Πέμπτη, 31 Μαρτίου 2011

Κοινωνία στα πρόθυρα έκρηξης

Οδόφραγμα στην λεωφόρο Λαυρίου που έχουν κατασκευάσει κάτοικοι της Κερατέας
Σε πρόσφατο άρθρο του, το tvxs.gr γράφει:

Κοινωνία στα πρόθυρα έκρηξης

Καταλήψεις δημαρχείων, σχολείων, νοσοκομείων, αποδοκιμασίες πολιτικών... Η οργή ξεχειλίζει, οι πολίτες αρνούνται πλέον να παραμένουν θεατές απέναντι στις εξελίξεις και προχωρούν σε κινητοποιήσεις διεκδικώντας τα δικαιώματά τους.

Στη συνέχεια το άρθρο περιγράφει πιο αναλυτικά και με παραδείγματα όλες αυτές τις κινητοποιήσεις, στις οποίες θα μπορούσαμε να προσθέσουμε το κίνημα "Δεν Πληρώνω" στα διόδια και στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, ή τις πρωτόγνωρες ίσως για τη σύγχρονη εποχή μορφές λαϊκής πάλης και αυτοάμυνας στην Κερατέα απέναντι στο κράτος, τους εργολάβους και τα ΜΑΤ που τους έχουν στείλει.

Αυτά που όμως δε μας λέει το άρθρο είναι κυρίως δύο:

1) Ο κόσμος ναι μεν δεν καταπίνει πλέον αμάσητη την ψεύτικη προπαγάνδα των κυβερνώντων για την "ανάκαμψη", ή τον "μονόδρομο της λιτότητας" για το λαό, κτλ, ωστόσο αυτό δεν οδηγεί μόνο σε συμπεριφορές κινητοποίησης απέναντι στην άρχουσα τάξη:

Κάθε μέρα που περνά, ο λαός δέχεται έναν καταιγισμό "πυρών" - τη μία μία μέρα δίνονται δισεκατομμύρια στις τράπεζες ως "πακέτα σωτηρίας", την άλλη του ανακοινώνουν νέες περικοπές σε μισθούς και συντάξεις, την επόμενη νέους φόρους για αυτόν, και νέες φοροαπαλλαγές για τους κεφαλαιοκράτες (αν και αυτές δεν τις πολυλένε είναι η αλήθεια), μετά τους ανακοινώνουν ότι ιδιωτικοποιούν...τα πάντα, κτλ, κτλ, κτλ. Και στο τέλος, δειλά-δειλά έχουν αρχίσει να του λένε πλέον ανοιχτά ότι η χρεωκοπία είναι αναπόφευκτη.

Λογικό και αναμενόμενο είναι ο κόσμος να "ενεργοποιείται" λοιπόν - ας μην ξεχνάμε όμως πως μιλάμε για έναν κόσμο που έχει να αγωνιστεί για κάτι εδώ και πάρα μα πάρα πολύ καιρό. Ούτε μεγάλη εμπειρία έχει, ούτε γνώσεις λοιπόν από τέτοια πράγματα.

Έτσι, πολλοί καταφεύγουν στην ακροδεξιά, πέφτοντας στην πιο κλασσική παγίδα να κατηγορήσουν για όλα τα κακά της μοίρας τους τους "νέους Εβραίους", τους μετανάστες, αφήνοντας στο απυρόβλητο τους εφοπλιστές/τραπεζίτες/βιομήχανους/δεσποτάδες, κτλ.

Είναι οι πιο αδύναμοι εξάλλου, και πολλοί εξ αυτών είναι τόσο εξαθλιωμένοι που δεν είναι καν εργάτες, αλλά λούμπεν προλεταριάτο (ζητιάνοι, μικροκακοποιοί, κτλ). Οπότε είναι οι πρώτοι υποψήφιοι προς εξολόθρευση από το σύστημα, προκειμένου να τη σκαπουλάρουν οι καπιταλιστές, και να συνεχίζουν να πλουτίζουν ακόμα περισσότερο εις βάρος των εργατών, που είναι απασχολημένοι με τους πιο αδύναμους, την ίδια ώρα που οι πιο δυνατοί απ' όλους, αυτοί που καταδυναστεύουν όλη την κοινωνία μάλλον θα τα βλέπουν όλα αυτά και θα βάζουν τα γέλια με τα χάλια μας.

Σε αυτό βέβαια έχει ευθύνη και η αριστερά, ειδικά η "ροζ" αριστερά, που από τη μία φωνάζει διαρκώς περί "πάλης των τάξεων" (και καλά κάνει βέβαια), αλλά από την άλλη όταν έρχεται η ώρα να συζητήσει για το θέμα, τότε η ταξική ανάλυση πάει περίπατο, και "είμαστε με τους μετανάστες" (αντί για: "είμαστε με τους εργάτες" - αυτό θα επέτρεπε να γίνει μια ταξική ανάλυση, να δούμε ότι υπάρχει το προλεταριάτο και υπάρχει και το λούμπεν προλεταριάτο και να χαράξουμε και μια αντίσοιχη πολιτική που θα έβαζε τους εργάτες, ντόπιους ή αλλοδαπούς σε πορεία σύγκρουσης με την άρχουσα τάξη που μας έχει πάρει και τα σώβρακα).

2) Το δεύτερο πράγμα που δεν αναφέρεται ούτε στο tvxs ούτε και (σχεδόν) πουθενά, είναι πως ναι μεν ο κόσμος προσπαθεί να ανασυγκροτηθεί κινηματικά, πολιτικά, κτλ, και έχουν γίνει βήματα προς τα εκεί, ωστόσο "έχουμε πολύ δρόμο ακόμα":

Οι κινητοποιήσεις ναι μεν "φουντώνουν" και υπάρχει και μια σχετική άνοδο της πολιτικοποίησης των αγώνων, αλλά ακόμα απέχουμε πολύ από το να πούμε πως έχουμε μια σαφή και ξεκάθαρη στόχευση, ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα. Οι κινητοποιήσεις στοχεύουν συνήθως σε επί μέρους ζητήματα, όχι σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο, καθώς ο κόσμος αδυνατεί να συλλάβει ένα πλήρες όραμα για την κοινωνία, μια πλήρη εικόνα για το τι γίνεται και το τι πρέπει να γίνει. Οι εξεγέρσεις θα είναι λοιπόν "τυφλές" αν δεν αναλάβει τις ιστορικές ευθύνες της και η αριστερά, που είναι φανερό ότι είναι προς το παρόν "πίσω από τις εξελίξεις", έστω και αν ευτυχώς έχουν γίνει κάποια βήματα προόδου.

Ο κόσμος εξαθλιώνεται («κινεζοποιείται» - γίνεται πιο «ανταγωνιστικός» δηλαδή), και κάθε μέρα μπροστά στα μάτια του του ρημάζουν τη ζωή, για χατήρι μιας μικρής ολιγαρχίας που ξεδιάντροπα πλουτίζει ολοένα και περισσότερο, αφήνοντας τους λαούς να πεινάσουν. Εδώ λοιπόν είναι που φαίνεται πόσο ανοργάνωτος και "ακέφαλος" είναι ο κόσμος και η αριστερά, καθώς δεν υπάρχει μια πολιτική δύναμη οργανωμένη, που να μπορεί να καλέσει το λαό σε ένα μίνιμουμ πρόγραμμα στάσης πληρωμών-εξόδου από το ευρώ, εθνικοποιήσεις αντί ιδιωτικοποιήσεων, και να είναι πειστική και έμπιστη.

Έτσι, ναι μεν βλέπουμε μια ανάταση των κοινωνικών αγώνων, σε αντίθεση με τη διαρκή υποχώρηση που βιώναμε ένα προηγούμενο διάστημα, και επίσης βλέπουμε και μια προσπάθεια πολιτικής ανασυγκρότησης, αλλά ακόμα είμαστε πίσω. Ο κόσμος είναι φοβισμένος για το μέλλον του, αλλά δεν εμπιστεύεται μαζικά κάποια πολιτική δύναμη. Τουλάχιστον όχι προς το παρόν. Σε αυτό βέβαια θα παίξει ρόλο και το αν και το πότε θα ξεπεράσει ο κόσμος τις αυταπάτες του, με τη βοήθεια της αριστεράς, ώστε να κατανοήσει ότι δεν υπάρχει σωτηρία από πουθενά εκτός από αυτόν τον ίδιο: Θα πρέπει να παλέψει "μέχρι τέλους", και αυτό είναι κάτι για το οποίο ο κόσμος δεν ήταν προετοιμασμένος, ούτε εμπιστεύεται μέχρι τώρα τις δυνάμεις του αρκετά για να το κάνει αυτό.

Κρίση και στρατηγική του ελληνικού Κεφαλαίου ,του Σπύρου Σακελλαρόπουλου

Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2011

Κρίση και στρατηγική του ελληνικού Κεφαλαίου

Πηγή: Αριστερό Βήμα


Του Σπύρου Σακελλαρόπουλου

1. Εισαγωγή

Στο παρόν άρθρο ασχολούμαστε με τις διαστάσεις των πρόσφατων οικονομικών μέτρων που ελήφθησαν στην Ελλάδα με αφορμή την αύξηση του ελλείμματος και του δημόσιου χρέους. Η βασική μας κατεύθυνση είναι να δείξουμε πως η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική από αυτή που την παρουσιάζει η επίσημη ρητορεία. Η όλη κατάσταση εκκινεί από την διάχυση της παγκόσμιας κρίσης στο εσωτερικό των χωρών της ΟΝΕ και των ζητημάτων που προκύπτουν από την ύπαρξη κοινού νομίσματος σε εθνικούς σχηματισμούς διαφορετικής παραγωγικότητας, τον ειδικό ρόλο του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου μέσα στη συγκυρία αλλά και τη διατήρηση της ηγεμονικής θέση της Γερμανίας εντός της ΕΕ. Από εκεί και πέρα, σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, το ζήτημα με το έλλειμμα και το χρέος χρησιμοποιείται ως εφαλτήριο για να εφαρμοστούν ταξικές πολιτικές επιθετικού χαρακτήρα. Ο λόγος που γίνεται αυτό έχει να κάνει με την αδυναμία του ελληνικού καπιταλισμού να συνεχίζει να εντάσσεται με τον ίδιο τρόπο εντός του διεθνή καταμερισμού εργασίας. Η αποτυχία υιοθέτησης ενός τεχνολογικά και κλαδικά αναδιαρθρωμένου μοντέλου που θα συντελούσε στην άνοδο της ελληνικής ανταγωνιστικότητας απέναντι στους ισχυρούς ιμπεριαλιστικούς σχηματισμούς, έχει ως αποτέλεσμα την προσπάθεια επίλυσης του προβλήματος μέσω του μετακύλισης του σχετικού κόστους στα λαϊκά στρώματα με όχημα τα πρόσφατα οικονομικά μέτρα (μείωση αμοιβών, μεγαλύτερη εργασιακή ευελιξία, αύξηση του ορίου απολύσεων, μείωση των συντάξεων). Διαφορετικά ειπωμένο, βιώνουμε αυτή την περίοδο την πιο επιθετική κίνηση του αστικού κράτους στο οικονομικό επίπεδο από το τέλος του εμφυλίου και ύστερα. Η προσπάθεια αυτή εδράζεται στα ραγδαία μεταφορά πλούτου από την εργασία στο κεφάλαιο σε βαθμό πρωτοφανέρωτο για τα νεώτερα χρονικά Μέσα από αυτό το σχέδιο η ελληνική αστική τάξη εκτιμά πως θα καταφέρει να ανταποκριθεί στις πιέσεις που δέχεται από τα κεφάλαια σχηματισμών υψηλότερης παραγωγικότητας.

2. Το Γενικότερο Πλαίσιο

Η είσοδος της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης έφερε στην επιφάνεια την δομική αντίφαση που ενυπήρχε εξαρχής στο εγχείρημα του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος. Όπως ακόμα και ο Πωλ Κρούγκμαν έχει υποστηρίξει (Κρούγκμαν 2010), που μόνο για ύποπτος για μαρξιστικές απόψεις δεν μπορεί να θεωρηθεί, η δημιουργία ενός ενιαίου νομίσματος από χώρες με εντελώς διαφορετικά επίπεδα παραγωγικότητας ήταν αναμενόμενο κάποια στιγμή να φέρει στην επιφάνεια μια σειρά από αντιφάσεις. Αντιφάσεις που σχετίζονταν με τα διαφορετικά διαρθρωτικά χαρακτηριστικά κάθε χώρας, τους άνισους ρυθμούς κεφαλαιακής συσσώρευσης, τις άνισες επιδόσεις στο διεθνή ανταγωνισμό που οδήγησαν όχι μόνο σε αποκλίσεις στους ρυθμούς πληθωρισμού, στην αύξηση του ΑΕΠ και στη διόγκωση του δημόσιου χρέους αλλά, κυρίως, στη διαφορετικότητα της διεθνούς εξειδίκευσης των εθνικών παραγωγικών συστημάτων (de Grauwe 2009).
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο το κοινό νόμισμα χρησιμοποιείται ως μοχλός πίεσης για εκσυγχρονισμό των λιγότερων ανταγωνιστικών κεφαλαίων σε συνθήκες καπιταλιστικής ανάπτυξης από τη στιγμή που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί πια το όπλο της υποτίμησης. Βεβαίως δεν πρόκειται για μια ουδέτερη διαδικασία και βάση του νόμου της ανισόμετρης ανάπτυξης η τάση των πραγμάτων θα είναι οι διαφορές μεταξύ των εθνικών κεφαλαίων συνολικά ιδωμένων να αυξάνονται. Γι αυτό ακριβώς το λόγο η Γερμανία, ως ο πιο ισχυρός οικονομικά εθνικός, σχηματισμός της ΕΕ επέλεξε τη λύση του ευρώ. Εκτίμησε πως η υπεροχή της ανταγωνιστικότητάς της, ενισχυμένη από την αδυναμία πραγματοποίησης υποτιμήσεων θα οδηγούσε σε μια εκτεταμένη ανάπτυξη των εξαγωγών της, όπως και έγινε. Από εκεί και πέρα η εξελισσόμενη οικονομική κρίση τροποποίησε μερικά, αλλά όχι συνολικά, το υφιστάμενο πλαίσιο. Δημιουργήθηκαν συνθήκες ύφεσης όπου το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας έγινε πιο έντονο με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, τη δυσχέρανση των δημοσιονομικών δεικτών και την αύξηση του κόστους δανεισμού. Αυτό συνέβει γιατί περιορίστηκαν οι καταναλωτικές δαπάνες με συνέπεια τη μείωση των κρατικών εσόδων και την αύξηση του ελλείμματος ως ποσοστού ενός συρρικνούμενου ΑΕΠ. Η κατάσταση αυτή εντείνεται από το γεγονός πως η πτώση της παραγωγής οδηγεί σε αύξηση της ανεργίας με αποτέλεσμα την ακόμα μεγαλύτερη υστέρηση δημόσιων εσόδων και την πιο συχνή προσφυγή στο δανεισμό για την κάλυψη των αναγκών. Το γεγονός της απουσίας ουσιαστικών αναδιανεμητικών πολιτικών που θα αντιστάθμιζαν την ανισόμετρη ανάπτυξη, δεν φανερώνει τίποτε άλλο παρά πως η ΕΕ δεν αποτελεί μια συνομοσπονδία, πόσο μάλλον μια ομοσπονδία, αλλά μια ειδική θεσμική συνάρθρωση εθνικών καπιταλιστικών σχηματισμών οι οποίοι ανταγωνίζονται για τη μεγαλύτερη δυνατή απόσπαση του παραγόμενου πλούτου.
Η νέα αυτή πραγματικότητα θα οδηγήσει την ελληνική αστική τάξη σε μια αλλαγή υποδείγματος για τον τρόπο με τον οποίο εντάσσεται στο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Για να μπορέσουμε όμως να καταλάβουμε ποιο είναι το περιεχόμενο αυτής της αλλαγής υποδείγματος είναι αναγκαίο να αποσαφηνίσουμε ορισμένους μύθους που προσπαθεί να επιβάλει η άρχουσα τάξη μέσω των πολιτικών της εκπροσώπων και των διαμορφωτών της κοινής γνώμης

3. Μύθος 1:Yπάρχει μια ιδιαίτερη απόκλιση της ελληνικής οικονομίας, η οποία δημιουργεί την ανάγκη για τη λήψη τέτοιας έκτασης μέτρων λιτότητας
Πραγματικά, αν πάρει στα σοβαρά κανείς τα όσα αναφέρονται από τα ΜΜΕ, τους επίσημους κυβερνητικούς κύκλους αλλά και μερίδα των οργανικών διανοουμένων, στην προσπάθειά τους να δικαιολογήσουν τη βαναυσότητα των μέτρων, θα σχηματίσει την εντύπωση πως στην ελληνική οικονομία συμβαίνουν πρωτοφανείς εξελίξεις αποτελώντας μια οριακή περίπτωση για τα δυτικά δεδομένα. Ωστόσο τα διαθέσιμα στοιχεία μόνο αυτό δε δείχνουν. Καταρχήν το ελληνικό κράτος δεν είναι το πιο σπάταλο της Ευρώπης. Η λειτουργία του στοιχίζει το 17,3% του ελληνικού ΑΕΠ, ενώ οι αντίστοιχες δαπάνες για το γερμανικό κράτος φτάνουν στο 19,9%, για το Γαλλικό στο 24%, για το βρετανικό στο 23,7% ενώ ο μ.ο της ευρωζώνης φτάνει στο 21,8% (Βεργόπουλος 2010). Σε ό,τι αφορά τα ελλείμματα οι ΗΠΑ εμφανίζουν έλλειμμα το 2009 12,5%, η Ιαπωνία 10,5% και ο μο των χωρών της ευρωζώνης ήταν 6,6%.
Στον τομέα του χρέους μπορεί το ελληνικό χρέος να φτάνει στο 113,4% του ΑΕΠ το 2009 αλλά η πολύ ισχυρή οικονομικά Ιαπωνία διαπιστώνει πως το δικό της χρέος έχει εκτοξευτεί στο 197,2% . Η κατάσταση, δε, εμφανίζεται πολύ διαφορετική αν λάβουμε υπόψη μας το συνολικό χρέος κάθε χώρας (δηλαδή το σύνολο του ποσού που έχει δανειστεί το κράτος, οι επιχειρήσεις και οι ιδιώτες): Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΔΝΤ το συνολικό ελληνικό χρέος φτάνει στο 179% του ΑΕΠ όταν ο μο της ΕΕ είναι 175% και η Ολλανδία παρουσιάζει συνολικό χρέος 234% του ΑΕΠ, η Ιρλανδία 222%, το Βέλγιο 219%, η Ισπανία 207% η Πορτογαλία 197% η Ιταλία 194%. Αντίστοιχα συμπεράσματα προκύπτουν αν μελετήσει κανείς τα στοιχεία για το εξωτερικό χρέος (δηλαδή τις οφειλές του κράτους, των επιχειρήσεων και των ιδιωτών προς τις ξένες τράπεζες δεδομένου πως ένα τμήμα του χρέους αφορά τράπεζες της ίδιας χώρας): Μεταξύ των λεγόμενων PIGS (Portugal, Ireland, Greece, Spain) η Ιρλανδία χρωστάει το 414% του ΑΕΠ, η Πορτογαλία το 130%, η Ελλάδα το 89,5% και η Ισπανία το 80% (Δελαστίκ 2010α)
Επιπρόσθετα μπορεί η Ελλάδα να εμφανίζει υψηλές δανειακές ανάγκες, ωστόσο η κατάσταση για πολλά άλλα δυτικά κράτη δεν εμφανίζεται διαφορετική. Συγκεκριμένα οι νέες δανειακές ανάγκες της χώρας για το 2010 αναμένεται να φτάσουν τα 50 δισεκατομμύρια ευρώ, τη στιγμή που άλλες «μικρές» χώρες όπως το Βέλγιο και η Ολλανδία θα δανειστούν από 100 δισεκατομμύρια εκάστη. Κι αν για τις ξένες τράπεζες το ρίσκο δανεισμού 50 δις. προς την Ελλάδα θεωρείται υψηλό τότε τι μπορεί να ειπωθεί για τη Γερμανία που μπορεί μεν να έχει το εννεαπλάσιο ΑΕΠ σε σχέση με το ελληνικό, αλλά αναμένεται να δανειστεί 370 δις. ευρώ; Η δε Γαλλία θα φτάσει τα 450 δις και η Ιταλία τα 400 δις με αποτέλεσμα η αντιστοιχία του δανεισμού προς το ΑΕΠ τους να κινείται στα ίδια επίπεδα με την Ελλάδα (Δελαστίκ 2010β).
Τι προκύπτει από όλα τα παραπάνω; Καταρχήν πως παρόμοια οικονομικά προβλήματα αντιμετωπίζουν και άλλες δυτικές χώρες. Όταν αυτό άρχισε να γίνεται σαφές τότε επιστρατεύτηκε ένα δεύτερο επιχείρημα: πως η Ελλάδα αντιμετωπίζει και πρόβλημα χρέους και πρόβλημα ελλειμμάτων και είναι ο συνδυασμός των δύο αυτών προβλημάτων που δημιουργεί την οξυμένη κατάσταση. Το ζήτημα, όμως, είναι, πως αυτό το επιχείρημα εμπεριέχει δύο αντιφάσεις. Η πρώτη είναι πως χώρες πολύ πιο αναπτυγμένες από την Ελλάδα οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία παρουσιάζουν επίσης και υψηλό έλλειμμα αλλά και υψηλό χρέος. Το γεγονός πως δεν αντιμετωπίζουν παρόμοια με την Ελλάδα προβλήματα έχει να κάνει με τ’ ότι ως πολύ πιο ισχυρές οικονομικά δυνάμεις είναι σε θέση να διαχειριστούν τις επιπτώσεις, σ’ αυτή τη φάσης, της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης με διαφορετικό τρόπο. Η δεύτερη αντίφαση έχει να κάνει με τ’ ότι πολύ σύντομα άρχισε να δημιουργείται ένα συνολικότερο πλαίσιο δραματοποίησης της κατάστασης και στην Πορτογαλία και την Ισπανία. Η Ισπανία όμως δεν έχει υψηλό χρέος ενώ η Πορτογαλία δεν έχει υψηλό χρέος και το έλλειμμά της είναι σαφώς χαμηλότερο από αυτό της Ελλάδας. Κατά συνέπεια κάπου άλλου πρέπει να αναζητηθούν τα αίτια. Όπως θα δείξουμε στην παράγραφο 6 αυτό έχει κύρια να κάνει με το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας που παρουσιάζει η Ελλάδα, αλλά και η Πορτογαλία με την Ισπανία, το οποίο οξύνει η παρούσα παγκόσμια κρίση και η διαπλοκή της με την κρίση του ευρώ, γεγονός που οδηγεί τις αγορές στην απόσυρση της εμπιστοσύνης τους προς τους νοτιοευρωπαικούς καπιταλισμούς.

4. Μύθος 2: Το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας δημιουργήθηκε γιατί τα τελευταία χρόνια οι έλληνες εργαζόμενοι απόκτησαν ένα καταναλωτικό πρότυπο που δεν αντιστοιχούσε στις πραγματικές δυνατότητες της οικονομίας.

