Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου 2010

«Λόμπι των τραπεζιτών το ΔΝΤ»

«Λόμπι των τραπεζιτών το ΔΝΤ»

Από το περιοδικό "Επίκαιρα"


- Η εμπειρία της Αργεντινής επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό της κυβέρνησης ότι η προσφυγή στο ΔΝΤ θα συμβάλει στην επίλυση των διαρθρωτικών της προβλημάτων;
- Ακριβώς το αντίθετο θα συμβεί, με βάση την εμπειρία όχι μόνο της Αργεντινής αλλά και δεκάδων άλλων χωρών από τις οποίες πέρασε ο οδοστρωτήρας του ΔΝΤ. Η οικονομική κατάσταση της Ελλάδας θα επιδεινωθεί και το αποτέλεσμα θα είναι το ένα σχέδιο δημοσιονομικής προσαρμογής που στην πορεία θα χαρακτηρίζεται ακατάλληλο ή ανεπαρκές να αντικαθίσταται από άλλο, που κι αυτό στην πορεία θα αλλάζει κ.ο.κ. Πρόκειται για ένα φαύλο κύκλο, για ένα καταστροφικό αδιέξοδο.
- Δεν είναι δηλαδή αποτέλεσμα των συσσωρευμένων και χρόνιων προβλημάτων της Ελλάδας το γεγονός ότι το Μνημόνιο του Μαΐου ενισχύθηκε με ένα δήθεν επικαιροποιημένο Μνημόνιο τον Αύγουστο κι αυτό ετοιμάζεται να αντικατασταθεί από ένα άλλο μετά την αναθεώρηση από τη Γιουροστάτ των στοιχείων για το έλλειμμα και το χρέος;
- Όχι βέβαια! Σε όλη την Λατινική Αμερική το ίδιο συνέβαινε όσο έκανε κουμάντο το ΔΝΤ. Αυτή η καθοδική πορεία μάλιστα δεν πρόκειται να σταματήσει όσο συνεχίζει το ΔΝΤ να βρίσκεται στην Ελλάδα. Στην Αργεντινή η οικονομία ξεκίνησε να βελτιώνεται όταν διώξαμε το ΔΝΤ και σταματήσαμε την αποπληρωμή του χρέους, όταν κηρύξαμε στάση πληρωμών και ξεκίνησαν οι διαδικασίες επαναδιαπραγμάτευσης. Είναι ουτοπικό να περιμένει κανείς οικονομική άνοδο όσο συνεχίζεται η εξυπηρέτηση ενός δυσθεώρητου χρέους όπως είναι το ελληνικό και όσο εφαρμόζονται τα εξοντωτικά προγράμματα του ΔΝΤ. Μια ματιά να ρίξει κανείς στα οικονομικά μεγέθη αρκεί για να πειστεί ότι, απλώς, δεν είναι εφικτή η αποπληρωμή του δημόσιου χρέους. Το ξέρουν και οι ίδιοι, άλλωστε.
- Και γιατί κυβέρνηση – ΔΝΤ – ΕΕ επιμένουν να εφαρμόζουν αυτή την πολιτική;
- Γιατί αυτό που τους ενδιαφέρει είναι να κερδίσουν χρόνο. Αυτή τη στιγμή ξέρουμε όλοι πολύ καλά πως οι τράπεζες αντιμετωπίζουν έναν σοβαρό κίνδυνο από μια πιθανή στάση πληρωμών του ελληνικού δημοσίου. Χρειάζονται λοιπόν χρόνο. Οι τράπεζες δεν μπορούν να ξεφορτωθούν τα ελληνικά ομόλογα από την μια μέρα στην άλλη. Πρόκειται λοιπόν για μια στρατηγική που επιτρέπει στις τράπεζες να διασωθούν. Δεν είναι στις προθέσεις τους να διορθωθούν τα διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας.
- Τίνος τα συμφέροντα τελικά εξυπηρετεί το ΔΝΤ;
- Των τραπεζών και κανενός άλλου. Το ΔΝΤ είναι το μεγαλύτερο λόμπι των τραπεζιτών σε όλο τον κόσμο. Γυρνάει από την μια χώρα στην άλλη επιβάλλοντας τη δυστυχία μόνο και μόνο για να σώσει τις τράπεζες από τον κίνδυνο στάσης πληρωμών. Μην ξεχνούμε μάλιστα ότι μόλις πέρυσι άπαντες συμφωνούσαν πως το ΔΝΤ έχει κλείσει τον κύκλο του και ότι χρήζει βαθιάς δομικής μεταρρύθμισης. Και τώρα υπαγορεύει πολιτικές σε ανεξάρτητα κράτη.
Μη μας διαφεύγει ωστόσο πως με την περίπτωση της Ελλάδας αποδείχθηκε ότι και η ΕΕ δεν ακολουθεί λιγότερο οδυνηρές πολιτικές. Εξυπηρετεί επομένως τα ίδια συμφέροντα.


Περισσότερα στη διεύθυνση: www.leonidasvatikiotis.gr

Κυριακή, 24 Οκτωβρίου 2010

Ο Μετασχηματισμός της δανειοδότησης

Ο Μετασχηματισμός της δανειοδότησης `

ειδήσεις|Bretton Woods Project|14 October 2010|update 72|url
print|email |bookmark

http://www.brettonwoodsproject.org/art-567064


Ενώ το ΔΝΤ έδωσε το πράσινο φως για να ανοίξουν νέα παράθυρα δανεισμού σε περίοδο κρίσης, η κριτική που ασκείται υποστηρίζει ότι πρέπει να επικεντρωθεί σε άλλους τρόπους πρόληψης κρίσεων.

Το Νοέμβριο του 2009, το G20 ζήτησε από το ΔΝΤ να αναθεωρήσει την εργαλειοθήκη των μηχανισμών του δανεισμού σε περίοδο κρίσης. Τον Αύγουστο το διοικητικό συμβούλιο του ΔΝΤ αποδέχθηκε τελικά την πρόταση για τη δημιουργία μιας Προληπτικής Παροχής Πίστωσης (Π.Π.Π)(Precautionary Credit Line). Η νέα Π.Π.Π. τοποθετείται ενδιάμεσα στην Ευέλικτη Παροχή Πίστωσης (Ε.Π.Π) (Flexible Credit Line) του ΔΝΤ, μια παροχή απελευθερωμένη από όρους δανεισμού, που ξεκίνησε κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης (βλ. Update 65), και το κανονικό παράθυρο του δανεισμού του Ταμείου για τις χώρες μεσαίου εισοδήματος (τα δάνεια τύπου stand-by).

Ενώ η Ε.Π.Π επέτρεπε στις δικαιούχες χώρες να έχουν πρόσβαση στους πόρους του Ταμείου χωρίς συγκεκριμένες δεσμεύσεις για οικονομική μεταρρύθμιση, ήταν διαθέσιμη μόνο στα μέλη που το Ταμείο ήδη υπολογίζει ότι είχαν καλές πολιτικές που δεν χρειάζονται σημαντικές μεταρρυθμίσεις. Η Π.Π.Π αντίθετα, θα είναι στη διάθεση των χωρών «με καλές πολιτικές, που μπορεί να μην πληρούν ακόμη τα υψηλά πρότυπα της Ε.Π.Π αλλά δεν απαιτεί προσαρμογή της πολιτικής στην ίδια μεγάλη κλίμακα που συνήθως συνδέεται με το παραδοσιακό σύστημα του ΔΝΤ».

Οι οφειλέτες μπορούν να έχουν πρόσβαση σε μεγάλα ποσά χρημάτων μέσω της Π.Π.Π, έως και 1000 τοις εκατό της ποσόστωσής τους κατά την διάρκεια δύο ετών, αλλά θα πρέπει να τηρήσουν τους όρους του ΔΝΤ. Οι όροι αυτοί δεν θα είναι τόσο εκτεταμένοι όσο εκείνοι για ένα δάνειο τύπου stand-by, αλλά θα επικεντρωθούν στους τομείς της πολιτικής στους οποίους η χώρα κρίνεται από το ΔΝΤ να είναι αδύναμη. Το Π.Π.Π έχει σχεδιαστεί σαν μια προληπτική ρύθμιση για να βοηθήσει στην πρόληψη της απόσυρσης κεφαλαίου από τις χώρες από τις αγορές, και όχι σαν ένα δάνειο, όταν μια χώρα έχει επείγουσα ανάγκη για μετρητά. Αυτό το είδος του δανεισμού απέτυχε να προσελκύσει το ενδιαφέρον από οποιοδήποτε δανειολήπτη πριν από την έλευση της Ε.Π.Π (βλέπε Update 54).

Παράλληλα, το συμβούλιο επίσης τροποποίησε το Ε.Π.Π, διπλασιάζοντας την πιθανή διάρκεια της πρόσβασης στα δύο έτη, και την άρση του περιορισμού της πρόσβασης του 1000 τοις εκατό της ποσόστωσης. Ο Simon Johnson, πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ, εξευτέλισε τους νέους αυτούς μηχανισμούς, λέγοντας ότι για τις ευρωπαϊκές χώρες που αντιμετωπίζουν κρίση δημοσιονομικού χρέους (βλ. σελ. 6) απλά θα επιδεινώσει την πιθανότητα της αδυναμίας πληρωμών, ενώ θα σώζει της ιδιωτικές τράπεζες που δάνεισαν χρήματα σε αυτές τις χώρες. Υποστηρίζει ότι «η χώρες που έχουν αδυναμία στις πληρωμές πρέπει αντί αυτού να αναδιαρθρώσουν το χρέους τους»

Παγκόσμια Δίχτυα (Αν) Ασφαλείας
Το Π.Π.Π είναι μόνο το πρώτο σκέλος της μεταρρύθμισης, μιας και το ΔΝΤ έχει αρχίσει να συνεργάζεται με την προεδρία του G20, την Κορέα για να δημιουργήσει συναίνεση για ένα νέο παγκόσμιο δίκτυο ασφαλείας για την πρόληψη χρηματοπιστωτικών κρίσεων στην περίπτωση που υπάρξει μια άλλη παγκόσμια οικονομική ύφεση. Οι προτάσεις αυτές είναι το τελευταίο κομμάτι της αναθεώρησης της εντολής του ΔΝΤ (βλ. Update 70) και αναμένεται να συμφωνηθεί τελικά στη σύνοδο κορυφής του G20 στην Κορέα το Νοέμβριο. Η ομάδα εμπειρογνωμόνων του G20 για τα δίκτυα παγκόσμιας οικονομικής ασφάλειας, υπό την κοινή προεδρία του Ηνωμένου Βασιλείου και της Κορέας, έχει ασχοληθεί με τις προτάσεις, οι οποίες αναμένονται να είναι η συνέχεια των ιδεών του διακρατικού προγράμματος αντιστάθμισης κινδύνου (multi-country swap lines) και της οικονομικής στήριξης του ΔΝΤ για τα περιφερειακά νομισματικά ταμεία (βλέπε Update 71, 70).

Ο πρώην επικεφαλής οικονομολόγος της Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη, ο Γιλμάζ Ακιούζ είχε ουσιώδη αντίρρηση: «Μετά από σχεδόν κάθε μεγάλη οικονομική κρίση το ΔΝΤ αναζητεί ένα νέο ρόλο. Αυτό σχεδόν πάντα ερμηνεύεται σαν μορφή επέκτασης της ικανότητας δανειοδότησης σε περιόδους κρίσης. Όμως, η κύρια δουλειά του ΔΝΤ, είναι η πρόληψη της αστάθειας και των κρίσεων, όχι η χρηματοδότηση σε περιόδους κρίσης. Δεν έχει μέχρι στιγμής διαγνώσει, και όχι μόνο αποτύχει να αποτρέψει, κάθε μεγάλη κρίση από την ίδρυσή του».

Ο Ακιούζ συνέχισε να υποστηρίζει ότι στις περιπτώσεις εκείνες όπου οι κρίσεις συμβαίνουν «θα ήταν καλύτερα να ανταποκριθεί σε αυτές με το συνδυασμό ενός μηχανισμού υποχρεωτικού ξεκαθαρίσματος του χρέους συμπεριλαμβανομένων των προσωρινών παύσεων του χρέους και συναλλαγματικών ελέγχων, μαζί με τη δανειοδότηση έκτακτης ανάγκης, παρά να συνεχίζει την οικονομική στήριξη στους διεθνείς πιστωτές και τους επενδυτές με τις συνεπακόλουθες επιπτώσεις για την κατανομή τις επιβάρυνσης, του ηθικού κινδύνου και της χρηματοοικονομικής σταθερότητας».

Σάββατο, 23 Οκτωβρίου 2010

Η αντίσταση στα ληστρικά μέτρα: Γαλλία και Ελλάδα , Του ΤΑΚΗ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ

Σάββατο, 23 Οκτωβρίου 2010

Η αντίσταση στα ληστρικά μέτρα: Γαλλία και Ελλάδα




ΠΗΓΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΤου ΤΑΚΗ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ
Ενώ ο γαλλικός λαός, για άλλη μια φορά, έδειξε πώς πρέπει να αντιμετωπίζονται οι κοινοβουλευτικές «χούντες» που αγνοούν τη λαϊκή βούληση, η δική μας χούντα κάνει ακόμη και... εκλογικές εκστρατείες για τους δημοτικούς υποψηφίους της, ενώ τα εγκώμια και τα παράσημα από την υπερεθνική και την ντόπια ελίτ διαδέχονται το ένα το άλλο.
Και αυτό, χάρη όχι μόνο στους επαγγελματίες πολιτικούς που «τη δουλειά τους κάνουν» και τα ελεγχόμενα από τις ελίτ ΜΜΕ, αλλά, κυρίως, χάρη στους εγκάθετους του ΠΑΣΟΚ στα συνδικάτα που, αντίθετα με τα γαλλικά, ευνούχισαν όλους αυτούς τους μήνες κάθε αποτελεσματική λαϊκή αντίσταση. Ομως, οι ελίτ μόνο αυτή την αντίσταση τρέμουν, όπως γίνεται φανερό και από προχθεσινό αποκαλυπτικό άρθρο των «Financial Times» που... οικτίρει το γαλλικό λαό γιατί δεν έβαλε μυαλό όπως ο ελληνικός και καταλήγει ότι μόνο αν οι αγορές χρησιμοποιήσουν ανάλογο φάρμακο όπως στην Ελλάδα, και προκαλέσουν και εκεί μια «ξαφνική» κρίση σαν τη δική μας, θα πειστούν οι Γάλλοι για τη σοφία του θατσερικού αποφθέγματος, που αγκάλιασε και η χούντα του «Γιωργάκη», ότι «δεν υπάρχει εναλλακτική λύση».
Ετσι, οι ελίτ κάνουν πια ωμό το συμπέρασμά τους ότι «μόνο μια απειλή είναι αποτελεσματική» επειδή «δουλεύει» και όσον αφορά το λαό: η απειλή χρεοκοπίας. Πράγμα που κάνει φανερό ότι αυτή τη στιγμή ή θα νικήσουν οι ελίτ και οι προνομιούχοι ή τα λαϊκά στρώματα. Μέσος δρόμος δεν υπάρχει.

