Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2010

ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ - ΕΕ - ΔΝΤ Με ενιαίο σχέδιο απέναντι στο λαό

alfavita.gr

29/07/2010 - 9:59:39 μμ

ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ - ΕΕ - ΔΝΤ

Με ενιαίο σχέδιο απέναντι στο λαό

Στην Αθήνα το κλιμάκιο της τρόικας. Σύνδεση μισθών - «παραγωγικότητας» στο δημόσιο τομέα, στο στόχαστρο ασφαλιστικά ταμεία, νοσοκομεία, πρώην ΔΕΚΟ, ΟΤΑ. Επισπεύδουν και την «απελευθέρωση στα κλειστά επαγγέλματα»

Τα ακόμη χειρότερα απέναντι στο λαό ετοιμάζουν η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ σε συνεργασία με τα κλιμάκια των ΕΕ-ΔΝΤ-Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, που για το σκοπό αυτό και για τις παραπέρα «εξειδικεύσεις» βρίσκονται από χτες και για τις επόμενες δυο βδομάδες στην Αθήνα. Στα άμεσα πλάνα τους είναι η επίσπευση των βάρβαρων μέτρων που προβλέπουν στο μνημόνιο. Ενδεχομένως και μέσα στο Φθινόπωρο περνούν ξανά από την «κλίνη του Προκρούστη» τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων δρομολογώντας αντίστοιχη κατάσταση και για τον ιδιωτικό τομέα. Με πρόσχημα το νέο μισθολόγιο, συνδέουν τους μισθούς με την «παραγωγικότητα» - όπως οι ίδιοι την προσδιορίζουν - προχωρώντας ταυτόχρονα και στην κατάργηση όλων των επιδομάτων. Λουκέτα και συγχωνεύσεις ετοιμάζουν για τις πρώην ΔΕΚΟ πετώντας στην ανεργία χιλιάδες εργαζόμενους. Πιο μπροστά βάζουν τώρα και την «απελευθέρωση» στα λεγόμενα κλειστά επαγγέλματα, εκχωρώντας έτσι ζωτικό χώρο στις ισχυρές επιχειρήσεις.

Ασφαλιστικά ταμεία, νοσοκομεία, πρώην ΔΕΚΟ, Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης μαζί με τις παραπέρα «διαρθρωτικές προσαρμογές» που αξιώνουν οι μερίδες της πλουτοκρατίας, μπαίνουν στις άμεσες προτεραιότητες της πολιτικής τους ενόψει της κατάρτισης και του νέου κρατικού προϋπολογισμού (2011) μαζί με τους νέους βάρβαρους φόρους πάνω στη λαϊκή κατανάλωση που θα μπουν σε εφαρμογή από την 1η Γενάρη του 2011 ή και ακόμη νωρίτερα σε περίπτωση και της παραμικρής αστοχίας στην αποδοτικότητα των μέτρων που ήδη εφαρμόζονται.

Η επισκόπηση των σαρωτικών μέτρων, η διαμόρφωση της πολιτικής και του χρονοδιαγράμματος ήταν στην ατζέντα της χτεσινής συνάντησης ανάμεσα στον υπουργό Οικονομικών Γ. Παπακωνσταντίνου με τους απεσταλμένους της τρόικας. Στις επόμενες μέρες θα γίνουν αντίστοιχες συναντήσεις με νευραλγικά υπουργεία που τους ενδιαφέρουν σε αυτή τη φάση και με την παρουσία του υπουργού Οικονομικών, ενώ σωρεία συναντήσεων έχουν προγραμματίσει και σε υψηλό υπηρεσιακό επίπεδο.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες από υψηλόβαθμα στελέχη του υπουργείου Οικονομικών :

Νοσοκομεία : Ιδιωτικές ελεγκτικές εταιρείες, ισχυρά μονοπώλια, που από τη φύση της δουλειάς έχουν αναπτύξει δεσμούς αίματος με άλλα μονοπώλια - μεγαλοπελάτες τους, έχουν βάλει στο χέρι τις δαπάνες και στοιχεία μεγάλων νοσοκομείων. Πρόκειται για το λεγόμενο «big 5», δηλαδή για τις εταιρείες Ernst & Younk, Price WaterHouse Coopers, Delloite & Touche, Grand Thornton και την KPMG, με τις οποίες η κυβέρνηση έχει υπογράψει σύμβαση για 1 χρόνο. Στη λίστα των «ελέγχων» μπαίνουν και άλλα νοσοκομεία ενώ η κυβέρνηση ετοιμάζεται να μπάσει στο παιχνίδι και άλλους ιδιώτες - ελεγκτές.
Ασφάλιση : Προλειαίνουν το έδαφος και για νέα μέτρα. Σύμφωνα με πληροφορίες από το υπουργείο Οικονομικών για τις σχετικές επεξεργασίες απαιτείται πρώτα η δημοσιοποίηση και της αναλογιστικής μελέτης.
Διαρθρωτικές προσαρμογές : Την τύχη που έχουν ετοιμάσει για τον ΟΣΕ και τις χερσαίες μεταφορές δρομολογούν τώρα για το σύνολο των πρώην ΔΕΚΟ με πρώτη προτεραιότητα αυτές που τις εμφανίζουν με τα μεγαλύτερα ελλείμματα. Σε αυτό το πλαίσιο δρομολογούν και όλες τις προϋποθέσεις παραπέρα οικονομικής ασφυξίας με το κόψιμο και των κρατικών εγγυήσεων, κλείνοντας το δρόμο ακόμη και για τραπεζικό δανεισμό. Είναι απόλυτα φανερό ότι θα κλιμακώσουν με νέα λουκέτα και συγχωνεύσεις πετώντας στη ανεργία ακόμη πολλές χιλιάδες εργαζόμενους. Αντικείμενο των διαβουλεύσεων κυβέρνησης - τρόικας είναι και η εφαρμογή του «Καλλικράτη» για τους ΟΤΑ, δρομολογώντας αντίστοιχες εξελίξεις. Στη λίστα με τις διαρθρωτικές προσαρμογές εντάσσουν τις ρυθμίσεις και τα μέτρα σε όφελος της πλουτοκρατίας, όπως την εκταμίευση του ΕΣΠΑ, τις συμπράξεις με τους ιδιώτες, το νέο αναπτυξιακό νόμο που αναμένεται να τα συζητήσουν κατά τη σημερινή συνεργασία τους. Εξω και πολύ πάνω από κάθε «πρόβλεψη» των ιμπεριαλιστικών μηχανισμών είναι η εξέλιξη του επίσημου πληθωρισμού που για το μήνα Ιούλη αναμένεται να σπάσει κάθε κοντέρ εξαιτίας και των νέων τρανταχτών ανατιμήσεων στο ΦΠΑ.
«Δημοσιονομικοί κίνδυνοι» : Καθ' υπόδειξη της τρόικας το υπουργείο Οικονομικών έχει συντάξει αναλυτική λίστα, προσδιορίζοντας ποσοτικά τις πιθανές αστοχίες για καθένα από τα μέτρα που προβλέπουν στο μνημόνιο. Κάθε απόκλιση, για καθένα από τους στόχους σηματοδοτεί νέες «παρεμβάσεις», αντιλαϊκά μέτρα προκειμένου σε κάθε περίπτωση να πιάσουν το συνολικό στόχο. Η λίστα με τους τυχόν «κινδύνους» είναι αντικείμενο ειδικής επεξεργασίας από τους ιμπεριαλιστικούς μηχανισμούς.
«Κλειστά επαγγέλματα» : Για το Φθινόπωρο αναμένεται το σχετικό νομοθέτημα, που αφορά σε μηχανικούς, δικηγόρους, συμβολαιογράφους, φαρμακοποιούς.
Φοροεισπρακτικός μηχανισμός : Από το β' εξάμηνο του 2010 θα δώσουν έμφαση στη «δομή και τις νέες πρακτικές» που θα εφαρμόσουν, δηλαδή στην εφαρμογή των συνταγών «τεχνογνωσίας» που πήραν κυρίως από το ΔΝΤ. Αποφασιστικός ρόλος εκχωρείται και πάλι σε ιδιώτες.
Ευέλικτα εργαλεία : Στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους ιδρύεται και ειδική «Διεύθυνση Δημοσιονομικής Διαχείρισης» στην αρμοδιότητα της οποίας είναι η «συνεργασία με την ΕΕ, το ΔΝΤ και άλλους διεθνείς Οργανισμούς για τους οποίους αποτελεί το συνδετικό κρίκο». Το συγκεκριμένο προβλέπεται σε τροπολογία που κατατέθηκε χτες στη Βουλή.
Τράπεζες : Σύμφωνα με στελέχη του υπουργείου Οικονομικών, η τρόικα «δε φαίνεται να έχει αντίρρηση» (!) στη συμμετοχή του δημοσίου στην αύξηση μετοχικού κεφαλαίου που σχεδιάζει η Αγροτική Τράπεζα. Το κοινό κλιμάκιο της τρόικας συναντήθηκε με στελέχη της Τράπεζας της Ελλάδας ενώ για το τέλος της βδομάδας προγραμματίζουν συνάντηση με το διοικητή Γ. Προβόπουλο.
Δάνεια : Μετά τη σύνταξη των πορισμάτων από τα κλιμάκια Κομισιόν και ΔΝΤ, θα συντάξουν τις ειδικές εκθέσεις αξιολόγησης του κυβερνητικού έργου. Η εκταμίευση της δεύτερης δόσης του δανείου (9 δισ. ευρώ) πάντα με σκληρούς όρους τοκογλυφίας έχει οριστεί για τις 13 Σεπτέμβρη.

ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 27/7/2010

Τετάρτη, 28 Ιουλίου 2010

Oι ''νεοαποικιοκράτες'' της ''τρόικας''ελέγχουν!''ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΑΕ΄΄

Τετάρτη, 28 Ιουλίου 2010
Oι ''νεοαποικιοκράτες'' της ''τρόικας''ελέγχουν!''ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΑΕ΄΄


πηγή: iskra


Οι πέντε μεγαλύτερες πολυεθνικές ελεγκτικές εταιρείες (Grand Thornton, Deloitte & Touche, Ernst and Young, KPMG και PriceWaterhouse Coopers), μαζί με τον ΣΟΛ, έχουν αναλάβει, σύμφωνα με τις επιταγές του «νεοαποικιακού» μνημονίου, κάτω από πλήρη αδιαφάνεια, με άγνωστους όρους και με άγνωστους στόχους, καθώς η σχετική Σύμβαση δεν έχει δοθεί στη δημοσιότητα, τον έλεγχο της λειτουργίας του κράτους αλλά και του ευρύτερου δημοσίου τομέα.


Πρώτος στόχος Νοσοκομεία, Ασφαλιστικά Ταμεία και Υπουργεία. Σε καθεστώς πλήρους υποτέλειας η χώρα.


Αυτός ο πρωτοφανής καθολικός, σχεδόν, έλεγχος, αφορά πρωταρχικά τη χρήση πόρων και ιδιαίτερα των ανθρώπινων, την εξοικονόμηση δαπανών, την παραγωγικότητα και την ορθολογική λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών, μέχρι την καταλληλότητα και αποτελεσματικότητα των κοινωνικών προγραμμάτων. Οι εταιρείες αυτές θα ελέγχουν και θα συμβάλλουν στην κατάρτιση των προϋπολογισμών-προγραμμάτων των φορέων της γενικής κυβέρνησης που θα έχουν τριετείς προβλέψεις για τις εξελίξεις των οικονομικών τους μεγεθών.



Σύμφωνα με πληροφορίες, λοιπόν, πέραν από την πλήρη και αναλυτική καταγραφή των δαπανών των υπουργείων που θα κάνουν οι ιδιωτικές εταιρείες μαζί με το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους (ΓΛΚ), στο στόχαστρο των ελέγχων θα βρεθούν αρχικά τρία νοσοκομεία και τέσσερα ασφαλιστικά Ταμεία: Τα νοσοκομεία «Ευαγγελισμός», «Αττικόν» και «Γ. Γεννηματάς» και τα ασφαλιστικά Ταμεία ΙΚΑ, ΟΠΑΔ, ΟΑΕΕ και ΟΓΑ.


Σε επόμενο στάδιο και μόλις ολοκληρωθεί η «μεταρρύθμιση» του «Καλλικράτη», οι ελεγκτικές εταιρείες αναμένεται να εισέλθουν στα λογιστήρια και των ΟΤΑ.


Το κράτος και οι δημόσιες υπηρεσίες μετατρέπονται, επί της ουσίας, με ευθύνη της κυβέρνησης, σε Ανώνυμες Εταιρείες για να υπαχθούν σε ελέγχους εταιρειών που αξιολογούν ισολογισμούς επιχειρήσεων, τη στιγμή μάλιστα που οι εν λόγω πολυεθνικές εταιρείες δεν διαθέτουν καμία αξιοπιστία και είναι συνυπεύθυνες για τη διεθνή κρίση!! Η Ελλάδα φαίνεται να έχει μετατραπεί σε «νεοαποικία» που κατευθύνεται από νέου είδους «εταιρείες Ανατολικών Ινδιών».


Από σήμερα οι νέοι έλεγχοι της τρόικα. Προανάκρουσμα για νέα επαχθή μέτρα από το φθινόπωρο


Ξεκίνησαν σήμερα, οι έλεγχοι από το κλιμάκιο των εμπειρογνωμόνων της τρόικα για την πρόοδο της ελληνικής οικονομίας βάσει του Μνημονίου. Στο μικροσκόπιο μπαίνουν οι δαπάνες των ΔΕΚΟ, των ΟΤΑ και των Νοσοκομείων.


Σύμφωνα με ρεπορτάζ της «Ναυτεμπορικής», υπάρχει έντονη ανησυχία στο Υπ. Οικονομικών καθώς μεγάλος είναι ο κίνδυνος να εντοπιστούν νέα χρέη πέραν των προβλεπομένων και να προστεθούν στο ήδη υψηλό δημόσιο χρέος. Το υπουργείο Οικονομικών καλείται, επίσης, να παρουσιάσει το σχέδιο για την ανάκαμψη των εσόδων στο β' εξάμηνο του 2010. Σύμφωνα με τα στοιχεία, το πρώτο εξάμηνο τα έσοδα έτρεξαν με ρυθμό 7,2%, όταν ο στόχος είναι 13,7%. Τεχνικά, αυτό σημαίνει ότι για να προσεγγιστεί ο στόχος του «μνημονίου» απαιτούνται μηνιαίοι ρυθμοί 15%, αρχής γενομένης από τον Ιούλιο. Υπερδιπλασιασμός δηλαδή του ρυθμού αύξησης των εσόδων στη διάρκεια του β' εξαμήνου του 2010.


Πρακτικά μιλάμε για νέα επαχθή μέτρα σε βάρος των εργαζομένων από τον Σεπτέμβριο. Μέτρα τα οποία θα πλήξουν ακόμα περισσότερο τα εισοδήματά τους. Στο «πλάνο» της «τρόικας» υπάρχουν οι περικοπές στο 13ο και το 14ο μισθό στον ιδιωτικό τομέα. Στο μεσοδιάστημα, οι επιτελείς του υπουργείου Οικονομικών θα προσπαθήσουν να «τρέξουν» κατά το δυνατόν τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις τις οποίες έχει ζητήσει η «τρόικα», όπως για παράδειγμα το «άνοιγμα» των κλειστών επαγγελμάτων και του πακέτου των αποκρατικοποιήσεων, με πρώτους στόχους τον ΟΣΕ, τις τράπεζες και τη ΔΕΗ.


Το πόρισμα της Κομισιόν αναμένεται να δημοσιοποιηθεί στα μέσα Αυγούστου, στο τέλος του ίδιου μήνα αναμένεται το πόρισμα του ΔΝΤ και στόχος είναι έως τα μέσα Σεπτεμβρίου η χώρα μας να έχει εκταμιεύσει τη β' δόση. Η τρόικα θα επανέλθει το φθινόπωρο για νέο «τσεκ άπ» στην ελληνική οικονομία πριν αποφασίσει την εκταμίευση της τρίτης δόσης τον Δεκέμβριο, που είναι επίσης ύψους 9 δισ. ευρώ.


Μέσα σε αυτές τις συνθήκες είναι απαραίτητη όσο ποτέ η συνεργασία και η κοινή δράση της αριστεράς αλλά και η δημιουργία ενός πλατιού λαϊκού κινήματος με άμεσα αιτήματα την απεμπλοκή από το μνημόνιο, την επαναδιαπραγμάτευση δημόσιου-ιδιωτικού χρέους και την εθνικοποίηση των τραπεζών


Επίκαιρη Ερώτηση ΣΥΡΙΖΑ: Όχι στην μετατροπή του Κράτους και της δημόσιας διοίκησης σε Α.Ε.


Eπίκαιρη ερώτηση, η οποία θα συζητηθεί αυτή την Πέμπτη (29/07/2010), κατέθεσε ο Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ, Παν. Λαφαζάνης για τη μετατροπή του κράτους και της Δημόσιας Διοίκησης σε Ανώνυμη Εταιρεία (Α.Ε.) υπό τον έλεγχο των πολυεθνικών ελεγκτικών εταιρειών.


Ο Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ, απευθυνόμενος στους κ.κ. Υπουργούς Οικονομικών και Εσωτερικών, ρωτά:


1. Ποιοι είναι οι Γενικοί Όροι οι οποίοι με βάση το μνημόνιο θα διέπουν τους ελέγχους των ως άνω εταιρειών στις λειτουργίες και δαπάνες της δημόσιας διοίκησης και των δημόσιων νομικών προσώπων;


2. Πως είναι δυνατόν κρίσιμες κρατικές λειτουργίες και στην ουσία οι πιο στρατηγικές πολιτικές επιλογές να έχουν παραδοθεί προς έλεγχο και διαμόρφωση σε ιδιωτικές εταιρείες; «Μπανανία» και «προτεκτοράτο» έχει καταντήσει η χώρα μας;

Τρίτη, 27 Ιουλίου 2010

Απογραφή Μύθος και Πραγματικότητα

ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ


25/07/2010 - 08:50


"Το πάσης φύσεως προσωπικό"

Ένας “χρήσιμος μύθος” καταρρέει με χάρη. Η απογραφή που ξεκίνησε ως απαξιωτικού ύφους απειλή του κ. Παπακωνσταντίνου προς τους “ρεμπεσκέδες του Δημοσίου” ότι θα τους απογράψει σε γενικές γραμμές ολοκληρώθηκε. Απογράφηκαν σχεδόν όλοι, “το πάσης φύσεως προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης”. Τα τελευταία χρόνια, αλλά με ιδιαίτερη ένταση τους τελευταίους μήνες, το Δημόσιο και οι απασχολούμενοι σ' αυτό αποτέλεσαν τον πιο εύκολο στόχο, τον αποδιοπομπαίο τράγο της ελληνικής εκδοχής της κρίσης. Κατά καιρούς ακούστηκαν και γράφτηκαν διάφορα τερατολογικά σχετικά με τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων. Όσους νόμιζε ο καθένας ότι χρειαζόταν για να τρομάξει το ακροατήριό του. Το ένα εκατομμύριο πάντως θεωρείτο πέραν πάσης αμφιβολίας. “Είμαστε σοβιετία, χώρα δημοσίων υπαλλήλων” απελπίζονταν οι ρήτορες.
Φυσικά τα επίσημα στοιχεία του Προϋπολογισμού ήταν γνωστά και σαφή: Οι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι είναι 400 χιλιάδες και 175 χιλιάδες οι ένστολοι. Η απογραφή για κάποιον περίεργο λόγο θεωρήθηκε πιο έγκυρος και καινοτόμος τρόπος. Τελικά “το πάσης φύσεως προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης” φτάνει τις 750 χιλιάδες συμπεριλαμβανομένων και των συμβασιούχων, και των ωρομισθίων, και των εποχικών, τους οποίους συμπεριέλαβε στην απογραφή η κυβέρνηση για να φουσκώσει το νούμερο. Απογράφηκαν ακόμα και αυτοί που οι συμβάσεις τους λήγουν την ερχόμενη εβδομάδα.
Σε κάθε περίπτωση, η αναλογία των δημοσίων υπαλλήλων και του μισθολογικού τους κόστους στην Ελλάδα είναι σχετικά χαμηλή για τα δεδομένα της Ε.Ε. Αυτή είναι μια άβολη αλήθεια για όσους έλεγαν ότι μόλις γδάρουμε τους δημοσίους υπαλλήλους όλα θα στρώσουν. Φυσικά υπάρχουν θέματα με τη λειτουργία του Δημοσίου. Θέματα διοίκησης. Και τη διοίκηση, τον σχεδιασμό, τις προσλήψεις τις ρυθμίζουν οι κυβερνήσεις και όχι οι υπάλληλοι. Ενδιαφέρον έχει επίσης η εσωτερική σύνθεση του πλήθους των απασχολούμενων στο Δημόσιο. Οι ένστολοι δεν είναι υπερβολικά πολλοί για μια δημοκρατία και μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης;

H ΑΥΓΗ, Ημερομηνία δημοσίευσης: 25/07/2010

Δευτέρα, 26 Ιουλίου 2010

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ ΣΤΡΕΣ ΤΕΣΤ: Η αντοχή των τραπεζών, της υποκρισίας, των ιδιωτικοποιήσεων

Δευτέρα, 26 Ιουλίου 2010
ΣΤΡΕΣ ΤΕΣΤ: Η αντοχή των τραπεζών, της υποκρισίας, των ιδιωτικοποιήσεων



ΠΗΓΗ: "ΠΡΙΝ" (25/7/2010)


ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗΣ
Ακίνητος πρέπει να ήταν ο διάδρομος όση ώρα έτρεχαν πάνω του οι 91 ευρωπαϊκές τράπεζες υπό το βλέμμα των εποπτικών αρχών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για να ελεγχθούν οι αντοχές τους. Δεν εξηγείται διαφορετικά τέτοια επιτυχία.
Διαψεύδοντας όλες σχεδόν τις προβλέψεις, μόνο επτά τελικά τράπεζες φάνηκαν να αντιμετωπίζουν πρόβλημα, εκ των οποίων οι πέντε προέρχονταν από την Ισπανία, μία από την Γερμανία και μία από την Ελλάδα, η Αγροτική. Η αξιοπιστία των «ασκήσεων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων» όπως χαρακτηρίστηκαν από την Τράπεζα της Ελλάδας τα «στρες τεστ» στα οποία υποβλήθηκαν οι ευρωπαϊκές τράπεζες, αμφισβητήθηκε πριν καν δοθούν στη δημοσιότητα τα αποτελέσματά τους. Πολύ φυσιολογικά, στο βαθμό που επρόκειτο, όπως αποδείχθηκε, για μια άσκηση δημοσίων σχέσεων. Προς επίρρωση το γεγονός ότι οι υποθέσεις υπό τις οποίες ελέγχθηκαν παρέμειναν επτασφράγιστο μυστικό. Επίσης η απροθυμία των αρχών να συμπεριλάβουν στα κριτήρια πιθανό «κούρεμα» του ελληνικού δημόσιου χρέους. Την πιθανότητα να αναγκαστεί δηλαδή η κυβέρνηση να προβεί σε αναδιάρθρωση του χρέους, ενδεχόμενο που κάθε άλλο παρά μακρινό φαντάζει, προχωρώντας σε μια οριζόντια υποτίμηση των ομολόγων της τάξης του 20%, 30% ακόμη και 50%. Δεδομένου ότι πολλές γερμανικές και γαλλικές τράπεζες έχουν στα χαρτοφυλάκιά τους ασυνήθιστα υψηλές τοποθετήσεις σε ελληνικά ομόλογα αξίας πολλών δισ. ευρώ – λόγω των ελκυστικότατων αποδόσεών τους – ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα αποδείκνυε ότι οι περισσότερες τράπεζες στηρίζονται σε πήλινα πόδια και είναι αναξιόχρεες.

