Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

Ποιός χρειάζεται το ευρώ και την ΕΕ;


Submitted by pamav on Tue, 2011-12-13 02:01

Παναγιώτης Μαυροειδής



Όλα δείχνουν ότι οι εποχές της βεβαιότητας για την ευρωζώνη ανήκουν στο παρελθόν. Ο πανικός πλανάται στα κεφάλια των αστών, των πολιτικών ηγετών και γραφειοκρατών. Αλλά και η ανησυχία στη σκέψη του κόσμου, περισσεύει.
Ωστόσο και η Αριστερά, δεν αποδείχνεται ιδιαίτερα υποψιασμένη μπροστά σε αυτή την κρίση θανάτου της μεγαλύτερης και πιο ώριμης περιφερειακής καπιταλιστικής ολοκλήρωσης του κόσμου, με τις τόσες φιλοδοξίες. Ειδικά η λεγόμενη ‘’ευρωπαϊκή Αριστερά’’ νοιώθει να αφαιρείται το χαλί κάτω από τα πόδια τους, καθώς ο προοδευτικός μετασχηματισμός της νεοφιλελεύθερης ΕΕ σε κοιτίδα του δημοκρατικού σοσιαλισμού, αποτέλεσε και αποτελεί στρατηγική αφετηρία της. Το θεωρητικό σχήμα είναι γνωστό: Η διεθνοποίηση του καπιταλισμού είναι μια διαδικασία συγκεκριμένου βέλους, σχεδόν αδιατάρακτη και αντικειμενικά προοδευτική. Υποτίθεται πως θα σάρωνε τον εθνικισμό και τον αυταρχισμό, που σχεδόν αξιωματικά συνδέονταν με την ‘’καθυστέρηση’’ και την επιβίωση συντηρητικών λογικών στους πολιτικούς θεσμούς αλλά και στην κοινωνική ψυχολογία. Η ενωμένη Ευρώπη, αναγκαστικά σε πρώτη φάση καπιταλιστική, θα σάρωνε τις δικτατορικές τάσεις και θα χώνευε τους βαλκάνιους και άλλους σωβινισμούς στο μεγάλο κοσμοπολίτικο καζάνι της. Τι πιο φιλόξενο πεδίο για τη δράση της Αριστεράς που οραματικά ζητά την κατάργηση των συνόρων ….
Ο Λένιν ωστόσο έλεγε πως «οι Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης μέσα σε καπιταλιστικό καθεστώς, είτε είναι απραγματοποίητες, είτε είναι αντιδραστικές». Επιβεβαιώνεται διπλά. Κατ’ αρχήν στο ότι δεν μπορεί να υπάρξει ενωμένη Ευρώπη ως σκαλοπάτι προόδου και βήμα σοσιαλισμού. Αλλά και στο ότι η αβεβαιότητα ανάμεσα στο ‘’απραγματοποίητο’’ ή ‘’αντιδραστικό’’ θα είναι διαρκής και όλο και πιο εφιαλτική.
Οι τάσεις, τόσο της ανάπτυξης και ενοποίησης των αγορών, όσο και της έντασης της πολιτικής και οικονομικής ανισομετρίας, είναι φυσιολογικές για τον καπιταλισμό. Εμείς όμως δεν είμαστε ουδέτεροι παρατηρητές και ψυχροί σχολιαστές. Για τους εργαζόμενους, αναπτύσσονται πάνω στην σφαγή των βασικών δικαιωμάτων τους. Αποτελούν μόνιμη απειλή και παράγοντα υποβάθμισης της ποιότητας ζωής και της δημοκρατίας.
Οι καπιταλιστικές ολοκληρώσεις, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, αποτελούν υπερεθνικές πολιτικές και οικονομικές ενώσεις, που επιχειρούν να επιτύχουν ένα δύσκολο συνδυασμό. Από τη μια, σηματοδοτούν την ενότητα του αστικού καπιταλιστικού κόσμου απέναντι στον κόσμο της εργασίας. Δεν τα πήγαν άσχημα. Οι κοινές ευρωπαϊκές πολιτικές στις εργασιακές σχέσεις, την παιδεία, το ασφαλιστικό σύστημα, τις δημοκρατικές ελευθερίες, το περιβάλλον, σταδιακά ή/και με τομές, επέβαλλαν αλλαγές βάθους υπέρ του κεφαλαίου και σε βάρος των εργαζομένων. Από την άλλη, επιχειρούν να θέσουν σε μια κάποια ρύθμιση τον ενδο-καπιταλιστικό ανταγωνισμό, με τους όρους φυσικά της επιβολής των ηγεμονικών καπιταλιστικών δυνάμεων της Ευρώπης. Ο δρόμος αυτός είναι αναγκαίος, τόσο για την προφύλαξη από το απρόβλεπτο των κοινωνικών επαναστάσεων, όσο και για την ισχυροποίηση απέναντι σε άλλους παγκόσμιους καπιταλιστικούς πόλους (ΗΠΑ, Ιαπωνία, Κίνα κ.λ.π.). Εδώ τα πράγματα αποδείχτηκαν δύσκολα. Για την ακρίβεια άλυτα.
Αντικαπιταλιστικός αγώνας χωρίς τον πολιτικό στόχο για διάλυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν μπορεί να υπάρξει. Για κάθε χωριστή χώρα μέλος, αυτό μεταφράζεται στο στόχο της αντικαπιταλιστικής αποδέσμευσης, ως συμβολή στο διεθνιστικό καθήκον και στόχο της ανατροπής της ΕΕ. Η αποδέσμευση σηματοδοτεί το σπάσιμο του κρίκου. Το αντικαπιταλιστικό της πρόσημο, συμπυκνώνει μια πορεία έξω και ενάντια στον καπιταλισμό. Αυτό δεν σημαίνει ότι αυτά τα δύο ταυτίζονται μηχανιστικά. Ο καπιταλισμός είναι παγκόσμιο σύστημα. Δεν ανατρέπεται με την απαγκίστρωση μιας χώρας, ειδικά αν είναι μικρή, από μια περιφερειακή ολοκλήρωση του, ούτε καν με την ανατροπή της αστικής κυριαρχίας στη χώρα αυτή. Θα είναι και πάλι παρών μέσα από το καθεστώς της ανισότιμης αλληλεξάρτησης της με το διεθνές καπιταλιστικό εμπόριο, αλλά και τις διεθνείς σχέσεις γενικά που κυριαρχούνται από τον ιμπεριαλισμό. Ο δρόμος όμως έξω από την ΕΕ σηματοδοτεί μια δυναμική σύγκρουσης, που αφενός θα πυροδοτεί όξυνση της κρίσης στο οικοδόμημά της, αλλά και, αφετέρου, θα δημιουργεί προϋποθέσεις διεθνιστικής συμπαράταξης με εργαζόμενους άλλων χωρών μέσα στην ΕΕ για ανάλογη κατεύθυνση ρήξης.
Το να μιλάς σήμερα για οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα χωρίς να θέτεις θέμα ΕΕ, είναι σαν να μιλάς για αυξήσεις μισθών σε μια απεργία και να αρνείσαι να μιλήσεις για περιορισμό ή κατάργηση της καπιταλιστικής κερδοφορίας. Το να σηκώνεις τους τόνους για δημοκρατία, χωρίς να μιλάς για την ΕΕ, είναι σα να έχεις δικτατορία, να παλεύεις για ελευθερία και να μη ζητάς την ανατροπή της χούντας. Το να εξανίσταται κανείς για εθνική ταπείνωση και περιορισμό της λαϊκής κυριαρχίας, και να μη θέτει ζήτημα εξόδου από την ευρωζώνη και την ΕΕ, είναι σα να κάνει αντίσταση σε μια κατοχή και να μη ζητά να φύγει ο καταχτητής.
Οι στόχοι σήμερα για έξοδο από την ευρωζώνη και αντικαπιταλιστική αποδέσμευση από την ΕΕ προσεγγίζονται και στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες, ως αναγκαίοι για την επιβίωση των εργαζομένων και των χωρών στις οποίες ζουν, ενάντια στην προοπτική υποθήκευσή τους για δύο και τρεις γενιές στη διεθνή κεφαλαιοκρατία και τοκογλυφία.
Η πάλη ενάντια στην ΕΕ αποτελεί αναγκαίο και σημαντικό δρόμο για μια ευρεία αντικαπιταλιστική ριζοσπαστικοποίηση, που θα δίνει φτερά σε μια κοινωνική συμμαχία ανατροπής με πυρήνα τα συμφέροντα της εργαζόμενης πλειοψηφίας.
Ο φιλολογικός υπερθεματισμός υπέρ του ταξικού αντικαπιταλιστικού αγώνα, έναντι της ‘’εθνικιστικής απόκλισης’’ της πάλης κατά της ΕΕ, στον οποίο ασκούνται διάφοροι οικονομολόγοι του ΣΥΡΙΖΑ, δεν αντέχει σε σοβαρή κριτική. Η ΕΕ είναι το μεγάλο στήριγμα της ελληνικής αστικής τάξης. Ο μηχανισμός στερέωσης και επιβολής της κυριαρχίας της. Η ίδια πλούτισε από αυτή τη σύνδεση, την ώρα που φτώχυνε ο λαός και υποθηκεύτηκε ο δημόσιος πλούτος στην Ελλάδα. Η τωρινή μεγάλη αντεργατική επίθεση σχεδιάστηκε και εξελίσσεται με καθοριστικό παράγοντα την ΕΕ, με την αστική τάξη σε ρόλου εκπροσώπου και υπηρέτη ταυτόχρονα.
Η επαναστατική Αριστερά θα επιδιώξει με όλες τις δυνάμεις της να αποκτήσει σαφές προβάδισμα η πολιτική απαίτηση για έξοδο από την ευρωζώνη και την ΕΕ. Η αόριστη επίκληση της ανάγκης για ‘’ρήξη’’ ή οι υπεκφυγές και ατολμίες του τύπου ‘’το ευρώ δεν είναι θέσφατο’’, δεν αποτελούν απάντηση και ακυρώνουν την Αριστερά.
ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΟ ΕΥΡΩ, ΤΙ; Η πάλη κατά της ΕΕ και η εξουσία
ΜΥΘΟΙ ΕΥΡΩΛΑΓΝΩΝ
Τα τελευταίο καταφύγιο της μνημονιακής προπαγάνδας είναι ο τρόμος του χειρότερου. Μπορεί με το ευρώ να έχουμε πολλά προβλήματα, αλλά μήπως έξω από την ευρωζώνη και την ΕΕ έχουμε ακόμη περισσότερα; Η επιλογή της εξόδου από το ευρώ όμως, δε σημαίνει ένα άλλο νόμισμα με συνέχιση της ίδιας αντιλαϊκής πολιτικής. Αντίθετα: Η έξοδος από το ευρώ και η συνολική αποδέσμευση από την ΕΕ, καθώς και η ανατροπή των αντεργατικών και αντικοινωνικών πολιτικών για να εξασφαλιστεί μια αξιοπρεπής ζωή των εργαζομένων και μια άλλη πορεία της χώρας, είναι δύο παράλληλες αλληλοσυμπληρούμενες και αξεχώριστες επιλογές.
Ας δούμε δύο κλασσικά επιχειρήματα δηλωτικά της άθλιας προπαγάνδας ΠΑΣΟΚ – ΝΔ - ΛΑΟΣ. «Θα υπάρξει αύξηση του δημόσιου χρέους, μιας και αυτό θα είναι σε ευρώ το οποίο θα υπερτιμηθεί έναντι του νέου νομίσματος». Μα η επιλογή πρέπει να είναι η άρνηση και όχι η πληρωμή του χρέους! Αυτή είναι η απάντηση μας. Αλλά ποιος μας είπε ακόμη ότι το ευρώ δε θα υποτιμηθεί ή ότι και θα μακροημερεύσει;
‘’Θα υπάρξει πρόβλημα με βασικά εισαγόμενα προϊόντα (καύσιμα, φάρμακα κλπ), των οποίων οι τιμές θα απογειωθούν’’. Όμως, η τιμή των καυσίμων μπορεί να συγκρατηθεί με δραστική μείωση της κρατικής φορολογίας που επιβάλλεται επί της τιμής πώλησής τους. Βασικά προϊόντα μπορούν να επιδοτηθούν από το κράτος με τον ταυτόχρονο έλεγχο των τιμών. Η αντικαπιταλιστική παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας με την αξιοποίηση των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας προς όφελος της ικανοποίησης των κοινωνικών αναγκών και όχι του μέγιστου κέρδους, θα διευκολύνει τη βιομηχανική και παραγωγική αναγέννηση της οικονομίας. Θα στηρίξει τους υπάρχοντες κλάδους, θα προχωρήσει στην αναγέννηση παλαιών και θα δημιουργήσει νέους κλάδους παραγωγής. Θα αντιστρέψει τη σχέση εισαγωγών- εξαγωγών, θα μειώσει το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου συμβάλλοντας και με αυτόν τον τρόπο στη μείωση του ελλείμματος του ισοζυγίου των τρεχουσών συναλλαγών και θα δώσει τη δυνατότητα δημιουργίας συναλλαγματικών διαθεσίμων.
Μα ποιος θα τα κάνει όλα αυτά; Μπορούν να γίνουν; Είναι καθοριστικό το ερώτημα. Ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ αποκοιμίζει τους πάντες απαντώντας πως το εργαλείο θα είναι μια ‘’αριστερή προοδευτική κυβέρνηση’’ και μια ανατροπή της ‘’νεοφιλελεύθερης αρχιτεκτονικής της ΕΕ’’.
Η επαναστατική Αριστερά απαντάει πως αυτή η αντικαπιταλιστική ανατροπή και πορεία μπορεί να επιβληθεί μόνο με λαϊκή εξέγερση και νέα όργανα συγκρότησης ενός μαχόμενου και με πολιτικά χαρακτηριστικά εργατικού και λαϊκού κινήματος. Με την επαναστατική απειλή ακόμη και αστικές κυβερνήσεις, μπορεί να κινηθούν στην λήψη μέτρων όπως τα παραπάνω. Ωστόσο, η υλοποίηση προοδευτικών μέτρων, μπορεί να ολοκληρωθεί μόνο με αντικαπιταλιστική επανάσταση, αλλαγή του ταξικού κοινωνικού συσχετισμού, ήττα της αστικής τάξης και εργατική εξουσία.
Στη συλλογιστική του ΚΚΕ, την αποδέσμευση θα την πραγματοποιήσει η λαϊκή εξουσία. Η προσέγγιση αυτή είναι εντελώς σχηματική και τελικά λαθεμένη. Οι αναγκαίοι κοινωνικά πολιτικοί στόχοι όπως αυτός της αποδέσμευσης από την ΕΕ ή και της διαγραφής του χρέους, δεν θα είναι μόνο αποτέλεσμα της επανάστασης, αλλά και δρόμοι προσέγγισης της. Και αν αυτό δεν το αποδέχεται το ΚΚΕ, τότε χρωστάει μια απάντηση στο ερώτημα: Ωραία! Η ‘’λαϊκή εξουσία’’ πως θα προκύψει; Αφού ούτε η επανάσταση θεωρείται αναγκαία για αυτήν, ούτε οι αντικαπιταλιστικοί στόχοι έχουν κάποια αξία για τη ριζοσπαστικοποίηση και την άνοδο της πολιτικής αυτοπεποίθησης του λαού, αλήθεια τι άλλο μένει εκτός από την ψήφο στο ΚΚΕ;

Έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση: Επιστροφή στις σπηλιές ή μονόδρομος για την επιβίωση του λαού;

21-12-2011 - 12:54:07




Φλώρα Παπαδέδε

Στη σύγκρουση που διεξάγεται σήμερα στην ελληνική κοινωνία για το αν θα διατηρηθεί ή θα ανατραπεί το καθεστώς οικονομικής και πολιτικής κατοχής, η θέση απέναντι στο ευρώ και την ΕΕ αποτελεί κρίσιμη διαχωριστική γραμμή.

Όχι μόνο γιατί το θέτουν με αυτό τον τρόπο οι τράπεζες, η κυβέρνησή τους κι η ίδια η ΕΕ. Αλλά και γιατί η έξοδος από το ευρώ και την ΕΕ- με απόφαση του ελληνικού λαού- είναι σήμερα ο όρος για την επιβίωσή του. Αποτελεί μονόδρομο για να σωθεί η χώρα και να μπορέσει να δοθεί οποιαδήποτε φιλολαϊκή διέξοδος, πόσο μάλλον αντικαπιταλιστική.

Η μετατροπή της χώρας σε τριτοκοσμική αποικία τύπου Ταϊλάνδης, αναγγέλλεται πανηγυρικά πρώτα απ’ όλα από την ελληνική αστική τάξη, που αναγορεύει σε «βαριά βιομηχανία» τον τουρισμό, σε αναπτυξιακή προοπτική τις Ειδικές Οικονομικές Ζώνες (ΕΟΖ), το ξεπούλημα του εθνικού πλούτου και κάθε δημόσιας υποδομής, την ιδιωτικοποίηση ακόμα και του ίδιου του κράτους.

Ο μηχανισμός του χρέους και η εποπτεία του Ράιχενμπαχ, η διάσπαση της επικράτειας από τις ΕΟΖ, η ιδιωτικοποίηση των πάντων, η υφαρπαγή ως και της προσωπικής περιουσίας του λαού, δεν συνιστούν απλά ένα πρωτοφανές για τη χώρα καθεστώς λεηλασίας. Συνιστούν τη διάλυση της υλικής και εθνικής βάσης ανάπτυξης και συγκρότησής της.

Απειλούν να άρουν το πεδίο στο οποίο συγκροτήθηκαν ιστορικά οι δημοκρατικοί και κοινωνικοί αγώνες του λαού μας, το ίδιο το εργατικό κίνημα, κάθε κατάκτηση και κάθε κοινωνικό αγαθό.
Από τη Δημόσια Κοινωνική Ασφάλιση ως την Ενιαία Δημόσια Παιδεία, δηλαδή κάθε δικαίωμα που εδραίωνε τη συνείδηση της ενότητας και του κοινού συμφέροντος πρώτα απ’ όλα μέσα στην ίδια την εργατική τάξη αλλά και σε όλο το λαό. Απειλούν να άρουν το εθνικό πεδίο, εκεί που εδράζεται κάθε πραγματική διεκδίκηση για ένα καλύτερο μέλλον.

Γι’ αυτό η εργατική τάξη, το κίνημα, ολόκληρος ο ελληνικός λαός έχει μόνο ένα δρόμο. Να δώσει μια πραγματική μάχη, στο πραγματικό έδαφος της ύπαρξής του, για να γίνει νοικοκύρης κι αφέντης στον τόπο του, δηλ. για εθνική ανεξαρτησία και λαϊκή κυριαρχία. Η πάλη λοιπόν, για έξοδο από το ευρώ καθίσταται άμεση αναγκαιότητα. Η ανεξαρτησία από την ΕΕ είναι η πρώτη και βασική προϋπόθεση για την ανατροπή, για να ανοίξει ο άλλος δρόμος. Χωρίς αυτή, τα αιτήματα για άρνηση πληρωμής του χρέους, εκδίωξη του ΔΝΤ κ.ο.κ. μένουν χωρίς αντίκρισμα.