Το παραπάνω με απλά λόγια σημαίνει πως στο προηγούμενο διάστημα δόθηκαν αυξήσεις τις οποίες δεν μπορούσε να αντέξει η ελληνική οικονομία με αποτέλεσμα να αυξηθεί υπέρμετρα το κόστος παραγωγής και τα ελληνικά προϊόντα να καταστούν μη ανταγωνιστικά. Η λογική συνέπεια αυτού του μυθεύματος είναι πως από εδώ και πέρα θα πρέπει να μειωθεί το εισόδημα των ελλήνων εργαζομένων έτσι ώστε να αποκατασταθεί η χαμένη ανταγωνιστικότητα .
Ωστόσο, η θεωρία της αύξησης των πραγματικών εισοδημάτων στην Ελλάδα και μάλιστα με ρυθμούς υπέρτερους από αυτούς του μ.ο των χωρών της ΕΕ-15 είναι επιδεκτική κριτικής για πολλούς λόγους. Πράγματι τα διαθέσιμα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δείχνουν πως μεταξύ 1995 και 2008 η σωρευτική αύξηση της αγοραστικής δύναμης των μέσων αποδοχών στην Ελλάδα έφτασε το 37%. Εντούτοις η αύξηση αυτή είναι υπερεκτιμημένη: Καταρχήν λαμβάνει υπόψη τον μέσο πληθωρισμό και όχι τον πληθωρισμό που αντιστοιχεί σε καταναλωτικά αγαθά και υπηρεσίες που κατά κύριο λόγο κάνουν χρήση τα νοικοκυριά των εργαζομένων. Σύμφωνα με τους σχετικούς υπολογισμούς η υπερεκτίμηση αυτή προσεγγίζει κάθε χρόνο το 0,7% (ΙΝΕ- ΓΣΕΕ 2009). Έπειτα ο μέσος μισθός δεν αντανακλά την πραγματικότητα που βιώνει η μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων αφού σε αυτόν περιλαμβάνονται και οι πολύ υψηλές αμοιβές των στελεχών. Τέλος οι μέσες πραγματικές αποδοχές δεν είναι υπολογισμένες για σταθερό αριθμό ωρών, αλλά για το σύνολο του χρόνου εργασίας με αποτέλεσμα να συνυπολογίζονται και οι αμοιβές για υπερωρίες .
Το πρόβλημα είναι πως η απουσία τέτοιων στοιχείων για όλη την περίοδο δεν διευκολύνει να βγάλουμε ξεκάθαρα συμπεράσματα για το τι συνέβη στην μεγάλη πλειοψηφία των μισθωτών. Για το λόγο αυτό εκτιμούμε πως είναι ασφαλέστερο να χρησιμοποιήσουμε διαφορετικά εργαλεία για να κατανοήσουμε τι ακριβώς έχει συμβεί.
Ξεκινώντας από τη συμμετοχή των μισθών στο ΑΕΠ διαπιστώνουμε πως υπάρχει μια μακροχρόνια τάση μείωσης του μεριδίου τους από 56% το 1995 σε 54% το 2008. Η επιδείνωση των όρων διαβίωσης των Ελλήνων φαίνεται και από το γεγονός πως το ποσοστό της αποταμίευσης των νοικοκυριών ως ποσοστό του εισοδήματος μειώνεται από 14,1% το 1996 σε 8,9% το 2004. Ταυτόχρονα το ποσοστό του πληθυσμού που βρισκόταν κάτω από το όριο της φτώχειας το 2006 έφτανε το 21%. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός πως οι μισοί φτωχοί έχουν εισόδημα μικρότερο από το 44,4% του διαμέσου εισοδήματος και άρα απέχουν σημαντικά από το να εξέλθουν από τη φτώχεια (ΙΝΕ- ΓΣΕΕ 2008: 210- 211). Μέσα σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να γίνει κατανοητό το γεγονός της μαζικής προσφυγής στον ιδιωτικό δανεισμό. Ένα σημαντικό τμήμα των ελλήνων μη μπορώντας να ικανοποιήσει τις καταναλωτικές του ανάγκες με τον τρόπο της προηγούμενης γενιάς , προσέφυγε στις τράπεζες. Το αποτέλεσμα ήταν ο δανεισμός των νοικοκυριών, ύστερα και από την απελευθέρωση της καταναλωτικής πίστης το 2003, να αυξηθεί κατακόρυφα, 28% ετησίως για την περίοδο 2002- 2007. Ως ποσοστό του ΑΕΠ η συνολική δανειακή επιβάρυνση των ελληνικών νοικοκυριών αυξήθηκε στο 50% στο τέλος του 2009 από 34,7% στο τέλος του 2005 (Μητράκος- Συμιγιάννης 2009: 7)
Ένας άλλος δείκτης που αποτυπώνει τις κοινωνικές ανισότητες είναι η φορολογία όπου οι έμμεσοι φόροι συνεισφέρουν κατά 66% στα φορολογικά έσοδα, οι μισθωτοί κατά 12%, οι μεγάλες επιχειρήσεις κατά 10%, οι μικρές επιχειρήσεις κατά 4% και οι επαγγελματίες κατά 3% (Κυπριανίδης- Μηλιός 2010: 10) Αλλά και στους πιο «αναλογικούς» άμεσους φόρους η κατάσταση δεν εμφανίζεται δικαιότερη: σε σχέση με τη φορολόγηση του εισοδήματος το 2004 οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι κατέβαλαν το 44% των φόρων εισοδήματος ενώ το 2006 το 50,1%. Αντίθετα οι επιχειρήσεις ενώ το 2004 είχαν καταβάλει το 43% των φόρων εισοδήματος, το 2006 κατέβαλαν το 36,3% των φόρων εισοδήματος (ΙΝΕ-ΓΣΕΕ 2008: 22- 23).
Το παραπάνω μπορεί να γίνει αντιληπτό μόνο ως το αποτέλεσμα μιας συνειδητής ταξικής κρατικής πολιτικής σε σχέση και με τη φορολογία. Και δεν μπορούσαν να είναι τα πράγματα διαφορετικά από της στιγμή που για τις μεγάλες επιχειρήσεις η φορολογική επιβάρυνση από 29,9% το 2000 μειώθηκε σε 18,6% το 2006. Το ίδιο έτος ο αντίστοιχος συντελεστής φορο¬λογικής επιβάρυνσης ήταν στην Ισπανία 53,3%, στην Γαλλία 31,4%, στην Ιταλία 27,1%, στην Κύπρο 26,8%, στο Βέλγιο 21,6%, στην Δανία 32,3%, στην Πορτογαλία 22,6%, στην Αγγλία 27,7% και στην Ε.Ε-25 ήταν 28,7%. Αντίθετα, η πραγματική φορολογική επιβάρυνση της εργασίας στην Ελλάδα το 2000 ανερχόταν σε 34,5% και το 2006 αυξήθηκε σε 35,1%. Κατά το ίδιο έτος ο αντίστοιχος συντελε¬στής φορολογικής επιβάρυνσης ήταν στην Ισπανία 30,8%, στην Γαλλία 41,9%, στην Ιταλία 42,5%, στην Κύπρο 24,18%, στο Βέλγιο 42,7%, στην Δανία 37,1%, στην Πορ¬τογαλία 28,6%, στην Αγγλία 25,8% και στην Ε.Ε-25 ήταν 36,4%. Διαπιστώνεται δηλαδή ότι η πραγματική φορολογική επιβάρυνση της εργασίας στην Ελλάδα αντιστοιχεί στο μέσο όρο της Ε.Ε-25, ενώ η πραγματική φορολογική επιβάρυνση για τα κέρδη ανέρχεται σχεδόν στο ήμισυ του μέσου όρου της Ε.Ε -25 (15,9% στην Ελλάδα, έναντι 33% στην Ε.Ε-25. (ΙΝΕ- ΓΣΕΕ 2009: 93) .
Το συνολικό αποτέλεσμα όλων όσων αναφέρθηκαν είναι η Ελλάδα να διακρίνεται για τις οικονομικές της ανισότητες. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές από τη στιγμή που το εισόδημα του 20% των περισσότερο εύπορων ελλήνων που κατέχουν το 40,4% του συνολικού εθνικού εισοδήματος, είναι περίπου εξαπλάσιο από το εισόδημα του 20% των λιγότερο εύπορων ελλήνων που κατέχουν το 7% του εισοδήματος. Αντίθετα στις χώρες της ΕΕ15 η διαφορά δεν υπερβαίνει την τελευταία δεκαετία τις 4,8 φορές (ΙΝΕ- ΓΣΕΕ 2008: 213).
Γενικό συμπέρασμα: Κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαπενταετίας οι κοινωνικές ανισότητες στην Ελλάδα αυξήθηκαν γιατί ο παραγόμενος πλούτος διαμοιράστηκε πολύ άνισα. Κατά συνέπεια τα σημερινά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας δεν μπορεί να θεωρηθεί πως οφείλονται στην (υποτιθέμενη) αύξηση των εισοδημάτων των εργαζομένων

5. Μύθος 3: Η (υποτιθέμενη) αύξηση των μισθών οδήγησε σε ραγδαία μείωση των εξαγωγών
Το πρώτο σημείο στο οποίο αξίζει να σταθεί κανείς είναι πως ακόμα και αν δεχτούμε, ως υπόθεση εργασίας, πως υπάρχει πραγματική αύξηση των μισθών αυτό δεν οδηγεί αναγκαστικά και σε πτώση της ανταγωνιστικότητας. Κι αυτό γιατί ακόμα και αν δεν λάβουμε υπόψη μας τις μεθοδολογικές παρατηρήσεις που κάναμε στην προηγούμενη παράγραφο, η παραγωγικότητα της εργασίας προς το μο της ΕΕ 15 έχει αυξηθεί περισσότερο απ’ ότι οι μισθοί (19% έναντι 14%). Κατά συνέπεια το πρόβλημα δεν πρέπει να εστιάζεται στους μισθούς.
Ταυτόχρονα είναι λάθος να θεωρείται πως το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας είναι τωρινό πρόβλημα- πόσο μάλλον πως γι’ αυτό φταίει η άνοδος των μισθών.
Ας το εξετάσουμε αυτό λίγο πιο αναλυτικά. Για να θεωρήσουμε πως τώρα υπάρχει κρίση ανταγωνιστικότητας αυτό σημαίνει πως σε κάποια, πολύ πρόσφατη, χρονική φάση αυτό το πρόβλημα δεν υπήρχε και γι’ αυτό η ελληνική οικονομία γνώριζε σημαντική ανάπτυξη. Ωστόσο σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία η σχέση εξαγωγών προς εισαγωγές για την περίοδο 1960- 1989 παρουσιάζει ορισμένες, όχι σημαντικές, αυξομειώσεις κυμαινόμενη μεταξύ 1/3 και 1/2,5. Η σαφής αυτή υπεροχή των εισαγωγών αντανακλά ένα έλλειμμα ανταγωνιστικότητας αλλά, σε καμία περίπτωση, δεν οδήγησε στην πτώχευση της χώρας ούτε σε κάποια αντίστοιχη οικονομική καταστροφή. Στη συνέχεια η δεκαετία 1990- 1999 χαρακτηρίστηκε από μια παγίωση της σχέσης στο 1/2,5. Τέλος για την περίοδο 2000- 2009 μπορούμε να καταλήξουμε στα ακόλουθα: α) παρατηρείται μια περιορισμένη διολίσθηση της σχέσης εξαγωγών/ εισαγωγών η οποία κυμαίνεται γύρω από το ύψος του 1/3. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με την ένταση του τρόπου ένταξης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού στον διεθνή καταμερισμό εργασίας και ειδικότερα με τις πιέσεις που δέχθηκε η ελληνική οικονομία λόγω της ένταξής της στη ζώνη του ευρώ από εθνικούς σχηματισμούς με υπέρτερη παραγωγικότητα αλλά και σε αυτή καθ’ αυτή τη χρήση του ευρώ ως ακριβού νομίσματος για τις συναλλαγές με τις χώρες εκτός ευρωζώνης. β) Σε κάθε περίπτωση πάντως η δεκαετία αυτή δε φαίνεται να χαρακτηρίζεται από κάποια δραστική μείωση των εξαγωγών, τέτοιας τάξης που να δικαιολογεί τη λήψη αντίστοιχης εμβέλειας μέτρων όπως αυτά που αποφάσισαν από κοινού Κυβέρνηση, Ευρωπαϊκή Ένωση και Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
Τ’ ότι δεν υπάρχει πρόβλημα κατακόρυφης μείωσης της ελληνικής ανταγωνιστικότητας φαίνεται και από τα υπάρχοντα στοιχεία που αφορούν την εξέλιξη της συμμετοχής των ελληνικών στις παγκόσμιες εξαγωγές, στις εξαγωγές των χωρών της ζώνης του Ευρώ καθώς και στις εξαγωγές στο σύνολο των χωρών της ΕΕ. Ωστόσο ούτε αυτά τα στοιχεία δείχνουν κάποια βαθιά κρίση εξαγωγών. Υπάρχουν διακυμάνσεις οι οποίες οφείλονται σε συγκυριακούς λόγους αλλά όλα κινούνται σε πολύ συγκεκριμένα πλαίσια. Έτσι την περίοδο 2000- 2008 η συμμετοχή των ελληνικών στις παγκόσμιες εξαγωγές κυμαίνεται μεταξύ 0,016 και 0,018 του συνόλου, στις εξαγωγές των χωρών της ΟΝΕ από 0,048 μέχρι 0,059 και στις εξαγωγές των χωρών της ΕΕ από 0,037 μέχρι 0,049 Βεβαίως θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως ακόμα και για το μέγεθος της Ελλάδας οι επιδόσεις αυτές είναι πολύ χαμηλές. Δε θα διαφωνήσουμε πως ο ελληνικός καπιταλισμός δεν αντλεί τη δυναμική του από τη βιομηχανία αλλά σε κάθε περίπτωση τα συγκεκριμένα στοιχεία δεν δείχνουν κάποια καθίζηση των εξαγωγών.

6. Ποιο είναι το πραγματικό πρόβλημα;
Το πραγματικό πρόβλημα έχει να κάνει με το μοντέλο ένταξης στο διεθνή καταμερισμό εργασίας που υιοθέτησε η ελληνική αστική τάξη μεταπολεμικά. Το βάρος δινόταν πρωταρχικά στον εφοπλισμό, άλλωστε η Ελλάδα παραμένει σταθερά η πιο ισχυρή ναυτιλιακή δύναμη στον κόσμο, και στην ανάπτυξη του κατασκευών (πέραν της κατασκευαστικής ανοικοδόμησης της χώρας αξίζει να αναφερθεί και η πολύ σημαντική παρουσία των ελληνικών κατασκευαστικών εταιρειών στη Β. Αφρική και στη Μ. Ανατολή) και του τουρισμού και μόνον δευτερευόντως και υποτελώς στη βιομηχανία και μάλιστα στην εξαγωγική εκδοχή της. Στη συνέχεια και με την ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ/ ΕΕ την όλη αυτή κατεύθυνση ενίσχυσαν και οι κοινοτικοί πόροι.
Το τουριστικό συνάλλαγμα, τα έσοδα από τον εφοπλισμό και οι πόροι από την ΕΟΚ συντελούν αποφασιστικά στη μείωση του εμπορικού ελλείμματος. Διαφορετικά ειπωμένο το σχετικά αδύνατο σημείο του ελληνικού καπιταλισμού που ήταν η ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας του, το αντιστάθμιζε το γεγονός της πολύ ισχυρής ναυτιλιακής παρουσίας, της ανάπτυξης της τουριστικής βιομηχανίας και των πόρων από την ΕΟΚ/ ΕΕ που σε σημαντικό βαθμό κατευθύνονταν στο κατασκευαστικό κεφάλαιο.
Στη δεκαετία του ’90 το ακόμα μεγαλύτερο άνοιγμα των διεθνών αγορών που έφερε η νίκη του νεοφιλελευθερισμού σε παγκόσμιο επίπεδο, (το φαινόμενο που για ορισμένους ονομάστηκε «παγκοσμιοποίηση») ενέτεινε τις πιέσεις απέναντι στην ελληνική οικονομία. Η λύση που επιλέχτηκε για να ανταπεξέλθει στα νέα δεδομένα δεν ήταν κάποιας μορφής τεχνολογικής μετασχηματισμός ή μια ριζική αναδιαμόρφωση του τρόπου οργάνωσης της εργασίας, όπως υπήρξε ο φορντισμός στο παρελθόν, πέραν της υιοθέτησης ορισμένων μορφών εργασιακής ευελιξίας. Αντίθετα δόθηκε βάρος στη συνέχιση του ίδιου μοντέλου με ταυτόχρονη ένταση του βαθμού εκμετάλλευσης των λαϊκών στρωμάτων (μείωση της συμμετοχής της εργασίας στο παραγόμενο προϊόν, αυξήσεις μικρότερες από την άνοδο της παραγωγικότητας) καθώς και μέσω της αξιοποίησης της φτηνής μεταναστευτικής εργασίας. Είναι δε χαρακτηριστικό πως σε μια περίοδο έντονης κεφαλαιακής διεθνοποίησης η Ελλάδα είναι η χώρα με πολύ λίγες άμεσες επενδύσεις προς το εξωτερικό και αυτές σχεδόν αποκλειστικά στο χώρο των πρώην «σοσιαλιστικών» χωρών της Βαλκανικής.
Η ένταξη στην ΟΝΕ, η πραγματοποίηση μεγάλων κατασκευαστικών έργων, η διοργάνωση των Ολυμπιακών αγώνων το 2004, δεν διαφοροποίησαν αυτή την στρατηγική αλλά την ενίσχυαν. Ταυτόχρονα συνεχίστηκαν διάφορες παράλληλες μορφές ενίσχυσης του συνασπισμού εξουσίας και των στηριγμάτων του όπως η ανοχή στην παραοικονομία (η οποία αισίως έφτασε στις αρχές του 21ου αιώνα το 28,5% του ΑΕΠ), η διαπλοκή μονοπωλιακών μερίδων και κρατικού μηχανισμού με αποτέλεσμα την υπερκοστολόγηση δημόσιων έργων κοκ.
Τα προβλήματα άρχισαν να οξύνονται όταν εμφανίστηκε μείωση των ευρωπαϊκών πόρων, πτώση των εσόδων από τον τουρισμό, αύξηση του δανεισμού για να καλυφτεί το κόστος που δημιουργούσε η προνομιακή μεταχείριση στην ανάληψη δημόσιων έργων από συγκεκριμένους μονοπωλιακούς ομίλους (πολύ χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του σκανδάλου της Ζήμενς), σταθερά υψηλά κόστη στρατιωτικών δαπανών κυρίως λόγω ευρύτερων γεωπολιτικών σχεδιασμών και υποχρεώσεων , υπερκοστόλογηση δημόσιων δαπανών (ενδεικτικό παράδειγμα η λειτουργία του νοσοκομειακού τομέα με ότι αυτός περιλαμβάνει: φάρμακα, ιατρικά μηχανήματα, ιατρικές εξετάσεις που εκτελούνται από τον ιδιωτικό τομέα λόγω αδυναμίας τέλεσής τους από τον δημόσιο), αλλαγή νηολογίου για τους έλληνες εφοπλιστές και κατεύθυνση προς το κυπριακό νηολόγιο. Ταυτόχρονα η ένταξη στην ΕΕ σχηματισμών χαμηλότερης κόστους εργασίας (των πρώην «σοσιαλιστικών» χωρών) ενέτεινε την εικόνα της μειωμένης ελληνικής παραγωγικότητας αφού αυξήθηκε περισσότερο ο ανταγωνισμός εντός της ίδιας οικονομικής ολοκλήρωσης. Εξέλιξη που έπληξε κυρίως τους ελληνικούς παραδοσιακούς κλάδους έντασης εργασίας (κλωστοϋφαντουργία, ένδυση, υπόδηση) με συνέπεια είτε την πτώχευση επιχειρήσεων είτε την μετοίκησή τους σε χώρες της Βαλκανικής. Σημαντικό επίσης ρόλο έπαιξε και ο υψηλός πληθωρισμός που παρουσίασε η Ελλάδα σε σχέση με τον μ.ο των χωρών της Ευρωζώνης. Ίσως κάποιος να μη δώσει σημασία θεωρώντας πως ένας πληθωρισμός της τάξης του 3,5% δεν αποτελεί κάτι σημαντικό. Δεν είναι έτσι, όμως, δεδομένου πως στις χώρες του ευρώ ο πληθωρισμός κυμαινόταν περίπου στο 2,2%, πράγμα που συνιστούσε μια διαφορά της τάξης του 70%. Στη διάρκεια μια δεκαετίας αυτή η απόκλιση συνέβαλε ουσιαστικά στην μείωση της ελληνικής ανταγωνιστικότητας .
Το τραπεζικό κεφάλαιο από την πλευρά του επιχείρησε να ασκήσει πιέσεις στις επιχειρήσεις προς την κατεύθυνση έντονων αναδιαρθρώσεων, ωστόσο αυτό προσέκρουσε στην αδυναμία αρκετών εταιρειών να ενσωματώσουν τόσο σημαντικές αλλαγές στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι το ξέσπασμα της παγκόσμιας κρίσης με αποτέλεσμα συχνά να παράγονται αποδιαρθρωτικά αποτελέσματα. Έτσι από ένα σημείο και μετά θα δημιουργηθεί ένας φαύλος κύκλος αφού η κρίση οδήγησε στον περιορισμό των χρηματοδοτήσεων προς τις επιχειρήσεις, πράγμα που ενίσχυσε ακόμα περισσότερο την ύφεση κοκ.
Όλα αυτά θα κάνουν πολύ έντονη την παρουσία τους και στην αποδοτικότητα των επιχειρήσεων. Σύμφωνα με τα δεδομένα που έχουμε στη διάθεσή μας η οριακή αποτελεσματικότητα του παγίου κεφαλαίου ακολούθησε μακροχρόνια ανοδική πορεία μέχρι το 2004 και αυτό σε σημαντικό βαθμό σχετίζεται και με την σημαντική αύξηση των επενδύσεων, (πρώτη μεταξύ των χωρών της ΕΕ για την περίοδο 1996- 2004) σε μηχανολογικό εξοπλισμό (Ιωακείμογλου- Μηλιός 2006: 590- 591) . Από εκεί και πέρα κάθε πρόσθετη μονάδα επένδυσης σε πάγιο κεφάλαιο συνοδευόταν από μικρότερη αύξηση του παραγόμενου προϊόντος. Πρόκειται για το τέλος ενός επενδυτικού κύκλου ο οποίος χαρακτηρίστηκε από τη χρήση νέων τεχνολογιών στον εισαγόμενο από το εξωτερικό μηχανολογικό εξοπλισμό. Ο συγκεκριμένος κύκλος ξεκίνησε το 1996 και από 25% που ήταν η σχέση προϊόντος/ κεφαλαίου το 1995 έφτασε στο 28,5% το 2005. Από το 2006 η άνοδος ανακόπηκε και μετατράπηκε σε πτώση το 2008 (ΙΝΕ- ΓΣΕΕ 2009).
Το συνολικό αποτέλεσμα είναι πως βοηθούσης και της παγκόσμιας ύφεσης η ελληνική οικονομία από το 2005 αρχίζει να εμφανίζει έντονα στοιχεία συστολής. Έτσι η εξέλιξη του ακαθάριστου εγχώ¬ριου προϊόντος σε σταθερές τιμές, υπήρξε ανο¬δική κατά την περίοδο 1996-2004, παρουσίασε κάμψη από το 2005 και κατέστη στην συνέχεια έντονα πτωτική. Σύμφωνα, δε, με τις προβλέψεις, το ΑΕΠ θα μειωθεί, σε σταθερές τιμές, κατά περίπου 2% το 2010. Ο ετήσιος ρυθµός ανάπτυξης επιβραδύνθηκε από 4,0% το 2007 στο 2,9% το 2008 και στο -2% το 2009. Τελευταίο αλλά όχι έσχατο, η βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε κατά 4,0% το 2008 ενώ το 2007 είχε παρουσιάσει άνοδο 2,7%.
Στο επίπεδο της κρατικής διαχείρισης η κρίση συμπυκνώθηκε στην άνοδο του δημόσιου ελλείμματος από 6,6% που ήταν το 2008 στο 12,9% του ΑΕΠ στο 2009. Αυτό οφείλεται σε μια σημαντική μείωση των εσόδων και των επιστροφών εσόδων (περίπου 4%), καθώς και στην αύξηση των δημοσίων δαπανών (περίπου 2/%). Είναι χαρακτηριστικό πως ενώ σε όλη τη περίοδο 2002- 2008 τα δημόσια έσοδα σημείωναν κάθε έτος αύξηση, το 2009 για πρώτη φορά θα σημειωθεί μείωση 1,1 δις. ευρώ.

