ να ψεκάζουν με χημικά τα ξύλα που προορίζονταν για να ανάψουν φωτιά τα βράδια στα οδοφράγματα, τα είδαν να τρυπάνε τα πλαστικά μπουκάλια με το νερό που είχαν συγκεντρωθεί για τους ανθρώπους που παρέμεναν ατελείωτες ώρες στο δρόμο, βρήκαν τα αυτοκίνητά τους αρχικά παραβιασμένα μέσα στα χωράφια και μετά σπασμένα, όχι για να ανοίξει ο δρόμος αλλά για να πάρουν οι κλούβες μια πιο προνομιακή θέση στον χωρικό πόλεμο της οδού Λαυρίου. Έγιναν δηλαδή αυτόπτες μάρτυρες μιας ριζικής αντιστροφής των κοινωνικών σταθερών που μέχρι τότε αναγνώριζαν ως θεμιτές, αναμενόμενες και «νόμιμες» και έτσι η βία και η καταστολή (αλλά όχι μόνο) κατάφεραν να φέρουν στην επιφάνεια αυτό που η πιο βαθιά εκμετάλλευση και αποξένωση μέχρι τώρα δεν είχε καταφέρει: ένα ρευστό συλλογικό υποκείμενο που βγήκε Χριστουγεννιάτικα στους δρόμους, άφησε την οικογενειακή εορταστική εστία κενή, έκλεισε με αγανάκτηση την τηλεόραση, έσβησε τα φώτα του Χριστουγεννιάτικου δέντρου, πήρε τα κουραμπιεδάκια και τα μελομακάρονα υπό μάλης και πήγε να ψήσει, να γλεντήσει, να πιει και να φωνάξει στο δρόμο και στα χωράφια, υπό τις μυρωδιές των καμμένων πλαστικών και των χημικών, τους ήχους των μολότοφ και των κρότου-λάμψης, επινοώντας όχι μόνο νέα κάλαντα για αυτή την καινούργια χρονιά, αλλά ταυτόχρονα χτίζοντας από μόνο του, αυθόρμητα, χωρίς καθοδήγηση, νέες κοινωνικές σχέσεις σε νέους χώρους, οικοδομώντας νέες χωρικές εμπειρίες που γεννούν νέες κοινωνικές διασυνδέσεις. Ο δρόμος ανάμεσα στο πρώτο οδόφραγμα της εισόδου της Κερατέας και στο μπλόκο των ματ, μια απόσταση που αναπροσαρμόζεται και επαναμορφοποιείται σχεδόν καθημερινά από το αποτέλεσμα της εκάστοτε βραδινής οδομαχίας, έγινε η απογευματινή βόλτα όλων των ηλικιών της κοινότητας. Έτσι ήρθε ο κόσμος τα-πάνω-κάτω, αλλά δεν ήρθε από την αστυνομία, ούτε ίσως από τη βία που αποτελεί το καθημερινό θέατρο σκιών της οδού Λαυρίου, ήρθε από το πλησίασμα των ανθρώπων μέσα σε μια νέα χωροχρονική πραγματικότητα, ρευστή, σαν κινούμενη άμμος, που καθημερινά απλώνεται στις απλές σχέσεις αλληλεγγύης και κοινωνικότητας που αναπτύσσονται πέρα και μακριά από τις γνωστές κοινωνικές νόρμες. Εδώ διαμορφώνεται μια νέα πραγματικότητα, η ανάκτηση του «δρόμου» ως διαδρομή, ως δίοδος, ως πέρασμα που φέρει τα ίχνη της κοντινής ζωντανής παρουσίας των υποκειμένων που τον περπατούν, τον βιώνουν, τον μετασχηματίζουν, τον ορίζουν ως χώρο μάχης ή γλεντιού, ενός σημείου που δείχνει μόνο μια κατεύθυνση και δεν αποτελεί οργανικά εργαλειακό κομμάτι ενός αφηρημένου συστήματος διάταξης τηλε-χώρου.
Αυτός ο αμφισβητούμενος κοινωνικός χώρος που αναπροσαρμόζεται καθημερινά με νέους όρους δημιουργώντας ροές και υβρίδια χωρικής κοινωνικότητας σε συνθήκες μετάβασης επαναφέρει στην ορατότητα το περιεχόμενο της πόλης που βρίσκεται ως υπόστρωμα αλλά και υποτάσσεται στη μορφή της πόλης, δηλαδή στους θεσμούς, στις σχέσεις εξουσίας, στα πολιτικά μορφώματα, στα μέσα επικοινωνίας τα οποία αποτελούν έκφραση ενός κυρίαρχου λόγου εξουσίας-επί. Ο αμφισβητούμενος, δηλαδή, χώρος της αρνητικής διεκδίκησης φέρει στην επιφάνεια του ορατού τις άμεσες και αδιαμεσολάβητες κοινωνικές σχέσεις των κατακερματισμένων, στον ιδιωτικό χωροχρόνο της καπιταλιστικής νεωτερικότητας, υποκειμένων και μαζί φέρει στην επιφάνεια την αντι-εξουσία του κοινωνικού πλέγματος που ήδη υπάρχει στις συγκεκριμένες κοινωνικές σχέσεις της «κάθε-μέρας». Ωστόσο, είναι σημαντικό να αναρωτηθεί κανείς, ποια είναι η ποιότητα αυτών των κοινωνικών σχέσεων, στη συγκεκριμένη περίπτωση της κοινωνίας της Κερατέας; Και αυτό είναι σημαντικό για να μπορέσουμε να αντιληφθούμε με αν και ποιον τρόπο μετασχηματίζονται και προς ποια κατεύθυνση;
Πολλοί υποψιάζονται πως η κινητοποίηση στην Κερατέα έχει ένα καθαρά τοπικιστικό χαρακτήρα και πως οι ίδιοι άνθρωποι σε μια ενδεχόμενη αντίδραση σε μια κοινωνική αδικία μακριά από την περιοχή τους θα παρέμεναν απαθείς παρατηρητές στα σπίτια τους, αμετακίνητοι στις καθημερινές δραστηριότητές τους, σχολιάζοντας χαλαρά επί του καναπέως όσα διαστρεβλωμένα αναμεταδίδουν οι τηλεοράσεις. Από την άλλη πλευρά, πολλοί επίσης σκέφτονται πως η κοινωνία της Κερατέας, μια κοινωνία που μπορεί να χαρακτηρίζουν συντηρητική ή μικροαστική, (αυτοί ή εμείς πού ζούμε;) δεν μπορεί να διατυπώσει επαναστατικές διεκδικήσεις και πως τα αιτήματά της περιορίζονται στο πλαίσιο μικροαστικών αιτημάτων που θα σταματήσουν αμέσως μόλις ικανοποιηθούν, δηλαδή δεν μπορούν εκ προοιμίου να έχουν καθολικότερο ή πιο πολιτικό χαρακτήρα ρήξης. Είναι, από μια πρώτη άποψη εμφανές, πως οι κάτοικοι της Κερατέας δεν επιθυμούν την κατάλυση του κράτους. Αντίθετα, ακόμη προσβλέπουν σ’ αυτό και το επικαλούνται, ως κράτος δικαίου, γι’ αυτό άλλωστε μεταχειρίζονται μέσα όπως είναι η προσφυγή τους στα αστικά δικαστήρια για να δικαιωθούν. Ωστόσο, αντιλαμβάνονται πλέον ξεκάθαρα την μεταστροφή από κράτος δικαίου σε ένα παράνομο κράτος προστασίας των συμφερόντων του κεφαλαίου, αντιλαμβάνονται πως έχουν απέναντί τους όχι μόνο ένα κράτος που θέλει να τους επιβάλλει τη χωματερή αλλά ένα κράτος που τους υποβιβάζει σε ανθρώπους-σκουπίδια, τους εντάσσει στο καταραμένο απόθεμα του περιθωρίου όσων δεν μπορούν–με τις πράξεις ή την ίδια την κοινωνική τους υπόσταση–να χωρέσουν στην καλοσχεδιασμένη μηχανή αναπαραγωγής της εμπορευματοποιημένης μας καθημερινότητας η οποία μετατρέπει ολόκληρες περιοχές, χώρες, υποκείμενα, σχέσεις σε μια απέραντη waste land. (Ή μάλλον το κεφάλαιο το κάνει αυτό αλλά το κράτος το βοηθά να το διεκπεραιώσει). Και αυτοί που δεν χωράνε αυξάνονται κάθε μέρα με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Ίσως σε αυτό το σημείο δεν έχει και τόσο σημασία αν οι κάτοικοι της Κερατέας έχουν συνειδητοποιήσει ή όχι ότι αυτή η αντίσταση που καθημερινά επιχειρούν ίσως δεν είναι ικανή να σταματήσει τη δημιουργία της χωματερής, να σταματήσει την ισοπεδωτική δύναμη του καπιταλισμού. Ίσως δεν έχει σημασία αν υπήρξαν ποτέ ακτιβιστές. Και δεν έχει σημασία γιατί το πιο σημαντικό είναι «η άρνησή τους να διαμορφώσουν τις δραστηριότητές τους σύμφωνα με τη συνείδηση του κεφαλαίου, η απόφαση να πάρουν έναν χώρο ή μια στιγμή στα χέρια τους και να οργανώσουν τη ζωή τους σύμφωνα με τις δικές τους αποφάσεις» και όχι η ανίχνευση της ταξικής τους συνείδησης ή όχι (αν μπορούμε πια να κάνουμε αυτή τη διάκριση). Σημασία έχει πως συμμετέχουν σε μια διαδικασία που μεταμορφώνει την καθημερινή τους πραγματικότητα.
«Αισθάνομαι απελπισμένος. Αισθάνομαι απελπισμένος για τον εαυτό μου, τη ζωή που έζησα μέχρι τώρα και το μέλλον των παιδιών μου. Δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ ότι θα φτάσω 70 χρονών και θα βρίσκομαι αντιμέτωπος εγώ με την αστυνομία να πετάω μολότοφ».
Γιατί επιμένουν; Αφού ήδη ένα μήνα δεν κατάφεραν να κάνουν το θέμα γνωστό από τα μίντια, αφού ήδη ένα μήνα που βρίσκονται στο δρόμο συνεχίζουν να δέχονται την καταστολή και το ξύλο, αφού ήδη ένα μήνα τίποτε δεν άλλαξε στον τρόπο που τους αντιμετωπίζει το κράτος, η αστυνομία και η αστική δικαιοσύνη, γιατί επιμένουν; Και όχι μόνο αυτό. Πώς έφτασαν στο σημείο οι ηλικιωμένοι να μαζεύουν όλα τα άδεια μπουκάλια από το αλκοόλ που καταναλώνεται τα κρύα βράδια δίπλα στις φωτιές για να μπορέσουν τα παιδιά (πολλές φορές τα παιδιά τους) να φτιάξουν τον εξοπλισμό για τη βραδινή μάχη; Πώς έφτασαν στο σημείο οι ηλικιωμένες γυναίκες να μιλάνε για τις μολότοφ, πώς έφτασαν στο σημείο να παραμένουν όλοι απαθείς όταν σκάνε δίπλα τους τα καπνογόνα και οι κρότου-λάμψης; Πώς έφτασαν τελικά στο σημείο να κινούνται προς τα μπρος αντί να τρέχουν πίσω, να λένε «όχι» αντί να σκύβουν το κεφάλι και να δέχονται την απόφαση κάποιων άλλων πάνω τους; Πώς έφτασαν στο σημείο να βιώνουν τη βία και να εκφράζουν καθημερινά αντι-βία οι νοικοκυραίοι; Μήπως είναι τελικά αυτή μια αντίσταση που πάει πιο πέρα από τη διεκδίκηση ενός μικροαστικού αιτήματος μιας μικροαστικής κοινότητας ή κοινωνίας; Μήπως είναι τελικά όλα αυτά μια νέα ποιότητα στις διεκδικήσεις που θα μπορούσε να θεωρηθεί μια αλλαγή που επέφερε στην ίδια την ποιότητα του κοινωνικού ανταγωνισμού ο Δεκέμβρης; Κι αν το αίτημά τους είναι όντως μικροαστικό γιατί δεν επέλεξαν μια αντίστοιχη μικροαστική διεκδίκηση (βλ. διαδρόμους υπουργείων) αντί να ξεροσταλιάζουν ένα μήνα στο κρύο και να εισπνέουν κάθε μέρα τα χημικά; Μήπως αρχίζει να αποκτά ενδιαφέρον αυτή η υποκειμενοποίηση των κατοίκων σε σχέση με τη ριξηγενή στάση τους; Φαίνεται στην περίπτωση της Κερατέας πως η κραυγή της υποκειμενικότητας και της άρνησης, αυτή η άναρθρη αλλά συγκεκριμένη κραυγή του «φτάνει πια» που πάει πέρα από τις διεκδικήσεις και τα αιτήματα, ξεχειλίζει ξαφνικά από το δοχείο της αντικειμενικότητας, της θετικότητας και της εργαλειακής αφηρημένης πραγματικότητας της αστικής μας κοινωνίας, γίνεται ορατή κι έτσι υπάρχει. Εκεί η μορφή ξεπερνούσε στο περιεχόμενο, εδώ το περιεχόμενο κατακλύζει τη μορφή.
Οι νέες χωρικές εμπειρίες αντίστασης που εμφανίζονται στην Κερατέα δεν συντονίζονται σε καμία βάση επίσημης ή γνωστής μέχρι τώρα συνδικαλιστικής ή «από τα πάνω» οργάνωσης. Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν ή ξαναχτίζουν τις–κατεστραμμένες, κομματιασμένες–άμεσες κοινοτικές τους σχέσεις (όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους, έχουν μεγαλώσει μαζί, συνδέονται με δεσμούς φιλίας ή συγγένειας κι όσοι δεν γνωρίζονται γίνονται τώρα οικείοι, φίλοι, γείτονες, σύντροφοι) για να οργανώσουν μπλόκα απέναντι στις κλούβες των ματ που έρχονται να αλλάξουν βάρδια, να ανάψουν φωτιές, να εξοπλιστούν, να φτιάξουν κάθε μέρα νέα οδοφράγματα, να χτίσουν πρόχειρα καταλύματα, να μην αφήσουν ούτε για μια στιγμή κενό, αδιεκδίκητο το χώρο. Βρίσκονται οι ίδιοι εκεί, τώρα, για όλους αυτούς, οργανώνοντας την κοινωνική τους καθημερινότητα γύρω από τα οδοφράγματα, χρησιμοποιώντας κοινωνικούς πόρους (φράσσουν το δρόμο με τα απορριμματοφόρα ή άλλα αυτοκίνητα του δήμου ή αλλοιώνουν το φωτιστικό πεδίο της βραδινής μάχης σβήνοντας τα κοινοτικά φώτα και αφήνοντας ορατό μόνο το χώρο όπου βρίσκεται το μπλόκο των αστυνομικών δυνάμεων), συλλογικοποιώντας με κάθε δυνατό τρόπο τη δράση τους. Η χωρική αποτύπωση αυτής της δράσης γεννά νέο χώρο και ο νέος χώρος γεννά ή επανιδρύει άλλου τύπου κοινωνικές σχέσεις, πέρα και μακριά από τις κοινωνικές εμπράγματες μορφές της αξίας, του χρήματος, του εμπορεύματος. Η χωρική μετατόπιση της κοινωνικότητας επανασυνδέει το χώρο με τις συνθήκες του, δηλαδή τον ενώνει με το κοινωνικό του περιεχόμενο, με τα υποκείμενα που τον βιώνουν όχι ως αλλότριο κομμάτι της εμπορευματικής λογικής της αγοράς αλλά ως «τόπο» δικό τους. Επαναεδαφικοποιεί το κοινό.
Κανείς δεν μπορεί να ξέρει πού θα καταλήξει αυτή η «υπερχείλιση» της ανθρώπινης ενέργειας στην Κερατέα. Όπως κανείς δεν μπορεί να ξέρει πού θα καταλήξει η υπερχείλιση της ανθρώπινης ενέργειας στο πάρκο Ναυαρίνου στα Εξάρχεια, που διαμορφώθηκε μέσα από τη συρροή της ανθρώπινης δραστηριότητας εκατοντάδων ανθρώπων άγνωστων μεταξύ τους οι οποίοι, μέσα σε συνθήκες φιλίας και συντροφικότητας, έσκαψαν, φύτεψαν, έχτισαν, κουβάλησαν, σχεδίασαν, απελευθέρωσαν ένα χώρο κοινοτικό, που δεν έχει πάρει οριστική μορφή και μακάρι να μην πάρει ποτέ μια οριστική μορφή, κανένα «τέλος», αλλά να παραμείνει μια διαδικασία, μια κίνηση που αποτυπώνει χωροχρονικά την άρνηση στην άρνησή μας από ένα απάνθρωπο σύστημα.
Και κανένα τέτοιο κείμενο δεν μπορεί να πει κάποια «αλήθεια» που δεν ακούγεται, ούτε και να σταθεί στο πλευρό κανενός «αδικημένου», ούτε να αντικειμενικοποιήσει ή να μελετήσει κανένα φαινόμενο. Παραμένει στο ατελές επίπεδο της κραυγής που ενώνεται με όλες όσες ακούγονται, ακόμη πιο δυνατά τελευταία, στην Κερατέα, στα Εξάρχεια, στα διόδια, στα μέσα μεταφοράς, σε όλους τους κοινωνικούς χώρους ή τις προσωπικές στιγμές που θέλουν να πουν ή λένε «όχι» στο εργαλειακό, ομογενοποιημένο, εκχρηματισμένο και κατακερματισμένο παρόν του καπιταλιστικού habitus· μιας κραυγής (όχι απελπισίας και ήττας, παθητικότητας, μοιρολατρίας και ιδεοληψίας) ελπίδας, άρνησης και αντιεξουσίας που συνηχεί παντού σε όλον τον κόσμο μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερο.