Είναι όμως αυτός ο δρόμος εφικτός;

Μήπως μας περιμένει μεγαλύτερη καταστροφή έξω από το ευρώ και την ΕΕ;Η παραμονή στο ευρώ, στην ΟΝΕ και την ΕΕ, η παλιά κι η νέα δανειακή σύμβαση, τα παλιά και νέα μνημόνια, η «νέα» ευρωπαϊκή συνθήκη του διευθυντηρίου Μέρκελ-Σαρκοζί, οδηγούν στην εξαθλίωση του λαού και με μαθηματική ακρίβεια στην ανεξέλεγκτη χρεοκοπία της χώρας. Ο λαός μας, άλλωστε, χρεοκοπεί και φτωχαίνει καθημερινά εδώ και 2 χρόνια.

Η καταστροφή κι η «επιστροφή στις σπηλιές», με τα οποία τρομοκρατεί η δοσίλογη κι εγκάθετη κυβέρνηση, δεν οφείλεται στην επιστροφή σε εθνικό νόμισμα, αλλά ακριβώς στην παραμονή στο ευρώ. Στις σπηλιές και στα παγκάκια οδηγούνται ήδη 1 εκ. άνεργοι, αλλά και 4 εκ. εργαζόμενοι με τις οικογένειές τους που έχουν είτε μια δουλειά χωρίς μέλλον, είτε ένα μέλλον χωρίς δουλειά, όπως και πάνω από το 50% της νεολαίας.

Τι έχουν να φοβηθούν οι άνεργοι, οι έφεδροι, οι κατεστραμμένοι επαγγελματίες, τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά κι εκατομμύρια εργαζόμενοι που ζουν κυριολεκτικά στο όριο από την υιοθέτηση εθνικού νομίσματος; Μη χάσουν τις καταθέσεις που δεν έχουν; Τα σπίτια –που τους τα παίρνουν τα χαράτσια; Ποιος μπορεί σήμερα να συναινεί στη συντριβή ενός ολόκληρου λαού, προκειμένου να διατηρηθεί ένα κερδοσκοπικό εργαλείο των τραπεζιτών, το ευρώ;

Πόσο μάλλον όταν πρόσφατα στη Daily Telegraph, ο ίδιος ο αρχιτέκτονάς του, ο J. Delors, αποστρέφει τα μάτια από το δημιούργημά του λέγοντας «πολύ αργά για να σωθεί το ευρώ». Όταν ακόμα μια συμφωνία «διάσωσης», αυτή της 26ης Οκτώβρη, είναι απλά ένα άχρηστο χαρτί, καθώς η κρίση βαθαίνει σε όλο και περισσότερες χώρες της ευρωζώνης. Κι όταν ούτε το νέο, ακόμα πιο αντιδραστικό Δημοσιονομικό Σύμφωνο Σταθερότητας φαίνεται να «καθησυχάζει» τις αγορές.

Είναι το δίλημμα «ευρώ ή δραχμή» αποπροσανατολιστικό;

Μόνο για όσους με τη δραχμή εννοούν το όποιο κατοχικό ευρωνόμισμα ετοιμάζονται να μας επιβάλλουν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης που φτιάχνουν για τα pi(i)gs.Η υιοθέτηση εθνικού νομίσματος είναι βασικός όρος και για την πιο στοιχειώδη άσκηση ανεξάρτητης οικονομικής πολιτικής. Χωρίς εθνικό νόμισμα δεν υπάρχουν δημοσιονομικά εργαλεία, δεν μπορεί να σταματήσει η διάλυση της αγροτικής παραγωγής κι η καθίζηση της βιομηχανικής. Δεν μπορεί να ληφθεί κανένα προστατευτικό μέτρο για την οικονομία της χώρας, καμία στήριξη στα λαϊκά εισοδήματα.

Η έξοδος από το ευρώ κι υιοθέτηση εθνικού νομίσματος μπορεί να ανοίξει έναν άλλο δρόμο στο βαθμό που συνοδεύεται από συγκεκριμένα οικονομικά και πολιτικά μέτρα, με σταθερό προσανατολισμό σε όφελος του λαού, δηλ. με ταξική στόχευση.

Και πρώτο απ’ όλα, δεν μπορεί παρά να είναι η άρνηση αναγνώρισης και πληρωμής του χρέους. Ώστε να αποδεσμευτούν οι τρομακτικοί πόροι που οδεύουν στην αποπληρωμή του και να διοχετευτούν στη στήριξη και την ανάπτυξη της χώρας σε όφελος του λαού της. Χωρίς την άρνηση πληρωμής του χρέους, το εθνικό νόμισμα θα είναι πράγματι άνευ περιεχομένου.

Η εθνικοποίηση του χρηματοπιστωτικού τομέα, ο αναπροσανατολισμός των επενδύσεων και ο αυστηρός περιορισμός στην κίνηση του κεφαλαίου είναι αναγκαίοι όροι για την ανάταξη της οικονομίας και την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών. Μπορεί να ανακτηθεί ανεξάρτητη δημοσιονομική πολιτική, όσο η Τράπεζα της Ελλάδας παραμένει ιδιωτική κι ενταγμένη στην ΕΚΤ;

Την «ανάπτυξη» που έφεραν οι απελευθερώσεις των αγορών, οι ιδιωτικοποιήσεις κι η προσέλκυση ιδιωτικών «επενδύσεων» τη ζούμε σήμερα, και θα τη βιώσουμε ακόμα χειρότερα αν επιτρέψουμε να αναπτυχθούν στη χώρα ΕΟΖ. Η τομή στο παραγωγικό μοντέλο της χώρας κι η στροφή σε άλλο δρόμο ανάπτυξης δεν μπορεί παρά να ακολουθήσει αντίθετη πορεία. Αυτή της Εθνικοποίησης των στρατηγικών τομέων της οικονομίας, της ανασυγκρότησης της αγροτικής και βιομηχανικής παραγωγής, της αξιοποίησης των φυσικών πόρων και των πλεονεκτημάτων της χώρας βασισμένες στις κρατικές επενδύσεις και τον λαϊκό-εργατικό έλεγχο.

Η στήριξη του λαϊκού εισοδήματος, η τόνωση της εσωτερικής αγοράς και η διασφάλιση των δημόσιων κοινωνικών αγαθών (Υγεία, Παιδεία, νερό, ρεύμα, μεταφορές κ.λπ.) είναι όρος, όχι απλά για την ανακούφιση των εργαζομένων, αλλά για ένα λαό με αξιοπρέπεια, παρόν και μέλλον σ’ αυτόν τον τόπο.

Μπορούν όλα αυτά ή έστω, κάτι από αυτά να πραγματοποιηθούν μέσα στην ΕΕ;
Βρίσκονται στον αντίποδα κάθε συνθήκης της, όλων των αποφάσεων και των πολιτικών της, στον ίδιο το χαρακτήρα της όπως τον βιώνουμε εδώ και 30 χρόνια. Κι αυτό είναι ανεξάρτητο απ’ το αν την θεωρεί κάποιος ιμπεριαλιστικό οργανισμό του κεφαλαίου ή του αρέσει να φαντασιώνεται πως θα μπορούσε να ‘ναι κάτι άλλο από αυτό που πραγματικά είναι. Είναι δυνατόν να βγει η χώρα κι ο λαός της από την κρίση, παραμένοντας στην ΕΕ κι εξακολουθώντας να εφαρμόζει τις πολιτικές που την οδήγησαν στο σημερινό αδιέξοδο;

Ο λαός μας ξέρει από την πείρα του ότι δεν υπάρχει αξιοπρέπεια, μέλλον κι ελπίδα στην υποτέλεια, τον εκφασισμό και τη φτώχεια. Κι ειδικά τον τελευταίο καιρό το απέδειξε στην πράξη. Και με τις μεγάλες Απεργίες και με τη στάση του στην 28η Οκτώβρη, όταν διεκδίκησε τη ζωή, τη χώρα του και την ιστορία των εργατικών και λαϊκών αγώνων του.

Οι εργαζόμενοι κι ο ελληνικός λαός δεν είναι κουτοί. Μπορεί να τους έταζαν με το ευρώ ισχυρή οικονομία κι ασφάλεια από χρεοκοπίες και να τους πίστεψαν. Όμως η κρίση, το χρέος κι η ραγδαία υποβάθμιση της ζωής τους, έφεραν γρήγορα αμφισβήτηση και προβληματισμό για την ΕΕ. Όμως, για τη δημιουργία ενός μαζικού κι αποτελεσματικού ρεύματος για έξοδο από την ΕΕ, τόσο αναγκαίου σήμερα για να επιβιώσει η χώρα κι ο λαός, δεν αρκεί απλά η ανάλυση των συνεπειών της παραμονής. Πρέπει να απαντηθεί το ερώτημα που βρίσκεται στα χείλη των περισσότερων ανθρώπων: Μπορεί να υπάρξει ζωή μετά το ευρώ και την ΕΕ; Και μπορεί αυτή να είναι καλύτερη;

Ας εξετάσουμε καταρχήν, έξω από δογματισμούς, το πιο διαδεδομένο επιχείρημα ενάντια στην έξοδο: «Αν η Ελλάδα αποχωρήσει από την ΕΕ, θα γίνει Αλβανία.»

Η πραγματικότητα είναι αμείλικτη, τουλάχιστον για όποιον θέλει να τη δει. Η έξοδος από την ΕΕ όχι μόνο δεν συνεπάγεται οικονομική απομόνωση, αλλά είναι προϋπόθεση για να βγει η Ελλάδα από το καθεστώς Αλβανίας που την έχουν καταδικάσει τουλάχιστον τα τελευταία δύο χρόνια. Ποτέ η χώρα μας δεν βρέθηκε τόσο απομονωμένη σε διεθνές επίπεδο και τόσο απογυμνωμένη από διεθνείς οικονομικές σχέσεις και διακρατικές συμφωνίες. Βρίσκεται αποκλεισμένη από κάθε δυνατότητα αναζήτησης σχέσεων με την ευρύτερη διεθνή κοινότητα λόγω ΕΕ και σε καραντίνα μέσα στην ΕΕ.

Το πειθαρχείο κι η απομόνωση δεν ξεκίνησαν σήμερα.

Χρόνια ολόκληρα οι πολιτικές της ΕΕ έστελναν τα αγροτικά προϊόντα στις χωματερές γιατί απαγορεύονταν να εξαχθούν σε τρίτες χώρες. Ξερίζωναν τις καλλιέργειες κι επιδοτούσαν τα ξεχερσώματα για να φτάσουμε σήμερα να γεμίζουν τα χωράφια με φωτοβολταϊκά, αυτά που έρχονται να κατάσχουν οι Γερμανοί «επενδυτές» του Project Helios -που τα μελλοντικά του έσοδα (15 δις €) είναι ήδη προκατασχεμένα από τους δανειστές της χώρας.

Με το ευρώ ρημάχτηκε η βιομηχανική παραγωγή που απευθύνονταν στην εσωτερική αγορά. Με τις ιδιωτικοποιήσεις που επέβαλλε η ΕΕ ξεπουλήθηκαν σημαντικότατες βιομηχανικές μονάδες σε ξένα μονοπώλια που, παρά τις παχυλές επιδοτήσεις από την τσέπη των «ελλήνων φορολογουμένων», τις οδήγησαν στο μαρασμό και στο κλείσιμο. Δεκάδες βιομηχανίες και βιοτεχνίες που απασχολούσαν χιλιάδες ανθρώπους έκλεισαν απλά και μόνο γιατί η ΔΕΗ δεν είχε πια το δικαίωμα να κάνει προγραμματικές συμφωνίες με ξένες ή εγχώριες επιχειρήσεις παρά μόνο με όσα μονοπώλια «πιστοποιούσε» η ΕΕ.

Με την πολιτική των απελευθερώσεων των αγορών, απελευθέρωσαν την ασυδοσία και τη λεηλασία του κεφαλαίου πάνω σε στρατηγικές υποδομές. Τα έσοδα του ΟΤΕ οδεύουν μέχρι τελευταίου ευρώ στο ταμείο της Deutche Telekom. O Βγενόπουλος –το σημερινό ιδιωτικό μονοπώλιο στις αερομεταφορές- επιδοτείται αδρά για να κάνει τα λιγότερα από τα μισά δρομολόγια που πραγματοποιούσε η «επάρατη» δημόσια Ολυμπιακή.

Μόνη λύση για να γλιτώσει η χώρα από το ασφυκτικό καθεστώς απομόνωσης είναι η έξοδος από τη φυλακή της ΕΕ κι η αναζήτηση νέων αμοιβαία επωφελών οικονομικών σχέσεων με όλες τις χώρες του κόσμου. Ούτε η Αργεντινή, ούτε η Ισλανδία που αρνήθηκαν αντίστοιχα δεσμά χρέους, απομονώθηκαν. Κάθε άλλο!

Μήπως όμως η Ελλάδα είναι όντως «Ψωροκώσταινα» και δεν μας μένει τίποτε άλλο από την υποταγή;

Μήπως φεύγοντας από την ΕΕ δεν θα βρίσκουμε καύσιμα και δεν θα μπορούμε να παράγουμε τίποτα;

Η χώρα μας έχει δυνατότητες και ο λαός μας μπορεί να τις αξιοποιήσει. Έχει δικά της καύσιμα. Διαθέτει μεγάλα αποθέματα λιγνίτη, γεωθερμίας, νερών και αέρα. Οι λιγνίτες όμως και το γεωθερμικό δυναμικό ξεπουλώνται σήμερα. Η ανάπτυξη Υδροηλεκτρικών απαγορεύεται από την ΕΕ εδώ και μια 10ετία. Η εκμετάλλευση του αιολικού δυναμικού αντί για περιβαλλοντική αναβάθμιση οδηγεί σε καταστροφή. Τα δάση κόβονται, οι βουνοκορφές ισοπεδώνονται και οι παραλίες καταστρέφονται για να βγάζουν οι ιδιωτικοί όμιλοι των ΑΠΕ τρελά υπερκέρδη από τις επιδοτούμενες τιμές που τους εξασφαλίζει η απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.

Αν αντί να καταναλώνεται μια μορφή ενέργειας όπως το φυσικό αέριο για να παραχθεί μια ισοδύναμη μορφή της ο ηλεκτρισμός, πετώντας κυριολεκτικά στον αέρα το 50% του σπάνιου αυτού πόρου -για να αποσβαίνει γρήγορα ο Μυτιληναίος και να κερδοσκοπεί γρηγορότερα ο Κοπελούζος- γίνονταν δημόσιες επενδύσεις για ευρύ δίκτυο φυσικού αερίου στα σπίτια και τις βιομηχανίες (που θα υποκαθιστούσε σημαντικές ανάγκες σε ηλεκτρικό ρεύμα και με απόδοση 98%), θα είχαμε και εξοικονόμηση και παραγωγική ανάπτυξη και πραγματική περιβαλλοντική προστασία.

Αν μηχανισμός για την ανάπτυξη και τη χωροθέτηση των ενεργειακών πηγών δεν ήταν η κερδοσκοπία της αγοράς, αλλά ο κεντρικός κρατικός έλεγχος και σχεδιασμός με βάση τις ανάγκες του λαού και του τόπου, όλες αυτές οι πηγές θα μπορούσαν να λειτουργήσουν οικονομικά και συμπληρωματικά κι όχι ανταγωνιστικά και καταστροφικά. Μόνο που αυτά δεν επιτρέπεται όχι να γίνουν, ούτε να διατυπωθούν όσο παραμένουμε στην ΕΕ.

Γι’ αυτό και κύριο διεθνιστικό καθήκον σήμερα είναι η διεκδίκηση της ανεξαρτησίας μας από την ΕΕ. Απελευθερώνοντας τη χώρα μας ανοίγει ο δρόμος για αλυσιδωτές αντιδράσεις που μπορούν να συμπαρασύρουν και να διευκολύνουν κι όλους τους άλλους λαούς. Ας σκεφτούμε πόσο θα όξυνε την κρίση της ΕΕ, τι θα έλεγε στους Ιρλανδούς, τους Ιταλούς, τους Πορτογάλους μια αποχώρηση από την ΕΕ με απόφαση του ελληνικού λαού. Ας βοηθήσουμε στο μερίδιο που μας αναλογεί να γκρεμιστεί αυτή η Βαστίλλη των λαών.

Την απόφαση για ρήξη και ανατροπή την παίρνουν οι εργαζόμενοι κι ο λαός. Και μόνο αυτοί μπορούν και πρέπει να την επιβάλλουν. Αυτό σημαίνει δημοκρατία και λαϊκή κυριαρχία: ο λαός που αποφασίζει συνειδητά και χαράζει συγκεκριμένα τις επιλογές του για ό,τι αφορά στη ζωή του, τον τόπο του και το μέλλον του.