Στη Γαλλία, τα λαϊκά στρώματα παίζουν ρόλο μπροστάρη για όλη την Ευρώπη και αν καταφέρουν να δείξουν στις ελίτ ότι ακόμη και στη «δημοκρατία» τους δεν μπορούν να ανατρέπουν κοινωνικές κατακτήσεις δεκαετιών χωρίς να έχουν την παραμικρή λαϊκή εξουσιοδότηση, τότε το μήνυμα της μαζικής αντίστασης, για το οποίο τρέμουν σήμερα οι ελίτ, θα επεκταθεί παντού, ήδη φτάνοντας ακόμη και στη συντηρητική Βρετανία.
Το πρόβλημα όμως είναι ότι στο μεταξύ δημιουργούνται ποικίλες μορφές διαστρεβλωμένης «αντίστασης», οι οποίες συνήθως αναφέρονται σε «ατομικά δικαιώματα» και ελευθερίες (την ιδεολογία της παγκοσμιοποίησης) και ποτέ στο ίδιο το σύστημα που γεννά τις απώτερες αιτίες της καταπίεσης, και που άλλοτε παρέχει, ενώ άλλοτε αποσύρει ελευθερίες και δικαιώματα ανάλογα με τις περιστάσεις και τα συμφέροντα των ελίτ που το διαφεντεύουν -πάντα για χάρη του «εθνικού συμφέροντος»! Ετσι, σήμερα, λαϊκά στρώματα σε όλη την Ευρώπη στρέφονται κατά των μεταναστών αντί να στραφούν κατά των ελίτ που δημιούργησαν το πρόβλημα. Στην Ελλάδα, μάλιστα, διάφοροι θρασύδειλοι ανεγκέφαλοι καταφεύγουν και στη φυσική βία εναντίον ανυπεράσπιστων μεταναστών, ενώ οι ίδιοι «κάθονται σαν κότες» όταν η χούντα με τα ληστρικά μέτρα της τούς πετσοκόβει τις δουλειές, τους μισθούς, τις συντάξεις και τα δικαιώματά τους για «να σωθεί η Πατρίς» -δηλαδή, οι τράπεζες που μας δάνειζαν (με το αζημίωτο βέβαια!) για να διατηρείται η αναπτυξιακή «φούσκα» που δημιούργησαν οι ίδιες ντόπιες και ξένες ελίτ! Από την άλλη μεριά, άνθρωποι του «πνεύματος και της Τέχνης», που ενώ (κατά κανόνα) δεν τολμούν, όχι να ηγηθούν παλλαϊκού αγώνα κατά της χούντας, αλλά ούτε καν να κόψουν κάθε είδους σχέση με τα μέλη της και τους επαγγελματίες πολιτικάντηδες και παρατρεχάμενους που τη στηρίζουν, δεν έχουν δισταγμό να γίνουν ηρωικοί μπροστάρηδες σε αγώνες για την... υπεράσπιση του ιερού τους δικαιώματος να καπνίζουν «όπου γουστάρουν» για να μην καταπιέζεται η «ελευθερία» τους...
Αλλά, εάν η χούντα στην Ελλάδα κατάφερε με την αποφασιστική βοήθεια των εγκαθέτων της στα συνδικάτα να «σαλαμοποιήσει» και να αδρανοποιήσει το κίνημα κατά των ληστρικών μέτρων, υπάρχει ένα κίνημα που ιστορικά δεν ήταν ελέγξιμο από κομματικούς εγκαθέτους, όπως το έδειξε επανειλημμένα σε ολόκληρη τη μεταπολεμική περίοδο και τελευταία τον Δεκέμβρη του 2008: το φοιτητικό και μαθητικό κίνημα, το οποίο σήμερα θα μπορούσε να παίξει τον ίδιο ρόλο καταλύτη όπως και παλαιότερα. Ιδιαίτερα όταν η χούντα προχωρά ακάθεκτη σε άλλη μια από τις «τομές» της που, όπως όλες οι άλλες, έχει πραγματικό στόχο την πλήρη «αγοραιοποίηση» της Παιδείας. Δηλαδή, στη δημιουργία μιας εσωτερικής αγοράς σε αυτήν και τη σύνδεση της γνώσης και της έρευνας με τα ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια της αγοράς, αναιρώντας ουσιαστικά τον ίδιο τον χαρακτήρα της Παιδείας ως «κοινού αγαθού», που έχει στόχο την ίδια τη γνώση και την έρευνα αλλά και το γενικό συμφέρον.
Και, φυσικά, ούτε το γενικό συμφέρον ούτε η γνώση και η έρευνα έχουν καμιά σχέση με τον «μπεζαχτά» των δυνάμεων της αγοράς και τις «μπίζνες» που, σύμφωνα με το νόμο-πλαίσιο, θα είναι τυπικά και ουσιαστικά το απώτατο κριτήριο για την αξιολόγηση των διδακτικών και ερευνητικών προγραμμάτων...
http://www.inclusivedemocracy.org/ fotopoulos/
Gideon Rachman, «Defiant France ignores the abyss», Financial Times, 18/10/2010
Αναρτήθηκε από You Pay Your Crisis στις 3:00 μ.μ.
Ετικέτες ΑΡΘΡΑ / Φωτόπουλος Τ.

Ναόμι Κλάιν: Η Ελλάδα αντιστέκεται στις τεχνικές του σοκ

Παρασκευή, 22 Οκτωβρίου 2010
Ναόμι Κλάιν: Η Ελλάδα αντιστέκεται στις τεχνικές του σοκ




Οι πολιτικοί στην Ελλάδα πλασάρουν ότι δεν είχαν άλλες επιλογές για να μην κάνουν θαρραλέες κινήσεις.
ΠΗΓΗ: tvxs
Η βραβευμένη συγγραφέας και δημοσιογράφος Ναόμι Κλάιν μιλάει στα «Επίκαιρα» για τις ιδέες που αναπτύσσει στο νέο της βιβλίο Το Δόγμα του Σοκ, την οικονομική κρίση και το συσχετισμό ανάμεσα στις ακραίες οικονομικές μεταρρυθμίσεις της ελεύθερης αγοράς και τα βασανιστήρια. Για την Ελλάδα υποστηρίζει ότι αντιστέκεται στις τεχνικές του σοκ, καθώς έχει βαθιά ιστορική μνήμη και επιμένει ότι η χώρα έχει εναλλακτικές. «Δυστυχώς έχετε πολιτικούς που ευχαρίστως τονίζουν το αίσθημα των πολιτών ότι είναι αβοήθητοι και δεν έχουν άλλη επιλογή».
Το δόγμα του σοκ και η άνοδος του καπιταλισμού της καταστροφής. Πώς ξεκίνησε η ιδέα γι’ αυτό το βιβλίο;
Η ιδέα αυτή ξεκίνησε όταν βρισκόμουν στο Ιράκ το 2004. Ήμουν δημοσιογράφος και κάλυπτα τα γεγονότα για το αμερικανικό περιοδικό Ηarper’s και παρακολουθούσα τον επικεφαλής των αμερικανικών δυνάμεων στις επαρχίες του Ιράκ, Paul Bremer, που ήταν πολύ τολμηρός και επέβαλε ανοιχτά την οικονομική θεραπεία-σοκ στη χώρα. Ήταν πολύ ξεκάθαρο στο Ιράκ ότι η στρατηγική ήταν –και χρησιμοποιώ τα λόγια των αρμοδίων στο βιβλίο– «να χρησιμοποιηθεί το σοκ του πολέμου» προκειμένου να «μαλακώσει» η χώρα, να δημιουργηθεί το κατάλληλο έδαφος και να μετασχηματιστεί οικονομικά. Αυτό προσπάθησαν να κάνουν, αλλά απέτυχαν από πολλές απόψεις, επειδή υπήρξε τόση πολλή αντίσταση. Και τότε ήταν που ένα άλλο είδος σοκ αναδύθηκε: τα βασανιστήρια, και ήμουν στο Ιράκ όταν ξέσπασε το σκάνδαλο του Αμπού Γκράιμπ. Έτσι η ιδέα για το βιβλίο προήλθε από τα τρία είδη του σοκ: το σοκ της εισβολής, το οικονομικό σοκ και έπειτα το σοκ των βασανιστηρίων. Όλα ξεδιπλώνονται στον «καμβά» του Ιράκ και έπειτα, όταν αναγνώρισα το σχήμα αυτών των τριών ειδών σοκ, τα είδα να αποτελούν πανομοιότυπο πρότυπο που μεταφερόταν και σε άλλες χώρες.
Με τι σχετίζεται Το Δόγμα του Σοκ; Είναι, δηλαδή, ένα βιβλίο για την οικονομία, την πολιτική, τη συνωμοσία ή ένα δημοσιογραφικό ταξίδι σε μεγάλα γεγονότα;