Κατερινα Νασιοκα/Πουέμπλα, 1-2011


Αναρτήθηκε από antixytax στις 8:29 π.μ. 0 σχόλια Αποστολή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου BlogThis! Μοιραστείτε το στο Twitter Κοινή χρήση στο Facebook Μοιραστείτε το στο Google Buzz
Ετικέτες ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, ΕΥΡΩΖΑΠΑΤΙΣΤΑΣ, ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΝΑΣΙΟΚΑ
Παλαιότερες αναρτήσεις Αρχική σελίδα
Εγγραφή σε: Αναρτήσεις (Atom)

Παρασκευή 28 Ιανουαρίου 2011

Σε πλήρη εξέλιξη η εφαρμογή του «δόγματος του σοκ» στην Ελλάδα ,του ΜΑΝΟΛΗ Γ. ΔΡΕΤΤΑΚΗ*

Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011
Σε πλήρη εξέλιξη η εφαρμογή του «δόγματος του σοκ» στην Ελλάδα

Πηγή: Ελευθεροτυπία
Του ΜΑΝΟΛΗ Γ. ΔΡΕΤΤΑΚΗ*

Κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες στη χώρα μας η μετάφραση του βιβλίου της Καναδής δημοσιογράφου Naomi Klein με τίτλο «Το Δόγμα του Σοκ» (τίτλος στα αγγλικά The Shock Doctrine), που εκδόθηκε το 2007 και στο οποίο γίνεται ανάλυση και εκτεταμένη περιγραφή της εφαρμογής των θεωριών της Σχολής του Σικάγου, ιδρυτής της οποίας ήταν ο, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο αυτό, Milton Friedman.
Το «δόγμα του σοκ» είναι είτε η επιβολή από δικτατορικά καθεστώτα είτε η εφαρμογή από δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις του τρίπτυχου: «ιδιωτικοποιήσεις, κρατική απορρύθμιση/ελεύθερο εμπόριο και δραστικές περικοπές στις κρατικές δαπάνες». Προϋπόθεση για να εφαρμοστεί το δόγμα αυτό είναι να υπάρξει μια κρίση που μπορεί να οφείλεται είτε σε πολέμους, εμφύλιους πολέμους, είτε σε φυσικές καταστροφές είτε σε δυσεπίλυτα οικονομικά προβλήματα, όπως ο υπερπληθωρισμός ή το υπέρογκο χρέος.