Ευρωπαϊκή Ένωση-Εθνική και πολιτική κυριαρχία: η επικαιρότητα της λενινιστικής προσέγγισης

Δημήτρης Καλτσώνης

H οικονομική κρίση επιβεβαιώνει, κατά τη γνώμη μου, με τον πιο πανηγυρικό τρόπο τη λενινιστική ανάλυση για την ουσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το παρόν άρθρο θα ασχοληθεί μόνο με την πλευρά της εθνικής – πολιτικής κυριαρχίας[1].
Όπως σημείωνε ο Λένιν, “οι Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης μέσα σε καπιταλιστικό καθεστώς είτε είναι απραγματοποίητες είτε είναι αντιδραστικές”[2]. Δυο βασικούς σκοπούς διέκρινε ότι θα μπορούσε να έχει ένα τέτοιο εγχείρημα: ο ένας είναι η αντιμετώπιση από κοινού του επαναστατικού κινήματος και ο άλλος η από κοινού αναζήτηση μεγαλύτερου μεριδίου στην κατανομή των ζωνών επιρροής.
Εκμετάλλευση κρατών
Ο Μαρξ στο Κεφάλαιο είχε ήδη επισημάνει τη μεταφορά υπερκερδών και υπεραξίας από τις λιγότερο αναπτυγμένες οικονομίες στις περισσότερο ισχυρές[3]. Στην περίοδο της κρατικομονοπωλιακής βαθμίδας του καπιταλισμού παρατηρείται πιο έντονα το φαινόμενο αυτό. Έτσι ο Λένιν υποστήριξε ότι η ιμπεριαλιστική περίοδος του καπιταλισμού χαρακτηρίζεται ακριβώς από την «εκμετάλλευση ολοένα και μεγαλύτερου αριθμού μικρών ή αδύνατων εθνών από μια μικρή χούφτα πλουσιότατα ή ισχυρότατα έθνη»[4], και συγκεκριμένα από λίγες «εθνικοκρατικές ομάδες των χρηματιστών», από «μια χούφτα κράτη – τοκογλύφους»[5]. Σημείωνε επίσης ότι «ιμπεριαλισμός σημαίνει ότι το κεφάλαιο ξεπέρασε τα πλαίσια των εθνικών κρατών, σημαίνει επέκταση και επιδείνωση της εθνικής καταπίεσης πάνω σε νέα ιστορική βάση»[6]. Στο τελευταίο μάλιστα έργο του χρησιμοποιεί και πάλι τον όρο «εκμετάλλευση ορισμένων κρατών από τα άλλα»[7].
Αυτές οι σχέσεις εκμετάλλευσης και καταπίεσης διαθέτουν δυο διαλεκτικά δεμένες πλευρές. Η μια είναι η οικονομική κυριαρχία και εκμετάλλευση. Η άλλη είναι η πολιτική ανισοτιμία, η κάμψη της εθνικής – πολιτικής κυριαρχίας που είναι αντανάκλαση της οικονομικής εκμετάλλευσης αλλά και ένα αποτελεσματικό μέσο για την ένταση της εκμετάλλευσης των λαών των λιγότερο αναπτυγμένων χωρών και τη μεταφορά κοινωνικού πλούτου στις αναπτυγμένες χώρες. Αξίζει να θυμηθεί κανείς την επισήμανση του Λένιν ότι το μονοπωλιακό κεφάλαιο έχει μεγαλύτερο όφελος από μορφές εκμετάλλευσης που συνδέονται «με την απώλεια της πολιτικής ανεξαρτησίας των χωρών»[8]. Τούτο ισχύει είτε αυτή είναι καθολική, όπως στην περίπτωση των αποικιών και των κατακτημένων στρατιωτικά χωρών, είτε είναι μερική όπως στην περίπτωση της συμμετοχής σε ενώσεις και συμμαχίες όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η πραγματικότητα αναδεικνύει «ολόκληρη σειρά από μεταβατικές μορφές κρατικής εξάρτησης»[9].
Στο εσωτερικό της ΕΕ
Σχέσεις ανισοτιμίας και εκμετάλλευσης διαμορφώνονται και στο εσωτερικό της ΕΕ και όχι μόνο στις σχέσεις της με τρίτες χώρες. Ο νόμος της ανισόμετρης ανάπτυξης λειτουργεί στο εσωτερικό της ΕΕ. Οι κοινοί σκοποί των κρατών μελών της ΕΕ (από κοινού αντιμετώπιση επαναστατικού κινήματος, ισχυροποίηση διεθνούς θέσης) δεν σημαίνει ότι εξαλείφονται οι αντιθέσεις ανάμεσα στα αστικά κράτη στο εσωτερικό της, ούτε, πολύ περισσότερο, ότι εξαλείφονται ή αποδυναμώνονται οι ανισότιμες σχέσεις μεταξύ των κρατών που την απαρτίζουν.
Δεν μπορεί στην πραγματικότητα να νοηθεί ως μαρξιστική, ή αριστερή, οποιαδήποτε θέση δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός της ύπαρξης σχέσεων ανισομετρίας και της ύπαρξης σχέσεων κυριαρχίας στο εσωτερικό της ΕΕ[10]. Η ένωση ισότιμων κρατών στο πλαίσιο των καπιταλιστικών σχέσεων αποτελεί, στην καλύτερη περίπτωση, ουτοπία. Ακόμη και ανάμεσα στα ισχυρά κράτη μέλη της ΕΕ αναπτύσσονται οξύτατοι ανταγωνισμοί. Δεν αποκλείονται ακόμη και επιμέρους διαφοροποιήσεις, μυστικές συμφωνίες που παραβιάζουν τις επίσημες συνθήκες, όπως για παράδειγμα φαίνεται από τη στάση των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων στον πόλεμο στη Λιβύη[11].
Η λενινιστική ανάλυση υπογράμμιζε ότι πίσω από την τυπική ισοτιμία των κρατών υπάρχουν στην πραγματικότητα διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων που διαμορφώνουν σχέσεις πραγματικής ανισοτιμίας, εκμετάλλευσης και καταπίεσης ανάμεσα στα κράτη. Η ανάλυση αυτή ισχύει στο ακέραιο για την ΕΕ. Η καθημερινή πραγματικότητα, η καταθλιπτική κυριαρχία του γερμανογαλλικού άξονα, τόσο πριν όσο κυρίως μετά την εκδήλωση της κρίσης, παρέχει άφθονα παραδείγματα.
Σε ό,τι αφορά τη χώρα μας και τις άλλες αδύναμες χώρες, η οικονομική κρίση ανέδειξε επίσης με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο το γεγονός ότι η ένταξη της Ελλάδας στην ΕΕ ενέτεινε την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και ευρύτερα των μεσαίων στρωμάτων της κοινωνίας σε όφελος του δυτικοευρωπαϊκού μονοπωλιακού κεφαλαίου, μαζί και του ελληνικού. Ο ανταγωνισμός, ιδιαίτερα των γερμανικών και γαλλικών πολυεθνικών, για την καταλήστευση της δημόσιας περιουσίας και του δημόσιου πλούτου της χώρας μας, αναδεικνύεται ανάγλυφα από τις τρέχουσες εξελίξεις.
Το πλάσμα της “εκχώρησης” κρατικής κυριαρχίας
Η ειδική μορφή με την οποία πραγματοποιείται η οικονομική εκμετάλλευση και η απώλεια της εθνικής – πολιτικής κυριαρχίας των λαών των ασθενέστερων κρατών της ΕΕ είναι η τυπική ισοτιμία των κρατών μελών και η “εθελοντική” προσχώρησή τους στην ΕΕ.
Η εκμετάλλευση των λαών των πλέον αδύναμων οικονομιών της ΕΕ επιτυγχάνεται καταρχήν μέσα από ένα θεσμικό πλαίσιο τυπικής ισοτιμίας[12]. H αρχή της ομοφωνίας στις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου (και όχι μόνο) αποτελούσε το εχέγγυο της τήρησης της τυπικής ισοτιμίας ανάμεσα στα κράτη μέλη. Είναι περισσότερο από εύλογο ότι πίσω από αυτή την τυπική ισοτιμία το ειδικό οικονομικό, πολιτικό, στρατιωτικό βάρος κάθε κράτους είναι διαφορετικό, όχι μόνο ποσοτικά αλλά πολλές φορές και ποιοτικά. Έτσι, ακόμη και σε συνθήκες τυπικής ισοτιμίας ο ισχυρός εξασφαλίζει την επιβολή της θέλησής του. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που σημάδεψε τη νεότερη ευρωπαϊκή ιστορία είναι η επιβολή από τη Γερμανία της αναγνώρισης από την ΕΕ της ανεξαρτησίας της Κροατίας κατόπιν αφόρητων πιέσεων και εκβιασμών[13]. Ανάλογα παραδείγματα μπορούν να αντληθούν άφθονα από τη σημερινή συγκυρία, τον τρόπο διαχείρισης της κρίσης και την επιβολή των επιδιώξεων της Γερμανίας και της Γαλλίας δευτερευόντως.
Η κυρίαρχη θέση των ισχυρών κρατών εκφράστηκε στη συνέχεια και θεσμικά με την παραβίαση της τυπικής ισοτιμίας στο πλαίσιο των οργάνων της ΕΕ. Η κάμψη της ομοφωνίας και του δικαιώματος του veto αποτελούν τη νομική – θεσμική αντανάκλαση της διαδικασίας περαιτέρω ενίσχυσης του ρόλου των ισχυρών κρατών σε βάρος των λιγότερο αναπτυγμένων και των ασθενέστερων. Οι ισχύοντες, αλλά ιδίως οι υπό διαμόρφωση, θεσμοί οικονομικής επιτήρησης των ασθενέστερων οικονομικά κρατών της ΕΕ πραγματοποιούν και άλλα βήματα σε αυτή την κατεύθυνση.
Πρόκειται για πλευρά ενός γενικότερου φαινόμενου του καπιταλισμού. Σε περιόδους ασθενούς παρουσίας των λαϊκών κινημάτων αμφισβητείται μερικά η τυπική ισοτιμία (είτε των κρατών είτε των πολιτών) σε όφελος μορφών θεσμικής ανισοτιμίας.
Βέβαια, η συμμετοχή στην ΕΕ γίνεται εθελοντικά. Όμως, «είναι πέρα για πέρα δυνατό, ο ιμπεριαλισμός παράλληλα με την πολιτική του άμεσου στραγγαλισμού των μικρών εθνών, από την οποία δεν θα μπορέσει να παραιτηθεί εντελώς, να εφαρμόσει σε ορισμένες περιπτώσεις πολιτική «εθελοντικής» (δηλαδή που την προκάλεσε μόνο ο οικονομικός στραγγαλισμός) συμμαχίας με μικρά έθνη κράτη» [14].
Στην περίπτωση της Ελλάδας η απώλεια της κυριαρχίας καταγράφεται τόσο στο Σύνταγμα και στη νομοθεσία όσο και στην παραβίασή τους. Το ίδιο το άρθρο 28 του Συντάγματος και ιδίως, η ερμηνευτική δήλωση που προστέθηκε στην αναθεώρηση του 2001, αλλά πολύ περισσότερο η παραβίαση και αυτών ακόμη των συνταγματικών διατάξεων μέσω του τρόπου ψήφισης του Μνημονίου, της μη κύρωσης των αντισυνταγματικών δανειακών συμβάσεων και της πληθώρας νόμων που ψηφίστηκαν κατ’ εντολή της τρόικα αποτελούν αντανάκλαση του φαινομένου[15]. Χαρακτηριστικό επίσης παράδειγμα είναι οι αποικιοκρατικού τύπου συμβάσεις, όπως η περιβόητη σύμβαση για τα υποβρύχια που κυρώθηκε με το ν. 3885/2010, οι παλαιότερες συμβάσεις για την εκποίηση στο ξένο (πρώτιστα) και εγχώριο μονοπωλιακό κεφάλαιο των ναυπηγείων, των ΔΕΚΟ, οι λεόντειες συμβάσεις με γερμανικές και γαλλικές πολυεθνικές για το αεροδρόμιο, τη γέφυρα Ρίου – Αντιρρίου και πολλά, πολλά άλλα.
Η απώλεια μέρους έστω της κυριαρχίας, εκτός από τις οικονομικές επιπτώσεις στο λαό και στο παραγωγικό δυναμικό της χώρας, καθιστά οξύτερο το πρόβλημα της δημοκρατίας, καθιστά την αστική δημοκρατία λιγότερο ευάλωτη στις λαϊκές πιέσεις αφού η μετατόπιση αυτή ευνοεί την ακόμη μεγαλύτερη αυτονόμηση και ισχυροποίηση της εκτελεστικής εξουσίας (σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο) καθώς και των αντίστοιχων γραφειοκρατικών μηχανισμών και των αφανών κέντρων εξουσίας.
Cui bono?
Ποιος ωφελείται από την εθνική καταπίεση και την απώλεια εθνικής – πολιτικής κυριαρχίας που διακρίνει γενικά τις σχέσεις των καπιταλιστικών κρατών και, στην περίπτωση που μας ενδιαφέρει, των κρατών μελών της ΕΕ; Το έθνος στον καπιταλισμό είναι διασπασμένο σε ανταγωνιστικές τάξεις. Επομένως, οι παραπάνω συνέπειες δεν κατανέμονται σε όλες τις τάξεις του έθνους. Οι σχέσεις εκμετάλλευσης, καταπίεσης των ασθενέστερων εθνών από τα ισχυρότερα θίγουν κύρια την εργατική τάξη των πρώτων η οποία υφίσταται μια διπλή αφαίμαξη. Αγγίζει επίσης τα στρώματα των μικροϊδιοκτητών (κύρια της αγροτικής οικονομίας) τα οποία υφίστανται μια μεγαλύτερη πίεση και εκμετάλλευση, όχι μόνο από το εγχώριο μονοπωλιακό κεφάλαιο αλλά και από εκείνο των αναπτυγμένων κρατών.
Η αστική τάξη των ασθενέστερων εθνών των κρατών της ΕΕ δεν θίγεται κατά κανόνα από τη σχέση αυτή αλλά αντίθετα ευνοείται πολιτικά και οικονομικά. Η σχέση αυτή ποικίλει ανάλογα με το επίπεδο ανάπτυξης της χώρας. Πάντως γενικά οι όποιες αντιθέσεις προκύπτουν ανάμεσα σε αυτή και στην άρχουσα τάξη των ισχυρών χωρών καθίστανται αντικειμενικά δευτερεύουσες. Η βασική αντίθεση ανάμεσα στο κεφάλαιο και στην εργασία είναι εκείνη που σηματοδοτεί και χρωματίζει όλες τις άλλες. Έτσι, η διαφαινόμενη σχετική υποβάθμιση της άρχουσας τάξης της Ελλάδας σε τίποτα δε διαφοροποιεί τη συναίνεσή της στο σύνολο των μέτρων που λαμβάνονται. Για τους ίδιους λόγους η ελληνική αστική τάξη και οι βασικοί πολιτικοί της εκφραστές πρωτοστατούν στην περαιτέρω εκχώρηση πολιτικής κυριαρχίας.
Με αυτή την έννοια η ανάκτηση της εθνικής – πολιτικής κυριαρχίας την περίοδο του ιμπεριαλισμού δεν μπορεί να γίνει υπόθεση της αστικής τάξης. Γενικά, θεωρητικά, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η αστική τάξη κάποιας χώρας, ή ένα μέρος της τάξης αυτής, θα μπορούσε να διεκδικήσει την πολιτική της ανεξαρτησία έναντι των ισχυρών καπιταλιστικών κρατών. Τούτο όμως προϋποθέτει δυο τουλάχιστον βασικούς όρους: α. την αναβάθμιση της θέσης της τάξης αυτής και της δυνατότητας της να αποκτήσει ένα καλύτερο ρόλο στο διεθνή καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας και β. τη δυνατότητά της να ελέγξει ή να κρατήσει εντός ορίων την αντίθεση κεφαλαίου εργασίας στο εσωτερικό της έτσι ώστε να μην κινδυνεύσει τη εξουσία της και να μη χρειαστεί τη συνδρομή των ισχυρών αστικών κρατών.
Τέτοια παραδείγματα μπορούμε να δούμε στη Λ. Αμερική. H περίπτωση της Βραζιλίας είναι ίσως η πλέον χαρακτηριστική. Η ισχυροποίηση, πρώτα απ’ όλα σε οικονομικό επίπεδο, της εγχώριας αστικής τάξης σε συνδυασμό με την υποχώρηση του επαναστατικού κινήματος τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στο διεθνή περίγυρο ως συνέπεια της μεταβολής του παγκόσμιου συσχετισμού των δυνάμεων, επέτρεψαν την ανάκτηση της εθνικής – πολιτικής κυριαρχίας της χώρας έναντι των ΗΠΑ. Η αναβάθμιση της εγχώριας αστικής τάξης τόσο στην εσωτερική αγορά όσο και στο διεθνές επίπεδο υπήρξε ο καθοριστικός παράγοντας.
Στην Ελλάδα η αστική τάξη υπήρξε από τη συγκρότησή της βαθιά συνδεδεμένη με το κεφάλαιο της Δυτικής Ευρώπης. Στον 20ό αιώνα συνδέθηκε στενότερα μαζί του όχι μόνο για λόγους οικονομικούς αλλά και για λόγους πολιτικούς: χρειάστηκε τη βοήθειά του προκειμένου να αντιμετωπίσει το επαναστατικό κίνημα. Η διαφαινόμενη, πιθανή, υποβάθμιση του ελληνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου στο διεθνή καπιταλιστικό καταμερισμό εργασίας δεν μπορεί να οδηγήσει σε μια διεκδίκηση της πολιτικής κυριαρχίας εκ μέρους του. Αντίθετα, όλα δείχνουν ότι οι σχέσεις καθίστανται στενότερες και ότι η παραχώρηση εθνικής – πολιτικής κυριαρχίας γίνεται εντονότερη[16].
Έτσι, τουλάχιστον με βάση τα μέχρι σήμερα δεδομένα, δεν φαντάζει πιθανή μια πρωτοβουλία ενός ισχυρού τμήματος του ελληνικού μονοπωλιακού κεφαλαίου για έξοδο από την ΕΕ. Είναι άλλο ζήτημα, βέβαια, η τυχόν αποβολή της Ελλάδας από το ευρώ που, αν γίνει, θα γίνει με πρωτοβουλία των ισχυρών της ΕΕ, με όρους τέτοιους και με σκοπό την μεγαλύτερη απομύζηση του κοινωνικού μας πλούτου και την αποσόβηση της μεταφοράς της κρίσης στην υπόλοιπη ευρωζώνη.
Η ανάκτηση της εθνικής – πολιτικής κυριαρχίας
Η εθνική – πολιτική κυριαρχία αποτελεί θεμελιώδες συστατικό της δημοκρατίας. Για να μπορέσει η εργατική τάξη και ο λαός να ασκήσουν μεγαλύτερο έλεγχο στην υπάρχουσα εξουσία και, πολύ περισσότερο, για να μπορέσουν να οικοδομήσουν μια δική τους εναλλακτική πρόταση απαιτείται, ανάμεσα σε άλλα, η ανάκτηση της εθνικής – πολιτικής κυριαρχίας. Ο Λένιν τόνιζε ότι η εργατική τάξη «δεν μπορεί να πραγματοποιήσει τη σοσιαλιστική επανάσταση, αν δεν προετοιμάζεται γι’ αυτή με τον αγώνα για δημοκρατία. …Χωρίς αγώνα για δικαιώματα αμέσως, αυτή τη στιγμή, χωρίς διαπαιδαγώγηση των μαζών στο πνεύμα αυτού του αγώνα ο σοσιαλισμός είναι ανέφικτος»[17]. Και η διεκδίκηση της εθνικής – πολιτικής κυριαρχίας είναι ακριβώς μέγιστο ζήτημα δημοκρατίας.
Τίθεται, κατά συνέπεια, επί τάπητος η ανάκτηση της κυριαρχίας. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να διακοπεί ο θεσμικός ομφάλιος λώρος που συνδέει τη χώρα με την ΕΕ και τους άλλους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς. Απαιτείται ακόμη μια ευρύτερη δέσμη ριζοσπαστικών δημοκρατικών αλλαγών[18].
Παράλληλα, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι μόνη η αποδέσμευση από την ΕΕ και η ανάκτηση της εθνικής – πολιτικής κυριαρχίας δεν αρκεί για να οδηγήσει σε μια έξοδο από την κρίση σε όφελος του λαού. Όπως υπογράμμιζε ο Λένιν η πάλη για την εθνική κυριαρχία, που είναι ζήτημα δημοκρατίας[19], όπως και γενικά η πάλη για κάθε διεκδίκηση πολιτικής δημοκρατίας πρέπει να υποτάσσεται και να συνδέεται διαλεκτικά με τον αγώνα για τη συνολική αλλαγή του κοινωνικο-οικονομικού συστήματος[20].
Η ανάκτηση της εθνικής – πολιτικής κυριαρχίας μέσω της αποδέσμευσης από την ΕΕ πρέπει να συνοδεύεται από μια δέσμη οικονομικών μέτρων που μπορούν να ανοίξουν έναν άλλο δρόμο κοινωνικο-οικονομικής ανάπτυξης για την χώρα και το λαό. Έχει σημασία να υπενθυμίσουμε τη λενινιστική θέση ότι “η δημοκρατία δεν εξαλείφει την ταξική καταπίεση, αλλά απλώς κάνει την ταξική πάλη πιο καθαρή, πιο πλατιά, πιο ανοιχτή, πιο οξεία… Όσο δημοκρατικότερο είναι το κρατικό καθεστώς, τόσο σαφέστερο γίνεται στους εργάτες ότι η ρίζα του κακού είναι ο καπιταλισμός και όχι η έλλειψη δικαιωμάτων”[21]. Η ανάκτηση της εθνικής – πολιτικής κυριαρχίας μέσω της αποδέσμευσης από την ΕΕ δεν μπορεί επομένως να εξαλείψει την αιτία της οικονομικής κρίσης και της κακοδαιμονίας του λαού. Συμβάλλει, ωστόσο, στην αποκάλυψη της ρίζας του προβλήματος.
Παράλληλα, η διεκδίκηση της εθνικής -πολιτικής κυριαρχίας έναντι της ΕΕ μπορεί να συμβάλλει στη συσπείρωση ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων ενάντια στις κυρίαρχες πολιτικές επιλογές. Αυτό μπορεί να συμβεί καθώς η ΕΕ χαρακτηρίζεται ακριβώς από την ένταση της εκμετάλλευσης των ασθενέστερων εθνών και, άρα, από την όξυνση των προβλημάτων όχι μόνο της εργατικής τάξης αλλά και των μικροϊδιοκτητών. Έχει επιβεβαιωθεί ιστορικά ότι το εθνικό, πατριωτικό αίσθημα του λαού ενδέχεται να αποτελέσει ένα σημαντικό μοχλό για την ανάπτυξη της αμφισβήτησης του καπιταλιστικού συστήματος συνολικά[22].
Όσο αναγκαία είναι για τους μαρξιστές η υποταγή των δημοκρατικών διεκδικήσεων στην πάλη για το σοσιαλισμό άλλο τόσο είναι σημαντικό να κατανοείται ότι η ανάδειξη της αναγκαιότητας του σοσιαλισμού δεν μπορεί να οδηγεί στην υποτίμηση των δημοκρατικών διεκδικήσεων. Συνεπώς δεν μπορεί να οδηγεί στην υποτίμηση της προβολής του εξαιρετικά επίκαιρου αιτήματος της ανάκτησης της εθνικής – πολιτικής κυριαρχίας έναντι τόσο της ΕΕ όσο και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και των ΗΠΑ.
Ασκώντας κριτική σε εκείνους τους μαρξιστές που αρνούνταν να θέσουν το αίτημα της ελευθερίας αποχωρισμού των καταπιεζόμενων εθνών, ο Λένιν σημείωνε πως η απελευθέρωση των αποικιών, η αυτοδιάθεση των εθνών, αλλά και άλλες πιο προωθημένες μορφές δημοκρατίας όπως η εκλογή όλων των δημόσιων λειτουργών από το λαό, η δημιουργία εργατικής πολιτοφυλακής κλπ είναι στο σύνολό τους απραγματοποίητα στο πλαίσιο του καπιταλισμού[23]. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως δεν μπορεί να πραγματοποιηθούν κάποιες από τις επιμέρους δημοκρατικές διεκδικήσεις[24]. Προϋπόθεση γι ‘αυτό είναι η ένταση της ταξικής πάλης, οι ανακατατάξεις στο συσχετισμό δυνάμεων σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Το ίδιο ισχύει και για την περίπτωση του αιτήματος αποδέσμευσης από την ΕΕ και ανάκτησης της εθνικής – πολιτικής κυριαρχίας.
Ειδικά για την περίπτωση των σχετικά αναπτυγμένων καπιταλιστικών κρατών, εκείνων δηλαδή που κατέχουν μια ενδιάμεση θέση στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, ο Λένιν τόνιζε ότι, στα κράτη ακριβώς αυτού του τύπου, οι αντιστάσεις των λαών στη διπλή καταπίεση και εκμετάλλευση είναι πιο ισχυρές. “Στην Ευρώπη, στις περισσότερες περιπτώσεις, τα εξαρτημένη έθνη είναι από καπιταλιστική άποψη τα πιο αναπτυγμένα … παρά στις αποικίες. Ακριβώς όμως αυτό προκαλεί μεγαλύτερη αντίσταση ενάντια στην εθνική καταπίεση και στις προσαρτήσεις!”[25]. Έτσι, η πάλη για την ανάκτηση της εθνικής – πολιτικής κυριαρχίας σε χώρες μέσου επιπέδου ανάπτυξης όπως η Ελλάδα μπορεί να συσπειρώσει ευρύτερες λαϊκές δυνάμεις και να διευκολύνει τη συγκέντρωση των δυνάμεων για μια ριζική, επαναστατική κοινωνική μεταβολή[26]. Η τελευταία είναι το ζητούμενο, μια και τίποτα δεν μπορεί να θεραπεύσει την αγριότητα της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης. Η μοναδική λύση είναι η κοινωνικοποίηση των στρατηγικών τομέων της οικονομίας (ως προοίμιο της κοινωνικοποίησης των βασικών μέσων παραγωγής), ο εργατικός και λαϊκός έλεγχος σε όλα τα επίπεδα, η δημοκρατικά σχεδιασμένη οικονομική ανάπτυξη, τελικά μια άλλου τύπου δημοκρατία.
________________________________________
[1] «Αυτοδιάθεση των εθνών ονομάζεται η πολιτική ανεξαρτησία τους», βλ. Β.Ι. Λένιν, «Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού», Άπαντα, τ. 30, σελ. 95.
[2] Βλ. Β.Ι.Λένιν, “Για το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης», Άπαντα, τ. 26, σελ. 360.
[3] Βλ. Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τ. 3, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, σελ. 299-303.
[4] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», Άπαντα, τ. 27, σελ. 429.
[5] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», Άπαντα, τ. 27, σελ. 414, 405.
[6] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Το επαναστατικό προλεταριάτο και το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των εθνών», Άπαντα, τ. 27, σελ. 64.
[7] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Κάλλιο λιγότερα και καλύτερα», Άπαντα, τ. 45, σελ. 402.
[8] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», Άπαντα, τ. 27, σελ. 385.
[9] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Ο ιμπεριαλισμός, ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού», Άπαντα, τ. 27, σελ. 389. Βλ. και Β.Ι. Λένιν, «Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού, Άπαντα, τ. 30, σελ. 81, 112.
[10] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Για το πρόγραμμα ειρήνης», Άπαντα, τ. 27, σελ. 279.
[11] Βλ. Β.Ι.Λένιν, “Για τη χωριστή ειρήνη”, Άπαντα, τ. 30, σελ. 186.
[12] Για την τυπική ισοτιμία των υποκειμένων ως μορφή των καπιταλιστικών σχέσεων βλ. Β. Λαπάγεβα, Ζητήματα δικαίου στο Κεφάλαιο του Μαρξ, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1986, ιδίως σελ. 43 επ. και Δ. Καλτσώνης, Δίκαιο, κοινωνία, τάξεις, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2005, σελ. 54 επ.
[13] Βλ. Θ. Βερέμης, Βαλκάνια (από τον 19ο αιώνα στον 21ο αιώνα – δόμηση και αποδόμηση κρατών), Αθήνα, εκδ. Πατάκη, 2004, σελ. 134.
[14] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Προσχέδιο θέσεων έκκλησης προς τη Διεθνή σοσιαλιστική επιτροπή και προς όλα τα σοσιαλιστικά κόμματα», Άπαντα, τ. 30, σελ. 282.
[15] Βλ. Γ. Κατρούγκαλος, «Το «παρασύνταγμα» του Μνημονίου και ο άλλος δρόμος», Νομικό Βήμα, Φεβρουάριος 2011, προσβάσιμο στο www.greek-critical-legal.blogspot.com.
[16] Βλ. Σ. Μαυρουδέας, “Το ελληνικό κράτος και το ξένο κεφάλαιο στην οικονομική κρίση”, προσβάσιμο στο www.kratoskaidikaio.blogspot.com.
[17] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού», Άπαντα, τ. 30, σελ. 128.
[18] Βλ. Αναλυτικότερα Δ. Καλτσώνης, “Η αναγκαιότητα Συντακτικής Συνέλευσης και η ολοκλήρωση του κύκλου της μεταπολίτευσης”, στον τόμο Δ. Καλτσώνης (επιμ.), Η Συνταγματική αναθεώρηση του 1975 (κατ’ άρθρο κυβερνητικά σχέδια και τροπολογίες κομμάτων και βουλευτών), Αθήνα, εκδ. Ξιφαράς, 2011, σελ. 7-14, προσβάσιμο και στο www.kaltsonis.blogspot.com
[19] Βλ. Βλ. Β.Ι.Λένιν, “Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού”, Άπαντα, τ. 30, σελ. 112.
[20] Βλ. Β.Ι.Λένιν, «Η σοσιαλιστική επανάσταση και το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών», Άπαντα, τ. 27, σελ. 270 και του ίδιου, «Για το πρόγραμμα ειρήνης», Άπαντα, τ. 27, σελ. 275.
[21] Βλ. Β.Ι.Λένιν, “Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού”, Άπαντα, τ. 30, σελ. 127.
[22] Βλ. Κ. Μαρξ, Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία, Αθήνα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2000, σελ. 77.
[23] Βλ. Β.Ι.Λένιν, “Τα αποτελέσματα της συζήτησης για την αυτοδιάθεση”, Άπαντα, τ. 30, σελ. 34.
[24] “Και ο καπιταλισμός και ο ιμπεριαλισμός … αναπτύσσονται κάτω από οποιεσδήποτε πολιτικές μορφές, υποτάσσοντάς τες όλες. Γι’ αυτό είναι ριζικά λαθεμένο από θεωρητική άποψη να λέει κανείς ότι “δεν είναι πραγματοποιήσιμη μια από τις μορφές και μια από τις διεκδικήσεις της δημοκρατίας” βλ. Β.Ι.Λένιν, “Τα αποτελέσματα της συζήτησης για την αυτοδιάθεση”, Άπαντα, τ. 30, σελ. 23.
[25] Βλ. Β.Ι.Λένιν, “Τα αποτελέσματα της συζήτησης για την αυτοδιάθεση”, Άπαντα, τ. 30, σελ. 35.
[26] «Οι πολιτικοί μετασχηματισμοί προς μια πραγματικά δημοκρατική κατεύθυνση κι ακόμη περισσότερο οι πολιτικές επαναστάσεις … πλαταίνουν τη βάση της (ενν. της σοσιαλιστικής επανάστασης – ΔΚ), εντάσσουν στο σοσιαλιστικό αγώνα νέα στρώματα μικροαστών», βλ. Β.Ι.Λένιν, “Για το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης», Άπαντα, τ. 26, σελ. 359. «Το προλεταριάτο δεν μπορεί να πραγματοποιήσει τη σοσιαλιστική επανάσταση, αν δεν προετοιμάζεται γι’ αυτή με τον αγώνα για δημοκρατία», βλ. Β.Ι. Λένιν, «Σχετικά με τη γελοιογραφία του μαρξισμού», Άπαντα, τ. 30, σελ. 128.
(δημοσιεύθηκε στο περ. Ουτοπία, τευχ. 96 (2011), σελ. 89-97