Σίγουρα δεν αναφέρεται σε θεωρίες συνωμοσίας και όλα όσα γράφω βασίζονται σε πηγές, γεγονότα και απευθείας λεγόμενα αρμόδιων. Δεν είναι, δηλαδή, μία θεωρία που δημιούργησα, μία σκοτεινή συνωμοσία που βρίσκεται εκεί έξω στον κόσμο. Το βιβλίο είναι μία εξήγηση της δύναμης και πώς η δύναμη λειτουργεί στον κόσμο. Το βλέπω ως μια εναλλακτική ιστορία για τον τρόπο που μια εξαιρετικά αντιδημοφιλής θεωρία, ο νεοφιλελευθερισμός, θριάμβευσε σε ολόκληρο τον κόσμο. Επιπλέον, ο ρόλος που διαδραμάτισε το σοκ και η κρίση δεν είχαν γίνει σοβαρό αντικείμενο μελέτης, καθώς και η συμβολή της βίας. Υπήρχαν μελέτες για ξεχωριστές χώρες αλλά ποτέ μία διήγηση για το νεοφιλελευθερισμό και τις πρακτικές του σε διάφορα μέρη του πλανήτη. Έτσι πιστεύω ότι βλέπω το βιβλίο. Θέλω να ξαναπώ την ιστορία που έχει ειπωθεί μόνο από τους νικητές. Όταν οι νικητές λένε την ιστορία τους, αφήνουν απέξω τη βία, τα πτώματα – κάνουν μια διαφήμιση της νίκης. Ο τρόπος που είδα τη θεραπεία του σοκ ήταν μια νέα πλευρά στην ιστορία των ανθρώπων.
Στο βιβλίο σχετίζετε τα βασανιστήρια που έκανε ο ψυχίατρος Γουέιν Κάμερον με χρηματοδότηση της CIA με την οικονομική θεραπεία-σοκ. Πώς φτάσατε στο σημείο να συνδέσετε αυτά τα δύο γεγονότα που μοιάζουν να μην έχουν καμία σχέση;
Οι οικονομολόγοι έχουν επιλέξει αυτή τη μεταφορική έννοια για τη θεραπεία του σοκ. Δεν είναι δική μου μεταφορά. Είναι δική τους και στις στιγμές-κλειδιά για την οικονομική μετατροπή, είτε στη Ρωσία της δεκαετίας του ’80 είτε στη Λατινική Αμερική, οι κορυφαίοι οικονομολόγοι διάλεξαν μία ψυχολογική μεταφορική έννοια γι’ αυτό που έκαναν εκείνο τον καιρό. «Η χώρα χρειάζεται μία θεραπεία-σοκ», «μία δόση του πικρού φαρμάκου», «άρρωστη χώρα που την επαναφέραμε με σοκ». Αυτά έλεγαν. Έτσι σήμερα χρησιμοποιούν αυτή την ιατρική μεταφορά και θα έλεγα ότι δεν τη διάλεξα, απλώς την πήρα στα σοβαρά. Κι αφού έκρινα ότι είναι μια σοβαρή μεταφορά ξεκίνησα την έρευνα. Τι είναι η θεραπεία-σοκ; Πώς λειτουργεί ως μέρος μιας τεχνικής που χρησιμοποιείται στην ανακριτική και όχι στην ψυχολογία; Αυτά τα ερωτήματα με έφεραν στα πειράματα του Κάμερον, γιατί αυτά τα πειράματα σχημάτισαν τις σύγχρονες ανακριτικές τεχνικές που βλέπει κανείς στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν και στο Γκουαντάναμο. Κι όταν διάβασα το εγχειρίδιο της CIA για τους ανακριτές, που αποχαρακτηρίστηκε και δόθηκε στη δημοσιότητα τη δεκαετία του 1980, όπως λέω και στο βιβλίο, σοκαρίστηκα με τη στρατηγική που χρησιμοποιούσαν για να προκαλέσουν οπισθοδρόμηση του φυλακισμένου στην παιδική του ηλικία και να βλέπει τον ανακριτή σαν μια πατρική φιγούρα. Τότε ανοίγεται ένα παράθυρο ευκαιρίας, όταν ο αιχμάλωτος βρίσκεται σε αυτή την κατάσταση της οπισθοδρόμησης και μπορείς να τον οδηγήσεις να κάνει στην κυριολεξία ό,τι του πεις. Όταν διάβασα το εγχειρίδιο, είχα μόλις γυρίσει από το Ιράκ και σκέφτηκα ότι αυτό ακριβώς προσπαθούσαν να κάνουν εκεί. Ήταν κάτι που ήταν οφθαλμοφανές στο Ιράκ και δηλωνόταν από τους Αμερικανούς αξιωματούχους, ότι ήθελαν να χρησιμοποιήσουν όσο περισσότερο σοκ μπορούσαν στην εισβολή, προκειμένου οι Ιρακινοί να μπορούν να διαταχθούν να πάνε από το σημείο Α στο σημείο Β, επειδή θα ήταν τόσο αμήχανοι μετά από όσα θα έχουν περάσει. Έζησα στην Αργεντινή για δύο χρόνια και στη Λατινική Αμερική έχει ξεκινήσει μια μεγάλη συζήτηση γύρω από τους τρόπους με τους οποίους μία ατομική κατάσταση μπορεί να γίνει συλλογική, για το πώς κάτω από τη δικτατορία οι άνθρωποι τραυματίστηκαν σε συλλογικό βαθμό. Αυτό με έκανε να ενδιαφερθώ για τον τρόπο που το σοκ γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης σε άλλα μέρη του πλανήτη, όπως στο Ιράκ ή στις ΗΠΑ μετά την 11η Σεπτεμβρίου, όταν ο πληθυσμός ήταν εμφανώς σε κατάσταση σοκ και οπισθοδρόμησης, προκειμένου να προωθήσουν πολύ αντιδημοφιλείς και επικίνδυνες μεταρρυθμίσεις. Το επιχείρημά μου στο βιβλίο είναι ότι οι χώρες με δυνατή ιστορική μνήμη, ιδίως του φασισμού και της δικτατορίας, καταλαβαίνουν τις επιδράσεις αυτών των τεχνικών του σοκ και αντιστέκονται περισσότερο. Είναι, δηλαδή, πιο ανθεκτικές απέναντι σε αυτές τις πρακτικές. Και πιστεύω ότι η Ελλάδα έχει αποδείξει ότι αντιστέκεται στο σοκ και το φόβο της οπισθοδρόμησης.
Όταν ξέσπασε το 2001 η κρίση στην Αργεντινή εσείς βρισκόσασταν στη χώρα και παρακολουθούσατε τα γεγονότα της κατάρρευσης της οικονομίας. Θα λέγατε ότι υπάρχουν ομοιότητες ανάμεσα στην περίπτωση της Αργεντινής και στη σημερινή κατάσταση της Ελλάδας;
Στην πραγματικότητα πιστεύω ότι υπάρχουν τρομερές ομοιότητες, ειδικά στον τρόπο που κάλυψαν το γεγονός τα διεθνή ΜΜΕ, στην εξήγηση, δηλαδή, που δόθηκε για την κρίση στην Αργεντινή και μετέπειτα στην ελληνική κρίση. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε μια κρίση που δημιουργήθηκε με πλήρη συνέργεια του διεθνούς τραπεζικού συστήματος. Αυτή ακριβώς είναι η κατάσταση στην Ελλάδα και το ίδιο συνέβη και με την Αργεντινή, όπου είχαμε μεγάλες τράπεζες, όπως η City Bank, η Goldman Sachs, να δημιουργούν το οικονομικό πρόγραμμα για τη χώρα πριν από την κρίση. Ακόμη και μετά από το ξέσπασμα της κρίσης υπήρχε η άποψη του «νοσηρού πληθυσμού» και της παθολογίας της ψυχολογίας στο έθνος. Στην Αργεντινή, μετά την κρίση, δεν υπήρχε αίσθηση της συλλογική ευθύνης γι’ αυτό που συνέβη. Όλα είχαν να κάνουν με το χαρακτήρα των Αργεντινών, με την υποτιθέμενη απληστία τους και τις υπερβολικές δαπάνες που έγιναν στις περιοχές που επηρεάστηκαν από την κρίση. Ήταν σχεδόν όλα τα ρεπορτάζ σε επίπεδο ψυχολογίας και, καθώς έχω διαβάσει πολλά άρθρα για την Ελλάδα, πιστεύω ότι είναι το ίδιο πράγμα. Επίσης, πιστεύω ότι είναι παρόμοιες καταστάσεις, καθώς η Αργεντινή είναι μια χώρα με μεσογειακή κουλτούρα. Έτσι στην εξήγηση που δόθηκε για τα αίτια της κρίσης υπήρχε αυτή η ίδια στερεοτυπική προσέγγιση του μεσογειακού χαρακτήρα στους πολίτες των δύο χωρών. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχει και μία διαφορά με την Αργεντινή: Εκεί υπήρχε μία προθυμία η χώρα να ορθώσει το ανάστημά της στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα και στον εκφοβισμό του ΔΝΤ. Θεωρώ ότι, επειδή ο πληθυσμός κινητοποιήθηκε τόσο το 2001 και το 2002, απέρριψε τους πολιτικούς που δεν αντιστέκονταν στο ΔΝΤ. Στο τέλος, όταν οι πολιτικοί απλώς αρνήθηκαν να πληρώσουν το εξωτερικό χρέος, τότε τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν.
Πιστεύετε, δηλαδή, ότι οι Έλληνες δεν έχουν αντιδράσει ακόμη στα σκληρά μέτρα που τους επέβαλε η τρόικα; Θα μπορούσατε να πείτε ότι η Ελλάδα δέχεται αυτή τη στιγμή τη θεραπεία-σοκ;
Αλήθεια, δεν θα έλεγα ότι η Ελλάδα δεν αντιδρά. Πιστεύω ότι η Ελλάδα αντιδρά και συνεχίζει να το κάνει, ιδιαίτερα οι νέοι άνθρωποι τα τελευταία δύο χρόνια. Πιστεύω πως το πρόβλημα είναι ότι οι άνθρωποι έχουν χάσει την πίστη τους στο πώς θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις αλλαγές. Ο παράγοντας που περιπλέκει τα πράγματα για την Ελλάδα είναι η συμμετοχή της στην Ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό δίνει μια αίσθηση στους πολίτες ότι είναι αβοήθητοι και προσθέτει ένα επιπλέον πολύπλοκο στρώμα, το οποίο δεν θα υπήρχε αν αισθάνονταν ότι είναι δυνατό κάποιος να μπορεί να δημιουργεί ο ίδιος τις πολιτικές του. Η συμμετοχή στην ΕΕ κάνει τους πολίτες να πιστεύουν πως ό,τι και να γίνει δεν έχουν τη δύναμη, η οποία δεν βρίσκεται στα χέρια του έθνους. Δυστυχώς, έχετε πολιτικούς που ευχαρίστως τονίζουν αυτό το αίσθημα των πολιτών ότι είναι αβοήθητοι γιατί δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Αν για όλα φταίνε η ΕΕ και το ΔΝΤ, τότε οι πολιτικοί της χώρας είναι αβοήθητοι και μπορούν να απαλλαγούν από την ευθύνη. Έτσι νομίζω ότι αυτό είναι ένα μοτίβο που βλέπουμε να επαναλαμβάνεται, όπου οι πολιτικοί επιθυμούν να θεωρούνται αβοήθητοι περισσότερο από όσο είναι στην πραγματικότητα προκειμένου να μην κάνουν θαρραλέες κινήσεις. Η Ελλάδα έχει επιλογές και νομίζω ότι είναι οι ίδιες με τις επιλογές που είχαν τα κράτη της Λατινικής Αμερικής εν μέσω της κρίσης χρέους τη δεκαετία του 1980 και για την οποία γράφω και στο βιβλίο. Τα κράτη αυτά συμμάχησαν και σχημάτισαν κάτι που θα έπρεπε να ονομάζεται το «καρτέλ των χρεωμένων». Με αυτό τον τρόπο ενισχύεις την επιρροή σου με τη συμμαχία με άλλες χώρες που είναι αντιμέτωπες με τον εκφοβισμό και η Ελλάδα δεν είναι μόνη της. Έτσι δημιουργείς μία αντίρροπη δύναμη κόντρα στην πίεση που προέρχεται από την Ευρωζώνη και το ΔΝΤ. Γι’ αυτό νομίζω ότι η Ελλάδα δεν είναι τόσο αβοήθητη όσο πιστεύουν οι πολιτικοί της και πιστεύω ότι είναι μία βολική άποψη γι’ αυτούς, επειδή έτσι έχουν την ευκαιρία να κάνουν πολύ επώδυνες πολιτικές και να λένε ότι δεν είχαν άλλη επιλογή, ότι πιέστηκαν προκειμένου να το κάνουν.
Στην ΕΕ αλλά και στην Ελλάδα τα πακέτα διάσωσης που δόθηκαν στις τράπεζες μετρούσαν δεκάδες εκατομμύρια ευρώ. Γι’ αυτό και το ερώτημα παραμένει: ποιος κερδίζει στην πραγματικότητα με τα σκληρά οικονομικά μέτρα και τις περικοπές που εφαρμόζουν οι κυβερνήσεις;
Πιστεύω πως είναι ξεκάθαρο ότι οι τράπεζες έχουν κερδίσει. Αυτή είναι μια κρίση των κανόνων της ηθικής. Οι άνθρωποι είναι μάρτυρες μιας τεράστιας, οφθαλμοφανούς και χωρίς κανένα προκάλυμμα ληστείας. Να παίρνεις, δηλαδή, από τους εργαζόμενους προκειμένου να προσφέρεις πόρους στους πολύ πλούσιους που δημιούργησαν την κρίση και όλοι το γνωρίζουν αυτό. Στην πραγματικότητα, δεν υπήρξε ποτέ στιγμή μιας τόσο ξεκάθαρης ληστείας στη σύγχρονη ιστορία, οι άνθρωποι ακούν ότι πρέπει να ζήσουν με αυτή την αδικία κι αυτό διότι αυτά τα συμφέροντα είναι περισσότερο ισχυρά. Για το λόγο αυτό δεν έχει να κάνει με τους πολιτικούς αλλά με το τι είδους συμμαχίες μπορούν να προέλθουν από τη βάση και να επιβάλουν στους πολιτικούς να κάνουν πιο θαρραλέες κινήσεις. Διότι τώρα κάνουν μια ανάλυση κόστους – κέρδους, αφού είναι πιο εύκολο να αποξενωθείς από την κοινή γνώμη από το να απομακρυνθείς από τους ισχυρούς. Η υποστήριξη των ανθρώπων όμως συνεχίζεται ακόμη κι όταν οι άνθρωποι αντιτίθενται στους ισχυρούς. Γι’ αυτό πιστεύω ότι εξαρτάται από τα ευρύτερα κινήματα της Αριστεράς, που πρέπει να είναι ξεκάθαρα, ποιες είναι οι εναλλακτικές. Και νομίζω ότι υπάρχουν εναλλακτικές, διαφορετικές πολιτικές. Πιστεύω όμως ότι υπάρχει η ανάγκη να είναι υπερεθνικές.
Η συνέντευξη της δημοσιογράφου και ακτιβίστριας Ναόμι Κλάιν στην Εύη Απολλωνάτου, δημοσιεύεται στο περιοδικό Επίκαιρα

Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου 2010

Η ΓΑΛΛΙΚΗ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΚΡΙΝΕΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ!

Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου 2010
Η ΓΑΛΛΙΚΗ ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΚΡΙΝΕΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ!



ΠΗΓΗ: ISKRA


ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΩΡΑ ΜΕΡΚΕΛ-ΣΑΡΚΟΖΙ ΑΠΑΝΤΟΥΝ ΜΙΕ ΝΕΑ ΣΥΝΘΗΚΗ ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΥΡΩΠΗ -''ΦΡΟΥΡΙΟ'' ΤΗΣ ΑΚΡΑΙΑΣ ΑΝΤΙΔΡΑΣΗΣ
Συνεχίστηκαν και σήμερα οιπρωτοφανείς, σε παλμό και μαζικότητα, κινητοποιήσεις στη Γαλλία εναντίον της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης της Κυβέρνησης Σαρκοζί. Η μεταρρύθμιση προβλέπει την αύξηση του ελάχιστου ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης στα 62 από τα 60 έτη και της πλήρους συνταξιοδότησης από τα 65 στα 67. Πολλοί είναι οι σχολιαστές, οι οποίοι κάνουν λόγο για μέρες που θυμίζουν την γαλλική εξέγερση του 1995, ενώ έντονη είναι η παρουσία της νεολαίας στους δρόμους.

Το νέο ραντεβού των συνδικάτων, δόθηκε σήμερα Τρίτη, με προκήρυξη γενικής απεργίας και συμμετοχή 3,5 εκατομμυρίων ανθρώπων σε διαδηλώσεις που πραγματοποιήθηκαν σε 266 πόλεις. ΗΓαλλική Κυβέρνηση τρομοκρατημένη προσπαθεί να απομαζικοποιήσει και να περιθωριοποιήσει κοινωνικά τις κινητοποιήσεις εφαρμόζοντας την πρακτική της ωμής καταστολής. Μόνο σήμερα, η Αστυνομία προέβη σε 290(!) συλλήψεις!

Από τη μεριά του ο ίδιος ο Πρόεδρος Σαρκοζί, όχι μόνο κάλυψε την αστυνομική βία, αλλά προχώρησε ένα βήμα παραπέρα, δηλώνοντας ότι θα λάβει μέτρα κατά των "ταραχοποιών" για να"διαφυλαχθεί η τάξη".


Η ψήφιση της μεταρρύθμισης στη Γερουσία επρόκειτο να γίνει σήμερα, αλλά θα πρέπει να εξεταστούν 500 ενστάσεις της αντιπολίτευσης επί του νομοσχεδίου, σε μια τακτική με στόχο την καθυστέρηση της ψήφισης του νομοσχεδίου. Μετά την ψηφοφορία τα δύο Κοινοβούλια θα πρέπει να συμφωνήσουν σε ένα συναινετικό κοινό κείμενο νόμου, το οποίο θα υποβάλουν για τελική ψήφιση σε μικτή επιτροπή βουλευτών και γερουσιαστών. Παρόλα αυτά, οι εργαζόμενοι και τα συνδικάτα διαμηνύουν πως δεν πρόκειται να σταματήσουν τις κινητοποιήσεις, ακόμα και μετά και την ψήφιση του νομοσχεδίου.
Σύμφωνα με δημοσκόπηση του Ινστιτούτου CSA, το 71% των Γάλλων υποστηρίζουν τη σημερινή πανεθνική απεργία. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι προοδευτικά το κοινωνικό κίνημα έχει πολιτικοποιηθεί και τώρα παίρνει διαστάσεις «αντισαρκοζισμού». Στη σημερινή πανεθνική κινητοποίηση συμμετέχουν εργαζόμενοι στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα. Μεγάλη συμμετοχή αναμένεται από τους σιδηροδρομικούς και τους οδηγούς φορτηγών.


Ο Νικολά Σαρκοζί δήλωσε χθες ότι «η μεταρρύθμιση είναι απαραίτητη». Τόνισε επίσης ότι «είναι φυσικό να δημιουργεί ανησυχίες και αντιδράσεις, όπως όμως είναι φυσικό σε μια δημοκρατία η κυβέρνηση να εξασφαλίζει την τροφοδοσία της αγοράς σε καύσιμα».


ΜΑΘΗΤΕΣ ΣΤΑ ΟΔΟΦΡΑΓΜΑΤΑ
Οι μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης συνεχίζουν κι αυτοί με κινητοποιήσεις και καταλήψεις σε 650 Λύκεια. Αστυνομικές έφοδοι για να απομακρυνθούν τα οδοφράγματα και να αποκατασταθεί η λειτουργία σε ορισμένα σχολεία προκάλεσαν βίαιες συγκρούσεις με τους καταληψίες μαθητές. Ηκυβέρνηση ελπίζει στις δεκαήμερες σχολικές διακοπές που αρχίζουν το Σάββατο ώστε να εκτονωθούν οι καταλήψεις των μαθητών.


Την προηγούμενη Τρίτη 12 Οκτωβρίου, η χώρα παρέλυσε κυριολεκτικά από την απεργία τόσο στοδημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Υπολογίζεται πως 3,5 εκατομμύρια ήταν αυτοί οι οποίοι βγήκαν στους δρόμους σε 260 διαδηλώσεις σε όλη τη χώρα. Προχθές, Σάββατο 16 Οκτωβρίου, πραγματοποιήθηκαν νέες επίσης μαζικότατες διαδηλώσεις σε όλη τη χώρα.

Η συνεχής κινητοποίηση των συνδικάτων, ακόμα και μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου, όλα δείχνουν πως δεν αποτελεί βερμπαλισμό. Αποτελεί, μιαπραγματική δυνατότητα του εργατικού κινήματος στη Γαλλία, καθώς μέχρι σήμερα δεν εμφανίζονται σημάδια κόπωσης σε απεργούς και διαδηλωτές.