Και τέλος πάντων πριν συμβούν όλα τα παραπάνω η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είχε απελευθερώσει το μυθικό ποσό των 750 δισ. ευρώ, με την απόφαση της 10ης Μαΐου που έκανε κουρελόχαρτο το Σύμφωνο Σταθερότητας, για να σώσει τις τράπεζες. Ειρήσθω εν παρόδω, μια απόφαση που λήφθηκε με τη σύμφωνη γνώμη της Γερμανίας η οποία επανέφερε ξανά την προηγούμενη εβδομάδα τις προτάσεις τιμωρίας εκείνων των χωρών που έχουν δημοσιονομικό έλλειμμα άνω του 3%, κι ειδικότερα την αναστολή του δικαιώματος ψήφου ακόμη και την πληρωμή προστίμου, μέσω του περιορισμού στην πρόσβαση σε κάποιου είδους επιδοτήσεις, όπως οι αγροτικές. Έτσι, οι αγρότες θα δουν να κόβονται τα κονδύλια των ενισχύσεων για να μπορούν να χρηματοδοτούνται οι τράπεζες! Γιατί, για να επιστρέψουμε στη γενναιόδωρη πλευρά της ΕΕ και των κρατών – μελών της, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όπως ακριβώς το μνημόνιο της ντροπής που υπέγραψε η κυβέρνηση Παπανδρέου με την τρόικα κόπηκε και ράφτηκε στα μέτρα των τραπεζιτών, έτσι κι η απόφαση της 9ης και 10ης Μαΐου, ως άμεσα ωφελημένους είχε και πάλι τους ευρωπαίους τραπεζίτες.
Τα τεστ κοπώσεως επομένως των ευρωπαϊκών τραπεζών ήταν κατά βάση μια άσκηση υποκρισίας, που στόχευε να συγκαλύψει τα άμεσα και μακροχρόνια προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές τράπεζες και να ωραιοποιήσει την κατάσταση.
Το ίδιο συνέβη και στην Ελλάδα, με τις εγχώριες τράπεζες, σε εκθετικό μάλιστα βαθμό. Στην «άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων» από την Ελλάδα συμμετείχαν έξι τράπεζες (Εθνική, Γιούρομπανκ, Άλφα, Πειραιώς, Αγροτική και Ταμιευτήριο) εκ των οποίων πρόβλημα βρέθηκε να αντιμετωπίζει μόνο η Αγροτική, που δεσμεύθηκε να προχωρήσει σε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου. Αν όμως οι άλλες πέντε χαίρουν άκρας υγείας γιατί ξεκοκάλισαν μέχρι τελευταίου ευρώ τα 28 δισ. που τους παραχωρήθηκαν από τις κυβερνήσεις ΝΔ και ΠΑΣΟΚ; Κι αν η απάντηση είναι ότι ακόμη και χάρις αυτών των χρημάτων έκλεισε μια περίοδος αστάθειας, γιατί έχουν τεθεί στη διάθεσή τους άλλα 10 δισ. ευρώ από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας που προβλέπεται στο μνημόνιο, ως δίχτυ ασφαλείας; Γιατί τέλος η Τράπεζα Ελλάδας, λειτουργώντας σαν ο πατερούλης των τραπεζιτών, παραβιάζοντας δηλαδή τον εποπτικό τη ρόλο, έσπευσε με ανακοίνωσή της την Παρασκευή, σχολιάζοντας τα αποτελέσματα των στρες τεστ, να υπενθυμίσει ότι υπάρχουν «επιπρόσθετα 1,2 δισ. που είναι διαθέσιμα μέσω του μέτρου κεφαλαιακής ενίσχυσης του Ν. 3723/2008»! Γιατί επίσης ξεχνούν ότι όλες οι ελληνικές τράπεζες είναι αποκομμένες εδώ και καιρό από τον διεθνή δανεισμό;
Κάνοντας το άσπρο – μαύρο η ελληνική κυβέρνηση και η ηγεσία φυσικά της Ευρώπης («αντικατοπτρίζουν την αλήθεια τα στρες τεστ» έσπευσε να διαβεβαιώσει η Μέρκελ, κλείνοντας έτσι την συζήτηση) δείχνουν πόσο διαχρονική και πανευρωπαϊκή είναι η τάση δημιουργικής λογιστικής και «μαγειρέματος» των αριθμών. Με άλλα λόγια πόσο αξιοθρήνητα υποτελής στα όρια του γραικυλισμού, είναι η κυβέρνηση του Παπανδρέου που έσπευσε ακόμη και να αλλάξει όνομα στην Στατιστική Υπηρεσία, δείχνοντας ότι έτσι παίρνει διαζύγιο από την αναξιοπιστία του παρελθόντος. Μα τουλάχιστον η αναξιοπιστία του παρελθόντος είχε ως ευνοούμενο το κράτος, τον εκφραστή του συλλογικού συμφέροντος της αστικής τάξης, όχι δέκα χρεοκοπημένους κι αποδεδειγμένα επικίνδυνους για το δημόσιο όφελος τραπεζίτες…
Η υποκρισία δεν σταματά μόνο στον εξωραϊσμό της κατάστασης σε έναν κλάδο που έχει γεμίσει με επιχειρήσεις – ζόμπι οι οποίες επιζούν μόνο και μόνο χάρη στις επιδοτήσεις του κράτους και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Συνεχίζεται αν ρίξουμε και μια πιο προσεκτική ματιά στην κατάταξη των τραπεζών. Ειδικότερα, πέραν της αποτυχίας της Αγροτικής, ξεχωριστές επιδόσεις στην προσομοίωση, αναφερόμενοι στις ελληνικές, είχαν κι οι άλλες δύο τράπεζες που πρωταγωνίστησαν στα σενάρια εξαγορών. Το μεν Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο επειδή συγκέντρωσε την υψηλότερη πανευρωπαϊκή βαθμολογία κι η δε Πειραιώς επειδή ίσα – ίσα πέρασε τη βάση. Πρόκειται για αποτελέσματα που υπογραμμίζουν τον λεόντειο χαρακτήρα της συμφωνίας που επιδιώκει ο πρόεδρος της Τράπεζας Πειραιώς, Μιχάλης Σάλας, με την κατ’ αρχήν έγκριση του υπουργού Οικονομικών και του πρωθυπουργού καθώς η εξαγορά του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου θα κληθεί να λειτουργήσει σαν μια ακόμη ένεση ρευστότητας που θα αναζωογονήσει την Πειραιώς, απομακρύνοντάς την από την ζώνη της επικινδυνότητας.
Ευτυχώς βέβαια το σενάριο φαίνεται να ακυρώνεται κάτω από την κατακραυγή όχι μόνο των εργαζομένων και της κοινωνίας, αλλά και των ανταγωνιστικών συμφερόντων που είδαν ξαφνικά το κίνδυνο η Τράπεζα Πειραιώς να οικειοποιηθεί για αυστηρά δικό της λογαριασμό πόρους που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν εξυγιαντικά για όλο το κλυδωνιζόμενο ιδιωτικό τραπεζικό σύστημα κι έτσι να βελτιώνει τη θέση της στον ανταγωνισμό.
Η διαφαινόμενη αποτυχία του τραπεζικού ντιλ (χωρίς να είναι ακόμη οριστική) δεν έγινε ωστόσο μάθημα για την κυβέρνηση που προχθές, Παρασκευή, αποφάσισε να επιταχύνει διάφορα σχέδια ιδιωτικοποιήσεων. Ειδικότερα, η διυπουργική επιτροπή αποκρατικοποιήσεων, αποφάσισε να δώσει νέα ώθηση στα σχέδια ξεπουλήματος της κρατικής περιουσίας, που ανέρχεται σε 300 δισ. ευρώ. Να θυμίσουμε ότι τα πνευματικά δικαιώματα της συγκεκριμένης πρότασης ανήκουν στη… Συγγρού, εκεί που θα μεταφερθούν τα νέα γραφεία της Νέας Δημοκρατίας, σε μια προσπάθεια η νέα της ηγεσία να διαχωριστεί από το αντιδημοφιλές παρελθόν της Ρηγίλλης. Η Συγγρού λοιπόν διεκδικεί την πατρότητα της πρότασης, καθώς ο Αντώνης Σαμαράς είχε παρουσιάσει εν χορδαίς και οργάνοις αυτή την πρόταση – ξεπουλήματος της δημόσιας ακίνητης περιουσία – σε δημόσια εκδήλωση στο Ζάππειο, ως εναλλακτική λύση μάλιστα έναντι της προσφυγής στο ΔΝΤ. Σε αυτό το πλαίσιο περιφερειακές υποδομές, όπως λιμάνια και αεροδρόμια, θα δοθούν σε ιδιώτες, με την επίκληση από την κυβέρνηση της ανάγκης εκσυγχρονισμού τους και νέων επενδύσεων. Το ζητούμενο στην πραγματικότητα θα είναι η δημιουργία νέων πεδίων δραστηριοποίησης για το ιδιωτικό κεφάλαιο, το οποίο εθισμένο στις επενδύσεις μηδενικού ρίσκου θα καρπωθεί τη δημόσια περιουσία για να διευρύνει εκ του ασφαλούς τα ιδιωτικά κέρδη.
Το δεύτερο μέτρο που αποφασίστηκε αφορά την κατάθεση νομοσχεδίου για το «άνοιγμα» των οδικών εμπορικών μεταφορών. Πρόκειται για μια πολιτική που εντάσσεται στο πλαίσιο της περιώνυμης απελευθέρωσης των αγορών και δείχνει ταυτόχρονα το πραγματικό της επίδικο. Η κατάργηση του αναντίρρητα αναχρονιστικού καθεστώτος που έχει διαμορφωθεί ντε φάκτο με τις 30.000 άδειες χρήσης φορτηγών αυτοκινήτων που δόθηκαν το 1971, αν κάπου αποσκοπεί είναι στη δημιουργία καινούργιων πεδίων επιχειρηματικής δραστηριοποίησης προς όφελος του πολυεθνικού κεφαλαίου. Το ζητούμενο για την κυβέρνηση από την κατάργηση της μαύρης αγοράς των αδειών δεν είναι η πτώση τω τιμών στη διακίνηση των εμπορευμάτων, προ όφελος των καταναλωτών ή ακόμη και των ελεύθερων αγορών στις οποίες ορκίζεται. Η κυβέρνηση φαίνεται διατεθειμένη να καταφέρει ένα συντριπτικό πλήγμα, με το νέο νομοσχέδιο, στα μικροαστικά και αστικά συμφέροντα που επωφελούνται του σημερινού καθεστώτος, μόνο και μόνο για να προωθήσει την οριζόντια, διακρατική ενοποίηση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του ευρωπαϊκού κεφαλαίου. Υπ’ αυτή την έννοια τα επαγγέλματα των μεταφορών, όπως και των δικηγόρων, των συμβολαιογράφων και των φαρμακοποιών, οι όροι άσκησης των οποίων θα αναμορφωθούν πλήρως στο ίδιο ακριβώς πλαίσιο, πάλι κλειστά θα είναι στις σύγχρονες και διευρυνόμενες ανθρώπινες και κοινωνικές ανάγκες. Κι ανοιχτά μόνο στην αισχροκέρδεια και τις κρατικές επιδοτήσεις με τα λεφτά των φορολογουμένων, σε περίπτωση χρεοκοπίας, όπως γίνεται κατ’ εξακολούθηση με τις τράπεζες σε Ευρώπη και Ελλάδα

Κυριακή, 25 Ιουλίου 2010

Γιώργος Δελαστίκ Ανελέητος δήμιος

Τετάρτη, 23 Ιουνίου 2010

Ανελέητος δήμιος

Δεν είναι μόνο ο μεγαλύτερος πολιτικός απατεώνας όλων των εποχών που έχει περάσει από την Ελλάδα ο Γιώργος Παπανδρέου, καθώς εφαρμόζει την ακριβώς αντίθετη πολιτική από αυτήν που είχε εξαγγείλει προεκλογικά για να εξαπατήσει τον ελληνικό λαό, ο οποίος όντως τον εξέλεξε θριαμβευτικά.

Γιώργος Δελαστίκ http://bit.ly/c2PeLk

Ο Γιωργάκης ...Τσολάκογλου αναδεικνύεται και στον πιο αδυσώπητο πολιτικό δήμιο των εργασιακών δικαιωμάτων των Ελλήνων. Δρώντας ως τυφλό όργανο του ΔΝΤ και της ΕΕ, καταλύει μεθοδικά όλες τις κατακτήσεις των εργαζομένων.Ο Παπανδρέου είναι αδίστακτος. Είναι αποφασισμένος να μην αφήσει τίποτα όρθιο από όσα κέρδισαν με ανείπωτες θυσίες και ποταμούς αίματος οι εργαζόμενοι κατά τη διάρκεια του εικοστού αιώνα. Είναι τέτοιο το μίσος του Γιωργάκη εναντίον των ελλήνων εργαζομένων, ώστε τα μέτρα που παίρνει απορρίπτονται –φραστικά τουλάχιστον, αλλά με επίσημο και δημόσιο τρόπο– ακόμη και από τους εκπροσώπους της μεγάλης μερίδας του... κεφαλαίου! «Η εργοδοτική κοινότητα δεν ζήτησε και δεν επιχαίρει για το νέο εργασιακό πλαίσιο που ανακοίνωσε το υπουργείο Εργασίας» δήλωσε ο πρόεδρος του ΣΕΒ Δημήτρης Δασκαλόπουλος. «Οι εκπρόσωποι του ελληνικού εμπορίου δεν συμφωνούν με το νέο καθεστώς προσλήψεων και απολύσεων» δήλωσε και ο πρόεδρος της Συνομοσπονδίας Εμπόρων (ΕΣΕΕ) Βασίλης Κορκίδης. Είναι προφανές ότι η κυβέρνηση «Παπανδρέου - Τσολάκογλου» δρα πρωτίστως ως όργανο του αμερικανικού και ευρωπαϊκού κεφαλαίου σε αυτή τη φάση όπως επίσης και ως όργανο του ελληνικού χρηματιστικού κεφαλαίου, χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι δεν θα σπεύσουν να αξιοποιήσουν και τα υπόλοιπα τμήματα του κεφαλαίου τα «δώρα» που τους κάνει η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ.Κόβοντας στο μισό τις αποζημιώσεις απόλυσης και καταργώντας τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας για να μετατρέψει τους νέους από «γενιά των 700 ευρώ» σε «γενιά των 500» αφού ο μισθός των νέων κάτω από 25 ετών πέφτει από τα 740 ευρώ στα 518(!), ο απερίγραπτος πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς και μίσθαρνο όργανο του κεφαλαίου Γ. Παπανδρέου δίνει τα κίνητρα για την εξαπόλυση πογκρόμ εκατοντάδων χιλιάδων απολύσεων. Στόχος του Παπανδρέου είναι να απολυθούν εκατοντάδες χιλιάδες «ακριβοί» εργαζόμενοι ηλικίας 40-45 χρόνων και πάνω και να αντικαθίστανται ο καθένας τους με τρεις-τέσσερις «πιτσιρικάδες» του πεντακοσάρικου, οι οποίοι δεν θα μπορούν φυσικά ούτε να ζήσουν αυτόνομα από τους γονείς τους με τέτοιο γελοίο μισθό ούτε να δημιουργήσουν οικογένεια. Όμως την ίδια στιγμή θα εμφανίζεται ότι ...μειώνεται και η ανεργία από πάνω, αφού ένας θα απολύεται και τρεις θα προσλαμβάνονται! Παράλληλα, μαύρη κυριολεκτικά θα είναι η μοίρα των σαρανταπεντάρηδων και πενηντάρηδων που θα απολύονται μαζικά.Δεν είναι μόνο το ότι πολύ δύσκολα θα ξαναβρίσκουν δουλειά, ιδίως κατά την ερχόμενη πενταετία ή δεκαετία βαθιάς ύφεσης που θα καταποντίσουν την Ελλάδα τα μέτρα του καθεστώτος υποτέλειας στο ΔΝΤ και την ΕΕ που έβαλε τη χώρα ο Γιωργάκης «Τσολάκογλου». Ακόμη χειρότερα γίνονται τα πράγματα από το συνδυασμό της επιδότησης των απολύσεων με το ανατριχιαστικό ασφαλιστικό των πολιτικών απατεώνων του ΠΑΣΟΚ. Καθώς πρέπει να πάει κανείς τουλάχιστον 65 ετών για να πάρει ακόμη και την όποια σύνταξη - ελεημοσύνη έχει απομείνει, εκατοντάδες χιλιάδες άνεργοι των 45 ετών και άνω θα περιφέρονται επί δέκα, δεκαπέντε ή και παραπάνω χρόνια μη έχοντας ούτε μισθό ούτε σύνταξη! Όπως είναι αυτονόητο, αυτοί οι υψηλής ειδίκευσης και παραγωγικότητας εργαζόμενοι θα μετατρέπονται σε μια εξαθλιωμένη μάζα ανέργων, οι οποίοι σταδιακά θα ικετεύουν για οποιαδήποτε δουλειά με οσοδήποτε χαμηλή αμοιβή. Αυτό είναι το... σοσιαλιστικό όνειρο του δημίου των εργαζομένων Γιώργου Παπανδρέου για το πώς θα πετύχει εντυπωσιακή μείωση του κόστους εργασίας και επομένως, κατά την εγκληματική καπιταλιστική λογική του, την περιβόητη «αύξηση της ανταγωνιστικότητας» της ελληνικής οικονομίας: Νέοι που δουλεύουν για ένα πεντακοσάρικο και δεν μπορούν να επιβιώσουν και πενηντάρηδες άνεργοι που ζητιανεύουν δουλειά για ένα πιάτο φαΐ!Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια. Αυτή η κυβέρνηση πολιτικών δημίων και απατεώνων πρέπει να ανατραπεί πάση θυσία. Είναι η πιο επικίνδυνη επίθεση στην υπηρεσία του ξένου και ελληνικού κεφαλαίου που υπήρξε ποτέ στην Ελλάδα. Η ανατροπή της είναι αναγκαία για την επιβίωσή μας. Η ανάγκη ανατροπής της όμως δεν συνεπάγεται και ότι το καθήκον αυτό είναι εύκολο. Δεν μπορούμε καν να ισχυριστούμε ότι είναι έστω εφικτό βάσει του συσχετισμού δυνάμεων που υφίσταται ακόμη. Ο κόσμος δεν έχει ξεχυθεί στους δρόμους στο βαθμό που απαιτούν οι περιστάσεις. Οφείλουμε να αντιληφθούμε ότι η κυβέρνηση δεν θα πέσει βέβαια μόνη της. Αν ο κόσμος δεν συμμετάσχει κατά εκατοντάδες χιλιάδες σε αλλεπάλληλες μαχητικές διαδηλώσεις, τα μέτρα θα περάσουν.
Επιτρέπεται, (και ενθαρρύνεται), η -μη εμπορική- αναπαραγωγή των κειμένων του www.prin.gr με παράκληση να υπάρχει και μια αναφορά (link) στην πηγή

http://bit.ly/c2PeLk
Άρνηση του χρέους, έξοδος από ΟΝΕ - ΕΕ



Ολομέτωπη επίθεση δέχεται ο λαός και η εργατική τάξη από την κυβέρνηση των πολιτικών απατεώνων, υπό τον Γ.Α.Παπανδρέου, με την επίκληση να σωθεί το έθνος και η πατρίδα. Χρησιμοποιώντας συνειδητά τους συγκεκριμένους όρους, για καθαρά ταξικούς και ιδεολογικούς λόγους.


Γιώργος Τρικαλινός





Δεν θέλουν σε καμία περίπτωση να πάρουν θέση υπέρ των συμφερόντων των ανθρώπων της δουλειάς, ελπίζοντας με αυτό τον τρόπο να υποτάξουν την εργατική τάξη και τους εργαζόμενους γενικότερα στη λογική της διάσωσης του έθνους. Όταν όμως οι συγκεκριμένοι κάνουν λόγο για έθνος αναφέρονται κατά κύριο λόγο στην αστική δημοκρατία και την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του κεφαλαίου, και ιδεολογικά στην προάσπιση της αστικής τάξης, η οποία έχει ως βασικό προαπαιτούμενο της την ατομική ιδιοκτησία, την ιδιοποίηση της υπεραξίας, δηλαδή το κέρδος.
Με αυτά τα κριτήρια επιλέγεται το ΔΝΤ, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Ευρωπαϊκή Ένωση, με στόχο να διαλύσουν και να κατακερματίσουν όλες τις μέχρι σήμερα παροχές και κατακτήσεις της εργατικής τάξης. Κατακτήσεις και δικαιώματα τα οποία επιβλήθηκαν μετά από αγώνες και αίμα. Υπήρξαν όμως και περιπτώσεις που το αστικό κράτος παρείχε τέτοια δικαιώματα για να μπορέσει να διατηρήσει την εκμεταλλευτικού χαρακτήρα εξουσία του.
Γι’ αυτό είναι σημαντικό σήμερα να κατανοήσουμε διαφορετικές απόψεις και έννοιες, για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε πιο σωστά εξοπλισμένοι προς το αύριο. Όταν εμείς κάνουμε λόγο για δημοκρατία, οι εργαζόμενες μάζες –στην πλειονότητα τους– κάνουν λόγο για την αστική δημοκρατία, αντί της εργατικής που εννοούμε και επιδιώκουμε εμείς. Όταν κάνουμε λόγο για κομμουνισμό, οι μάζες κατανοούν και εννοούν τον «υπαρκτό σοσιαλισμό», γεγονός το οποίο συνεπάγεται ήττα. Όταν εμείς κάνουμε λόγο για επαναστατικό κόμμα, οι εργαζόμενοι εννοούν κυρίως το ΚΚΕ και κατ’ επέκταση τα κομμουνιστικά κόμματα.
Σήμερα είναι αναγκαίο όσο ποτέ να ξεκαθαρίσουμε τι εννοούμε επακριβώς σε μερικά ζητήματα: Είναι σημαντικό να έρθει ξανά στο προσκήνιο η έννοια του δικαίου. Αλλά το δίκαιο που προτείνεται από την κυβέρνηση είναι το δίκαιο υπεράσπισης της αστικής τάξης. Δεν μπορούμε σε καμία περίπτωση να παραγνωρίσουμε το γεγονός της συνεισφοράς των κομμουνιστικών κομμάτων και της Σοβιετικής Ένωσης σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά δεν μπορούμε να ταυτίσουμε τον κομμουνισμό και την εργατική δημοκρατία με τα συγκεκριμένα καθεστώτα.
Γνωρίζουμε επίσης πως μέσα από τα συγκεκριμένα καθεστώτα ασκήθηκε πίεση στο καπιταλιστικό στρατόπεδο δίνοντας σημαντικές νίκες στο παγκόσμιο εργατικό κίνημα. Το κοινωνικό κράτος υιοθετήθηκε σε πρώτη μορφή από τον Βίσμαρκ, σε μια προσπάθεια του να διατηρήσει την κυριαρχία του πρωσικού κράτους. Αλλά το κοινωνικό κράτος εδραιώθηκε με αγώνες και θυσίες των εργαζομένων στον καπιταλισμό, σε άμεσο συνδυασμό με τις νίκες του σοσιαλιστικού στρατοπέδου, που λειτούργησαν ως μοχλός πίεσης. Σήμερα στον ολοκληρωτικό καπιταλισμό, νοιώθοντας πως πια δεν το έχουν καμία απολύτως ανάγκη, ήρθε η ώρα να το κονιορτοποιήσουν, επιβάλλοντας μια σειρά επίπλαστα δήθεν κοινωνικά μέτρα.
Πρέπει όμως να τους δώσουμε μια απάντηση. Η πάντα επίκαιρη ρήση του Μάρξ πως «η υλική δύναμη δεν μπορεί παρά να ανατραπεί με υλική δύναμη», σημαίνει με απλά λόγια συσπείρωση των δυνάμεων των εργαζομένων σε όλα τα επίπεδα με επαναφορά της ιδεολογίας μας, η οποία θα δώσει τη δυνατότητα στις εργατικές μάζες να κατανοήσουν το σύνολο της δύναμης τους σε πραγματικά πολύ δύσκολες κοινωνικές συνθήκες. Αναδεικνύοντας τις έτσι κυρίαρχες σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο.
Έχοντας σήμερα στο λαιμό μας τη θηλιά του ΔΝΤ και του μηχανισμού στήριξης θα πρέπει να προχωρήσουμε στην υιοθέτηση δυναμικών προτάσεων και απόψεων. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αναγνωρίσουμε το χρέος, γι’ αυτό πρέπει να βρούμε ουσιαστικές λύσεις προς αυτή την κατεύθυνση. Με την αποχώρηση από το ευρώ και την ΟΝΕ, με ταυτόχρονη αποδέσμευση της Ελλάδας από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Θεωρούμε κάτι παραπάνω από απαραίτητη την έξοδο μας από την ΟΝΕ και την επαναφορά εθνικού νομίσματος, έτσι ώστε να περάσει ο δημοσιονομικός έλεγχος στα χέρια του εθνικού κράτους και να θεσπιστούν ισχυροί ελεγκτικοί μηχανισμοί στην αγορά κεφαλαίων, εμπορευμάτων και εργασίας. Να ληφθούν επίσης ιδιαίτερα μέτρα στήριξης των χαμηλών εισοδημάτων.
Πρέπει να δημιουργηθεί ένα λαϊκό μέτωπο το οποίο θα περιλαμβάνει όλες τις δυνάμεις της Αριστεράς και ακόμη μακρύτερα, με διαφορετική σκέψη από τους μηχανισμούς υποταγής στη λογική της αστικής δημοκρατίας, με άξονα τις διεργασίες από τα κάτω. Να κινηθούμε δηλαδή με λογικές που θα απομακρύνονται από το καθεστώς ιδιοκτησίας της ιδεολογίας και της σκέψης. Ένα μέτωπο που θα ανοίγει σε κάθε αγωνιστή και κάθε εργαζόμενο το δρόμο της ουσιαστικής συμμετοχής.