"Μνημόνιο 2" για εκμηδένιση της χώρας

Του Λάμπρου Καλαρρύτη- "Επίκαιρα"

Στόχος του δεν είναι να βγάλει την ελληνική οικονομία από την κρίση, αλλά να την βυθίσει περισσότερο στην ύφεση.
* Λιγότερα χρήματα για τον κόσμο
* Λιγότερα δικαιώματα
* Λιγότερη εθνική κυριαρχία
* Λιγότερη Δημοκρατία

Το «Μνημόνιο 2», το οποίο θα συνοδεύσει τη νέα δανειακή σύμβαση και αποτελεί προϋπόθεση για την ανταλλαγή ομολόγων (PSI), είναι ένα οικονομικό πρόγραμμα πρωτοφανούς σκληρότητας, το οποίο ξεπερνά σε ένταση και εύρος μέτρων το πρώτο Μνημόνιο.

Είναι τόσο επαχθές, που κυβερνητικές πηγές έκαναν λόγο για μεγάλο πολιτικό κόστος που αναπόφευκτα θα επωμιστούν όλα τα κόμματα της κυβέρνησης συνεργασίας, τα οποία θα το υπερψηφίσουν. Νέες μειώσεις μισθών και συντάξεων, που θα ωθήσουν κάτω από το όριο της φτώχειας περισσότερους εργαζομένους και χιλιάδες ακόμα ελληνικές οικογένειες, νέες φορολογικές επιβαρύνσεις στα ακίνητα, που θα οδηγήσουν σε απώλεια ιδιοκτησίας κατόχους μεσαίας και μικρής ακίνητης περιουσίας λόγω αδυναμίας διατήρησής της, δεκάδες χιλιάδες απολύσεις στο Δημόσιο, διεύρυνση της κατάργησης φοροαπαλλαγών, που θα σημάνει απώλεια επιπλέον ενός ή και δύο μισθών, κόψιμο επιδομάτων σε ευπαθείς ομάδες (ανάπηροι, πολύτεκνοι κ.λπ.), οι οποίες θα πεταχτούν σε ένα σύγχρονο κοινωνικό Καιάδα, νέα απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, που θα ολοκληρώσει το σκηνικό εργασιακής ζούγκλας, χιλιάδες νέα «λουκέτα» και απολύσεις στον ιδιωτικό τομέα λόγω της ύφεσης.

Ο στόχος του νέου Μνημονίου δεν είναι φυσικά να βγάλει την ελληνική οικονομία από την κρίση. Αντιθέτως, θα τη βυθίσει ακόμα περισσότερο στην ύφεση και θα οδηγήσει σε εξαθλίωση και αδυναμία επιβίωσης εκατομμύρια Έλληνες. Ό,τι έγινε με το «Μνημόνιο 1» θα επαναληφθεί επί τα χείρω. Είναι προφανές πλέον ότι ο στόχος δεν είναι στενά οικονομικός• είναι ευρύτερος και πολυεπίπεδος. Είναι η γεωοικονομική και γεωστρατηγική εξουδετέρωση της Ελλάδας και του πληθυσμού της, ώστε να μην αποτελούν ενεργό παράγοντα στα τεκταινόμενα στην περιοχή. Μια χώρα με κατεστραμμένη Οικονομία, αποδεκατισμένη κοινωνία, η οποία δεν θα έχει την «πολυτέλεια» να σκέφτεται και να λειτουργεί πολιτικά και εθνικά επειδή θα προσπαθεί να επιβιώσει, διαλυμένη Άμυνα λόγω περικοπών, καταρρακωμένη Παιδεία, ανύπαρκτη κοινωνική πρόνοια, διαρρηγμένη κοινωνική συνοχή, υποθηκευμένη δημόσια περιουσία έχει στην πράξη εκμηδενιστεί.

Ποιος θα υπερψηφίσει τα νέα μέτρα;

Το ερώτημα που προκύπτει άμεσα είναι «από ποιους θα υπερψηφιστεί το "Μνημόνιο 2";». Η θέση του ΠΑΣΟΚ είναι δεδομένη, αν και μένει να διαπιστωθεί η τελική στάση ορισμένων βουλευτών του, όπως ξεκάθαρη είναι και η στάση του ΛΑΟΣ. Θα στηρίξουν τα νέα μέτρα. Η βούληση της ΝΔ, όμως, είναι αμφίσημη. Ο Αντώνης Σαμαράς έχει διαμηνύσει ότι το κόμμα του δεν θα υπερψηφίσει νέα μέτρα, στην ανακοίνωση της Συγγρού, ωστόσο, μετά τη συνάντηση Σαμαρά - Παπαδήμου στο Μέγαρο Μαξίμου, αναφέρονταν, μεταξύ άλλων: «...ισχύουν τα όσα συμφωνήθηκαν στο Συμβούλιο Πολιτικών Αρχηγών. Δηλαδή, η ολοκλήρωση του κυβερνητικού έργου και κυρίως του προγράμματος εθελοντικής ανταλλαγής των ομολόγων (PSI) και του νέου οικονομικού προγράμματος που θα εξασφαλίσει τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους».

Η φράση «και του νέου οικονομικού προγράμματος» δημιούργησε ερωτήματα για το τι εννοεί και, παρά τις εκ των υστέρων διαρροές ότι αφορά στα μέτρα που ήδη έχουν αποφασιστεί, έχει αρχίσει να διαμορφώνεται ένα θολό τοπίο. Σε περίπτωση που η ΝΔ στηρίξει με την ψήφο της στη Βουλή το «Μνημόνιο 2», είναι σαφές ότι θα πρόκειται για μείζονα εξέλιξη και για κολοσσιαία μεταστροφή, η οποία, εκτός από εσωκομματικές αναταράξεις με άδηλη έκβαση όσον αφορά στην ενότητα του κόμματος, θα προκαλέσει μεγάλο αντίκτυπο στην εκλογική βάση, που το τελευταίο διάστημα παρακολουθεί μια διαρκή διολίσθηση της Συγγρού από τις αρχικές της θέσεις. Θα είναι περίπλοκο για τον Αντώνη Σαμαρά να εξηγήσει πώς, ενώ κατήγγειλε -και ορθώς- το «Μνημόνιο 1», στηρίζει το «Μνημόνιο 2», που είναι ακόμα χειρότερο. Ως εκ τούτου, είναι δύσκολο να καλυφθεί χωρίς δραματικές εκλογικές απώλειες, που θα απειλήσουν την αυτοδυναμία της ΝΔ, η απόσταση από τον αντιμνημονιακό λόγο στην υπερψήφιση ενός προγράμματος που θα αποτελέσει «ταφόπλακα» για τη χώρα και για τα περιθώρια του ίδιου του Αντώνη Σαμαρά ως μελλοντικού πρωθυπουργού να ασκήσει βιώσιμη πολιτική. Άρα, λογικά, οι τακτικοί ελιγμοί του προέδρου της ΝΔ δεν θα φτάσουν σε σημείο αποδοχής του «Μνημονίου 2» και προκαταβολικής ψήφισης όλων των μέτρων μέχρι το 2015, παρά τις περί του αντιθέτου διαρροές από το Μέγαρο Μαξίμου.

Ξανάρχισαν οι εκβιασμοί...