Μέσα σε αυτό το πνεύμα θα πρέπει να διαβάσουμε τα ακόλουθα δεδομένα
Σε ότι αφορά το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών η πρώτη διαπίστωση που κάνουμε έχει σχέση με το εμπορικό έλλειμμα. Παρατηρούμε πως υπάρχει μια μείωση του ελλείμματος μέχρι το 2004, όπου και λόγω των Ολυμπιακών Αγώνων υπήρξε μια σημαντική οικονομική ανάπτυξη, στη συνέχεια το έλλειμμα αυξάνει και το 2008 βρίσκεται στα επίπεδα του 2000, για να μειωθεί ξανά το 2009 λόγω της από- διεθνοποίησης που προκαλεί η παγκόσμια ύφεση. Σε κάθε περίπτωση πάντως δεν έχουμε να αντιμετωπίσουμε ενός τέτοιου εύρους κρίση εξαγωγών που να δικαιολογεί, έστω και από αστική σκοπιά, την ένταση των μέτρων που ελήφθησαν. Επίσης αν λάβουμε υπόψη μας και την παράμετρο των καυσίμων, η Ελλάδα ως ενεργειακά εξαρτημένη χώρα θα βρισκόταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση από πλευράς εμπορικού ισοζυγίου αν δεν είχε να αντιμετωπίσει και αυτό το πρόβλημα. Έπειτα θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ο παράγοντας του σχετικά υψηλότερου πληθωρισμού που σε καθεστώς σταθερών ονομαστικών ισοτιμιών οδήγησε στη σταδιακή απώλεια ανταγωνιστικότητας πολλών ελληνικών προϊόντων καθώς και η άνοδος των εισαγωγών που οφείλεται τόσο στην οικονομική μεγέθυνση που συνέβαλε στην αύξηση της ζήτησης για εισαγόμενα προϊόντα όσο και στις επενδύσεις σε εισαγόμενο μηχανολογικό εξοπλισμό (Μηλιός 2010).
Με αντίστοιχο τρόπο με το εμπορικό έλλειμμα κινείται και η εξέλιξη του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Μείωση μέχρι το 2004, αύξηση μέχρι το 2008, ξανά μείωση του 2009. Ωστόσο θα πρέπει να παρατηρήσουμε πως το έλλειμμα κινείται στη μετά 2004 περίοδο σε πολύ πιο υψηλά επίπεδα από ότι στην πριν του 2004. Αυτό από τη μια επαναεπιβεβαιώνει πως δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια ξαφνική κρίση εξαγωγών και από την άλλη δείχνει πως οι υπόλοιποι δείκτες εμφανίζουν μια υπέρτερη υστέρηση. Ο πρώτος λόγος που συμβαίνει κάτι τέτοιο θεωρούμε πως είναι η πτώση των ταξιδιωτικών εισπράξεων η οποία είναι σχεδόν συνεχής από το 2000 μέχρι το 2009- παρά τη διοργάνωση των Ολυμπιακών που θα περίμενε κανείς, (και γι’ αυτό άλλωστε, υποτίθεται, πως ανέλαβε η χώρα αυτό δυσβάστακτο κόστος), να λειτουργήσει ενισχυτικά για τον τουρισμό. Εκτιμούμε πως σημαντικός παράγοντας σε αυτή την εξέλιξη θα πρέπει να είναι η υιοθέτηση του (ακριβού) ευρώ. Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με την μείωση των τρεχουσών μεταβιβάσεων, δηλαδή των κοινοτικών χρηματοδοτήσεων. Παρατηρούμε πως η ολοκλήρωση του Τρίτου Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης λειτουργεί αρνητικά σε αυτό τον δείκτη.
Αυτό που θα πρέπει να υπογραμμιστεί είναι ότι η κρίση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αναδεικνύει μια σημαντικότατη απόκλιση της ελληνικής οικονομίας σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν της αλλά και με τον μ.ο τω χωρών της ευρωζώνης. Πρόκειται για μια κρίση που αγγίζει και την Ισπανία και την Πορτογαλία φέρνοντας στην επιφάνεια παρόμοια οικονομικά προβλήματα. Συγκεκριμένα την περίοδο 2006- 2009 το ελληνικό έλλειμμα κινείται σταθερά σε διψήφια νούμερα ενώ την περίοδο κατά μέσο όρο οι χώρες της ευρωζώνης κινούνται μεταξύ +0,4% και -0,8%, το έλλειμμα της Πορτογαλίας βρίσκεται σταθερά στο 10% και της Ισπανίας κυμαίνεται μεταξύ 7% και 10% (European Economy 2009). Κατά συνέπεια δεν είναι ούτε το έλλειμμα, ούτε το χρέος, ούτε η ανεργία το βασικό ζήτημα αλλά το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών που αναδεικνύει ευρύτερα προβλήματα παραγωγικότητας.
Η κρίση ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών διαπλέχθηκε με την παγκόσμια κρίση κάνοντας δυσχερή τον μέχρι τότε ρόλο των ελληνικών τραπεζών. Τα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα μέχρι το ξέσπασμα της παγκόσμιας κρίσης ήταν σε θέση να καλύπτουν το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών δανειζόμενα από το εξωτερικό έτσι ώστε να ικανοποιηθεί η αυξανόμενη ζήτηση για συνάλλαγμα. Με τον τρόπο αυτό αντικαθιστούσαν και τις εισροές για τις αγορές κρατικών ομολόγων και μετοχών που στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του ευρώ συνέβαλαν στην κάλυψη του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών . Ωστόσο η έλλειψη ρευστότητας των ξένων τραπεζών που προήλθε από την κρίση συντέλεσε στην αδυναμία εξεύρεσης φθηνού χρήματος για τις ελληνικές τράπεζες με αποτέλεσμα την αύξηση του ελλείμματος (Πελαγίδης- Μητσόπουλος 2010: 247)
Περνώντας στο ισοζύγιο χρηματοοικονομικών συναλλαγών το βασικό πρόβλημα που διαπιστώνουμε αφορά το έλλειμμα από επενδύσεις χαρτοφυλακίου και ειδικά σε ομόλογα και έντοκα γραμμάτια. Η περίοδος 2000- 2004 χαρακτηρίζεται από μια σχετική σταθερότητα και το έλλειμμα διατηρείται στο 5-6%. Στη συνέχεια η υπερθέρμανση της οικονομίας με την αύξηση του ΑΕΠ έχει ως αποτέλεσμα τη δραστική μείωση του ελλείμματος στο 1,8% το 2006, αλλά από το 2007 παρατηρείται ραγδαία άνοδος με αποτέλεσμα το 2009 να φτάσει το έλλειμμα στο 11,7%. Εκτιμούμε πως η εξέλιξη αυτή οφείλεται σε αρκετούς παράγοντες: μείωση του πραγματικού ΑΕΠ το 2009 λόγω της ύφεσης, αύξηση της προσφυγής σε δανεισμό λόγω της κόστους των δημόσιων έργων που πραγματοποιήθηκαν την προηγούμενη περίοδο, μείωση της φορολογικών εσόδων τόσο λόγω της οικονομικής συστολής που έφερε η παγκόσμια ύφεση και στην Ελλάδα όσο και λόγω της μείωσης της φορολόγησης των επιχειρήσεων.
Όλα τα παραπάνω έχουν, όπως είναι φυσικό, συνέπειες στο χρέος. Από το 2006 υπάρχει αύξηση των δαπανών για την εξυπηρέτηση του χρέους, το 2009 παρατηρείται μια σημαντική μεγέθυνση αυτού καθ’ αυτού του χρέους, ενώ από το 2007 αυξάνεται το χρέος σημαντικά και σε απόλυτους αριθμούς . Πάνω σε αυτό θέλουμε να κάνουμε δύο παρατηρήσεις:
Η πρώτη είναι πως η αύξηση της χρέους αποτελεί σοβαρό ζήτημα το οποίο δεν είναι εύκολο να παρακαμφθεί. Πρόκειται για ένα σημαντικό πρόβλημα για την ελληνική αστική τάξη που φανερώνει την κρίση του μοντέλου καπιταλιστικής ανάπτυξης που είχε υιοθετηθεί τα προηγούμενα (πολλά) χρόνια. Τα διαθέσιμα στοιχεία φανερώνουν πως ενώ η δεκαετία 2000- 2009 χαρακτηρίζεται από υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης στην ουσία αυτό δεν βελτιώνει την κατάσταση της οικονομίας αφού, η ανάπτυξη αυτή κατευθύνεται στην αποπληρωμή των τόκων, ενώ αν λάβουμε υπόψη και την πληρωμή των χρεολυσίων τότε δημιουργείται ένα έλλειμμα που οδηγεί σε νέα προσφυγή σε δανεισμό. Η κρίση του 2009 που θα χαρακτηριστεί από αρνητική ανάπτυξη θα εκτινάξει την ελλειμματικότητα της ελληνικής οικονομίας. Η συνολική εικόνα επιδεινώνεται αν αναλογιστούμε πως πολλά ληξιπρόθεσμα δάνεια θα πρέπει να πληρωθούν μέσα στην περίοδο 2011- 2013 ενώ ο μέσος όρος αποπληρωμής των δανείων θα μειωθεί από τα 10 στα 7 χρόνια.
Ωστόσο, κι αυτή είναι η δεύτερη παρατήρηση, δεν πρόκειται για κάτι το ιστορικά πρωτοφανές , ούτε πρέπει να γίνονται συσχετίσεις με το 1898 ή το 1932 που οι ιστορικές συνθήκες ήταν εντελώς διαφορετικές ( απουσία, κοινού νομίσματος, μικρότερος βαθμός διεθνοποίησης για την ελληνική οικονομία- άρα μικρότερη επίδραση στη διεθνή οικονομία από τις δύο χρεωκοπίες). Έπειτα όπως φαίνεται και το 2002 και το 2003 η κατάσταση ήταν σαφώς πιο επιβαρυμένη αφού οι δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους ήταν υψηλότερες. Εξάλλου σχεδόν όλο το χρέος (97%) είναι σε ευρώ κατά συνέπεια δεν επηρεάζεται από τις διακυμάνσεις του ευρώ με το δολάριο, το γιεν και τη λίρα και δεν τίθεται θέμα ανεπάρκειας συναλλάγματος (Βεργόπουλος 2009) ενώ το 75% βρίσκεται στην κατοχή ευρωπαϊκών τραπεζών οι οποίες για προφανείς λόγους δεν θα επιθυμούσαν μια κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας . Τέλος το 75% του χρέους είναι με σταθερό επιτόκιο και το 25% με κυμαινόμενο κατά συνέπεια η επίδραση των αγορών αφορά κυρίως τα νέα δάνεια (Σταθάκης 2010).

7. Οι τρεις βασικές διαστάσεις του ζητήματος
Βασική μας θέση είναι πως τα πράγματα πήραν αυτή τη διάσταση επειδή το αληθινό πρόβλημα αφενός αφορούσε την κρίση στρατηγικής του ελληνικού κεφαλαίου αλλά, αφετέρου, επειδή πυροδότησε και ευρύτερες διεργασίες. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η Ελλάδα είναι χώρα της Ευρωζώνης, κατά συνέπεια η συγκεκριμένη κρίση, η οποία πραγματοποιείται στο πλαίσιο της παγκόσμιας ύφεσης, δεν μπορούσε να έχει μόνο «τοπικά» αποτελέσματα.
Σ’ ότι αφορά την κρίση του ελληνικού καπιταλισμού, η αδυναμία εκπόνησης μιας εναλλακτικής αστικής στρατηγικής από την ελληνική άρχουσα τάξη εκτιμήθηκε αρνητικά από τις διεθνείς χρηματαγορές με αποτέλεσμα να ξεκινήσει μια διαδικασία απόσυρσης της εμπιστοσύνης των χρηματοπιστωτικών οίκων απέναντι στον ελληνικό καπιταλισμό. Με άλλα λόγια το πραγματικό πρόβλημα δεν ήταν ούτε το έλλειμμα ούτε το χρέος (άλλωστε όπως δείξαμε κι άλλες χώρες αντιμετωπίζουν παρόμοια ζητήματα) αλλά δύο εντελώς διαφορετικά ζητήματα: η απαξίωση που γνώρισε ο ελληνικός καπιταλισμός από τις διεθνείς αγορές και η συνολικότερη διεθνή διάσταση της κρίσης. Ας τα δούμε αυτά τα δύο ζητήματα πιο αναλυτικά.
Σε σχέση με τις αγορές σχηματίστηκε η εκτίμηση πως ο ελληνικός καπιταλισμός είναι πιθανό να μπει σε πορεία υποβάθμισής του στο διεθνή καταμερισμό εργασίας στο επόμενο διάστημα και κατά συνέπεια ενείχε κινδύνους η επένδυση σε αυτόν και γι’ αυτό η Ελλάδα σήμερα δανείζεται με τόσο υψηλά επιτόκια . Αυτό είχε την αντανάκλασή του και στο τραπεζικό σύστημα: οι τράπεζες αναζητούν στο εξωτερικό κεφάλαια για τη συντήρηση της ζήτησης αλλά η χαμηλή πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας συντελεί στη διαμόρφωση των υψηλών επιτοκίων δανεισμού (Πελαγίδης- Μητσόπουλος 2010: 248). Γιατί, όμως συμβαίνει αυτό; Η κατεύθυνση κεφαλαίων στο χώρο της χρηματοπιστωτικής σφαίρας συμπυκνώνουν μια πρόβλεψη εμπεριέχοντας ένα σημαντικό στοιχείο ρίσκου: οι αγορές κάνουν μια εκτίμηση για τη μελλοντική παραγωγή υπολογίζοντας σε ένα δικαίωμα στο μελλοντικό εισόδημα που αναμένεται να προέλθει από αυτή την παραγωγή. Το πρόβλημα, όμως, είναι πως δεν υπάρχει τρόπος που να εγγυάται ότι τα κέρδη αυτά όντως θα πραγματοποιηθούν. Έτσι από τη στιγμή που οι αγορές σχηματίζουν την εντύπωση πως οι συνθήκες που επικρατούν σε μια χώρα (και σε αυτό συμπεριλαμβάνονται παράγοντες όπως η στρατηγική της αστικής τάξης αλλά και οι αντιστάσεις των κυριαρχούμενων στρωμάτων) δεν διασφαλίζουν την αρχικά προβλεπόμενη κερδοφορία τότε «υποβαθμίζουν» τη συγκεκριμένη χώρα μέσω της μαζικής εκροής κεφαλαίων ή/ και μέσω της ανόδου των επιτοκίων (Ιωακείμογλου 2010β).
Σ’ ότι αφορά τη διεθνή της διάσταση η ελληνική κρίση έχει να κάνει με το ευρώ και τους ενδοιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς. Η προσπάθεια αρκετών ευρωπαϊκών χωρών ήταν να δημιουργήσουν ένα ισχυρό νόμισμα που σταδιακά θα λειτουργούσε ως το παγκόσμιο αποταμιευτικό νόμισμα. Πράγματι η πορεία του ευρώ θα είναι αποβεί ιδιαίτερα ικανοποιητική κερδίζοντας σημαντικά μερίδια στις παγκόσμιες αγορές. Έτσι στις διεθνείς αγορές χρεογράφων το ευρώ το Δεκέμβριο του 2007 εκφράζει το 32,7% της συνολικής αξίας τους σε σχέση με το 21,7% που εξέφραζε το 1999. Αντίστοιχα η συμμετοχή του δολαρίου μειώθηκε από 46,8% το 1999 σε 43,2% το 2007. Το 2004 το 19% των συναλλαγών σε συγκεκριμένα χρηματο- οικονομικά προιόντα (spot, swaps, outiright) ήταν σε ευρώ, με το δολάριο να κυριαρχεί με ποσοστό 44% και τη βρετανική λίρα στο 8,5% και το γιεν στο 10%. Το πιο σημαντικό όμως, είναι η παρουσία του ευρώ στο σύνολο των παγκόσμιων αποθεματικών. Σύμφωνα με τα σχετικά στοιχεία το 2007 το 63,9% των παγκόσμιων συναλλαγματικών αποθεμάτων ήταν σε δολάρια ΗΠΑ (έναντι 71% το 1999), το μερίδιο του ευρώ κυμαινόταν στο 26,5%, (έναντι 17,9% το 1999), η στερλίνα περιοριζόταν στο 4,7%, (έναντι 2,9% το 1999), και το γιεν στο 2,9% (έναντι 6,8% το 1995). (Μελάς 2010: 35). Συμπερασματικά το ευρώ κατόρθωσε να παρουσιάσει μια σημαντική δυναμική, χωρίς βεβαίως να μεταβληθεί στο κύριο αποθεματικό νόμισμα, η οποία συντέλεσε στο να περιοριστεί, έστω και ανισόμετρα, η παρουσία των άλλων νομισμάτων. Η εξέλιξη αυτή θα συναντήσει την αντίδραση των αντίπαλων σχηματισμών, πόσο μάλλον που το ευρώ από το διάστημα της δημιουργίας του ανατιμήθηκε πλειστάκις έναντι του δολαρίου και της λίρας.
Η κρίση στην Ελλάδα χρησιμοποιήθηκε ως κερκόπορτα όχι μόνο για να αντληθούν κερδοσκοπικά κέρδη από τον ακριβό δανεισμό αλλά επίσης για να μετατραπεί η κρίση της Ελλάδας σε κρίση του Ευρώ . Στο εσωτερικό της Ευρωζώνης αυτό αποτυπώθηκε στις πραγματικές αντιθέσεις μεταξύ Γερμανίας και Γαλλίας . Η Γαλλία βλέποντας τον κίνδυνο που δημιουργούνταν θέλησε να βοηθήσει την Ελλάδα, όχι βέβαια για λόγους φιλευσπλαχνίας αλλά διότι φοβήθηκε πως η κρίση στη συνέχεια θα επεκτεινόταν και στην Πορτογαλία και την Ισπανία με αποτέλεσμα να επέλθει η κατάρρευση του κοινού νομίσματος. Η Γερμανία από την πλευρά της έχει εκτιμήσει πως τα ιδιαίτερα συμφέροντά της εκφράζονταν μέσω της υφιστάμενης κατάστασης όπου όντας η χώρα με τη μεγαλύτερη παραγωγικότητα είχε καταφέρει να ηγεμονεύσει ως εξαγωγική δύναμη στο χώρο της ευρωζώνης. Διαφορετικά ειπωμένο, η περαιτέρω εξαγωγική διείσδυση της Γερμανίας δε βασίστηκε στις ονομαστικές ανταλλακτικές αξίες των βασικών αποθεματικών νομισμάτων αλλά στην τεχνολογική καινοτομία, όπου διατήρησε την πρωτοπορία της σε συγκεκριμένους βιομηχανικούς κλάδους (αυτοκινητοβιομηχανία, χημική βιομηχανία, μηχανολογικός εξοπλισμός), στο διευρυμένο τομέα των κεφαλαιακών αγαθών καθώς και στην καθήλωση των μισθών (Χωραφάς 2010: 12- 13). Το αποτέλεσμα ήταν μεταξύ 2000 και 2010 η Γερμανία να έχει συσσωρεύσει ένα πολύ μεγάλο πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών, μόνο το 2007 ήταν της τάξης του 8%. Αυτό συνέβη γιατί στο διάστημα αυτό οι μεν εξαγωγές πολλαπλασιάστηκαν αλλά η εσωτερική ζήτηση έμεινε στάσιμη σημειώνοντας μια ανεπαίσθητη αύξηση του 0,2% ετησίως. Η ασήμαντη αύξηση της εσωτερικής ζήτησης οφείλεται στη στασιμότητα της πραγματικής αμοιβής της εργασίας, 0,4%- κατά πολύ μικρότερη της αύξησης της παραγωγικότητας. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν μέσα σε μια δεκαετία ένα προϊόν να στοιχίζει 25% περισσότερο αν έχει παραχθεί στην Ελλάδα, την Ιταλία, τη Πορτογαλία και την Ισπανία , 23% στην Ιρλανδία και 13% στη Γαλλία ενώ στη Γερμανία η τιμή του έχει παραμείνει σταθερή (Φλάσμπεκ 2010: 57).
Κατά συνέπεια για τη Γερμανία οποιαδήποτε βοήθεια προς την Ελλάδα θεωρήθηκε πως θα λειτουργούσε ως αφορμή για να περιοριστούν τα κέρδη των γερμανικών επιχειρήσεων αφού αυτό θα συνέβαλε ανασχετικά και στις διαφορές παραγωγικότητας ενώ θα δημιουργούσε και εσωτερικά προβλήματα στη Γερμανία αφού ο εξαγωγικός της θρίαμβος στηρίχτηκε και σε πολιτικές λιτότητας, ενός εύρους που δε γνώρισαν οι υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης. Διαφορετικά ειπωμένο ο γερμανικός καπιταλισμός συμφώνησε να συμμετάσχει στο ευρώ θεωρώντας πως οι άλλοι σχηματισμοί χάνοντας το όπλο των υποτιμήσεων δεν θα μπορούσαν να συναγωνιστούν τη δική του υψηλή παραγωγικότητα σε συνδυασμό με τη μισθολογική συγκράτηση. Όταν οι επιπτώσεις αυτής της πολιτικής άρχισαν να γίνονται ορατές υπήρξε η εκτίμηση πως είναι προτιμότερο να πιεστεί η ελληνική οικονομία παρά να τεθεί σε αμφισβήτηση το όλο πλαίσιο που επέφερε πολύ μεγάλα κέρδη στη Γερμανία. Διαφορετικά ειπωμένο με την υιοθέτηση του ευρώ η Γερμανία φάνηκε να παίρνει μια επιλογή «επικέντρωσης» των δραστηριοτήτων της εντός της ευρωζώνης. Γι’ αυτό και το 43% των εξαγωγών της γίνεται ενός της νομισματικής ένωσης
Υπάρχει βεβαίως και μια τρίτη, πρόσθετη, διάσταση η οποία δεν έχει πάρει ακόμα σαφή χαρακτηριστικά αλλά εκτιμούμε πως στο προσεχές μέλλον θα απασχολήσει τη γενικότερη ριζοσπαστική σκέψη. Ξεκινώντας από την Ελλάδα, η οποία παρεμπιπτόντως πάντοτε αποτελούσε μια δυτική ανορθοδοξία με το δυναμικό εργατικό κίνημα, την ισχυρή αριστερή παράδοση και το μετατοπισμένο πιο προς τ’ αριστερά πολιτικό σύστημα, φαίνεται να επιδιώκεται η μετάβαση σε μια νέα φάση για τους αναπτυγμένους καπιταλιστικούς σχηματισμούς.
Η σημερινή κρίση αποδεικνύει πως η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους δεν εμφανίζει αντίρροπες τάσεις ούτε μέσω των αλλαγών στην οργάνωση της παραγωγής (εφαρμογή των ευέλικτων εργασιακών σχέσεων) ούτε μέσω των τεχνολογικών καινοτομιών (χρήση της πληροφορικής στην παραγωγή, νέοι αυτοματισμοί, βιοτεχνολογία). Ταυτόχρονα το γεγονός πως σημαντικό μέρος της επέκταση της συσσώρευσης συνδέθηκε με την ανάπτυξη των υπηρεσιών, δηλαδή σε χώρους έντασης εργασίας, δημιούργησε όρια στην αύξηση της παραγωγικότητας. Έπειτα η δυναμική παρουσία στο διεθνή καταμερισμό εθνικών σχηματισμών χαμηλού κόστους εργασίας αλλά αυξημένων δεξιοτήτων του συλλογικού εργαζόμενου εργασίας (πχ Κίνα, Ινδία) αντικειμενικά πίεσε τα ηγεμονικά κράτη δημιουργώντας συνθήκες μειωμένης κερδοφορίας. Τέλος η κατεύθυνση ενός τμήματος των παραγωγικών κερδών στο χώρο του χρηματοπιστωτικού συστήματος λειτουργούσε ανασταλτικά στην υιοθέτηση ευρύτερων παραγωγικών και εργασιακών αναδιαρθρώσεων.
Η κρίση που εμφανίστηκε στις ΗΠΑ το 2007- 2008 με τη μορφή της φούσκας στις αξίες των ακινήτων συμπύκνωσε όλα τα προηγούμενα προβλήματα. Ακριβώς επειδή η χρηματοπιστωτική επέκταση λειτουργούσε ως προ- επικύρωση παραγωγής μελλοντικών αξιών και κερδών, εμπεριείχε το κίνδυνο της απότομης διόρθωσης και της μαζικής απαξίωσης χρηματο- οικονομικών τίτλων που σε συνδυασμό με την υποβόσκουσα τάση υπερσυσσώρευσης οδήγησαν στην παγκόσμια οικονομική κρίση .
Το πρόβλημα, ωστόσο, με τη συγκεκριμένη οικονομική κρίση είναι πως δεν αποτελεί παρά την (επαν) ενεργοποίηση της κρίσης του 1973 η οποία δεν είχε επιλυθεί αλλά απλώς αναβληθεί, αφού διατηρήθηκαν τα κρισιακά στοιχεία σε μια λανθάνουσα κατάσταση. Όπως έχει δείξει ο Μπρένερ η οικονομική επένδυση στις ΗΠΑ, την ΕΕ και την Ιαπωνία σε όλους τους δείκτες (μεγέθυνση του προϊόντος, επένδυση, απασχόληση, μισθοί) επιδεινώνεται συνεχώς από το 1973 (Brenner 2002; Brenner 2008)- βλ. και τα στοιχεία των πινάκων 3 και 4 του παραρτήματος. Για τον Μπρένερ το πρόβλημα εστιάζεται στην ένταση του ανταγωνισμού μεταξύ αμερικανικών, ιαπωνικών και ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και δεδομένου πως τα μεγέθη είναι απαγορευτικά για αποσύρσεις παγίου κεφαλαίου δημιουργείται πτώση στο μέσο ποσοστό κέρδους των παραγωγικών τομέων, γεγονός που οδηγεί σε επιβράδυνση των επενδύσεων και σε συμπίεση των μισθών. Η αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης συνέβαλε στην αποτροπή κατάρρευσης της κερδοφορίας αλλά δεν την απεκατέστησε στα προ του ’74 ύψη. Έτσι, το πρόβλημα της συσσώρευσης του κεφαλαίου επιχειρήθηκε να επιλυθεί μέσω της αύξησης της ιδιωτικής κατανάλωσης που θα χρηματοδοτούνταν από την επέκταση του δανεισμού, γεγονός που οδήγησε στη δημιουργία μιας σειράς από χρηματοπιστωτικές φούσκες. Η αποτυχία της αστικής στρατηγικής ήταν πως επένδυσε καθοριστικά σε μια κατεύθυνση «μεγέθυνσης του χρέους». Με αυτό τον τρόπο υπήρχε η εκτίμηση πως οι καπιταλιστές θα έβγαζαν κέρδη από τα δάνεια που παρείχαν στους εργαζόμενους και από την άλλη πως με αυτό τον τρόπο θα ενισχυόταν η ζήτηση καπιταλιστικών εμπορευμάτων (Wolff 2008). Εν τούτοις, oι πρόσφατες εξελίξεις έδειξαν πως μια τέτοια διαδικασία δεν μπορεί να δώσει απάντηση στη δομική κρίση του καπιταλισμού.
Σταθήκαμε λίγο πιο διεξοδικά στα θέμα της παγκόσμιας κρίσης για να δείξουμε το βάθος των προβλημάτων και τα αδιέξοδα στα οποία οδήγησαν οι μέχρι τώρα «λύσεις». Αυτό που πρέπει να γίνει σαφές είναι πως η κρίση δεν αφορά μόνο την Ελλάδα αλλά ότι η Ελλάδα εντάσσεται με ένα ιδιόμορφο τρόπο μέσα σε αυτή. Ακολουθείται με διαλεκτικό τρόπο η πορεία «ελληνική κρίση- κρίση του ευρώ- παγκόσμια κρίση» και αντίστροφα. Σε κάθε περίπτωση, και εδώ η Ελλάδα λειτουργεί ως «πειραματόζωο», είναι απαραίτητη η ανεύρεση νέων τρόπων αναστροφής της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Αυτό που φαίνεται να κυριαρχεί ως επιλογή είναι η κατεύθυνση της αλλαγής του συσχετισμού μεταξύ απόλυτης και σχετικής υπεραξίας. Αυτό δε σημαίνει πως δε θα συνεχίσει να κυριαρχεί η σχετική υπεραξία αλλά πως θα υπάρξει μεγάλη μείωση της συμμετοχής της εργασίας στον παραγόμενο πλούτο με παράλληλη αύξηση του χρόνου της απασχόλησης. Γι αυτό και στην Ελλάδα τα μέτρα δεν περιορίζονται σε μια νέα περίοδο λιτότητας αλλά εκφράζουν την τάση κατάργησης κοινωνικών κατακτήσεων δεκαετιών, με πρόσχημα την έλευση της κρίσης.