Επιτρέπεται, (και ενθαρρύνεται), η -μη εμπορική- αναπαραγωγή των κειμένων του www.prin.gr με παράκληση να υπάρχει και μια αναφορά (link) στην πηγή
at 6:37 π.μ.
Κατηγορία: Κρίση και Αριστερά

ΜΑΡΙΑ ΜΠΙΚΑΚΗ Ο Λένιν και η άρνηση του χρέους

Ο Λένιν και η άρνηση του χρέους


ΜΑΡΙΑ ΜΠΙΚΑΚΗ http://bit.ly/aHD6B0

Η πάλη των μπολσεβίκων ενάντια στον κρατικό δανεισμό των τσαρικών κυβερνήσεων, η διακήρυξη της απόφασής τους να αρνηθούν πληρωμή των κρατικών χρεών προς τις ιμπεριαλιστικές χώρες, αποτελεί βασικό στοιχείο των θέσεων του επαναστατικού ρεύματος στη Ρωσία. Χωρίς αποσπασματικές επιλογές παρακολουθούμε τις τοποθετήσεις του Λένιν στην κρίσιμη πρώτη 20ετία του 20ού αιώνα, παρακαταθήκη και για σήμερα.

21 Γενάρη 1918: Ακυρώνονται τα κρατικά χρέη
ΣΤΑΘΕΡΗ ΘΕΣΗ ΤΩΝ ΜΠΟΛΣΕΒΙΚΩΝ

Το τελευταίο διάστημα πολλοί επικαλούνται τον Λένιν, χρησιμοποιώντας και αποσπάσματα από κείμενά του, για να αιτιολογήσουν τις θέσεις τους ή να δώσουν λίγη από τη λάμψη της σκέψης του στις επεξεργασίες τους. Αρκετά από τα κείμενα των σημερινών συγγραφέων, που είτε επικαλούνται τον Λένιν, είτε όχι, αλλά μιλάνε στο όνομα της επανάστασης, καταλήγουν τελικά μεταξύ τους από διαφορετικές αφετηρίες σε ίδια συμπεράσματα ή από ίδιες αφετηρίες σε αντιφατικές θέσεις.
Γιατί συμβαίνει αυτό; Είναι φανερό ότι η χρήση τσιτάτων δεν είναι πάντα ο καλύτερος τρόπος για να αποδώσεις τις θέσεις οποιουδήποτε. Μπορεί να καταλήγει ακόμα και σε διαστρέβλωση. Έχει σημασία να παρακολουθήσεις την εξέλιξή της σκέψης του και το πώς αντιμετωπίζονται οι κάθε φορά συγκεκριμένες καταστάσεις, μέσα στο γενικότερο πλαίσιο που διαδραματίζονται.
Η ογκώδης εμπειρία της οκτωβριανής επανάστασης είναι χρήσιμο να μελετάται ολοκληρωμένα και όχι αποσπασματικά και να αξιοποιείται στις συγκεκριμένες σημερινές διαφορετικές, αλλά και με ομοιότητες, συνθήκες για τη διαμόρφωση της γραμμής πάλης και για τα νέα καθήκοντα όσων θέλουν να τολμήσουν μια νέα έφοδο στον ουρανό.
Παρά, όμως, την επίγνωση της σχετικότητας της αξίας που έχει μια αποσπασματική παρουσίαση της εξέλιξης της σκέψης του Λένιν, κάναμε μια αποδελτίωση των τοποθετήσεων του ηγέτη των μπολσεβίκων για τα κρατικά δάνεια και παρουσιάζουμε, λόγω του περιορισμένου χώρου, ένα μικρό μέρος της: Για το ρόλο των κρατικών δανείων στον καπιταλισμό, τη θέση της διαγραφής των χρεών του τσαρικού καθεστώτος και τις αποφάσεις της επαναστατικής κυβέρνησης για αυτά. Για την κατάσταση μετά το λιμό.
Σκοπός δεν είναι να αποκαταστήσουμε τον Λένιν από τις διαστρεβλώσεις που υφίσταται το τελευταίο διάστημα, ούτε να επικαλεστούμε το αλάθητο των κλασικών, αλλά να αποκτήσουμε έναυσμα για να δρούμε μελετώντας το χθες και το σήμερα, για να σχεδιάζουμε το μέλλον με λιγότερα λάθη και περισσότερη εμπιστοσύνη στο δίκιο της απεραντοσύνης των σκοπών μας για την κομμουνιστική απελευθέρωση της ανθρωπότητας.
Το συνολικό ποσό των τσαρικών χρεών και της αστικής προσωρινής κυβέρνησης στους ιμπεριαλιστές της Αγγλίας, της Γαλλίας, των ΗΠΑ και άλλων χωρών (συμπεριλαμβανομένων και των επενδύσεων στη βιομηχανία της Ρωσίας) ξεπερνούσε τα 16 δισ. χρυσά ρούβλια. Με το διάταγμα της Προσωρινής Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής της 21ης Γενάρη του 1918 (3 Φλεβάρη του 1918 με το νέο ημερολόγιο) όλα τα εξωτερικά δάνεια των τσαρικών κυβερνήσεων και της προσωρινής κυβέρνησης ακυρώθηκαν. Η απόφαση της επαναστατικής κυβέρνησης για τη διαγραφή των δανείων, δεν ήταν ένα ζήτημα που αντιμετωπίστηκε μόνο μετά την κατάληψη της εξουσίας από τα σοβιέτ των εργατών. Ζυμώθηκε ως αναγκαιότητα και αποτέλεσε θέση της επαναστατικής πτέρυγας πολλά χρόνια πριν. Ας παρακολουθήσουμε με χρονική σειρά τα γεγονότα...
Ο Βλαδιμίρ Ίλιτς Λένιν από το 1900 έγραφε ότι τα κρατικά χρέη αποτελούν δυσβάστακτο φορτίο για την εργατική τάξη: «Τι όφελος έχει η ρώσικη εργατική τάξη και όλος ο εργαζόμενος λαός από τις κατακτήσεις στην Κίνα; (Ÿ) Tεράστια αύξηση των κρατικών χρεών και εξόδων, αύξηση των φόρων». Το 1902 σημειώνει σχετικά με τον κρατικό προϋπολογισμό: «Η χρεοκοπία των κρατικών επιχειρήσεων υπήρχε κίνδυνος να καταλήξει σε κρατική χρεοκοπία! (Ÿ) O λαός πρέπει να διώξει όσο το δυνατό πιο γρήγορα τους αετονύχηδες που διαχειρίζονται την περιουσία του». Το 1904 σχολιάζει: «Ομολογείται επίσημα πως αυτές τις μέρες στην Πετρούπολη έγιναν διαπραγματεύσεις για δάνειο (σ.σ. από τη Γερμανία) (Ÿ) Λένε πως στις διαπραγματεύσεις αυτή τη φορά πήραν μέρος γερμανοί χρηματιστές. Το δάνειο σκοπεύουν να το τοποθετήσουν στη γερμανική αγορά (...) Τον τελευταίο καιρό τα ρωσικά χρεόγραφα παρουσιάζουν μεγάλη τάση για πτώση (...) Και αν ως τώρα συνήθιζαν να θεωρούν τα ρωσικά δάνεια ασφαλή τοποθέτηση κεφαλαίων, τώρα τα δάνεια αυτά αποχτούν λίγο - πολύ απόχρωση κερδοσκοπική, ιδίως εξαιτίας του πρόσφατου διαγγέλματος του τσάρου, που ρίχνει χαρακτηριστικό φως στην εσωτερική κατάσταση της Ρωσίας». Μετά την πρώτη επανάσταση του 1905 υπογραμμίζει τον Απρίλη ότι «χωρίς τα ξένα δάνεια η απολυταρχία δεν θα μπορούσε να κρατηθεί. Η γαλλική αστική τάξη είχε συμφέρον να υποστηρίζει το στρατιωτικό σύμμαχό της, όσο τα τοκοχρεολύσια καταβάλλονταν κανονικά (Ÿ) Κάτω από την επίδραση των γοργά εξελισσόμενων γεγονότων συνενώνονται όλο και πιο στενά σε μια αστική αντεπαναστατική συμμαχία, παρά τις διαφορές εθνικότητες, οι γάλλοι χρηματιστές και οι άγγλοι μεγιστάνες, οι γερμανοί κεφαλαιοκράτες και οι ρώσοι έμποροι».
Ενώ έχει ξεκινήσει η δημιουργία των σοβιέτ, τον Ιούνη του 1905 γράφει: «Η αστική τάξη της Ευρώπης, αυτό το πιστότατο στήριγμα της τσαρικής εξουσίας, αρχίζει επίσης να χάνει την υπομονή της. (...) Την ανησυχεί η τύχη των δισεκατομμυρίων που δάνεισε μεγαλόψυχα στην απολυταρχία. Την ανησυχεί σοβαρά η επανάσταση στη Ρωσία, που συγκινεί πάρα πολύ το ευρωπαϊκό προλεταριάτο και απειλεί να ανάψει παγκόσμια επαναστατική πυρκαγιά». Τον Σεπτέμβρη του 1906 σημειώνει ότι «τα οικονομικά είναι πολύ άσχημα. Προμηνύεται χρεοκοπία. Το εξωτερικό δεν δίνει χρήματα. Εσωτερικό δάνειο δεν χωράει. Είναι υποχρεωμένοι να κάνουν με τη βία και κρυφό δάνειο από τα κεφάλαια των ταμιευτηρίων – κρυφά γιατί οι καταθέτες των ταμιευτηρίων δεν θα ήταν καθόλου πρόθυμοι να αγοράσουν τώρα κρατικά χρεόγραφα». Αλλά, τον Σεπτέμβρη του 1906 το κεφάλαιο αλλάζει τακτική: «Το ευρωπαϊκό κεφάλαιο θα δώσει χρήματα μόνο με την εγγύηση ότι θα υπάρχει “τάξη”. Το τι λογής όμως θα είναι αυτή η “τάξη”, είναι αδιάφορο για το κεφάλαιο, για το οποίο ακόμα και η τάξη του νεκροταφείου του είναι συμπαθέστερη».
Οι εργάτες έχουν εκλέξει πλέον βουλευτές στη Δούμα και τον Μάρτη του 1907, ο Λένιν υπερασπίζεται την ξεκάθαρη θέση των μπολσεβίκων που εναντιώνονται στα δάνεια. «Ποιος υπενθύμισε στις προεκλογικές συγκεντρώσεις της Πετρούπολης και στις πρώτες μέρες της δεύτερης Δούμας ότι το δάνειο του 1906 των 2 δισ. φράγκων δόθηκε ουσιαστικά από τον Ντουμπάσοφ και Σία με την έμμεση βοήθεια των καντέτων, οι οποίοι απόρριψαν την επίσημη θέση, εξ ονόματος του κόμματος, ενάντια σ’ αυτό το δάνειο; Οι μπολσεβίκοι».
Τον Φλεβάρη του 1908 καταγγέλλει τη χορήγηση δανείων από το ευρωπαϊκό κεφάλαιο στον τσάρο και τονίζει ότι το βασικό κίνητρο είναι η καθυπόταξη του προλεταριάτου. «Και η αστική τάξη όλου του κόσμου δίνει δισ. δάνεια σε ένα αποδεδειγμένο χρεοκόπο, τον τσάρο όχι μόνο γιατί τη σαγηνεύουν, όπως κάθε τοκογλύφο τα μεγάλα κέρδη, αλλά γιατί η αστική τάξη έχει συνείδηση ότι συμφέρον της είναι να νικήσει το παλιό καθεστώς την επανάσταση στη Ρωσία, επειδή επικεφαλής αυτής της επανάστασης βρίσκεται το προλεταριάτο». Μάλιστα, τον Νοέμβρη του 1912 γράφοντας για τα αιτήματα των μπολσεβίκων στη διακήρυξη των εργατών βουλευτών στη Δούμα σημειώνει ότι: «H φαινομενική δημοσιονομική ευημερία κρατιέται με την απομύζηση φόρων και την αποχαύνωση του λαού, ενώ η κυβέρνηση τρενάρει τη χρεοκοπία της, συνάπτοντας καινούργια δάνεια». Τον Μάρτη του 1913 ο Λένιν κατακρίνει τη «δημιουργική λογιστική» της εποχής του: «Είναι ευνόητο πως μια τέτοια δημόσια “οικονομία” που στις δαπάνες δισεκατομμυρίων δεν “υπολογίζονται” οι τόκοι και η απόσβεση μοιάζει περισσότερο με κρατική ταχυδακτυλουργία».
Ο ηγέτης των μπολσεβίκων επιμένει στην ανάγκη να προβάλεται το αίτημα της άρνησης πληρωμής του χρέους. Σε γράμμα προς τον Ζηνόβιεφ, τον Μάρτη του 1916, επαναλαμβάνει ότι στις θέσεις για την ειρήνη πρέπει να προστεθεί και η άρνηση πληρωμής. Ξεκαθαρίζει ότι συνδέεται με την επανάσταση και αφουγκραζόμενος τους Ολλανδούς, αλλάζει τη φράση πολεμικά χρέη με τη λέξη κρατικά χρέη: «Επιμένω οπωσδήποτε στην προσθήκη: “άρνηση πληρωμής των κρατικών χρεών’’. Μόλις σήμερα είδα το άρθρο στη Berner Tagwacht, επίσης υπέρ της απαίτησης αυτής. Και εκεί δεν υπάρχει λέξη για τους μικρονοικοκυρέους, τους θυρωρούς κ.ά. Δεν χρειάζεται και εμείς να φροντίσουμε γι αυτούς. Απλώς να πούμε: “Xάρη της επανάστασης, σε συνδυασμό μ’ αυτήν, κατάργηση της πληρωμής όλων των κρατικών χρεών” — να το μοναδικό σοβαρό χτύπημα στο χρηματιστικό κεφάλαιο, η μοναδική εγγύηση της “δημοκρατικής ειρήνης’’. Δεν είναι κατορθωτή χωρίς την επανάσταση; Φυσικά. Αυτό δεν είναι επιχείρημα ενάντια σε μια τέτοια παράγραφο, αλλά υπέρ της επανάστασης».
Στο βιβλίο του Λένιν Ιμπεριαλισμός το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, γραμμένο το 1916, οι αναφορές στα δάνεια είναι πολλές, αφού αποτελεί μια εμπεριστατωμένη μελέτη και για το χρηματιστικό κεφάλαιο. Αναφέρουμε μόνο: «Το χρηματιστικό κεφάλαιο, που είναι συγκεντρωμένο σε λίγα χέρια και ασκεί πραγματικό μονοπώλιο, βγάζει τεράστια και διαρκώς αυξανόμενα κέρδη από την ίδρυση εταιρειών, από την έκδοση χρεογράφων, από κρατικά δάνεια κ.λπ., σταθεροποιώντας την κυριαρχία της χρηματιστικής ολιγαρχίας, επιβάλλοντας σε όλη την κοινωνία ένα φόρο υποτέλειας προς τους μονοπωλητές (...) Ο ιμπεριαλισμός είναι η εποχή του χρηματιστικού κεφαλαίου και των μονοπωλίων, που παντού έχουν την τάση προς την κυριαρχία και όχι προς την ελευθερία. Αντίδραση σε όλη τη γραμμή κάτω από οποιοδήποτε πολιτικό καθεστώς, όξυνση στο έπακρο των αντιθέσεων και σ’ αυτό τον τομέα – να το αποτέλεσμα αυτών των τάσεων».
Μετά την επανάσταση του Φλεβάρη του 1917, κι ενώ έχει αναλάβει η κυβέρνηση Κερένσκι, ο Λένιν γράφει τον Μάρτη 1917: «Η νέα κυβέρνηση δεν μπορεί να δώσει ειρήνη και γιατί είναι εκπρόσωπος των καπιταλιστών και των τσιφλικάδων και γιατί συνδέεται με συμφωνίες και χρηματικές υποχρεώσεις με τους καπιταλιστές της Αγγλίας και της Γαλλίας (...) Κρατάει μυστικά τα ληστρικά σύμφωνα που έκλεισε ο τσαρισμός με την Αγγλία, τη Γαλλία την Ιταλία, την Ιαπωνία κ.λπ.». Με άλλη ευκαιρία, τον ίδιο μήνα δήλωσε: «Αν η κρατική εξουσία στη Ρωσία ανήκε στα σοβιέτ των εργατών, στρατιωτών και αγροτών βουλευτών, τα σοβιέτ αυτά και το εκλεγμένο από αυτά Πανρωσικό Σοβιέτ θα μπορούσαν και ασφαλώς θα συμφωνούσαν να πραγματοποιήσουν το πρόγραμμα ειρήνης (...) Αυτό το πρόγραμμα θα ήταν αναμφίβολα το παρακάτω: Πρώτον, το Πανρωσικό Σοβιέτ των εργατών, στρατιωτών και αγροτών βουλευτών (...) θα δήλωνε αμέσως ότι αυτό δεν δεσμεύεται από κανενός είδους σύμφωνα ούτε της τσαρικής μοναρχίας, ούτε των αστικών κυβερνήσεων. Δεύτερον, θα δημοσίευε αμέσως όλα αυτά τα σύμφωνα, για να παραδώσει στη δημόσια καταισχύνη τους ληστρικούς σκοπούς της τσαρικής μοναρχίας και όλων ανεξαίρετα των αστικών κυβερνήσεων (...) Έκτον, θα δήλωνε πως τα δάνεια των δισεκατομμυρίων που συνήψαν οι αστικές κυβερνήσεις για τη διεξαγωγή αυτού του εγκληματικού, ληστρικού πολέμου μπορούν να τα πληρώσουν οι ίδιοι οι κύριοι καπιταλιστές και ότι οι εργάτες και οι αγρότες δεν αναγνωρίζουν αυτά τα χρέη. Το να πληρώνεις τόκους για αυτά τα δάνεια, σημαίνει να πληρώνεις για πολλά χρόνια φόρο υποτέλειας στους καπιταλιστές, γιατί είχαν την καλοσύνη να επιτρέψουν στους εργάτες να αλληλοσκοτώνονται για το μοίρασμα της λείας από τους καπιταλιστές».
Μάλιστα, τον Απρίλη του 1917, ο Λένιν τονίζει: «Γι’ αυτό το προλεταριακό κόμμα δεν μπορεί να υποστηρίξει με κανένα τρόπο ούτε τον τωρινό πόλεμο, ούτε την τωρινή κυβέρνηση, ούτε τα δάνεια της με οποιαδήποτε μεγάλα λόγια και αν τιτλοφορούνται τα δάνεια αυτά. Μας απομόνωσε το ζήτημα του δανείου, να τι μας οδήγησε στην απομόνωση. Μάλιστα είμαστε μειοψηφία. Και τι μ’ αυτό! Σ’ αυτή την περίοδο της σοβινιστικής μέθης το να είσαι σοσιαλιστής, σημαίνει ότι είσαι μειοψηφία και το να είσαι πλειοψηφία σημαίνει ότι είσαι σοβινιστής».
«Δεν θα μας περάσουν τη θηλιά στο λαιμό»
Η ΔΥΣΚΟΛΗ ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΜΠΟΛΣΕΒΙΚΩΝ ΓΙΑ ΝΑ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΟΥΝ ΔΑΝΕΙΑ ΧΩΡΙΣ ΥΠΟΔΟΥΛΩΣΗ


Ποια ήταν όμως η στάση των μπολσεβίκων και του Λένιν απέναντι στα χρέη μετά την εμφάνιση της πείνας; Τον Ιούνη του 1921 η σοβιετική εξουσία προσπαθεί να εξασφαλίσει δάνειο από το εξωτερικό. «Μας είναι πολύ αναγκαία κάθε είδους δάνεια», τονίζει ο Λένιν και προσπαθεί να πετύχει τους καλύτερους όρους, επιμένοντας στη μη αναγνώριση των τσαρικών χρεών. «Θεωρώ την υπόθεση σημαντικότατη και επείγουσα, γιατί η υπογραφή δανείου με την Ιταλία, που δεν απαιτεί αναγνώριση των παλιών χρεών, μπορεί να σημαίνει ρήγμα στον οικονομικό αποκλεισμό» (Οκτώβρης 1921).
Σουηδικές τράπεζες προσφέρουν δάνειο, αλλά ζητούν εκχώρηση δασών και αντιμετώπιση ζητήματος με παλιά χρέη. Στις 23 Δεκέμβρη ’21 ο Λένιν αναφέρει, σχολιάζοντας γενικότερα: «Ξέρετε πολύ καλά σύντροφοι πόσο μεγάλη συμφορά ήταν για μας η πείνα του 1921 (...) Δεν ξέρω, αν ο διάβολος είναι πιο φοβερός ή ο σύγχρονος ιμπεριαλισμός. Ξέρω πως στην πράξη, παρά το λιμό, έφτασαν στο σημείο να δοκιμάσουν να εισπράξουν τα παλιά χρέη με εξαιρετικά βαρείς όρους. Δεν αρνούμαστε να πληρώσουμε και δηλώνουμε επίσημα πως είμαστε έτοιμοι να συζητήσουμε πρακτικά το ζήτημα. Μα ποτέ και σε καμιά περίπτωση δεν θα επιτρέψουμε να μας περάσουν με την ευκαιρία αυτή τη θηλιά στο λαιμό χωρίς τους απαραίτητους υπολογισμούς».
Αυτά τα δυο στοιχεία χρησιμοποιούνται σήμερα από όσους διατείνονται ότι ο Λένιν πλήρωσε τα χρέη, για να δικαιολογήσουν την αντίθεση τους στη θέση για διαγραφή του χρέους.
Αλλά, τα πράγματα έχουν διαφορετικά. Τον Σεπτέμβρη του 1922 στο 5ο Πανρωσικό Συνέδριο των Συνδικάτων ξεκαθαρίζει: «Δεν θέλουν να μας δώσουν δάνειο, αν δεν αποκαταστήσουμε την ιδιοκτησία των καπιταλιστών και των τσιφλικάδων, μα αυτό δεν μπορούμε να το κάνουμε και δεν πρόκειται να το κάνουμε. Μένει ένας απίστευτα δύσκολος και μακρύς δρόμος». Τον Νοέμβρη του 1922 στο 4ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς αρνείται ότι τελικά πήραν τα δάνεια με υποτελείς όρους: «Εμείς δεν είχαμε τέτοια δάνεια και ως σήμερα δεν πήραμε τίποτα. Όσα γράφονται τώρα για τις εκχωρήσεις και τα λοιπά δεν υπάρχουν παρά μόνο στα χαρτιά».
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
Σβήσιμο των δανείων που είχαν συνάψει οι τσάροι
ΧΤΥΠΗΜΑ ΣΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ


Η οκτωβριανή επανάσταση έχει ξεσπάσει και ο Λένιν γράφει στο Σχέδιο Διατάγματος τον Δεκέμβρη του 1917: «Όλες οι μετοχικές επιχειρήσεις κηρύσσονται ιδιοκτησία του κράτους. Τα μέλη της διοίκησης και οι διευθυντές των μετοχικών εταιρειών, καθώς και όλοι οι μέτοχοι που ανήκουν στις τάξεις των πλουσίων οφείλουν παραδώσουν όλες τις μετοχές στην κρατική τράπεζα. Τα κρατικά δάνεια, εξωτερικά και εσωτερικά, ακυρώνονται (σβήνονται). Τα συμφέροντα των μικρών ομολογιούχων, καθώς και των κατόχων κάθε είδους μετοχών, δηλαδή των κατόχων που ανήκουν στις εργαζόμενες τάξεις του πληθυσμού, εξασφαλίζονται ολοκληρωτικά».
Και στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Eργαζόμενου Λαού, τον Γενάρη του 1918: «Η συντακτική συνέλευση θεωρεί σαν πρώτο χτύπημα ενάντια στο διεθνές τραπεζικό, χρηματιστικό κεφάλαιο το σοβιετικό νόμο για την ακύρωση (σβήσιμο) των δανείων που είχαν συνάψει οι κυβερνήσεις του τσάρου, των τσιφλικάδων και της αστικής τάξης και εκφράζει την πεποίθηση ότι η σοβιετική εξουσία θα προχωρήσει σταθερά σ’ αυτό το δρόμο ως την πλήρη νίκη της διεθνούς εργατικής εξέγερσης ενάντια στο ζυγό του κεφαλαίου». Στο λόγο του Λένιν στη συνδιάσκεψη των εργατών της Πρεσνία (Δεκέμβρης 1918) αναφέρεται: «Η αστική τάξη διαδίδει αυτές τις ψευτιές, γιατί τα 17 δισ. ρούβλια που χρωστούσε η τσαρική κυβέρνηση στους καπιταλιστές, αυτό το χρέος των 17 δισ. που το ακυρώσαμε και δεν το αναγνωρίσαμε (εμείς δεν σκοπεύουμε να πληρώσουμε γι αυτούς, για τους παλιούς κυβερνήτες – παραδεχόμαστε ότι αυτά τα χρέη υπήρχαν, και λέμε: Πολύ καλά, εσείς δημιουργήσατε αυτά τα χρέη, εσείς ξοφλήστε τα)– οι σύμμαχοι θέλουν να φορτώσουν τα χρέη στις πλάτες μας και να παλινορθώσουν την τσιφλικάδικη, τσαρική εξουσία».
Στο 2ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, στην ομιλία για τη διεθνή κατάσταση και τα βασικά καθήκοντα (19/7/1920), ο Λένιν τονίζει: «Έχουμε μια αφάνταστη όξυνση της καταπίεσης (...) Ξέρουμε πως τα χρέη των κυριότερων ευρωπαϊκών κρατών αυξήθηκαν από το 1914 ως το 1920 τουλάχιστον εφτά φορές. Θα αναφέρω μια ακόμα οικονομική πηγή (...) τον Κέυνς, (...) αμείλικτο εχθρό του μπολσεβικισμού. Ο Κέυνς κατέληξε στο συμπέρασμα πως η Ευρώπη και όλος ο κόσμος με την ειρήνη των Βερσαλλιών τραβούν στη χρεοκοπία. Το ζήτημα φυσικά δεν είναι μονάχα, ή καλύτερα δεν είναι καθόλου, ότι η ρώσικη επαναστατική κυβέρνηση δεν θέλει να πληρώσει τα χρέη. Οποιαδήποτε κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να πληρώσει, γιατί αυτά τα χρέη είναι τοκογλυφικός επιπρόσθετος λογαριασμός πάνω σ’ εκείνο που 20 φορές ως τώρα πληρώθηκε. Και αυτός ο ίδιος ο αστός Κέυνς, που δεν συμπαθεί καθόλου το ρώσικο επαναστατικό κίνημα, λέει: “Είναι ευνόητο πως αυτά τα χρέη δεν μπορεί να μπουν στο λογαριασμό” (...) Εμείς λιγάκι νωρίτερα από την εμφάνιση του βιβλίου του Κέυνς ακολουθήσαμε τη θαυμάσια συμβουλή του: Aκυρώσαμε όλα τα χρέη (...) Οι εργάτες πείθονται από την πείρα τους πως οι καπιταλιστές κέρδισαν αμέτρητα πλούτη από τον πόλεμο και φορτώνουν τις δαπάνες και τα χρέη στις πλάτες των εργατών».
Στο λόγο του στη σύσκεψη των προέδρων των εκτελεστικών επιτροπών το 1920, ο Λένιν θα ξεκαθαρίσει: «Ελπίζει (σ.σ. η Γαλλία) πως θα της πληρώσουμε τα δάνεια των 20 δισ., που πήρε ο πρώην τσάρος και που τα αναγνώρισε η κυβέρνηση του Κερένσκι, τώρα όμως ο κάθε λογικός άνθρωπος βλέπει καθαρά πως οι γάλλοι καπιταλιστές δεν θα δουν ποτέ αυτά τα χρήματα. (Σε όλο τον κόσμο) εκατοντάδες εκατομμύρια άνθρωποι είναι καταδικασμένοι τώρα να πληρώνουν για δάνεια, για να πλουτίσουν τους γάλλους, τους άγγλους και τους άλλους ιμπεριαλιστές».


Επιτρέπεται, (και ενθαρρύνεται), η -μη εμπορική- αναπαραγωγή των κειμένων του www.prin.gr με παράκληση να υπάρχει και μια αναφορά (link) στην πηγή

http://bit.ly/aHD6B0

Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010

Εγκώμιο των νομισματικών υποτιμήσεων ΤΟΥ ΗΛΙΑ ΙΩΑΚΕΙΜΟΓΛΟΥ*

Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010
Εγκώμιο των νομισματικών υποτιμήσεων



ΠΗΓΗ: ΑΥΓΗ (20/7/2010)
ΤΟΥ ΗΛΙΑ ΙΩΑΚΕΙΜΟΓΛΟΥ*


Μια ενδιαφέρουσα αντιπαράθεση διεξάγεται στους κόλπους της αριστεράς μεταξύ όσων υποστηρίζουν την έξοδο από το ευρώ, συσπειρωμένοι κυρίως γύρω από τις θέσεις του Κ. Λαπαβίτσα, και όσων αντιτίθενται και υποστηρίζουν μια λύση βασισμένη στην αναδιανομή του εισοδήματος. Όπως όλες οι αντιπαραθέσεις, έτσι κι αυτή κινδυνεύει από την εσωτερική δυναμική της: η ιστορία των εσωτερικών αντιπαραθέσεων του κομμουνιστικού κινήματος βρίθει από επεισόδια κατά τα οποία η επιθυμία κάθε πλευράς να υπερισχύσει των επιχειρημάτων της άλλης οδηγούσε σε διολίσθηση σε θέσεις, ιδέες ή θεωρίες του αστισμού. Μια τέτοια διολίσθηση σε θέσεις του αντιπάλου, εν προκειμένω της νεοφιλελεύθερης οικονομικής θεωρίας, αποτελεί και ο ισχυρισμός πολλών οικονομολόγων του ΣΥΡΙΖΑ που αντιτίθενται στην έξοδο της χώρας από το ευρώ, ότι η υποτίμηση ενός εθνικού νομίσματος είναι επιζήμια για τις εργαζόμενες τάξεις, και μάλιστα είναι περισσότερο επιζήμια από την εσωτερική υποτίμηση που ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη και συντρίβει τις δυνάμεις της εργασίας.
Υπήρξαν σημαντικές διαμάχες στη δεκαετία του 1990 σχετικά με τα αποτελέσματα της ονομαστικής υποτίμησης ενός εθνικού νομίσματος. Το ισχυρότερο (νεοφιλελεύθερο) ρεύμα των οικονομικών επέβαλε τελικά την άποψή του ότι η νομισματική υποτίμηση δεν έχει αποτέλεσμα, διότι αυξάνει τον πληθωρισμό και έτσι ακυρώνει την ίδια την αρχική θετική επίδρασή της επί της παραγωγής και της απασχόλησης. Όσο για την αγοραστική δύναμη των μισθών, η υποτίμηση τη μειώνει, σύμφωνα με τον ίδιο ισχυρισμό, διότι αυξάνει τις τιμές των εισαγομένων προϊόντων άμεσα και των εγχωρίως παραγομένων μεσοπρόθεσμα.

Αυτά τα επιχειρήματα υιοθετούν σήμερα πολλοί οικονομολόγοι του ΣΥΡΙΖΑ που αντιτίθενται στην πρόταση για έξοδο της χώρας από το ευρώ.
Ας θυμηθούμε, όμως, τι κάνει η ονομαστική υποτίμηση ενός εθνικού νομίσματος σύμφωνα με τις ετερόδοξες οικονομικές θεωρίες, τις δικές μας, αυτές που βρίσκονται σε αντιπαλότητα με τον θεωρητικό νεοφιλελευθερισμό. Καταρχήν, η υποτίμηση, εάν πραγματοποιηθεί σε συνθήκες ύφεσης και όχι σε κάποια άσχετη στιγμή, αυξάνει, και μάλιστα αρκετά σύντομα, τη ζήτηση για εγχώρια προϊόντα και μειώνει τις εισαγωγές καταναλωτικών προϊόντων. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα τη βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου και ως επακόλουθο την αύξηση της παραγωγής και της απασχόλησης. Αυτό συμβαίνει υπό όρους, οι οποίοι όμως πληρούνται στην περίπτωση της Ελλάδας (αρκούντως υψηλές ελαστικότητες των εξαγωγών και των εισαγωγών ως προς τις τιμές). Στο νέο σημείο που βρίσκεται, έτσι, η οικονομία, οι μισθωτοί έχουν μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη επειδή η ανεργία είναι μικρότερη. Οι επιχειρήσεις, που αντιμετώπιζαν, πριν την υποτίμηση, μειωμένη ζήτηση και μειωμένο βαθμό χρησιμοποίησης των εγκαταστάσεών τους, μπορούν τώρα να αυξήσουν την παραγωγή τους χάρη στις αυξημένες παραγγελίες που δέχονται. Στον βαθμό που ενδιαφέρονται να ανακτήσουν χαμένα μερίδια αγοράς, μεταφέρουν ένα μόνο μέρος από την αύξηση του κόστους εργασίας στις τιμές. Αυτή η διαδικασία συνεχίζεται έως ότου η αύξηση της παραγωγής τους και του βαθμού χρησιμοποίησης του κεφαλαίου τους αυξήσει τη δική τους διαπραγματευτική δύναμη και ισοφαρίσει τη διαπραγματευτική δύναμη των εργαζομένων. Στο τέλος της διαδικασίας αυτής το μερίδιο της εργασίας έχει αυξηθεί. Όσο για το τελικό επίπεδο παραγωγής και απασχόλησης είναι υψηλότερο από αυτό που υπήρχε πριν την υποτίμηση. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η προσαρμογή της οικονομίας που πυροδοτείται από την ονομαστική υποτίμηση ενός εθνικού νομίσματος ολοκληρώνεται στη μεσοπρόθεσμη διάρκεια και προλαβαίνει να επιδράσει θετικά στη συσσώρευση κεφαλαίου και την παραγωγικότητα της εργασίας.
Οι οικονομολόγοι της αριστεράς που αντιτίθενται στην έξοδο της χώρας από το ευρώ διαθέτουν και άλλα, σοβαρά, αξιόπιστα και πειστικά επιχειρήματα που δεν ανήκουν στο οπλοστάσιο της κυρίαρχης (νεοφιλελεύθερης) οικονομικής θεωρίας. Στην περίπτωση όμως της υποτίμησης του νομίσματος υποχωρούν σε ταξικά ολισθηρό έδαφος -ολισθηρό με την έννοια ότι έχει αλυσιδωτές επιπτώσεις.


* Ο Ηλίας Ιωακείμογλου είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού "Θέσεις".

Τρίτη, 20 Ιουλίου 2010

Αναδιαπραγμάτευση ή άρνηση του χρέους; Μια κριτική της κριτικής.του Δ. Καζάκη

Σάββατο, 17 Ιουλίου 2010

Αναδιαπραγμάτευση ή άρνηση του χρέους; Μια κριτική της κριτικής.

του Δ. Καζάκη
15/7/2010


Η κριτική του κ. Μπινιάρη (http://ardin.gr/node/3587) είναι παντελώς άστοχη και κάθε άλλο παρά άρτια από «τεχνική» άποψη. Πρώτα και κύρια γιατί ξεκινά από μια ριζικά διαφορετική αφετηρία. Για μένα η πολιτική που ακολουθείται από την ΕΕ, την ΕΚΤ, το ΔΝΤ, την κυβέρνηση και η οποία σιγοντάρεται από ποικίλους «ειδικούς» και μη, σαν τις «αυθεντίες» στις οποίες αναφέρεται εμμέσως πλην σαφώς ο κ. Μπινιάρης, δεν είναι μονόδρομος όπου το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να εναποθέσουμε τις ελπίδες μας στους θεούς της αγοράς και στην ευγενική κατανόηση των αρπαχτικών της. Με εξέπληξε επίσης η άγνοια επί του θέματος που επιδεικνύει ο κ. Μπινιάρης, αν και θα έπρεπε να ξέρει καλύτερα και περισσότερα. Ας είναι όμως.
Καταρχάς δυο απλές παρατηρήσεις: Πρώτο, το να απαντά κανείς ότι αν εφαρμοστεί μια πρόταση με την οποία διαφωνεί θα σημάνει την απόλυτη καταστροφή, και μάλιστα χωρίς κανένα αποδεικτικό στοιχείο, αυτό δεν αποτελεί επιχείρημα, αλλά εκδήλωση δογματικής προσκόλλησης σε κάποιες δικές του «απόλυτες αλήθειες» που τις θεωρεί τόσο δεδομένες ώστε δεν κάνει καν τον κόπο να επεξεργαστεί τα επιχειρήματα την άλλης άποψης. Και θα δούμε παρακάτω πώς το κάνει αυτό ο κ. Μπινιάρης. Δεύτερο, η άγνοια δεν υπήρξε ποτέ επιχείρημα. Όταν δεν γνωρίζεις κάτι οφείλεις να το μάθεις πριν μιλήσεις και μάλιστα πριν θεωρήσεις τον εαυτό σου ικανό να ασκήσει κριτική.



Η καταγωγή της πρότασης για άρνηση του χρέους


Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Δεν γνωρίζω την παιδεία του κ. Μπινιάρη και ούτε με ενδιαφέρει να την μάθω, απλά τον πληροφορώ ότι οποιοδήποτε σοβαρό εγχειρίδιο κι αν ανοίξει σχετικό με τα ζητήματα του δημόσιου χρέους, θα διαπιστώσει ότι η πρότασή μου καταγράφεται ως τουλάχιστον μια από τις μεθόδους αντιμετώπισης των υπέρογκων δημόσιων χρεών από το 19ο αιώνα έως τις ημέρες μας. Πρόκειται για την πρόταση που στα αγγλικά αποδίδεται ως repudiation of debt. Φυσικά θα μας επιτρέψει η χάρη του να προσδώσουμε στη δική μας πρόταση εκείνα τα ειδικά χαρακτηριστικά που νομίζουμε ότι προσιδιάζουν στο πρόβλημα του δημόσιου χρέους της Ελλάδας. Ελπίζω να μας επιτρέπει να κρατήσουμε την αναγκαία ανεξαρτησία σκέψης και προβληματισμού, που για μας αποτελεί την πεμπτουσία της επιστήμης, και η οποία μας αποτρέπει να παπαγαλίζουμε ή να αναμασάμε τις συνταγές ακαδημαϊκών και άλλων «ειδικών» στους οποίους αναφέρεται.
Ο πρώτος που έθεσε το θέμα του κατά πόσο ένα υπέρογκο δημόσιο χρέος οφείλει να αποπληρωθεί ή όχι, ήταν ο πατέρας της επιστημονικής πολιτικής οικονομίας, ο Άνταμ Σμιθ, ο οποίος τόλμησε να προτείνει τη χρεωκοπία του κράτους ως την μόνη συμφέρουσα λύση. Όποιος έχει στοιχειώδεις γνώσεις οικονομικής θεωρίας, γνωρίζει πολύ καλά ότι την εποχή του Σμιθ η έννοια της χρεωκοπίας του κράτους δεν είχε το νόημα που έχει σήμερα, αλλά ταυτιζόταν με την έννοια της μονομερούς διαγραφής ή ακύρωσης των χρεών. Από τη δεύτερη ή τρίτη δεκαετία του 19ου αιώνα η πρόταση αυτή διαχωρίστηκε από την έννοια της χρεωκοπίας και καταγράφηκε στα βιβλία της δημόσιας οικονομίας ως άρνηση ή ακύρωση του χρέους.
Ένας άλλος πολύ σημαντικός οικονομολόγος, τον οποίο φαντάζομαι να έχει ακουστά ακόμη κι ο κ. Μπινιάρης, ο οποίος τάχθηκε υπέρ της ακύρωσης των δημόσιων χρεών ήταν ο Τζον Μέϊναρντ Κέϊνς. Το έκανε αμέσως μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο όταν είδε ότι η έκρηξη του δημόσιου χρέους σε όλες τις χώρες ήταν τέτοια που το έκανε αδύνατο να εξυπηρετηθεί. Στη θέση αυτή προσχώρησαν πολλοί γνωστοί οικονομολόγοι της εποχής. Την επόμενη φορά που ο κ. Μπινιάρης θα σκεφτεί να επικαλεστεί σύγχρονους ακαδημαϊκούς και νομπελίστες, καλά θα κάνει να ξεφυλλίσει τον κατάλογο των οικονομολόγων εκείνης της εποχής που τάχθηκαν υπέρ της μονομερούς κατάργησης του χρέους, να μετρήσει τα μεγέθη, τα αναστήματα στην επιστήμη και έπειτα ας έρθει να μας πει ότι δεν γνωρίζει κανέναν άλλο που να έχει υποστηρίξει την πρόταση που έχουμε καταθέσει.
Μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο έγινε τρομακτική προσπάθεια να εξοβελιστεί η πρόταση αυτή από τα βιβλία της δημόσιας οικονομίας, σαν να μην υπήρξε ποτέ. Βλέπετε ο ρόλος των τραπεζών και μάλιστα των πολυεθνικών είχε γίνει κυρίαρχος και επιδοτούσαν σωρηδόν έδρες και τομείς στα πανεπιστήμια και τις ακαδημίες. Όσο περισσότερο οι καριέρες και τα νόμπελ εξαρτήθηκαν, ειδικά στον αγγλοσαξονικό κόσμο, από τις χορηγίες των χρηματαγορών, τόσο περισσότερο εξαφανίζονταν προτάσεις και απόψεις που για τους διεθνείς τραπεζίτες και χρηματιστές ήταν απολύτως αιρετικές. Μόνο πολύ προικισμένοι και έντιμοι επιστήμονες επέμειναν να μην παίρνουν το χαπάκι της αμνησίας, ή και της ανοησίας, που συνοδεύει σχεδόν πάντα τις μεγάλες χορηγίες. Έτσι στα βιβλία τους ακόμη και σήμερα θα βρει κανείς να περιγράφεται η λύση του repudiation of debt, αλλά τις περισσότερες φορές να συνδέεται με ριζικές επαναστατικές αλλαγές, σαν να ήταν μόνο η επανάσταση του 1917 στη Ρωσία και η κινέζικη επανάσταση του 1948 που μπόρεσαν δήθεν να προχωρήσουν σε άρνηση και ακύρωση του χρέους.