Στην περίπτωση των κρατών της Λατινικής Αμερικής, αναφέρει η συγγραφέας, «η σπείρα του χρέους λειτούργησε σαν ένα γιγαντιαίο όπλο ηλεκτρικής εκκένωσης. Σε μια τέτοια κατάσταση -προσθέτει- ο Friedman ήταν πεπεισμένος ότι, όταν ξεσπάσει μια κρίση, αποτελεί ζήτημα καθοριστικής σημασίας η ακαριαία δράση. Εκτιμούσε ότι μια καινούργια κυβέρνηση έχει στη διάθεσή της 6 με 9 μήνες για να επιβάλει μείζονες αλλαγές».
Η συγγραφέας επισημαίνει ότι «η θεμελιώδης αρχή είναι απλή: οι χώρες σε κρίση (χρέους) χρειάζονται απεγνωσμένα μια επείγουσα βοήθεια... Οταν οι ιδιωτικοποιήσεις και οι πολιτικές του ελεύθερου εμπορίου προωθούνται από κοινού με τη χρηματοοικονομική διάσωση (δάνειο) σε ένα ολοκληρωμένο πακέτο, οι χώρες δεν έχουν άλλη επιλογή από το να αποδεχτούν ολόκληρο το πακέτο» και, όπως αναφέρει η ίδια, «η κρίση του χρέους, στην οποία βρέθηκαν χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Αφρικής κατά τη δεκαετία του '80, τις ανάγκασε να υποκύψουν στον εκβιασμό "Θέλετε να σώσετε τη χώρα σας; Ξεπουλήστε την"».
Από τα λίγα αυτά αποσπάσματα από το πολύ ενδιαφέρον βιβλίο τής Naomi Klein φαίνεται καθαρά ότι στη χώρα μας εφαρμόζονται πιστά οι συνταγές του «δόγματος του σοκ», συνταγές που έχει υιοθετήσει η τρόικα ακολουθώντας την πάγια πολιτική του ΔΝΤ, που δεν είναι άλλη από το «δόγμα του σοκ». Αυτή η «τεχνογνωσία» ήταν βασικός λόγος για τον οποίο η Ε.Ε. ζήτησε από το ΔΝΤ να είναι μέλος της τρόικας.
Πώς, όμως, έφτασε η Ελλάδα στο κατάντημα να γίνει χώρα Λατινικής Αμερικής στην Ευρώπη; Είναι αλήθεια ότι η σημερινή κυβέρνηση κληρονόμησε ένα τεράστιο δημόσιο χρέος, το οποίο οφειλόταν στα μεγάλα ελλείμματα όλων των κυβερνήσεων των τελευταίων 35 ετών. Ειδικότερα το έλλειμμα του 2009 ήταν ιδιαίτερα αυξημένο, εξαιτίας όχι μόνο της πολιτικής που εφάρμοζε όλα τα χρόνια η προηγούμενη κυβέρνηση, αλλά και των μέτρων που έλαβε για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της διεθνούς οικονομικής κρίσης.
Παρ' ότι η σημερινή κυβέρνηση γνώριζε το μέγεθος του δημοσιονομικού προβλήματος πριν από τις εκλογές, το επιδείνωσε μόλις ανέλαβε την εξουσία, με: παροχές, κατάργηση φορολογικών μέτρων που θα απέδιδαν έσοδα (τα οποία εφαρμόζει τώρα), μη ψήφιση φορολογικού και αναπτυξιακού νομοσχεδίου και μη άμεση λήψη σκληρών μέτρων για την πάταξη της φοροδιαφυγής, πριν από την ψήφιση του προϋπολογισμού του 2010 τον περασμένο Δεκέμβριο, και μη δανειζόμενη με χαμηλό spread τα αναγκαία ποσά τον περασμένο Ιανουάριο. Τέλος, οι αδιανόητες για έναν πρωθυπουργό και υπουργό Οικονομικών δηλώσεις περί «χρεοκοπίας της χώρας», «Τιτανικού», «χώρας σε εντατική» κ.λπ. οδήγησαν τη χώρα σε αδιέξοδο.
Υστερα απ' όλα τα παραπάνω, η κυβέρνηση, αδυνατώντας να δανειστεί από τις αγορές (μετά την εκτίναξη των spreads στα ύψη), αναγκάστηκε να υπογράψει και να «περάσει» από τη Βουλή το ταπεινωτικό για τη χώρα Μνημόνιο, για να λάβει (σε δόσεις) το δάνειο των 110 δισ. ευρώ με τοκογλυφικό επιτόκιο, και τώρα αναγκάζεται να το αναθεωρήσει προς το χειρότερο, για να εισπράξει την επόμενη δόση του δανείου αυτού.
Τα αποτελέσματα της εφαρμογής του «δόγματος του σοκ» στη χώρα μας είναι παρόμοια με εκείνα στις χώρες της Λατινικής Αμερικής όπου αυτό εφαρμόστηκε: μείωση μισθών και εισοδημάτων, αύξηση της ανεργίας, αύξηση της φτώχειας, κλείσιμο επιχειρήσεων, εντατικοποίηση (fast track) των ιδιωτικοποιήσεων κερδοφόρων δημόσιων επιχειρήσεων και ξεπούλημα «φιλέτων» δημόσιων εκτάσεων. Και ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, η ύφεση βαθαίνει και το δημόσιο χρέος αντί να μειώνεται αυξάνει.
Είναι πράγματι τραγικό μια κυβέρνηση κατ' όνομα «σοσιαλιστική» να εφαρμόζει με «θρησκευτική ευλάβεια» τις δοξασίες του υπέρμαχου του νεοφιλελευθερισμού Milton Friedman, οι οποίες βύθισαν στη φτώχεια και τη δυστυχία τις χώρες στις οποίες εφαρμόστηκαν.
* Ο Μανόλης Γ. Δρεττάκης είναι τέως: αντιπρόεδρος της Βουλής, υπουργός και καθηγητής της ΑΣΟΕΕ
Αναρτήθηκε από You Pay Your Crisis στις 7:39 μ.μ.
Ετικέτες ΑΡΘΡΑ / Δρεττάκης Μ.

Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2011

Αλληλεγγύη στους 300 μετανάστες απεργούς πείνας

Sunday, 23 January 2011 16:06


Η Αντικαπιταλιστική Αριστερή Συνεργασία για την Ανατροπή εκφράζει την αμέριστη συμπαράσταση και αλληλεγγύη της στους 300 μετανάστες απ’ όλη την Ελλάδα που θα ξεκινήσουν απεργία πείνας την Τρίτη 25 Ιανουαρίου, διεκδικώντας τη νομιμοποίηση όλων των μεταναστών χωρίς προϋποθέσεις.

Η κίνηση αυτή των μεταναστών είναι το ύστατο όπλο που έχουν για να ζήσουν με αξιοπρέπεια και με στοιχειώδη δικαιώματα. Διωγμένοι από τη φτώχεια, την ανεργία, τους πολέμους, τις δικτατορίες στις χώρες τους, συναντούν τη ρατσιστική πολιτική της κυβέρνησης που τους «υποδέχεται» με τα σχέδιά της για τον φράχτη στον Έβρο και τον νέο «αντιμεταναστευτικό» νόμο Παπουτσή. Ένα νόμο που όχι μόνο δεν προσφέρει άσυλο ή νομιμοποίηση σε όλους τους μετανάστες, αλλά αναγκάζει ακόμη και τους για πολλά χρόνια εργαζόμενους μετανάστες στη χώρα μας να… αναμένουν την «φιλεσυπλαχνία» του Υπουργού Προ.Πο. μήπως και τους παραχωρήσει παράταση της άδειας παραμονής για ένα μόλις χρόνο!

Η συνεργασία της κυβέρνησης με το ακροδεξιό ΛΑΟΣ, που ξεκίνησε με την υπερψήφιση του Μνημονίου, συνεχίζεται τώρα και στο πεδίο της «κοινωνικής πολιτικής». Για να δικαιολογήσουν την κρίση ενός γερασμένου συστήματος και τις τραγικές συνέπειες μιας αντεργατικής και αντιλαϊκής πολιτικής και να αποπροσανατολίσουν την οργή των εργαζόμενων και της νεολαίας θέλουν να μετατρέψουν τους μετανάστες σε «αποδιοπομπαίους τράγους».

Ο αγώνας αυτών των μεταναστών έρχεται να προστεθεί στον αγώνα που δίνουν Αφγανοί, Ιρανοί και Παλαιστίνιοι πρόσφυγες που διεκδικούν πολιτικό άσυλο. Έρχεται να προστεθεί στην πάλη του συνόλου του εργατικού και λαϊκού κινήματος για την ανατροπή του Μνημονίου, την απομάκρυνση της Τρόικα και την απόκρουση της ρατσιστικής ακροδεξιάς δημαγωγίας. Οι 300 μετανάστες ζητούν το αυτονόητο δικαίωμά τους να μην θεωρούνται «λαθραίοι». Όπως οι ίδιοι λένε, ζητάνε «από τους Έλληνες συναδέλφους εργαζομένους, από κάθε άνθρωπο που τώρα υποφέρει κι αυτός από την εκμετάλλευση του ιδρώτα του, να σταθεί δίπλα τους». Η ενότητα της πάλης ντόπιων και μεταναστών εργατών, η αλληλεγγύη και η έμπρακτη υποστήριξη του αγώνα τους είναι ο δρόμος για τη νικηφόρα έκβαση αυτή της μάχης.



- ΟΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΑΠΕΡΓΟΙ ΠΕΙΝΑΣ ΘΑ ΝΙΚΗΣΟΥΝ! - ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ

- ΚΑΝΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΛΑΘΡΑΙΟΣ- ΙΣΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΕΡΓΑΤΕΣ



Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα σταθεί στο πλευρό των απεργών πείνας με κάθε δυνατό τρόπο. Καλούμε όλα τα μέλη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, κάθε δημοκρατικό πολίτη και όλο το λαό να περάσουν από τη Νομική Σχολή της Αθήνας για να εκδηλώσουν με έμπρακτο τρόπο την αλληλεγγύη τους.