Αντίθετα, το κίνημα εμφανίζει συνέπεια και οργανωτικότητα, παρά το γεγονός ότι χάνονται μεροκάματα εν μέσω οικονομικής κρίσης. Θα αναφέρουμε μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα. Καταρχήν, και τα 12 διυλιστήρια της χώρας είναι αποκλεισμένα από απεργούς είτε υπολειτουργούν παρά τις επιθέσεις των γαλλικών ΜΑΤ, εναντίον των απεργών. Πλέον, ακυρώνονται μαζικά εσωτερικές αλλά και ενδοευρωπαϊκές πτήσεις, λόγω προβλημάτων στην τροφοδοσία των αεροσκαφών, ενώ 63 πλοία έχουν αποκλειστεί στα λιμάνια της Νότιας Γαλλίας από απεργούς λιμενεργάτες.

Οι κινητοποιήσεις διαθέτουν όμως και πλατιά λαϊκή συναίνεση. Η Κυβέρνηση δεν έχει πείσει την κοινή γνώμη για την αναγκαιότητα της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης καθώς το 73% την απορρίπτει. Τέλος, δεν εμφανίζεται καμία τάση δυσφορίας στην κοινή γνώμη, ακόμη και γύρω από το ευαίσθητο ζήτημα της αποκομιδής των απορριμμάτων, παρόλο που η απεργία των εργαζομένων στην καθαριότητα του Παρισιού, αγγίζει τις 2 εβδομάδες σε διάρκεια.

Αυτό που αποτελεί μια ελπιδοφόρα εξέλιξη αλλά και ρίγη ανησυχίας στην Κυβέρνηση Σαρκοζί, είναι η μαζική συμμετοχή φοιτητών αλλά και μαθητών στις διαδηλώσεις. Η συκοφαντική προπαγάνδα της κυβέρνησης κινείται γύρω από το «επιχείρημα» πως η Αριστερά σιγοντάρει τη συμμετοχή της νεολαίας σε εργατικές διαδηλώσεις. Από τη μεριά τους, οι φοιτητές και οι μαθητές, κατεβαίνουν στις διαδηλώσεις με το σύνθημα «το συνταξιοδοτικό είναι το πρόβλημα των νέων». Άλλωστε, το νεολαιίστικο κίνημα στη Γαλλία, διαθέτει μεγάλη αγωνιστική πείρα και αξιόλογη πολιτική ωριμότητα μετά το μπλοκάρισμα του Συμβολαίου Πρώτης Απασχόλησης (CPE) το 2006.


ΚΑΖΑΝΙ ΠΟΥ ΒΡΑΖΕΙ ΚΑΙ Η ΙΤΑΛΙΑ!


Την ίδια στιγμή, εργατικές κινητοποιήσεις φουντώνουν και στην Ιταλία. 500.000 ήταν οι διαδηλωτές οι οποίοι συμμετείχαν στη μαζική πανιταλική διαδήλωση την οποία διοργάνωσε στη Ρώμη το Σάββατο το μεγαλύτερο συνδικάτο μετάλλου της χώρας, η CGIL - FIOM.Η Ιταλία αυτή τη στιγμή αποτελεί καζάνι που βράζει, και αναμένεται να εκραγεί ανά πάσα στιγμή. Έτσι οι διαδηλωτές αψήφισαν την κινδυνολογία των κυρίαρχων ΜΜΕ και της Κυβέρνησης Μπερλουσκόνι, οι οποίοι έκαναν λόγο για κίνδυνο επεισοδίων από «αναρχικούς».

Η διαδήλωση ήταν ειρηνική και στην πρώτη γραμμή της βρέθηκαν οι παράνομα απολυμένοι της FIAT.Οι επιθέσεις της FIAT, στους εργαζομένους της είναι όμως συντονισμένες και δεν εξαντλούνται στην τρομοκρατία των απολύσεων. Πρόσφατα η διοίκηση της FIAT, «υποσχέθηκε» επενδύσεις ύψους € 20 δις, έως το 2014, με «αντάλλαγμα» λιγότερες απεργίες, περισσότερες βάρδιες και εντατικοποίηση των ρυθμών δουλειάς. Ένας στους τρεις εργαζόμενους αρνήθηκε να συναινέσει στην κίνηση αυτή καταγγέλλοντας μάλιστα προσπάθεια καταστρατήγησης στην πράξη του δικαιώματος στην απεργία.

Βέβαια, οι κινητοποιήσεις του Σαββάτου δεν ήταν οι μοναδικές, ενώ παρατηρείται αυξανόμενη κινητικότητα στο χώρο της νεολαίας και της παιδείας γενικότερα: την Πέμπτη οι φοιτητές και οι ερευνητές στα Πανεπιστήμια και την Παρασκευή οι μαθητές και οι καθηγητές γέμισαν τους δρόμους 13 ιταλικών πόλεων για να διαμαρτυρηθούν εναντίον των περικοπών στην Παιδεία.


ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΜΑΣ ΣΤΡΑΜΜΕΝΟ ΣΕ ΓΑΛΛΙΑ ΚΑΙ ΙΤΑΛΙΑ!


Μέχρι σήμερα, η Ελλάδα ήταν η χώρα, η οποία είχε χρησιμοποιηθεί ως το πειραματόζωο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την επιβολή ενός νέου «μοντέλου» κοινωνικού και εργασιακού μεσαίωνα. Οισχετικά υποτονικές, μέχρι σήμερα φυσικά, αντιδράσεις των εργαζομένων (λόγω και της υπογραφής από τη ΓΣΕΕ Γενικής Συλλογικής Σύμβασης ντε φάκτο αποδοχής του Μνημονίου) και η αδυναμία της Αριστεράς να οργανώσει αποτελεσματικά και με διάρκεια τις κινητοποιήσεις, γέμισαν με αυτοπεποίθηση τους αντιδραστικούς κύκλους των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.

Η έκβαση των κινητοποιήσεων στη Γαλλία, αλλά και η πιθανή γιγάντωση τους στην Ιταλία, θα κρίνουν πάρα πολλά. Ένα θετικό αποτέλεσμα των κινητοποιήσεων αυτών, όχι μόνο θα βάλει «φρένο», στην ακραία αντιδραστική στροφή της ΕΕ, αλλά επίσης θα μπορέσει να ανοίξει νέους δρόμους επανα-ριζοσπαστικοποίησης των ευρωπαϊκών εργατικών τάξεων. Και φυσικά θα βοηθήσει τηνΑριστερά, να αναδειχθεί ξανά σε πρωταγωνιστή των εξελίξεων στο πεδίο της ταξικής πάλης...




πηγές: στοιχεία από το σχετικό ρεπορτάζ της Ελευθεροτυπίας


Αναρτήθηκε από You Pay Your Crisis στις 4:13 μ.μ.

Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου 2010

Έξοδος από το ευρώ και την Ε.Ε. ,του Samir Amin

Αριστερό Βήμα

Έξοδος από το ευρώ και την Ε.Ε. ,του Samir Amin


Η αδύνατη διαχείριση του ευρώ

1. Δεν υπάρχει νόμισμα χωρίς Κράτος. Στον καπιταλισμό, το νόμισμα και το κράτος συνιστούν από κοινού μέσα διαχείρισης του γενικού συμφέροντος του κεφαλαίου, υπερβαίνοντας τα επιμέρους συμφέροντα ανταγωνιστικών κλάδων του κεφαλαίου. Οι τρέχουσες φαντασιώσεις περί καπιταλισμού τον οποίο διαχειρίζεται η “αγορά”, χωρίς κράτος (το οποίο έχει συρρικνωθεί στην ελάχιστη λειτουργία της τήρησης της τάξης) δεν βασίζονται ούτε σε σοβαρή ανάγνωση της ιστορίας του πραγματικού καπιταλισμού, ούτε σε κάποια δήθεν “επιστημονική” θεωρία που θα απεδείκνυε ότι όταν η διαχείριση περνά στα χέρια των αγορών, παράγεται, ή έστω τείνει να παράγεται, μια οποιαδήποτε ισορροπία (πόσο μάλλον “η καλύτερη”)

Το ευρώ δημιουργήθηκε απόντος του ευρωπαϊκού κράτους, από εθνικά κράτη των οποίων οι βασικές λειτουργίες διαχειριστών των γενικών συμφερόντων του κεφαλαίου έβαιναν προς κατάργηση. Το δόγμα ενός νομίσματος “ανεξάρτητου” από το Κράτος εκφράζει αυτόν τον παραλογισμό. Η πολιτική “Ευρώπη” δεν υπάρχει. Παρά τις ευφάνταστες και αφελείς εκκλήσεις για την υπέρβαση της αρχής της εθνικής κυριαρχίας, τα έθνη κράτη παραμένουν τα μόνα που διαθέτουν νομιμοποίηση. Δεν υπάρχει η πολιτική ωριμότητα ώστε οποιοσδήποτε λαός κάποιου από τα ιστορικά έθνη που απαρτίζουν την Ευρώπη να αποδεχθεί το αποτέλεσμα μιας “ευρωπαϊκής ψηφοφορίας”. Μπορεί κανείς να το εύχεται, αλλά θα πρέπει να περιμένει πάρα πολύ μέχρι να αναδυθεί μια πανευρωπαϊκή νομιμοποίηση.

Ουτε και η οικονομική και κοινωνική Ευρώπη υπάρχει. Η Ευρώπη των 25 ή των 30 κρατών παρουσιάζει βαθύτατες ανισότητες στο επίπεδο καπιταλιστικής ανάπτυξης. Τα ολιγοπώλια που ελέγχουν το σύνολο της οικονομίας (και επιπλέον την τρέχουσα πολιτική και την πολιτική κουλτούρα) έχουν “εθνικότητα” όπως αυτή ορίζεται από την εθνικότητα των διευθυντικών στελεχών τους. Πρόκειται για ομίλους κυρίως βρετανικούς, γερμανικούς και γαλλικούς και δευτερευόντως ολλανδικούς, σουηδικούς, ισπανικούς, ιταλικούς. Η ανατολική και μέρος της νότιας Ευρώπης έχουν προς την βορειοδυτική ευρώπη σχέση ανάλογη με αυτή της Λατινικής Αμερικής προς τις ΗΠΑ. Υπ αυτές τις συνθήκες, η Ευρώπη δεν είναι παρά μία κοινή αγορά που αποτελεί μέρος της παγκόσμιας αγοράς του ύστερου καπιταλισμού των γενικευμένων, παγκοσμιοποιημένων, συχνά χρηματιστικών ολιγοπωλίων. Απ αυτή την άποψη, όπως έχω γράψει, η Ευρώπη είναι “η πιο παγκοσμιοποιημένη” περιοχή του παγκόσμιου συστήματος. Αυτή η πραγματικότητα, που ενισχύεται από την ανυπαρξία της πολιτικής Ευρώπης, οδηγεί σε διαφορετικούς πραγματικούς μισθοί, διαφορετικά συστήματα κοινωνικής προστασίας και φορολογίας τα οποία δεν μπορούν να καταργηθούν στα πλαίσια των παρόντων ευρωπαϊκών θεσμών.

2. Συνεπώς, η δημιουργία του ευρώ έβαλε την άμαξα μπροστά από τα βόδια. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι πολιτικοί που αποφάσισαν την δημιουργία του ευρώ παραδέχθηκαν ότι έκαναν αυτό ακριβώς, υποστηρίζοντας όμως ότι με το ενιαίο νόμισμα η Ευρώπη θα υποχρεωνόταν κάποια στιγμή να μετατραπεί σε υπερεθνικό κράτος, στέλνοντας τελικά τα βόδια μπροστά από την άμαξα. Αυτό το θαύμα δεν συνέβη. Και όλα δείχνουν ότι δεν θα συμβεί. Ηδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 είχα την ευκαιρία να γνωστοποιήσω τις αμφιβολίες μου σε αυτό τον τομέα. Η έκφραση που είχα διατυπώσει τότε («βάζω την άμαξα μπροστά από τα βόδια»)υιοθετήθηκε πρόσφατα από ανώτατο αξιωματούχο που ήταν υπεύθυνος για την δημιουργία του ευρώ και οποίος τότε με είχε κατηγορήσει για αδικαιολόγητη απαισιοδοξία. Είχα γράψει επίσης ότι ένα τόσο παράλογο σύστημα δεν μπορούσε να δώσει την εντύπωση ότι λειτουργεί χωρίς σοβαρές παρεκκλίσεις παρά μόνο όσο η οικονομική συγκυρία είναι ευνοϊκή. Αυτό που συνέβη ήταν αναμενόμενο. Οταν μια κρίση (έστω κι αν σε πρώτη φάση ήταν τραπεζική) έπληξε το σύστημα, το ευρώ ήταν αδύνατο να δώσει συνεκτικές και αποτελεσματικές απαντήσεις.
Η τρέχουσα κρίση θα διαρκέσει και θα βαθύνει. Τα αποτελέσματά της είναι διαφορετικά και άνισα από μία χώρα σε άλλη. Ως εκ τούτου, οι κοινωνικές και πολιτικές απαντήσεις στα προβλήματα των λαϊκών και μεσαίων τάξεων, καθώς και τα πολιτικά συστήματα διαφέρουν και θα διαφέρουν από χώρα σε χώρα. Η διαχείριση των προβλημάτων είναι αδύνατη όσο απουσιάζει ένα πραγματικό και νομιμοποιημένο ευρωπαϊκό κράτος. Επίσης, το νομισματικό εργαλείο που θα καθιστούσε εφικτή αυτή τη διαχείριση δεν υπάρχει.
Οι απαντήσεις που έδωσαν στην κρίση (και στην ελληνική κρίση) οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, περιλαμβανομένης και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, είναι παράλογες και καταδικασμένες να αποτύχουν. Οι απαντήσεις συνοψίζονται σε μία μόνο λέξη -λιτότητα παντού, για όλους- και αντιστοιχούν με τις απαντήσεις που έδιναν οι κυβερνήσεις την περίοδο 1929-1930. Οπως οι λύσεις της δεκαετίας του 1930 επιδείνωσαν την πραγματική κρίση, αυτές που υιοθετούν σήμερα οι Βρυξέλλες θα έχουν το ίδιο αποτέλεσμα.

3. Αυτό που έπρεπε να είχε γίνει την δεκαετία του 1990 θα ήταν να δημιουργηθεί ένα «ευρωπαϊκό νομισματικό φίδι». Τα ευρωπαϊκά κράτη θα είχαν διατηρήσει την κυριαρχία τους και θα διαχειρίζονταν την οικονομία και το νόμισμά τους ανάλογα με τις ικανότητες και τις ανάγκες τους, έστω μέσα στα όρια της εμπορικής ολοκλήρωσης (κοινή αγορά). Η αλληλεξάρτηση των χωρών θα είχε αποκτήσει θεσμικό χαρακτήρα μέσω του νομισματικού φιδιού: οι ισοτιμίες μεταξύ των ευρωπαϊκών νομισμάτων θα παρέμεναν σταθερές και θα αναθεωρούνταν (ανατιμήσεις, υποτιμήσεις) από καιρό σε καιρό μετά από διαπραγματεύσεις.
Ετσι θα άνοιγε μια μακροπρόθεσμη προοπτική «σκλήρυνσης του φιδιού» (που πιθανώς θα προετοίμαζε την υιοθέτηση κοινού νομίσματος). Μέτρο της προόδου προς αυτή την κατεύθυνση θα ήταν η αργή και προοδευτική σύγκλιση της παραγωγικότητας, των πραγματικών μισθών και των κοινωνικών παροχών. Με άλλα λόγια, το φίδι θα είχε διευκολύνει - και όχι παρεμποδίσει- την σύγκλιση προς τα πάνω. Για να γίνει κάτι τέτοιο θα απαιτείτο διαφορετικό μείγμα πολιτικής σε κάθε χώρα και μέτρα όπως ο έλεγχος της ροής κεφαλαίων, που σημαίνει άρνηση της παράλογης απορρυθμισμένης τραπεζικής ολοκλήρωσης που δεν γνωρίζει σύνορα.