Η άρνηση του χρέους ισοδυναμεί με πάλη για τη δημοκρατία


Βέβαια, όποιος έχει έστω και στοιχειώδη επαφή με το αντικείμενο γνωρίζει ότι η πρόταση αυτή γεννήθηκε από τις μεγάλες αστικές επαναστάσεις του 18ου αιώνα στις ΗΠΑ και τη Γαλλία, ενώ έχει υιοθετηθεί ως πολιτική από πολλούς λαούς έως σήμερα στην πάλη τους για να κατακτήσουν την κυριαρχία τους. Γιατί, ναι, η αλήθεια είναι ότι η υλοποίηση αυτής της πρότασης προϋποθέτει έναν λαό που παλεύει, αγωνίζεται για να θεμελιώσει την κυριαρχία του, να απαλλάξει τη χώρα του από τα δεσμά της υποτέλειας και της υποδούλωσης. Κι εκεί ακριβώς βρίσκεται η θεμελιώδης πολιτική διαφορά με τον κ. Μπινιάρη. Η δημοκρατία, η οποία συνδέεται πρώτα και κύρια με την λαϊκή κυριαρχία και την εθνική ανεξαρτησία, είναι αδύνατη όσο υπάρχουν τα δεσμά του δημόσιου χρέους και το καθεστώς υποταγής στους υπερκρατικούς μηχανισμούς των αγορών. Και, αντίθετα με τον κ. Μπινιάρη, εγώ θεωρώ ότι η δημοκρατία όχι μόνο είναι απόλυτα εφικτή, αλλά θεωρώ το λαό αυτής της χώρας ικανό να την επιβάλει παρά τις όποιες αντιξοότητες. Αυτό δεν με κάνει «πολιτικό», απλά με κάνει δημοκράτη. Τι να κάνουμε, όλοι έχουμε τις «αδυναμίες» μας. Και η δική μου βρίσκεται στο να θεωρώ ότι δεν μπορεί να υπάρξει αυθεντικά επιστημονική αντιμετώπιση του προβλήματος αν δεν ξεκινά κανείς από την ανάγκη να κατακτηθεί επιτέλους η δημοκρατία σ’ αυτή τη χώρα από τον ίδιο τον λαό. Αν αυτό θεωρείται από τον κ. Μπινιάρη και τους ομοϊδεάτες του ανήκουστο, τρελό, καταστροφικό, τότε δεν έχουν πάρα να με στήσουν στον τοίχο.
Η απάντηση στο ζήτημα του δημόσιου χρέους δεν είναι οικονομική, αλλά πρωτίστως πολιτική. Κι αυτό δεν το λέω εγώ, αλλά όλοι οι επιφανείς μελετητές του ελληνικού δημόσιου χρέους από την εποχή του μεσοπολέμου ακόμη. Όταν ο Ξεν. Ζολώτας έγραφε το 1931 ότι ο περιορισμός της υφιστάμενης δανειακής επιβάρυνσης της Ελλάδος «δεν είναι επιστημονικόν πρόβλημα, αλλ’ αποτελεί ζήτημα επιδεξίου χειρισμού, επιτυχών διαπραγματεύσεων και ευνοϊκών συνθηκών εις την διεθνήν αγοράν κεφαλαίου,» δεν μετατρεπόταν σε «πολιτικό» αλλά σε συνεπή οικονομικό αναλυτή που γνωρίζει ότι η αντιμετώπιση του δημόσιου χρέους είναι πρωτίστως ζήτημα συσχετισμού δύναμης στις διεθνείς αγορές και αποφασιστικότητας μιας χώρας να τα βάλει με τους ισχυρούς. Επιπλέον την εποχή εκείνη για να υποστηρίξει κανείς την ακύρωση των χρεών στην υπερχρεωμένη Ελλάδα του Ελ. Βενιζέλου που βάδιζε ολοταχώς προς την επίσημη χρεωκοπία του 1932, δεν ήταν εύκολο πράγμα. Η επίκληση του προφανούς, δηλαδή της ακύρωσης του χρέους, αποτελούσε ιδιωνυμικό αδίκημα στην Ελλάδα. Και μόνο η διατύπωση αυτής της πρότασης αρκούσε για να χάσει κάποιος σαν τον Ξ. Ζολώτα την καθηγητική του έδρα και να συρθεί στα δικαστήρια με το ιδιώνυμο. Και μόνο η αναφορά στην άρνηση του δημόσιου χρέους αποτελούσε προσβολή εναντίον των «εθνικών συμφερόντων», που τότε όπως και σήμερα ταυτίζονταν με τα συμφέροντα των χρηματιστών, των τοκογλύφων και των μεγάλων δυνάμεων που τους στήριζαν στις απαιτήσεις τους έναντι της χώρας. Η χρεωκοπία του 1932, η καταστροφή και ο φασισμός που την ακολούθησε αποτέλεσε την αναπόδραστη συνέπεια των κυρίαρχων πολιτικών που αρνήθηκαν την μονομερή ακύρωση των χρεών της χώρας.
Ελπίζω να μην οδηγηθούμε στην ίδια κατάσταση και τώρα. Αν και οφείλουμε να πούμε ότι την απεργάζονται ήδη αυτή την κατάληξη τόσο οι ευρωκρατούντες και το ΔΝΤ, όσο και το εγχώριο πολιτικό σύστημα του σύγχρονου δωσιλογισμού. Η ιστορία έχει δείξει επανειλημμένα ότι ο δρόμος που οδηγεί αναγκαστικά σ’ αυτήν την κατάληξη είναι εκείνος που ξεκινά με την πεποίθηση ότι μπορεί να τα βρει κανείς με τους δυνατούς μέσα από διαπραγματεύσεις και προσαρμογές στις απαιτήσεις τους. Ενώ ο μόνος δρόμος, όσο δύσκολος κι αν φαντάζει, όσο επίπονος ή αντίξοος κι αν είναι, που μπορεί να αποτρέψει την καταστροφή για το λαό και τη χώρα, είναι να κάνουμε το ανήκουστο: να αρνηθούμε το χρέος και να τα βάλουμε με τους δυνατούς βασισμένοι στη δύναμη ενός ρωμαλέου πλειοψηφικού λαϊκού κινήματος. Η ιστορία δεν έχει δείξει άλλον δρόμο. Όσο κι αν διάφοροι κατά καιρούς ονειρεύονταν «μέσους δρόμους», ή «μέσες λύσεις».


Ποια είναι τα πραγματικά στοιχεία του χρέους;


Ας πάμε πιο κάτω. Πώς ξέρουμε πώς τα 85% των δανείων πήγαν στις τσέπες διεθνών τοκογλύφων, κοκ; Μα από τους Ισολογισμούς Χρέους του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και φυσικά τα διαθέσιμα στοιχεία από τον ΟΔΔΗΧ. Αν ο κ. Μπινιάρης τα αγνοεί, αυτό δεν είναι δικό μας πρόβλημα. Όσον με αφορά έχω γράψει και δημοσιεύσει πάνω από 30 σημειώματα σχετικά με το δημόσιο χρέος το τελευταίο τρίμηνο, όπου παρουσιάζω αναλυτικά τα στοιχεία αυτά. Κανείς δεν τόλμησε δημόσια να τα αμφισβητήσει, εκτός από κάποιους ελάχιστους που αποδεδειγμένα τρέφουν μαύρα μεσάνυχτα για το θέμα. Ας μου επιτρέψει ο κ. Μπινιάρης να μην τα επαναλαμβάνω κάθε φορά που γράφω ένα άρθρο.
Παρόλα αυτά, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ΟΔΔΗΧ, τα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου της περιόδου 2005-2010 ανήκουν κατά 43% σε επενδυτικές τράπεζες, κατά 22% σε διαχειριστές κεφαλαίων, κατά 15% σε Ασφαλιστικά Ταμεία και Εταιρείες, κατά 8% σε διαχειριστές ενεργητικού, κατά 5% σε κεντρικές τράπεζες, κατά 4% σε Hedge Funds και κατά 4% σε λοιπούς επενδυτές. Αν από τα 15% των Ασφαλιστικών Ταμείων και Εταιρειών αφαιρέσουμε τουλάχιστον το 5% που ανήκει σε ασφαλιστικές εταιρείες και προσθέσουμε το 4% των «λοιπών επενδυτών» υποθέτοντας ότι όλοι τους είναι μικροκαταθέτες, συνάγεται ένα 14%, το οποίο για κοινωνικούς και πολιτικούς λόγους θα πρέπει να το αντιμετωπίσουμε με διαφορετικό τρόπο απ’ ότι το υπόλοιπο κομμάτι που ανήκει σε τυπικούς κερδοσκόπους της διεθνούς αγοράς. Χωρίς βέβαια να έχουμε την αυταπάτη πώς οι διαχειριστές των ασφαλιστικών ταμείων και οι διάφοροι ιδιώτες καταθέτες δεν λειτούργησαν κερδοσκοπικά αγοράζοντας ελληνικά ομόλογα. Να πώς προκύπτουν τα νούμερα που αναφέρω, τα οποία δεν είναι καθόλου «τυχαία» όπως, εν τη αγνοία του, νομίζει ο κ. Μπινιάρης. Εκτός κι αν ο εν λόγω κύριος τρέφει τέτοια σύγχυση επί του θέματος ώστε να νομίζει ότι οι επενδυτικές τράπεζες, οι διαχειριστές κεφαλαίων και ενεργητικού, κλπ. δεν λειτουργούν ως κερδοσκόποι στην αγορά. Κάτι βέβαια που ούτε καν οι «αυθεντίες» στις οποίες αναφέρεται δεν τολμούν να αρνηθούν.
Επιπλέον, έχει γίνει και πιο αναλυτικός υπολογισμός για το που πήγαν τα δάνεια αυτά – τουλάχιστον για την τελευταία δεκαετία – στο άρθρο του Θανάση Σούμπλη που δημοσιεύεται στο τελευταίο τεύχος του Εμπρός. Απ’ όπου πάλι προκύπτει αυτό το 15% που αναφέρεται στο άρθρο μου. Τέλος γνωρίζουμε από τα επίσημα στοιχεία ότι μόνο την τελευταία δεκαετία το ελληνικό δημόσιο πλήρωσε πάνω από 450 δις ευρώ για εξυπηρέτηση δανείων. Αν σκεφτεί κανείς ότι το τρέχον χρέος ήταν στις 31/12/2009 κοντά στα 300 δις ευρώ, αυτό σημαίνει ότι μόνο την τελευταία δεκαετία το έχουμε πληρώσει ήδη μιάμιση φορά. Αν αυτό δεν είναι τοκογλυφία, τότε τι είναι;


Υπάρχει άραγε διαφθορά;


Μπορεί κάποιοι να προσγειώθηκαν στον πλανήτη γη μόλις προσφάτως, αλλά όλοι όσοι κατοικοεδρεύουν σε τούτο τον τόπο τουλάχιστον από την μεταπολίτευση έως σήμερα, γνωρίζουν πολύ καλά που πήγαν τα λεφτά και το αν έγιναν έργα, ή τι σόι «έργα» έγιναν. Την εποχή της εκτίναξης του δημόσιου δανεισμού είχαμε ταυτόχρονα την ολοκληρωτική διάλυση του ήδη ασθενικού παραγωγικού ιστού της ελληνικής οικονομίας, τη διαρκή συμπίεση των λαϊκών εισοδημάτων, την μονιμοποίηση της μαζικής ανεργίας και της ανέχειας σε πολύ πλατιά στρώματα της ελληνικής κοινωνίας. Από την άλλη είχαμε τα σκάνδαλα των προβληματικών, του χρηματιστηρίου, της ολυμπιάδας, των μεγάλων έργων, την κορύφωση της πολιτικής και οικονομικής διαφθοράς σε επίπεδα πρωτόγνωρα ακόμη και για την Ελλάδα, κοκ. Είναι λοιπόν περίεργο να υποθέσει κανείς – ακόμη κι αν δεν γνωρίζει τα στοιχεία των δανείων – ότι ο δανεισμός της χώρας χρηματοδότησε ένα άθλιο και σάπιο καθεστώς ρεμούλας και κερδοσκοπίας; Είναι περίεργο να πει κανείς ότι ο λαός και η χώρα δεν είχε καμμιά ωφέλεια από το δανεισμό αυτόν;
Αυτό σημαίνει ότι γνωρίζουμε επακριβώς που πήγαν τα δανεικά και ποιος επωφελήθηκε από αυτά; Όχι βέβαια. Πρώτα και κύρια γιατί οι συγκεκριμένες δανειακές συμβάσεις, αλλά και οι διαδρομές των ελληνικών ομολόγων στην αγορά, δεν δημοσιοποιούνται. Το κράτος δεν δημοσιοποιεί – ως όφειλε – αναλυτικά στοιχεία, ανά σύμβαση δανείου και έκδοσης ομολόγων, για να ξέρουμε ποιος εμπλέκεται, με ποιους όρους, από ποια χέρια περνούν τα ομόλογα, που καταλήγουν, κοκ. Γι’ αυτό τον λόγο εγώ μαζί με αρκετούς άλλους, ειδικούς και μη, έχουμε διατυπώσει εδώ και καιρό τα εξής θεμελιώδη αιτήματα:
1. Άνοιγμα όλων των δημόσιων λογαριασμών του κράτους ώστε να δούμε τι έγιναν τα λεφτά, τι κρύβουν οι συμβάσεις δανεισμού και ποιος συγκεκριμένα επωφελήθηκε από αυτές.
2. Κατάργηση κάθε έννοιας παραγραφής και ασυλίας για όλους όσους διαχειρίστηκαν και διαχειρίζονται δημόσιο χρήμα. Και μάλιστα με αναδρομική ισχύ. Όποιος πολιτικός ή επιχειρηματίας, κόμμα ή επιχείρηση, έβαλε χέρι ή συνέργησε στη λεηλασία του δημόσιου πλούτου θα πρέπει να αντιμετωπίσει τη δικαιοσύνη και η περιουσία του να δημευθεί.
Βέβαια, κάποιος μπορεί να ρωτήσει: Που το ξέρουμε ότι υπήρξε λεηλασία του δημόσιου πλούτου από πολιτικούς και επιχειρηματίες; Το γεγονός ότι κάποιος μπορεί να θέσει στα σοβαρά ένα τέτοιο ερώτημα, δεν σημαίνει καθόλου ότι αυτό το ερώτημα χρήζει και σοβαρής απάντησης.


Μπορεί μια κυβέρνηση σαν τη σημερινή να δώσει λύση;


Το μόνο πραγματικό ερώτημα που υπάρχει – τουλάχιστον για όσους έχουν αίσθηση της πραγματικότητας – είναι αν μπορεί να υπάρξει κυβέρνηση μέσα από το σημερινό πολιτικό σύστημα που να είναι σε θέση να ικανοποιήσει τα παραπάνω αιτήματα. Μπορεί να υπάρξει μια τέτοια κυβέρνηση; Και βέβαια όχι. Όχι μόνο γιατί το σημερινό δικομματικό πολιτικό σύστημα με όλες τις εφεδρείες του στα δεξιά και τα αριστερά είναι τόσο διεφθαρμένο, διάτρητο και ανάξιο, αλλά και γιατί ένα τέτοιο άνοιγμα του κράτους στην κοινωνία μέσα από την κατάργηση όλων των στεγανών και των απορρήτων προϋποθέτει αληθινή δημοκρατία, δηλαδή λαϊκή κυριαρχία και εθνική ανεξαρτησία. Κι έτσι καταλήγουμε εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε: Οι διαφορετικές προτάσεις για την αντιμετώπιση του χρέους δεν διαχωρίζονται στη βάση των οικονομικοτεχνικών τους χαρακτηριστικών, ή ως προς την εκτίμηση των δυσκολιών, αλλά από το κατά πόσο θεωρούν εφικτή και επιθυμητή τη δημοκρατία για τον τόπο. Όποιος θεωρεί ότι δημοκρατία δεν είναι παρά ο κοινοβουλευτικός μανδύας που καλύπτει τα απόκρυφα μιας διεφθαρμένης απολυταρχίας της εκάστοτε κυβέρνησης και ενός κράτους που έχει παραδοθεί σε ντόπια και ξένα μεγάλα συμφέροντα, τότε είναι αδύνατο να καταλάβει την πρόταση για άρνηση του χρέους.
Τώρα, υπάρχουν ορισμένοι που ενώ καταπίνουν την κάμηλο, αναζητούν εναγωνίως συνενόχους σε κοινωνικά στρώματα που επωφελήθηκαν από το καθεστώς λεηλασίας της χώρας. Υπήρξαν τέτοια στρώματα; Φυσικά και υπήρξαν. Όμως πρόκειται για μια συντεταγμένη πολιτική των κυβερνήσεων ώστε να οικοδομήσουν μια κοινωνία συνενόχων. Μάθανε στον αγρότη να παίρνει την επιδότηση χωρίς να νοιάζεται για την παραγωγή του. Εθίσανε τον δημόσιο υπάλληλο στην αξία της λούφας και του λουφέ, ώστε να μην νοιάζεται για την άθλια κατάσταση της δημόσιας διοίκησης και του κράτους. Ενθαρρύνανε την επαγγελματική διανόηση να κάνει βουτηχτικές στα γνωστά κοινοτικά κονδύλια ώστε να μην ασχολείται στα σοβαρά με τη διαρκή κατάπτωση της επιστήμης, της έρευνας και της ίδιας της χώρας. Και σήμερα οι ίδιες δυνάμεις που στήσανε όλο αυτό το κόλπο, που έκαναν τα πάντα για να χάσει η κοινωνία κάθε αίσθηση αξιοπρέπειας και φιλότιμου, γυρίζουν και κατηγορούν την ίδια την κοινωνία για τη δική τους αθλιότητα και διαφθορά.
Υπάρχει μόνο ένας τρόπος για να ανακτήσει η κοινωνία τη χαμένη της τιμή. Κι αυτός είναι να πιστέψει στη δύναμη της, να αντιληφθεί την αξία του συλλογικού αγώνα, να ξεπεράσει τους μπαμπούλες που σκόπιμα σπέρνουν ορισμένοι στις τάξεις των λαϊκών μαζών ώστε να μην ξεσηκωθούν και ξεριζώσουν το κακό από τη ρίζα του. Όσο όμως προχωρά αυτή η αδιέξοδη κατάσταση, όσο η ίδια ή επιβίωση του λαού και της χώρας θα τίθεται επί τάπητος, όσο θα πολώνεται εξ αντικειμένου η κοινωνική και πολιτική ζωή του τόπου, τόσο οι λαϊκές μάζες θα ξεπερνούν την αμηχανία και το αίσθημα συνενοχής που σπέρνει καθημερινά η κυρίαρχη προπαγάνδα. Και τότε είναι σίγουρο ότι θα ζήσουμε αληθινά ηρωικές εποχές, εποχές ανάτασης και ελπίδας για ολόκληρη την κοινωνία που θα μείνουν στην ιστορία. Όποιο κι αν είναι το τελικό αποτέλεσμα.


Τι θα γίνει άμα φύγουμε από το ευρώ;


Κι ερχόμαστε τώρα στο κυρίως επίδικο ζήτημα. Τι θα γίνει άμα φύγουμε από το ευρώ και την ευρωζώνη; Θα πέσει ο ουρανός να μας πλακώσει; Θα έρθει η συντέλεια του κόσμου; Θα χάσουμε ότι έχουμε και δεν έχουμε; Θα μας λιώσουν οι κολοσσοί των αγορών; Όλα αυτά μαζί και πολλά ακόμη έχουμε να πάθουμε στη νοσηρή φαντασία όσων νομίζουν ότι το να τα βάλουμε με τις αγορές, την ευρωζώνη και τους ισχυρούς αποτελεί συνώνυμο της καταστροφής. Όμως ας ηρεμίσουμε λίγο και ας σοβαρευτούμε.
Καταρχάς, από πού προκύπτει ότι με το να φύγουμε από το ευρώ και να επανέλθουμε σε εθνικό νόμισμα θα οδηγηθούμε σε απανωτές υποτιμήσεις και θα εκτιναχθεί ο πληθωρισμός; Επειδή μας το λένε όλοι εκείνοι που ευθύνονται σήμερα για την κατάντια της ελληνικής οικονομίας και το παπαγαλίζουν άνθρωποι σαν τον κ. Μπινιάρη; Δεν θα έπρεπε να μας το αποδείξουν αντί να το θεωρούν ως δεδομένο, ως θέσφατο; Που πήγαν οι «αυθεντίες» του κ. Μπινιάρη σ’ αυτό το ζήτημα, όταν αρκετοί απ’ αυτούς υποστηρίζουν την ανάγκη εξόδου από το ευρώ χωρίς να ισχυρίζονται ότι θα επέλθουν οι γνωστοί λιμοί, σεισμοί και καταποντισμοί για την Ελλάδα;
Για να καταλάβει κανείς πόσο παραμύθι είναι η επίκληση της καταστροφής της Ελλάδας λόγω εξόδου από το ευρώ, θα αναφέρουμε απλά την περίπτωση των Βρετανών οικονομικών συμβούλων του Centre for Economics and Business Research (CEBR) που κάλεσε η ίδια η κυβέρνηση πριν λίγες εβδομάδες για να τους συμβουλευτεί τι θα συμβεί αν η Ελλάδα φύγει από το ευρώ. Σύμφωνα με τους Times του Λονδίνου (30/5), ο επικεφαλής του CEBR, Νταγκ ΜακΓουίλλιαμς, απάντησε σε ερωτήσεις δημοσιογράφων σχετικά με το τι θα υποστεί το νέο νόμισμα της Ελλάδας μετά την έξοδο από το ευρώ: «Εγκαταλείποντας το ευρώ θα σήμαινε ότι το νέο νόμισμα θα υποτιμηθεί κατά 15%.» Αποτελεί καταστροφή μια υποτίμηση κατά 15%; Με εξαίρεση τα επίσημα και ανεπίσημα παπαγαλάκια της ΕΚΤ και της ΕΕ, που όμως δεν προσκομίζουν κανένα σοβαρό αποδεικτικό στοιχείο μιας και ο σκοπός τους είναι μόνο να τρομοκρατήσουν τον κόσμο, δεν υπάρχει κανείς σοβαρός οικονομικός αναλυτής ανά τον κόσμο που να θεωρεί ότι θα υποστεί καταστροφή η Ελλάδα αν φύγει από το ευρώ. Αυτό που λένε είναι ότι η Ελλάδα θα περάσει μια περίοδο νομισματικής αστάθειας που άλλοι την προσδιορίζουν σε λίγους μήνες και άλλοι σε ένα με δυο χρόνια, έως ότου η συναλλαγματική αξία της νέας δραχμής θα σταθεροποιηθεί μέσα από την ανάκαμψη της οικονομίας της. Σ’ αυτό που συμφωνούν όλοι είναι ότι αυτός που πιθανόν να υποστεί την καταστροφή είναι το ίδιο το ευρώ, αλλά αυτό είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο.


Πώς μπορεί να δημιουργηθεί ένα νέο νόμισμα;


Κι όλα αυτά από αναλυτές που δεν υιοθετούν τα μέτρα ή την κατεύθυνση πολιτικής που προτείνουμε για την ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας. Όποιος έχει στοιχειώδεις γνώσεις οικονομίας γνωρίζει ότι υπάρχουν δυο τρόποι να δημιουργήσεις νόμισμα: Ο πρώτος είναι να το ρίξεις στις αγορές, βορά και έρμαιο των κερδοσκόπων και να περιμένεις που, πότε και πώς θα σταθεροποιηθεί η αξία του. Με ότι συνεπάγεται για την οικονομία και την κοινωνία σου. Αυτό συμβαίνει με το ευρώ, που είναι εκ φύσεως τέτοιο νόμισμα. Όμως αυτό συνέβαινε και με την παλιά δραχμή που οι κυβερνήσεις χρησιμοποιούσαν ως εργαλείο ραγδαίας υποτίμησης της εθνικής οικονομίας και των εισοδημάτων από εργασία προς όφελος των ντόπιων και ξένων κερδοσκόπων.
Ο δεύτερος είναι να δημιουργήσεις ένα εθνικό νόμισμα που να υποστηρίζει και να υποστηρίζεται από την πραγματική ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας και πρωτίστως της παραγωγικής της βάσης. Αν θέλει πραγματικά κάποιος την παραγωγική ανάπτυξη της οικονομίας προς όφελος του λαού και της χώρας, τότε δεν υπάρχει άλλος τρόπος να γίνει αυτό παρά μόνο έχοντας το δικό του νόμισμα. Ούτε η οικονομική θεωρία, αλλά ούτε και η ιστορική εμπειρία έχει να επιδείξει άλλο τρόπο. Δεν είναι τυχαίο ότι όλα τα σχήματα παγκόσμιου χρήματος, όλες οι νομισματικές ενώσεις, όλα τα συστήματα σταθερών ισοτιμιών και σταθερής νομισματικής αξίας, με πιο γνωστό εκείνο του χρυσού κανόνα, απέτυχαν παταγωδώς αφήνοντας πίσω τους ερείπια εκείνες ειδικά τις χώρες που ήταν πιο αδύναμες και εξαρτημένες από την παγκόσμια αγορά.
Ο Αλέξανδρος Διομήδης, ιδρυτής και πρώτος διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος, προσπαθώντας να αντλήσει συμπεράσματα από την τραγωδία της επίσημης χρεωκοπίας του 1932 τόνιζε την «ανάγκη οικονομικής αυτονομίας», έναντι του μοντέλου της νομισματικά σταθερής δραχμής κλειδωμένης με τη χρυσή βρετανική λίρα, προκειμένου η ελληνική οικονομία να είναι ανοιχτή στην παγκόσμια αγορά και στις κυρίαρχες δυνάμεις της: «Η Ελλάς πρέπει απαραιτήτως να φροντίση πώς θα ζη, θα τρέφεται, θα κινήται, θα εργάζεται, με ίδια κατά το πλείστον εφόδια. Πως θ’ ασφαλίση με δυνάμεις αντλουμένας εκ του ιδίου αυτής τόπου, σχετικήν τουλάχιστον ισορροπίαν και μείζονα ή κατά το παρελθόν οικονομικήν αυτοτέλειαν. Αι προσπάθειαί της πρέπει προς αυτό το αποτέλεσμα να τείνουν.» Δεν ήταν οπαδός της οικονομικής αυτάρκειας, αλλά πίστευε ότι αν δεν σταματήσει η εξάρτηση της οικονομίας από το εξωτερικό, αν δεν στηριχθεί η ελληνική οικονομία πρωτίστως σε εσωτερικούς όρους συσσώρευσης και ανάπτυξης δεν πρόκειται να πάψει να είναι έρμαιο των συγκυριών στην παγκόσμια αγορά που αναγκαστικά οδηγούν τη χώρα στην χρεωκοπία όταν ξεσπούν μεγάλες παγκόσμιες κρίσεις. Το ίδιο ισχύει και σήμερα.
Μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο αν δεν διαθέτει η οικονομία το δικό της νόμισμα, ένα νόμισμα που να ελέγχει και να προσαρμόζει κάθε στιγμή στις ανάγκες της; Φυσικά και όχι. Όποιος ισχυριστεί το αντίθετο είτε είναι παντελώς άσχετος με το θέμα, είτε είναι πολύ μεγάλος απατεώνας. Μπορεί το ευρώ να λειτουργήσει ως τέτοιο νόμισμα για την ελληνική οικονομία; Μόνο όποιος δεν γνωρίζει την ιδιοσυστασία και την λειτουργία του ευρώ, ή απλά προτάσσει άλλες σκοπιμότητες, μπορεί να απαντήσει θετικά στο ερώτημα. Μπορεί να έχουμε ανάπτυξη της παραγωγικής βάσης στην ελληνική οικονομία με το ευρώ; Μόνο όποιος δεν γνωρίζει ή δεν θέλει να γνωρίζει τι συναίβει τη δεκαετία του ευρώ μπορεί να θεωρεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο εφικτό. Άλλωστε στον κόσμο της φαντασίας όλα είναι εφικτά. Όμως στον αληθινό κόσμο έχει αποδειχτεί ότι το ευρώ λειτούργησε καταλυτικά τόσο για την οικονομική καταστροφή που έχει υποστεί η χώρα, όσο και για την χρεωκοπία της.