Last Updated on Sunday, 23 January 2011 16:14

Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2011

Κυβέρνηση Γιώργου …Τσολάκογλου του Γ.Δελαστίκ

Posted by defactogr στο Ιανουαρίου 19, 2011



Citypress-gr.blog

Εφριξε όλη η Ελλάδα διαβάζοντας το τηλεγράφημα – αναφορά του τέως πρεσβευτή των ΗΠΑ στην Αθήνα Ντάνιελ Σπέκχαρντ για συνάντηση που είχε στις 22 Ιανουαρίου του 2010 με τον τότε υπουργό Δημόσιας Τάξης Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, το οποίο αποκαλύφθηκε από τα έγγραφα που δημοσιοποίησε στο διαδίκτυο η WikiLeaks. Η απίστευτη δουλοφροσύνη με την οποία δίνει αναφορά στον αμερικανό πρέσβη ο έλληνας υπουργός επιβεβαιώνει με τον πιο εφιαλτικό τρόπο αυτά που πιστεύει η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων για τη φύση της κυβέρνησης Παπανδρέου.
Ένα αποπνικτικό κλίμα εθελόδουλης αμερικανοκρατίας αναδύεται, τόσο αηδιαστικό που η χώρα μας δεν το έχει ξαναζήσει από τη δεκαετία του 1950. Ο Σπέκχαρντ ανακοινώνει στον Μ. Χρυσοχοΐδη ότι έχει ήδη κάνει απευθείας ο ίδιος πρόταση στον αρχηγό της ΕΛΑΣ για τη συγκρότηση …
κοινής αντιτρομοκρατικής ομάδας υπουργείου και αμερικανικής πρεσβείας!
Ο Μ. Χρυσοχοΐδης, αντί να θιγεί έστω και τυπικά επειδή ένας ξένος πρεσβευτής συναντά τους υφισταμένους του και τους υπαγορεύει γραμμή κατά το τηλεγράφημα, «εξέφρασε πλήρη υποστήριξη στην πρόταση του πρεσβευτή»!
Διαβεβαίωσε ότι «θα καλέσει στο εγγύς μέλλον την πρεσβεία για να αρχίσει η υλοποίηση της ιδέας», αλλά δεν σταμάτησε εκεί. «Δήλωσε με ρωμαλέο τρόπο ότι ήθελε εξαιρετική συνεργασία με τις ΗΠΑ και ότι το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη δεν ήθελε να έχει οποιαδήποτε μυστικά από την αμερικανική πλευρά», όπως αναφέρει το τηλεγράφημα του Σπέκχαρντ! Με μια πρωτοφανή κίνηση, η οποία πιθανότατα του στοίχισε και τη θέση του υπουργού Ασφαλείας, ο Μ. Χρυσοχοΐδης δηλώνει στον αμερικανό πρέσβη ότι «η ΕΥΠ είναι ένα τίποτα», ότι «στην πραγματικότητα είναι επικίνδυνη για την εθνική ασφάλεια (!)» και ότι προτίθεται «να την κατεδαφίσει και να την ξαναχτίσει» μέσω νομοσχεδίου που ετοίμαζε. Αγνοούμε αν πρόλαβε να φτιάξει το νόμο που υποσχέθηκε στον αμερικανό πρεσβευτή πριν φύγει άρον άρον από το υπουργείο… Το ζήτημα δεν είναι η αμερικανοδουλεία του Μ. Χρυσοχοΐδη, του οποίου οι πρωθυπουργικές βλέψεις δέχτηκαν μοιραίο πλήγμα από τη διαρροή όσων είπε στον Σπέκχαρντ. Αυτό μας είναι αδιάφορο. Αφορά κυρίως το ΠΑΣΟΚ. Το ζήτημα για μας και ολόκληρο τον ελληνικό λαό είναι ότι ολόκληρη η κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου στελεχώνεται από υπουργούς παρόμοιας φύσης με εκείνη του Μ. Χρυσοχοΐδη, πράγμα που κάνει εξαιρετικά πιεστική την ανάγκη της άμεσης απομάκρυνσής της από την εξουσία. Όσο γρηγορότερα τους διώξουμε, τόσο μικρότερη ζημιά θα προλάβουν να κάνουν σε όλους τους τομείς. Το παρήγορο είναι ότι η βαθύτατα αντιλαϊκή πολιτική της κυβέρνησης Παπανδρέου υποχρεώνει ολοένα και περισσότερους οπαδούς του ΠΑΣΟΚ να αποστασιοποιούνται από αυτήν. Έστω και σε φραστικό επίπεδο, αυτό υποχρεώθηκε να κάνει ακόμη και η ηγεσία της… ΠΑΣΚΕ! Και δεν μιλάμε για κάποια αριστερή φράξια, αλλά για τη δεξιά, καθεστωτική κυρίαρχη τάση της συνδικαλιστικής παράταξης του κυβερνώντος κόμματος με επικεφαλής τον… πρόεδρο της ΓΣΕΕ Γιάννη Παναγόπουλο και δεκάδες μέλη της διοίκησης της ΓΣΕΕ, προέδρους των μεγαλύτερων εργατικών κέντρων της χώρας και των μεγαλύτερων κλαδικών συνδικάτων, ιδίως των ΔΕΚΟ. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι κορυφαίοι συνδικαλιστές της ΠΑΣΚΕ προσπαθούν με τη διακήρυξη που έβγαλαν να συγκρατήσουν την οργισμένη κατά της κυβέρνησης βάση της ΠΑΣΚΕ. Επιδιώκουν επίσης να εναρμονιστούν φραστικά με τις διαθέσεις των εργαζόμενων ώστε να μπορούν κάπως να κυκλοφορούν στους δρόμους χωρίς να τους δέρνουν, ενώ ο Γ. Παναγόπουλος με την κίνηση αυτή προχωρεί σε επίδειξη ισχύος απέναντι στο Μαξίμου που είχε θέσει σε κίνηση «πληροφορίες» περί καθαίρεσής του από τη θέση του προέδρου της ΓΣΕΕ, επειδή ο πρωθυπουργός και το περιβάλλον του τον θεωρούν πλέον «καμένο χαρτί» και θέλουν να τον πετάξουν σαν «στυμμένη λεμονόκουπα». Με δεδομένες τις προθέσεις των καθεστωτικών στελεχών της ΠΑΣΚΕ, στη διακήρυξή τους λένε πράγματα που οπωσδήποτε κάνουν ζημιά στην κυβέρνηση Παπανδρέου και συρρικνώνουν δραστικά την εργατική της βάση. «Η κατ’ εφαρμογήν του Μνημονίου ασκούμενη οικονομική και κοινωνική πολιτική δεν έχει καμία σχέση με τις αρχές, τις ιδέες και τις αξίες του ΠΑΣΟΚ» καταγγέλλουν. «Οι έχοντες και κατέχοντες εξακολουθούν να πίνουν στην υγεία των κορόιδων» προσθέτουν, χαρακτηρίζοντας «ηθικά αντισοσιαλιστική πολιτική να επιχειρείται η διάσπαση των εργαζομένων σπέρνοντας το ζιζάνιο του “κοινωνικού αυτοματισμού” – δηλαδή να στρέφεται ο ένας εναντίον του άλλου», όπως κάνει η κυβέρνηση Παπανδρέου. Γελοιοποιούν επίσης τις υποκριτικές δηλώσεις υπουργών ότι δήθεν «κάνουν αγώνα για να βελτιώσουν τους όρους του Μνημονίου». «Είναι αδιανόητο κάθε επικαιροποίηση του Μνημονίου (…) να φέρει πιο επαχθή, πιο αντικοινωνικά και πιο άδικα μέτρα. Αλήθεια, τι είδους διαπραγμάτευση είναι αυτή που φέρνει τη χώρα και τους Έλληνες σε δυσχερέστερη θέση;» αναφέρει σαρκαστικά η διακήρυξη της ΠΑΣΚΕ, καταγγέλλοντας εμμέσως ότι «οι διαπραγματευόμενοι σε κάποια ζητήματα υπερακόντισαν και τις απαιτήσεις της τρόικας» επειδή πιστεύουν ότι αυτή είναι η σωστή πολιτική. Αν λέει τέτοια πράγματα ακόμη και η ΠΑΣΚΕ, λίγα είναι τα ψωμιά της κυβέρνησης Παπανδρέου…

Γ.Δελάστικ- ΠΡΙΝ

Στάθης Κουβελάκης: Αν η Αριστερά δεν παίξει το ρόλο της τώρα, γιατί υπάρχει;

Τετάρτη, 19 Ιανουαρίου 2011





ΠΗΓΗ: ΔΡΟΜΟΣ
του Στάθη Κουβελάκη


Μετά τη γενική απεργία της 15/12, επισημαίνει ο Στ. Κουβελάκης, μπαίνουμε σε ένα νέο κύκλο ανάκαμψης των κοινωνικών κινημάτων, που θα θέσει ακόμη πιο πιεστικά τα θέματα της στρατηγικής των αγώνων και της προγραμματικής πολιτικής πρότασης. Ζητούμενο είναι να κλείσει το χάσμα ανάμεσα στο κοινωνικό και το πολιτικό, να μην αφεθούν τα κινήματα που αναπτύσσονται στην κοινωνία στην τύχη τους. Για να καλυφθεί αυτό το χάσμα, θεωρεί αναγκαίες τρεις προϋποθέσεις. Να χαραχτεί στρατηγική κλιμάκωσης των αγώνων που πρέπει να κατευθυνθούν στο πιο αδύναμο σημείο του αντιπάλου. Να δημιουργηθούν μετωπικά σχήματα και συμμαχίες που να ξεπερνούν την παραδοσιακή βάση των δυνάμεων της Αριστεράς και του εργατικού κινήματος. Και να γίνει η επεξεργασία εναλλακτικής πρότασης, προγραμματικού χαρακτήρα, που θα τοποθετείται στα κεντρικά επίδικα της συγκυρίας (χρέος, ευρώ) και θα αμφισβητεί τα κομβικά σημεία της ηγεμονίας του αντιπάλου, αρχίζοντας από την Ε.Ε. και το όλο καθεστώς έκτακτης ανάγκης, περιορισμένης εθνικής κυριαρχίας και κατάλυσης ακόμη και βασικών πλευρών του κοινοβουλευτισμού που έχει επιβληθεί με τους δήθεν «μηχανισμούς στήριξης».
Το 2010 ήταν μια κρίσιμη χρονιά για την Ελλάδα, σε όλους τους τομείς. Ποια θεωρείς ως τα βασικότερα συμπεράσματα από πολιτική και κοινωνική άποψη, εξετάζοντας τα όσα έγιναν το 2010.
Τη χρονιά που πέρασε η Ελλάδα μπήκε σε μια νέα εποχή, που ακούει στα ονόματα «Μνημόνιο» και «Τρόικα». Ας το ξεκαθαρίσουμε ευθύς εξαρχής: Δεν πρόκειται για μια συνηθισμένη επιθετική πολιτική του κεφαλαίου, αλλά για μια βίαιη ανατροπή των βασικών κοινωνικών ισορροπιών, του ίδιου του πλαισίου εντός του οποίου διεξάγονται οι πολιτικές και κοινωνικές συγκρούσεις. Είναι μια συνολική τομή που δεν θα αφήσει τίποτε άθικτο, από το πολιτικό σύστημα μέχρι και την πιο απλή καθημερινότητα.
Σ’ αυτή, λοιπόν, τη συγκυρία, αντιμέτωπη με τη χρεοκοπία του μοντέλου ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού, η άρχουσα τάξη, διαμέσου του δουλικού της υπηρέτη, δηλαδή της κυβέρνησης ΓΑΠ, άρχισε έναν «πόλεμο κινήσεων» με τον οποίο καταστρέφει τις κοινωνικές κατακτήσεις ενός αιώνα και παραδίδει μέρος της εθνικής της κυριαρχίας στην Τρόικα. Στο διάστημα που πέρασε κατάφερε να διατηρήσει διαρκώς την πρωτοβουλία των κινήσεων, ποντάροντας στα αισθήματα φόβου και δέους που προκάλεσε το τραυματικό σοκ της κρίσης και της δικής της επίθεσης. Κυρίως, όμως, βασίστηκε στις αδυναμίες των αντιπάλων της. Δηλαδή, στο γεγονός πως οι δυνάμεις της Αριστεράς και της μισθωτής εργασίας αποδείχτηκαν παντελώς απροετοίμαστες να αντιμετωπίσουν τη νέα κατάσταση.
Είχαμε, βέβαια, σημαντικές κινητοποιήσεις, με καινούργια, σε στιγμές έως εξεγερσιακά, χαρακτηριστικά, με αποκορύφωμα την 5η του Μάη. Κατόπιν, λόγω στρατηγικής ανεπάρκειας και υπό το βάρος των νεκρών της Μαρφίν, μπήκαμε σε μια φάση υποχώρησης. Παρ’ όλα αυτά, στο τέλος του χρόνου, είχαμε σαφή σημάδια ανάκαμψης, με την απεργία της 15 Δεκέμβρη και διάφορες άλλες κινητοποιήσεις (Κίνημα των Διοδίων, Κερατέα κ.ά.). Βρισκόμαστε, λοιπόν, στην αρχή ενός νέου κύκλου που θα θέσει ακόμη πιο πιεστικά τα θέματα της στρατηγικής και της προγραμματικής πολιτικής πρότασης.