Η τρόικα, βέβαια, έχει ήδη αρχίσει τους εκβιασμούς στο γνωστό πλαίσιο: Ή τα νέα μέτρα θα στηριχθούν απ' όλα τα κόμματα της κυβέρνησης συνεργασίας ή δεν θα προχωρήσουν η νέα δανειακή σύμβαση και το PSI. Οι δανειστές πηγαίνουν, μάλιστα, ένα βήμα παραπέρα και διαμηνύουν ότι αν προκηρυχθούν εκλογές η Ελλάδα θα πτωχεύσει την ίδια ώρα. Προχωρούν πλέον σε ωμές παρεμβάσεις στη δημοκρατική λειτουργία της χώρας. Εκβιάζουν ώστε μια μη εκλεγμένη κυβέρνηση να δεσμεύσει τη χώρα για τις επόμενες δεκαετίες σε μια αδιέξοδη πολιτική. Διότι όσο ξεκάθαρο είναι ότι οι εκβιασμοί, άπαξ και τους αποδέχτηκαν τα δύο μεγάλα κόμματα, δεν θα έχουν τέλος, άλλο τόσο βέβαιο είναι ότι αυτή η πολιτική για την οποία εκβιάζουν οι δανειστές δεν θα έχει αποτέλεσμα. Δοκιμάστηκε και απέτυχε.

0 Αϊνστάιν είχε πει ότι «ο ορισμός της τρέλας είναι το να κάνεις συνέχεια το ίδιο πράγμα και να περιμένεις διαφορετικό αποτέλεσμα». Δεν πρόκειται, όμως, για τρελούς. Αυτό είναι το αποτέλεσα που επιδιώκουν. Στόχος τους είναι να μεταβάλουν το οικονομικό και βιοτικό επίπεδο του πληθυσμού, καθώς και τους δημοκρατικούς κανόνες, και να ωθήσουν και τα δύο σε ένα χαμηλότερο παρονομαστή. Λιγότερα χρήματα για τον κόσμο, λιγότερα δικαιώματα, λιγότερη εθνική κυριαρχία, λιγότερη Δημοκρατία.

«Αυτοί που δημιούργησαν την κρίση της Ευρωζώνης παλεύουν νυχθημερόν να την επαναπροσδιορίσουν κατά τρόπο που θα τους αποφέρει πολιτικά οφέλη. Τα ΜΜΕ μιλούν για σπάταλα κράτη, τα οποία στοχοποιήθηκαν από τους κερδοσκόπους των αγορών. Αυτό στα οικονομικά λέγεται ψέμα. Η κρίση της Ευρωζώνης δεν είναι αυτή που μας σερβίρουν... Είναι μια κρίση που αφορά σε κράτη τα οποία έπεσαν θύματα της ΕΚΤ... Ο κόσμος πρέπει να καταλάβει τι ακριβώς συνέβη: Ένας ακόμη πόλεμος των τάξεων. Οι πλούσιοι χρησιμοποιούν τον έλεγχο που έχουν επί της ΕΚΤ για να αποσυναρμολογήσουν το κοινωνικό κράτος πρόνοιας που απολαμβάνει μεγάλο μέρος του πληθυσμού της Ευρώπης...» (του Mike Whitney).

Άγιε Βασίλη... με ποιους είσαι; του Χρήστου Κάτσικα

29/12/2011 -


ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΑΡΠΑΖΟΥΝ ΤΟ ΨΩΜΙ ΑΠΟ ΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ ...ΚΗΡΥΣΣΟΥΝ ΤΗ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑ!


Άγιε Βασίλη... με ποιους είσαι;



«Δεν έχουμε ανάγκη από καλούς Σαμαρείτες …
το πρόβλημα είναι να πάψουν να υπάρχουν ληστές».
Μπέρναρ Σω




Συγκλονιστικά είναι τα στοιχεία της ετήσιας έκθεσης της Unisef. Εκατοντάδες χιλιάδες παιδιά γεννιούνται με μια μπάλα κανονιού δεμένη στα πόδια...
Εκατοντάδες χιλιάδες παιδιά σε όλο τον κόσμο χάνουν την παιδικότητά τους εξαιτίας της φτώχειας και της ένδειας και γίνονται ευάλωτα στην εκμετάλλευση, την κακοποίηση, τις διακρίσεις και τον στιγματισμό. Το ένα στα τρία παιδιά στον αναπτυσσόμενο κόσμο είναι καχεκτικά (σχεδόν 200 εκατομμύρια παιδιά) και πάνω από 500 εκατομμύρια παιδιά στις αναπτυσσόμενες χώρες αγωνίζονται να επιβιώσουν με λιγότερο από ένα δολάριο την ημέρα.
Αυτά είναι μόνο μερικά «στιγμιότυπα» από το παζλ των «χρόνων της χαμένης αθωότητας», σε μια κοινωνία που για τα πιο αδύναμα μέλη της «λειτουργεί» ως «βιομηχανία» παραγκωνισμένων ανθρώπων που πριν ακόμη κοπεί η κορδέλα των εγκαινίων της παιδικής τους ηλικίας ζωντανεύουν της «γης τους κολασμένους» των παραμυθιών του Άντερσεν, του Ντίκενς, του Ουγκώ, του Μαλό...
Τερατώδεις αριθμοί, μακρινοί και δραματικοί, τόσο όσο να λειτουργούν σαν εικόνες εξωπραγματικές, δηλαδή καθησυχαστικές, άρα απο-ενοχοποιητικές.





Μοιάζει, αλήθεια, ο 21ος αιώνας, με τον οποίο αναδύεται η νέα χιλιετία, με τον 16ο αιώνα, έτσι όπως τον αναλύουν τα σχολικά βιβλία και εύστοχα τον περιγράφει με δύο λέξεις ο Φερνάν Μπρωντέλ : «οι δύο δέκατοι έκτοι αιώνες», ο χρυσός αιώνας του αμύθητου πλούτου που έφτανε «καραβιές» στην Ευρώπη από τις «ανακαλύψεις των νέων χωρών» και ο «πέτρινος» αιώνας της φτώχειας που γέμιζε το φωτεινό Παρίσι με 20.000 ζητιάνους το «σωτήριον έτος» 1587 !
Και στην Ελλάδα μας; Α όλα κι όλα… Δεν μπορεί τώρα λίγες χιλιάδες σύγχρονοι Όλιβερ Τουίστ των δρόμων και των φαναριών τους ¬ οι περισσότεροι «εισαγόμενοι», όπως υποστήριξε πριν μερικά χρόνια κάποιος υφυπουργός της Παιδείας ¬ να αμαυρώσουν την εικόνα...Δεν μπορεί κάποιοι μαθητές που λιποθυμούν εν έτει 2011 στα σχολεία από ασιτία να χαλάσουν τη διακήρυξη της Υπουργού Παιδείας που έχει οδηγό της το σύνθημα "πρώτα ο μαθητής"... Δεν μπορεί 1.000.000 άνεργοι και απεγνωσμένοι να ταράξουν τον ύπνο της Τρόικας που ιδρώνει τη φανέλα για να σώσει τη χώρα …
Κι αν ακόμη 75 χιλιάδες περίπου ανήλικοι¬ σύμφωνα με τα στοιχεία πρόσφατης έρευνας ¬ «ναρκοθετούν» τα χρόνια της αθωότητάς τους στις φάμπρικες της «αδήλωτης» εργασίας, ε, επιτέλους, ας γίνει γνωστό ότι υπάρχουν και νόμοι που το απαγορεύουν...
Και αφού οι νόμοι απαγορεύουν την παιδική εργασία, καλά κάνει και η Στατιστική μας Υπηρεσία που αποφεύγει να καταγράψει κάτι που απαγορεύεται να φαίνεται...
Φυσικά έτσι είναι...
Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά... Στο κάτω - κάτω της γραφής ακόμη κι αν όλα τα παραπάνω ισχύουν, η χώρα μας βρίσκεται ψηλά στην κλίμακα της φιλανθρωπίας... Ίσως και γι’ αυτό το ελληνικό τμήμα της Unicef βρίσκεται στις πρώτες θέσεις από πλευράς εσόδων στην Ευρώπη.
Νάσου πάλι μπροστά μας η ευημερία των αριθμών... Το λογιστικό πρόσωπο της φιλανθρωπίας προσπαθεί να ξεγελάσει την πείνα του τέρατος... Η φιλανθρωπία στην επαιτεία που μαλακώνει την καρδιά, αλλά δεν εξαλείφει τη ζητιανιά. Παρέλαση «στιγμιοτύπων» πόνου, έγχρωμα και θεαματικά, επιδιώκουν να προβάλλουν, στο «γόνιμο» έδαφος των Χριστουγέννων, τον Άγιο Βασίλη της υποκρισίας για να κρύψουν τον Ηρώδη του κέρδους. Έναν Άγιο Βασίλη με λαμπρά κουρέλια και ακίνδυνο, που πιστώνεται κάθε φορά να «είναι εντάξει», τις «άγιες μέρες» του Δεκεμβρίου, για να μπορεί να καλύπτει όλο τον υπόλοιπο χρόνο τους πραγματικούς υπεύθυνους για τους εκατομμύρια φτωχούς, άνεργους, άστεγους...
Μάλιστα στις από άμβωνος ικεσίες έχουν προστεθεί οι φαρισαϊκές παραινέσεις τού «όλοι μαζί» όσων κανοναρχούν τον χορό του «καπιταλισμού της συμπόνιας». Την ίδια ώρα που δοξολογούν την κατεδάφιση του «σπάταλου» κοινωνικού κράτους, την ίδια στιγμή που θυμιατίζουν τον «κοινωνικό κανιβαλισμό», παραδίδουν μαθήματα φιλανθρωπίας και εθελοντισμού! Το δέντρο της ελεημοσύνης που προσπαθεί να αναπλάσει τη βιτρίνα του γέρικου σώματος της κοινωνίας των ανισοτήτων και να κρύψει το δάσος της εκμετάλλευσης. Καλοσύνη των «κερμάτων», δημόσια εκτεθειμένη, σε έγχρωμα σόου και δελτία ειδήσεων, πασχίζει να μεταθέσει τις ευθύνες για το εγγενές χαρακτηριστικό του καπιταλισμού, τη φτώχεια, προβάλλοντάς τη σαν ατομική ευθύνη και όχι σαν προϊόν της πιο απάνθρωπης εκμετάλλευσης.
Από την άλλη προύχοντες και αρχικήρυκες της λιτότητας την ίδια στιγμή που περικόπτουν τις κοινωνικές παροχές, απολύουν χιλιάδες εργάτες, βυθίζουν στην πείνα και την εξαθλίωση ολόκληρες περιοχές, «κατασκευάζουν» πολέμους για να αυξήσουν τα κέρδη τους, αυτοί οι ίδιοι, επενδύουν στον ανθρώπινο πόνο ένα ψίχουλο από τα «καρβέλια της εκμετάλλευσης» εκατομμυρίων ανθρώπων. Ιεραπόστολοι του ελέους που κηρύσσουν την αποδοχή της φτώχειας για τους φτωχούς μοιράζοντας απλόχερα επαίνους στους επιχειρηματίες της φιλανθρωπίας.
Ούτε τα «φιλανθρωπικά γκαλά-μπαζάρ» ούτε η ελεημοσύνη ούτε επίσης οι αγνές προθέσεις χιλιάδων εθελοντών, που δίνουν καθημερινά τη μάχη για την επιβίωση των θυμάτων της κρίσης, μπορούν να αντικαταστήσουν ή να υποκαταστήσουν τις κοινωνικές λειτουργίες ακόμη κι ενός χρεωκοπημένου κράτους. Δεν μπορείς να χορτάσεις ένα εκατομμύριο στόματα με «κοινωνικά συσσίτια» ή «παντοπωλεία», αν δεν σπάσεις τα δεσμά της «δημοσιονομικής φυλακής», αν δεν ανατρέψεις τον Κρατικό Προϋπολογισμό του 2012, που το σύνολο των εσόδων του θα το καταβροχθίσουν η «ξένη ακρίδα» και οι τράπεζες.
Να το καταλάβουμε. Η μια πατρίδα μας ταξιδεύει στα ελβετικά σαλέ, παίρνει μίζες από τις Siemens, αγοράζει κάμερες που φωτογραφίζουν το λαό, έχει εφεύρει δεκάδες τρόπους για να θωρακίζει το «είναι» και το «αντέχειν» της από τον εσωτερικό εχθρό της. Η άλλη πατρίδα τρέχει για το μεροκάματα, ζει με 500 ευρώ, πεθαίνει στην ανεργία και στην αλλότρια εργασία, αναγκάζεται να πληρώνει τις θηλιές των τραπεζών που βλέπουν τα αμύθητα κέρδη τους να αυξάνονται.
Αυτές οι δύο πατρίδες συγκρούονται. Άτυπα και φανερά.. Υπόγεια και στους δρόμους. Άλλοτε δυνατά κι άλλοτε αδύναμα. Αλλά συγκρούονται. Ο ένας κόσμος δεν έχει τίποτε κοινό με τον άλλον. Στη Ρώμη, το χειρότερο μαρτύριο ήταν όταν έδεναν ένα υγιές κορμί με ένα σαπισμένο ώσπου να σαπίσει και αυτό. Οφείλουμε να κόψουμε τον ομφάλιο λώρο γιατί αν συνηθίσουμε το κακό, θα του μοιάσουμε!
Ε, λοιπόν να το καταλάβουν: η δική μας πατρίδα δεν είναι οι εντολές των τοκογλύφων! Η δική μας πατρίδα δεν είναι οι κυβερνητικοί εντολοδόχοι της οικονομικής ολιγαρχίας και της τρόικας που κάνοντας την ανομία «νόμο», ψήφισαν και επικύρωσαν τους προσυμφωνημένους όρους των ξένων κηδεμόνων. Η δική μας πατρίδα δεν είναι αυτοί που το λίπος γουργουρίζει ακόμη και στη φωνή τους την ίδια στιγμή που ο γιατρός διέγνωσε υποσιτισμό των μαθητών μας. Η δική μας πατρίδα δεν είναι αυτοί που φέρνουν τα κοινωνικά δικαιώματα στο απόσπασμα, τη χώρα στη χρεοκοπία και το λαό στη νεοαποικιακή υποδούλωση και λεηλασία.
Με τα μάτια μόνιμα στραμμένα στους φτωχούς και τους ακάλεστους αυτού του κόσμου αξίζει να θυμάται κανείς αυτές τις μέρες και πάντα τα τραχιά λόγια των Αντόρνο - Χορκχάιμερ που ταιριάζουν σε όσους πιστεύουν στην αλλαγή της κοινωνίας και στην ανθρώπινη ελευθερία. «Εμείς οι εχθροί της φιλανθρωπίας δεν θέλουμε να ταυτίσουμε τον άνθρωπο με τη δυστυχία, που η ύπαρξή της είναι αίσχος για μας. Πολύ ευαίσθητοι στην αδυναμία μας δεν θα παραδεχθούμε ποτέ ότι ο άνθρωπος μπορεί να είναι αντικείμενο ελέους».

Ο Ράιχενμπαχ θα κάνει τις απολύσεις

________________________________________
Ώρα - μηδέν για το ελληνικό Δημόσιο, μέσα στο 2012, με χιλιάδες απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων, καταργήσεις Φορέων, Οργανισμών, Ανεξάρτητων Αρχών, ακόμη και υπουργείων, και δεκάδες συγχωνεύσεις. Το νομοσχέδιο για την αναμόρφωση του κράτους που θα έλθει για ψήφιση στη Βουλή, στις 15 Ιανουαρίου, φέρνει τα πάνω-κάτω, σε όλο το εύρος της δημόσιας διοίκησης, ανατρέποντας δομές και νοοτροπίες αιώνων.
Τη σάρωση του ελληνικού Δημοσίου, που θα ξεπερνά σε πολλές περιπτώσεις και το 60% των δομών, καθώς και τις μαζικές απολύσεις που θα οδηγήσουν στην έξοδο περισσότερους από 150. 000 υπαλλήλους του στενού δημόσιου τομέα, είχε προαναγγείλει με εκτενή ρεπορτάζ το «Εθνος της Κυριακής» της 23ης και 30ής Οκτωβρίου, δηλαδή ακριβώς πριν από δύο μήνες.
Από ένα σύνολο 300. 000 εργαζομένων στον στενό δημόσιο τομέα, σε χαμηλόβαθμες διοικητικές θέσεις, εκπαιδευτικής βαθμίδας δευτεροβάθμιας (Δ. Ε), που βρίσκονται κοντά στην 3η ηλικία, θα αναζητηθούν εκείνοι που πρέπει να απολυθούν κατά προτεραιότητα.
Την ίδια στιγμή, περικόπτονται δραστικά δομές, αρμοδιότητες και δαπάνες, ενώ μεγάλο μέρος του Δημοσίου εκχωρείται στον ιδιωτικό τομέα, με πρώτο έργο την ανάληψη από ιδιώτες των υποστηρικτικών μηχανισμών των υπουργείων. Η μεταρρύθμιση του κράτους, που θα έχει «γαλλική σφραγίδα» σύμφωνα με το μνημόνιο συνεργασίας που υπεγράφη μεταξύ Ελλάδας-Γαλλίας, σημαίνει πρωτόγνωρες και βαθιές διαρθρωτικές αλλαγές στο Δημόσιο, σύμφωνα και με τις επιταγές της εξειδικευμένης Εκθεσης του ΟΟΣΑ, για το κράτος.
Το σχέδιο των αλλαγών είναι ήδη έτοιμο και σε αρκετές περιπτώσεις έχει βάλει μπρος τις μηχανές του. Οι Γάλλοι εμπειρογνώμονες επισημαίνουν την άμεση ανάγκη ανατροπών, καθώς θεωρούν ότι το δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας συνδέεται άρρηκτα με το προβληματικό και δυσκίνητο Δημόσιο.
Μάλιστα η έλλειψη μεταρρυθμίσεων στη Δημόσια Διοίκηση, που έχει ως συνέπεια το ολικό «μπλοκάρισμα» των επενδύσεων, κατατάσσει την Ελλάδα ολοένα και πιο χαμηλά στον δείκτη της Παγκόσμιας Τράπεζας που μετρά τις ανταγωνιστικές οικονομίες του κόσμου (doing business).
Τα βασικά σημεία του σχεδίου είναι:
Περικοπή δομών κατά 60%
Περικόπτονται οι δομές του κράτους έως και 60%. Το μέχρι πρότινος 30% (όριο περιορισμού του Δημοσίου) γίνεται σήμερα σημείο εκκίνησης. Καταργούνται, συγχωνεύονται και σβήνουν από τον χάρτη δεκάδες Υπηρεσίες, Διευθύνσεις, Τμήματα και Οργανισμοί, ενώ την ίδια στιγμή αίρονται οι επικαλύψεις και ομογενοποιούνται όλες οι επιτελικές λειτουργίες.
Οσοι «μείνουν όρθιοι» (Φορείς, Οργανισμοί κ. ά. ) θα είναι υποχρεωμένοι να εφαρμόσουν συγκεκριμένο πρόγραμμα απλούστευσης διαδικασιών και περιστολής των γραφειοκρατικών διαδικασιών, με στόχο τη μείωση του πολυδαίδαλου κράτους, κατά 25% εντός του 2012. Το κόστος της ελληνικής γραφειοκρατίας αποτιμάται στο 6,7% του ΑΕΠ, την ώρα που στις άλλες χώρες της Ε. Ε. ο ίδιος δείκτης είναι στο 3%.
150. 000 δημόσιοι υπάλληλοι εκτός