4 .Η τωρινή κρίση του ευρώ θα μπορούσε να δώσει την ευκαιρία για την εγκατάλειψη του παράλογου συστήματος διαχείρισης αυτού του εικονικού νομίσματος και για την δημιουργία ευρωπαϊκού νομισματικού φιδιού που να αντανακλά τις πραγματικές δυνατότητες των εμπλεκόμενων χωρών. Η Ελλάδα και η Ισπανία θα μπορούσαν να θέσουν την διαδικασία σε κίνηση αποφασίζοντας

(i) να φύγουν "προσωρινά" από το ευρώ

(ii) να υποτιμήσουν το νόμισμά τους

(iii) να υιοθετήσουν έλεγχο των συναλλαγματικών ροών, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Σε μια τέτοια περίπτωση, αυτές οι χώρες θα μπορούσαν να διαπραγματευθούν από θέση ισχύος την αναδιάρθρωση του χρέους τους, μετά τον λογιστικό έλεγχο, την άρνηση πληρωμής χρεών που προκύπτουν από διαφθορά ή από κερδοσκοπικά παιχνίδια (στα οποία συμμετείχαν τα ξένα ολιγοπώλια απομυζώντας κέρδη). Είμαι βέβαιος ότι ένα τέτοιο παράδειγμα θα δημιουργούσε σχολή.

5. Δυστυχώς, η πιθανότητα εξόδου από την κρίση με τέτοιο τρόπο τείνει στο μηδέν. Κι αυτό γιατί η επιλογή του «ανεξάρτητου από τα κράτη» ευρώ και ο ιερός σεβασμός προς «τους νόμους των χρηματαγορών» δεν είναι προϊόντα παράλογης θεωρητικής σκέψης. Ταιριάζουν άψογα στην διατήρηση της εξουσίας των ολιγοπωλίων. Είναι τμήματα του συνολικού ευρωπαϊκού οικοδομήματος, η σύλληψη του οποίου είχε αποκλειστικό και απόλυτο στόχο να καταστήσει αδύνατη την αμφισβήτηση της οικονομικής και πολιτικής εξουσίας που ασκούν αυτά τα ολιγοπώλια με δικό τους και μόνο όφελος.
Σε ένα φανταστικό γράμμα με τίτλο «Ανοικτή επιστολή του Γ. Παπανδρέου προς την Α. Μέρκελ», το οποίο έκανε το γύρο το διαδικτύου, οι Ελληνες συγγραφείς συγκρίνουν την αλαζονεία της Γερμανίας χθες και σήμερα. Δύο φορές στην διάρκεια του 20ου αιώνα, η ηγέτιδα τάξη της χώρας αυτής κυνήγησε μια χίμαιρα, την αναμόρφωση της Ευρώπης με στρατιωτικά μέσα. Και τις δύο φορές, οι δυνάμεις της υπερεκτιμήθηκαν. Μήπως και ο στόχος της γερμανικής ηγεσίας σε μια Ευρώπη που θα γίνει «ζώνη του μάρκου» βασίζεται κι αυτός στην υπερεκτίμηση της ανωτερότητας της γερμανικής οικονομίας, που στην πραγματικότητα είναι ευάλωτη;

Η έξοδος από την κρίση δεν θα ήταν εφικτή παρά μόνο αν μια ριζοσπαστική αριστερά τολμούσε να αναλάβει την πολιτική πρωτοβουλία για την οικοδόμηση εναλλακτικών «αντι-ολιγαρχικών» συνασπισμών. Εχω γράψει ότι η Ευρώπη ή θα είναι αριστερή, ή δεν θα είναι τίποτα. Το γεγονός ότι η κοινοβουλευτική αριστερά στην Ευρώπη συντάσσεται πίσω από την ιδέα ότι «η Ευρώπη όπως είναι τώρα είναι προτιμότερη από το να μην υπήρχε» δεν μας επιτρέπει να βγούμε από το αδιέξοδο, κάτι που θα απαιτούσε την αποδόμηση των ευρωπαϊκών θεσμών και των ευρωπαϊκών συνθηκών.

Εκ των πραγμάτων λοιπόν, το σύστημα του ευρώ και η «Ευρώπη» με την τωρινή μορφή της θα βυθιστεί σε ένα χάος του οποίου η έξοδος δεν μπορεί να προβλεφθεί. Μπορούμε να φανταστούμε όλα τα σενάρια, περιλαμβανομένων και αυτών που λέμε ότι θέλουμε να αποφύγουμε, δηλαδή την αναγέννηση της ακροδεξιάς. Υπ αυτές τις συνθήκες, λίγα αλλάζουν για τις ΗΠΑ αν επιβιώσει μια εντελώς αδύναμη Ευρώπη ή αν διαλυθεί. Η ιδέα μιας Ευρώπης ενωμένης και ισχυρής που θα υποχρέωνε την Ουάσιγκτον να ακούσει τις απόψεις της και να λάβει υπόψη τα συμφέροντά της είναι μια ψευδαίσθηση.

6. Εξέφρασα τις σκέψεις αυτές με συμπαγή τρόπο. Σε προηγούμενα κείμενά μου έχω αναφερθεί στις διάφορες πτυχές των ευρωπαϊκών αδιεξόδων:

--L’hégémonisme des Etats-Unis et l’effacement du projet européen, section II, 2000

--Au-delà du capitalisme sénile, chapitre VI, 2002

--Le virus libéral, chapitre V, 2003

--Pour un monde multipolaire, chapitre I, 2005

--La crise, sortir de la crise du capitalisme ou sortir du capitalisme en crise ? , chapitre I, 2008

Το αδιέξοδο του ευρωπαϊκού σχεδίου

1. Το κλίμα ευφορίας που επικρατεί στις συζητήσεις για το «ευρωπαϊκό σχέδιο» αποτελεί πλέον αναπόσπαστο τμήμα της ρητορικής των πολιτικών της ηπείρου, είτε προέρχονται από τη Δεξιά ή την Αριστερά. Εκ πρώτη όψεως φαίνεται ότι μόνο υποστηρικτές ενός εξτρεμιστικού «λαϊκισμού» (ο οποίος θεωρητικά διαχωρίζεται στην άκρα Δεξιά και την άκρα Αριστερά) αντιτίθενται στο συγκεκριμένο σχέδιο το οποίο δεν προσφέρει εναλλακτικές για το μέλλον των συγκεκριμένων ανθρώπων.

Το ευρωπαϊκό οικοδόμημα όμως είναι ελαφρώς περίεργο: Ιδιαίτερα μετά τη συνθήκη του Μάαστριχτ (1992) επιχειρεί να περιορίσει τα περιθώρια ελιγμών της οικονομικής πολιτικής σε εθνικό επίπεδο χωρίς όμως να προσφέρει ως αντάλλαγμα οποιοδήποτε υποκατάστατο διακυβέρνησης στο επίπεδο της Ένωσης! Με άλλα λόγια, η ΕΕ λειτουργεί σε πραγματικούς όρους ως η πιο τέλεια «παγκοσμιοποιημένη» περιοχή της Γης με την πλέον βάρβαρη έννοια του όρου (να εξαφανίζει κάθε περιθώριο αυτονομίας του Κράτους). Πρόκειται για μια εντελώς διαφορετική κατάσταση από αυτή που επικρατεί στις ΗΠΑ ή σε άλλες περιοχές του πλανήτη όπου το Κράτος, όσο εύθραυστο και ευάλωτο και αν είναι, παραμένει κυρίαρχο των αποφάσεων που το ίδιο λαμβάνει. Μοναδική εξαίρεση αποτελούν οι κανόνες που επιβάλλονται από τον ΠΟΕ (ο οποίος επίσης στοχεύει στη σταδιακή εξαφάνιση των δικαιωμάτων και προνομίων του Κράτους). Η Ευρώπη λοιπόν προπορεύεται από τον υπόλοιπο κόσμο στο Μεγάλο Άλμα προς την οπισθοδρόμηση.

Ο αυτό-ακρωτηριασμός των Ευρωπαϊκών Κρατών συνδέεται με όλες τις πτυχές της οικονομικής ζωής: Στην Ευρώπη δεν υπάρχει πλέον πολιτική που να αφορά το νόμισμα, τις ισοτιμίες, τον προϋπολογισμό, την απασχόληση ή τη βιομηχανία.

Η ΕΚΤ απαγόρευσε στον εαυτό της να ασκεί νομισματική πολιτική και αντ’ αυτού έθεσε ως μοναδικό στόχο, όπως τουλάχιστον ισχυρίζεται, να εξασφαλίζει «σταθερότητα τιμών απαγορεύοντας δια ροπάλου στα Κράτη να χρηματοδοτούν τα ελλείμματα τους μέσω των “δικών” τους κεντρικών τραπεζών».

Λειτουργώντας κατ’ αυτό τον τρόπο παύει να έχει οποιονδήποτε δημόσιο συνομιλητή (το Κράτος ή την Ένωση) στον οποίο θα έπρεπε να λογοδοτεί για την πολιτική της. Αυτή η αντιπληθωριστική αποπληθωριστική επιλογή αποτελεί ουσιαστικά ένα επιπρόσθετο και διαρκές εμπόδιο για την αναθέρμανση της οικονομίας.

Η ΕΚΤ δεν είναι σε θέση να εφαρμόσει ενεργητική συναλλαγματική πολιτική, οι στόχοι της οποίας (ένα «σκληρό» ή ένα «ασθενές» Ευρώ) θα έπρεπε να καθορίζονται από τον συνομιλητή ο οποίος όμως δεν υφίσταται πλέον. Αντιθέτως η κυβέρνηση των ΗΠΑ διατήρησε το σύνολο των εξουσιών της στον τομέα της νομισματικής πολιτικής. Συνεπώς η Ουάσινγκτον είναι αυτή που αποφασίζει εάν το δολάριο θα είναι ισχυρό ή ασθενές, ενώ το ευρώ μπορεί απλώς να παρατηρεί αυτή την απόφαση και να αντιδρά ανάλογα. Θα πρέπει εδώ να προσθέσουμε ότι ο κανόνας δολαρίου είναι στην πραγματικότητα κανόνας πετρελαίου/δολαρίου. Οι τιμές του πετρελαίου καθορίζονται σε δολάρια και η Ηνωμένες Πολιτείες καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια, αν χρειαστεί ακόμη και με στρατιωτικές επεμβάσεις (όπως συνέβη στην περίπτωση του Ιράκ) για να εμποδίσουν τους παραγωγούς να πωλούν το πετρέλαιό τους σε ευρώ. Είναι γεγονός ότι τα Ευρωπαϊκά Κράτη αρνούνται μέχρι στιγμής να παίξουν αυτό το παιχνίδι και «συμπάσχουν» με τον φίλο τους στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Αποδυναμωμένο κατ’ αυτό τον τρόπο το ευρώ, σε αντίθεση με το δολάριο, δεν μπορεί να αποτελέσει διεθνές νόμισμα. Ο πραγματικός εν δυνάμει ανταγωνιστής του δολαρίου δεν είναι το ευρώ αλλά το κινεζικό Γουάν.

Το «σύμφωνο σταθερότητας» ενταφίασε κάθε δυνατότητα εφαρμογής δημοσιονομικής πολιτικής. Η επιλογή αυτή δικαιολογήθηκε με αναφορές σε μια αμφισβητούμενη θεωρία η οποία εξισώνει την κάλυψη του δημοσιονομικού ελλείμματος με τη φορολόγηση ή το δανεισμό. Αυτή η δικαιολογία είναι στην πραγματικότητα άσκοπη αφού το σύμφωνο περιορίζει το έλλειμμα στο 3% και το χρέος στο 60% του ΑΕΠ. Ούτε οι ΗΠΑ ούτε καμία άλλη χώρα στον κόσμο (με εξαίρεση ορισμένες ημι-αποικίες υπό τη διακυβέρνηση του ΔΝΤ) δεν επέβαλαν στον εαυτό τους ένα τέτοιο ακρωτηριασμό ο οποίος πολύ σωστά χαρακτηρίστηκε «γελοίος» από τον Πρόντι.

Οι πολιτικές της κοινότητας δεν κατάφεραν να αντισταθμίσουν ούτε την κατάλυση της εθνικής βιομηχανικής πολιτικής (που προωθήθηκε με το πρόσχημα ότι ο διαφανής «ανταγωνισμός» - δηλαδή χωρίς προστασία και επιδοτήσεις – οδηγεί στην καλύτερη κατανομή των επενδύσεων) ούτε της πολιτικής εργασίας, η οποία εγκαταλείπεται στους νόμους της αγοράς (με την πίστη ότι η ελαστικοποίηση θα λύσει όλα τα προβλήματα). Πρόκειται για μια κατάσταση η οποία επιδεινώθηκε από την διάλυση των δημοσίων υπηρεσιών και τις ιδιωτικοποιήσεις. Η ατζέντα δεν περιλαμβάνει ούτε «βιομηχανική Ευρώπη» ούτε «κοινωνική Ευρώπη». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπό αυτό το πρίσμα η Ευρώπη προσεγγίζει το μοντέλο που εξαρχής υιοθέτησαν οι ΗΠΑ και κατ’ αυτόν τρόπο απομακρύνεται από όλες τις παραδόσεις του 19ου και του 20ου αιώνα στις οποίες στηρίχθηκε η επιτυχία της.

Παρόλα αυτά, στις Ηνωμένες Πολιτείες υπάρχει η στρατηγική της στρατιωτικ-βιομηχανικης βιομηχανίας η οποία ενισχύεται ενεργά από το Κράτος (παρά τη «φιλελεύθερη» ρητορική η οποία είναι πολύ πιο αναπτυγμένη σε σχέση με την Ευρώπη). Είναι κωμικό το γεγονός ότι τα μοναδικά επιτεύγματα της ευρωπαϊκής τεχνολογίας (τα Airbus και οι βάσεις εκτόξευσης Arian) πραγματοποιήθηκαν χάρη σε παρεμβάσεις δημοσίων υπηρεσιών και πως αν αυτές αφήνονταν στην ιδιωτική πρωτοβουλία, απλώς δεν θα είχαν επιτευχθεί.