8. Υπάρχει περίπτωση τα συγκεκριμένα μέτρα να οδηγήσουν στην ανάκαμψη;
Βάση των όσων αναφέραμε εκτιμούμε πως τα συγκεκριμένα μέτρα που λήφθηκαν όχι μόνο δεν θα συντελέσουν στη μείωση του ελλείμματος αλλά το πιο πιθανό είναι πως θα βυθίσουν τη χώρα σε βαθιά ύφεση. Καταρχήν τα μέτρα δεν αποφασίστηκαν για τους λόγους που προβλήθηκαν, αφού όπως είδαμε το όλο ζήτημα είναι αρκετά διαφορετικό, και κατά προέκταση είναι δύσκολο να υπάρξει αντιστοίχηση μεταξύ μέτρων και στόχων. Από εκεί πέρα ανακύπτουν και άλλα θέματα. Η βασική αντίληψη περί δημοσιονομικής εξυγίανσης στηρίζεται στην άποψη πως με περιορισμό της συνολικής ζήτησης θα ακολουθήσει κρίση των πωλήσεων με αποτέλεσμα την πτώση των τιμών και στη συνέχεια αναθέρμανση της αγοράς. Αυτό που δεν πρέπει να γίνει, υποστηρίζουν οι θιασώτες της κυβερνητικής πολιτικής, είναι μια αύξηση των μισθών γιατί τότε θα περιοριστούν τα κέρδη και επομένως οι επενδύσεις και στη συνέχεια η απασχόληση. Ωστόσο αυτό που δεν γίνεται αντιληπτό, όχι για λόγους νοημοσύνης αλλά επειδή πρόκειται για σαφώς ταξικές πολιτικές, είναι πως η αύξηση των κερδών και των επενδύσεων γίνεται εφικτή μόνο αν το βάρος της οικονομικής πολιτικής κατευθύνεται στην επέκταση της συνολικής ζήτησης. Σε αντίθετη περίπτωση τα «φθηνά» εμπορεύματα θα μείνουν απούλητα, οι επιχειρήσεις θα περιορίσουν την παραγωγή τους, η ανεργία θα αυξηθεί και η ύφεση θα βαθύνει. Γιατί θα συμβεί αυτό; Πολύ απλά γιατί η μείωση των μισθών θα επιφέρει μείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης, γεγονός που θα επηρεάσει αρνητικά τη συνολική ζήτηση και μέσω αυτής τις επενδύσεις παγίου κεφαλαίου. Οι επιχειρήσεις διαπιστώνοντας πως το παραγωγικό τους δυναμικό δεν χρησιμοποιείται επαρκώς δεν έχουν λόγω να προχωρήσουν σε νέες επενδύσεις- πόσο μάλλον που στην περίπτωση της Ελλάδας ένα μεγάλο τμήμα του αποθέματος του παγίου κεφαλαίου συσσωρεύθηκε πρόσφατα. Το αποτέλεσμα θα είναι να μειωθεί η συμβολή όλων των συνιστωσών της εσωτερικής ζήτησης με άμεσο αποτέλεσμα την αύξηση της ανεργίας, γεγονός που θα συντελέσει στην περαιτέρω μείωση της εσωτερικής ζήτησης κοκ. Η χειρότερη, δε, προοπτική θα είναι η δυσκολία που θα έχει η ελληνική οικονομία να επανέλθει στην αρχική της κατάσταση ακόμα και όταν, κάποτε, αυξηθεί η ζήτηση. Κι αυτό γιατί μέχρι τότε θα έχει καταστραφεί ένα τμήμα του κεφαλαιακού αποθέματος,, θα έχουν πτωχεύσει αρκετές επιχειρήσεις ενώ ένα τμήμα του εργατικού δυναμικού που θα βρίσκεται στην ανεργία θα έχει χάσει τις γνώσεις και τις δεξιότητές του (Ιωακείμογλου 2010α:).
Συμπερασματικά η μείωση των εισοδημάτων δεν θα λύσει το πρόβλημα αλλά, αντιθέτως, θα δημιουργήσει πληθώρα νέων ζητημάτων (Θανασούλας 2010: 13). Στον δε τραπεζικό τομέα θα αυξηθεί η επισφάλεια των τραπεζών με συνέπεια τη νέα περιστολή της ρευστότητας στους υπόλοιπους τομείς της οικονομίας (Λαπατσιώρας- Μηλιός 2010: 12)

9. Συμπέρασμα
Όπως έχει δείξει η «Σχολή Αλτουσέρ» η ιδιαιτερότητα του πολιτικού είναι πως συμπυκνώνει την ταξική πάλη σε όλα τα επίπεδα. Υπό αυτή την έννοια τα πρόσφατα κυβερνητικά μέτρα δεν είναι απλώς μια οικονομικού χαρακτήρα απάντηση στην κρίση, αλλά μια σαφής πολιτική στρατηγική που εκφράζει συγκεκριμένα ταξικά συμφέροντα. Η ελληνική άρχουσα τάξη βρίσκεται μέσα σε μια δίνη η οποία αποτελεί προϊόν πολλών και διαφορετικών εκφάνσεων της ταξικής πάλης: την αδυναμίας συνέχισης του συγκεκριμένου τρόπου ένταξης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας, των αντιφάσεων που έχει δημιουργήσει η χρήση του ευρώ στο πλαίσιο της παγκόσμιας κρίσης, της ανάγκης συμμόρφωσης όλων των εθνικών σχηματισμών με τις κατευθύνσεις των ισχυρών ευρωπαϊκών αστικών τάξεων, της προσπάθειας σε διεθνή κλίμακα ανεύρεσης ενός νέου μοντέλου συσσώρευσης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εκτιμούμε πως τα επόμενα χρόνια θα χαρακτηριστούν από προσπάθειες των εθνικών αστικών τάξεων για συστηματική και εντατική μετακύλιση του κόστους της κρίσης στον κόσμο της ζωντανής εργασίας. Σε αυτό οι οργανωμένες, πολιτικά και συνδικαλιστικά, μορφές εκπροσώπησης των λαϊκών συμφερόντων θα κληθούν να σχεδιάσουν αποτελεσματικές στρατηγικές ανάσχεσης της επίθεσης του κεφαλαίου. Το μέλλον, πέραν του ότι διαρκεί πολύ, προοιωνίζεται και πολύ ενδιαφέρον…

Αναρτήθηκε από You Pay Your Crisis στις 3:35 μ.μ.

Ετικέτες ΑΡΘΡΑ / Σακελλαρόπουλος Σπ.

0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου

Κυριακή, 27 Μαρτίου 2011

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΗΣ ΑΝΟΙΧΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ

Την Παρασκευή 18 Μάρτη οι 50 αγωνιστές του Εργατικού Κέντρου έφτασαν με ασφάλεια και με δικά μας μέσα στην Αθήνα, κλείνοντας τον κύκλο που άνοιξε στις 23 Γενάρη, όταν ένα λεωφορείο με αλληλέγγυους κατέβηκε στην Αθήνα για να συνοδεύσει το λεωφορείο των αγωνιστών στο Εργατικό Κέντρο της Θεσσαλονίκης.
Η Ανοιχτή Πρωτοβουλία Αλληλεγγύης ολοκλήρωσε το δικό της κύκλο την Τετάρτη 23 Μάρτη με ανοιχτή συνέλευση απολογισμού στο Εργατικό Κέντρο.

Ακολουθεί το κείμενο με το οποίο η Ανοιχτή Πρωτοβουλία Αλληλεγγύης κλείνει δημόσια τον κύκλο της.


Προς απογοήτευση των διαχειριστών της εξουσίας και σε πείσμα της δύναμης της κινηματικής αδράνειας ο αγώνας των 300 φέρνει αλλαγές.

1) Ο αγώνας των 300 δεν αποτελεί απλά παράδειγμα για τους μετανάστες και τους ντόπιους εργαζόμενους.
Η βασική αλλαγή είναι η ανάδειξη της μορφής του μετανάστη με τη γροθιά υψωμένη.
Στη θέση του καημένου, κουτοπόνηρου, εγκληματία, χρήσιμου ή μάγειρα εξωτικών γεύσεων μετανάστη εδραιώνεται η υπερηφάνεια του αγωνιστή. Εχθρός αυτού του ριζικού ρήγματος είναι φυσικά τα φερέφωνα της εξουσίας που επιμένουν να τους υποβιβάσουν σε θύματα αλλά και οι "κινηματικοί" κρωγμοί που επιχειρούν να τους μετατρέψουν σε πιόνια ή μάρτυρες.
Σε αυτή την περίπτωση η κινηματική αδράνεια ταυτίζεται με τη βαθύτερη κοινωνική συντήρηση. Όσοι γνωρίσαμε από κοντά τους απεργούς πείνας μπoρούμε να διαβεβαιώσουμε και τις δύο πλευρές ότι θα εκπλαγούν.

Οι συνέπειες της πρώτης αυτής αλλαγής θα εκδηλωθούν στο κοινωνικό πεδίο, θέλουμε δε θέλουμε.

2) Η δεύτερη κρίσιμη τομή δεν είναι ότι ένας αγώνας μεταναστών βρέθηκε στο επίκεντρο των media αλλά ότι επιτέλους στο κοινωνικό επίκεντρο βρέθηκε ένας αγώνας.
Στο επίκεντρο μιας κοινωνίας που έχει καταπιεί την ήττα και περιμένει μια απροσδιόριστη έκρηξη που θα έρθει από κάπου για να τη σώσει και στο μεταξύ μπουκώνεται με τα ρατσιστικά ξερατά...

Οι συνέπειες της δεύτερης αυτής αλλαγής θα φανούν και αυτές, θέλουμε δε θέλουμε.

3) Τα υπόλοιπα ζητήματα που άνοιξε ο αγώνας είναι:
- η σύνδεση της μετανάστευσης με την κρίση και την ουσία της παγκόσμιας καπιταλιστικής επίθεσης,
- η ανάδειξη των πραγματικών αντίπαλων στρατοπέδων στην ελληνική κοινωνία,
- η κατάδειξη των αγκυλώσεων στο κίνημα και η ανάγκη να ξεπεραστούν.
Με την απεργία των 300 έγινε η αρχή σε αυτά τα ζητήματα. Σε αυτά, η συνέχεια εναπόκειται σε εμάς.


Για τον αγώνα όπως τον ζήσαμε στη Θεσσαλονίκη, έχουμε να πούμε τα εξής:

Η εξάπλωση των κινητοποιήσεων, το βάθος των σχέσεων και η επίδραση του αγώνα σε χιλιάδες ανθρώπους που τον αγκάλιασαν και τον αισθάνθηκαν δικό τους απέδειξαν ότι πέρα από τα ψεύδη των ΜΜΕ και την καλλιεργούμενη κουλτούρα της ήττας και της μισαλλοδοξίας, ευρύτερα κοινωνικά στρώματα, πολύ ευρύτερα από ό,τι φανταζόμασταν, είναι έτοιμα να αγκαλιάσουν τον αγώνα για κοινωνική δικαιοσύνη. Φυσικά για μια ακόμα φορά πρέπει να εκφράσουμε την ευγνωμοσύνη μας στους 300 αγωνιστές που μας υποκίνησαν σε αυτό τον αγώνα, αλλά πρέπει επίσης να σημειώσουμε ότι η ποιότητα του αγώνα στη Θεσσαλονίκη δεν ήταν ένα τυχαίο γεγονός και δεν οφείλεται μόνο στην αποφασιστικότητα των απεργών πείνας και στο δίκαιο των αιτημάτων τους.

Η ποιότητα του αγώνα στη Θεσσαλονίκη σε μεγάλο βαθμό επιτεύχθηκε από τα χαρακτηριστικά του: αγώνας συλλογικός, οριζόντιος, αποφασιστικός, συμμετοχικός, με συντροφικότητα και σεβασμό στη διαφορετική άποψη, με μαχητικότητα και αλληλεγγύη. Σε αυτό τον αγώνα το κίνημα βρέθηκε δύο φορές αντιμέτωπο με δακρυγόνα και τις δυνάμεις καταστολής αλλά επιπλέον βρέθηκε δεκάδες κι εκατοντάδες φορές αντιμέτωπο με καθημερινά μεγαλύτερα και μικρότερα προβλήματα τα οποία δεν θα μπορούσε να επιλύσει με επιτυχία χωρίς τα παραπάνω χαρακτηριστικά.

Σε αυτό τον 1,5 μήνα η Ανοιχτή Πρωτοβουλία Αλληλεγγύης διοργάνωσε 9 πορείες στο κέντρο της πόλης, δύο σε γειτονιές, δύο μηχανοκίνητες πορείες και δύο συναυλίες. Πραγματοποιήθηκαν καταλήψεις, παρεμβάσεις και μικροφωνικές στο κέντρο και σε γειτονιές. Αξίζει να αναφερθεί μια ακόμα πορεία, που δεν οργανώθηκε από την Πρωτοβουλία αλλά από μετανάστες και πρόσφυγες, κάποιους ήδη οργανωμένους σε ομάδες και συλλογικότητες και άλλους που συναντήθηκαν στον αγώνα. Από την Πρωτοβουλία κολλήθηκαν πάνω από 20.000 αφίσσες, μοιράστηκαν δεκάδες χιλιάδες προκηρύξεις (κυρίως στα ελληνικά αλλά και σε αγγλικά, γαλλικά, αλβανικά, ρωσσικά, φαρσί και μπάγκλα, όπως και τα πάνω από 200.000 τρυκάκια που κυκλοφόρησαν). Αφίσσες και προκηρύξεις βγήκαν και από άλλες ομάδες και συλλογικότητες, εξασφαλίζοντας στην απεργία κεντρική και μόνιμη παρουσία στους δρόμους της πόλης. Για τις ανάγκες του αγώνα (μεταφορά από και προς την Αθήνα, υλική υποδομή για τη διαμονή των απεργών πείνας, ιατρικά μέσα, έντυπο υλικό και σίτιση των πρώην απεργών τη βδομάδα μετά τη λήξη της απεργίας) δαπανήθηκαν 27.000 ευρώ τα οποία καλύφθηκαν από τον κόσμο που συμμετείχε στις δραστηριότητες της Πρωτοβουλίας καθώς και από εκδηλώσεις οικονομικής στήριξης σε όλα σχεδόν τα στέκια και τις καταλήψεις της Θεσσαλονίκης αλλά και άλλων πόλεων. Σε αυτό τον πρακτικό απολογισμό της αλληλεγγύης πρέπει να γίνει ξεχωριστή αναφορά στους εκατοντάδες αγωνιστές και αγωνίστριες που συμμετείχαν στις περιφρουρήσεις και στις συνοδείες στα νοσοκομεία, στην 20μελή ιατρική ομάδα και την ομάδα νομικής βοήθειας που πέρα από την καθημερινή συνεισφορά, σε κρίσιμες στιγμές (και) με συνεντεύξεις τύπου ξεκαθάρισαν την πραγματική κατάσταση των απεργών, στην ομάδα τύπου που καθημερινά εξέδιδε και μετέφραζε ανακοινώσεις με τις δράσεις και τις εξελίξεις, δημιουργούσε βίντεο και ενημέρωνε το blog.

Χαιρετίζουμε τους συντρόφους και τις συντρόφισσες που κινητοποιήθηκαν σε Αθήνα, Χανιά, Ιωάννινα, Λάρισα, Ξάνθη, Ορεστιάδα, Κοζάνη, Μυτιλήνη, Σάμο, Ρέθυμνο, Πάτρα, Καβάλα, Βέροια, Ηράκλειο, Σέρρες, Βόλο "και στα άλλα τα νησιά" στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο.

Η Ανοιχτή Πρωτοβουλία Αλληλεγγύης δεν υπάρχει πλέον. Οι πολύτιμοι δεσμοί αλληλεγγύης και εμπιστοσύνης που φτιάχτηκαν μεταξύ μας και με τους 50 αγωνιστές του Εργατικού Κέντρου θα υπάρχουν για πάντα. Στη γιορτή νίκης στις 16 Μάρτη μάς υποσχέθηκαν ότι θα είναι πάντα μαζί μας στους αγώνες του μέλλοντος. Τους εμπιστευόμαστε γιατί τους γνωρίσαμε και ξέρουμε ότι και αυτοί έχουν εμπιστοσύνη πως όποτε χρειαστεί θα πράξουμε ό,τι μας αναλογεί.


Κοινοί αγώνες ντόπιων και μεταναστών!
Στο δρόμο γεννιούνται οι συνειδήσεις!


Θεσσαλονίκη, 24 Μάρτη 2011
Ανοιχτή Πρωτοβουλία Αλληλεγγύης



Υ.Γ. Για το διεκδικητικό κομμάτι του αγώνα, μάς αρκεί η γνώμη των αγωνιστών πρώην απεργών πείνας. Το κίνημα που αναπτύχθηκε στη Θεσσαλονίκη θα παρακολουθεί τις εξελίξεις μέσα από το νέο, ευρύ δίκτυο επικοινωνίας που γεννήθηκε από αυτόν τον αγώνα. Για τα θέματα που ανέκυψαν, έχουμε συνελεύσεις και οριζόντιες διαδικασίες όπου συζητάμε και συνεχίζουμε να τα συζητάμε...

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011

Στα όρια επιστήμης και πολιτικής: το 1821 στον ΣΚΑΪ του Παν Στάθη

Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2011
Στα όρια επιστήμης και πολιτικής: το 1821 στον ΣΚΑΪ



ΠΗΓΗ: ΑΥΓΗ
του Παναγιωτη Σταθη


Η εθνική ιστορία, και ευρύτερα η εθνική ταυτότητα, έχει προκαλέσει ζωηρές συζητήσεις ή και αντιπαραθέσεις τα τελευταία χρόνια στον χώρο της δημόσιας ιστορίας, ορισμένες μάλιστα έλαβαν έντονο συγκρουσιακό χαρακτήρα. Στο πλαίσιο αυτό είναι ευπρόσδεκτη η πρωτοβουλία του ΣΚΑΪ να παραγάγει μια ιστορική σειρά ντοκιμαντέρ για την Επανάσταση του 1821 με υπεύθυνους επιστήμονες ιστορικούς, η οποία μάλιστα υποστηρίζεται από αρκετές παράλληλες δράσεις: σειρά τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών συζητήσεων με καλεσμένους επιστήμονες, έκδοση ενός πεντάτομου επιστημονικού έργου για την Επανάσταση, έκδοση ενός παιδικού εικονογραφημένου βιβλίου για την πολιορκία του Μεσολογγίου, αρθρογραφία στην Καθημερινή. Καθώς το ντοκιμαντέρ ανατρέπει τους παραδεδομένους εθνικιστικούς μύθους για την οθωμανική περίοδο και το Εικοσιένα, ξεσήκωσε ισχυρές αντιδράσεις από διάφορες εθνικιστικές μερίδες και από χώρους της λαϊκής και της άκρας δεξιάς.


Ωστόσο, όσα λέγονται στο ντοκιμαντέρ και ενόχλησαν τους εθνικιστές, αποτελούν κοινούς τόπους στην επιστημονική ιστοριογραφία εδώ και τουλάχιστον τρεις δεκαετίες. Πράγματι η γενικότερη παρουσίαση του Εικοσιένα στο ντοκιμαντέρ εντάσσεται στις σύγχρονες επιστημονικές προσεγγίσεις που διδάσκονται στα ελληνικά και ξένα πανεπιστήμια. Στα υπέρ της σειράς προσμετράται η ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα σκηνοθετική δημιουργία με την υψηλής ποιότητας εικαστική παρουσίαση, τα δραματοποιημένα μέρη, τη φροντισμένη εκλαΐκευση, το λιτό ύφος της αφήγησης του Πέτρου Τατσόπουλου, τα αποσπάσματα συνεντεύξεων δυτικοευρωπαίων και τούρκων ιστορικών, την έμφαση στην ανάδειξη της καθημερινότητας των χαμηλότερων κοινωνικών στρωμάτων στη διάρκεια του Αγώνα. Θα πρέπει επίσης να εξαρθεί η τόλμη της σειράς να μιλήσει και για θέματα ταμπού, όπως π.χ. οι σφαγές των μουσουλμάνων στην άλωση της Τριπολιτσάς, η νύξη για κανιβαλισμό στο πολιορκημένο Μεσολόγγι, ή το αλβανόφωνο νανούρισμα --υπόμνηση για την ξενοφωνία αρκετών επαναστατών-- σε μια εξαιρετική δραματοποίηση των προετοιμασιών της Εξόδου του Μεσολογγίου. Για τα ελληνικά δεδομένα συνιστά μια από τις καλύτερες προσπάθειες, αν και απέχει από τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές παραγωγές με τον πολύ ψηλότερο προϋπολογισμό, τις ψηφιακές αναπαραστάσεις και τους πολυάριθμους κομπάρσους.
Το όλο εγχείρημα, όμως, δεν στερείται προβλημάτων. Η πρώτη ένσταση σχετίζεται με τους επιστημονικούς συμβούλους της σειράς, Θάνο Βερέμη και Ιάκωβο Μιχαηλίδη: πρόκειται για ακαδημαϊκούς ιστορικούς που όμως ερευνητικά δεν ειδικεύονται στις περιόδους της οθωμανικής κυριαρχίας και της Επανάστασης, όπως επίσης και η πλειονότητα των καλεσμένων επιστημόνων στις πέντε πρώτες συζητήσεις που ακολούθησαν τις αντίστοιχες προβολές των επεισοδίων. Ίσως σε αυτό να οφείλονται και ορισμένα πραγματολογικά λάθη του ντοκιμαντέρ, όπως π.χ. η ταύτιση του Μεχμέτ Ρεσίτ Κιουταχή με τον πασά που νίκησε τον Αλή Τεπελενλή, ενώ νικητής του Αλή ήταν ο Αχμέτ Χουρσίτ πασάς. Ο Ρεσίτ πασάς ήταν απλώς ένας από τους πασάδες που συμμετείχαν στην πολιορκία του Αλή.
Σημαντικότερα όμως είναι τα προβλήματα που αφορούν σε κάποιες, μάλλον παρωχημένες, ερμηνευτικές επιλογές του ντοκιμαντέρ. Ενδεικτικά: η άποψη ότι από τις αρχές του 17ου αιώνα μεγάλος αριθμός αγροτών κατέφυγε στον ορεινό χώρο λόγω της αύξησης των φορολογικών βαρών και της έντασης της καταπίεσης, εξέλιξη από την οποία προέκυψαν και οι κλέφτες, δεν υποστηρίζεται από τα δημογραφικά και ιστορικά δεδομένα. Η άποψη ότι μια προϊούσα αύξηση της οθωμανικής καταπίεσης στην ύστερη περίοδο οδήγησε ευρύτατους πληθυσμούς στη συμμετοχή στην επανάσταση ούτε τεκμηριώνεται επαρκώς στις πηγές σε ό,τι αφορά τους αγροτικούς πληθυσμούς, ούτε συνάδει με την οικονομική ανάπτυξη των χριστιανών εμπόρων, ναυτικών, βιοτεχνών και προεστών στον 18ο αιώνα. Αντιθέτως, απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά στην πολυδιάστατη κρίση (οικονομική και όχι μόνον) που διέκοψε μια μακρά περίοδο εμπορικής ανάπτυξης και έπληξε ευρύτατες κοινωνικές ομάδες στα αμέσως προεπαναστατικά χρόνια και που φαίνεται να σχετίζεται άμεσα με την έκρηξη της επανάστασης. Άλλωστε, το ντοκιμαντέρ ερμηνεύει την Επανάσταση δίνοντας έμφαση στον Νεοελληνικό Διαφωτισμό και συνακόλουθα στην επιρροή των ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης, υποβαθμίζοντας τη σημασία της παράλληλης εμπορικής ανάπτυξης και της σχέσης της με την εμφάνιση των διαφωτιστικών ιδεών. Από αυτήν την άποψη ακολουθεί περισσότερο το ερμηνευτικό μοντέλο του Κ.Θ. Δημαρά, τηρώντας αποστάσεις από τη μαρξιστική ερμηνεία του Ν. Σβορώνου που δίνει έμφαση στην οικονομία.