Οι υποστηρικτικές διαδικασίες του κράτους (πρωτόκολλο, μισθοδοσίες, προμήθειες, διοικητική μέριμνα-τεχνική βοήθεια, παρακολουθητικός μηχανισμός των Φορέων) καταργούνται και περνούν στα χέρια ιδιωτών. Το 50% του ανθρώπινου δυναμικού στο ελληνικό Δημόσιο (υπολογίζονται σε 150. 000), που εργάζεται σε αυτόν τον μηχανισμό υποστήριξης, μοιραία θα οδηγηθεί στην απόλυση. Διοικητικοί υπάλληλοι που ασχολούνται με τη μισθοδοσία, υπάλληλοι πρωτοκόλλου, κλητήρες, τεχνικοί υπολογιστών, υπάλληλοι προμηθειών, καθαριστές των κτιρίων και άλλοι, χάνουν τις θέσεις τους.
Λεφτά σε όσους δουλεύουν

Τη θέση της στον χάρτη του ελληνικού Δημοσίου ευκρινώς θα πρέπει να αποδεικνύει η κάθε δημόσια υπηρεσία, που ελπίζει σε κρατικό χρήμα. Λεφτά για πέταμα πια δεν υπάρχουν, κι όσοι δεν δίνουν ακριβή λογαριασμό για το πού κατανέμουν τις δαπάνες τους, θα βάζουν λουκέτο.
Αμεσα συνδέονται οι δαπάνες με τους στόχους και απλώνεται ένα αυστηρότατο δίκτυο ελέγχου. Κανένας δεν θα μπορεί να παίρνει «κρατικό χρήμα», εάν δεν αποδεικνύει πού ακριβώς θα διοχετεύσει τον προϋπολογισμό του και ποιο θα είναι το αποτέλεσμα της δαπάνης του. Καθίσταται δηλαδή, υποχρεωτική η δημιουργία των «Προϋπολογισμών Προγράμματος» για κάθε Υπουργείο και Φορέα.
Κόβονται χιλιάδες αρμοδιότητες
Περιστέλλονται οι Αρμοδιότητες του κράτους σε ποσοστό που θα ξεπερνά το 50%. Το ελληνικό Δημόσιο περιλαμβάνει περισσότερες από 23. 000 Αρμοδιότητες! Αυτή η πολυδιάσπαση και η συσχέτιση αρμοδιοτήτων και δομών περιγράφονται στην Εκθεση ως «μια άνευ προηγουμένου κατάσταση». Θεωρούνται δε, υπεύθυνες, για την αποστροφή των επενδυτών από τη χώρα μας, ενώ τις ταυτίζουν και με την τραγική εξέλιξη του δημοσιονομικού μας προβλήματος.
Η νέα φοροσυνταγή
Στον φορολογικό τομέα η συνταγή προβλέπει αύξηση της φορολογίας στην κατοχή και στα εισοδήματα από ακίνητα, νέο ψαλίδισμα των φοροαπαλλαγών για τα φυσικά πρόσωπα, κατάργηση της αυτοτελούς φορολογίας και των ειδικών εξαιρέσεων στο εισόδημα, την περιουσία και τους έμμεσους φόρους (ΦΠΑ, ειδικοί φόροι κατανά?λωσης κ. ά. ), γενικευμένο πόθεν έσχες και νέου τύπου τεκμήρια για τον προσδιορισμό της εισοδηματικής και περιουσιακής κατάστασης, και συνεπώς της φοροδοτικής ικανότητας όλων των φορολογουμένων, και θέσπιση αντικειμενικών κριτηρίων για τη φορολόγηση των ελεύθερων επαγγελματιών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων
Ο λογαριασμός της τρόικας
Με καυτή ατζέντα έρχεται στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου για τα μέτρα της περιόδου 2012-2015, που ξεπερνούν τα 10 δισεκατομμύρια ευρώ.
Γεύση των επώδυνων επιταγών της τρόικας δίνουν οι τελευταίες εκθέσεις αξιολόγησης, αλλά και οι δηλώσεις των επικεφαλής που εστιάζουν τις παρεμβάσεις στο σκέλος των δαπανών.
Αιχμή του δόρατος οι περαιτέρω μειώσεις στα κονδύλια για αποδοχές προσωπικού, η συρρίκνωση του δημόσιου τομέα μέσω συγχωνεύσεων και καταργήσεων υπηρεσιών και οργανισμών, οι περικοπές στις κύριες και τις επικουρικές συντάξεις, καθώς και στις κοινωνικές παροχές (επιδόματα, ασφάλιση, περίθαλψη κ. ά. ), και οι παρεμβάσεις στο μισθολογικό και εργασιακό καθεστώς στον ιδιωτικό τομέα προς την κατεύθυνση του περιορισμού ακόμα και των κατώτατων μισθών, της μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών και της εξάπλωσης των ευέλικτων μορφών απασχόλησης (μερική ή εκ περιτροπής εργασία κ. ά. ).
Κληρώνει Φεβρουάριο για συντάξεις
Νέο γύρο αλλαγών στο ασφαλιστικό «φέρνει» το 2012, με τα μέτρα να κλειδώνουν μέσα στο πρώτο δίμηνο του έτους. Το επόμενο δεκαπενθήμερο οριστικοποιούνται οι ανατροπές στις επικουρικές συντάξεις και τα εφάπαξ, ενώ στα τέλη Φεβρουαρίου θα κριθεί το μέλλον των κύριων συντάξεων.
Καθοριστική για τις εξελίξεις θα είναι η «επίσκεψη» της τρόικας στη χώρα μας στις 15 Ιανουαρίου, όπου θα κυριαρχήσει το θέμα των επικουρικών ταμείων και των φορέων πρόνοιας.
Στο «μέτωπο» των κύριων συντάξεων μήνας-σταθμός θα είναι ο Φεβρουάριος, καθώς θα υπάρχει μια πιο ξεκάθαρη εικόνα για την πορεία των εσόδων τη νέα χρονιά. Σε περίπτωση που συνεχιστεί η? κατηφορική πορεία των εσόδων λόγω της κρίσης, τότε θεωρείται δεδομένο πως θα ληφθούν πρόσθετα μέτρα (π. χ. αυστηρότερο πλαφόν στις υψηλές συντάξεις). Σημειώνεται πως το 2011 οι απώλειες των ταμείων εξαιτίας της μείωσης των εσόδων από τις εισφορές (περικοπές μισθών και αύξηση ανεργίας) έφτασαν τα 4. 5 δισ. ευρώ. Ενδεικτικό της κρισιμότητας της κατάστασης είναι πως τα δύο μεγαλύτερα ταμεία της χώρας -δηλαδή το ΙΚΑ και ο ΟΑΕΕ- στρέφονται στον εσωτερικό δανεισμό για να ανταποκριθούν στις τρέχουσες υποχρεώσεις (πληρωμή συντάξεων κ. α. ).
O 10λογοs του μνημονίου με τουs Γάλλουs
Ελεγχο από πάνω μέχρι κάτω με ειδικές ομάδες δράσης που θα συσταθούν ανά υπουργείο προβλέπει το νέο εξειδικευμένο μνημόνιο για την αναμόρφωση του ελληνικού κράτους:
1. Συστήνονται ομάδες διοικητικής αναδιάρθρωσης σε κάθε υπουργείο.
2. Αλλάζουν οι δομές του διυπουργικού συντονισμού κι επαναπροσδιορίζονται ακόμη και οι αρμοδιότητες του πρωθυπουργού. Προσδιορίζονται νέοι ρόλοι, αρμοδιότητες, κανόνες και διαδικασίες για την προπαρασκευή και παρακολούθηση νομοσχεδίων, διαταγμάτων, προϋπολογισμού και την εφαρμογή των οδηγιών της ΕΕ.
3. Θα συσταθεί ομάδα που θα ενημερώνει τον πρωθυπουργό και τα υπουργεία για το εάν και πώς εφαρμόζεται η καλή νομοθέτηση στο Δημόσιο.
4. Δημιουργούνται καινούργια οργανογράμματα στα υπουργεία και συστήνονται μονάδες αναδιάρθρωσης σε κάθε υπουργείο, με αρμοδιότητα την εφαρμογή των προτεινόμενων μεταρρυθμίσεων.
5. Αξιολόγηση υπηρεσιών και βελτίωση των αποτελεσμάτων και του κόστους των βασικών δημόσιων πολιτικών (αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στις δημόσιες υπηρεσίες).
6. Σχέδιο δράσης για τη βελτίωση της διαχείρισης των δημόσιων οικονομικών με τη σύσταση μιας γενικής διεύθυνσης οικονομικών υπηρεσιών σε κάθε υπουργείο. Οργάνωση υποβολής οικονομικών αναφορών/εκθέσεων σε όλα τα υπουργεία, σε συνεργασία με το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους (ΓΛΚ) και ειδικότερα μέσω ενός Πληροφοριακού Συστήματος Οικονομικής Διαχείρισης.
7. Εναρξη της αξιολόγησης των υπαλλήλων σε όλα τα υπουργεία και καθορισμός ολοκληρωμένης στρατηγικής διαχείρισης ανθρώπινων πόρων.
8. Αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών (ΤΠΕ) για την επιλογή των έργων βάσει κριτηρίων ποιοτικής ανάλυσης. Ανάπτυξη με ποιοτικά κριτήρια. Θα δημιουργηθεί κανονιστικό πλαίσιο που θα διασφαλίζει τη διακυβέρνηση μέσω των ΤΠΕ, τον καθορισμό και την επιβολή προτύπων, τη διαχείριση κόστους και των στρατηγικών προγραμμάτων.
9. Ειδικό σχέδιο δράσης για να φανούν οι αδυναμίες της δημόσιας διοίκησης που ευνοούν την απάτη και τη διαφθορά. Θα εφαρμοστεί στρατηγικό πλαίσιο για την καταπολέμησή της.
10. Προώθηση κώδικα δεοντολογίας, που θα ενισχύει την ακεραιότητα στον δημόσιο τομέα.
ΒΙΒΙΑΝ ΜΠΕΝΕΚΟΥ

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΣ 1929 - 2011

Έφυγε ο Μίμης…

Αναρτήθηκε από τον/την to fistiki στο 18/12/2011

Ο αγαπημένος μας Μίμης, ο σύντροφος, πατέρας, παππούς, ξάδερφος, θείος και πολύτιμος φίλος, έφυγε από κοντά μας εντελώς ξαφνικά χτες το απόγευμα.
Θα τον αποχαιρετίσουμε, όπως το ήθελε, με πολιτική τελετή, την Τρίτη το μεσημέρι στις 2:30, από το νεκροταφείο του Παλαιού Φαλήρου.

Πώς να αντισταθούμε…

Αναρτήθηκε από τον/την tofistiki στο 11/05/2010

Άρθρο του Δημήτρη Σαραντάκου
που δημοσιεύτηκε στις 11/05/2010, στο “Εμπρός” της Μυτιλήνης

Όπως έγραφα στο προηγούμενο σημείωμά μου, η πατρίδα μας τελεί υπό κατοχήν. Μια ιδιότυπη μορφή κατοχής, που δεν είναι εύκολο να την ανιχνεύσεις. Μπορεί να μην ξανάρθανε οι γερμανοί με στολές και όπλα, να μην εισβάλανε στη χώρα ξένα στρατεύματα, να μη γίνανε μάχες, μπορεί ακόμα να εξακολουθεί να ασκεί τα καθήκοντά της η κυβέρνηση που βγήκε με ελεύθερες δημοκρατικές εκλογές, αλλά στην ουσία η κατάσταση αυτή αποτελεί μορφή κατοχής.
Οι αποφάσεις για την πορεία της χώρας δεν παίρνονται εδώ αλλά στο εξωτερικό. Η κυβέρνηση δεν έχει ανεξαρτησία κινήσεων. Είναι υποχείρια της «τρόικας», με απαίτηση της οποίας αφαιρεί πόρους από τους εργαζόμενους και τους συνταξιούχους και τους παραχωρεί στους οικονομικούς μας κατακτητές! Γιατί μπορεί να θεωρούν την Ελλάδα στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, την πιέζουν όμως να αγοράζει συνεχώς (από αυτούς) πανάκριβο και ουσιαστικά άχρηστο πολεμικόν εξοπλισμό.

Οι σημερινοί συνεργάτες των «κατακτητών» είναι εν πρώτοις οι μεγάλες τράπεζες, οι οποίες την εποχή που όλοι οι Έλληνες καλούμαστε «να βάλουμε πλάτη», να συντρέξουμε από το υστέρημά μας την καημένη την πατρίδα, αυτές έχουν πάρει κάπου 11 δισεκατομμύρια ευρώ το 2007, άλλα 17 δισεκατομμύρια το 2010 και θα πάρουν ακόμα 10 δισεκατομμύρια, από το πακέτο των 120 δισεκατομμυρίων που θα δανειστούμε.
Δεν είπε λοιπόν ψέματα ο Γιωργάκης προεκλογικώς. Λεφτά υπήρχαν, μόνο που ήταν για άλλους!

Έχουμε λοιπόν καινούργια κατοχή. Όμως, για έναν λαό περήφανο και ανυπότακτο, αυτό σημαίνει αυτομάτως και αντίσταση. Μόνο που αντίσταση δεν σημαίνει και ένοπλη εξέγερση. Αυτή, σήμερα, δεν οδηγεί πουθενά. Η βία αυξάνει την καταστολή και εξυπηρετεί τελικά το σύστημα. Άλλωστε να θυμηθούμε πως άρχισε η Εθνική Αντίσταση, τότε, το ΄41. Δεν ξεκίνησε με όπλα και βιαιότητες. Σαμποτάζ, και ανατινάξεις γίνονταν βέβαια, αλλά από μικρές οργανώσεις, συνδεόμενες με το Συμμαχικό Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής. Υπήρχαν στα βουνά μικρές ομάδες ανταρτών, αλλά η πραγματική αντίσταση ξεκίνησε στις πόλεις, με την προσπάθεια να αντιμετωπιστεί ο φοβερός λιμός που προκάλεσε η καταλήστευση των πάντων από τα στρατεύματα κατοχής.
Είναι σημαδιακό πως η Εθνική Αλληλεγγύη, ο «Ερυθρός Σταυρός» της Αντίστασης, ιδρύθηκε τρεις μήνες πριν από το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο και ιδρύθηκε για να συντρέξει το λαό. Πρωτοστάτησε στην καθιέρωση συσσιτίων, στη συγκρότηση καταναλωτικών συνεταιρισμών, στην αρωγή προς τους πεινασμένους.
Και η ιστορία της το αναγνώρισε
Το ΕΑΜ μας έσωσε απ΄την πείνα….
έλεγε ένα τραγούδι της εποχής εκείνης.

Από εκεί λοιπόν θα πρέπει να αρχίσει η καινούργια αντίσταση. Από την αρωγή προς τους ανήμπορους. Και οργανωμένα και αυθόρμητα. Να δημιουργηθούν σε κάθε γειτονιά, σε κάθε χωριό, σε κάθε υπηρεσία, σε κάθε χώρο δουλειάς, κοινότητες αντίστασης και επιβίωσης, στη βάση της αγάπης και της αλληλοβοήθειας. Και εδώ θα φανεί η ικανότητα και η χρησιμότητα της Αριστεράς. Μιας καινούργιας Αριστεράς απαλλαγμένης από στερεότυπα και αγκυλώσεις του παρελθόντος.

Η ουσία της νέας αντίστασης είναι επίσης να μη μπούμε στο παιχνίδι που έχουν αυτοί σχεδιάσει. Να τους αγνοήσουμε, και αυτούς, και τους κανόνες που πάνε να μας επιβάλουν, λες και είναι οι κανόνες αυτοί κάτι το νομοτελειακό και το αναπότρεπτο. Να κάνουμε παρέες για τις δύσκολες μέρες και να τους γράψουμε κανονικά. Χωρίς εμάς, το σύστημα των τοκογλύφων, κερδοσκόπων, μαστροπών και εκμεταλλευτών δεν θα μπορεί να δουλέψει και θα καταρρεύσει!

Οι πρώτοι Χριστιανοί, πριν από χίλια εφτακόσια χρόνια, κατάφεραν να διαλύσουν τη μόνη υπερδύναμη της εποχής τους, τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, με το να απαρνηθούν τον καθιερωμένο τρόπο ζωής και να απορρίψουν τις αξίες του.
Ο Σωκράτης έμπαινε ταχτικά στα μαγαζιά της Αθήνας, περιεργαζόταν τα εμπορεύματα και ποτέ δεν αγόραζε τίποτα. Όταν τον ρώτησαν γιατί το κάνει, απάντησε:
«Για να δω πόσα πράγματα δεν έχω ανάγκη»

Ας τον μιμηθούμε λοιπόν. Αν παρακολουθήσει κανείς, με κριτική διάθεση κι όχι σαν αποχαυνωμένος τηλεθεατής, τις διαφημίσεις που προβάλει το χαζοκούτι, θα δει πως το 90% των προϊόντων που διαφημίζει, είναι άχρηστα. Μπορεί μια χαρά να ζήσει και χωρίς αυτά.

Ύστερα είναι και κάτι άλλο, πολύ σοβαρό. Στην αντίσταση περιλαμβάνεται και η εμψύχωση των καταπτοημένων ανθρώπων, που τα Μέσα Μαζικού Εκμαυλισμού τρομοκρατούν συνεχώς γιατί ξέρουν πως περίφοβοι άνθρωποι δεν αντιστέκονται.