Έχεις αναφερθεί, μιλώντας γενικότερα, σε μια «αφωνία της Αριστεράς». Πώς μπορεί να ερμηνευτεί η τεράστια υστέρηση της Αριστεράς απέναντι στην κρίση και τις ευκαιρίες που δόθηκαν ή δίνονται στην Ελλάδα.
Η Αριστερά δεν είδε ούτε τη σοβαρότητα ούτε την ειδική μορφή που πήρε η κρίση. Αρκέστηκε σε γενικολογίες για την κρίση του καπιταλισμού, χωρίς να αναλύσει συγκεκριμένα τη μετασχηματισμό της κρίσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε κρίση της παραγωγής και κατόπιν σε δημοσιονομική κρίση. Δεν αντιλήφθηκε ότι η απάντηση του αντιπάλου ισοδυναμούσε με πραγματικό τσουνάμι, που δεν θα άφηνε τίποτε όρθιο, αρχίζοντας από τη ρουτίνα της δικής της πολιτικής παρέμβασης.
Όλα αυτά δεν είναι ιστορικά καινοφανή: Σε κάθε μεγάλη κρίση του καπιταλισμού είχαμε μια μεγάλη θεωρητική και στρατηγική κρίση του εργατικού κινήματος. Στη μεγάλη κρίση του 1929, με την οποία συχνά συγκρίνεται η σημερινή, είχαμε την άνοδο του φασισμού, που σήμανε τη συντριβή πανίσχυρων κομμάτων και εργατικών οργανώσεων. Και μόνο μια επιφανειακή αναφορά στα γραπτά εκείνης της περιόδου του Γκράμσι ή του Τρότσκι αρκεί για να μας πείσει ότι οι μεγάλοι μαρξιστές της εποχής χρειάστηκε να καταβάλουν μια σχεδόν απέλπιδα προσπάθεια κατανόησης των νέων δεδομένων και των λόγων αυτής της ήττας. Πέρασαν, εξάλλου, αρκετά χρόνια μέχρι να μπορέσουν, με τα λαϊκά μέτωπα και την ένοπλη αντιφασιστική αντίσταση, οι οργανώσεις της Αριστεράς να αρθρώσουν κάποιες πρώτες πρακτικού χαρακτήρα απαντήσεις.
Σήμερα, και στη γωνιά του πλανήτη που βρισκόμαστε, έχουμε να αντιμετωπίσουμε έναν πρόσθετο, και επιβαρυντικό σε ό,τι αφορά την αμηχανία της Αριστεράς, παράγοντα: το γεγονός ότι ένας υπερεθνικός οργανισμός όπως η Ε.Ε., και συγκεκριμένοι μηχανισμοί της όπως το ευρώ, παίζουν κεντρικό ρόλο στην κρίση. Όχι βέβαια γιατί την προκαλούν, η κρίση είναι συστημική και εκτείνεται πολύ πέραν της Ε.Ε. και της Ευρωζώνης, αλλά γιατί καθορίζουν τη μορφή που παίρνει. Το βασικό σημείο είναι η πόλωση που δημιουργεί η Ευρωζώνη και που θωρακίζει, σε πολιτικό επίπεδο, η Ε.Ε., ανάμεσα στις χώρες του «κέντρου», κυρίως τη Γερμανία και στις χώρες της περιφέρειας (Ελλάδα, Πορτογαλία, Ισπανία, Ιρλανδία). Για λόγους συντομίας παραπέμπω εδώ στις αναλύσεις του Κώστα Λαπαβίτσα και του RMF. Το σύμπλεγμα Ε.Ε./ευρώ παίζει, λοιπόν, κεντρικό ρόλο στην ανισότητα της έντασης της κρίσης μεταξύ χωρών του κέντρου και της περιφέρειας, αλλά δημιουργεί και τις προϋποθέσεις ώστε η έξοδος από αυτήν την κρίση να πραγματοποιηθεί με πολύ καλύτερους όρους για ορισμένους εθνικούς καπιταλισμούς (και κατ’ αρχάς για τον γερμανικό) και πολύ οδυνηρότερους για άλλους (για την Ελλάδα, την Ιρλανδία και σε λίγο τις υπόλοιπες χώρες της περιφέρειας).
Εάν τα πράγματα είναι κάπως έτσι, τότε καταλαβαίνουμε καλύτερα γιατί η Αριστερά, και όχι μόνο στην Ελλάδα, που έχει αποδεχθεί την Ε.Ε. και το ευρώ ως το δεδομένο πλαίσιο της πολιτικής της παρέμβασης και που θεωρεί ότι είναι το μοναδικό που της επιτρέπει να αποδείξει το διεθνισμό της, βρίσκεται σε απόλυτη αμηχανία σε μια συγκυρία σαν τη σημερινή. Ειδικά σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, όπου ο χώρος της ονομαζόμενης «ανανεωτικής Αριστεράς» έχει πρωτοστατήσει στην επεξεργασία της ευρωπαϊστικής ιδεολογίας, κι αυτό σε μια περίοδο όπου ήταν ευρύτατα αποδεκτό ότι η ένταξη της Ελλάδας στη λέσχη των ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών χωρών αποτελούσε αναγκαία συνθήκη τής όποιας εκδοχής κοινωνικού συμβολαίου ή, μάλλον, την πιο λογική και ασφαλή οχύρωση του πολιτικο-κοινωνικού συμβιβασμού της μεταπολίτευσης.


Τότε, όμως, πώς εξηγείς την πολιτική συμπεριφορά του Κ.Κ. Πορτογαλίας και του ΚΚΕ, που ενώ έχουν αντιευρωπαϊκές διακηρύξεις, στην πράξη δεν ανακινούν κανένα θέμα αιχμής γύρω από τέτοια θέματα;
Θα απαντούσα αρχικά παραπέμποντας στην αυθόρμητη αντίδραση ενός φίλου. Όταν του είπα πως μου έκανε εντύπωση ότι σε ένα πολύ μεγάλο συλλαλητήριο που είχε οργανώσει την άνοιξη το ΚΚΕ στην Αθήνα η Παπαρήγα δεν είχε πει λέξη για «έξοδο» ή «αποδέσμευση» από την Ε.Ε. Η απάντησή του ήταν «σιγά μη θέλει το ΚΚΕ να βγούμε από την Ε.Ε. Μέσα θέλει να είμαστε, για να μπορεί να φωνάζει». Αυτή είναι κατά τη γνώμη μου η βαθύτερη λογική που κυριαρχεί σήμερα στην Αριστερά. Και μιλώ, τώρα, για τη δική μας Αριστερά, που δεν έχει αλωθεί από τον κυβερνητισμό και τη διαχείριση του συστήματος. Μιλάμε εμφατικά για το «σοσιαλισμό», για τη «λαϊκή εξουσία», την «επανάσταση» κ.λπ., μπλεκόμαστε (στην καλύτερη περίπτωση) με υπαρκτές πρακτικές αντίστασης στο σύστημα, όχι όμως ότι πιστεύουμε σοβαρά πως θα γίνουν όλα αυτά που λέμε για το μέλλον. Ότι θα έρθουν, δηλαδή, τω όντι μπροστά στα μάτια μας τα πάνω-κάτω και ότι θα θέσουμε σοβαρά, για λογαριασμό μας και λογαριασμό των κοινωνικών δυνάμεων που πιστεύουμε πως εκφράζουμε, θέμα εξουσίας.
Η Αριστερά πρέπει να απαγκιστρωθεί από αυτήν την «υστερική θέση», σύμφωνα με την εύστοχη διατύπωση του Σλάβοϊ Ζίζεκ, αν εννοεί πράγματι να παίξει το ρόλο της σε μια τέτοια συγκυρία. Αν δεν το κάνει, γιατί να υπάρχει;
Ένα τελευταίο σχόλιο σ’ αυτό το θέμα: μπορεί μεν το ΚΚΕ να αποφεύγει να θέσει επί του πρακτέου ζητήματα όπως της Ε.Ε. και του ευρώ, που ανταποκρίνονται σε πάγιες θέσεις του, για ένα όλο και μεγαλύτερο κομμάτι του λαού εμφανίζεται όμως (μαζί με την εξωκοινοβουλευτική Αριστερά) ιστορικά δικαιωμένο στην αντίθεσή του στην Ε.Ε. Όσοι δεν το καταλαβαίνουν αυτό, δεν μπορούν και να καταλάβουν την εξέλιξη των συσχετισμών, κατ’ αρχήν σε εκλογικό επίπεδο, στην Αριστερά συγκριτικά, για να μην πάμε πολύ μακριά, με το 2007: σαφή άνοδο του ΚΚΕ, πρωτοφανή, για τα δεδομένα του χώρου και της μεταπολιτευτικής περιόδου, ενίσχυση της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, με φόντο τη συρρίκνωση και τον κατακερματισμό του ΣΥΡΙΖΑ.