Εκδοχές του έθνους και της επανάστασης
Αναφορικά με το ζήτημα της συγκρότησης της ελληνικής εθνικής ταυτότητας, το ντοκιμαντέρ φαίνεται να ακολουθεί τη σύγχρονη θεωρία του εθνοτικού εθνικισμού του Άντονυ Σμιθ. Ωστόσο, ορισμένες από τις παρεμβάσεις των ιστορικών συμβούλων της σειράς στις τηλεοπτικές συζητήσεις συσκοτίζουν τη θεώρηση της έννοιας και της ιστορίας του ελληνικού έθνους, όπως π.χ. οι αποστροφές των Θ. Βερέμη και Ι. Μιχαηλίδη στην πρώτη συζήτηση ότι οι επαναστάτες «όλοι αισθάνονταν Έλληνες διότι η έννοια Έλληνας είναι μια τεράστια πολιτισμική παράδοση» και διότι «όλοι μιλούσαν και ελληνικά και ήταν ορθόδοξοι», καθώς και ότι αυτό που έγινε στην περί το 1821 περίοδο ήταν μια «αναμόρφωση και ανακαίνιση της εθνικής συνείδησης», βασικά στοιχεία της οποίας είναι «η γλώσσα και η παράδοση κυρίως». Μη ορίζοντας σαφώς την έννοια του έθνους και της εθνικής ταυτότητας, φαίνεται να συμπεριλαμβάνουν στην τελευταία την ορθόδοξη θρησκευτική ταυτότητα που κυριαρχούσε στην πλειονότητα των χριστιανών της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Επομένως, θεωρούν ότι η εθνική συνείδηση προϋπήρχε του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, αντίληψη στην οποία λανθάνει η έννοια της εθνικής συνέχειας.
Το κυριότερο πρόβλημα, όμως, που εκβάλλει και στην εννοιολόγηση του όρου «επανάσταση», σχετίζεται με την προσέγγιση των εμφυλίων αντιπαραθέσεων στην Επανάσταση, συμπεριλαμβανομένης της καποδιστριακής περιόδου. Ορθώς το ντοκιμαντέρ επισημαίνει ότι κατά τη διάρκεια του αγώνα διεξήχθη μια πάλη για τη μορφή του νέου πολιτικού σχηματισμού ανάμεσα στους φορείς των παραδοσιακών ιδεών και σε αυτούς των νέων ευρωπαϊκών φιλελεύθερων ιδεών. Επισημαίνει επίσης ότι οι θεσμοί που δημιουργήθηκαν ήταν θεσμοί ενός μοντέρνου ευρωπαϊκού κράτους. Ωστόσο στην παρουσίαση των εμφύλιων συγκρούσεων οι αντιπαραθέσεις ανάμεσα σε αντίπαλους τοπικισμούς και ιδιοτελή συμφέροντα εξομοιώνονται αφηγηματικά με τις ιδεολογικές συγκρούσεις και δεν αρθρώνονται οργανικά με τα κύρια διακυβεύματα της Επανάστασης. Σύμφωνα με τη σειρά, η σχετική ομόνοια των αρχών του Αγώνα εκφυλίζεται γρήγορα σε πολλαπλές διαμάχες τοπικών, οικονομικών και πολιτικών ανταγωνισμών για την κατάληψη της εξουσίας, μια πολυδιάσπαση που οφείλεται στην «κατακερματισμένη κοινωνία» και οδηγεί την Επανάσταση στο χείλος της καταστροφής. Νικητές στον εμφύλιο πόλεμο βγαίνουν οι νησιώτες, και όχι ένας συνασπισμός δυνάμεων στον οποίο κυριαρχεί η επιδίωξη συγκρότησης μοντέρνου συγκεντρωτικού κράτους. Οι φιλελεύθεροι θεσμοί που εγκαθιδρύονται αποτελούν ένα «εξωτερικό ένδυμα» ενώ από μέσα μένει αλώβητος ο «φουστανελάς». Στο επεισόδιο για τον Καποδίστρια, το πιο αδύναμο της σειράς, η συντηρητική αυταρχική ιδεολογία και ο συνακόλουθος τρόπος άσκησης της εξουσίας του κυβερνήτη υποβαθμίζονται, ενώ η συγκρότηση της αντιπολίτευσης οφείλεται αποκλειστικά στην επιδίωξη διατήρησης των προνομίων των παραδοσιακών ελίτ. Ουδεμία νύξη για τις φωνές του Κοραή, του Μαυροκορδάτου και των άλλων φιλελευθέρων που αντιδρούν στην εν πολλοίς δεσποτική διακυβέρνηση του Καποδίστρια.
Έτσι όμως, οι πολιτικές και ιδεολογικές αντιπαραθέσεις νοούνται ως μια «αυτοκαταστροφική», παράπλευρη, εσωτερική διάσταση του απελευθερωτικού αγώνα του έθνους απέναντι στον ξένο κατακτητή, ως άτυχα συμβάντα, ως συνέπειες της διχόνοιας, και όχι ως συστατικά στοιχεία της επαναστατικής διαδικασίας. Διότι το Εικοσιένα, με κεντρικό διακύβευμα την απόσειση της «τυραννίας», σύμφωνα με την ορολογία της εποχής, ανήκει στη χορεία των φιλελεύθερων επαναστάσεων που ακολούθησαν τη Γαλλική Επανάσταση. Το έθνος ήταν δημιούργημα αυτής της φιλελεύθερης ιδεολογίας και όχημα εγκαθίδρυσης των νέων συνταγματικών και κοινοβουλευτικών θεσμών. Συνεπώς, το Εικοσιένα δεν μοιάζει με την σέρβικη εξέγερση ή το αποσχιστικό κίνημα του Αλή πασά απέναντι στην Πύλη, δεν συνιστά επανάσταση επειδή αποσπά ένα κομμάτι από την Οθωμανική Αυτοκρατορία και διώχνει τους μουσουλμάνους, αλλά επειδή διά της ένοπλης σύγκρουσης αντικαθιστά τους παραδοσιακούς θεσμούς και εγκαθιδρύει μορφές εξουσίας στο όνομα και προς όφελος του έθνους, δηλαδή της κοινότητας των ελλήνων πολιτών. Από αυτήν την άποψη, το έθνος και η επανάσταση δεν εννοιολογείται ομοιοτρόπως από τις αντίπαλες κοινωνικές ομάδες που μετείχαν στο Εικοσιένα.


Εικοσιένα και ιστορικός αναγωγισμός
Παρά τις διακηρυγμένες προθέσεις των συντελεστών, το ντοκιμαντέρ αλλά κυρίως η κατεύθυνση που επιδιώκεται να πάρουν οι συζητήσεις χαρακτηρίζονται έντονα από αναγωγές στο σήμερα και, συνακόλουθα, από ιστορικό αναχρονισμό. Ο παραλληλισμός της αντιπαράθεσης μεταξύ εκσυγχρονιστικών και παραδοσιακών πολιτικών μερίδων ή μεταξύ Καποδίστρια και αντιπολίτευσης με σημερινές πολιτικές αντιπαραθέσεις, ή η θεώρηση της ανομίας ως στοιχείου που διατρέχει την κοινωνικοπολιτική ζωή, από την Επανάσταση μέχρι σήμερα, συνιστούν προβολές που παρακάμπτουν τις μεγάλες αλλαγές στις ιδεολογίες και τους πολιτικούς σχηματισμούς στο άνυσμα του χρόνου. Δεν μπορούν να στοιχειοθετηθούν αναλογίες μεταξύ των φιλελεύθερων του Εικοσιένα ή του Καποδίστρια και των σημερινών εκδοχών του εκσυγχρονισμού. Πόσο μάλλον ανάμεσα στους αντιπάλους τους: τις παραδοσιακές προεπαναστατικές ελίτ και τη σημερινή Αριστερά. Ούτε οι αυθαίρετες πρακτικές των τοπικών παραδοσιακών ελίτ ή η βία των ενόπλων του Εικοσιένα, που εντάσσονται στις προνεωτερικές προσλήψεις των δομών εξουσίας, μπορούν να παραλληλιστούν με τις σύγχρονες πελατειακές εξαρτήσεις, τις πρακτικές φοροδιαφυγής ή, από την άλλη πλευρά, με τα κινήματα διαμαρτυρίας, που όλα λειτουργούν σε ένα πλαίσιο σύγχρονων ιεραρχημένων θεσμών και κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Με αυτή την έννοια, η όλη προσπάθεια του ΣΚΑΪ φαίνεται να υπόκειται σε ένα πολιτικό πρόσημο: συνιστά μια εκδοχή ανάγνωσης της ιστορίας από την πλευρά της σημερινής, εκσυγχρονιστικής, νεοφιλελεύθερης κεντροδεξιάς. Παράλληλα, με βάση την ανάγνωση του Εικοσιένα, μοιάζει να διατυπώνει, αν και όχι ρητά, ένα πολιτικό πρόταγμα: την ανάγκη διατήρησης της εθνικής και κοινωνικής συνοχής υπό μια εκσυγχρονιστική ηγεσία ως το μόνο δρόμο υπέρβασης της δύσκολης σύγχρονης συγκυρίας.
[Σχόλια και συζήτηση για το άρθρο στο ιστολόγιο των Ενθεμάτων]
Ο Παναγιώτης Στάθης είναι ιστορικός
Αναρτήθηκε από You Pay Your Crisis στις 5:34 μ.μ.

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2011

Κράτος και δικτατορία του προλεταριάτου στον Μαρξ επ’αφορμής της Κομμούνας

Ιουνίου 4, 2009
Ο Μαρξ για την Κομμούνα του Παρισιού
Filed under: κομμούνα — katilinas @ 5:31 πμ

Η Κομμούνα είναι το ζωντανό παράδειγμα της ίδιας της επανάστασης και του προλεταριακού κινήματος που ωθεί τον Μαρξ να μελετήσει εκ νέου το ακανθώδες ζήτημα του Κράτους. Αυτή η μελέτη βρίσκεται στον αντίποδα μιας εγκεφαλικής επινόησης από τον ίδιο μιας ιδεατής κατάστασης και ενός έτοιμου μοντέλου που σκοπό έχει να αντικαταστήσει την υπάρχουσα κρατική μηχανή της ταξικής κυριαρχίας της κεφαλαιοκρατικής τάξης.
Διευκρινιστικά να αναφερθεί ότι ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα ο νεαρός Μαρξ θα ασκήσει κριτική στο κράτος παρουσιάζοντας το ως μια μορφή διχασμού και χωρισμού του ανθρώπου από τον εαυτό του, μια μορφή αυτοαποξένωσης και αλλοτρίωσης του ανθρώπου. Αν και δεν θα είναι τόσο αναλυτικός όσο μετά την Κομμούνα ο νεαρός Μαρξ θα κάνει αναφορά στη Δημοκρατία (Demokratie) ως την άρση αυτής της αποξένωσης :


“η δημοκρατία είναι η λύση του αινίγματος της πολιτειακής οργάνωσης γιατί μόνο με τη δημοκρατία η πολιτειακή οργάνωση φαίνεται αυτό που πραγματικά είναι : ένα ελεύθερο προϊόν του ανθρώπου”
Λαμβάνοντας υπόψη την ανυπαρξία της έννοιας της δημοκρατίας ως αυτοπροσδιορισμό των μοναρχιών της περιόδου δεν μένει παρά να συμπεράνουμε ότι η δημοκρατία του πρώιμου Μαρξ δεν είναι άλλη παρά η ένδοξη ενθύμηση της Republic της Γαλλικής Επανάστασης . Και ιδιαίτερα του πλέον ριζοσπαστικού συντάγματος της μέχρι τότε εποχής του , κατά τον ισχυρισμό του ίδιου, το Σύνταγμα του 1793.
Είναι η Κομμούνα όμως αυτή που θα αντικαταστήσει την μέχρι πρότινος παρελθοντική ενατένιση στην “πραγματική δημοκρατία” της γαλλικής επανάστασης της περιόδου της Συμβατικής (1792-94) με ένα σύγχρονο παράδειγμα ακόμη πιο συγκεκριμένης πολιτειακής μορφής που είναι ικανό να εξυπηρετήσει πλέον την προλεταριακή κυριαρχία και την επανάσταση των εργαζομένων με σοσιαλιστική κατεύθυνση. Με την Κομμούνα συντελείται σαφέστατα μια ποιοτική αλλαγή εφόσον πλέον το υποκείμενο είναι ξεκάθαρα το προλεταριάτο και όχι οι προβιομηχανικές και ως εκ τούτου προ-προλεταριακές πληβειακές μάζες ή η ακόμη πιο ασαφής γενική κατηγορία του ανθρώπου. Οι νύξεις σε μια ανθρωπολογική θεμελίωση της πολιτειακής οργάνωσης της δημοκρατίας παραχωρεί την θέση της , με τον ενδιάμεσο σταθμό των επαναστάσεων του 1848, σε μια επιστημονική θεμελίωση.
Ο Μαρξ απορρίπτει τόσο, τη φιλελεύθερη εκδοχή της δημοκρατίας ως κακοχωνεμένη επιβίωση της κληρονομιάς της γαλλικής επανάστασης όσο και την αντιεπιστημονική μεταφυσική μπακουνική αντίληψη της κατάργησης του κράτους εν μια νυκτί με διοικητικά μέτρα. Κατάργηση αντιεξουσιαστική κατ’ονομα αλλά εξουσιαστικότατη στην ουσία της όπως τραγελαφικά θα εκδηλωθεί στο φιάσκο της Λυών στις 28 Σεπτεμβρίου του 1870.
Στο μαρξικό έργο όλες οι πτυχές της κρατικής εξουσίας τίθενται υπό δριμεία κριτική. Το εκλογικό δικαίωμα στα χέρια της μπουρζουαζίας ή ακόμη χειρότερα στη βοναπαρτιστική του εκδοχή του Ναπολέοντα βαπτίζεται ως μέσο εξαπάτησης και μήτρα του κοινοβουλευτικού κρετινισμού. Αποτελεί μια φάρσα έτσι ώστε να συντελείται η συγκέντρωση όλης της πραγματικής εξουσίας στον Εκτελεστικό εκπρόσωπο , στην εκτελεστική εξουσία. Αντίστοιχα αδιάφορο τον αφήνουν οι χαμερπείς κοκορομαχίες μεταξύ της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας ξέχωρα από τα ουσιαστικά συμφέροντα και πραγματικά διακυβεύματα της μάζας των παραγωγών της κοινωνίας.


Ως απώτερη έκφραση της παρασιτικής απόφυσης του κράτους θα αναγνωρίσει την Εθνοσυνέλευση των δικηγορίσκων (sic) που συνεδρίαζε αρχικώς στο Μπορντώ μετά στις Βερσαλλίες υπό τον Θιέρσο. Ο χαρακτηρισμός που επιφύλασσε στον σφαγέα των Κομμουνάρων είναι αρκούντως παραστατικός ως προς το που φύονται τέτοιες προσωπικότητες :


“.. το κοινοβουλευτικό καθεστώς, το μόνο στο οποίο ένα Κρατικό παράσιτο, όπως ο Θιέρσος, ένας κοινός φαφλατάς, μπορεί να παίξει κάποιο πολιτικό ρόλο…”


Για την κατ’επίφαση αυτοδιοίκηση της Αγγλικής μοναρχίας και οι δημοσιογράφοι της δεκάρας της θα είναι εξίσου δηκτικός :


“Οι ένδοξοι Άγγλοι γραφιάδες της δεκάρας έκαναν την υπέροχη ανακάλυψη ότι αυτό (σημ.αναφέρεται στην Κομμούνα) δεν είναι αυτό που έχουμε συνηθίσει να εννοούμε ως αυτοκυβερνηση. Φυσικά, και δεν είναι. Δεν είναι η αυτοδιοίκηση των πόλεων από καταβροχθίζοντες χελωνοσούπες αντιδημάρχους, μικρο – ενορίες και θηριώδεις φύλακες εργαστηρίων. Δεν είναι η αυτοδιοίκηση των επαρχιών από κατόχους πολλών στρεμμάτων, μεγάλων πορτοφολιών και άδειων κεφαλιών. Δεν είναι η δικαστική απέχθεια των “Μεγάλων Απλήρωτων” (σημ. παρατσούκλι για τους Άγγλους δικαστές). Δεν είναι η πολιτική αυτο-κυβέρνηση της χώρας μέσω ενός ολιγαρχικού κλάμπ και της ανάγνωσης των Times, είναι η πράξη του λαού για τον εαυτό του και από τον εαυτό του .”


Στον αντίποδα των παραπάνω η Κομμούνα ήταν η αντίθεση της Δεύτερης αυτοκρατορίας και η αποκαθήλωση της νόθας Τρίτης Δημοκρατίας. Μια δημοκρατία που εμφανίστηκε δια του σφετερισμού της εξουσίας από το λαό από τις 4 Σεπτεμβρίου του 1870. Η Κομμούνα είναι η επιστροφή της Republic ως διακηρυγμένα πλέον Κοινωνική και Παγκόσμια. Επιστροφή στον πραγματικό της κηδεμόνα τον ίδιο το λαό που με την εισβολή του στην Εθνοσυνέλευση στις 4 Σεπτεμβρίου θέτει τέλος στο βοναπαρτισμό.


Υπενθυμίζουμε τα βασικά πολιτικά μέτρα της Κομμούνας που καταδεικνύουν τη διαφορά της από μια τυπική κοινοβουλευτική δημοκρατία :


(ι)αντικαθιστά τον μόνιμο στρατό και την αστυνομία με τον ένοπλο λαό

(ιι) καταργεί τη γραφειοκρατία και μαζί τους διορισμένους δικαστές,

(ιιι) διώχνει τους ανώτατους δημόσιους υπαλλήλους και υποβιβάζει τους υπόλοιπους στον αποκλειστικά υπηρεσιακό τους ρόλο

(iv)καθιερώνει την απρόσκοπτη αιρετότητα και την ανακλητότητα για όλα τα δημόσια αξιώματα και περιορίζει την αμοιβή τους με αυτή του κοινού εργάτη.

(v)αντικαθιστά την κοινοβουλευτική λαϊκή αντιπροσώπευση με την αντιπροσώπευση του συμβουλίου της Κομμούνας στην οποία συνυπάρχουν η νομοθετική και εκτελεστική εξουσία

(vi) σχεδιάζει να ανασυγκροτήσει όλη τη χώρα από τα κάτω παρέχοντας ευρεία τοπική αυτοδιοίκηση η οποία παύει να γίνεται με διορισμένη εποπτεία και κηδεμονία από το κράτος.


Η Κομμούνα ως εκ τούτου υπερβαίνει τη φιλελεύθερη αρχή – δικλείδα των checks and balances(έλεγχος και ισορροπία) μεταξύ των εξουσιών της περίφημης συνταγματικής διάκρισης των εξουσιών της σύγχρονης αστικής δημοκρατίας.


Η διάκριση των εξουσιών στους αστούς φιλελεύθερους υπάρχει ως μέτρο αποφυγής σφετερισμού της μια εξουσίας έναντι της άλλης αλλά στο μαρξικό έργο δεν ξεφεύγει από μια τροποποιημένη έκφανση της ταξικής κυριαρχίας επί του προλεταριάτου.

Η συγχώνευση της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας που συντελείται στο “εργαζόμενο σώμα” της Κομμούνας βρίσκεται στην ίδια γραμμή με τη θεωρία για την νομοθετική εξουσία που αναπτύσσεται στα πρώιμα έργα του Μαρξ. Όπου η “ νομοθετική εξουσία” στον πρώιμο Μαρξ δεν είναι η εξουσία που λειτουργεί ήδη στα πλαίσια του συνταγματικού διαχωρισμού των εξουσιών, αλλά η νομοθετική εξουσία με τη κυριολεξία του όρου. Εξουσία που έχει ρητά ως πρότυπο τη γαλλική επανάσταση και πιο συγκεκριμένα τη γιακωβίνικη Εθνοσυνέλευση στο γενικότερο πλαίσιο της θεωρίας της “συντακτικής εξουσίας” του Sieyes.


Ακόμα πιο κατηγορηματικός για τη συντριβή της τυπικής δημοκρατίας από τη Κομμούνα ο Μαρξ στο προσχέδιο του Εμφύλιου πολέμου θα χαρακτηρίσει την Κομμούνα επανάσταση ενάντια στο κράτος το ίδιο :


“Η 4η του Σεπτέμβρη ήταν μόνο η αποκατάσταση της Δημοκρατίας ενάντια στο γελοίο τυχοδιώκτη που την είχε στραγγαλίσει. Η αληθινή αντίθεση της ίδιας της Αυτοκρατορίας – δηλαδή της κρατικής εξουσίας, της συγκεντροποιημένης εκτελεστικής εξουσίας, της οποίας η δεύτερη Αυτοκρατορία υπήρξε μονάχα η ύστατη έκφραση – ήταν η Κομμούνα. Εκείνη η κρατική εξουσία είναι στην πραγματικότητα το δημιούργημα της αστικής τάξης, στην αρχή ως το μέσο για το τσάκισμα της φεουδαρχίας, στη συνέχεια ως το μέσο για την καταστολή των απελευθερωτικών προσπαθειών των παραγωγών, της εργατικής τάξης. Όλες οι αντιδράσεις και όλες οι επαναστάσεις χρησιμέψανε μονάχα για να μεταφέρεται αυτή η οργανωμένη εξουσία – αυτή η οργανωμένη βία για την υποδούλωση της εργασίας -από το ένα χέρι στο άλλο. από τη μια ομάδα των αρχουσών τάξεων σε μιαν άλλη. Χρησίμεψε στις κυρίαρχες τάξεις σα μέσο υποδούλωσης και πλουτισμού. Από κάθε καινούργια αλλαγή αντλούσε καινούργιες δυνάμεις. Χρησίμεψε σαν εργαλείο για το τσάκισμα κάθε λαϊκής εξέγερσης, για την καταπίεση των εργαζομένων τάξεων, που αφού αγωνίστηκαν, τις χρησιμοποίησαν για να εξασφαλίσουν το πέρασμα της κρατικής εξουσίας από μια ομάδα των καταπιεστών τους στα χέρια μιας άλλης. Γιαυτό η Κομμούνα δεν ήταν μια επανάσταση ενάντια σ’ αυτή ή σ’ εκείνη, στη νομιμόφρονα, στη συνταγματική, στη δημοκρατική ή την αυτοκρατορική μορφή της κρατικής εξουσίας. Η Κομμούνα ήταν μια επανάσταση ενάντια στο ίδιο το κράτος -αυτή την υπερφυσική αποβολή της κοινωνίας. Ήταν η επανάκτηση της δικής του κοινωνικής ζωής από το λαό, μέσω του λαού, για το λαό. Δεν ήταν μια επανάσταση για να μεταβιβασθεί η κρατική εξουσία από μια μερίδα των αρχουσών τάξεων σε μιαν άλλη, ήταν μια επανάσταση για τη συντριβή αυτής της ίδιας της αποτροπιαστικής μηχανής της ταξικής κυριαρχίας. Δεν ήταν ένας απ’ αυτούς τους χαμερπείς αγώνες ανάμεσα σ’ εκείνη την ταξική κυριαρχία που εμφανίζεται υπό τη μορφή της εκτελεστικής εξουσίας ενάντια στις κοινοβουλευτικές μορφές της ταξικής κυριαρχίας, ήταν εξέγερση ενάντια και στις δυο αυτές μορφές, που αλληλοσυμπληρώνονται και που η κοινοβουλευτική μορφή δεν είναι παρά ένα απατηλό εξάρτημα της εκτελεστικής εξουσίας. Η δεύτερη Αυτοκρατορία υπήρξε η τελική μορφή αυτού του σφετερισμού του κράτους. Η Κομμούνα υπήρξε η αποφασιστική άρνηση αυτής της κρατικής εξουσίας και γιαυτό αποτέλεσε την απαρχή της κοινωνικής επανάστασης του 19ου αιώνα. Όποια κι αν είναι τώρα η τύχη που την περιμένει στο Παρίσι, θα κάνει το γύρο του κόσμου. Η εργατική τάξη στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες την υποδέχτηκε αμέσως σαν το ξόρκι που φέρνει τη λευτεριά. Οι δόξες και η προκατακλυσμιαία δράση του Πρώσου κατακτητή μοιάζανε πια μονάχα με παραισθήσεις μιας πολύ περασμένης εποχής.1



Με τον προσδιορισμό της Κομμούνας ως επανάσταση ενάντια στο κράτος ο Μαρξ δεν προσχωρεί στη θέση του Μπακούνιν για άμεση κατάργηση του κράτους. Η μπακουνινική αντίληψη θεωρεί ότι η κατάργηση του κράτους και της πολιτικής εξουσίας μπορεί να συντελεστεί σε μια στιγμή σε αντίθεση με την μαρξική επανάσταση νοούμενη ως διαδικασία. Υπό αυτή την έννοια όταν ο Μαρξ προσδιορίζει την Κομμούνα ως επανάσταση ενάντια στο κράτος επιθυμεί να τονίσει την ποιοτική τομή που συντελείται με την εμφάνιση μιας εξουσίας που κατέχει από την θέσμιση της την προοπτική της κατάργησης της σε βάθος χρόνου. Η Κομμούνα πλέον είναι η πολιτειακή δομή που από την πρώτη στιγμή εμπεριέχει την προοπτική της μετεξέλιξης σε ένα μη-κράτος.