Είναι γεγονός ότι σε συγκεκριμένους τομείς – όπως της γεωργίας – η Ευρώπη εφάρμοσε ενεργητική κοινοτική πολιτική, απελευθερωμένη από το φιλελεύθερο δόγμα. Η συγκεκριμένη πολιτική απέφερε καρπούς: εκσυγχρονισμό της οικογενειακής γεωργικής παραγωγής, επέκταση των καλλιεργήσιμων εδαφών, εντατικοποίηση στην χρήση εξοπλισμού, εγγυημένες τιμές που εξασφάλιζαν εξισορρόπηση του εισοδήματος μεταξύ των εργαζομένων στην ύπαιθρο και στην πόλη και εν τέλει παραγωγή σημαντικών (και σε ορισμένες περιπτώσεις πολύ σημαντικών) πλεονασμάτων για εξαγωγές. Πόσο στοίχισε αυτή η πολιτική; Αναμφίβολα ξεπέρασε το μισό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Αυτός ο προϋπολογισμός όμως είναι ασήμαντος (λιγότερο από το 1% του ΑΕΠ των χωρών μελών). Και τώρα αποτελεί κοινό τόπο ότι η ΚΑΠ βρίσκεται υπό αμφισβήτηση.

Οι περιφερειακές πολιτικές, οι οποίες αποτελούν το δεύτερο σημαντικότερο τμήματα των κοινοτικών δαπανών (το ένα τρίτο του προϋπολογισμού) εδράζονται σε σειρά αντιφάσεων και παρωχημένων πολιτικών επιδιώξεων. Στόχος τους δεν είναι τόσο ο περιορισμός των ανισοτήτων (μεταξύ των χωρών μελών της Ένωσης αλλά και των περιοχών που τις αποτελούν) αλλά να στηρίξουν την προσπάθειά αυτών των περιοχών να «αντιμετωπίσουν τον ανταγωνισμό» ο οποίος θεωρητικά αποτελεί φορέα ανάπτυξης για όλους (το φιλελεύθερο δόγμα φυσικά δεν αμφισβητείται ποτέ παρά το γεγονός ότι η ιστορία και το παρόν αποδεικνύουν την παντελή έλλειψη συνεκτικότητας που το χαρακτηρίζει). Με αυτή τη λογική η στήριξη προς τις ασθενέστερες χώρες τείνει να χάνει τη σημασία της (τουλάχιστον αναλογικά) μετά την ένταξη των χωρών της Κεντρικής Ευρώπης.

Οι πολιτικές περιφερειοποίησης που εφαρμόστηκαν και οι οποίες έχουν ως άξονα την ενίσχυση των περιφερειών για τις δαπάνες τους σε υποδομές και εκπαίδευση, μάλλον ενέτειναν τις ανισότητες ενώ έδωσαν προτεραιότητα στις λεγόμενες «υποσχόμενες περιοχές - promising regions» που ανοίγονταν στον παγκόσμιο ανταγωνισμό (όπως η Βαυαρία, η Λομβαρδία και η Καταλονία). Εδώ στόχος της πολιτικής είναι να μειωθεί η σημασία της «εθνικής οντότητας» προς όφελος των «τοπικών» προτιμήσεων. Ο παγκοσμιοποιημένος φιλελευθερισμός προτιμούσε πάντα τα μικρά παρά τα μεγάλα Κράτη καθώς στην πρώτη περίπτωση είναι ευκολότερο να τα απογυμνώσει από κρατικά προνόμια και εξουσίες. Στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης δίνεται πάντα προτεραιότητα στις θέσεις της «Βαυαρίας», της «Λομβαρδίας και της Καταλονίας και όχι των Εθνών (τα οποία πάντα θεωρούνται ύποπτα «σοβινιστικών» παρεκτροπών).

Εν τέλει, η θεώρηση που κυριάρχησε στο όραμα της διεύρυνσης δεν διαφέρει στη φύση της από την προσπάθεια των ΗΠΑ να εντάξουν τη Λατινική Αμερική σε μια τεράστια ζώνη ελεύθερου εμπορίου του νότιου ημισφαιρίου. Αυτού του είδους οι ενώσεις είναι σχεδιασμένες ώστε να διευρύνουν το χάσμα μεταξύ των περιφερειακών εταίρων (η Λατινική Αμερική στη μια περίπτωση και η Ανατολική Ευρώπη στην άλλη) μεταξύ καλά ενταγμένων και ανεπτυγμένων μικρών ζωνών υπό τον έλεγχο των κυρίαρχων καπιταλιστικών κέντρων (των ΗΠΑ στη μια περίπτωση και της Γερμανίας στην άλλη). Η λογική σύμφωνα με την οποία οι αυξανόμενες ροές ιδιωτικών κεφαλαίων θα γεφυρώσουν αυτομάτως το χάσμα δεν είναι τίποτα περισσότερο από προπαγάνδα. Ενώ όμως οι λαοί της Λατινικής Αμερικής απορρίπτουν την επέκταση της ζώνης ελεύθερου εμπορίου σε ηπειρωτικό επίπεδο και μάχονται τις ΗΠΑ στο έδαφός τους, η Ανατολική Ευρώπη υποδέχεται με τη μεγαλύτερη δυνατή αφέλεια το πανομοιότυπο σχέδιο που προωθούν τα καπιταλιστικά κέντρα της Δυτικής Ευρώπης!

H πολιτική συνεργασίας της Ένωσης με τις χώρες της υποσαχάρειας Αφρικής ήταν ανέκαθεν «νέο-αποικιακή» και διατηρεί ολόκληρη την ήπειρο σε «προβιομηχανική» κατάσταση. Η φιλελεύθερη στάση της Ένωσης, η οποία διέπει τις συμφωνίες του Κοτονού (2000) και τη λεγόμενη «περιφερειακή οικονομική συνεργασία» (REPA) επιδείνωσαν την ούτως η άλλως ασθενική ανάπτυξη. Υπό αυτή την προοπτική η Αφρική είναι εγκλωβισμένη σε ένα «προσχεδιασμένο αποκλεισμό» (Cf. S. Amin et alii, Afrique: renaissance ou exclusion programmée?, 2005). Η «ανοιχτή παγκοσμιοποιήση» η οποία αλυσοδένει την ήπειρο σε προ-βιομηχανικά επίπεδα αποτελεί αναμφισβήτητα μια χειροπιαστή στρατηγική, από την πλευρά της Ένωσης, που στόχο έχει να δώσει στις κυρίαρχες πολυεθνικές επιχειρήσεις τα μέσα που χρειάζονται για να πλιατσικολογήσουν τους φυσικούς πόρους της Αφρικής σε χαμηλό κόστος. Ακόμη και έτσι όμως πρέπει να κατανοήσουμε ότι αυτό το πλιάτσικο ευνοεί περισσότερο τις αμερικανικές και όχι τις ευρωπαϊκές πολυεθνικές. Με δεδομένη την προοπτική παρακμής της Αφρικής, οι πολιτικές συνεργασίας (που τώρα χαρακτηρίζονται «σύμπραξη») μεταξύ τη Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ACP (Ομάδα χωρών της Αφρικής, της Καραϊβικής και του Ειρηνικού) είναι καταδικασμένες να χάνουν τη σημασία τους απέναντι σε άλλες πρωτοβουλίες που σχετίζονται με τη Λατινική Αμερική, την Ασία και τη Μεσόγειο. Μέχρι στιγμής όμως τίποτα δεν μαρτυρά ότι και οι συγκεκριμένες πρωτοβουλίες θα μπορούσαν να τροποποιηθούν και να αποδεσμευτούν τη λογική της επέκτασης του υπερεθνικού κεφαλαίου. Όσο για τα λεγόμενα ευρω-μεσογειακά προγράμματα, έχουν χάσει κάθε δυνατότητα να έχουν κάποιο αντίκτυπο λόγω της de-facto προσκόλλησης των Ευρωπαίων στην Ουάσινγκτον και το Τελ Αβίβ – παρά τις ρητορικές εξάρσεις που σημειώνονται κατά διαστήματα. (Cf. S. Amin et A. El Kenz, le monde arabe, 2005).

2. Το Ευρωπαϊκό Οικοδόμημα, με την παρούσα μορφή του, οδηγεί στην παράλογη προσκόλληση σε μια λογική η οποία συστηματικά υποσκάπτει την επιτυχημένη οικονομική επέκταση της ηπείρου. Και το ερώτημα φυσικά που προκύπτει είναι: γιατί ακολουθούν αυτές τις επιλογές;

Η μόνη λογική απάντηση που θα μπορούσε να δοθεί είναι ότι τις συγκεκριμένες επιλογές τις επέβαλε το μεγάλο κεφάλαιο γιατί μόνο έτσι θα μπορούσε να συνθλίψει την κοινωνική ισχύ την οποία οι ευρωπαίοι εργαζόμενοι (και πρωτίστως η εργατική τάξη) κατάφεραν να κατοχυρώσουν ύστερα από δυο αιώνες πάλης. Η κατάρρευση του σοβιετικού συστήματος προσέφερε αυτή τη δυνατότητα. Η συγκεκριμένη επιλογή φάνταζε εκείνη την εποχή απόλυτα «λογική» αλλά φυσικά στηριζόταν σε ένα βραχυπρόθεσμο σχεδιασμό τον οποίο ευνοούσε κατά διαστήματα και το κεφάλαιο. Η συμπεριφορά των σοσιαλιστικών και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων ήταν παράλογη καθώς πίστευαν ότι θα ευνοηθούν από την κατάρρευση των κομμουνιστικών κομμάτων. Στην πραγματικότητα στόχος της φιλελεύθερης πολιτικής ήταν να εξαφανίσει και τα μεν και τα δε.

Το οικοδόμημα λοιπόν, με τη σημερινή του μορφή, εξυπηρετεί τις Ηνωμένες Πολιτείες και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο η Ουάσινγκτον δεν αισθάνεται να «απειλείται» από μια «ανταγωνιστική» Ευρώπη. Ουσιαστικά, η σχετική στασιμότητα στην οποία αυτοπαγιδεύθηκε η Ευρώπη, από τις ακραία φιλελεύθερες επιλογές, της διευκολύνει την χρηματοδότηση του αμερικανικού ελλείμματος λόγω της ηγετικής θέσης την οποία η Ουάσινγκτον εξακολουθεί να πιστεύει ότι διατηρεί. Η στασιμότητα παράγει πλεονάζοντα κέρδη στην Ευρώπη τα οποία καθώς δεν βρίσκουν ευκαιρίες επενδύσεων από την επέκταση του ευρωπαϊκού συστήματος παραγωγής, καταλήγουν τελικά στις χρηματαγορές των ΗΠΑ.

Για όλους του λόγους που προαναφέρθηκαν το «Ευρωπαϊκό» σύστημα παραγωγής απλώς δεν υφίσταται. Άλλωστε οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, από τη στιγμή που δημιουργήθηκαν, ουδέποτε σκόπευαν να κινηθούν προς αυτή την κατεύθυνση. Ο κυρίαρχος φιλελευθερισμός, που ενυπάρχει σε αυτούς του θεσμούς, αποδομεί τα εθνικά συστήματα παραγωγής χωρίς να τα αντικαθιστά με ένα ενοποιημένο, πραγματικά ευρωπαϊκό σύστημα - με τον ίδιο ακριβώς τρόπο δηλαδή που αποδομεί τα εθνικά κράτη χωρίς να τα αντικαθιστά με ένα ευρωπαϊκό, εναλλακτικό Κράτος. Ο ανταγωνισμός όμως αφορά τα παραγωγική συστήματα και όχι τις μονάδες που τα αποτελούν. Η συζήτηση λοιπόν για το αν η Ευρώπη θα γίνει ανταγωνιστική των ΗΠΑ – που αποτελούν Κράτος με δικό του σύστημα παραγωγής – είναι καινή περιεχομένου. Τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται σε αυτό το διάλογο – όγκος παραγωγής και εξαγωγές – δεν είναι τίποτα περισσότερο από το άθροισμα των εθνικών στοιχείων. Δεν αναφέρονται στην «Ευρώπη», η οποία πολύ απλά δεν υπάρχει.

Οι κυρίαρχες θέσεις αποδίδουν την καθυστέρηση της Ευρώπης στη δυσκολία που αντιμετωπίζουν οι κοινωνίες της να υιοθετήσουν με επιτυχία και σύστημα έναν φιλελευθερισμό «αμερικανικού τύπου». Ποτέ βέβαια δεν αναφέρονται στην ασυμμετρία που χαρακτηρίζει τις σχέσεις ανάμεσα στις δυο πλευρές του Ατλαντικού. Στην πραγματικότητα εάν η Ευρώπη αποφάσιζε να χρησιμοποιήσει τα πλεονάσματα που δανείζει στις Ηνωμένες Πολιτείες για το εσωτερικό της – και αυτή είναι η μοναδική απόφαση που θα μπορούσε να βγάλει την ήπειρο από τη στασιμότητα – οι ΗΠΑ θα ήταν αναγκασμένες να αναπροσαρμόσουν την οικονομική του πολιτική, να περιορίσουν τις στρατιωτικές τους δαπάνες αλλά και τις σπάταλες καταναλωτικές συνήθειες. Κάτι τέτοιο όμως δεν θα συμβεί χωρίς μια μείζονα κρίση.

Οι πολιτικές που υιοθετεί η Ευρώπη δεν κινούνται προς την κατεύθυνση που θα εξέφραζε την οικονομική της ισχύ, αλλά στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Η ιδιωτικοποίηση και διάλυση των πραγματικά αποτελεσματικών δημόσιων υπηρεσιών (SNCF, EDF και άλλα προφανή παραδείγματα) προσφέρουν στο αμερικανικό κεφάλαιο, και ειδικά στα συνταξιοδοτικά ταμεία, μοναδικές ευκαιρίες για να αντλήσουν κέρδη από τα πιο προσοδοφόρα τμήματα της (ευρωπαϊκής) οικονομίας, μειώνοντας παράλληλα τα μέσα που διαθέτουν οι Ευρωπαίοι για την έξοδο από την κρίση.

Πρέπει λοιπόν να ενδώσουμε στην απελπισία και να αποδεχθούμε την πρόγνωση της Ουάσινγκτον ότι τίποτα δεν μπορεί να μεταβάλλει τις επιλογές της Ευρώπης, όσο παράλογες και αν είναι αυτές; Ο κίνδυνος είναι υπαρκτός και δεν πρέπει να τον υποτιμήσουν τα κινήματα κατά της παγκοσμιοποίησης. Η κυρίαρχη τάξη, με τη στενή έννοια του όρου – το μεγάλο ολιγοπωλιακό κεφάλαιο – δελεάζεται να εγκλωβιστεί σε αυτό το δρόμο, ο οποίος είναι αδιέξοδος για τους ευρωπαίους, με αντάλλαγμα τα πλεονεκτήματα που εξασφαλίζει από την συμμετοχή της στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα. Αναμφισβήτητα η τάξη των ευγενών – δηλαδή οι ΗΠΑ – η οποία εξουδετερώνει τις επιπτώσεις του χάους που προκαλεί η καπιταλιστική ανάπτυξη, μπορεί να αναγκάσει τους υπηκόους της να πληρώσουν για αυτή την υπηρεσία που τους προσφέρει. Οι τελευταίοι όμως μην έχοντας άλλη επιλογή αποδέχονται τη θέση του σκλάβου που του προσφέρουν. Ούτως η άλλως δεν είναι η πρώτη φορά στην ιστορία που συμβαίνει κάτι ανάλογο και σίγουρα δεν είναι η τελευταία.