Τέλος, να μην το ξεχνάμε πως αντίσταση σημαίνει επίσης την αποδοκιμασία, την πρόγκα και το φτύσιμο, όχι μόνο των αυτουργών της σημερινής κατάπτωσης, όχι μόνο των κλεφταράδων, των μασκαράδων και των απατεώνων της πολιτικής και της οικονομίας, αλλά και αυτών που τους ανέχθηκαν και που και σήμερα ακόμα τους αφήνουν στο απυρόβλητο και δεν κάνουν τίποτα για να τους παραπέμψουν στη Δικαιοσύνη.
Όσο οι κλέφτες, οι καταχραστές, οι πρωταγωνιστές των σκανδάλων κυκλοφορούν ελεύθεροι, δεν πρέπει να αφήσουμε κανέναν από αυτούς που ασκούν την εξουσία να κυκλοφορεί, χωρίς μόλις τους δούμε να τους ρωτάμε δυνατά και με παρρησία
«Τι θα γίνει με τα κλεμμένα;»
«Πότε θα στείλετε τους καταχραστές στη Δικαιοσύνη;»
Κι αυτό να γίνεται κάθε μέρα, σε κάθε βήμα τους, σε κάθε περίπτωση: Σε εγκαίνια έργων, σε τελετές και συνεστιάσεις, σε παρουσιάσεις βιβλίων, σε απονομές βραβείων, παντού όπου θα παρίστανται, καμαρώνοντας σα γύφτικα σκεπάρνια μ΄εκείνο το ανυπόφορο χαμόγελο αυταρέσκειας. Να το χάσουν αυτό το χαμόγελο και να συνειδητοποιήσουν πως δε θα το βάλουμε κάτω…

Θέλετε το ευρώ; Σερβίρεται μόνο με λιτότητα και χωρίς δημοκρατία!

Θέλετε το ευρώ; Σερβίρεται μόνο με λιτότητα και χωρίς δημοκρατία!

Αναδημοσίευση από την "Ίσκρα"


Για μια εναλλακτική αριστερή απάντηση στις αποφάσεις της "ευρω-δικτατορίας" της Συνόδου Κορυφής της ΕΕ



Για τους κυρίαρχους κύκλους της ΕΕ, το ζητούμενο της πρόσφατης Συνόδου Κορυφής της ΕΕ ήταν η διάσωση της ευρωζώνης και η σταθερότητα του ευρώ.

Στο όνομα τους επεβλήθη μια ΕΕ πολλών ταχυτήτων, η ευρωζώνη μετατράπηκε σε «δημοσιονομική φυλακή» με στόχους ισοσκελισμένους (!) και πλεονασματικούς (!) προϋπολογισμούς, χρέη που, για όλες τις χώρες, πρέπει να βρεθούν κάτω του 60% του ΑΕΠ και άρα, με μέτρα λιτότητας, που θα βαθύνουν παντού και θα την καταστήσουν αόριστη!

Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΕ ΚΑΤΕΡΓΟ!

Η Ελλάδα, επειδή βρίσκεται στην πλέον δεινή θέση, θα εισέλθει, με τέτοιου είδους αποφάσεις, σε κανονικό "κάτεργο", καταδικασμένη σε ισόβια δεσμά! Σε μια ισόβια λιτότητα και κοινωνική λεηλασία, που θα καταστρέψει απολύτως την ελληνική κοινωνία!

Το τίμημα για όσους θέλουν το ευρώ είναι απλό. Οφείλουν να υποστούν μια πραγματική δικτατορία: τη δικτατορία του ευρώ!

Γιατί περί δικτατορίας μόνο μπορεί να γίνει λόγος, αφού οι στόχοι για ισοσκελισμένους και πλεονασματικούς προϋπολογισμούς, που θα επιτηρούνται από υπερεθνικές απολυταρχίες έναντι αυστηρότατων αυτόματων κυρώσεων, δεν υπακούουν σε καμιά λογική, πέραν των Γερμανικών μονεταριστικών δογμάτων και της προσπάθειας «κινεζοποίησης» των μισθών της ΕΕ, μέσω της αιώνιας λιτότητας!

ΑΝΤΙΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΜΟΝΕΤΑΡΙΣΤΙΚΑ ΔΟΓΜΑΤΑ!

Πράγματι, ποτέ και πουθενά και σε κανένα σύστημα, δεν μπορεί να επιβληθεί δογματικά ως κανόνας οι ισοσκελισμένοι και πλεονασματικοί κρατικοί προϋπολογισμοί, χωρίς με αυτόν τον τρόπο να παραιτούνται χώρες και κυβερνήσεις από ένα θεμελιώδες εργαλείο σχεδιασμού αντικυκλικής, αναπτυξιακής και κοινωνικής πολιτικής, πράγμα που ισοδυναμεί με καταδίκη τους.

Για να εξηγούμαστε. Το πρόβλημα με τους προϋπολογισμούς δεν είναι εν γένει τα ελλείμματα τους.

Το πρόβλημα ήταν και είναι που κατευθύνονται τα ελλείμματα! Αν τα ελλείμματα αξιοποιούνται για αναπτυξιακούς, παραγωγικούς και κοινωνικούς στόχους ή όχι!

Ένα κράτος ή ομάδα κρατών, που δεν έχουν, σε καμία περίπτωση, τη δυνατότητα να διαμορφώσουν ελλείμματα, για να σχεδιάσουν και να τροφοδοτήσουν προωθημένα, επεξεργασμένα και πρωτοπόρα επενδυτικά, τεχνολογικά και κοινωνικά προγράμματα, είναι καταδικασμένα να περάσουν στο περιθώριο.

Χάρις στα ελλείμματα, που ετύγχαναν λαμπρής αναπτυξιακής αξιοποίησης, απογειώθηκαν ακόμα και σειρά από καπιταλιστικές χώρες, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις ΗΠΑ του 19ου αιώνα.

Το πρόβλημα με την Ελλάδα δεν ήταν ποτέ γενικώς τα υπερβολικά ελλείμματα, αλλά το γεγονός ότι αυτά τα ελλείμματα, αντί να κατευθύνονται σε παραγωγικές επενδύσεις, τροφοδοτούσαν τα υπερκέρδη μιας ολιγαρχίας, συχνά κρατικοδίαιτης, την εξυπηρέτηση εκτεταμένων πελατειακών δικτύων, τη διαφθορά και τις παρασιτικές κομματικές γραφειοκρατίες, μέσα και έξω από το κράτος!

ΝΕΟ ΠΙΟ ΑΝΤΙΔΡΑΣΤΙΚΟ ΜΑΑΣΤΡΙΧΤ!

Η ευρωζώνη, με Γερμανική συνταγή, επιχειρεί να διασώσει το ευρώ, επιβάλλοντας στο όνομα του την ακύρωση σχεδόν κάθε ίχνους δημοκρατίας και εγκαθιδρύοντας τη «δικτατορία του ευρωνομίσματος»!

Το ευρώ, βασισμένο στη Συνθήκη του Μάαστριχτ, ήταν εξαρχής ναρκοθετημένο, λόγω της θεμελιώδους του αντίφασης.

Ήταν ένα ανελαστικό νόμισμα που προσομοίαζε με ένα κουστούμι για όλα τα σώματα.

Έμοιαζε ως η ευρωζώνη να επανέφερε με το ευρώ τον «κανόνα χρυσού» σε ακόμα χειρότερη έκδοση, μιας και στη συγκεκριμένη περίπτωση, το ευρώ δεν αντιπροσώπευε τίποτα παραπάνω από ένα χαρτί, ενώ η εκτύπωση χρήματος ήταν πολύ δυσκολότερη από την εποχή του χρυσού κανόνα!!!

Το νόμισμα, λοιπόν, του ευρώ, με αυτά τα καινοφανή χαρακτηριστικά, ως νόμισμα πολλών και διαφορετικών κρατών, με εντελώς άνισες οικονομίες, κύκλους και παραγωγικότητες, για να μπορούσε, έστω προσωρινά, να «σταθεί», χρειαζόταν δίπλα του ένα σκληρό μηχανισμό, που συνεχώς να αντιδραστικοποιείται.

Αυτός ο μηχανισμός αρχικά ήταν το τέρας του Συμφώνου Σταθερότητας, με τις προβλέψεις για 3% (το πολύ) του ΑΕΠ έλλειμμα και όχι πάνω από 60% του ΑΕΠ κρατικό χρέος, προβλέψεις που ουδέποτε μπόρεσαν και δεν ήταν δυνατόν να διατηρηθούν!

Τώρα, με την πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής, αντί να βγουν τα σωστά συμπεράσματα για τα αδιέξοδα που έχουν εμφανισθεί στη δομή του ενιαίου νομίσματος και στο ίδιο το ευρώ και τα οποία είναι ανυπέρβλητα, οι κυρίαρχοι κύκλοι της ΕΕ κινούνται σε πολύ χειρότερη κατεύθυνση.

Με την πρόσφατη απόφαση της Συνόδου Κορυφής, καθιστούν ακόμα πιο ασφυκτικό και ακραία αντιδραστικό το παλαιό αποτυχημένο «Σύμφωνο Σταθερότητας»!

Αντί να αλλάξουν τη συνταγή, αυξάνουν στο έπακρο και θανατηφόρα τις δόσεις της!

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ "ΚΑΛΟ" ΚΑΙ "ΚΑΚΟ" ΕΥΡΩ!

Αυτή η ακραία αντιδραστική εξέλιξη αποτελεί αμείλικτο ΚΟΛΑΦΟ για όλους τους υποστηρικτές του ευρώ και ειδικότερα για όσους εξ αριστερών το στηρίζουν ή το ανέχονται ως δήθεν «αναγκαίο κακό».

Το ευρώ δεν μπορεί να υπάρξει, παρά μόνο αν το συνοδεύει μια ακραία αντιδραστική και ολοκληρωτική δομή, που θα λειτουργεί ως οδοστρωτήρας για τα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα.

Δεν υπάρχει δήθεν «καλό» - έναντι του σημερινού «κακού» - ευρώ.

Το ευρώ, όσο διατηρείται, θα αντιδραστικοποιούνται οι μηχανισμοί που το στηρίζουν, σε μια λογική «ευρω-δικτατορίας».

Η ΕΥΡΩΖΩΝΗ ΔΥΣΚΟΛΑ ΔΙΑΣΩΖΕΤΑΙ!

Οι αποφάσεις της Συνόδου Κορυφής της ΕΕ, σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να απαντήσουν στην κρίση της ευρωζώνης - αντίθετα θα οξύνουν στο έπακρο αυτή την κρίση.

Τις αποφάσεις αυτές θα ακολουθήσουν ασφυκτικές πολιτικές λιτότητας σε όλα τα κράτη μέλη, με στόχο ισοσκελισμένους – πλεονασματικούς προϋπολογισμούς και μείωση των χρεών κάτω του 60% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος, πράγμα που θα επιφέρει οικονομική ύφεση διαρκείας και διάλυση της ευρωζώνης.

Η ευρωζώνη δεν θα σώζετο, φυσικά, ούτε με τις συνταγές για έκδοση ευρωομολόγων, ούτε αν η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) τύπωνε χρήμα για ευνοϊκότερη χρηματοδότηση των κρατών μελών, πράγματα που η Σύνοδος Κορυφής παρέπεμψε στις καλένδες!

Αντίθετα, μέτρα, όπως τα παραπάνω, μόνο ως «ασπιρίνες» θα μπορούσαν να λειτουργήσουν, ενώ θα επέφεραν πρόσθετες αρνητικές παρενέργειες (βλ. στασιμο-πληθωρισμός, κατάρρευση του ευρώ, κτλ).

ΑΝΑΓΚΗ Η ΔΙΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΖΩΝΗΣ

Εδώ που έχουμε φτάσει, μια πραγματική ανάσα για την αντιμετώπιση της κρίσης, αλλά και αφετηρία για διέξοδο, αν συνοδεύετο με προοδευτικά προγράμματα σοσιαλιστικού προσανατολισμού, θα ήταν η σχεδιασμένη διάλυση της ευρωζώνης και η προώθηση των εθνικών νομισμάτων σε όλα τα κράτη μέλη.

Αυτή η συγκρότηση εθνικών νομισμάτων θα συνοδεύετο πιθανότατα με αναδιάρθρωση χρεών και άνευ όρων διαγραφή τους μέχρι 70-80%, μαζί και εθνικοποίηση των τραπεζών, πράγματα που σίγουρα θα προωθούσαν αφετηριακά και με σωστή προοπτική, κυβερνήσεις αριστερού-προοδευτικού προσανατολισμού.

Ιδιαίτερα για τις πιο αδύναμες χώρες, όπως η Ελλάδα, η διάλυση της ευρωζώνης θα προσέφερε μεγάλη ανακούφιση, ενώ θα μπορούσε να ήταν και διέξοδος στα χέρια μιας κυβέρνησης της Αριστεράς, η οποία θα εφάρμοζε ένα σύγχρονο ριζοσπαστικό πρόγραμμα σοσιαλιστικής προοπτικής.

Αυτονόητο και προφανές είναι ότι η έξοδος της Ελλάδας από την ευρωζώνη είναι έτσι κι αλλιώς επιβεβλημένη, ανεξάρτητα αν επισυμβεί η επιθυμητή γενικότερη διάλυση της ευρωζώνης

Μίσος για τη (μεταπολιτευτική) δημοκρατία , του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Μίσος για τη (μεταπολιτευτική) δημοκρατία

Τελειώνει η μεταπολίτευση; Και τι τελειώνει μαζί της; Τι υπάρχει μετά; Ο Χριστόφορος Βερναρδάκης, Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ, καταθέτει στο βιβλίο του μιαν άρτια μελέτη του σύγχρονου πολιτικού συστήματος απ’ τη σκοπιά όσων «δεν αποσύρθηκαν από την ιδέα να αλλάξουμε τον κόσμο»


Χριστόφορος Βερναρδάκης, «Πολιτικά κόμματα, εκλογές & κομματικό σύστημα. Οι μετασχηματισμοί της πολιτικής αντιπροσώπευσης 1990-2010», Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 2011


Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Ο κυρίαρχος λόγος (πολιτικός, δημοσιογραφικός και ακαδημαϊκός) για το πώς φτάσαμε μέχρις εδώ έχει αναδείξει έγκαιρα τους δικούς του κοινούς τόπους: Κομματικοποίηση του κράτους, πελατειακό, σπάταλο και υπερδιογκωμένο κράτος, λαϊκίστικη κουλτούρα της Μεταπολίτευσης, ελληνική ιδιαιτερότητα, καθυστέρηση ως προς την Ευρώπη, ανεπαρκές και διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα. Κοινός παρονομαστής αυτών των εξηγήσεων (;) είναι η καταγγελία της Μεταπολίτευσης (δαιμονοποίηση του ’80, αδιαφορία ή επιλεκτική ενασχόληση με το ’90) και, κατ’ αντιστοιχία, ο πανηγυρισμός (ένας ακόμα…) για το τέλος του «μεταπολιτευτικού πάρτυ». Χωρίς τον κόπο να προσδιοριστεί το σημείο ισορροπίας κράτους και κοινωνικών τάξεων στο διάστημα 1974-2010, χωρίς οι παραπάνω ισχυρισμοί να ελέγχονται εμπειρικά ή να στηρίζονται θεωρητικά, και με χαρακτηριστική αδιαφορία για την ευρωπαϊκή διάσταση των μετασχηματισμών που συντελέστηκαν στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες, η σημερινή επιβολή της εθνοσωτηρίου συνταγής αντιμετωπίζεται, στο λόγο αυτό, ως ευκαιρία επαναπροσδιορισμού των σχέσεων κράτους-κοινωνίας στη βάση γενικώς της (εθνικής) ευθύνης· μιας έννοιας που υποτίθεται ότι εξέλειπε από τα μεταπολιτευτικά ήθη, ώστε το κράτος να αδυνατεί τόσα χρόνια να «εξορθολογίσει» την κοινωνία.

Η συζήτηση για το αν (και τι) «τελειώνει» μαζί με τη Μεταπολίτευση δεν είναι βυζαντινολογία. Κι αυτό γιατί, μακράν του να αποτελεί «αλλαγή νατοϊκής φρουράς» ή αφετηρίας «εθνικής-δημοκρατικής ενότητας», η Μεταπολίτευση σήμανε για την Ελλάδα το τέλος μιας μακράς περιόδου πολέμων και πραξικοπημάτων, την κατάρρευση εξωκοινοβουλευτικών πυλώνων εξουσίας (παλάτι, στρατός, παρακρατικές οργανώσεις) και τη συντριβή της αντικομμουνιστικής εθνικοφροσύνης ως κρατικής ιδεολογίας· με διαφορετική διατύπωση, η Μεταπολίτευση υπήρξε η αφετηρία για μια νέα σχέση (καπιταλιστικού) κράτους-κοινωνίας, τους όρους και τα όρια της οποίας («δίκαιο κέρδος», κοινωνική ειρήνη) έθεσαν τα κόμματα που δημιουργήθηκαν το 1974. Τα κόμματα αυτά επωμίστηκαν κατά κύριο λόγο τη διαδικασία της μετάβασης, σε αυτά διοχετεύτηκε με μαζικούς όρους ο μεταπολιτευτικός κοινωνικός ριζοσπαστισμός και γι’ αυτό η μεταπολιτευτική δημοκρατία είναι πρώτα απ’ όλα μια (αστική) κομματική δημοκρατία: ούτε Ιθάκη του «ειδυλλιακού τότε», ούτε το ερμηνευτικό πασπαρτού για το δυσοίωνο σήμερα. Με αυτή λοιπόν την έννοια, κάθε νύξη περί «τέλους της Μεταπολίτευσης» αντιστοιχεί σε συγκεκριμένες καμπές της νέας «σχέσης» που εγκαινιάστηκε το ’74: Σε διαφορετικές ισορροπίες του εκκρεμούς κοινωνικής αντιπροσώπευσης και κρατικής νομιμοποίησης, εντός του οποίου κινείται κάθε κόμμα - με διαφορετική διατύπωση: σε διαφορετικά «είδη» (αστικής) δημοκρατίας.

Από την άποψη αυτή, η συζήτηση για τα όρια, και κυρίως, για το τι υπάρχει «μετά» τη Μεταπολίτευση δεν αφορά αποκλειστικά τους πολιτικούς επιστήμονες. Εδώ ακριβώς ο Βερναρδάκης τα καταφέρνει θαυμάσια, προσφέροντας ένα βιβλίο που διαβάζεται (και αξίζει να διαβαστεί) από μη ειδικούς, χωρίς από την άλλη να πρόκειται για «εύκολο» βιβλίο. Στα τέσσερα κεφάλαιά του, μπορούμε να παρακολουθήσουμε από τέσσερις διαφορετικές προοπτικές τη μετατόπιση των κομμάτων στο εκκρεμές που προαναφέραμε, και πιο συγκεκριμένα, την αποδυνάμωσή τους ως εκπροσώπων μακροπρόθεσμων κοινωνικών συμφερόντων στο κράτος, χάριν της ενίσχυσης ενός άλλου τους ρόλου: να «εκλαϊκεύουν» προς την κοινωνία (ολοένα και πιο συγκλίνουσες) στρατηγικές κρατικής διαχείρισης του νεοφιλελευθερισμού.