Πώς μπορούμε να αποφύγουμε τις διαρκείς υποτιμήσεις;


Πώς μπορεί να υπάρξει ένα εθνικό νόμισμα που να μην υποτιμιέται διαρκώς και να μην πυροδοτεί τον πληθωρισμό; Πρώτα και κύρια χτυπώντας τις εσωτερικές αιτίες των υποτιμήσεων και του πληθωρισμού και αυτές δεν είναι νομισματικές, αλλά έχουν άμεση σχέση αφενός με την συνολική κατάσταση και τις εξαρτήσεις της οικονομίας και αφετέρου με τις μονοπωλιακές καταστάσεις στην εσωτερική αγορά. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει με πολύ απλά λόγια ότι το χτύπημα των μονοπωλίων και των καρτέλ, ντόπιων και ξένων, που κυριαρχούν στην ελληνική οικονομία, η αντιστροφή της σχέσης ιδιωτικών κερδών και αμοιβών που υπάρχει σήμερα, η άμεση ενίσχυση των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων ιδίως στους τομείς της παραγωγής, η εθνικοποίηση κρίσιμων τομέων της οικονομίας και πρωτίστως του τραπεζικού συστήματος, ο πολλαπλασιασμός του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων με όρους άμεσης απόδοσης και στήριξης της εθνικής οικονομίας, όπως και η γενναία αναδιανομή εισοδημάτων και πλούτου, μαζί με μια ριζικά διαφορετική πολιτική ένταξης στο διεθνή καταμερισμό εργασίας μέσα κυρίως από διακρατικές προγραμματικές συμφωνίες, εναλλακτικές μορφές εμπορικών σχέσεων, ανοίγματα σε χώρες και περιοχές όπου η Ελλάδα σήμερα είναι απούσα και την επιβολή ενός επιλεκτικού ανταγωνιστικού πλαισίου για την προστασία των πιο σημαντικών τομέων της ελληνικής οικονομίας, μπορεί να δημιουργήσει μια τέτοια δυναμική που να μην αφήσει το νόμισμά της να κατρακυλά στις διεθνείς αγορές, ούτε να επιτρέψει την εκδήλωση πληθωριστικών πιέσεων. Την απόδειξη γι’ αυτό κ. Μπινιάρη θα την βρείτε στις εργασίες του Άγγελου Αγγελόπουλου, του Ξενοφών Ζολώτα, του Δημήτρη Μπάτση και εκατοντάδων άλλων οικονομολόγων όχι μόνο της αριστεράς, που μετά το τέλος του πολέμου τόλμησαν να είναι αρκούντως έντιμοι και ανεξάρτητοι στη σκέψη τους ώστε να μην δεχθούν ότι οι εκάστοτε θεωρίες της «ψωροκώσταινας» απηχούν την πραγματικότητα.
Όλα αυτά τα μέτρα έχουν διατυπωθεί και αναλυθεί πολλές φορές. Τόσες φορές που δεν δικαιολογείται ακόμη κι ο κ. Μπινιάρης να κάνει πώς δεν τα γνωρίζει. Άλλωστε, ούτε εγώ, ούτε κανείς άλλος απ’ όσους υποστηρίζουν την άρνηση του χρέους και την έξοδο από το ευρώ δεν είπαμε ποτέ ότι αρκούν αυτά από μόνα τους για να λύσουμε τα προβλήματά μας. Αυτό που ισχυριζόμαστε από την αρχή είναι ότι αυτά αποτελούν την απαρχή, την αφετηρία μιας ριζικά διαφορετικής πορείας στην οικονομία και την πολιτική του τόπου. Μόνο έτσι έχουν νόημα.
Τώρα, επειδή βλέπω ότι ο κ. Μπινιάρης έχει ιδιαίτερο καημό με τις καταθέσεις στις τράπεζες, έχω να του πω να μην ανησυχεί. Πριν προλάβουμε εμείς, που προτείνουμε όλα αυτά τα καταστροφικά, να εξανεμίσουμε τις καταθέσεις, θα το έχουν κάνει οι σημερινοί κρατούντες. Η πολιτική που ασκείται είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα «στεγνώσει» την οικονομία από κάθε ρευστότητα. Είναι κάτι που συμβαίνει ήδη και κλιμακώνεται μέρα τη μέρα. Με την κάλυψη της τρόικας και της κυβέρνησης η καταθετική βάση των τραπεζών, όση έχει απομείνει, λεηλατείται ασύστολα από τις ίδιες τις τράπεζες προκειμένου να καλύψουν τις «μαύρες τρύπες» του ενεργητικού τους. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αργά ή γρήγορα θα προχωρήσουν σε δέσμευση των καταθέσεων με τη μια ή την άλλη μορφή. Κι αυτό είναι πολύ πιθανό να συμβεί μαζί με την ανακοίνωση του πλάνου αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους, το οποίο δεν προτείνουν απλά οι καθόλου ανιδιοτελείς και ανεξάρτητες «αυθεντίες» που υπονοεί ο κ. Μπινιάρης, αλλά επεξεργάζονται ήδη το ΔΝΤ και η ΕΚΤ, έστω κι αν επίσημα το αρνούνται.
Αυτό θα είναι και το μεγαλύτερο πρόβλημα που θα έχουμε να αντιμετωπίσουμε αν και όποτε κληθούμε να εφαρμόσουμε την πολιτική που προτείνουμε. Θα έχουμε να αναστηλώσουμε μια οικονομία και μια κοινωνία εντελώς διαλυμένη, χωρίς ίχνος ρευστότητας στην αγορά και τις τράπεζες, με εισοδήματα πείνας και μαζική ανεργία πρωτοφανή, με κατεστραμμένους τους τρεις από τους τέσσερεις ελευθεροεπαγγελματίες, βιοτέχνες, αγρότες και μικρομεσαίους επιχειρηματίες. Κι από πάνω φορτωμένη με τα υπέρογκα βάρη του αναδιαρθρωμένου χρέους της και των ιδιωτικοποιημένων υποδομών της. Μπορεί να αναστηλωθεί μια οικονομία σ’ αυτή την κατάσταση δίχως δικό της νόμισμα, δίχως να αποκτήσει τον έλεγχο στους διαθέσιμους πόρους και στις υποδομές της; Μπορεί να γίνει με δεδομένο το καθεστώς εξάρτησης και υποταγής της χώρας που υπάρχει σήμερα;


Η ιδεολογία της υποτέλειας και της υποταγής


Κάποιοι νομίζουν ότι δεν μπορεί να γίνει. Δικαίωμά τους. Άλλωστε όταν ένα έθνος, ένας λαός βρίσκεται σε ιστορική καμπή, όπως βρισκόμαστε εμείς σήμερα, όταν καλείται να ανατρέψει την τυραννία είτε του οθωμανικού ζυγού τον 19ο αιώνα, είτε του ναζιστικού και φασιστικού ιμπεριαλισμού στη δεκαετία του 1940, είτε των αγορών και του πολιτικού τους προσωπικού σήμερα, υπάρχουν πάντα κάποιοι που θεωρούν αδιανόητο για έναν μικρό και ασήμαντο λαό να τα βάλει με τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής του. Όμως από πότε η λιποψυχία, η αδυναμία να στρατευθείς σ’ αυτό που έχει πραγματικά ανάγκη ο λαός και ο τόπος αποτελεί επιχείρημα;
Δεν με ξαφνιάζει που ο κ. Μπινιάρης αδυνατεί να κατανοήσει την πολιτική μου θέση. Με τον ίδιο τρόπο αδυνατούσαν να κατανοήσουν οι ομοϊδεάτες του στην κατοχή την πολιτική θέση όσων στρατεύονταν στο ΕΑΜ και στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα της εποχής. Τα ίδια νομικά, πολιτικά και οικονομικά επιχειρήματα επικαλούνταν και τότε, όπως και σήμερα. Με τον ίδιο τρόπο αδυνατούσαν να κατανοήσουν την πάλη για λαϊκή κυριαρχία και εθνική ανεξαρτησία τις πολλές δεκαετίες των «πέτρινων χρόνων» που ακολούθησαν τον εμφύλιο πόλεμο στην Ελλάδα. Με τον ίδιο τρόπο αδυνατούσαν να κατανοήσουν την σαφή εντολή για αλλαγή πλεύσης της χώρας που έδωσε ο λαός το 1981. Γι’ αυτό και δικαιολόγησαν τους ληστοσυμμορίτες κυβερνώντες που ανέλαβαν να εξαγοράσουν τη συνείδηση ενός ολόκληρου λαού για να ξεχάσει τι του είχαν υποσχεθεί όταν του έκλεψαν την ψήφο.
Σήμερα επικαλούνται κυριολεκτικά ανοησίες. Ας δούμε μερικές. Δεν προβλέπεται νομική διαδικασία αποχώρησης από την ευρωζώνη, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη όλων των χωρών-μελών, οπότε θα μας πνίξουν με αγωγές και άλλα τέτοια φαιδρά. Πρώτον, η καταγγελία της σχέσης μας μπορεί και πρέπει να είναι μονομερής. Κι αυτό γιατί είναι αποδεδειγμένα ετεροβαρής, καταχρηστική σε βάρος της χώρας μας και θέτει ανεπίτρεπτους περιορισμούς στην άσκηση της εθνικής κυριαρχίας μας. Πολύ περισσότερο από τη στιγμή που η ΕΕ και η ευρωζώνη μας έχουν επιβάλλει ένα καθεστώς εποπτείας και κηδεμονίας που δεν προβλέπεται ούτε καν από τη συνθήκη της Λισαβόνας. Εδώ δεν μπορεί να σταθεί ούτε καν σαν επιχείρημα η αποδοχή από την κυβέρνηση της χώρας, μιας και δεν πήρε εντολή για να αποδεχτεί ούτε το μνημόνιο, ούτε την αποικιοκρατική δανειακή σύμβαση που μας επέβαλε η τρόικα. Και μόνο αυτά αρκούν για να αποχωρήσουμε μονομερώς από την ευρωζώνη χωρίς να ακολουθήσουμε καμμιά προβλεπόμενη διαδικασία. Αρκεί να έχουμε μια κυβέρνηση που υπηρετεί στα αλήθεια το λαό και το συμφέρον της χώρας και όχι μια δράκα δωσίλογους όπως σήμερα.
Σε μια τέτοια περίπτωση τι μπορούν να μας κάνουν; Τίποτε απολύτως. Οι φλυαρίες περί αγωγών εναντίον μας αποτελούν αποκυήματα φαντασίας και ανοησίας άνευ προηγουμένου. Πρώτα και κύρια γιατί μια τέτοια κίνηση της Ελλάδας θα έχει σοβαρό αντίχτυπο στο εσωτερικό των χωρών-μελών της ευρωζώνης. Δεν θα υπάρξει χώρα στην ευρωζώνη όπου δεν θα τεθεί εκ των πραγμάτων θέμα παραμονής της στο ευρώ. Ειδικά στις χώρες του Νότου. Όχι μόνο γιατί θα το θέτουν οι ίδιοι οι λαοί, που σήμερα παρά το γεγονός ότι καταγράφουν σε όλες τις σφυγμομετρήσεις την αντίθεσή τους με το ευρώ δεν έχουν θέσει θέμα εξόδου, αλλά γιατί οι ίδιες οι εξελίξεις θα το επιβάλουν. Μια αποχώρηση της Ελλάδας από το ευρώ θα επιταχύνει δραματικά τις διαδικασίες διάλυσης που ενυπάρχουν και εκδηλώνονται ήδη στην ευρωζώνη. Κι αυτό είναι προς όφελος όχι μόνο του λαού μας, αλλά και των άλλων λαών που βρίσκονται φυλακισμένοι στην ευρωζώνη. Όποιος νομίζει, ειδικά στις σημερινές συνθήκες βαθύτατης κρίσης του ευρώ, ότι η αποχώρηση της Ελλάδας με τους όρους που θα επιβάλει ο λαός της, θα γίνει αναίμακτα για την ευρωζώνη, τότε χρειάζεται ταχύτατα αποτοξίνωση από τις δόσεις ηλιθιότητας που διοχετεύει η κυρίαρχη προπαγάνδα.


Η ανάγκη επανίδρυσης του κράτους και της δημοκρατίας


Αυτό τρέμουν οι ευρωκρατούντες γι’ αυτό και έχουν βάλει διάφορους δήθεν αντικειμενικούς «αναλυτές» να σπέρνουν το φόβο με βλακώδη επιχειρήματα. Όπως και να ‘χει υπάρχει ένα τεράστιο ζήτημα με το κατά πόσο μπορεί ή πρέπει να αναγνωρίσει ο λαός τη «συνέχεια του κράτους» με το σημερινό διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα. Κατά τη γνώμη μου η ανάδειξη μιας ριζικά διαφορετικής διακυβέρνησης του τόπου προϋποθέτει το κόψιμο της «συνέχειας του κράτους» , δηλαδή τη νομικοπολιτική αποσύνδεσή της με τις προκάτοχες κυβερνήσεις και το πολιτικό σύστημα που τις στήριζε. Δεν μπορεί να υπάρξει φιλολαϊκή κυβέρνηση που σέβεται και προασπίζει τα αληθινά συμφέροντα της χώρας, αν δεν κόψει τον ομφάλιο λώρο με όλο το προηγούμενο καθεστώς. Κι αυτό δεν θα γίνει μόνο ρηματικά, ούτε μόνο με την άμεση εφαρμογή ριζικά διαφορετικών πολιτικών, σαν κι αυτών που προτείνουμε, αλλά και μέσα από την «επανίδρυση του κράτους». Όχι όπως το εννοούσε και έπραττε ο Καραμανλής, αλλά με την έννοια της κατάκτησης της δημοκρατίας. Πράγμα που μπορεί να γίνει μόνο με την προκήρυξη Συντακτικής Συνέλευσης ή Εθνοσυνέλευσης κατά τα ειωθότα της ελληνικής ιστορίας, με μοναδικό σκοπό την υιοθέτηση ενός νέου αληθινά δημοκρατικού Συντάγματος, ενός νέου «ιδρυτικού νόμου» του ελληνικού κράτους που θα θεσπίζει και θα προασπίζει την λαϊκή κυριαρχία και την εθνική ανεξαρτησία. Με αυτή την έννοια το ελληνικό κράτος που θα προκύψει μέσα από αυτή τη διαδικασία θα είναι ένα νέο κράτος, τόσο ως νομικό πρόσωπο, όσο και ως πολιτική συγκρότηση, τόσο προς τα μέσα, όσο και προς τα έξω.
Όσο για το «νέο άγνωστο πολιτικό μοντέλο» που υποτίθεται ότι προτείνω κατά τον κ. Μπινιάρη, απλά θα του πω ότι πρόκειται για τη δημοκρατία όπως την παλεύει ο ελληνικός λαός σ’ ολόκληρη την ιστορία του. Προφανώς δεν μπορεί να συγκινήσει όποιον νιώθει τέτοια χαμέρπεια προς τα κυρίαρχα «πολιτικά μοντέλα» που έχουν επιβληθεί στη χώρα μας και τα οποία την έχουν οδηγήσει στη σημερινή κατάντια. Ελπίζουμε ότι πολύ σύντομα ο ίδιος ο λαός, που τόσο καταφανώς περιφρονεί ο κ. Μπινιάρης, να του δώσει ορισμένα πολύ άμεσα και πρακτικά μαθήματα για το πώς εννοεί τη δημοκρατία και τι νιώθει πραγματικά για το «γνωστό πολιτικό μοντέλο» που υπάρχει σήμερα.


Ο ενδοτισμός στον τρόπο αντιμετώπισης του χρέους


Τέλος, ενώ ο κ. Μπινιάρης αρέσκεται να ερωτά, δεν του αρέσει καθόλου να απαντά. Έτσι δεν απαντά σε κανένα από τα ερωτήματα του άρθρου μου, αλλά δεν πειράζει. Η υπόθεση του κ. Μπινιάρη ότι μπορεί να γίνει αναδιαπραγμάτευση και αναδιάρθρωση του χρέους της χώρας με επιτόκιο 1% πάνω από το επιτόκιο της Γερμανίας, δείχνει για μια ακόμη φορά με πόση ελαφρότητα και προχειρότητα χειρίζεται το όλο θέμα. Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι μπορεί να συμβεί αυτό σε μια διεθνή αγορά όπου κυριαρχεί η γενικευμένη αναταραχή και η πρωτοφανής αμφιβολία για την προοπτική του δημόσιου χρέους όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για τις άλλες χώρες της ευρωζώνης, τότε θα πρέπει η χώρα μας να πληρώνει επιτόκιο στο δεκαετές ομόλογο της τάξης του 4%. Μπορεί να εξυπηρετήσει η Ελλάδα ένα δημόσιο χρέος σήμερα με επιτόκιο της τάξης του 4%; Ακόμη και αν υποστεί «κούρεμα» της τάξης του 30%; Τα στατιστικά δεδομένα λένε ότι δεν μπορεί. Να δώσουμε ένα παράδειγμα για να γίνουμε κατανοητοί. Το 2001, τον πρώτο χρόνο της ένταξής μας στο ευρώ, το δημόσιο χρέος της χώρας βρισκόταν στα 145,9 δις ευρώ. Το 2009 το δημόσιο χρέος της χώρας είχε αυξηθεί κατά 152,6 δις ευρώ και είχε φτάσει αισίως τα 298,5 δις ευρώ. Με άλλα λόγια μέσα στα χρόνια του ευρώ το δημόσιο χρέος υπερδιπλασιάστηκε, παρά το γεγονός ότι το μέσο σταθμικό κόστος δανεισμού κυμάνθηκε αυτή την περίοδο γύρω στο 4,04%. Κι έτσι από 23,3 δις ευρώ (ή το 16% του ΑΕΠ) που στοίχιζε στο ελληνικό δημόσιο η εξυπηρέτηση του χρέους το 2001, έφτασε αισίως να υπερβαίνει τα 77,2 δις ευρώ (ή το 32% του ΑΕΠ) το 2009.
Τι σημαίνουν αυτά τα νούμερα; Σημαίνουν ότι με μέσο σταθμικό κόστος δανεισμού γύρω στο 4% ετήσια, το δημόσιο χρέος αυξανόταν κατά μέσο όρο γύρω στα 17 δις ευρώ κάθε χρόνο και η ετήσια εξυπηρέτησή του γύρω στα 6 δις ευρώ. Αν λοιπόν το δημόσιο χρέος της Ελλάδας υποστεί ένα «κούρεμα» της τάξης του 30% και κατέβει από τα 300 δις ευρώ στα 210, θα καλυτερέψουν τα πράγματα; Ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι με κάποιον μαγικό τρόπο οι αγορές αποφασίσουν να κατεβάσουν τα επιτόκια από το 7% και πλέον που είναι σήμερα, στο 4% μόνο και μόνο γιατί έτσι θέλει ο κ. Μπινιάρης, τότε τι θα συμβεί; Αυτό που θα συμβεί είναι ότι το δημόσιο χρέος της χώρας θα έχει επανέλθει στο σημερινό επίπεδο μέσα σε λιγότερο από μια πενταετία. Κι όλα αυτά θεωρώντας ότι θα έχουμε τις συνθήκες δανεισμού που υπήρχαν στις διεθνείς αγορές την περίοδο 2001-2009. Πράγμα αδιανόητο για όλους τους αναλυτές ανά τον κόσμο. Το καλύτερο δυνατό σενάριο αναδιάρθρωσης που μπορεί να σκεφτεί ο κ. Μπινιάρης είναι να αναβάλει την επίσημη πτώχευση της χώρας για μια πενταετία. Εύγε.
Κι εν τω μεταξύ; Τι θα έχει συμβεί εν τω μεταξύ; Τι «αποζημιώσεις πιστωτικού κινδύνου» θα δοθούν στους κατόχους των ελληνικών ομολόγων που θα δεχθούν το «κούρεμα»; Ή μήπως θα το κάνουν για την ψυχή της μάνας τους; Εκτός κι αν υπάρχει σοβαρός άνθρωπος που πιστεύει τον ισχυρισμό του κ. Μπινιάρη ότι «δεν θα έχουν άλλη επιλογή». Λες και μιλάμε για τον μπακάλη της γειτονιάς που δεν μπορεί να εισπράξει βερεσέδια. Όσο βρισκόμαστε εντός του ευρώ οι δανειστές έχουν πάντα εναλλακτική επιλογή. Κι αυτή είναι η κατοχή και η δήμευση της χώρας. Αυτό δηλαδή που γίνεται σήμερα με το καθεστώς της τρόικας.
Χώρια το γεγονός ότι εντός του ευρώ, η χώρα ακόμη κι αν το επιθυμούσε δεν θα μπορούσε να αναδιαπραγματευτεί το χρέος της. Το κάνει η τρόικα στο όνομά της. Και η αναδιάρθρωση που θα υπάρξει δεν θα πάρει καθόλου υπόψη της το αν μπορεί ή όχι να σηκώσει το βάρος η χώρα και ο λαός της. Το βασικό κριτήριο είναι τι συμφέρει τις ευρωπαϊκές τράπεζες, τα επενδυτικά κεφάλαια και το ευρώ. Γι’ αυτό και σήμερα ο Έλληνας εργαζόμενος χάνει εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα που είχε κατακτήσει από την εποχή της πρώτης κυβέρνησης του Ελευθερίου Βενιζέλου στις αρχές του 20ου αιώνα. Γι’ αυτό και συντρίβεται το εισόδημα του και καταργείται η κοινωνική ασφάλιση. Γι’ αυτό και καταδικάζεται στην ανεργία και την ανέχεια. Γι’ αυτό και ο ελευθεροεπαγγελματίας, ο βιοτέχνης, ο αγρότης και ο μικρομεσαίος αντιμετωπίζει τον απόλυτο αφανισμό. Γι’ αυτό και ολόκληρη η χώρα έχει βγει στο σφυρί. Πόσο Μπινιάρης πρέπει να είναι κανείς για να πιστέψει έστω και για μια στιγμή ότι υπό αυτές τις συνθήκες μπορεί να υπάρξει αναδιαπραγμάτευση και αναδιάρθρωση του χρέους έστω και κατά φαντασία υπέρ της χώρας και του λαού;
Τέλος, να μου επιτρέψετε να θεωρώ τον χρόνο μου αρκετά πολύτιμο για να τον καταναλώνω με ανθρώπους που δεν γνωρίζουν ούτε καν τα βασικά στοιχεία του προβλήματος και αρκούνται να αναμασούν ότι διαβάζουν στον τύπο και μάλιστα σ’ ένα μόνο κομμάτι της διατεταγμένης δημοσιογραφίας. Όσο για τα περί παγκόσμιας κρίσης του καπιταλισμού, δεν θεωρώ ότι ο κ. Μπινιάρης έχει τα προσόντα για να συζητήσει μαζί μου τόσο σοβαρά προβλήματα θεωρίας με τα οποία ασχολούμαι από εικοσαετίας, δηλαδή από την εποχή ακόμη που οι «αυθεντίες» του έλεγαν ότι το ζήτημα της κρίσης έχει πάψει προ πολλού να αποτελεί αντικείμενο της οικονομικής θεωρίας. Μπορεί το κραχ του 2008 να τους ξύπνησε από τον λήθαργο της νεοφιλελεύθερης αποχαύνωσης που είχαν βυθιστεί, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούν στα σοβαρά να προσεγγίσουν τα ζητήματα που αναδεικνύει η σύγχρονη παγκόσμια κρίση.