3. Συνεπώς δεν πιστεύω ότι το ευρωπαϊκό σχέδιο μπορεί να επιβιώσει με τη σημερινή ακραία φιλελεύθερη διάστασή του ούτε με τη συμμαχία του με την Ουάσινγκτον.

Παρόλα αυτά μένει να διαπιστώσουμε με ποιο τρόπο θα επέλθει η αμφισβήτησή του και ποιο δρόμο θα αναγκαστεί να ακολουθήσει.

Μπορεί αυτή η δουλικότητα των ισχυρότερων τμημάτων της κυρίαρχης τάξης και των πολιτικών ακολούθων τους (από τη Δεξιά και την Αριστερά) να επιβληθεί και στις ευρωπαϊκές κοινωνίες; Αμφιβάλλω, επειδή – και αυτή είναι η κεντρική ιδέα της θέσης μου – δεν θα το επιτρέψει η ευρωπαϊκή πολιτική κουλτούρα. Δεν θα επανέλθω εδώ με λεπτομέρειες στη θέση που διατύπωσα στο The Liberal Virus (Pluto,2004) και στο Beyond US Hegemony (Zed, 2006). Απλώς κωδικοποιώ τα συμπεράσματα: η προώθηση της λογικής των οικονομιών των κυρίαρχων ολιγοπωλίων κλείνει το χάσμα μεταξύ των ΗΠΑ και της Ευρώπης, η λογική της διαφορετικής πολιτικής κουλτούρας των δυο πλευρών το διευρύνει.

Θα επιστρέψω λοιπόν στο σημείο της ανάλυσής μου που εστιάζει στην «πολιτική κουλτούρα». Η πολιτική κουλτούρα ενός σημαντικού τμήματος της ευρωπαϊκής ηπείρου μπορούν να αναλυθεί σαν μια διαδοχή σημαντικών εξελίξεων οι οποίες καθόρισαν το διαχωρισμό μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς. Η φιλοσοφία του Διαφωτισμού, η Γαλλική Επανάσταση, το Κοινωνικό Συμβόλαιο, η δημιουργία του εργατικού και σοσιαλιστικού κινήματος του 19ου αιώνα, ο μαρξισμός και η παρισινή κομμούνα, η ρωσική επανάσταση και ο σχηματισμός των κομμουνιστικών κομμάτων. Τα κινήματα της Δεξιάς στάθηκαν απέναντι σε αυτή την πορεία με την μοναρχική Παλινόρθωση (« Ιερά Συμμαχία»), με τη μορφοποίηση των «αντιμαρξιστικών ιδεολογιών» (και τις παρεκκλίσεις προς τον φασισμό), με την υπεράσπιση των αποικιοκρατικών (και ρατσιστικών) ιδεολογιών, και με τα αντισοβιετικά κινήματα. Τα διαδοχικά στάδια σχηματοποίησης της αμερικανικής πολιτικής κουλτούρας δεν έχουν καμία σχέση με αυτή την ιστορία. Η δική τους κουλτούρα δημιουργήθηκε από διαδοχικά γεγονότα μείζονος σημασίας: τη μετανάστευση στη Νέα Αγγλία τμημάτων του πληθυσμού που αντιτίθενται στο Διαφωτισμό, τη γενοκτονία των ινδιάνων και το φαινόμενο της δουλείας στο εσωτερικό της κοινωνίας (οι συνέπειες του οποίου είναι διαφορετικές όταν πραγματοποιείται σε μακρινές αποικίες), την απόρριψη της ταξικής συνείδησης την οποία διαδοχικές ροές μεταναστών αντικατέστησαν με τον κομμουνιταριανισμό . Η πολιτική κουλτούρα που προκύπτει από αυτή την ιστορία δεν είναι ίδια με αυτή που δημιουργείται από την αντίθεση της δεξιάς με την Αριστερά (πιθανόν και τον σοσιαλισμό) αλλά είναι τέκνο μιας φιλοκαπιταλιστικής «συμφωνίας» η οποία σχετικοποιεί τον εκλογικό διπολισμό (ρεπουμπλικάνοι / δημοκρατικοί).

Το ερώτημα που γεννάται σήμερα στην Ευρώπη είναι εάν η κληρονομιά της πολιτικής κουλτούρας θα διαβρωθεί (και η Αριστερά, ως διεκδικητής ενός μετακαπιταλιστικού οικοδομήματος, θα εξαφανιστεί) σε βάρος της συνεχιζόμενης «αμερικανοποίησης» (τα κοινωνικά – φιλελεύθερα κόμματα στηρίζουν τους θιασώτες του «αιώνιου καπιταλισμού») ή εάν μια Νέα Αριστερά είναι σε θέση να αποκρυσταλλώσει προγράμματα που θα σταθούν στο ύψος των περιστάσεων. Προσωπικά θεωρώ ότι και τα δυο σενάρια είναι πιθανά.

Πέρα λοιπόν από το έργο του ευρωπαϊκού σχεδίου, είναι πλέον χρήσιμο να αναλύσουμε τον διάλογο που τον επισκιάζει. Σε αυτό το διάλογο κάθε αναφορά στην κληρονομιά της ευρωπαϊκής πολιτικής κουλτούρας αντιμετωπίζεται σαν «περσινά ξινά σταφύλια»: προάσπιση των συμφερόντων των κοινωνικών τάξεων (η οποία χαρακτηρίζεται αδιακρίτως σαν «κορπορατισμός»), πατριωτισμός (με την έμφαση να δίνεται σε περιφερειακές ενώσεις εντελώς ανίσχυρες απέναντι στο κεφάλαιο, κομμουνιταριανισμός, ή ακόμη και συστήματα διακυβέρνηση με δυσανάλογη εκπροσώπηση εθνικών ομάδων όπως συμβαίνει στη Βαλτική ή την Κροατία. Στον αντίποδα ως μοντέρνο αντιμετωπίζει η θεοποίηση του ανταγωνισμού μεταξύ των εργαζομένων, περιοχές και χώρες (ανεξαρτήτως του κοινωνικού κόστους) ή αντι-κοσμικά αντιλήψεις όπως η λατρεία του Πάπα στην Πολωνία).

Η ανοικοδόμηση μια ευρωπαϊκής πολιτικής Αριστεράς απαιτεί ριζοσπαστική κριτική όλων αυτών των θέσεων. Επιπροσθέτως απαιτεί να εντοπίσουμε τη βάση πάνω στην οποία θα οικοδομηθεί η εναλλακτική πρόταση και από εκεί να εξαχθούν συμπεράσματα για τα βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα προγράμματα που θα ακολουθήσουμε.

Οι παραπάνω απόψεις αποτελούν μια αυστηρή ανάλυση όχι μόνο του ευρωπαϊκού οικοδομήματος αλλά και των αντιδράσεων που αυτό προκαλεί, ακόμη και μέσα σε προοδευτικά κοινωνικά κινήματα. Πρέπει να αντιμετωπίζουμε το συγκεκριμένο οικοδόμημα όχι σαν «ευρωπαϊκό» αλλά σαν το «ευρωπαϊκό τμήμα ενός ατλαντικού οικοδομήματος υπό την ηγεμονία των ΗΠΑ» Η κύρια κριτική που ασκείται στο συγκεκριμένο οικοδόμημα φαίνεται να εστιάζει περισσότερο στην αναζήτηση μια λιγότερο ασσύμετρης ισορροπίας στο εσωτερικό της ιμπεριαλιστικής τριάδας (μέσω της οργάνωσης, σε αυτό το πλαίσιο των σχέσεων ΗΠΑ- Ευρώπης) παρά στην αναζήτηση μιας παγκόσμιας ισορροπίας η οποία δεν θα είναι τόσο δυσμενής για τον υπόλοιπο κόσμο.

Υπό αυτές τις συνθήκες το ερώτημα παραμένει ανοιχτό: Μπορεί το ευρωπαϊκό σχέδιο να αλλάξει κατεύθυνση ή προκειμένου να συμβεί αυτό θα πρέπει να αποδεχθεί την αποτυχία του; Γνωρίζουμε ότι το βασικό – και ενδεχόμενος το μοναδικό – επιχείρημα της ευρωπαϊκής πολιτικής Αριστεράς στηρίζεται στον φόβο ότι η απόρριψη του ευρωπαϊκού σχεδίου μπορεί να φέρει στην επιφάνεια τους εθνικισμούς που μέσα στον 20ο αιώνα προκάλεσαν τόση δυστυχία στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Φυσικά ασπάζομαι το φόβο των φίλων μου και δεν έχω αυταπάτες για τον δημαγωγικό και αντιδραστικό χαρακτήρα αυτού του προφανή αυτισμού. Λέω προφανή γιατί, στην πραγματικότητα, αυτά τα ακροδεξιά κινήματα δεν θα αμφισβητήσουν ποτέ την ηγεσία της πλουτοκρατίας των ολιγοπωλίων. Δεν πιστεύω ότι η «υπεράσπιση της ευρωπαϊκής ιδέας με κάθε κόστος» και η de facto αποδοχή της σημερινής πραγματικότητας (με το πρόσχημα ότι η κατάσταση «δεν είναι τόσο άσχημη» όσο αυτή που θα προέκυπτε από τον ακροδεξιό λαϊκισμό) θα μας προετοιμάσουν για να αντιμετωπίσουμε την κατάρρευση του ευρωπαϊκού σχεδίου από την άκρα δεξιά. Το να πιστεύουμε ότι μπορεί να δημιουργηθεί μια Κοινωνική Ευρώπη με αργές κινήσεις είναι μη ρεαλιστικό. Το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο δεν θα επιτρέψει τίποτα περισσότερο από διακοσμητικές μεταρρυθμίσεις χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Ο κόσμος το γνωρίζει ήδη. Η πολιτική Αριστερά το έχει καταλάβει και αντλεί συμπεράσματα από αυτό.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι απόλυτα ξεκάθαρες αλλά και ουδέτερες απέναντι στο συγκεκριμένο ζήτημα: Η Ευρώπη με τους θεσμούς των Βρυξελλών, στη σημερινή τους μορφή, εξυπηρετεί απόλυτα τις αμερικανικές επιδιώξεις. Αλλά και μια Ευρώπη διασπασμένη σε Κράτη υπό την κυριαρχία των λαϊκιστών και πάλι θα εξυπηρετεί τα αμερικανικά συμφέροντα.

Αυτό το δίλλημα – διάσωση του ευρωπαϊκού σχεδίου με κάθε κόστος ή χάος – εάν αποτελούσε τη μοναδική εναλλακτική θα σήμαινε ότι η Ευρώπη βρίσκεται στην οδό της μη αναστρέψιμης παρακμής. Παραμένω όμως αισιόδοξος επειδή πιστεύω ότι η ανοικοδόμηση αυθεντικών πολιτικών κινημάτων της Αριστεράς στην ευρωπαϊκή ήπειρο είναι εφικτή μέσα από την αναγέννηση της πολιτικής κουλτούρας της σύγκρουσης.

Κυριακή, 17 Οκτωβρίου 2010

Ελλάδα 2010: η επίθεση του κεφαλαίου, του Σπύρου Σακελλαρόπουλου

Ελλάδα 2010: η επίθεση του κεφαλαίου

Άρθρο του Σπύρου Σακελλαρόπουλου από τις τελευταίες Θέσεις, τεύχος Ιούλιος Σεπτέμβριος 2010.



1. Εισαγωγή

Στο παρόν άρθρο ασχολούμαστε με τις διαστάσεις των πρόσφατων οικονομικών μέτρων που ελήφθησαν με αφορμή την αύξηση του ελλείμματος και του δημόσιου χρέους. Η βασική μας κατεύθυνση είναι να δείξουμε πως η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική από αυτή που παρουσιάζει η επίσημη ρητορεία. Η όλη κατάσταση εκκινεί από τη διάχυση της παγκόσμιας κρίσης στο εσωτερικό των χωρών της ΟΝΕ και των ζητημάτων που προκύπτουν από την ύπαρξη κοινού νομίσματος σε εθνικούς σχηματισμούς διαφορετικής παραγωγικότητας, τον ειδικό ρόλο του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου μέσα στη συγκυρία, αλλά και τη διατήρηση της ηγεμονικής θέσης της Γερμανίας εντός της ΕΕ. Από εκεί και πέρα το ζήτημα με το έλλειμμα και το χρέος χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για να εφαρμοστούν ταξικές πολιτικές επιθετικού χαρακτήρα. Ο λόγος που γίνεται αυτό έχει να κάνει με την αδυναμία του ελληνικού καπιταλισμού να συνεχίζει να εντάσσεται με τον ίδιο τρόπο εντός του διεθνούς καταμερισμού εργασίας. Η αποτυχία υιοθέτησης ενός τεχνολογικά και κλαδικά αναδιαρθρωμένου μοντέλου που θα συντελούσε στην άνοδο της ελληνικής ανταγωνιστικότητας απέναντι στους ισχυρούς ιμπεριαλιστικούς σχηματισμούς, έχει ως αποτέλεσμα την προσπάθεια επίλυσης του προβλήματος μέσω της μετακύλισης του σχετικού κόστους στα λαϊκά στρώματα. Διαφορετικά ειπωμένο, βιώνουμε αυτή την περίοδο την πιο επιθετική κίνηση του αστικού κράτους στο οικονομικό επίπεδο από το τέλος του εμφυλίου και ύστερα. Η προσπάθεια αυτή εδράζεται στη ραγδαία μεταφορά πλούτου από την εργασία στο κεφάλαιο σε βαθμό πρωτοφανέρωτο για τα νεώτερα χρονικά. Μέσα από αυτό το σχέδιο η ελληνική αστική τάξη εκτιμά πως θα καταφέρει να ανταποκριθεί στις πιέσεις που δέχεται από τα κεφάλαια σχηματισμών υψηλότερης παραγωγικότητας.