Η διαφορά των δύο αντιλήψεων θα φανεί και πριν την Κομμούνα. Η στιγμιαία προσπάθεια κατάργησης κάθε εξουσίας και κράτους νοούμενη ως διακυβέρνηση ανθρώπων από τη θεωρία θα περάσει στη πράξη στις 28 Σεπτεμβρίου του 1870 στη Λυών με την καθοδήγηση του Μπακούνιν. Η διακήρυξη της κατάργησης του κράτους θα καταλήξει σε μια οικτρή αποτυχία που θα αποτελέσει τροφή για ειρωνεία από μεριάς του Μαρξ. 2


Και εφόσον η Κομμούνα είναι και αυτή μια εξουσία σε διαδικασία το ερώτημα που προκύπτει είναι πόσο διαρκεί μια τέτοια είδους εξουσία. Ως προς την χρονική διάρκεια αυτής της διαδικασίας από το κράτος στο μη-κράτος αποκαλυπτικός είναι ο άτυπος διάλογος μεταξύ Μαρξ και Μπακούνιν. Στη κατηγορία του Μπακούνιν ότι οι μαρξιστές “παρηγορούν” τους εαυτούς ότι η δικτατορία του προλεταριάτου θα είναι σύντομη επειδή κατανοούν κατά τον Ρώσο επανάσταση ότι θα είναι η πλέον απεχθής ο Μαρξ σημειώνει χωρίς υπεκφυγές και σε επιστημονική βάση ότι η διάρκεια θα καθοριστεί από την ίδια την ταξική πάλη, μπορεί να είναι και σύντομη μπορεί να είναι και μακροσκελής :


“Non, mon cher! — Η ταξική εξουσία των εργατών πάνω στα στρώματα του παλιού κόσμου τα οποία πολεμούν μπορούν να υπάρξει τόσο όσο η οικονομική βάση της ταξικής τους ύπαρξης δεν έχει καταστραφεί”3


Στο ίδιο μήκος κύματος θα διαφωνήσει με την άμεση διοικητικού τύπου εξάλειψη των ταξικών διαφορών όπως αυτές μεταξύ προλεταριάτου και αγροτιάς σημειώνοντας πάλι στο Conspectus:


“όπου ο αγρότης υπάρχει κατά μάζες ως ατομικός ιδιοκτήτης, όπου διαμορφώνει λίγο ή πολύ μια σημαντική πλειοψηφία, όπως σε όλα τα κράτη της δυτικοευρωπαϊκής ηπείρου, όπου δεν έχει εξαφανιστεί και δεν έχει αντικατασταθεί από τον εργάτη γης , όπως στην Αγγλία, οι ακόλουθες περιπτώσεις ισχύουν: είτε εμποδίζει κάθε επανάσταση των εργατών, την καταστρέφει, όπως έχει κάνει στο παρελθόν στη Γαλλία, ή το προλεταριάτο (γιατί ο αγρότης ιδιοκτήτης δεν ανήκει στο προλεταριάτο, και ακόμη και όταν η κατάσταση του είναι προλεταριακή ,ο ίδιος δεν την θεωρεί ως τέτοια) ως κυβέρνηση πρέπει να λάβει μέτρα μέσω των οποίων ο αγρότης να βρει την κατάσταση του αμέσως βελτιωμένη , ώστε να τον κερδίσει για την επανάσταση. Μέτρα που θα παράσχουν τουλάχιστον τη δυνατότητα της μετάβασης από την ατομική ιδιοκτησία της γης στη συλλογική ιδιοκτησία, έτσι ώστε ο αγρότης να προσχωρήσει σε αυτή με τη δική του συμφωνία , από οικονομικούς λόγους. Δεν πρέπει να κοπανήσει τον αγρότη στο κεφάλι, όπως π.χ. με την διακήρυξη της κατάργησης του δικαιώματος της κληρονομιάς ή της κατάργησης της ιδιοκτησίας του. Το τελευταίο είναι δυνατό μόνο όπου ο καπιταλιστής ενοικιαστής αγρότης έχει διώξει τους γεωργούς, και όπου ο αληθινός καλλιεργητής είναι εξίσου καλός ως προλετάριος, ένας μισθωτός-εργάτης, όπως είναι ο εργάτης της πόλης , και έχει έτσι άμεσα , όχι μόνο έμμεσα, τα ίδια ακριβώς συμφέροντα με αυτόν. Ούτε πρέπει να ενισχυθεί η ιδιοκτησία των μικρών αγροκτημάτων, απλώς με τη διεύρυνση της προσάρτησης μεγαλύτερων , όπως θέλει η επαναστατική καμπάνια του Μπακούνιν.”4


Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Κομμούνα περιλάμβανε πέρα από τα προτερήματα μιας πράξης απελευθέρωσης του προλεταριάτου και αντικειμενικούς περιορισμούς της εποχής. Σε αυτούς σαφέστατα μπορούμε να εντάξουμε τον αποκλεισμό των γυναικών από τις εκλογές των διαμερισμάτων όσο και την εκλογή στη βάση της αρχής της εδαφικότητας. Οι εκλογές της Κομμούνας έγιναν στη βάση του εκλογικού νόμου της δεύτερης αυτοκρατορίας. Ο αντρικός πληθυσμός καλείται το 1871 να ψηφίσει πρωταρχικά ως πολίτης ενός εδαφικού διαμερίσματος του Παρισιού και όχι ως εργάτης της τάδε επιχείρησης ή του δείνα εργοστασίου σε μια εργατοσυμβουλιακή βάση. Ο καθορισμός του αποτελέσματος και της σύνθεσης του Γενικού Συμβουλίου της Κομμούνας προκύπτει σε τελική ανάλυση από τη φυγή της μπουρζουαζίας και των κύριων πολιτικών της εκπροσώπων της από το Παρίσι κατά τη διάρκεια της πολιορκίας. Αν και θα ήταν μια επιφανειακή ανάγνωση αν το αποτέλεσμα περιοριστεί μονάχα σε ένα τυχαίο γεγονός της στιγμής. Καθότι στο Παρίσι είχε ήδη εμφανιστεί πλειοψηφικά από το 1869 αντιπολίτευση στο Βοναπαρτισμό ενδεικτικό μια σταδιακής μετατόπισης σε μια κατ’αρχήν αποδοχή του ρεπουμπλικανισμού στη πρωτεύουσα της Γαλλίας.



Ο Μαρξ θα επανέλθει μετά την Κομμούνα στο ζήτημα των εκλογών στην κριτική του προς τον Μπακούνιν (βλ.Conspectus για το Κρατισμός και Αναρχία). Εκεί θα σκιαγραφήσει χωρίς να δώσει μια κατασταλαγμένη προγραμματική αρχή την χρήση των εκλογών πέρα από μια μηχανιστική διαδικασία αλλά σε συνάρτηση ενός ταξικού προσδιορισμού που θα χάσει και αυτή με την σειρά της το πολιτικό της χαρακτήρα :


“Οι εκλογές είναι μια πολιτική μορφή που υπάρχει ακόμη και στη μικρότερη ρωσική κοινότητα και συνεταιρισμό. Ο χαρακτήρας των εκλογών δεν βασίζεται στο όνομα τους, αλλά στην οικονομική βάση, την οικονομική κατάσταση των ψηφοφόρων, και μόλις οι λειτουργίες πάψουν να είναι πολιτικές δεν υπάρχει 1) καμία κυβερνητική λειτουργία 2) η διευθέτηση των γενικών λειτουργιών έχει γίνει τεχνικού χαρακτήρα που δεν δίνει σε κανένα την κυριαρχία 3) οι εκλογές δεν έχουν τίποτα από το σημερινό τους πολιτικό χαρακτήρα”5


Κατά συνέπεια και οι εκλογές αποκτούν διαφορετικό περιεχόμενο και λειτουργία από αυτήν που κατέχουν σε μια τυπική αστική δημοκρατία. Οι εκλογές και το γενικό εκλογικό δικαίωμα εντάσσονται στο γενικότερο πλαίσιο της κοινωνικής και ολοκληρωτικής απελευθέρωσης του προλεταριάτου και όχι ως ένα δικαίωμα “να αποφασίζεται μια φορά κάθε τρία ή έξι χρόνια, ποιο μέλος της άρχουσας τάξης θα εκπροσωπεί και θα τσαλαπατά το λαό στη Βουλή”6


Η Κομμούνα ως δικτατορία του προλεταριάτου


Σε συνάρτηση με την επανεμφάνιση του ζητήματος του κράτους προκύπτει και η δικτατορία του προλεταριάτου.

Η δικτατορία του προλεταριάτου κατ’αρχήν για τον Μαρξ σε μια πιο γενική έννοια ταυτίζεται με την πολιτική εξουσία του προλεταριάτου στην πορεία για την κατάργηση κάθε ταξικής κυριαρχίας. Ο Μαρξ όμως δεν μένει σε αυτή τη γενικόλογη τοποθέτηση, μέσα στο ρου της ταξικής πάλης ανακαλύπτεται από το ίδιο το προλεταριάτο το συγκεκριμένο πολιτειακό μόρφωμα που αντιστοιχεί σε αυτήν την κυριαρχία. Ο Μαρξ αρχικά αναγνωρίζει τη Συμβατική της Γαλλικής Επανάστασης ως τέτοια και πλέον με πιο κρυστάλλινη και αναλυτική μορφή την Κομμούνα.


Διευκρινιστικά, η Κομμούνα αποτελεί μια επανεμφάνιση και όχι ανακάλυψη του όρου της δικτατορίας του προλεταριάτου στο μαρξικό έργο 7. Τα προαναφερόμενα δύο ιστορικά παραδείγματα όπου επήλθε η έστω προσωρινή κυριαρχία του προλεταριάτου (ή των πληβειακών προγόνων του) συνακόλουθα δίνουν μια γενική ιδέα στο ποία είναι τα χαρακτηριστικά μιας πολιτειακής δομής που μπορεί να φέρει αυτήν την κυριαρχία.


Η πρώτη χρονικά ιστορική στιγμή είναι το 1794 στη Γαλλία, ή πιο διευκρινιστικά στις αρχές του 1794 με τα διατάγματα του Βαντόζ και τη “πανστρατιά”/levee en masse στη Γαλλική Επανάσταση.


“Γιαυτό και αν το προλεταριάτο ανατρέψει την πολιτική κυριαρχία της αστικής τάξης, η νίκη του θα είναι προσωρινή, θα είναι μόνο ένα γεγονός στην υπηρεσία της ίδιας της αστικής , όπως το έτος 1794…”8.


Εδώ τη χρήση του όρου προλεταριάτου αναφέρεται στον πρόγονο του σύγχρονου βιομηχανικού προλεταριάτου που αποδίδεται συχνά με τον γενικό όρο των πληβείων. Αυτή λοιπόν η εξουσία συντελείται στα γενικά πλαίσια των εκλογών για τη συμβατική του 1792 που γίνεται στη βάση του γενικού εκλογικού δικαιώματος (για πρώτη φορά παγκοσμίως) και με ένα σύστημα εξουσιών που δίνει μεγάλες αρμοδιότητες στο λαό του Παρισιού δια μέσω των παρισινών Τομέων.


Η δεύτερη περίπτωση πολιτικής κυριαρχίας του προλεταριάτου δεν είναι άλλη φυσικά από την ίδια την Κομμούνα. Με διαφορετικό σύστημα εξουσίας αλλά και στοιχεία που ενυπάρχουν στο σύνταγμα του 1793 και την περίοδο της Συμβατικής. Στο πρώτο παράδειγμα επανέρχεται ο Ένγκελς στη Κριτική του για το Πρόγραμμα της Ερφούρτης το 1891. Συμβουλεύοντας το γερμανικό κόμμα γράφει:


“Αν υπάρχει κάτι που είναι καλά εξακριβωμένο , αυτό είναι ότι το κόμμα μας και η εργατική τάξη δεν μπορούν να φτάσουν στην εξουσία παρά μόνο υπό τη μορφή μιας democratic republic. Η τελευταία αυτή είναι μάλιστα η ειδική μορφή της δικτατορίας του προλεταριάτου , όπως αποδείχθηκε πια απ’ τη μεγάλη γαλλική επανάσταση.”9


Αυτή η διαφορετική “προτίμηση” του Ένγκελς για τη περίπτωση της Γερμανίας είναι μια προσαρμογή στις ειδικές πολιτικές συνθήκες της χώρας. Το γερμανικό κόμμα διέθετε την κυρία δύναμη του στο γερμανικό κοινοβούλιο. Ο Ένγκελς αφομοιώνει αυτό το κατ’ αρχάς θετικό στοιχείο και προτρέπει στην Κριτική του Προγράμματος της Ερφουρτής να περάσει το σύνολο των εξουσιών (νομοθετική-εκτελεστική) σε αυτό κατά τα πρότυπα της επαναστατικής Συμβατικής. Στη Γαλλία του 1871 κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο αφού η Εθνοσυνέλευση ήταν υπό την ηγεμονία του αντιδραστικού Θιέρσου εξού και η πρώτιστη ανάγκη να τσακιστεί μέσω μιας επαναστατικής “διαλεκτικής” αποκέντρωσης(Κομμούνες/Δήμοι). Πρόκειται για μια προσαρμογή στις πολιτικές μορφές του κάθε εθνικού κινήματος και η αποφυγή να υπαγορεύσει και να επιβάλλει έτοιμες συνταγές χωρίς να λαμβάνει τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε χώρας.


Ως προς τον χαρακτηρισμό της Κομμούνας από την πλευρά του ο Ένγκελς θα δηλώσει ρητά και κατηγορηματικά στην εισαγωγή σε μια επανέκδοση του “Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία” το 1891 :


“Τον τελευταίο καιρό, το σοσιαλδημοκράτη φιλισταίο τον πιάνει ξανά ένας ιερός τρόμος όταν ακούει τις λέξεις : Δικτατορία του προλεταριάτου. Ε, λοιπόν κύριο, θέλετε να μάθετε τι λογής είναι αυτή η δικτατορία ; Κοιτάχτε την Παρισινή Κομμούνα. Αυτή ήταν η δικτατορία του προλεταριάτου”10


Μια επιφανειακή ανάγνωση του Εμφυλίου Πολέμου θα εμφάνιζε τον Μαρξ να αναγνωρίζει στη Κομμούνα μια μορφή “κοινωνικής δημοκρατίας” και όχι μια δικτατορία του προλεταριάτου. Αλλά το πλαίσιο που χρησιμοποιείται αυτή η φράση υποδηλώνει ότι γίνεται για να επιβεβαιώσει τον αυτοπροσδιορισμό που δίναν οι ίδιοι οι Γάλλοι επαναστάτες :


“Η άμεση αντίθεση της αυτοκρατορίας ήταν η Κομμούνα. Η φωνή για “κοινωνική δημοκρατία” με την οποία το προλεταριάτο του Παρισιού είχε αρχίσει την επανάσταση του Φλεβάρη, εξέφραζε μόνο τον ακαθόριστο πόθο για μια δημοκρατία, που δε θα παραμέριζε μόνο την μοναρχική μορφή της ταξικής κυριαρχίας, αλλά κι αυτή την ίδια την ταξική κυριαρχία. Η Κομμούνα ήταν η καθορισμένη μορφή αυτής της δημοκρατίας.”


Άρα για τον Μαρξ η ευόδωση των συνθημάτων του προλεταριάτου το 184811 παίρνει μορφή στη Κομμούνα και όχι στην κοινοβουλευτική δημοκρατία του Κόμματος της Τάξης και των Ορλεανιστών του Θιέρσου ή την κυβέρνηση της εθνικής άμυνας μετά τις 4 Σεπτέμβρη. Ο Μαρξ χρησιμοποιεί τον όρο για να συμβάλλει στην αποκάθαρση του όρου Δημοκρατία (Republic) με τα διαφορετικά περιεχόμενα που της αποδίδει κάθε τάξη και οι εκπρόσωποι της.


Σε ομιλία του στο Γενικό Συμβουλίου της Διεθνούς μετά την Κομμούνα θα επαναφέρει τον όρο δικτατορία :



“Το τελευταίο κίνημα ήταν η Κομμούνα, το μεγαλύτερο που έχει γίνει, και δε μπορεί να υπάρχει κάποια διχογνωμία σχέση με αυτό – η Κομμούνα ήταν η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από τις εργαζόμενες τάξεις. Υπήρξε πολύ σύγχυση για την Κομμούνα. Η Κομμούνα δεν μπορούσε να ιδρύσει μια νέα μορφή ταξικής κυβέρνησης. Με το να καταστρέφει τις υπάρχουσες συνθήκες καταπίεσης και με το να μεταφέρει όλα τα μέσα της εργασίας στον παραγωγικό εργαζόμενο, και ως εκ τούτου με το να εξαναγκάζει τον κάθε ικανό άτομο να εργάζεται για την επιβίωση του , η μόνη βάση για την ταξική κυριαρχία και καταπίεση θα αφαιρούνταν. Αλλά πριν μια τέτοια αλλαγή να επέλθει μια προλεταριακή δικτατορία καθίσταται απαραίτητη, και η πρώτη συνθήκη για αυτήν ήταν ένας προλεταριακός στρατός. Οι εργαζόμενες τάξεις έπρεπε να κατακτήσουν το δικαίωμα να απελευθερωθούν από μόνες τους στο πεδίο της μάχης. Το καθήκον της Διεθνούς ήταν να οργανώσει και να συνδυάσει τις δυνάμεις της εργασίας για την επικείμενη πάλη.”12


Το γεγονός ότι η ομιλία γίνεται λίγες μέρες μετά την Κομμόυνα και υπάρχει η ρητή αναφορά σε μια προλεταριακή δικτατορία συνηγορεί ότι ο Μαρξ ταυτίζεται με άποψη του Ένγκελς ότι η Κομμούνα ήταν μια δικτατορία του προλεταριάτου. Η διστακτικότητα του πρώτου ίσως ενισχύεται από το γεγονός ότι η πρώτη συνθήκη αυτής της δικτατορίας , δηλαδή ο προλεταριακός στρατός, δεν πρόλαβε να εφαρμοστεί στη πληρότητα της.


Αξιοσημείωτο είναι ότι αναγνωρίζει στην Κομμούνα όχι μια κλειστή μορφή ή μια προκρούστεια κλίνη έτοιμη και ιδεατή η οποία λήγει το ζήτημα της ταξικής πάλης, αντιθέτως επαινεί ότι είναι η “ανοιχτή τελικά πολιτική μορφή με την οποία μπορούσε να συντελεστεί η οικονομική απελευθέρωση της εργασίας”. Για τον Μαρξ η Κομμούνα είναι το πεδίο όπου θα λυθεί η τελευταία μορφή ταξικής αντίθεσης αυτής μεταξύ του προλεταριάτου και της κεφαλαίου. Είναι η απαρχή και όχι το τέλος της πολιτικής μεταβατικής περιόδου της δικτατορίας του προλεταριάτου.


Ήδη, χρησιμοποιώντας την πείρα της επανάστασης του 1848, ο Μαρξ είχε φτάσει στο συμπέρασμα πως η εργατική τάξη, μετά την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας, δεν θα μπορούσε να περιορισθεί στο να πάρει στα χέρια της το αστικό κρατικό μηχανισμό, αλλά ότι έπρεπε το διαλύσει. Η Κομμούνα ήταν η επαναφορά και επιβεβαίωση της αναφοράς στην 18η Μπρυμάιρ.


Σε γράμμα του στον Κούγκελμαν θα γράψει :


“Αν ρίξεις μια ματιά στο τελευταίο κεφάλαιο του έργου μου “ Η 18η Μπρυμαίρ”, θα δεις ότι σαν κατοπινή προσπάθεια της γαλλικής επανάστασης δηλώνω : να μην περάσει τη γραφειοκρατική-στρατιωτική μηχανή από το ένα χέρι στο άλλο όπως γινόταν ως τώρα, αλλά να την τσακίσει και τέτοιος ακριβώς είναι ο προκαταρκτικός όρος κάθε πραγματικής λαϊκής επανάστασης στην ήπειρο. Τέτοια ακριβώς είναι και η προσπάθεια των ηρωικών μας συντρόφων του Παρισιού” 13


Η Κομμούνα κατά συνέπεια αποτελεί το τέλος μια “διορθωτικής” πορείας του Μανιφέστου και της κάπως αφηρημένης αναφοράς του στο “πρώτο βήμα της επανάστασης… την κατάκτηση της δημοκρατίας”. Από την πρόβλεψη του 1852 στο “18η Μπρυμαίρ…” περνάει σε μια προσωπική επιστολή και τέλος στην οριστική αποσαφήνιση με τη δημόσια γερμανική επανέκδοση του Μανιφέστου ένα χρόνο μετά την Κομμούνα στο οποίο διαβάζουμε:


“ Η Κομμούνα, ιδίως, απέδειξε ότι δεν μπορεί «η εργατική τάξη να πάρει στα χέρια της την έτοιμη κρατική μηχανή και να τη βάλει σε κίνηση για τους δικούς της σκοπούς»” 14


Η παραπάνω φράση στο πρωτότυπο κείμενο του 1872 παραπέμπει μάλιστα στη διακήρυξη για τον Εμφύλιο Πόλεμο για περαιτέρω διευκρίνηση15. Πρόκειται λοιπόν για μια διαπίστωση που λαμβάνει δημόσιο και καθοδηγητικό χαρακτήρα, όχι με τη μορφή κάποιας προσωπικής επιστολής ή αδημοσίευτων σημειώσεων αλλά πλέον μέσω της υπογραφής μιας εισαγωγής στο ίσως πλέον γνωστό τους έργο. Καθόλου τυχαία η δικτατορία του προλεταριάτου επανέρχεται το 1875 στη Κριτική του Προγράμματος της Γκότα ως ο επιστημονικός τρόπος τοποθέτησης του ζητήματος σε αντίθεση με τις δημοκρατικές λιτανείες των Γερμανών σοσιαλδημοκρατών για “λαϊκά κράτη”.


Συμπερασματικά η Κομμούνα αποτελεί μια ιστορική ευκαιρία για τον Μαρξ έτσι ώστε να ξεκαθαρίσει άλυτα ζητήματα που είχαν τεθεί ήδη από τις επαναστάσεις του 48 σε σχέση με το κράτος.

Ο Μαρξ αφενός αρνείται να ταυτίσει την Κομμούνα ως μια επιστροφή σε μια κρατική μορφή ομοσπονδιακού τύπου Μοντεσκιέ ή των Γιρονδίνων αφετέρου επανέρχεται στη Γιακωβίνικη εκδοχή εγκαταλείποντας όμως την αυστηρή συγκέντρωση της “μιας και αδιαίρετης Δημοκρατίας” προς όφελος μιας πιο “διαλεκτικής” εκδοχής. Όπου η επαναστατική αποκέντρωση της Γαλλίας με τη διάλυση του βοναπαρτισμού συνοδεύεται από την συνένωση των αιρετών και ανακλητών πληρεξούσιων κάθε κοινότητας/κομμούνας σε μια ανώτερη συνέλευση. Ομολογουμένως το ζήτημα μιας Εθνοσυνέλευσης ή κάποιας Συμβατικής που θα εκλεχθεί σε εθνική βάση, μάλλον σκοπίμως παραλείπεται , λόγω της ύπαρξης της αντιδραστικής Εθνοσυνέλευσης του Θιέρσου που προείχε να διαλυθεί από τη Κομμούνα παρά να επανεκλεχθεί.


Κάθε κράτος κατά τον Μαρξ είναι η κυριαρχία μιας τάξης έναντι των άλλων , εκεί συνίσταται και ο πολιτικός χαρακτήρας της δημόσιας εξουσίας. Στο παρελθόν έχουν υπάρξει κράτη που ελέγχονται από δουλοκτήτες, φεουδάρχες και καπιταλιστές που καταπίεζαν τις εργαζόμενες τάξεις και το προλεταριάτο. Σκοπός είναι η η πολιτική εξουσία του προλεταριάτου συγκροτημένο σε κόμμα να αξιοποιήσει αυτές ακριβώς τις κρατικές λειτουργίες ώστε να καταπιέσει τις εκμεταλλευτικές τάξεις. Κατά συνέπεια το κράτος των εργατών είναι και αυτό με τη σειρά του μια ταξική κυριαρχία , δεν καταργεί την ταξική πάλη αλλά θέτει τους όρους για την άρση αυτής καθεαυτής της τελευταίας έκφρασης της.


Όλα τα παραπάνω είναι υπαρκτά στο μαρξικό έργο αλλά θα ήταν ελλειπή σαν σύνολο αν δεν προστεθεί μια βασική αρχή. Το κράτος του προλεταριάτου από την οποία αναδύεται η προλεταριακή εξουσία, αυτή η ιστορικά έκτακτη εξουσία, δεν είναι απλώς άλλο ένα κράτος στη σειρά των μηχανισμών της ταξικής κυριαρχίας. Δεν είναι μια εξουσία που απλώς αντιστρέφει τη πλειοψηφία με την μειοψηφία. Ειδάλλως τότε θα μπορούσε το προλεταριάτο να αφήσει άθικτη την αστική κοινοβουλευτική κρατική μηχανή με το που θα λάβει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Το κράτος που αντιστοιχεί στη κυριαρχία του προλεταριάτου διαλύει αυτή την σειρά των κρατικών μηχανισμών. Όχι γενικώς στο απώτερο μέλλον αλλά άμεσα συντελείται η ποιοτική διαφορά μεταξύ αυτού του κράτους και όλων των προηγούμενων.

Και εδώ προκύπτει η έννοια του Ένγκελς ότι η Κομμούνα δεν ήταν κράτος με την κύρια σημασία της λέξης16 . Η Κομμούνα ήταν ένα κράτος σε διαδικασία να μετατραπεί σε μη-κράτος. Μια διαλεκτική σύλληψη που δεν βρίσκει μια έτοιμη λέξη στο πολιτικό λεξιλόγιο αλλά αποδίδεται καλύτερα με την Κομμούνα του Παρισιού ως μορφή αυτοθέσμισης του ιδίου του προλεταριάτου.

Αυτή είναι η κυρίαρχη ειδοποιός διαφορά της δικτατορίας του προλεταριάτου από όλα τα άλλα κράτη. Ότι είναι ένα “κράτος” και μια πολιτική εξουσία καταδικασμένα να απονεκρωθούν και εμπεριέχουν με τη γέννηση τους αυτό το χαρακτήρα. Δεν είναι ούτε η ακύρωση των δημοκρατικών ελευθεριών για τους αντίπαλους της, ούτε το μέγεθος της βίας και καταπίεσης έναντι του ταξικού αντίπαλου ούτε πολύ περισσότερο η καταστολή των αντιμαχόμενων εκπροσώπων της κυρίαρχης τάξης του προλεταριάτου.




Οι παραλείψεις της Κομμούνας και τα αίτια της πτώσης της

( η επαναστατική ηγεσία ως ζητούμενο της Κομμούνας )


Η υπεράσπιση της Κομμούνας από τον Μαρξ δεν στερείται της κριτικής ματιάς σε λάθη και παραλείψεις των επαναστατών. Θα ασχοληθεί με αυτά κατά κύριο λόγο στο προσχέδιο της γνωστής διακήρυξης και σε προσωπικές επιστολές, γραπτά που δεν είχαν σκοπό να δημοσιευτούν.