Αξιοποιώντας κλασικά έργα της πολιτικής επιστήμης, θεωρητικές επεξεργασίες των Πουλαντζά (για το κυρίαρχο μαζικό κόμμα), Κatz και Mair (για το κόμμα-καρτέλ), σύγχρονες μελέτες πολιτικών επιστημόνων και νέων ερευνητών, τη δική του συστηματική δουλειά και υλικό από τις πολυετείς έρευνες τις VPRC, ο Βερναρδάκης προσφέρει μιαν άρτια μελέτη του σύγχρονου πολιτικού συστήματος που δεν εξηγεί την πολιτική διά της πολιτικής – και, μ’ αυτή την έννοια, «επικοινωνεί» με το πρόσφατο βιβλίο των Ε. Τσακαλώτου και Χ. Λάσκου «Χωρίς Επιστροφή» (εκδ. ΚΨΜ 2011), που σωστά αξιώνει να μη διαβαστεί αποκλειστικά από οικονομολόγους.

Στα τέσσερα κεφάλαια του βιβλίου, λοιπόν, παρακολουθούμε όψεις της ίδιας εξέλιξης –της κρατικοποίησης των κομμάτων–, που εκτυλίσσεται σε τρεις φάσεις: συμμετοχική κομματική δημοκρατία (1974-1981), συγκαταθετική κομματική δημοκρατία (1981-1996) και κρίση της κομματικής δημοκρατίας (1996-2010), όπως ονομάζεται μια περίοδος «αποταξικοποίησης» των κομμάτων και μετατροπής τους σε υποσυστήματα του (καπιταλιστικού) κράτους. Τα ίχνη αυτής της διαδικασίας εντοπίζονται στη σύγκλιση ΠΑΣΟΚ-ΝΔ και την απώλεια του παραταξιακού-ταξικού χαρακτήρα του δικομματισμού, στην αυτονόμηση των «κορυφών» (όλων) των κομμάτων, στη ρευστοποίηση της οργάνωσής τους και την εξατομίκευση της εκλογικής τους βάσης, στην εθνική ρητορική και τον πανσυλλεκτισμό τους, στη δημιουργία, τέλος, ενός μεσαίου χώρου, που αναγνωρίζει ως απαραβίαστη την πρωτοκαθεδρία της αγοράς – ενός χώρου που εκτείνεται από την εκσυγχρονισμένη ακροδεξιά μέχρι τη φιλελεύθερη-μετριοπαθή αριστερά. Δευτερεύουσα, αλλά όχι ασήμαντη όψη του φαινομένου, η «αποκέντρωση» της πολιτικής (ανεξάρτητες αρχές, μιντιοποίηση), που συμβάλλουν στην ουδετεροποίηση των πολιτικών διακυβευμάτων και την περαιτέρω «θωράκιση» των κρατικών πολιτικών,

Ο Βερναρδάκης υποδεικνύει την «υλική βάση» αυτής της νέας συνθήκης, ανατρέχοντας στην προ-ΟΝΕ εποχή: στο οικονομικό και οικολογικό όργιο των Ολυμπιακών Αγώνων, στη διαμόρφωση (ως και με αφίσες, αλλά και με την ενεργό συμμετοχή ηγετικών στελεχών του ΠΑΣΟΚ…) του πολυπληθούς «κόμματος του Χρηματιστηρίου», στην εργαλειοποίηση της δημόσιας διοίκησης χάριν της αγοράς, καθώς και στη συγκρότηση μιας γραφειοκρατίας δημοσίων υπαλλήλων που επέβλεψε τη ροή ευρωπαϊκών πόρων και την ιδιωτικοποίηση κοινωνικών υπηρεσιών. Η ανάλυση εντοπίζει στη συνθήκη αυτή την πρωτοφανή διόγκωση οικονομικής και πολιτικής διαφθοράς, που δεν περιορίστηκε στην εκσυγχρονιστική οχταετία Σημίτη, αλλά συνεχίστηκε και μετά την ήττα των εκσυγχρονιστών, με τη συνέχιση του προγράμματός τους από τη ΝΔ, παρά την καταφανή αποτυχία του τελευταίου ως προς τους στόχους που το ίδιο είχε θέσει (σύγκλιση με την ΕΕ, άμβλυνση των περιφερειακών ανισοτήτων, «αποτελεσματικότητα» του κοινωνικού κράτους).

Στο διάστημα αυτό, και στο όνομα της «απελευθέρωσης της οικονομίας», το ΠΑΣΟΚ οργάνωσε μια κλειστή σχέση με εταιρείες (τράπεζες, κατασκευαστικές, εξοπλιστικές, εταιρείες μεταφορών και τηλεπικοινωνιών, κλάδους της πληροφορικής, της ενέργειας, της παιδείας, της υγείας και των ΜΜΕ…) οικοδομώντας σχέσεις αλληλοϋποστήριξης με μεγάλες επιχειρηματικές οικογένειες και ιδιωτικοποιώντας πλήθος κερδοφόρων επιχειρήσεων. Ο Καραμανλής θα προσπαθήσει με το «βασικό μέτοχο» να διαρρήξει αυτό το πλέγμα για να διατηρηθεί στην εξουσία. Όμως οι εσωτερικές πιέσεις και η ήττα –με παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο όνομα του ανταγωνισμού–, θα σημάνουν την ενίσχυση των «νταβατζήδων», την ακύρωση της ηθικολογικής κριτικής της ΝΔ προς το ΠΑΣΟΚ και την «αλλαγή φρουράς» όσον αφορά το διαπλεκόμενο πολιτικό προσωπικό. Είναι από τότε που τα γαλάζια στελέχη θα εγκαινιάσουν μια νέα περίοδο ασύλληπτων σκανδάλων, η οποία διαρκεί μέχρι το 2009.

Σε όσα συμβαίνουν από τη δεκαετία του ’90 και μέχρι πρότινος, η αριστερά αδυνατεί να διαμορφώσει μια δυναμική αντιμετώπισης του δικομματισμού. Αλλά γιατί; Ο Βερναρδάκης επισημαίνει ότι ο δικομματισμός δεν εξαντλείται στην εκλογική και πολιτική δύναμη των δύο μεγάλων κομμάτων εξουσίας: αποτελεί εργαλείο διακυβέρνησης, με δύο συγκλίνοντα κόμματα να συμφωνούν εκ των προτέρων για τις κρατικές πολιτικές. Στα χρόνια αυτά, λοιπόν, ο συστημισμός του Συνασπισμού και ο απομονωτισμός του ΚΚΕ (όχι δηλαδή η απουσία της απλής αναλογικής ή αποκλειστικά εκλογικών συνεργασιών…) στερούν από την αριστερά τη δυνατότητα να συγκροτηθεί ως αντίπαλο κοινωνικό ρεύμα, μολονότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για μια τέτοια κοινωνική διαθεσιμότητα. Στο βιβλίο προτείνονται ως εξηγήσεις τόσο η ιστορία της μεταπολεμικής αριστεράς (ορίζοντας της ΕΔΑ π.χ. ήταν η νομιμοποίηση, δηλαδή το κράτος), όσο και πολιτικές επιλογές που συνδέονται με κοινωνικές εκπροσωπήσεις, ιδεολογικές αναφορές και οργανωτικές επιλογές των κομμάτων της. Έχει σημασία η παρατήρηση του Βερναρδάκη ότι η αριστερά διαφοροποιείται μεν από τα αστικά-κρατικά κόμματα, καθώς επιδιώκει την εκπροσώπηση κοινωνικών συμφερόντων, και καθώς δεν συνδέεται οργανικά με κρατικές θέσεις (όπως συμβαίνει π.χ. με τον ΛΑΟΣ)· ακόμα και έτσι, όμως, διατηρεί μια περιορισμένη κοινωνική αυτονομία, καθώς εξαρτάται οικονομικά από την κρατική χρηματοδότηση και τον τραπεζικό δανεισμό, καθώς και από την ένταξη σημαντικού μέρους της στελεχιακής της βάσης (ιδίως του ΣΥΡΙΖΑ) στο δημόσιο τομέα.

Με δεδομένα τα παραπάνω, τι θα μπορούσε να είναι η δημοκρατία μετά το «τέλος της Μεταπολίτευσης», στο φόντο ενός καπιταλισμού που αρνείται προ πολλού να οριοθετηθεί σε κάποιο πλαίσιο «δίκαιης» κερδοφορίας και κοινωνικής συνεργασίας; Ο μέχρι πρότινος πολυσυλλεκτισμός των κομμάτων δεν τους επιτρέπει πλέον να διατηρούν πολυσυλλεκτικές κοινωνικές συμμαχίες, γεγονός που αναγκάζει ακόμα και κρατικούς διανοουμένους (η ανάδειξη των οποίων χρονολογείται στη δεκαετία του ’90) να μιλούν για «κόμματα-μη κόμματα». Οι προβλέψεις για το μέλλον θα ήταν επισφαλείς, εξ ου και στο βιβλίο αποφεύγονται. Όμως, τόσο τα στοιχεία που παρατίθενται, όσο και η εμπειρία από την Ελλάδα και την Ευρώπη (πρωθυπουργοί και υπουργοί από το χώρο των τραπεζών, των φαρμακοβιομηχανιών ή των τουριστικών επιχειρήσεων, κομματικά στελέχη από το «βαθύ κράτος» ή το χώρο του θεάματος) προδιαγράφουν πράγματα όχι ευχάριστα. Στον καπιταλισμό του 19ου αιώνα, η άμεση οικονομική κυριαρχία και η κρατική βία «εξηγούνταν» ως αποτελέσματα της απουσίας ανεπτυγμένων μηχανισμών που θα οργάνωναν τη συναίνεση· σήμερα που οι μηχανισμοί αυτοί υπάρχουν, τι είδους συναίνεση μπορεί άραγε να επιτευχθεί (και κυρίως πώς…) σε ένα πρόγραμμα καπιταλιστικής συσσώρευσης που παραπέμπει στον 19ο αιώνα; Ο Βερναρδάκης δεν προσφέρει συνταγές. Παρέχει όμως σημαντικό υλικό για απαντήσεις, απ’ τη σκοπιά όσων «δεν αποσύρθηκαν από την ιδέα να αλλάξουμε τον κόσμο».

Πηγή: tvxs

Μοιράσου το

Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος

Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2011

Καρλ Μαρξ: Ενας στοχαστής για τον 21ο αιώνα , του ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011
Καρλ Μαρξ: Ενας στοχαστής για τον 21ο αιώνα


ΠΗΓΗ: Ελευθεροτυπία ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΝΑΣΗ ΓΙΑΛΚΕΤΣΗ

ΜΕΤΑ την κατάρρευση της ΕΣΣΔ κυριάρχησε η πεποίθηση ότι ο Μαρξ είναι ένας στοχαστής που ανήκει οριστικά στο παρελθόν, που συνδέεται δηλαδή με τις πολιτικές εμπειρίες των σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών κινημάτων των δυο προηγούμενων αιώνων και επομένως πρέπει να πάψει να θεωρείται σημαντικός για τη σημερινή εποχή.
Στο βιβλίο του «Πώς να αλλάξουμε τον κόσμο. Μαρξ και μαρξισμός 1840-2011» (που κυκλοφόρησε πρόσφατα και στη γλώσσα μας από τις εκδόσεις «Θεμέλιο»), ο βρετανός ιστορικός Ερικ Χομπσμπάουμ υποστηρίζει, αντίθετα, ότι ο Μαρξ είναι «ένας σπουδαίος στοχαστής για τον 21ο αιώνα».
Τονίζει μάλιστα πως το γεγονός ότι δεν υπάρχουν πλέον τα κομμουνιστικά καθεστώτα μάς επιτρέπει να διαβάσουμε τον Μαρξ χωρίς προκαταλήψεις, απελευθερώνοντάς τον από τις δογματικές ερμηνείες που πρότειναν οι διάφοροι «μαρξισμοί» και κυρίως από την ταύτισή του με τη λενινιστική θεωρία.

Ετσι θα καταστεί δυνατό να θέσουμε τα ίδια τα ερωτήματα που έθεσε ο Μαρξ, χωρίς να δώσουμε σε αυτά τις ίδιες απαντήσεις που έδιναν οι μαθητές και οι οπαδοί του, δηλαδή οι μαρξιστές του παρελθόντος. Οχι επειδή αυτές ήταν όλες εσφαλμένες, αλλά επειδή σχεδόν πάντα ήταν αποσπασματικές και μονόπλευρες απαντήσεις. Εντόπιζαν πρώτα ένα στοιχείο του έργου του, το απομόνωναν έπειτα και τέλος το απολυτοποιούσαν, απλοποιώντας ή και διαστρεβλώνοντας τη σκέψη του. Πολλοί μαρξιστές μετέτρεψαν έτσι τη σκέψη του Μαρξ σε δόγμα και πάνω σε αυτή τη βάση διαμορφώθηκαν και αντιπαρατέθηκαν ορθοδοξίες και αιρέσεις.
Μια κριτική και απροκατάληπτη ανάγνωση του έργου του αποκαλύπτει αντίθετα έναν στοχαστή ικανό να επανεξετάζει και να αναθεωρεί διαρκώς τα πορίσματα των ερευνών του. Τα γραπτά του αποτελούν ένα ανολοκλήρωτο έργο, ένα έργο ανοιχτό, σε διαρκή εξέλιξη. Και ο ίδιος αντιλαμβανόταν τη σκέψη του ως μια κριτική μέθοδο ανάλυσης της πραγματικότητας και όχι ως ένα αύταρκες και κλειστό σύστημα ιδεών. Σε σημείο μάλιστα που, μπροστά στις δογματικές ερμηνείες του έργου του που έδιναν ενθουσιώδεις οπαδοί του, αυτός προτιμούσε να δηλώνει: «Εγώ δεν είμαι μαρξιστής».
Εφαρμόζοντας αυτή την κριτική μέθοδο, ο «μαρξιστής» Χομπσμπάουμ διαπιστώνει ότι «πολλά από όσα έγραψε ο Μαρξ είναι παρωχημένα και κάποια δεν είναι πλέον αποδεκτά». Υπάρχουν όμως και πολλά καίρια σημεία της ανάλυσης του Μαρξ που «παραμένουν βάσιμα και ουσιώδη». Διαψεύστηκαν βέβαια πολλές από τις προβλέψεις του και ιδιαίτερα εκείνη που υπέθετε ότι η εξαθλίωση και η συνακόλουθη πολιτική ριζοσπαστικοποίηση του προλεταριάτου θα οδηγούσε αναπόφευκτα στην επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού και στον σοσιαλισμό. Διατηρεί όμως την αξία της και παραμένει ανυπέρβλητη η μαρξική ανάλυση της παγκόσμιας δυναμικής της καπιταλιστικής ανάπτυξης και των εσωτερικών της αντιφάσεων. Σήμερα μάλιστα φαίνεται ακόμα πιο έγκυρη και ισχυρή, επειδή η ενοποίηση των αγορών (των εμπορευμάτων, του χρήματος, των συμβόλων, των τρόπων ζωής) ενισχύει εκείνα τα χαρακτηριστικά του καπιταλισμού που είχε αναδείξει και περιγράψει ο Μαρξ.
Ποιος μπορεί πράγματι να αρνηθεί το γεγονός ότι ο καπιταλισμός (ο οποίος έχει γίνει σε μεγάλο βαθμό χρηματοπιστωτικός, όπως ο Μαρξ προέβλεπε) γεννάει περιοδικά κρίσεις, υφέσεις, μαζική ανεργία και κοινωνικές ανισότητες; Μήπως δεν είναι αλήθεια ότι ο πλούτος συγκεντρώνεται σε όλο και λιγότερα χέρια; Και πώς να μη θεωρήσουμε επιτακτική την αναγκαιότητα -που υποδεικνύει και ο Χομπσμπάουμ με τον τίτλο του έργου του- «να αλλάξουμε τον κόσμο»;
Το έργο του Μαρξ παραμένει πολύτιμο και αναγκαίο πνευματικό εφόδιο για όλους όσοι θέλουν μια διαφορετική κοινωνία, καλύτερη και πιο δίκαιη από τη σημερινή. Στο παρελθόν αυτή η αλλαγή ταυτίστηκε από τους περισσότερους μαρξιστές με την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού και τη μετάβαση στον σοσιαλισμό. Το ερώτημα όμως που τίθεται σήμερα (και δεν το αποφεύγει ο Χομπσμπάουμ) είναι: Να αλλάξουμε τον κόσμο και να τον κάνουμε καλύτερο σημαίνει υποχρεωτικά να ανατρέψουμε τον καπιταλισμό και να οικοδομήσουμε το σοσιαλισμό; Σημαίνει δηλαδή να εξαλείψουμε τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής που βασίζεται στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και να θεμελιώσουμε μιαν οικονομία που θα βασίζεται στην κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής;
Στις ιστορικές εμπειρίες οικοδόμησης του σοσιαλισμού η κοινωνικοποίηση ταυτίστηκε με την κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και γέννησε όχι μόνον αρνητικά οικονομικά αποτελέσματα αλλά και αυταρχικά καθεστώτα που εκμηδένισαν την ανθρώπινη ελευθερία. Ο Χομπσμπάουμ δεν παραγνωρίζει αυτό το σκληρό μάθημα που μας κληροδοτεί η ιστορία του εικοστού αιώνα. Ο «σοσιαλισμός», όπως εφαρμόστηκε στην ΕΣΣΔ και στις άλλες κεντρικά σχεδιασμένες οικονομίες, έχει πεθάνει και δεν πρόκειται να αναγεννηθεί. Οπως εξηγεί ο Χομπσμπάουμ, ο Μαρξ δεν μας άφησε συγκεκριμένες αναλύσεις για τα οικονομικά του σοσιαλισμού και οι οπαδοί του στον εικοστό αιώνα -τόσο οι σοσιαλδημοκράτες όσο και οι κομμουνιστές- εμπνεύστηκαν τη σχεδιασμένη οικονομία από το παράδειγμα της πολεμικής οικονομίας που αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια του Α' Παγκόσμιου Πολέμου.
Σημειώνει ο βρετανός ιστορικός: «Από τη δεκαετία του 1980 έγινε φανερό πως οι σοσιαλιστές, είτε οι μαρξιστές είτε οι άλλοι, έμειναν χωρίς την παραδοσιακή εναλλακτική λύση τους απέναντι στον καπιταλισμό, εκτός αν ξανασκεφτούν τι εννοούσαν με τον "σοσιαλισμό" ή μέχρι να το ξανασκεφτούν».
Η παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008 κατέδειξε ωστόσο τη χρεοκοπία του φονταμενταλισμού της αγοράς και, μολονότι δεν υπάρχει στον ορίζοντα ένα ριζικά εναλλακτικό οικονομικό και κοινωνικό σύστημα, «το ενδεχόμενο της διάλυσης, ακόμη και της κατάρρευσης, του υπάρχοντος συστήματος δεν πρέπει πλέον να αποκλείεται».
Τα μεγάλα προβλήματα του 21ου αιώνα απαιτούν λύσεις τις οποίες δεν μπορούν να δώσουν ούτε η ελεύθερη αγορά ούτε ο παραδοσιακός πολιτικός φιλελευθερισμός. Ιδού γιατί, «άλλη μία φορά, έχει έρθει η ώρα να πάρουμε τον Μαρξ στα σοβαρά»