Δημήτρης Καζάκης
15/7/2010

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΚΑΙ ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ του Χρ. Βανδώρου

Τρίτη, 20 Ιουλίου 2010
ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΚΑΙ ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ



του Χρ. Βανδώρου

Η πορεία της ασφάλισης ξεκινά από τόσο μακριά, όσο παλιά είναι και η αγωνία του εργαζόμενου ανθρώπου για την επιβίωση του στις περιπτώσεις απώλειας της ικανότητας του για εργασία. Από την αρχική μορφή, την αποταμίευση μέχρι τις πιο προωθημένες μορφές ασφάλισης, η ιστορική διαδρομή χαρακτηρίζεται από την αγωνία του εργαζόμενου προκειμένου να εξασφαλίσει τον εαυτό του & την οικογένεια του από τις πιθανές περιπτώσεις ασθένειας, αναπηρίας, θανάτου, γενικά κάθε αδυναμίας για εργασία. Στην ιστορικά αυτή διαδρομή η ασφάλιση καθοριζόταν από τον τρόπο παραγωγής των υλικών αγαθών και οι μορφές , η έκταση , ο χαρακτήρας της προσδιοριζόταν από τους αντικειμενικούς οικονομικούς νόμους του κοινωνικού συστήματος που υπήρχε. Έτσι στη φεουδαρχία οι συντεχνίες φρόντιζαν για τα μέλη τους. Στον καπιταλισμό ο πενιχρός μισθός του εργάτη δεν του επέτρεπε την αποταμίευση. Τότε δημιουργήθηκαν οι πρώτες μορφές ταξικής αντίστασης , μια από τις οποίες ήταν οι σύλλογοι φιλίας και αλληλοβοηθείας, πρώτη μορφή εργατικής αλληλεγγύης. Αργότερα τα συνδικάτα που προέκυψαν καταπιάστηκαν και με το πρόβλημα της ασφάλισης.


Το εργατικό κίνημα περνώντας από την ουτοπία στον επιστημονικό σοσιαλισμό έφτασε να διατυπώσει το πρόγραμμα του το οποίο πέρασε στη σφαίρα του πραγματοποιήσιμου όταν το 1918 η Οκτωβριανή επανάσταση "ψήφισε " την πλήρη κοινωνική ασφάλιση όλων ανεξαιρέτως των εργαζομένων. Στο σημείο αυτό θεωρούμε αναγκαία μια βαθύτερη ιστορική ματιά και αυτό γιατί η πορεία του συνδικαλιστικού κινήματος αλλά και η ανίχνευση του ρεφορμισμού σαν δομικό του στοιχείο είναι κατά την άποψη μας άρρηκτα δεμένη με την πορεία της ασφάλισης. Κατά κύριο λόγο από μόνη της η "ασφάλιση" είναι ικανή να προδιαγράψει ολοκληρωμένα μια συνδικαλιστική παράταξη η ακόμα και ένα κόμμα, καθώς γύρω από αυτήν θα περιπλεχθεί το κουβάρι των κοινωνικών σχέσεων, ημερομίσθιο, αξιοποίηση αποθεματικών -οικονομικός κύκλος- εργάσιμος χρόνος , ελεύθερος χρόνος.


ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΙΣΗ


Στην Ευρώπη η ασφάλιση ξεκινά δεμένη στο κατάρτι των συντεχνιών. Τα βρετανικά συνδικάτα καταναλώνονται σε δημιουργία συνεταιρισμών καθώς και συλλόγων φιλίας και ασφάλισης. Θεωρούσαν πως τα συστήματα αλληλεγγύης ήταν απαραίτητα για την ανάπτυξη των συνδικάτων και συνέδεαν τον συνδικαλισμό με αυτά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι πως οι συνδικαλιστές των συντεχνιών αντιμάχονταν κάθε κυβερνητικό σχέδιο κοινωνικής ασφάλισης γιατί θεωρούσαν πως θα έχαναν κομμάτι της εξουσίας των. Ουδέποτε συνδικαλιστής εκλεγμένος σε κοινοβούλιο εκείνα τα χρόνια ζήτησε η προώθησε νόμο για θέσπιση πχ επιδομάτων ανεργίας κτλ.


Το ίδιο πνεύμα επικράτησε και στην Αμερικάνικη Ομοσπονδία Εργασίας. Οι φραγμοί αυτοί άρχισαν να υποχωρούν κάτω από την πίεση και την πάλη της μεγάλης μάζας των εργαζομένων που κατά κύματα εισέρεαν στην βιομηχανία . Ας αναφερθεί ότι στην Αγγλία το πρώτο ισχυρό χτύπημα οι συντεχνίες το δέχτηκαν στην απεργία των λιμενεργατών τον Αύγουστο του 1889 με γραμματέα της απεργιακής επιτροπής την Ελεάνορ Άβελιζκ - κόρη του Μάρξ -. Στη Γαλλία εμφανίστηκαν τα λεγόμενα χρηματιστήρια εργασίας τα οποία διέθεταν ταμεία ανεργίας και ατυχημάτων. Όμως αυτή την περίοδο έχουμε την είσοδο για πρώτη φορά της αυτονομίας των συνδικάτων στη πολιτική σκηνή, και μάλιστα σόλο το μήκος και πλάτος. Στην Αγγλία οι friendly societies με πάνω από 5 εκατομ. Μέλη οργανώνουν σχολεία συνεργατικές κτλ. Οι γερμανοί το 1890 φτάνουν τα 800.000 μέλη οι χαρτιστές με τα σχολεία τους παλεύουν την «καθαρά προλεταριακή εκπαίδευση» κτλ. Η ανάπτυξη της μεγάλης βιομηχανίας χτυπά τις συντεχνίες αλλάζοντας την πορεία της κοινωνικής ασφάλισης. Τώρα στο βαθμό που ζητούμενο είναι η σταθεροποίηση των εργατικών δυνάμεων σε συγκεκριμένο χώρο - χρόνο αναπτύσσονται από τους εργοδότες μορφές κοινωνικής ασφάλισης.


Η Κ.Α θα δεθεί με την βιομηχανία στο βαθμό που είναι αναγκαίο να "σταθεροποιηθεί" ο εργάτης . Μια δυναμική ισορροπία στην οποία το ένα άκρο θα κρατήσει και η κοινωνική λεγόμενη ασφάλιση. Έτσι η ασφάλιση Αμερικάνικου τύπου θα εμφανιστεί σαν όργανο ρύθμισης - ελέγχου της εργατικής δύναμης στο βαθμό που απαλλάσσεται η βιομηχανία από πρόσθετα έξοδα συντήρησης και αναπαραγωγής της εργατικής τάξης. Για τον ίδιο λόγο στη Γαλλία οι 2 τομείς που πρωτογνώρισαν πραγματικά συστήματα ασφάλισης είναι τα ορυχεία και οι σιδηρόδρομοι. Στα ορυχεία θα αρχίσει το 1852 μετά από τρομερές καταστροφές των ορυχείων της Ρουρ με αυτοκρατορικό διάταγμα, καθώς δεν υπήρχαν πρόθυμοι εργάτες για εργασία-αυτοκτονία. Σε σχόλιο της εποχής διαβάζουμε."....για να αναπτύξει τα ορυχεία της Λιέγης το κράτος δημιουργεί ένα πραγματικό ταμείο εργατικών ασφαλίσεων..."


Ανάλογο σύστημα εγκαινιάζει ο Βίσμαρκ στη Γερμανία με σκοπό την τάχιστη ανάπτυξη της βιομηχανίας. Μεμονωμένες βιομηχανίες ξεκινούν συστήματα ασφάλισης προκειμένου να εξελιχθούν. Οι κύριες μορφές οργάνωσης της παραγωγής από τους εργοδότες θα είναι το οικοτροφείο και η πόλη εργοστάσιο. Οι δύο αυτές μορφές ενώ έλυναν το πρόβλημα συγχρόνως το καθιστούσαν εντονότερο καθώς έθεταν φραγμούς στην κινητικότητα των εργαζομένων η οποία αποτελεί θεμελιώδη λίθο στην καπιταλιστική παραγωγή, η οποία στις μέρες μας καθιστάτε βασική ανάγκη.(στα πλαίσια του Νεοφιλελευθερισμού).Ειδικά στους σιδηροδρόμους εφαρμόστηκε σαν κίνητρο παραμονής στην εργασία αυτή. Έτσι η ανάπτυξη της βιομηχανίας μαζί με την κατανάλωση της εργατικής δύναμης φέρνει και τον καινούργιο τρόπο ανασύσταση της. Όλα καλά αλλά γεννιέται η ανησυχία στο κεφάλαιο μήπως ριζώσει στον λαό η "αυταπάτη" πως ο εργαζόμενος αποκτά εισόδημα και χωρίς να εργάζεται. Άρα πρέπει να μπει αδιαπραγμάτευτη αρχή πως ασφάλιση δικαιούται μόνο όποιος βρίσκεται σε αναγκαστική αργία , με ανάλογες κάθε φορά προϋποθέσεις.


Το κόστος της ασφάλισης, καλλίτερα της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης θα το αναλάμβανε το κράτος αφού 1. Υπήρχε ανάγκη σε εθνικό επίπεδο να προωθηθούν τα σχέδια της αστικής τάξης.2. Η κινητικότητα των εργαζομένων δεν επέτρεπε στον καπιταλιστή να οικοδομήσει αυτόνομο σύστημα ασφάλισης. Η μετάβαση από τα αυτόνομα ταμεία αλληλοβοηθείας στην κρατική ασφάλιση σηματοδοτεί και την «προσαρμογή» των εργαζομένων, το δέσιμο τους στην αστική τάξη. Ένα ολόκληρο πλέγμα που περιλαμβάνει ασφάλεια , παιδεία, υγεία, επιτήρηση και καταστολή εξυφαίνεται. Τα συνδικάτα συνδιαχειριζόμενα τα κρατικά ταμεία και όχι μόνο «ανέδειξαν» την αντίφαση που ενυπάρχει εντός τους. Από τη μια μεριά εχθρότητα απέναντι στο κεφάλαιο και από την άλλη αναγνώριση και εξασφάλιση εντός της καπιταλιστικής σχέσης με εγγυητή το κράτος. Τελικά στην Ευρώπη οικοδομήθηκε , με βάση την κοινωνική ασφάλιση το λεγόμενο κράτος πρόνοιας (ουσιαστικά μετά το 1940) το οποίο δεν ταυτίζεται αποκλειστικά με αυτήν. Το κράτος περιβλήθηκε με τον μανδύα του προστάτη των εργαζομένων, του ουδέτερου εξισοροπιστή των ταξικών διαφορών και αντιθέσεων αλλά και υπεράνω αυτών.


ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΙΣΗ


Στο ψήφισμα της 1μαη εκδήλωσης του 1894 η εργατική τάξη δια του Καλλέργη θα ζητήσει "...να απονέμεται σύνταξης εις τους εκ της εργασίας παθόντας και καταστάντας ανικάνους προς συντήρησιν εαυτών και της οικογενείας των..." Από τότε σόλα σχεδόν τα καταστατικά ομίλων, συνδέσμων, σωματείων, θα επαναλαμβάνονται τα παραπάνω. Στο καταστατικό του ΣΤΕΤ (Σύνδεσμος Εργατικής Τάξης) του Δρακούλη θα γραφεί "...η πολιτεία οφείλει να νομοθετήσει συντάξεις δια τους υπερηλίκους εργάτας να θεσπίσει ασφαλιστικόν σύστημα κατά του κινδύνου της ανεργίας..." Στο πρόγραμμα του Σοσιαλιστικού Κέντρου Αθήνας του Γιαννιού θα ζητηθεί "... Η παροχή της ιατρικής της παιδείας και της δικαιοσύνης δωρεάν...καθώς και σύσταση εθνικής ασφάλειας που θα φροντίζει για τις ασθένειες τα δυστυχήματα την ανικανότητα τα γεράματα και την ανεργία των εργατών..."


Όλα αυτά οι καπνεργάτες οι σιδηροδρομικοί, οι τυπογράφοι οι λιμενεργάτες θα τα διεκδικήσουν μέσα από σκληρές συγκρούσεις. Θα πιέσουν για νομοθετική ρύθμιση-κατοχύρωση της ασφάλισης. Το 1922 με το νόμο 2868 ιδρύεται ταμείο με εισφορές 3% εργοδοτών 6% εργατών. Ποτέ δεν εφαρμόστηκε. Στις προεκλογικές περιόδους τα κόμματα εξουσίας ξέθαβαν την ασφάλιση και την έθαβαν μετά τις εκλογές. Στα 1930 ξεκινάει η ΓΣΕΕ καθυστερημένα τη μάχη της ασφάλισης. Στις 1/3/1930 αντιπροσωπία της επισκέπτεται τον πρωθυπουργό Βενιζέλο και του θυμίζει τις προεκλογικές του δεσμεύσεις. Ο τελευταίος όχι μόνο αρνήθηκε αλλά ζήτησε να παραδεχτεί επίσημα η ΓΣΕΕ ότι ποτέ αυτός δεν έδωσε τέτοιες υποσχέσεις. Βέβαια μέχρι το 1930 έχουν ιδρυθεί πάνω από 30 ταμεία σύνταξης που καλύπτουν 70.000 μέλη. Στη μεγάλη τους πλειοψηφία αφορούν τραπεζοϋπαλλήλους, δημόσιους υπαλλήλους και στρατιωτικούς. Οι τελευταίοι έχουν ταμείο από το 1852(ξηράς) και από το 1856 (πολεμικού ναυτικού). Στα 1932 με το νόμο 5733 και με τον 6296/34 μπαίνει η βάση ίδρυσης του ΙΚΑ, το οποίο αρχίζει την λειτουργία του το 1937.


Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε πως ο θεσμός της ασφάλισης στην Ελλάδα δεν ξεκίνησε για να καλύψει ανάγκες των εργαζομένων αλλά χρησιμοποιήθηκε για ενσωμάτωση συγκεκριμένων ομάδων διασυνδεόμενων με διαχείριση της κρατικής εξουσίας (στρατιωτικοί κτλ). Έτσι το 1934 από τους 2.300.000 εργαζόμενους ασφαλισμένοι είναι 208.000. Η ασφάλιση των αγροτών ξεκινά το 1961( Ν. 4169/61) η επέκταση του ΙΚΑ ολοκληρώνεται το 1982 με ταυτόχρονη ίδρυση του ΤΕΑΜ, το ΤΣΜΕΔΕ ΤΟ 1934, το ΤΕΒΕ το 1934 κτλ. Το 1945 έχουμε την ασφάλιση ανεργίας, την παροχή οικογενειακών επιδομάτων το 1958. Παράλληλα από το 1930 ξεκινά η δημιουργία των επικουρικών ταμείων από ομάδες εργαζομένων με δυνατή συνδικαλιστική παρουσία και εξασφάλιση. (μέταλλο 1935, Αρτοποιοί 1936, λιπάσματα 1937, γενίκευση μετά το 1982. Μία παρένθεση είναι αναγκαία. Το ΙΚΑ αναλαμβάνει παροχές σύνταξης ασθένειας ατυχήματος. Ανεργία, στράτευση, Οικογενειακά επιδόματα υπάγονται στον ΟΑΕΔ.


Κράτος πρόνοιας στην Ελλάδα αντίστοιχο της Ευρώπης δεν δημιουργήθηκε. Μόνο στη πρώτη περίοδο διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ πάρθηκαν ορισμένα κοινωνικά μέτρα τα οποία πολύ σύντομα καταργήθηκαν. ΤΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΟ το οποίο ξεφεύγει από τους εκπροσώπους μας, τα μέτρα αυτά δεν πάρθηκαν για να προχωρήσει η βιομηχανία στη χώρα όπως στην Ευρώπη, αλλά για βοηθήσει τη συσσώρευση κεφαλαίου στην Ελλάδα, να ορθοποδήσει η αστική τάξη που τα χρόνια εκείνα βρισκόταν σε ιδιαίτερα δύσκολη θέσει (προβληματικές κτλ).Έτσι ιστορικά , πολιτικά, κοινωνικά, είναι άτοπο η συνδ. ηγεσία να παλεύει το νεοφιλελευθερισμό από θέσεις κράτους πρόνοιας το οποίο ουδέποτε υπήρχε στην Ελλάδα, αλλά και το οποίο όπου δημιουργήθηκε είναι άλλες οι συνθήκες ανέλιξης και ύπαρξης του.


ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΙΣΗ


Ένα από τα μεγαλύτερα αρνητικά του παρόντος συστήματος πρόνοιας είναι ότι όχι μόνο υπονομεύει και καταστρέφει την οικογένεια αλλά επίσης δηλητηριάζει τις πηγές της ιδιωτικής φιλανθρωπικής δραστηριότητας...""...πρέπει να συρρικνωθεί η κοινωνική ασφάλιση σταδιακά ζητώντας από τον κόσμο να κάνει τις δικές του ρυθμίσεις για την σύνταξη του..." Ο νεοφιλελευθερισμός μέσα από τα γραπτά του Μ. Φρίντμαν βάζει τα πράγματα στη θέση τους. Η γραμμή της αστικής τάξης είναι ξεκάθαρη. Δύο λέξεις κλειδιά "δικές του ρυθμίσεις¨ και "σταδιακά". Πράγματι η επίθεση στα ασφαλιστικά κεκτημένα κλιμακώνεται πάνω από 20 χρόνια παγκόσμια.. Προφανώς για να δοθεί ευκαιρία στους Λάτσηδες να ασκήσουν την φιλανθρωπική δραστηριότητα τους. Στο ίδιο διάστημα γιγαντώνονται οι ιδιωτικές εταιρείες ασφάλισης. Στο βαθμό δε που οι εργαζόμενοι δεν συναινούν οι κυβερνώντες θα προετοιμάσουν τη μετατροπή της κοινωνικής σε ιδιωτική, όπου οι παροχές είναι σχετικές με το πακέτο που πληρώνει ο εργαζόμενος και αποδέχεται ο ασφαλιστής και όχι βάση της ανάγκης του εργαζόμενου.


Πάλι το ασφαλιστικό πακέτο εξαρτάται από εξωγενής ως προς τον εργαζόμενο παράγοντες με τρόπο που πάντα να καλύπτεται ο ασφαλιστής από ζημιά. Βασικά επιχειρήματα τους, τα ελλείμματα των ταμείων, οι υψηλές παροχές, τα χαμηλά ασφάλιστρα, η σχέση συνταξιούχων προς εργαζόμενους κτλ. Στην πραγματικότητα διακαής πόθος του κεφαλαίου είναι να μηδενίσει το λεγόμενο μη μισθολογικό κόστος-βασικά τη συμμετοχή του κεφαλαίου στην ασφάλιση, προκειμένου να αυξήσει το ποσοστό κέρδους και την ανταγωνιστικότητα του προϊόντος του. Δυστυχώς στην Ελλάδα σε πολύ μεγάλο βαθμό έχει επιτευχθεί για τους ασφαλισμένους στο ΙΚΑ. Οι νέες εργασιακές σχέσεις βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με το καθεστώς ασφάλισης καθώς δημιουργούν ολοκληρωμένα τις προϋποθέσεις όχι μόνο μικρής καταβολής ασφαλίστρου έως καθόλου, αλλά κύρια κατάργηση της κοινωνικής ασφάλισης.


Η εργασία των μεταναστών, η ανεργία η μειωμένη απασχόληση που μεταφράζονται σε 30% του εργατικού δυναμικού δημιουργούν κίνητρα αποφυγής στη καταβολή της εισφοράς και εισφοροκλοπής από τον εργοδότη. Το μέγεθος του προβλήματος είναι μεγάλο. Ας προσπαθήσουμε να απαντήσουμε .


Υπάρχει πράγματι σοβαρή μείωση των αποθεματικών των ταμείων. Η μείωση αυτή προέκυψε από την κατάθεση των αποθεματικών στην Τράπεζα της Ελλάδας με επιτόκιο που καθοριζόταν από τις κυβερνήσεις (νομισματική επιτροπή) με τον αναγκαστικό νόμο 1611/1950. Από το 1951 μέχρι το 1954 το επιτόκιο ήταν 5% ενώ ο πληθωρισμός έφτανε το 15,1% και το επιτόκιο των καταθέσεων 7%. Από το 1954 έως το 1971 το επιτόκιο είναι 4,00% .Από το 1972 έως το 1973 ο πληθωρισμός κλιμακώνεται από 15,5% έως 26,8% με επιτόκιο κατάθεσης από 4%. Τα δύο αυτά χρόνια τα πλεονάσματα των ταμείων έχασαν το 1/3 της αξίας των. Μόνο για το ΙΚΑ η απώλεια εσόδων από διαφορά επιτοκίων από το 1970 έως το 1987 ανέρχεται σε 500 εκατ. Ε.


Την ίδια ώρα τα ταμεία δανείζονταν από τις τράπεζες με επιτόκια έως 32%. Οι επιβαρύνσεις του ΙΚΑ από τόκους δανείων την περίοδο 1982 - 1989 ξεπέρασαν τα 700 εκατ. Ε. Το σημαντικότερο. Την περίοδο 1950 - 1980 τα ταμεία βρίσκονταν σε περίοδο κεφαλαιοποίησης και μετά πέρασαν στη διανεμιτική περίοδο. Η σχέση ασφαλισμένων/συνταξιούχων για το ΙΚΑ ξεκινά από 17,27/1 το 1950 και φτάνει 2,77/1 το 1990. Βέβαια η σχέση αυτή και πλαστή είναι λόγω της διευρυμένης εισφοροδιαφυγής και επικίνδυνη για το συνδικαλιστικό κίνημα να την κάνει σημαία του. Όσο για την θεωρία των προστίμων για μη πληρωμή ασφαλίστρων? Σίγουρα ακόμη και αν οι ανύπαρκτοι ελεγκτικοί μηχανισμοί την καταγράψουν, σίγουρα τα τελικά πρόστιμα είναι μικρότερα από το κέρδος των εργοδοτών αν οι τελευταίοι τα είχαν επενδύσει.


Επί Ν.Δ ενώ οι δανειακές ανάγκες του κράτους αυξάνονται απαγορεύτηκε στα ασφαλιστικά ταμεία να επενδύουν τα διαθέσιμα τους σε τίτλους του δημοσίου Από το 1980 δεν υπάρχουν πλεονάσματα, αλλά δάνεια όπως παραπάνω γράφτηκε. Από το 1994 έως το 2004 βάση του νόμου 2042/92 επιτρέπεται το 20% των διαθεσίμων να επενδύονται σε μετοχές και ακίνητα και σε τίτλους δημοσίου. Την ώρα της χρηματιστηριακής φούσκας το ΠΑΣΟΚ επέλεξε να αυξήσει το όριο επένδυσης από 20% σε 23% (ν. 2676/99) κάνοντας γαργάρα και τις υπερβάσεις του ορίου αυτού. Συγχρόνως μέρος των αποθεματικών ταμείων κατευθύνεται στο χρηματιστήριο για αποκρατικοποιήσεις Δημόσιων οργανισμών. Με το νόμο 2216/94 δημιουργείται κεφάλαιο στην τράπεζα της Ελλάδας από τα μη επενδυμένα κεφάλαια ασφαλιστικών ταμείων και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που επενδύονται σε τίτλους του ελληνικού δημοσίου από τη δευτερογενή αγορά.