Στο προσχέδιο θα επισημάνει την μη λήψη επαναστατικών μέτρων ενάντια στις δυνάμεις του Θιέρσου και την καθυστέρηση οργανωμένης επίθεσης στις Βερσαλλίες :


“Αναρίθμητα λάθη από τους επαναστάτες. Αντί να αφοπλίσουν την αστυνομία , της άνοιξαν τις πόρτες, η αστυνομία κατέφυγε στις Βερσαλίες , όπου τους υποδέχτηκαν ως σωτήρες, άφησαν το 43ο τάγμα να φύγει, έστειλαν σπίτι τους τους στρατιώτες που είχαν συναδελφωθεί με το λαό, άφησαν τους αντιδραστικούς να οργανωθούν οι ίδιου στο κέντρο του Παρισιού, άφησαν τις Βερσαλίες ανενόχλητες, ο Tridon, ο Jaclard, o Varlin ήθελαν να διώξουν τους Μοναρχικούς αμέσως…


Η πορεία προς τις Βερσαλίες αποφασίστηκε , προετοιμάστηκε και έλαβε χώρα από τη Κεντρική Επιτροπή χωρίς τη γνώση της Κομμούνας ακόμη και ενάντια στη δεδηλωμένη της πρόθεση…


Αντί να ανατινάξουν τη γέφυρα στο Neilly … την άφησαν να την καταλάβουν οι Μοναρχικοί…”


Σε γράμμα του προς τον κολεκτιβιστή Προυντονικό της Αριστεράς Βαρλέν και στον Ούγγρο μαρξιστή Frankel επικρίνει την καθυστέρηση αποφασιστικής δράσης λόγω ενασχόλησης με ασήμαντα ζητήματα :


“Η Κομμούνα φαίνεται να σπαταλά πάρα πολύ χρόνο σε ασημαντότητες και προσωπικές διαμάχες.Είναι φανερό πως υπάρχουν ξένες προς τους εργάτες επιρροές. Τίποτα από όλα αυτά δεν θα έχουν σημασία αν είχατε τον χρόνο για να αναπληρώσετε τον χρόνο που έχετε χάσει μέχρι τώρα.”17


Στο ίδιο μήκος κύματος σε γράμμα προς τον Β.Λήμπκνεχτ :


“Οι Παριζιάνοι κάμπτονται, είναι φανερό, κι από δικό τους λάθος, αλλά ένα λάθος που στο κάτω κάτω οφείλεται στην υπερβολική τους τιμιότητα. Η Κεντρική Επιτροπή κι έπειτα η Κομμούνα άφησαν σ’αυτό το άθλιο έκτρωμα , το Θιέρσο, το χρόνο να συγκεντρώσει τις εχθρικές δυνάμεις , 1)γιατί από βλακεία δεν θέλησαν να αρχίσουν τον εμφύλιο πόλεμο, λες και δεν τον είχε αρχίσει πρώτος ο Θιέρσος όταν πήγε να αφοπλίσει με τη βία το Παρίσι, λες και η Εθνοσυνέλευση , που κλήθηκε να αποφασίσει για πόλεμο ή ειρήνη με τους Πρώσους, δεν είχε κιόλας κηρύξει τον πόλεμο στη δημοκρατία ! 2) για να μην κατηγορηθούν ότι σφετερίσθηκαν την εξουσία έχασαν πολύτιμο χρόνο με τις εκλογές της Κομμούνας, της οποίας η οργάνωση κλπ. χρειάστηκε κι άλλο χρόνο, αντί να βαδίσουν στις Βερσαλλίες αμέσως μετά την ήττα της αντίδρασης στο Παρίσι”18
Όλες οι κριτικές του Μαρξ συγκλίνουν στην έλλειψη αποφασιστικότητας από μεριάς των Κομμουνάρων η οποία με τη σειρά της ανάγεται στην έλλειψη επαναστατικής ηγεσίας. Κάθε άλλο παρά εγείρει το ερώτημα αν η Κομμούνα με τη συνακόλουθη κατάκτηση της εξουσίας από το προλεταριάτου του Παρισιού ήταν “νομιμοποιήμενη” ή όχι , κάτι που για αυτόν ήταν δεδομένο καθώς αφιερώνει άπλετο μελάνι να παρουσιάσει τους Θιέρσο και σία ως κοινούς αχυράνθρωπους και σφετεριστές της εξουσίας υπό την προστασία των Πρωσικών ξιφολογχών.
Εφόσον λοιπόν ανακύπτει το ζήτημα της ηγεσίας στη Κομμούνα παρακάτω επιλέγουμε ακροθιγώς να αναφέρουμε τις τρεις κύριες τάσεις του γαλλικού εργατικού κινήματος και την άποψη των Μαρξ-Ενγκελς για αυτές την περίοδο γύρω από την Κομμούνα .

το μαρξικό κόμμα


Η αναφορά σε αυτό το έλλειμμα επαναστατικής ηγεσίας δεν πρέπει να συγχέεται με το ζήτημα του κόμματος με τη μαρξική χρήση του όρου. Δεν βρίσκουμε τον Μαρξ πουθενά να ισχυρίζεται ότι αιτία της πτώσης είναι η ανυπαρξία ενός κόμματος στη Γαλλία Ακόμα και μετά τη πτώση της Κομμούνας η Διεθνής δεν θέτει ως άμεσο καθήκον μια αυστηρά κομμουνιστική στροφή ως προς τον αυτοπροσδιορισμό και το στελεχιακό δυναμικό της . Ενδεικτικά δύο μήνες μετά την πτώση της Κομμούνας σε συνεδρίαση του γενικού συμβουλίου της Διεθνούς και με την παρουσία προσφύγων Κομμουνάρων θα παρθεί η εξής απόφαση που απορρίπτει οποιοδήποτε τέτοιο ενδεχόμενο :
“… τα υπάρχοντα τμήματα και εταιρείες (societies) δεν θα επιτρέπεται απ’ εδώ και στο εξής νσ αυτοπροσδιορίζονται με σεκταριστικά ονόματα όπως , Μουτουαλιστές, Θετικιστές, Κολεκτιβιστές , Κομμουνιστές κλπ”19
Αυτή η απόφαση παίρνεται στο γενικότερο πλαίσιο του μαρξικού προσδιορισμού του κόμματος και διαφοροποιείται από τη σύγχρονη κοινή αντίληψη που έχουμε για το κόμμα. Το σύγχρονο κόμμα αρχικώς αποκρυσταλλώνεται με τα δευτεροδιεθνιστικά σοσιαλδημοκρατικά μαζικά κόμματα και δεν ταυτίζεται με το κόμμα όπως υπάρχει στο μαρξικό έργο. Η έννοια του κομμουνιστικού κόμματος στον Μαρξ έχει τη μορφή όχι τόσο ενός διακριτού οργανωτικού φορέα με κατασταλαγμένη θεωρητική προσήλωση σε ένα “μαρξισμό” αλλά περισσότερο ως μια τάση στο εσωτερικό του εργατικού κινήματος θεωρούμενου ως όλου (του “κόμματος-τάξης”). Σε αυτή την αντίληψη συνηγορεί και το πως αυτοπροσδιορίζονταν από τους Μαρξ και Ένγκελς η σχέση του Γ.Σ. της Διεθνούς με τα εργατικά κινήματα.


Αναφέρει ο Μαρξ σε μια συνέντευξη ως προς αυτό :


“… η Ένωση (σημ.εννοεί τη Διεθνή Ένωση Εργατών) δεν υπαγορεύει τη μορφή των πολιτικών κινημάτων ,απαιτεί μόνο μια εγγύηση ως προς το σκοπό τους”

Προσθέτοντας ότι η Διεθνής είναι ένα “δίκτυο” από θυγατρικές ενώσεις (societies) που επεκτείνονται σε όλον τον κόσμο της εργασίας.


Σε γράμμα του στον κύριο συνεργάτη του για το γαλλικό τμήμα και σύζυγο της κόρης του τον Πολ Λαφάργκ θα υπενθυμίσει :


“Το Γενικό Συμβούλιο δεν είναι ο Πάπας, επιτρέπουμε σε κάθε τμήμα να έχει τις δικές του θεωρητικές απόψεις, με την προϋπόθεση πάντα ότι δεν υποστηρίζει κάτι που να έρχεται σε άμεση αντίθεση με το καταστατικό μας”20


Ενώ στο λόγο του στο τελευταίο ουσιαστικά συνέδριο της Διεθνούς στη Χάγη θα περιορίσει το κύρος του Γενικού Συμβουλίου ως προς τα εθνικά τμήματα ως κύρος πρωτίστως ηθικού χαρακτήρα.Κόμμα όπως έμελλε να γίνει γνωστό στη σύγχρονη του έννοια δεν υπήρχε πριν την Κομμούνα και θα ήταν αυθαίρετος ισχυρισμός να ληφθεί ως τέτοιο η ομοσπονδία του Παρισίου των τομέων της Διεθνούς που ακόμη και αυτή έγινε δεκτή με έντονες αντιρρήσεις από τους “ορθόδοξους” Προυντονικούς όπως ο Τολαίν.


Συμπερασματικά, η Διεθνής δεν υπαγορεύει ούτε τη πολιτική μορφή ούτε καν τις θεωρητικές απόψεις κάθε τμήματος σύμφωνα με τον Μαρξ. Η Διεθνής ως ανώτερη μορφή οργάνωσης της τάξης του προλεταριάτου με τις διαφωνίες , τάσεις και την πολυμορφικότητα της έστω και με ως διακηρυγμένο στόχο την κατάκτηση της εξουσίας είναι το πραγματικό κόμμα που έχει κατά νου ο Μαρξ. Υπό αυτήν την έννοια διαπιστώνει την ύπαρξη κόμματος προ της Κομμούνας που είναι μάλιστα ο κύριος υπεύθυνος για την εμφάνιση της ! Αποδεχόμενος αυτή την ανοιχτή μορφή του κόμματος ο Μαρξ ασκεί κριτική στις τάσεις και ηγεσίες αυτού του “κόμματος” είτε ως ολοκληρωτικά επιζήμιες (π..χ η προυντονική αποχή από τη πολιτική) είτε ως εν δυνάμει επαναστατικές και συγκλίνουσες με τον υπό διαμόρφωση “μαρξισμό”21 (π.χ. μπλανκιστές).




η δικτατορία επί του προλεταριάτου και Μπλανκισμός


Η σχέση του Μαρξ με τον Μπλανκί διαγράφει μια διαφορετική πορεία απ’ ότι με τους άλλους επαναστάτες της εποχής του 48 (π.χ. Προυντόν, Λασσάλ, Μπακούνιν, Ματσίνι). Ενώ με τους τελευταίους θα επέλθει μέχρι τουλάχιστον την περίοδο της Κομμούνας μια δημόσια ρήξη μέσω εξαντλητικών πολεμικών στο Μπλανκί επιφυλάσσεται μια πολύ πιο ήπια μεταχείριση. Μάλιστα σε περιπτώσεις επιδιώκεται μια συνεργασία μεταξύ του Μαρξ και του Μπλανκί δια μέσω του Λαφάργκ . To 1861 σε μια από τις πολλές φυλακίσεις του Μπλανκί ο Μαρξ αφού είχε μεσολαβήσει για την υπεράσπιση του θα γράψει στον Dr.Watteau “Να είσαι βέβαιος ότι κανείς δεν ενδιαφέρεται τόσο όσο εγώ για την τύχη ενός άνδρα που πάντοτε θεωρούσα ως τον ηγέτη και τη καρδιά του προλεταριακού κόμματος στη Γαλλία”22

Το 1866 θα καλέσει τον Μπλανκί και τους οπαδούς του να συμμετάσχουν στη Διεθνή που είχε ήδη δύο χρόνια ζωής χωρίς τη συμμετοχή τους. Στις 22 Απριλίου του 1866 θα γίνει επίσημη πρόσκληση στον Μπλανκί μέσω ενός γράμματος που ο συντάκτης του ήταν ο Λαφάργκ. Η μεταβίβαση θα γίνει από τον Δρ.Watteau και παρόλο που δεν υπήρχε πουθενά το όνομα του Μαρξ ήταν εμφανές ότι είχε εμπνευστεί από τον Μαρξ στο σύνολο του.23 Μια δεύτερη προσπάθεια θα γίνει το 186724. Το 1879 δύο μέρες μετά την οριστική του αποφυλάκιση θα λάβει ένα γράμμα από τον Λαφάργκ να επισκεφτεί το Λονδίνο γράφοντας μεταξύ άλλων “Ο Μαρξ που έχει παρακολουθήσει την καριέρα σου με τόσο ενδιαφέρον θα ήθελε πολύ να σε γνωρίσει”.25 Το γράμμα είχε ως απώτερο σκοπό να κεντρίσει το ενδιαφέρον του Μπλανκί για το υπό διαμόρφωση γαλλικό εργατικό κόμμα το οποίο θα ιδρυθεί λίγο αργότερα με τον Μαρξ να γράφει το εισαγωγικό (μάξιμουμ) τμήμα του προγράμματος του. Φαίνεται ότι ο Μαρξ επιδίωκε ο Μπλανκί να καταλάβει ηγετική θέση αν όχι την κορυφαία θέση εντός αυτού του κόμματος26 , “Είστε στη κορυφή … σε ότι αφορά την ίδρυση ενός προλεταριακού κόμματος που θα τεθεί σε λειτουργία για την κατάκτηση της πολιτική εξουσίας και για το οποίο έχουμε μεγάλη ανάγκη από ανθρώπους ” θα γράψει ο Λαφάργκ στην πρόσκληση προς τον Μπλανκί.


Μπορεί να υπονοηθεί ότι ο Μαρξ έβλεπε στο πρόσωπο του Μπλανκί αυτόν που θα μπορούσε να καλύψει το κενό της ηγεσίας κατά τη διάρκεια της Κομμούνας. Στις τελευταίες σελίδες του “Εμφυλίου Πολέμου” θα τον αναφέρει ως “ηγέτη” τον οποίο η μπουρζουαζία επιμελώς κρατούσε έγκλειστο ώστε να αποτρέψει τα χειρότερα :


“Η Κομμούνα είχε επανειλημμένα προτείνει ν’ ανταλλάξει τον αρχιεπίσκοπο και ένα σωρό άλλους παπάδες μαζί , με μόνο τον Μπλανκί, που ήταν τότε στα χέρια του Θιέρσου. Ο Θιέρσος αρνιόταν επίμονα. Ήξερε ότι δίνοντας τον Μπλανκί θα έδινε στην Κομμούνα έναν ηγέτη (κεφάλι),”27


Ενώ ο Ένγκελς λίγα χρόνια μετέπειτα θα αναφέρει την ομοιότητα μεταξύ των μαρξικών αντιλήψεων και των Μπλανκιστών της Εθνοφρουράς :


“…και οι λεγόμενοι μπλανκιστές, όταν επιχείρησαν να μετατραπούν από απλοί πολιτικοί επαναστάτες σε σοσιαλιστική εργατική ομάδα με καθορισμένο πρόγραμμα – όπως έγινε στο μανιφέστο : “Διεθνής και Επανάσταση” των μπλανκιστών φυγάδων του Λονδίνου- δεν διακήρυξαν τις “αρχές” του προυντονικού σχεδίου για τη σωτηρία της κοινωνίας, αλλά διακήρυξαν , και μάλιστα σχεδόν κατά γράμμα, τις απόψεις του γερμανικού επιστημονικού σοσιαλισμού για την ανάγκη της πολιτικής δράσης του προλεταριάτου και της δικτατορίας του σαν μεταβατικής περιόδου για την κατάργηση των τάξεων και μαζί μ’ αυτές , του κράτους – απόψεις που έχουν εκφραστεί κιόλας στο “Κομμουνιστικό Μανιφέστο” και που από τότε έχουν χιλιοειπωθεί”28


Η αναφορά στο Μανιφέστο σαφέστατα γίνεται έχοντας κατά νου “τις αυταρχικές εφορμήσεις στο δικαίωμα της ιδιοκτησίας και στις αστικές σχέσεις παραγωγής”29 και φυσικά τον αναπόφευκτα βίαιο χαρακτήρα αυτών των εφορμήσεων και της επαναστατικής αλλαγής ως σύνολο με την περίφημη κατάληξη του κειμένου : “Οι κομμουνιστές απαξιούν να κρύβουν τις ιδέες και τις βλέψεις τους. Διακηρύσσουν απροκάλυπτα ότι οι στόχοι τους μπορούν να επιτευχθούν μονάχα με τη βίαιη ανατροπή όλων των υπαρχουσών κοινωνικών συνθηκών”30



Η μερική αποδοχή της στροφής των μπλανκιστικών αντιλήψεων θα δώσει την θέση της σε μια πιο ζυγισμένη και αναλυτική κριτική το 1874 από τον Ένγκελς. Σε αυτήν διαβάζουμε μια παράθεση των προτερημάτων και τις υστερήσεις των μπλανκιστών αν και το ύφος γραφής είναι αισθητά πιο ήπιο σε αντίθεση με άλλες κριτικές στα δύο άλλα ρεύματα των προυντονικών και τους μπακουνινιστές. Παρόλο τη φιλία και το σεβασμό που έτρεφε ο Μαρξ και ο Ένγκελς στον Μπλανκί ουδέποτε ήταν σύμφωνοι με την εμμονή του στην συνωμοτικότητα ή την θεωρητική του πενία που χρωματιζόταν από ένα παρωχημένο πλέον γαλλικό πατριωτισμό απόηχο του επαναστατικού πολέμου το 1793. Από τις πλέον ενδιαφέρουσες (ίσως και προφητικές) πτυχές της κριτικής του 1874 του Ένγκελς είναι η η διάκριση της δικτατορίας του προλεταριάτου ως εξουσία μιας τάξης και της δικτατορίας μιας μειοψηφίας στο όνομα του τελευταίου :


“Εφόσον ο Μπλανκί θεωρεί κάθε επανάσταση σαν εγχείρημα μιας μικρής επαναστατικής μειοψηφίας, βγαίνει αυτόματα το συμπέρασμα πως την επιτυχία του εγχειρήματος ακολουθεί αναπόφευκτα η εγκαθίδρυση μιας δικτατορίας – όχι ολόκληρης της επαναστατικής τάξης, του προλεταριάτου, σημειώστε το καλά αυτό αλλά του μικρού αριθμού αυτών που πραγματοποίησαν την εξέγερση και που είναι κι αυτοί οργανωμένοι κάτω από τη δικτατορία ενός ή περισσότερων προσώπων”31



Ο Ένγκελς ταυτόχρονα αποστασιοποίεται από τις επαναστατικές κομπορρημοσύνες των Μπλανκιστών που σκοπό είχαν περισσότερο να σκανδαλίσουν την μπουρζουαζία καθιστώντας τους ίδιους ως υπεύθυνους των εκτελέσεων των “εχθρών των λαών”. Ως προς αυτό θα αναφέρει ότι χρειάζεται μεγάλη έλλειψη “κριτικής σκέψης για να ισχυρίζεσαι ότι η Κομμούνα ενέργησε άψογα και αλάθητα για να υποστηρίζεις ότι λειτούργησε σε κάθε περίπτωση το ανταποδοτικό δίκαιο, ότι τις μέρες του Μάη εκτελέστηκαν τόσοι όσοι έπρεπε κι ούτε ένας παραπάνω, ότι κάηκαν τα κτίρια που έπρεπε κι ούτε ένα παραπάνω. Είναι το ίδιο σαν να λες ότι στη Γαλλική Επανάσταση όσοι αποκεφαλίστηκαν άξιζαν τον αποκεφαλισμό,πρώτα εκείνοι που αποκεφάλισε ο Ροβεσπιέρος, κι ύστερα ο ίδιος ο Ροβεσπιέρος”


Οι φαινομενικές διαφορές μεταξύ των πολεμικών των Ένγκελς και Μαρξ μπορούν να ερμηνευτούν ως μια προσαρμογή του σημείου εστίασης αναλόγως την αχίλλεια πτέρνα του αντιπάλου. Θα ήταν κάπως αυθαίρετο προς το πνεύμα του έργου τους να την βαπτίσουμε ως αντίφαση όταν στους μπλανκιστές καταδεικνύει την κενότητα της επαναστατικής τους φρασεολογίας ενώ στους εν γένει “αντιεξουσιαστές” (βλ. άρθρο “για την εξουσία”) υπαινίσσεται ότι η αιτία της πτώσης της Κομμούνας ήταν η μη καταφυγή σε αποφασιστική χρήση της επαναστατικής εξουσίας έναντι των αρχουσών τάξεων.


η αποχή από την πολιτική ως η πλέον επιζήμια επιρροή των προυντονικών για την Κομμούνα



Στον αντίποδα της στάσης προς τον Μπλανκί και τους οπαδούς του , οι Μαρξ και Ένγκελς καθιστούν υπεύθυνη για την τελική έκβαση της Κομμούνας την επιρροή της θέσης για αποχή από τη πολιτική. Θέση που ήταν από τις βασικές αρχές των Προυντονικών οι οποίοι είχαν σημαντικό ρόλο στο γαλλικό τμήμα της Διεθνούς.


Λίγες μέρες μετά την Κομμούνα σε ομιλία στη Διεθνής η αποχή από τη πολιτική παρουσιάζεται ως άνευ νοήματος , αφού την ακύρωσε η ίδια η εμπειρία των επαναστατών στο Παρίσι :


“Η ολοκληρωτική αποχή από τη πολιτική δράση είναι αδύνατη. Ο Τύπος που υποστηρίζει την αποχή συμμετέχει στην πολιτική κάθε μέρα. Είναι ζήτημα μόνο πως το πράττει κανείς, και σε τι πολιτική εμπλέκεται. Για τα υπόλοιπα, για εμάς η αποχή είναι αδύνατη. Το εργατικό κόμμα λειτουργεί ως πολιτικό κόμμα στις περισσότερες χώρες πλέον, και δεν είναι σε εμάς να το ζημιώσουμε κηρύττοντας την αποχή. Η ζωντανή εμπειρία , η πολιτική καταπίεση των υπαρχουσών κυβερνήσεων ωθεί τους εργάτες να καταπιαστούν οι ίδιοι με την πολιτική είτε τους αρέσει είτε όχι, είτε για πολιτικούς είτε για κοινωνικούς σκοπούς. Το να κηρύξουμε την αποχή από αυτούς είναι σαν να σπρώχνουμε στην αγκαλιά της αστικής πολιτικής. Το πρωινό μετά την Κομμούνα του Παρισιού, που έχει μετατρέψει την πολιτική δράση ζήτημα της ημερήσιας διάταξης, η αποχή είναι εντελώς εκτός συζήτησης” .32

Ενώ ο Μαρξ καθιστά υπεύθυνη αυτήν την αντίληψη για τη χαμένη ευκαιρία να πάρει την εξουσία το προλεταριάτο ήδη από την επανάσταση με την πτώση της Β Αυτοκρατορίας :


“Στη Γαλλία αυτή η εγκληματική αποχή επέτρεψε στους Favre , Picard και άλλους να πάρουν την εξουσίας στις 4 Σεπτεμβρίου” 33




Τυχαίο και αναγκαιότητα κατά τον Μαρξ της Κομμόυνας


Μεγάλη σημασία αποδίδει ο Μαρξ να καταδείξει ότι η μοναδική νομιμοποιημένη κυβέρνηση σε όλη τη Γαλλία ήταν η Κομμούνα . Αυτή η νομιμοποίηση δεν προκύπτει ως μια απλή αντιπροσωπευτική αριθμητική καταγραφή δια μέσου των δημοτικών εκλογών που προκήρυξε η Κ.Ε. της Εθνοφρουράς. Αλλά ως απόρροια της ίδιας της ταξικής πάλης , της επιμονής της ένοπλης αντίστασης από τον ίδιο τον λαό και της αποστασίας και προδοσίας των “επίσημων” κρατικών εξουσιών που πλέον καλύπτονταν από τις Πρωσσικές ξιφολόγχες. Αν μας επιτρεπόταν μια γεωγραφική παρουσίαση του ζητήματος, η νομιμοποίηση για τον Μαρξ έρχεται πρώτα και κύρια στα οδοφράγματα της Μπελβιλ και της Μονμάρτης όταν οι ηρωικές προλετάριες θα υπερασπιστούν το δικαίωμα του ένοπλου λαού στις 18 Μάρτη και όχι στο Hotel De Ville λίγες μέρες αργότερα. Για τον Μαρξ είναι ξεκάθαρο ότι ο Θιέρσος εξωθείται σε πραξικοπηματικές συνωμοσίες με την συμφωνία των Πρώσσων για συνθηκολόγηση και αφοπλισμό του Παρισιού. Όχι μόνο η Κομμούνα αλλά και η ίδια η αποκαθήλωση του Ναπολέοντα είναι έργο του Παρισινού λαού με την έφοδο του λαού στην εθνοσυνέλευση στις 4 Σεπτεμβρίου του 1870 ως εκ τούτου δικαιούνταν την εξουσία.


“Η μόνη νόμιμη εξουσία, ως εκ τούτου, στη Γαλλία, είναι η Επανάσταση η ίδια, που επικεντρώνεται στο Παρίσι”


Προς επίρρωση αυτών αναφέρει και τα αποτελέσματα των Δημοτικών Εκλογών που προκήρυξε ο Θιέρσος στις 30 Απριλίου για μια εκτόνωση της κατάστασης :


“Από τους 700.000 σύμβουλους από τους 35.000 Δήμους (Κομμούνες) που έχουν μείνει στην ακρωτηριασμένη Γαλλία , 200 είναι Νομιμόφρονες, 600 Ορλεανιστές, 7.000 δεδηλωμένοι Βοναπαρτιστές, και όλοι οι υπόλοιποι Ρεπουμπλικάνοι ή Κομμουνιστές. Υπάρχει άλλη απόδειξη ότι αυτή η Συνέλευση με την Ορλεανική μούμια τον Θιέρσο επικεφαλής δεν εκπροσωπεί παρά μια σφετεριστική μειοψηφία ;”



“Η Δημοκρατία (Republic) προκηρύχθηκε στις 4 Σεπτεμβρίου, όχι από τους δικηγορίσκους που εγκατασταθήκαν στο Hotel de Ville (Δημαρχείο) ως Κυβέρνηση της Άμυνας, αλλά από τον Παρισινό λαό. Έγινε αποδεκτή σε όλη τη Γαλλία χωρίς ούτε μια φωνή διαφωνίας. Κατέκτησε την ίδια την ύπαρξη της με ένα πόλεμο πέντε μηνών που το αποκορύφωμα του ήταν η παρατεταμένη αντίσταση του Παρισιού. Χωρίς αυτόν τον πόλεμο, διεξαγόμενο από τη Δημοκρατία και στο όνομα της Δημοκρατίας, η Αυτοκρατορία θα είχε παλινορθωθεί από τον Μπίσμαρκ μετά τη συνθηκολόγηση στο Σεντάν, οι δικηγορίσκοι με τον Θιέρσο αρχηγό θα είχαν συνθηκολογήσει όχι για το Παρίσι , αλλά για προσωπικές εγγυήσεις… Η μόνη νόμιμη εξουσία, ως εκ τούτου, στη Γαλλία είναι η επανάσταση η ίδια, επικεντρωμένη στο Παρίσι. Αυτή η Επανάσταση δεν έγινε ενάντια στο Ναπολέοντα τον μικρό , αλλά ενάντια στις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες , που εκτρέφαν τη Δεύτερη Αυτοκρατορία , οι οποίες δέχθηκαν το τελευταίο χέρι υπό την εξουσία της, και που , όσο ο πόλεμος με την Πρωσία όπως λαμπρά αποκάλυψε θα άφηνε την Γαλλία ένα πτώμα, αν δεν είχαν αντικατασταθεί από τις αναζωογονητικές δυνάμεις της επανάστασης της γαλλικής εργατικής τάξης..”