Διάφοροι αστοί αναλυτές και ιδρύματα προειδοποιούν πως το 2011 θα είναι χρονιά κοινωνικών εκρήξεων στις αναπτυγμένες καπιταλιστικά χώρες. Υπάρχουν προϋποθέσεις να ξεπεραστεί η μέχρι τώρα ασύμπτωτη πορεία πολιτικού και κοινωνικού;
Δεν είναι καν ανάγκη να ανατρέξουμε σε κάποιον Καζαμία του 2011. Μια σύντομη ματιά στην περασμένη χρονιά αρκεί για να διαπιστώσουμε την κοινωνική αφύπνιση, σε μια σειρά από ευρωπαϊκές χώρες. Μετά τις κινητοποιήσεις της ελληνικής άνοιξης, είχαμε τις 24ωρες γενικές απεργίες σε Ισπανία και Πορτογαλία, τη μεγάλη σύγκρουση του φθινοπώρου για το ασφαλιστικό στη Γαλλία και τη φοιτητική εξέγερση της Ιταλίας και της Βρετανίας. Το όριο όλων αυτών των αγώνων, που βάρυνε καθοριστικά στην έκβασή τους, είναι ακριβώς αυτό που επισημαίνεις στην ερώτησή σου: ο διαχωρισμός του πολιτικού από το κοινωνικό. Τα κινήματα έχουν, ουσιαστικά, αφεθεί στην τύχη τους, να βγάλουν μόνα τους τα κάστανα από τη φωτιά.
Για να αρχίσει να καλύπτεται αυτό το χάσμα, τρία είναι κατά τη γνώμη μου τα ζητούμενα:
- Η επεξεργασία συγκεκριμένης στρατηγικής κλιμάκωσης των αγώνων και ανοίγματος καινούργιων μετώπων, στα πιο αδύνατα σημεία του αντιπάλου, έτσι ώστε να υπάρξουν κάποιες πρώτες νίκες.
- Η δημιουργία μετωπικών σχημάτων που θα συσπειρώνουν κόσμο, θα οικοδομούν συμμαχίες και θα διευρύνουν το τόξο των δυνάμεων που εμπλέκονται στους αγώνες πολύ πέρα από την έως τώρα βάση της Αριστεράς και του εργατικού κινήματος.
- Η επεξεργασία εναλλακτικής πρότασης, προγραμματικού χαρακτήρα, που θα τοποθετείται στα κεντρικά επίδικα της συγκυρίας (χρέος, ευρώ) και θα αμφισβητεί τα κομβικά σημεία της ηγεμονίας του αντιπάλου, αρχίζοντας από την Ε.Ε. και το όλο καθεστώς έκτακτης ανάγκης, περιορισμένης εθνικής κυριαρχίας και κατάλυσης ακόμη και βασικών πλευρών του κοινοβουλευτισμού που έχει επιβληθεί με τους δήθεν «μηχανισμούς στήριξης». Για να είναι αξιόπιστη, όμως, μια τέτοια πρόταση θα πρέπει να συγκροτείται γύρω από έναν αντίστοιχο πολιτικό φορέα, που σημαίνει ότι μπαίνουν επί τάπητος θέματα ανακατατάξεων και ανασυνθέσεων εντός της Ριζοσπαστικής Αριστεράς.


Για την Ελλάδα ποια είναι τα κρισιμότερα θέματα- αιχμές για το κίνημα που πρέπει να αποτελέσουν το συνεκτικό υλικό μιας νέας συγκέντρωσης δυνάμεων και κοινής δράσης της ριζοσπαστικής Αριστεράς;
Το συνεκτικό υλικό βρίσκεται κατά την άποψή μου στην ατζέντα που έχει κατατεθεί από διάφορα ρεύματα και προσωπικότητες της Ριζοσπαστικής Αριστεράς, την τελευταία περίοδο: στάση πληρωμών με στόχο την επαναδιαπραγμάτευση και παραγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, έξοδος από την Ευρωζώνη, εθνικοποίηση των τραπεζών, έλεγχος της ροής κεφαλαίων, προστασία του λαϊκού εισοδήματος και ανασυγκρότηση του οικονομικού ιστού της χώρας με δημόσιο έλεγχο. Πέρα από τα ευχολόγια της ευρωπαϊστικής ρητορείας, που υπεκφεύγουν διαρκώς στο θέμα του χρέους και της αντιμετώπισής του, δεν έχει εξάλλου διατυπωθεί, απ’ όσο τουλάχιστον γνωρίζω, και καμιά άλλη πρόταση στην ευρύτερη Αριστερά. Η ελληνική κοινωνία έχει, κατά τη γνώμη μου, να επιλέξει ανάμεσα στο Μνημόνιο (ή παραλλαγές του) και σ’ αυτήν την ατζέντα. Δεν βλέπω καμιά άλλη δυνατότητα.
Η πρόταση αυτή μπορεί να λειτουργήσει σε δύο διαφορετικά επίπεδα: μπορεί να συσπειρώσει ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, που αποδεσμεύονται από την επιρροή του δικομματισμού και περιμένουν, έστω και θολά, κάτι από την πλευρά της Αριστεράς. Διαθέτει μια γνήσια πλειοψηφική δυναμική. Μια ένδειξη μόνο: σύμφωνα με τελευταίες δημοσκοπήσεις τα ποσοστά που υποστηρίζουν τη στάση πληρωμών και την έξοδο από το ευρώ ξεπερνούν αισθητά το 20% και αυτό χωρίς τη στήριξη οποιουδήποτε κοινοβουλευτικού κόμματος.
Η πρόταση μπορεί, επίσης, να αποτελέσει τη βάση ενός ξεκαθαρίσματος μέσα στην Αριστερά, βγάζοντάς την από το σημερινό τέλμα και τις στείρες, εν τέλει, απολίτικες και αυτοκαταστροφικές διαμάχες γύρω από πρόσωπα. Μπορεί, με άλλα λόγια, να ενώσει όσες δυνάμεις βλέπουν σ’ αυτήν την ατζέντα όχι τον τελικό ορίζοντα αλλά τον πυρήνα ενός μεταβατικού προγράμματος με στόχο το σοσιαλισμό.
Σ’ αυτό το σημείο, οφείλω να γίνω πιο σαφής και συγκεκριμένος. Ξεκινώ από μια διαπίστωση: Σ’ αυτήν τη βασική ατζέντα συγκλίνουν, αυτή τη στιγμή, με επιμέρους αποχρώσεις (επομένως, βασικά, υπερβάσιμες), μια σειρά από δυνάμεις που βρίσκονται σήμερα σκόρπιες σε διάφορους χώρους ή σχήματα. Υπάρχει, βέβαια, το ΑΝΤΑΡΣΥΑ ως τέτοιο, και η σαφήνεια με την οποία υποστήριξε αυτή την ατζέντα έπαιξε, νομίζω, καθοριστικό ρόλο στην ανοδική του πορεία. Είναι, όμως, και το Αριστερό Ρεύμα του Συνασπισμού, που με τις θέσεις του στα θέματα της Ε.Ε., του χρέους και του ευρώ άλλαξε τους όρους της συζήτησης στο σύνολο της Αριστεράς.
Βλέπουμε, επίσης, να προσεγγίζουν αυτή την ατζέντα και άλλες συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ, ειδικά από την πλευρά του Μετώπου Αλληλεγγύης και Ανατροπής, όπως η ΚΟΕ, αλλά και πέρα από αυτό, όπως το Κόκκινο. Υπάρχει, επίσης, η πολύ σημαντική εμπειρία σύγκλισης στους συνδικαλιστικούς χώρους δυνάμεων που δεν ήταν συνηθισμένες να βαδίζουν μαζί, στα πλαίσια του Συντονιστικού των Πρωτοβάθμιων Σωματείων. Ας δούμε, επίσης, την απήχηση που είχαν οι πρωτοβουλίες του Αριστερού Βήματος, που δεν είναι βέβαια πολιτικός φορέας αλλά κάτι σαν εργαστήρι για τη συζήτηση μιας ριζοσπαστικής αριστερής πρότασης.
Υπάρχει, λοιπόν, η βάση για μια καινούργια αρχή. Υπάρχει, όμως, κυρίως η πίεση της κατάστασης, που δεν αφήνει πολλά περιθώρια. Χωρίς μια πολιτική πρωτοβουλία μεγάλης εμβέλειας, η Αριστερά θα αποτελέσει ένα από τα πρώτα θύματα της κρίσης.
Πιστεύω πως, παρά τα προβλέψιμα εμπόδια που παραπέμπουν στις γνωστές, εν μέρει αναπόφευκτες, οργανωτικές αγκυλώσεις, οι συνθήκες έχουν ωριμάσει για μια τέτοια κίνηση. Αυτές τις μέρες, διαρκώς μου έρχεται στο νου ο τίτλος ενός από τα κείμενα που έγραψε ο Λένιν λίγο πριν από τον Οκτώβρη: «Η επερχόμενη καταστροφή και πώς να την αποφύγουμε». Δεν ξέρω μέχρι πού μπορεί να πάει η ιστορική δυνατότητα που ενέχει η παρούσα στιγμή, αυτό για το οποίο είμαι πεπεισμένος είναι ότι, σε τελευταία ανάλυση, θα εξαρτηθεί από αυτό που θα κάνουμε εμείς. Όπως λέει και μια παλιά παροιμία των Ινδιάνων Χόπι «Εμείς είμαστε αυτοί που περιμένουμε».
Αναρτήθηκε από You Pay Your Crisis στις 9:12 π.μ.
Ετικέτες ΑΡΘΡΑ / Κουβελάκης Σ.

Κώστας Λαπαβίτσας: Για την ανασύνταξη της Αριστεράς

2011




Πηγή: ΔΡΟΜΟΣ
του Κ. Λαπαβίτσα


Η Αριστερά και η αλλαγή της ιστορικής περιόδου μετά τη δεκαετία του 1970


Η πορεία του αριστερού κινήματος στις ώριμες καπιταλιστικές χώρες έχει επηρεαστεί αρνητικά από τρεις ιστορικές εξελίξεις. Πρώτον, η οικονομική κρίση της Δύσης το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970 σηματοδότησε αλλαγή της ιστορικής περιόδου. Υπήρξε βαθμιαία υποχώρηση των εργατικών κινημάτων που άνοιξε το δρόμο για την παγκοσμιοποίηση και το νεοφιλελευθερισμό. Η πλάστιγγα έγειρε προς την πλευρά του κεφαλαίου, το οποίο επωφελήθηκε στο έπακρο μέσω χαμηλότερης φορολογίας και παγώματος του εργατικού εισοδήματος. Αντιστράφηκαν οι τάσεις της «χρυσής» μεταπολεμικής εποχής και γιγαντώθηκε ξανά η ανισότητα.