Η απόδοση και αυτών των κεφαλαίων ξεκινά από 8,2% το 1994 και φτάνει 1% στα 2004 σε αποπληθωρισμένες τιμές, τα δε 2005 και 2006 οι αποδόσεις είναι οριακές. (Στις 31-12-05 τα ταμεία είχαν καταθέσει στο κοινό ταμείο της Τράπεζας της Ελλάδας 11,1 δις Ε). Συνολικά περίπου στα 60 δις Ε υπολογίζεται η απώλεια των αποθεματικών από 1950 έως 1975. 3,5 δις ευρώ χάθηκαν στο τζογάρισμα, περίπου 9 δις χρωστάει το κράτος και 3,2 δις χρωστούν οι ιδιώτες στο ΙΚΑ. Το κράτος ουδέποτε τήρησε την υποχρέωση του για καταβολή κεφαλαίων στην κοινωνική ασφάλιση. Τόσο προηγουμένως με το νόμο Σιούφα σύμφωνα με τον οποίο έπρεπε να δίνει 10% (3/9) για τους μετά το 1993 εργαζόμενους όσο και τώρα που υποχρεώνεται σε 1% του ΑΕΠ ετησίως. Να σημειώσουμε εδώ πως η πλειοψηφία της ΓΣΕΕ που αποδέχτηκε το νόμο Ρέππα, και την μετατροπή του 10% (3/9) σε 1% του ΑΕΠ ουσιαστικά αβαντάρισε τις κυβερνήσεις αφού τα αντιστοιχούντα ποσά και η διαφορά τους όπως φαίνεται στα παρακάτω είναι.


ΕΤΟΣ 3/9 1% ΔΙΑΦΟΡΑ
2003 2,555 1,373 -1,182
2004 2,004 1,450 -1,317
2005 2,915 1,611 -1,304


Όλα αυτά για να δούμε το πόσο προβληματική μπορεί να είναι η ασφάλιση στη χώρα μας και να προδιαγράψουμε την συνέχεια. Πριν όμως ας δούμε ένα ερώτημα....


Υπάρχει σχέση ασφάλισης και φορολογίας? Ο επιχειρηματίας στη πραγματικότητα δεν πληρώνει κανένα ασφάλιστρο, καθώς όλο το ποσό προέρχεται από την εργασία του εργάτη. Φαίνεται όμως πως πληρώνει ενώ την ίδια ώρα σαν σύνολο τάξης ο καπιταλιστής και εκμεταλλεύεται δωρεάν τα αποθεματικά των ταμείων, και κερδίζει από τους τόκους δανειοδότησης των ταμείων, αλλά και υπολογίζει το ποσοστό κέρδους του στο τελικό προϊόν βάση των "συνολικών " εξόδων του άρα βγάζει κέρδος και από τη "συμμετοχή" στο ασφάλιστρο.


Το πρόβλημα των ταμείων δεν είναι λογιστικό. Είναι πολιτικό και σαν τέτοιο πρέπει να το αντιμετωπίσουμε.
Στόχος σήμερα είναι η μετατροπή της ασφάλισης από διανεμητική σε ανταποδοτική-κεφαλαιοποιητική. Ας δούμε τους όρους.


Διανεμητικό είναι το ασφαλιστικό σύστημα όταν οι εισφορές καλύπτουν τις παροχές στο δοσμένο χρόνο. Τα αποθέματα θα είναι μικρά, ικανά να αντιμετωπίσουν απρόβλεπτα έξοδα.
Ανταποδοτικό – κεφαλαιοποιητικό, είναι όταν οι ασφαλιστικές παροχές είναι ανάλογες των εισφορών ενός εκάστου.


Αναδιανεμητικό σύστημα έχουμε όταν βοηθάει στην αναδιανομή των παροχών ενισχύοντας τα χαμηλότερα στρώματα επεμβαίνοντας σε βάρος της ανταποδοτικότητας.
Ο συνταξιούχος καταναλώνει προϊόντα που παράγονται στο παρόν από εργαζόμενους. Αυτές οι αξίες χρήσεις δεν αποθεματοποιούνται. Άρα αυτή καθεαυτή η πράξη της ασφάλισης είναι διανεμητική.
Όχι λέει ο νεοφιλελευθερισμός. Οι εργαζόμενοι πρέπει να καταθέτουν τόσα χρήματα σαν εισφορά ώστε να υπάρχουν χρηματικά αποθέματα Τα αποθέματα θα αξιοποιούνται σαν μετοχές και τα κέρδη από τα αποθεματικά θα μοιράζονται αναλογικά με ότι ο καθένας προσέφερε σαν εργαζόμενος. Σαυτή τη βάση στηρίζεται και η ιδιωτική ασφάλιση. Επειδή όμως δεν μπορούν να πλασάρουν κατευθείαν την ιδιωτική ασφάλιση ιδιωτικοποιούν την κοινωνική. Δέχονται δηλαδή τη συμμετοχή του κράτους σαν εθνική σύνταξη που θα καλύπτει εν είδη βοηθήματος τύπου ΕΚΑΣ το σύνολο η το μεγαλύτερο μέρος των ηλικιωμένων.


Προκειμένου να περάσουν αυτή τη θέση την ανάγκη της κεφαλαιοποίησης, δεν έχουν παρά να κινδυνολογήσουν. Το ΝΑΤ "χρεοκόπησε" το ΙΚΑ το ίδιο κτλ. Όσο για τα υγιή λεγόμενα ταμεία προβλέπουν οι αναλογιστικές μελέτες τους πολύ γρήγορα τη συντέλεια του κόσμου. Επικαλούνται δήθεν δημογραφικές εξελίξεις. Η αλήθεια παραμένει Τα ασφαλιστικά ταμεία πρέπει να χρεοκοπήσουν για να πλουτίσει ο άλλος πόλος. Αν το εργατικό κίνημα πέσει στη παγίδα του κεφαλαιοποιητικού-ανταποδοτικού θα αποδειχθεί πολύ σύντομα πως θα υπάρχουν υγιή ταμεία μόνο αν δεν δίνουν συντάξεις.


Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΘΕΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗΣ & του Χρηματιστηρίου


Ας υποθέσουμε πως εργαζόμενος αποθεματοποιεί μέσω κεφαλαιοποιητικού συστήματος για 30 χρόνια. Ποιος εξασφαλίζει τις αποδόσεις? ειδικά αν το σύνολο του πληθυσμού ακολουθεί τον ίδιο δρόμο? Το παράδειγμα της Χιλής της Ενρον και 10δων εταιρειών είναι εύγλωττο. Πέρα από αυτά. Τα αποθέματα σωρεύονται σαν χρήμα. Το σύγχρονο χρήμα όλο και περισσότερο παύει να είναι εμπόρευμα, δεν αντιστοιχεί σε σταθερές αξίες, δεν αποθησαυρίζετε. Η κεντρικές τράπεζες σε επίπεδο πλανητικό (3-4 μόλις) ρυθμίζουν την αξία του χρήματος με δημοσιονομικά μέτρα, όπως και τα επιτόκια, ρυθμίζουν τις δανειοδοτήσεις, εκδίδουν πρόσθετο χρήμα , γνωρίζοντας πως ο κίνδυνος πληθωρισμού είναι μικρός. Τα αποθεματικά των ταμείων αποδίδουν σαυτό το καθεστώς ελάχιστο τόκο περίπου 2-3% , άλλο τόσο στις τράπεζες,(διαφορά χορήγησης-κατάθεσης) και στους χρηματιστηριακούς παράγοντες αμύθητα ποσά.


Συμπέρασμα. Τα αποθεματικά τώρα και πάντα αξιοποιούνται, αποδίδουν , αλλά την απόδοση καρπώνονται οι τράπεζες και οι κατέχοντες, χωρίς να χρησιμοποιούν δικό τους κεφάλαιο. Στη περίπτωση των μετοχών θα έχουμε χειρότερα αποτελέσματα. Το χρηματιστηριακό σύστημα απορροφά τεράστια ποσά δημιουργώντας στη πραγματικότητα χρηματοοικονομικές πυραμίδες. Αυτές αφενός "τρώνε" το πληθωρισμό αφετέρου δημιουργούν συνθήκες κατάρρευσης επενδύσεων. Κάποια στιγμή σε σύντομα χρονικά διαστήματα πολύ μικρότερα από τον κύκλο ζωής του εργαζόμενου θα καίνε τις επενδύσεις για να αναζωογονήσουν τον κύκλο της κερδοφορίας τους. Το σλόγκαν είναι να βρούμε σωστούς μάνατζερ να επενδύουν σε κερδοφόρες μετοχές να αυγατίζουν τα αποθεματικά. Μα αν μπορούσαμε να διακρίνουμε για 50,60 χρόνια αυτές τις μετοχές και τις αντίστοιχες εταιρείες τότε δεν θα υπήρχε χρηματιστήριο...


Πιο είναι όμως το ζητούμενο? Ακριβώς αυτό. Ο εργαζόμενος να σκέφτεται σαν καπιταλιστής, και τα ταμεία του να δουλεύουν σαν τέτοια, αναζωογονώντας τον κύκλο κερδοφορίας του κεφαλαίου. Η χρηματιστικοποίηση της σύνταξης, του μισθού, του ελεύθερου χρόνου, του ατόμου, της κοινωνίας. Στη πραγματικότητα ο ίδιος ο εργαζόμενος γίνεται χρηματιστηριακό προϊόν. Όπως η πορεία μιας μετοχής υπόκειται σε συνεχή αλλαγή της τιμής της, έτσι και το εισόδημα του εργαζόμενου, η ίδια η ζωή του.


Όσο για την 'καθαρή" ιδιωτική ασφάλιση? Αρκεί η ιστορία τόσο χρόνων για να δημιουργήσει αποτρεπτική εικόνα. ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΑΠΑΤΗ.
συμπέρασμα.. η ΑΞΙΟΠΟΊΗΣΗ ΤΩΝ ΑΠΟΘΕΜΑΤΙΚΏΝ ΕΊΝΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΉ ΔΙΑΔΙΚΑΣΊΑ Η ΟΠΟΊΑ ΣΥΝΤΕΛΕΊΤΑΙ ΈΤΣΙ ΚΑΙ ΑΛΛΙΏΣ.


Ο εργαζόμενος καταθέτει στην κοινωνία την υπεραξία της εργασίας τους. Αυτήν κλέβουν οι αστοί, την "απομοιώνουν" με τον άκρατο καταναλωτισμό τους, την καταστρέφουν σε αντιπαραγωγικές κινήσεις. Η εργατική τάξη δημιουργεί τον πλούτο αναγκαίο και ικανό για όλα τα έξοδα της κοινωνίας και των συνταξιούχων κάθε φορά. Επομένως για να προχωρήσουμε στο ασφαλιστικό πρέπει να πατήσουμε σε δύο θέματα ταμπού. Το ένα λέγεται εργατικός μισθός και το άλλο εργασία η το συμπλήρωμα του ανεργία. Χωρίς αυτά κανένα ασφαλιστικό δεν έχει μέλλον. Η συζήτηση δηλαδή του ασφαλιστικού πρέπει να ξεκινήσει, να οριοθετηθεί από τις δύο αυτές παραμέτρους. ΝΑ ΚΑΤΑΝΟΗΘΕΙ ΠΩΣ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΙΣΗ ΚΑΤΟΧΥΡΩΝΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΑΥΤΗΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΕΙΣΦΟΡΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΜΕΡΟΥΣ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ.


Αυτή τη στιγμή όμως πρέπει να επιμείνουμε άλλη μια φορά στο μύθο της αξιοποίησης. Ας υποθέσουμε ότι επιστρέφονται τα κλεμμένα αποθεματικά. Πόσα είναι? Ας δεχτούμε πχ 100- δις Ε. Ως γνωστόν εκτός από τους αριθμομάνατζερ των κυβερνήσεων υπάρχουν και οι αριθμομάνατζερ των εργατικών ενώσεων. Κανείς δεν βγαίνει να μας πει τι θα κάνει αυτά τα αποθέματα. Ας υποθέσουμε όμως εμείς ότι θα αυξήσουμε τις συντάξεις σε τέτοιο ύψος που πραγματικά ζητάμε δηλ στα 1200-1500 Ε. Αν λάβουμε υπόψη ότι το 70% των συνταξιούχων στο ΙΚΑ το σύνολο των συνταξιούχων του παλιού ΤΕΒΕ, σημαντικό ποσοστό των συνταξιούχων άλλων ταμείων, το ΟΓΑ, βρίσκονται με τραγικά χαμηλές συντάξεις. Αν λοιπόν σόλους αυτούς υποθετικά πάμε τις συντάξεις στα 1200-1400 Ε όπως είναι τα συνθήματα μας τότε θα διαπιστώσουμε πως τα κλεμμένα αποθεματικά αρκούν για 2-3 χρόνια το πολύ. ΕΚΤΟΣ ΑΝ ΟΛΟΙ ΟΣΟΙ ΣΤΗΡΙΖΟΥΝ ΤΙΣ Θέσεις τους ΓΙΑ ΤΟ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟ ΣΤΑ ΚΛΕΜΜΕΝΑ ΑΠΟΘΕΜΑΤΙΚΑ ΕΝΝΟΟΥΝ Πως ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ τους ΘΑ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΗΣΟΥΜΕ ΝΑ ΠΑΙΡΝΟΥΜΕ Τις Συντάξεις ΤΩΝ 500 Ε …η ότι θα πρέπει να αξιοποιηθούν με τον τρόπο που η αστική τάξη τα αξιοποιεί καλλίτερα δηλαδή μέσω χρηματιστηρίου…


Η ΥΠΌΘΕΣΗ ΑΥΤΉ ΕΠΑΝΑΦΈΡΕΙ ΜΕ ΔΡΑΜΑΤΙΚΌ ΤΡΌΠΟ 2 ζητήματα κορυφαία κατά την εκτίμηση μας.
Τα συνδικάτα, οι πολιτικές οργανώσεις των εργαζομένων , οι εκπρόσωποι μας σκέφτονται και ενεργούν εντός της καπιταλιστικής σχέσεις.
Η αυτονομία η αυτοτέλεια των συνδικάτων είναι ζητούμενο.
Κείων νόμιμον
«προσέταττε γαρ ο νόμος τους υπέρ εξήκοντα έτη γεγονότας κωνειάζεσθαι…». Η διαφορά από τότε είναι αυταπόδεικτη. Στη Κέα δεν έφτανε η τροφή και οι γέροι άνω των 60 χρόνων με τη θέληση τους έπαιρναν κώνειο. Να σκεφτούμε πως ο μέσος όρος ζωής τότε ήταν πολύ κάτω αυτού του ορίου… Τώρα επιβάλλεται ο κωνειασμός γιατί υπάρχει αφθονία τροφής και μέσων παραγωγής.


Απέναντι στην επίθεση που δεχόμαστε οι εργαζόμενοι να δώσουμε τη μάχη συντεταγμένα και ενιαία. Οι άμεσες διεκδικήσεις πρέπει να είναι τέτοιες που θα έρχονται από το μέλλον και όχι από το παρελθόν του λεγόμενου κράτους πρόνοιας.


Καμία επιβάρυνση στην εργατική εισφορά. Αντίθετα σταδιακή μείωση της. Διεκδίκηση κλεμμένων αποθεματικών για δημιουργία μόνιμου αποθεματικού συνεχώς διευρυνόμενου με ειδική φορολόγηση του Κεφαλαίου. Διοικητικό συμβούλιο ασφαλιστικών ταμείων από εκπροσώπους κυβέρνησης –βουλής και κοινωνικών φορέων εργαζομένων με εργατικό –κοινωνικό έλεγχο χωρίς συμμετοχή εργοδοτών. Να δέσουμε το ασφαλιστικό με την εργασία , τους νεκρούς ασφαλιστικούς χρόνους, το ύψος του μισθού.


Όσον αφορά τους συνταξιούχους, γνώμη μας είναι ο καθορισμός βασικής κατώτατης σύνταξης στο ύψος του εκάστοτε βασικού μισθού, καθώς και ανώτατης, αλλά κύρια η ανίχνευση και διεκδίκηση ενός άλλου δρόμου ο οποίος θα αποεμπορευματοποιεί σε σημαντικό βαθμό την κοινωνική τους λειτουργία, ενδυναμώνοντας την αλληλεγγύη, την συναδελφικότητα.


Δύο λέξεις κλειδιά , δημόσιο αγαθό και κοινωνικός μισθός πρέπει να ανιχνευθούν και να προωθηθούν. Οι εργαζόμενοι να απεγκλωβιστούμε από τη λογική του Κεφαλαίου, να βγούμε έξω από τα συμφέροντα του, αναδεικνύοντας τις δικές μας προτεραιότητες στη βάση των δικών μας αναγκών, που σε καμιά περίπτωση δεν μπαίνουν η γίνονται η αξιοποιούνται στη καταναλωτική διαδικασία.


Ειδικά ο κοινωνικός μισθός να δεθεί με την θεσμοθέτηση κοινωνικού πόρου προερχόμενου όχι από τη
φορολογία άμεση η έμμεση του μισθού αλλά από τη μάζα της υπεραξίας και τη μείωση της. (πχ φορολογία της εκκλησιαστικής περιουσίας, εταιρειών, τραπεζών κτλ).
Άλλωστε οι Έλληνες εργαζόμενοι και συνταξιούχοι έχουμε όλα τα προνόμια.

Έχουμε τις υψηλότερες εισφορές στο σύνολο της Ευρώπης, (34% του συνολικού κόστους εργασίας έναντι 31% στην Ε.Ε των 25).
Έχουμε μέσο όρο συνταξιοδότησης τα 61,7 χρόνια έναντι 60,9.
Έχουμε τις χαμηλότερες συντάξεις και τους χαμηλότερους μισθούς – 52% του μέσου Ευρωπαϊκού.


Στο αίτημα πρόκληση του νεοφιλελευθερισμού,
εργασία από τα σπάργανα μέχρι τα σάβανα, να αντιτάξουμε το ελεύθερος χρόνος στο πλέγμα της εργασίας και πέρα από αυτήν. Σαυτά τα πλαίσια διεκδικούμε όχι μόνο μείωση των ωρών εργασίας αλλά και αύξηση εντός της του ελεύθερου χρόνου, μισθό στον σπουδαστή – φοιτητή, διαφορικά τιμολόγια για τον συνταξιούχο (ρεύμα, τηλέφωνο, θέρμανση, συγκοινωνίες), δημιουργία ομάδων αλληλεγγύης – υποστήριξης κτλ


Να καταλάβουμε πως το εργατικό κίνημα δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια ορχήστρα διαφορετικών χρωμάτων και ήχων. Για να βγει η αρμονία έχει όμως ανάγκη από το μαέστρο της που στη περίπτωση μας είναι το ΟΡΑΜΑ μιας άλλης κοινωνίας στηριγμένης στην αλληλεγγύη στην ισότητα στην αδελφότητα.


ΜΕΡΙΚΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΑΜΕΣΗΣ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ


Θέλουμε να καταθέσουμε μερικές πρώτες προτάσεις οι οποίες κατά τη γνώμη μας μπορούν και να εφαρμοστούν και να δώσουν ίσως διέξοδο .
Να διευκρινίσουμε πως κανένας νόμος, καμία αύξηση των χρόνων εργασίας δεν πρόκειται να σώσει το συνταξιοδοτικό σύστημα. Αυτό γιατί όλες οι ρυθμίσεις των τελευταίων 20 χρόνων, επιδιώκουν ακριβώς αυτό. Την εξαφάνιση της σύνταξης. Είναι χαρακτηριστικό ότι κανένα μέτρο δεν λαμβάνεται για την ανασφάλιστη εργασία. Όλες οι κυβερνήσεις δέχονται ότι το 30% η και περισσότερο ποσοστό εργαζομένων, είναι ανασφάλιστο. Άρα δεν θέλουν να λυθεί το πρόβλημα αλλά να «ρυθμιστεί» μέσα από την καταβολή ενός ελάχιστου προνοιακού επιδόματος , ο τρόπος «αντίδρασης ένταξης και προσαρμογής» του εργαζόμενου στη νεοφιλελεύθερη κοινωνία του χρηματιστηρίου. Σε απάντηση των παραπάνω, το εργατικό κίνημα πρέπει έπρεπε να διεκδικεί
Α) Καθορισμός ελάχιστης εργασίας σε κάθε και για κάθε επιχειρηματική δραστηριότητα με βάση αντικειμενικά κριτήρια. Δεν μπορεί να γίνονται έργα με κρατική χρηματοδότηση η επιδότηση χωρίς να αναφέρεται η ελάχιστη εργασία η οποία θα χρησιμοποιείται και για την οποία θα κατατίθεται ασφάλιστρο. Στη βάση αυτού Επανέλεγχος σε πρώτη φάση, τουλάχιστον των μεγάλων και πολυτελών κτιριακών κατασκευών προκειμένου να αποδοθούν στα ασφαλιστικά ταμεία τα διαφυγόντα έσοδα. Ποινικοποίηση της μη καταβολής ασφαλίστρου.
Β.). Διαφορικό ασφάλιστρο μεταξύ επιχειρήσεων εντάσεως εργασίας και εντάσεως κεφαλαίου.
Γ) Οι επιχειρήσεις οι οποίες χρωστούν στα ασφαλιστικά ταμεία και αρνούνται να αποδώσουν τα ανάλογα ποσά να υποχρεωθούν σε αλλαγή της μετοχικής σύνθεσης τους με ποσοστό υπέρ των ασφαλιστικών ταμείων .
Δ) Καθορισμός ελάχιστης και ανώτατης σύνταξης 1 προς 3. Καμία εξαίρεση στο κανόνα αυτόν. Παράλληλα αποεμπορευματοποίηση βασικών κοινωνικών αγαθών βάση του εισοδήματος. Πχ κάρτα για χαμηλοσυνταξιούχους ώστε να έχουν μείωση στη χρήση δημόσιων συγκ. Μέσων, διαφορικά τιμολόγια στη χρήση νερού, ρεύματος τηλεφώνου κτλ.
Ε) Το ασφάλιστρο επιβάλλεται σαν ποσοστό στο σύνολο του μισθού άρα και στις υπερωρίες κτλ.
Ζ) Ολική και οριστική Καταδίκη του ασφαλιστικού νομοσχεδίου της κυβέρνησης. Η κυβέρνηση αν ενδιαφερόταν να «λυθεί» το ασφαλιστικό θα εύρισκε τρόπο. Ενδιαφέρεται μόνο να ρίξει το κόστος έως μηδενισμού του. Ας σκεφτούμε ένα αντίστοιχο παράδειγμα με τα διόδια. Πρόσθεσαν διόδια στην εθνική για να χρηματοδοτήσουν ιδιωτικές εταιρείες που ακόμη δε ξεκίνησαν το έργο. Όλα αυτά στο όνομα των συμβάσεων. Άραγε η σύμβαση με τους εργαζόμενους δεν ισχύει? Έχουν μεγαλύτερη αξία οι δρόμοι και τα κέρδη 2 επιχειρήσεων από τους εργαζόμενους?
Η) Ίσως είναι καιρός να απεγκλωβιστεί το ασφαλιστικό από τη τριμερή «συνεργασία» Κυβέρνηση- εργοδότης-συνδικάτο.
Οι προτάσεις αυτές αποτελούν ίσως ένα πρώτο πυρήνα σκέψεων και απόψεων. Πολλά ακόμη μπορούν να προστεθούν, να εξηγηθούν να ψαχτούν.