Επιπρόσθετα ο Μαρξ δεν θεωρεί την κατάληψη της εξουσίας στις 18 Μαρτίου το 1871 αποκλειστικά αυθόρμητη. Και ότι η έκβαση της Κομμούνας καθορίστηκε μονόπλευρα από το αυθόρμητο. Δύσκολα θα μπορούσε να την βαπτίσει ή ακόμη χειρότερα να την απορρίψει ως τέτοια, γιατί έτσι αγνοεί δύο αποφασιστικά στοιχεία : το ρόλο της Α’ Διεθνούς (ας θυμηθούμε ότι ο Μαρξ χαρακτήρισε την Κομμούνα ως το μεγαλύτερο κατόρθωμα “του κόμματος μας”, και το ρόλο των δύο μεγάλων παρατάξεων που πρωταγωνίστησαν σ’αυτήν – των προυντουνιστών και των μπλανκιστών, από τους οποίους όχι λίγοι ήταν μέλη της Διεθνούς. Συν τοις άλλοις υπήρχαν και σειρά από κινητποιήσεις τόσο στο Παρίσι όσο και σε άλλες πόλεις τροχιοδεικτικές της γενικής κατεύθυνσης (π.χ. εξέγερση στις 31 Οκτωβρίου).


Την προεργασία ενός κινήματος που θα καταλήξει στην Κομμούνα με τα προτερήματα του και τις ελλείψεις του την έχει διαπιστώσει ο ίδιος ο Μαρξ ήδη από το 1869 :


“Στη Γαλλία συντελείται ένα ενδιαφέρον κίνημα. Οι παριζιάνοι ξαναρχίζουν μια πραγματικά επισταμένη μελέτη του πρόσφατου επαναστατικού παρελθόντος τους, προετοιμαζόμενοι για τον επικέιμενο επαναστατικό αγώνα…” Ντουζίνες βιβλίων όλων των κομμάτων , φιλελεύθεροι, ρεπουμπλικάνοι-δημοκράτες, προυντονιστές, μπλανκιστές .. “Κάποτε κι εμείς θα φτάσουμε ως αυτού”34


Άλλοι παράγοντες που συνηγορούν σε αυτή την άποψη είναι ότι υπήρχαν ήδη προπλάσματα αυτής εξουσίας της αυτοθέσμισης των εργαζόμενων τάξεων : Η εθνοφρουρά που είχε δημιουργηθεί στα μέσα του 1870 επεκτείνει τον εξοπλισμό του λαού, ιδιαίτερα των πλέον φτωχών και “ατίθασων” στοιχείων, που δεν είχαν ως τότε στρατολογηθεί στα τακτικά σώματα του γαλλικού στρατού και από την αρχική δικαιοδοσία σε αυτήν από την Κυβέρνηση της Εθνικής Άμυνας (4 Σεπτεμβρίου 1870) περνάει στο προλεταριάτο και το λαό του Παρισιού στις 18 Μαρτίου 1871. Επίσης Κομμούνες/Δήμοι έχουν κάνει την εμφάνιση τους και σε άλλες πόλεις πριν το Παρίσι.


Θα ήταν όμως αντίστοιχα λάθος να δούμε μια διαζευκτική σχέση μεταξύ του “αυθόρμητου” και της συνειδητής οργάνωσης. Ο Μαρξ με την πτώση της Δεύτερης Αυτοκρατορίας στις αρχές του Σεπτεμβρίου του 1870 καλεί στην ανασυγκρότηση μιας οργάνωσης και όχι σε βεβιασμένες κινήσεις στη δεύτερη διακήρυξη για το πόλεμο.


“Ήρεμα και αποφασιστικά ας βελτιώσουν (σημ.αναφέρεται στους εργάτες) τις δυνατότητες της δημοκρατικής ελευθερίας για την ανάπτυξη της δικής τους ταξικής οργάνωσης.”35


Καθόλου τυχαία ο Μαρξ θα αναγνωρίσει περισσότερο ως επιβεβαίωση πρότερων αντιλήψεων του (1864) την αναγκαιότητα το προλεταριάτο να διαμορφωθεί ως ανεξάρτητο κόμμα που θα εκφράζει την πρωτοκαθεδρία των δικών του συμφερόντων έναντι των αγροτών , των μικροαστών δημοκρατών μετά την Κομμούνα. Το αξιοσημείωτο, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, ως προς το πως εννοείται το μαρξικό κόμμα είναι ότι δεν επικρίνει κάποια ανυπαρξία κόμματος στην κομμούνα ως απώτερο αίτιο της ήττας της αλλά την θεωρεί προϊόν αυτού του κόμματος !


Στο δεύτερο γράμμα του για την Κομμούνα προς τον Κούγκελμαν το 1871 θα γράψει :

“… Πώς μπορείτε να συγκρίνετε τις διαδηλώσεις των μικροαστών όπως στις 13 Ιουνίου 1849, κ.λπ., με την σημερινή πάλη στο Παρίσι είναι εντελώς ακατανόητο σε εμένα.

Η παγκόσμια ιστορία θα ήταν πράγματι πολύ εύκολο να γίνει, αν δεν μπαίνεις στη μάχη παρά μόνο υπό τον όρο των αλάνθαστα ευνοϊκών συνθηκών. Από την άλλη, θα ήταν μια πολύ μυστικιστική φύση της ιστορίας, εάν το “τυχαίο” δεν έπαιζε κανέναν ρόλο σε αυτήν. Αυτά τα τυχαία περιστατικά περιέρχονται φυσικά στη γενική πορεία της ανάπτυξης και ισοσταθμίζονται πάλι από άλλα τυχαία. Αλλά η επιτάχυνση και η καθυστέρηση εξαρτώνται κατά μεγάλο βαθμό από τέτοια “τυχαία περιστατικά” , στα οποία περιλαμβάνεται και το “τυχαίο” του χαρακτήρα εκείνων που βρίσκονται επικεφαλής του κινήματος.

Το αποφασιστικό, δυσμενές “τυχαίο” αυτή την φορά δεν βρίσκεται με κανένα τρόπο στις γενικές συνθήκες της γαλλικής κοινωνίας, αλλά στην παρουσία των Πρώσων στη Γαλλία και της θέσης τους ακριβώς δίπλα στο Παρίσι. Αυτό οι Παριζιάνοι το γνώριζαν καλά. Όπως και και τα αστικά καθάρματα των Βερσαλλιών το γνώριζαν επίσης καλά. Ακριβώς για αυτό τον λόγο έθεσαν στους Παριζιάνους μπροστά στο δίλημμα ή να αποδεχτούν την πρόκληση ή να υποκύψουν αμαχητί. Στην τελευταία περίπτωση, η αποθάρρυνση της εργατικής τάξης θα ήταν πολύ μεγαλύτερη από την απώλεια μερικών “ηγετών”. Η πάλη ενάντια στην κεφαλαιοκρατική τάξη και το κράτος της έχουν εισέλθει σε μια νέα φάση με την πάλη στο Παρίσι. Όποια και αν είναι τα άμεσα αποτελέσματα , ένα νέο σημείο αφετηρίας κόσμο-ιστορικής σπουδαιότητας έχει κερδηθεί.” 36


Κατά τον Μαρξ το τυχαίο ( με την μορφή της προάσπισης του δικαιώματος του ένοπλου λαού να παραμείνει ένοπλος τα ξημερώματα στις 18 Μαρτίου στα οδοφράγματα του Μπελβίλ και της Μονμάρτης ) δεν συνεπάγεται μια κατάφωρη άρνηση της αναγκαιότητας του περάσματος της εξουσίας στο προλεταριάτο στις συνθήκες της Γαλλικής κοινωνίας το 1871. Δεν επικρίνει την Κομμούνα ως πράξη ανώριμη να φέρει στην εξουσία το προλεταριάτο λόγω κάποιων συνθηκών που δεν είχαν φθάσει στο απαραίτητο στάδιο του ιμπεριαλισμού και του αδύναμου κρίκου όπως θα ήθελαν μερικοί μαρξιστές μερικά χρόνια αργότερα. Το τυχαίο συνίσταται στο χαρακτήρα της ηγεσίας της Κομμούνας και της φάσης του πολέμου που δεν συνεπάγεται όμως την νομοτελειακή ήττα. Ακόμα και όταν πλέον θα έχουν περάσει 10 χρόνια και θα έχει πάψει πλέον η πιεστική ανάγκη να απαντήσει στη λάσπη της διεθνούς μπουρζουαζίας για την Κομμούνα δεν θα αρνηθεί την αναγκαιότητα της κατάκτησης της εξουσίας στο Παρίσι αλλά θα συγκλίνει ότι έπρεπε εν τέλει να προβεί σε ένα συμβιβασμό με τις Βερσαλλίες. :


“Καμία εξίσωση δεν μπορεί να επιλυθεί αν τα στοιχεία της λύσης της δεν συμπεριλαμβάνονται στους όρους της. Επιπρόσθετα οι ντροπές μια κυβέρνηση που έχει απότομα προκύψει μέσω μιας νίκης του λαού δεν έχουν τίποτα το ειδικά “σοσιαλιστικό”. Αντιθέτως. Οι νικηφόροι αστοί πολιτικοί μεμιάς νοιώθουν ντροπιασμένοι από τη “νίκη” τους ενώ ο σοσιαλιστής μπορεί τουλάχιστον να προβεί σε δράση χωρίς καμία ντροπή. Για ένα πράγμα που μπορείς να είσαι σίγουρος : μια σοσιαλιστική κυβέρνηση δεν έρχεται στην εξουσία σε μια χώρα παρά μόνο όταν οι συνθήκες είναι ώριμες ώστε να μπορεί πάνω από όλα να πάρει τα απαραίτητα μέτρα για τον πειθαναγκασμό της μάζας της μπουρζουαζίας σε ικανοποιητικό βαθμό ώστε να κερδίσει χρόνο- η πρώτη προϋπόθεση – για μια δράση σε διάρκεια.

Πιθανόν να αναφέρεις την Παρισινή Κομμούνα, αλλά πέρα από το γεγονός ότι αυτή ήταν μια εξέγερση μιας μόνο πόλης σε εξαιρετικές συνθήκες, η πλειοψηφία της Κομμούνας δεν ήταν με καμία έννοια σοσιαλιστική, ούτε θα μπορούσε να ήταν. Με μια μικρή δόση σώας κοινής λογικής, όμως, θα μπορούσαν να είχαν πετύχει ένα συμβιβασμό με τις Βερσαλίες, χρήσιμος για όλη τη μάζα του λαού – το μόνο πράγμα που μπορούσε να επιτευχθεί εκείνη τη στιγμή. Η απαλλοτρίωση της Τράπεζας της Γαλλίας από μόνη της θα μπορούσε να είχε διαλύσει όλες τις αξιώσεις των τρομοκρατημένων Βερσαλλιών κλπ κλπ “37


Η παραπάνω πολυ-χρησιμοποιημένη απαισιόδοξη εκτίμηση του Μαρξ από “φίλους” και εχθρούς του συνήθως αγνοεί κάτι πολύ πιο σημαντικό από την υποτιθέμενη αντίθεση του Μαρξ στη Κομμούνα. Το ότι ήταν μόνο το Παρίσι που συγκλονίστηκε από εξεγέρσεις και την πάλη ενάντια στην Εθνοσυνέλευση με τη δημιουργία Κομμούνων είναι σαφέστατα ιστορική ανακρίβεια . Κινήματα και εξεγέρσεις αλλού με μεγαλύτερη ένταση αλλού πιο ειρηνικά έγιναν στη Λυών, στο Σαιντ-Ετιέν, στο Κρεζό στη Μασσαλία , στην Τουλούζη και στο Ναρμπόν38


1 Κ.Μαρξ, 1ο Προσχέδιο του Εμφύλιου Πολέμου στη Γαλλία κεφάλαιο “Ο Χαρακτήρας της Κομμούνας” Κ.Μαρξ για το Κράτος εκδ.Εξάντας

2 Marx to Edward Beesly, October 19, 1870 http://www.marxists.org/archive/marx/works/1870/letters/70_10_19.htm

3 Conspectus of Bakunin’s Statism and Anarchy http://www.marxists.org/archive/marx/works/1874/04/bakunin-notes.htm

4 ο.π.

5 ο.π.

6Κ.Μαρξ “Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία” εκδ. Σ.Εποχή σ.72

7 Ως προς την λατινική ετυμολογία της έννοιας της δικτατορίας : Ο Ρωμαίος δικτάτωρ ήταν ένα ανώτατο αξίωμα που ασκούνταν από ένα πολίτη (στην αρχή αποκλειστικά από πατρίκιους μετά το 356π.Χ. και από πληβείους) ο οποίος σε καταστάσεις έκτακτου ανάγκης, κυρίως σε εμπόλεμη περίοδο, είχε απεριόριστη εξουσία με μέγιστη διάρκεια μισό χρόνο. Ο διορισμός γινόταν πρώτα με απόφαση της Συγκλήτου που όριζε έναν Ύπατο (υπήρχαν 2 Ύπατοι στη Ρωμαϊκή πολιτειακή δομή (Republic) που ήταν το ανώτερο αξίωμα πλην του ιδίου του δικτάτορα) να ορίσει το δικτάτορα. Ο δικτάτωρ είχε νομοθετικές, δικαστικές, εκτελεστικές και στρατιωτικές εξουσίες. Οι μόνοι περιορισμοί στην εξουσία του ήταν ότι η θητεία του ήταν 6μηνη, ότι δεν κατείχε το θησαυροφυλάκιο αλλά διαχειριζόταν χρήματα που του έδινε η Σύγκλητος και ότι απαγορεύονταν να εγκαταλείψει την Ιταλία. Ο διορισμός του δικτάτορα ήταν μέτρο που λαμβάνονταν για πολέμους εντός της Ιταλίας. Αυτός ήταν ο κύριος λόγος από το 500 π.Χ. ως περίπου το 200 π.Χ. Μετέπειτα για 120 χρόνια ο θεσμός εξαφανίζεται. Αναβιώνει μετά τον εμφύλιο πόλεμο μεταξύ του Μάριου (εκπροσώπου των λαϊκών) και του Σύλλα (εκπροσώπου των συντηρητικών). Ο Σύλλας εντελώς παράδοξα θα διοριστεί ως «δικτάτορας για τη δημιουργία νόμων και τον ορισμό του συντάγματος» («dictator legibus faciendis et reipublicae constituendae causa») ενώ στην ουσία ο ίδιος έθεσε τα θεμέλια της κατάλυσης της Δημοκρατίας (Republic). Ο Σύλλας αποτέλεσε και τον πρώτο δικτάτορα που διατήρησε το αξίωμα πέρα του 6μήνου που μετέπειτα θα επεκτείνει ο Ιούλιος Καίσαρας. Δικτάτορες μπορούσαν να οριστούν και για ασήμαντους λόγους όπως η σύναξη των επιτροπών για εκλογές και για την διοργάνωση επισήμων αγώνων. Αυτό που έχει σημασία για την κατανόηση της μετέπειτα πολιτικής χρήσης του όρου είναι ο έκτακτος χαρακτήρας της εξουσίας και η ανάδειξη της ως πολεμικό μέτρο ή δημιουργία νόμων και συνταγμάτων.

Τόσο η δικτατορία όσο και το προλεταριάτο ως έννοιες θα κάνουν την επανεμφάνιση τους στη Γαλλική Επανάσταση στις ιδέες του Ζ.Π. Μαρά στο πλαίσιο της εξιδανικευμένης “ρωμαϊκής φορεσιάς” των Γάλλων επαναστατών.

Η αντίληψη του Μαρά για τη δικτατορία πρωτοεμφανίζεται ήδη το 1774 στο έργο του “οι Αλυσίδες της Σκλαβιάς” όπου η πεσιμιστική του οπτική αναδεικνύει την αναγκαιότητα ενός γενναίου άνδρα που θα ηγηθεί των μαζών και θα σταθεί ενάντια στον καταπιεστή. Τον Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 1789 θα προτείνει μέτρα που θα οδηγούσαν σε μια δικτατορία μιας μετριοπαθούς επιτροπής. Με την όξυνση της αντίθεσης στην επανάσταση ο Μαρά θεωρεί απαραίτητη την συγκέντρωση της επαναστατικής εξουσίας είτε στο πρόσωπο ενός εκλεγμένου άνδρα είτε μιας μικρής ομάδας ατόμων. Μια δικτατορική εξουσία, ένας τριμπουνάρος (tribune) του λαού ή ένας δικτάτορας, που θα είχε θητεία μικρής διάρκειας (έξι βδομάδες ή τρεις μέρες) και θα περάτωνε τις διατάξεις του συντάγματος μέσω της βίας. Από τον Μαρά θα περάσουμε στην κριτική αφομοίωση της έννοιας της δικτατορίας των προλετάριων από τον Μπαμπέφ μετά στο Μπλανκί και τέλος σε μια επιστημονική θεμελίωση στο Μαρξ. Το 1850 η “δικτατορία του προλεταριάτου” θα συμπεριληφθεί ως σκοπός στο “καταστατικό” της Παγκόσμιας Λίγκας των Επαναστατών Κομμούνιστών που μέλος της ήταν ο Μαρξ βλ. http://www.marxists.org/archive/riazanov/1928/xx/blanqui.htm

8Κ.Μαρξ “Η ηθικίζουσα κριτική και η επικρίνουσα ηθική” γραμμένο το 1847 όπως περιλαμβάνεται στο “Ο Μαρξ για το Κράτος” εκδ.Εξάντας σ.560

9Φ.Ενγκελς, Κριτική στο Πρόγραμμα της Ερφούρτης, “Κριτική των Προγραμμάτων Γκότα & Ερφούρτης” εκδ.Κοροντζή σ.108

10“Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία” εκδ. Σ.Εποχή σ.22-23

11Χαρακτηριστικά στο 18η Μπρυμπαίρ του Λ.Βοναπάρτη “Η κοινωνική δημοκρατία εμφανίστηκε σαν φράση, σαν προφητεία στο κατώφλι της επανάστασης του Φλεβάρη. Στις μέρες του Ιούνη 1848 πνίγηκε στο αίμα του παρισινού προλεταριάτου, πλανιέται όμως σαν φάντασμα στις ακόλουθες πράξεις του δράματος. Η demokratische Republik κάνει την εμφάνιση της. Στις 13 Ιούνη του 1849 εξαφανίστηκε μαζί με τους μικροαστούς…Η κοινοβουλευτική δημοκρατία , μαζί με την αστική τάξη πιάνει ολόκληρη τη σκηνη…” εκδ.Θεμέλιο σ.147

12Marx in New York World 15 October 1871 , http://www.marxists.org/archive/marx/bio/media/marx/71_10_15.htm

Πρόκειται για λόγια που έχει μεταφέρει δημοσιογράφος της εποχής και όχι πιστή απόδοση της ομιλίας. Η ενδεχόμενη μη εξοικείωση του δημοσιογράφου με τη μαρξική ορολογία μπορεί να ερμηνεύσει τη φράση “Η Κομμούνα δεν μπορούσε να ιδρύσει μια νέα μορφή ταξικής κυβέρνησης” η οποία θα πρέπει περισσότερο να ερμηνευτεί ότι η Κομμούνα δεν είχε σκοπό απλώς να αλλάξει τους πόλους της ταξικής κυβέρνησης και να διατηρήσει την ταξική κυριαρχία εν γένει αλλά ήταν η απαρχή και η προϋπόθεση για την οριστική μελλοντική της κατάργηση.

13Κ.Μαρξ γράμμα προς Κούγκλεμαν, [London] April 12, 1871, http://www.marxists.org/archive/marx/works/1871/letters/71_04_17.htm ,

Λένιν Άπαντα τόμος 33 εκδ. Σ.Εποχή σ.131

14Πρόλογος στη γερμανική έκδοση του 1872

http://www.marxists.org/ellinika/archive/marx/works/1848/com-man/gpref1872.htm

15Συγκεκριμένα αναφέρεται : “(Βλέπε τον “Εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία, έκκληση του Γενικού Συμβουλίου της Διεθνούς Ένωσης των Εργατών”, γερμανική έκδοση, σελ.19, όπου αναπτύσσεται πιο διεξοδικά)”

16Φ.Ενγκελς , επιστολή στον Αύγουστο Μπέμπελ 28-3-1875 , όπως περιλαμβάνεται στο “Κριτική των Προγραμμάτων Γκότα & Ερφούρτης” εκδ.Κοροντζή σ.77

17Κ.Μαρξ προς Βαρλέν και Φρανκέλ , υπάρχει και στο Έλλη Παππά , “Η Κομμούνα του 1871” εκδ.Άγρα σελ.38

18Κ.Μαρξ προς Β.Λήμπκνεχτ 6 Απριλίου 1871 στο Έλλη Παππά , “Η Κομμούνα του 1871” εκδ.Άγρα σελ.55

19Jenny Marx To Ludwig Kugelmann In Hanover 3 October 1871

http://www.marxists.org/archive/marx/bio/family/jenny/71_10_03.htm#banquet

20Κ.Μαρξ γράμμα στον Πολ Λαφάργκ, όπως υπάρχει στο Έ.Παππά ¨Η κομμούνα του 1871” εκδ. Άγρα σ.123

21 Το τμήμα της Διεθνούς κατά τη διάρκεια του Γαλλο-Πρωσικού πολέμου θα μείνει στην ουσία ακέφαλο λόγω των διώξεων. Να διευκρινισθεί ότι αν και το τμήμα της Διεθνούς είχε υποστεί μια μερική υποχώρηση της κυρίαρχης “ορθόδοξης” προυντονικής επιρροής κάθε άλλο παρά είχε ξεκαθαριστεί πλέρια. Ο κύριος εκπρόσωπος του γαλλικού μαρξισμού της εποχής ο Λαφάργκ βρίσκεται ήδη πριν την Κομμούνα εκτός της πρωτεύουσας, στο Μπορντώ. Θα επιστρέψει στο Παρίσι μετά την Κομμούνα και θα λάβει ρόλο παρατηρητή παρά πρωταγωνιστή. Οι επαφές του Μαρξ στο επαναστατημένο Παρίσι θα περιοριστούν στην αλληλογραφία με τον κολεκτιβιστή προυντονικό της αριστεράς Βαρλέν και τον Ούγγρο επίτροπο της Κομμούνας Φρανκέλ.

22Samuel Bernstein, “Auguste Blanquie and the art of Insurrection” , Lawrence & Wishart , 1971 , σ.301

23ο.π. , σ.292-293

24ο.π.σ.303

25ο.π. σ.300

26ο.π.σ.346-349

27Κ.Μαρξ, “Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία” εκδ. Σ.Εποχή σ.98

28Φ.Ενγκελς “συμπληρωματικές παρατηρήσεις για τον Προυντόν και το ζήτημα της κοινωνίας” εκδ. Αναγνωστίδη , σ.189

29Κ.Μαρξ - Φ.Ενγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος , εκδ. Ερατώ σ.68

30ο.π. σ.108

31Φ. Ένγκελς “το πρόγραμμα των μπλανκιστών προσφύγων της Κομμούνας” γραμμένο το 1874 http://www.marxists.org/archive/marx/works/1874/06/26.htm

32 Reporter’s record of the speech made at the London Conference of the

International Working Men’s Association, September 21, 1871, http://www.marxists.org/archive/marx/works/1871/09/21.htm

33Political action and the working class,Speech by Marx the London Conference of the International, September, 1871 http://www.marxists.org/archive/marx/works/1871/09/politics-speech.htm

34γράμμα προς Κουγκελμαν 3/3/1869 όπως περιλαμβάνεται στο Λένιν Άπαντα τόμος 33 εκδ.Σ.Εποχή , σελ. 133

35Κ.Μαρξ , Δεύτερη Έκθεση για τον Γαλλογερμανικό πόλεμο στο Γενικό Συμβούλιο της Διεθνούς , 6-9 Σεπτεμβρίου 1870, όπως υπάρχει στο Έλλη Παππά , “Η Κομμούνα του 1871” εκδ. Άγρα σ.61 , ή “Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία” εκδ.Σ.Εποχή σ.40. Να σημειωθεί ότι η διακήρυξη γίνεται αφού έχει χαθεί η ευκαιρία μιας κατάκτησης της εξουσίας από το προλεταριάτο.

36Κ.Μαρξ προς Κούγκλεμαν ,12 Απριλίου 1871 http://www.marxists.org/archive/marx/works/1871/letters/71_04_12.htm

υπάρχει και στο Έλλη Παππά , “Η Κομμούνα του 1871” εκδ.Άγρα σ.57-59

37 http://www.marxists.org/archive/marx/works/1881/letters/81_02_22.htm

Γράμμα στον Ολλανδό Nieuwenhuis, Ferdinand από τα ιδρυτικά στελέχη του Σοσιαλιστικού κινήματος στη χώρα. Μετά από απαίτηση του ίδιου για το ποια μέτρα θα πρέπει να πάρει ένα κράτος των εργατών . Είχε μεταφράσει μια σύνοψη του Κεφαλαίου στα Ολλανδικά.

38Π.Ο. Λισαγκαρέ , “Ιστορία της Παρισινής Κομμούνας του 1871” , εκδ.Ελεύθερος Τύπος, σ.211-226