Δεύτερον, το κέντρο βάρους του παγκόσμιου παραγωγικού κεφαλαίου μετατοπίστηκε προς την Κίνα και άλλες χώρες της Ασίας. Η άνοδος του ασιατικού καπιταλισμού έφερε το τέλος των θεωριών της εξάρτησης της δεκαετίας του 1960 και 1970. Ο αυτόχθων ασιατικός καπιταλισμός, παρά τα όσα συχνά πιστεύονται, στηρίζεται στον ενεργό και διευρυμένο ρόλο του κράτους. Στην Κίνα, η καπιταλιστική ανάπτυξη ενορχηστρώνεται από το Κομμουνιστικό Κόμμα, ένα κοινωνικό δίκτυο εβδομήντα εκατομμυρίων ανθρώπων που δεν έχει τίποτα κοινό με την παράδοση του Λένιν.
Τρίτον, η κατάρρευση του Ανατολικού Μπλοκ το 1989-91 επιτάχυνε την ιδεολογική υποχώρηση του σοσιαλισμού. Τα σταλινικά καθεστώτα διαλύθηκαν χωρίς εργατική αντίδραση. Στα μάτια των πολλών ο σοσιαλισμός έχασε την αξιοπιστία του ως εναλλακτική πρόταση για την οργάνωση της κοινωνίας. Μικρή σημασία είχε ότι πλήθος αριστερών ρευμάτων από δεκαετίες είχαν καταγγείλει τον εκφυλισμό του οράματος των Μπολσεβίκων.
Οι εξελίξεις αυτές επέδρασαν στην ελληνική Αριστερά με ανισομερή τρόπο. Άργησε καταρχήν να γίνει αισθητή η αλλαγή της ιστορικής περιόδου, πράγμα όχι παράδοξο, αν αναλογιστούμε ότι η Ελλάδα ουσιαστικά αντιμετώπισε δομική κρίση συσσώρευσης για πρώτη φορά το 2009. Η πολιτική επιρροή της Αριστεράς κατά τις πρώτες δεκαετίες της Μεταπολίτευσης κάλυψε την υποχώρηση των σοσιαλιστικών ιδεών στο οικονομικό και κοινωνικό πεδίο. Όσο για την άνοδο του ασιατικού καπιταλισμού, η σημασία της δεν έχει ακόμη εκτιμηθεί επαρκώς.
Η κατάρρευση του Ανατολικού Μπλοκ, από την άλλη, είχε πολλαπλές επιδράσεις στην ελληνική Αριστερά. Εμφανίστηκε, για παράδειγμα, η άποψη ότι η κατάρρευση ήταν απόρροια αντεπανάστασης, η οποία κατέστρεψε τις ανώτερες εκείνες κοινωνίες. Η μεταθανάτια υπεράσπιση του «υπαρκτού» θεωρήθηκε ένδειξη ταξικής υγείας και ανατρεπτικής πρόθεσης. Για άλλους όμως η κατάρρευση επιβεβαίωσε όχι μόνο τις δικαιολογημένες αμφιβολίες τους για τα σοβιετικά καθεστώτα αλλά και για την ίδια την πρακτική του σοσιαλισμού τον 20ό αιώνα. Σε αυτό το υπόβαθρο γιγαντώθηκε ο ευρωπαϊσμός. Στην ακραία του μορφή μετέβαλε την Ευρώπη σε μία σχεδόν υπερβατική έννοια, το υποκατάστατο του εκλιπόντος σοσιαλιστικού ιδεώδους. Το πεδίο κοινωνικής και πολιτικής πάλης μετατοπίστηκε στη φαντασιακή αυτή Ευρώπη, πέραν των στενών εθνικών ορίων του ελληνικού κινήματος.


Η σκληρή πραγματικότητα της κρίσης
Η γιγαντιαία παγκόσμια κρίση που ξέσπασε το 2007 έφερε την ελληνική Αριστερά κατά πρόσωπο με την πραγματικότητα της τρέχουσας ιστορικής περιόδου, θέτοντας καθήκοντα που απαιτούν ανασύνταξη. Έγινε καταρχήν πασιφανές ότι η Ευρώπη δεν αποτελεί ούτε προοδευτική ολοκλήρωση ούτε προνομιακό πεδίο πάλης. Απεναντίας, η Ε.Ε. και η Ευρωζώνη είναι μηχανισμοί που υπηρετούν τα συμφέροντα του μεγάλου χρηματιστικού και βιομηχανικού κεφαλαίου σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης. Αναπαράγουν δε εγγενώς την αντίθεση κέντρου-περιφέρειας, χωρίς να υπάρχει αναβίωση της παλαιότερης διάστασης Πρώτου–Τρίτου Κόσμου. Το κυρίαρχο γερμανικό κεφάλαιο διαμορφώνει πολιτικές υπέρ των συμφερόντων του, οι οποίες αποδεικνύονται καταστροφικές για την περιφέρεια. Αναπόφευκτα η αξιοπιστία του ευρωπαϊσμού στην Ελλάδα καταρρακώθηκε, ενώ δικαιώθηκε η στάση του ΚΚΕ απέναντι στην Ε.Ε.
Έγινε όμως επίσης φανερό ότι η τρέχουσα κρίση δημιουργείται και ενδογενώς από τον ελληνικό καπιταλισμό. Πρόκειται, βέβαια, για παγκόσμια κρίση, χαρακτηριστικό φαινόμενο της χρηματιστικοποίησης του καπιταλισμού, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την παρούσα ιστορική περίοδο. Το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, στις ώριμες τουλάχιστον χώρες, διαπερνά πλέον τον παραγωγικό και κοινωνικό ιστό. Αυτός είναι και ο λόγος που η αναταραχή στην αγορά ακινήτων των ΗΠΑ μετεξελίχθηκε σε παγκόσμια οικονομική αναστάτωση. Η κρίση του χρηματιστικού κεφαλαίου έγινε κρίση του παραγωγικού κεφαλαίου, μεταμορφώθηκε σε κρίση του δημόσιου τομέα και απειλεί τώρα να ξαναγίνει κρίση των τραπεζών στην Ευρώπη και αλλού.
Στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες της περιφέρειας της Ευρωζώνης η παγκόσμια κρίση διαμεσολαβήθηκε από τους μηχανισμούς του ευρώ. Καθ’ όλη τη δεκαετία του 2000, οι περιφερειακές χώρες δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της Γερμανίας, άρα παρουσίασαν τεράστια ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών. Το αποτέλεσμα ήταν να συσσωρεύσουν γιγαντιαία χρέη, κυρίως ιδιωτικά, που ανακλούσαν υψηλή εγχώρια κατανάλωση και κερδοσκοπία σε ακίνητα, αλλά και δημόσια. Όταν ξέσπασε η παγκόσμια κρίση, τα δημόσια χρέη της περιφέρειας μεγεθύνθηκαν λόγω της ύφεσης αλλά και της διάσωσης των τραπεζών. Ως εκ τούτου, εντάθηκε ο κίνδυνος εθνικής χρεοκοπίας καθώς και χρεοκοπίας των τραπεζών του κέντρου που είχαν δανείσει στην περιφέρεια.
Για το ελληνικό κεφάλαιο οι εξελίξεις αυτές ήταν καταστροφικές. Η στρατηγική που ακολούθησε κατά την τρέχουσα ιστορική περίοδο, δηλαδή αυτή της πλήρους ενσωμάτωσης στο σκληρό πυρήνα της Ε.Ε. και της Ευρωζώνης, αποδείχτηκε παντελώς αποτυχημένη. Κατέληξε σε αποβιομηχάνιση, αδυναμία ανταγωνισμού, τεράστια συσσώρευση χρέους και απειλή χρεοκοπίας. Από θέσεως αδυναμίας η ελληνική άρχουσα τάξη αποδέχτηκε το Μνημόνιο, παρέδωσε μέρος της εθνικής της κυριαρχίας, επέβαλε σκληρότατη λιτότητα και υιοθέτησε μέτρα φιλελευθεροποίησης, τα οποία, αν περάσουν, θα καταβαραθρώσουν την εργασία για πολλά χρόνια. Παρ’ όλα αυτά, ο τεράστιος όγκος του χρέους και η οικονομική καχεξία που δημιουργεί η λιτότητα προοιωνίζονται την αποτυχία της πολιτικής του Μνημονίου. Αργά ή γρήγορα, το ελληνικό κεφάλαιο θα βρεθεί αντιμέτωπο με την αδυναμία του να συμμετέχει αυτοδύναμα στην ΟΝΕ. Θα τεθεί τότε επί τάπητος το ζήτημα της αθέτησης πληρωμών του δημόσιου χρέους, αλλά και της εξόδου από το ευρώ.


Τι μπορεί και πρέπει να κάνει η Αριστερά;
Οι πολιτικές επιπτώσεις αυτών των εξελίξεων θα είναι δραματικές, αν ληφθεί υπόψη η ήδη προχωρημένη απαξίωση του δικομματισμού. Η Ελλάδα φαίνεται να οδεύει προς νέα Μεταπολίτευση, μόνο που τώρα η κρίση δεν θα είναι πολιτική, όπως η κατάρρευση του μετεμφυλιοπολεμικού καθεστώτος, αλλά πρωτίστως οικονομική και κοινωνική. Λογικά, λοιπόν, αυτή θα έπρεπε να είναι η ώρα της Αριστεράς. Της δίνεται η ευκαιρία να αλλάξει όχι μόνο το πολιτικό σύστημα, αλλά και τις κοινωνικές σχέσεις σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Δυστυχώς όμως η Αριστερά παραδέρνει.
Στην πλευρά των ευρωπαϊστών υπάρχει κομφούζιο. Αρχικά αμφισβήθηκε η ίδια η ύπαρξη της κρίσης, για να προταθούν κατόπιν καινοφανείς θεωρίες περί πολλαπλών κρίσεων, εκ των οποίων μόνον η κρίση της εργασίας θα πρέπει να ενδιαφέρει την Αριστερά. Το πολιτικό συμπέρασμα είναι ότι χρειάζεται αντι-μνημονιακός αγώνας, που στην ουσία σημαίνει συνδικαλιστική πάλη με παράλληλη επιδίωξη πολιτικών συμμαχιών κορυφής. Υπάρχει δε ακόμα η ουτοπική προσμονή μιας «ευρωπαϊκής» λύσης που θα είναι υπέρ των εργατικών συμφερόντων.
Από πλευράς ΚΚΕ, η δικαίωση της διαχρονικής στάσης του ως προς την Ε.Ε. δεν έχει οδηγήσει σε επαρκή εκτίμηση της συγκεκριμένης μορφής της κρίσης. Πιστεύοντας ότι μένει πιστό στο μαρξισμό, έχει παραθέσει αφηρημένες αναλύσεις περί υπερσυσσώρευσης σε μια συγκυρία όπου η κερδοφορία του ελληνικού κεφαλαίου παρέμεινε υψηλή ακόμη και το 2009. Διάλεξε να κάνει πολιτικό πρόταγμά του την αποδέσμευση από την Ε.Ε. με παράλληλο χτύπημα των μονοπωλίων και επιβολή «λαϊκής εξουσίας». Παρακάμπτει έτσι τις πιο συγκεκριμένες και καυτές πλευρές της κρίσης, δηλαδή το δημόσιο χρέος και το ευρώ.
Παρ’ όλα αυτά, δεν έχει εκλείψει η δυνατότητα δημιουργίας μιας Αριστεράς που θα μπορεί να αντιμετωπίσει την κρίση ανοίγοντας παράλληλα δρόμο προς το σοσιαλισμό. Το πρώτο ζητούμενο είναι να προσδιοριστεί το στρατηγικό πεδίο πάλης, το οποίο δεν είναι ούτε η ήττα του Μνημονίου ούτε η επιβολή «λαϊκής εξουσίας», όσο επιθυμητά κι αν είναι και τα δύο. Η λογική των πραγμάτων οδηγεί προς αθέτηση πληρωμών του δημόσιου χρέους και έξοδο από το ευρώ. Το αριστερό κίνημα θα πρέπει να παλέψει για να συμβούν με όρους που θα είναι υπέρ των λαϊκών στρωμάτων, στρέφοντας έτσι την κοινωνική ισορροπία προς όφελος της εργασίας. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο σε μετωπική βάση στο πολιτικό και κοινωνικό πεδίο. Προϋποθέτει δε εκτενές πρόγραμμα οικονομικών και κοινωνικών αλλαγών, όπως δημόσια ιδιοκτησία επί των τραπεζών, αναδιανομή εισοδήματος και πλούτου υπέρ των λαϊκών στρωμάτων, έλεγχο των ροών κεφαλαίου, κοκ.
Η ανασύνταξη της Αριστεράς, εν ολίγοις, μπορεί να συμβεί μέσω μεταβατικού προγράμματος, το οποίο θα έχει μετωπική βάση και θα στοχεύει στην παύση πληρωμών και την έξοδο από το ευρώ. Ένα τέτοιο πρόγραμμα θα μπορούσε να λύσει την κρίση, επιβάλλοντας μεταρρυθμίσεις υπέρ της εργασίας, ενώ παράλληλα θα προωθούσε την πάλη για το σοσιαλισμό.
Με κανέναν τρόπο, βεβαίως, δεν θα επιδιώκει το μεταβατικό πρόγραμμα την επιβολή απομονωτισμού ή την απομίμηση του «υπαρκτού» και του «σοσιαλισμού σε μία χώρα». Απεναντίας, θα κρατήσει την Ελλάδα ανοιχτή στα παγκόσμια οικονομικά δρώμενα, θέτοντας τις βάσεις για το σοσιαλισμό της εποχής μας. Όπως εύστοχα έχει παρατηρήσει ο Στάθης Κουβελάκης, ο εργατικός διεθνισμός είναι το αντίθετο του ευρωπαϊσμού. Η αθέτηση πληρωμών με πρωτοβουλία του λαϊκού κινήματος, για παράδειγμα, απαιτεί τη δημιουργία Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου (ΕΛΕ) του δημόσιου χρέους. Από τη φύση της η ΕΛΕ θα έχει κινηματική διάσταση, που μπορεί να συνδέσει οργανικά τα εργατικά κινήματα της ευρωπαϊκής περιφέρειας και όχι μόνο. Η θεληματική έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ, από την άλλη, θα έδινε αποφασιστικό χτύπημα στην παγκοσμιοποίηση, συμβάλλοντας στην αντιστροφή της διεθνούς κυριαρχίας του κεφαλαίου.
Η κρίση έχει ξεκαθαρίσει το χαρακτήρα της τρέχουσας ιστορικής περιόδου. Δίνει την ευκαιρία στην ελληνική Αριστερά να διαμορφώσει λύση σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση, που θα ανοίγει δρόμο για τη σοσιαλιστική αλλαγή. Μπορεί έτσι να γίνει ένα μεγάλο βήμα για την ανασύνταξη του παγκόσμιου κινήματος. Η ώρα της Αριστεράς είναι τώρα, αρκεί να υπάρξει θέληση.


* Ο Κώστας Λαπαβίτσας είναι καθηγητής οικονομικών στη Σχολή Ανατολικών και Αφρικανικών Μελετών του Πανεπιστημίου του Λονδίνου.
Αναρτήθηκε από You Pay Your Crisis στις 2:59 μ.μ.
Ετικέτες ΑΡΘΡΑ / Λαπαβίτσας Κ.

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011

Τεράστιες περικοπές στις αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων μέσω του νέου μισθολογίου!

17/01/2011 - 12:47


ΑΠΟ ΤΑ ΜΕΣΑ ΤΟΥ 2011 ΞΕΚΙΝΑ Η ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΝΕΟΥ, ΜΝΗΜΟΝΙΑΚΟΥ ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΟΥ.

Στην «τελική ευθεία» φαίνεται πως έχει μπει το τροϊκανό σχέδιο «πετσοκόμματος» των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων, με όχημα το διαβόητο ενιαίο μισθολόγιο. Όπως έχει διαρρεύσει στον Τύπο, αμέσως μετά την επιστροφή του Γ. Παπακωνσταντίνου από τις Βρυξέλλες το θέμα θα τεθεί σε συνάντηση του υπουργού Οικονομικών με τον Γ. Ραγκούση.

Ο «Καλλικράτης» στο κράτος, θα φέρει αρνητικότατες ανατροπές στις αμοιβές των δημοσίων υπαλλήλων εκτός από τις εξαγγελθείσες ανατροπές στη δομή, τη διάταξη, τις διαδικασίες και το ωράριο του Δημοσίου. Από την εξίσωση προς τα κάτω που θα γίνει, αναμένεται να θιγούν εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι, οι οποίοι θα δουν τις αποδοχές τους να μειώνονται δραματικά.

Συγκεκριμένα, με βάση το κείμενο του μνημονίου, η κυβέρνηση έχει συμφωνήσει με την τρόϊκα να ψηφίσει έως τον Ιούνιο το ενιαίο μισθολόγιο. Έτσι, μετά τα μέσα του 2011, εκατοντάδες χιλιάδες δημόσιοι υπάλληλοι θα δουν τις αποδοχές τους έως και 25% μειωμένες (περαιτέρω των μειώσεων της τάξης του 25% περίπου που έχουν ήδη υποστεί). Αυτό τι σημαίνει στην πράξη; Πολύ απλά ότι επιχειρείται η διάλυση του δημόσιου τομέα, ο οποίος θα στελεχώνεται ελλιπέστατα (λόγω των απολύσεων των συμβασιούχων και του ουσιαστικού «παγώματος» των προσλήψεων) από εξαθλιωμένους οικονομικά υπαλλήλους, οι οποίοι δεν θα μπορούν, επί της ουσίας, να διεκπεραιώσουν σχεδόν τίποτα. Με αυτό τον τρόπο ανοίγει βέβαια διάπλατα η πόρτα για την ιδιωτικοποίηση των εργασιών του Δημοσίου, μέσα από την ανάθεσή τους σε εταιρείες και υπεργολάβους. Έτσι, κανένας τομέας της μισθωτής εργασίας δεν θα μπορέσει να διασώσει έστω και ένα ελάχιστο επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης, καθώς η επίθεση του κεφαλαίου ενάντια στους εργαζόμενους δεν κάνει διακρίσεις ανάμεσα σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα. Φαίνεται ξεκάθαρα λοιπόν, σε «πείσμα» της κυβερνητικής προπαγάνδας, ότι στόχος λοιπόν δεν είναι το «σπάταλο» Δημόσιο αλλά το σύνολο των μισθωτών, των μικροεπαγγελματιών, των ανέργων και των συνταξιούχων.

Το σχέδιο για το πετσόκομμα των αμοιβών στο Δημόσιο -βάσει του Μνημονίου- πρέπει να είναι έτοιμο εντός του Φεβρουαρίου του 2011. Εντός του δευτέρου τριμήνου, που θα ψηφιστεί ο νόμος για το Ενιαίο Μισθολόγιο, αναμένεται «τσουνάμι» περικοπών που θα σαρώσει ειδικά επιδόματα και πρόσθετες παροχές.

Αναμένεται να καταργηθούν εντελώς διάφορα κλαδικά και ειδικά επιδόματα που χορηγούνται σήμερα, ύψους 460 εκ. ευρώ ετησίως. Θα διατηρηθούν μόνο το οικογενειακό επίδομα, το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και το επίδομα θέσης. Παράλληλα, ειδική «μεταχείριση»θα υποστούν οι ελάχιστοι νεοεισερχόμενοι υπάλληλοι στο Δημόσιο των οποίων η αμοιβή θα εξισωθεί προς τα κάτω με την αντίστοιχη των συναδέλφων τους στον ιδιωτικό τομέα.

Με το νέο απαράδεκτο μισθολόγιο οι αμοιβές θα συνδεθούν με την «παραγωγικότητα» (!) του κάθε υπαλλήλου ή της υπηρεσίας του! Η σύνδεση αυτή θα αποτελέσει το άλλοθι της κυβέρνησης για ένα, χωρίς τέλος, «πετσόκομμα» των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων και ταυτόχρονα για την περαιτέρω ενίσχυση της ρουσφετολογικής μεταχείρισης των «ημετέρων».

Συνοψίζοντας, μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι το ενιαίο μισθολόγιο θα οδηγήσει σε τεράστια μείωση των επιδομάτων των εργαζομένων στο Δημόσιο, οδηγώντας πολλές χιλιάδες υπαλλήλων στην απόγνωση και στην εξαθλίωση! Γι’ αυτό και είναι αναγκαίος - σήμερα περισσότερο από ποτέ - ο σχηματισμός ενός ενιαίου μετώπου εργαζομένων, προκειμένου να ανατραπούν τα κυβερνητικά σχέδια διάλυσης του Δημοσίου και παράδοσής του στους πολυεθνικούς ομίλους και στους κάθε λογής «επενδυτές» της συμφοράς και της «αρπαχτής».

iskra.gr