2. Το γενικότερο πλαίσιο

Η είσοδος της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης έφερε στην επιφάνεια τη δομική αντίφαση που ενυπήρχε εξαρχής στο εγχείρημα του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος. Όπως ακόμα και ο Πωλ Κρούγκμαν έχει υποστηρίξει (Κρούγκμαν 2010), ο οποίος μόνο για ύποπτος για μαρξιστικές απόψεις δεν μπορεί να θεωρηθεί, η δημιουργία ενός ενιαίου νομίσματος από χώρες με διαφορετικά επίπεδα παραγωγικότητας ήταν αναμενόμενο κάποια στιγμή να φέρει στην επιφάνεια μια σειρά από αντιφάσεις. Το κοινό νόμισμα χρησιμοποιείται ως μοχλός πίεσης για εκσυγχρονισμό των λιγότερο ανταγωνιστικών κεφαλαίων μέσα σε συνθήκες καπιταλιστικής ανάπτυξης από τη στιγμή που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί πια το όπλο της υποτίμησης. Βεβαίως δεν πρόκειται για μια ουδέτερη διαδικασία, και βάση του νόμου της ανισόμετρης ανάπτυξης η τάση των πραγμάτων θα είναι οι διαφορές μεταξύ των εθνικών κεφαλαίων συνολικά ιδωμένων, να αυξάνονται. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο η Γερμανία, ως ο πιο ισχυρός οικονομικά εθνικός σχηματισμός της ΕΕ, επέλεξε τη λύση του ευρώ. Εκτίμησε πως η υπεροχή της ανταγωνιστικότητάς της, ενισχυμένη από την αδυναμία πραγματοποίησης υποτιμήσεων θα οδηγούσε σε μια εκτεταμένη ανάπτυξη των εξαγωγών της, όπως και έγινε. Από εκεί και πέρα η εξελισσόμενη οικονομική κρίση τροποποίησε μερικά, αλλά όχι συνολικά, το υφιστάμενο πλαίσιο. Δημιουργήθηκαν συνθήκες ύφεσης όπου το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας έγινε πιο έντονο με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, τηn επιδείνωση των δημοσιονομικών δεικτών και την αύξηση του κόστους δανεισμού. Αυτό συνέβη γιατί περιορίστηκαν οι καταναλωτικές δαπάνες με συνέπεια τη μείωση των κρατικών εσόδων και την αύξηση του ελλείμματος ως ποσοστού ενός συρρικνούμενου ΑΕΠ. Η κατάσταση αυτή εντείνεται από το γεγονός πως η πτώση της παραγωγής οδηγεί σε αύξηση της ανεργίας με αποτέλεσμα την ακόμα μεγαλύτερη υστέρηση δημόσιων εσόδων και την πιο συχνή προσφυγή στο δανεισμό για την κάλυψη των αναγκών. Το γεγονός της απουσίας ουσιαστικών αναδιανεμητικών πολιτικών που θα αντιστάθμιζαν την ανισόμετρη ανάπτυξη, δεν φανερώνει τίποτε άλλο παρά πως η ΕΕ δεν αποτελεί μια συνομοσπονδία, πόσο μάλλον μια ομοσπονδία, αλλά μια ειδική θεσμική συνάρθρωση εθνικών καπιταλιστικών σχηματισμών οι οποίοι ανταγωνίζονται για τη μεγαλύτερη δυνατή απόσπαση του παραγόμενου πλούτου.

Η νέα αυτή πραγματικότητα θα οδηγήσει την ελληνική αστική τάξη σε μια αλλαγή υποδείγματος για τον τρόπο με τον οποίο εντάσσεται στο διεθνή καταμερισμό εργασίας. Για να μπορέσουμε όμως να καταλάβουμε ποιο είναι το περιεχόμενο αυτής της αλλαγής υποδείγματος είναι αναγκαίο να αποσαφηνίσουμε ορισμένους μύθους που προσπαθεί να επιβάλει η άρχουσα τάξη μέσω των πολιτικών της εκπροσώπων και των διαμορφωτών της κοινής γνώμης.



3. Μύθος πρώτος:

Υπάρχει μια ιδιαίτερη απόκλιση της ελληνικής οικονομίας,

η οποία δημιουργεί την ανάγκη για τη λήψη τέτοιας έκτασης μέτρων λιτότητας

Πραγματικά, αν πάρει στα σοβαρά κανείς τα όσα αναφέρονταν από τα ΜΜΕ, τους επίσημους κυβερνητικούς κύκλους αλλά και μερίδα των οργανικών διανοουμένων, στην προσπάθειά τους να δικαιολογήσουν τη βαναυσότητα των μέτρων, θα σχηματίσει την εντύπωση πως στην ελληνική οικονομία συμβαίνουν πρωτοφανείς εξελίξεις αποτελώντας μια οριακή περίπτωση για τα δυτικά δεδομένα. Ωστόσο τα διαθέσιμα στοιχεία μόνο αυτό δε δείχνουν. Καταρχήν το ελληνικό κράτος δεν είναι το πιο σπάταλο της Ευρώπης. Η λειτουργία του στοιχίζει το 17,3% του ελληνικού ΑΕΠ, ενώ οι αντίστοιχες δαπάνες για το γερμανικό κράτος φτάνουν στο 19,9%, για το Γαλλικό στο 24%, για το βρετανικό στο 23,7% ενώ ο μέσος όρος (ΜΟ) της ευρωζώνης φτάνει στο 21,8% (Βεργόπουλος 2010). Σε ό,τι αφορά τα ελλείμματα, οι ΗΠΑ εμφανίζουν έλλειμμα το 2009 12,5%, η Ιαπωνία 10,5% και ο ΜΟ των χωρών της ευρωζώνης ήταν 6,6%.

Στον τομέα του χρέους μπορεί το ελληνικό χρέος να φτάνει στο 113,4% του ΑΕΠ το 2009 αλλά στην πολύ ισχυρή οικονομικά Ιαπωνία το χρέος έχει εκτοξευτεί στο 197,2%.[1] Η κατάσταση δε, εμφανίζεται πολύ διαφορετική αν λάβουμε υπόψη μας το συνολικό χρέος κάθε χώρας (δηλαδή το σύνολο του ποσού που έχει δανειστεί το κράτος, οι επιχειρήσεις και οι ιδιώτες): Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΔΝΤ το συνολικό ελληνικό χρέος φτάνει στο 179% του ΑΕΠ όταν ο ΜΟ της ΕΕ είναι 175% και η Ολλανδία παρουσιάζει συνολικό χρέος 234% του ΑΕΠ, η Ιρλανδία 222%, το Βέλγιο 219%, η Ισπανία 207% η Πορτογαλία 197% η Ιταλία 194%. Αντίστοιχα συμπεράσματα προκύπτουν αν μελετήσει κανείς τα στοιχεία για το εξωτερικό χρέος (δηλαδή τις οφειλές του κράτους, των επιχειρήσεων και των ιδιωτών προς τις ξένες τράπεζες, δεδομένου πως ένα τμήμα του χρέους αφορά τράπεζες της ίδιας χώρας): Μεταξύ των λεγόμενων PIGS (Portugal, Ireland, Greece, Spain) η Ιρλανδία χρωστάει το 414% του ΑΕΠ, η Πορτογαλία το 130%, η Ελλάδα το 89,5% και η Ισπανία το 80% (Δελαστίκ 2010α).

Επιπρόσθετα, μπορεί η Ελλάδα να εμφανίζει υψηλές δανειακές ανάγκες, ωστόσο η κατάσταση για πολλά άλλα δυτικά κράτη δεν εμφανίζεται διαφορετική. Συγκεκριμένα οι νέες δανειακές ανάγκες της χώρας μας για το 2010 αναμένεται να φτάσουν τα 50 δισεκατομμύρια ευρώ, τη στιγμή που άλλες «μικρές» χώρες όπως το Βέλγιο και η Ολλανδία θα δανειστούν από 100 δισεκατομμύρια εκάστη. Κι αν για τις ξένες τράπεζες το ρίσκο δανεισμού 50 δις προς την Ελλάδα θεωρείται υψηλό τότε τι μπορεί να ειπωθεί για τη Γερμανία που μπορεί μεν να έχει το εννεαπλάσιο ΑΕΠ σε σχέση με το ελληνικό, αλλά αναμένεται να δανειστεί 370 δις ευρώ; Η δε Γαλλία θα φτάσει τα 450 δις και η Ιταλία τα 400 δις, με αποτέλεσμα η αντιστοιχία του δανεισμού προς το ΑΕΠ τους να κινείται στα ίδια επίπεδα με την Ελλάδα (Δελαστίκ 2010β).

Τι προκύπτει από όλα τα παραπάνω; Καταρχήν πως παρόμοια οικονομικά προβλήματα αντιμετωπίζουν και άλλες δυτικές χώρες. Όταν αυτό άρχισε να γίνεται σαφές τότε επιστρατεύτηκε ένα δεύτερο επιχείρημα: πως η Ελλάδα αντιμετωπίζει και πρόβλημα χρέους και πρόβλημα ελλειμμάτων και είναι ο συνδυασμός των δύο αυτών προβλημάτων που δημιουργεί αυτήν την οξυμένη κατάσταση. Το ζήτημα όμως είναι, πως αυτό το επιχείρημα εμπεριέχει δύο αντιφάσεις. Η πρώτη είναι το γεγονός πως χώρες πιο αναπτυγμένες από την Ελλάδα, οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία, παρουσιάζουν επίσης ταυτόχρονα υψηλό έλλειμμα αλλά και υψηλό χρέος. Το γεγονός πως δεν αντιμετωπίζουν παρόμοια με την Ελλάδα προβλήματα έχει να κάνει με το ότι ως πολύ πιο ισχυρές οικονομικά δυνάμεις είναι σε θέση να διαχειριστούν τις επιπτώσεις, σ’ αυτή τη φάση, της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης με διαφορετικό τρόπο. Η δεύτερη αντίφαση έχει να κάνει με το ότι πολύ σύντομα άρχισε να δημιουργείται ένα συνολικότερο πλαίσιο δραματοποίησης της κατάστασης και στην Πορτογαλία και την Ισπανία. Η Ισπανία όμως δεν έχει υψηλό δημόσιο χρέος, ενώ το έλλειμμα της Πορτογαλίας είναι σαφώς χαμηλότερο από αυτό της Ελλάδας. Κατά συνέπεια κάπου άλλου πρέπει να αναζητηθούν τα αίτια. Όπως θα δείξουμε στην ενότητα 6, αυτό έχει κύρια να κάνει με το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας που παρουσιάζει η Ελλάδα, αλλά και η Πορτογαλία με την Ισπανία, το οποίο οξύνει η παρούσα παγκόσμια κρίση και η κρίση του ευρώ, γεγονός που οδηγεί τις αγορές στην απόσυρση της εμπιστοσύνης τους προς τους νοτιοευρωπαικούς καπιταλισμούς.



4. Μύθος δεύτερος:

Το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας δημιουργήθηκε γιατί οι Έλληνες εργαζόμενοι απόκτησαν ένα καταναλωτικό πρότυπο που δεν αντιστοιχούσε στις πραγματικές δυνατότητες της οικονομίας.

Το παραπάνω με απλά λόγια σημαίνει πως στο προηγούμενο διάστημα δόθηκαν αυξήσεις μισθών τις οποίες δεν μπορούσε να αντέξει η ελληνική οικονομία με αποτέλεσμα να αυξηθεί υπέρμετρα το κόστος παραγωγής και τα ελληνικά προϊόντα να καταστούν μη ανταγωνιστικά. Η λογική συνέπεια αυτού του μυθεύματος είναι πως από εδώ και πέρα θα πρέπει να μειωθεί το εισόδημα των Ελλήνων εργαζομένων έτσι ώστε να αποκατασταθεί η χαμένη ανταγωνιστικότητα.[2]

Ωστόσο, η θεωρία της αύξησης των πραγματικών εισοδημάτων στην Ελλάδα και μάλιστα με ρυθμούς υπέρτερους από αυτούς του ΜΟ των χωρών της ΕΕ-15 είναι επιδεκτική κριτικής για πολλούς λόγους. Πράγματι, τα διαθέσιμα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δείχνουν πως μεταξύ 1995 και 2008 η σωρευτική αύξηση της αγοραστικής δύναμης των μέσων αποδοχών στην Ελλάδα έφτασε το 37%. Εντούτοις η αύξηση αυτή είναι υπερεκτιμημένη: Καταρχήν λαμβάνει υπόψη τον μέσο πληθωρισμό και όχι τον πληθωρισμό που αντιστοιχεί σε καταναλωτικά αγαθά και υπηρεσίες που κατά κύριο λόγο κάνουν χρήση τα νοικοκυριά των εργαζομένων. Σύμφωνα με τους σχετικούς υπολογισμούς η υπερεκτίμηση αυτή προσεγγίζει κάθε χρόνο το 0,7% (ΙΝΕ-ΓΣΕΕ 2009). Έπειτα, ο μέσος μισθός δεν αντανακλά την πραγματικότητα που βιώνει η μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων αφού σε αυτόν περιλαμβάνονται και οι πολύ υψηλές αμοιβές των στελεχών. Τέλος οι μέσες πραγματικές αποδοχές δεν είναι υπολογισμένες για σταθερό αριθμό ωρών, αλλά για το σύνολο του χρόνου εργασίας, με αποτέλεσμα να συνυπολογίζονται και οι αμοιβές για υπερωρίες.

Το πρόβλημα είναι πως η απουσία τέτοιων στοιχείων για όλη την περίοδο δεν διευκολύνει να βγάλουμε ξεκάθαρα συμπεράσματα για το τι συνέβη στη μεγάλη πλειοψηφία των μισθωτών. Για το λόγο αυτό εκτιμούμε πως είναι ασφαλέστερο να χρησιμοποιήσουμε διαφορετικά εργαλεία για να κατανοήσουμε τι ακριβώς έχει συμβεί.

Ξεκινώντας από τη συμμετοχή των μισθών στο ΑΕΠ διαπιστώνουμε πως υπάρχει μια μακροχρόνια τάση μείωσης του μεριδίου τους από 56% το 1995 σε 54% το 2008.

Η επιδείνωση των όρων διαβίωσης των Ελλήνων φαίνεται και από το γεγονός πως το ποσοστό της αποταμίευσης των νοικοκυριών ως ποσοστό του εισοδήματος μειώνεται από 14,1% το 1996 σε 8,9% το 2004. Ταυτόχρονα το ποσοστό του πληθυσμού που βρισκόταν κάτω από το όριο της φτώχειας το 2006 έφτανε το 21%. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός πως οι μισοί φτωχοί έχουν εισόδημα μικρότερο από το 44,4% του διαμέσου εισοδήματος και άρα απέχουν σημαντικά από το να εξέλθουν από τη φτώχεια (ΙΝΕ- ΓΣΕΕ 2008: 210- 211).

Σε ότι, αφορά τη φορολόγηση, το 2004 οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι κατέβαλαν το 44% των φόρων εισοδήματος ενώ το 2006 το 50,1%. Αντίθετα οι επιχειρήσεις, ενώ το 2004 είχαν καταβάλει το 43% των φόρων εισοδήματος, το 2006 κατέβαλαν το 36,3% των φόρων εισοδήματος (ΙΝΕ-ΓΣΕΕ 2008: 22- 23).

Το παραπάνω μπορεί να γίνει αντιληπτό μόνο ως το αποτέλεσμα μιας συνειδητής ταξικής κρατικής πολιτικής σε σχέση και με τη φορολογία. Και δεν μπορούσαν να είναι τα πράγματα διαφορετικά από τη στιγμή που για τις μεγάλες επιχειρήσεις η φορολογική επιβάρυνση από 29,9% το 2000 μειώθηκε σε 18,6% το 2006. Το ίδιο έτος ο αντίστοιχος συντελεστής φορο­λογικής επιβάρυνσης ήταν στην Ισπανία 53,3%, στη Γαλλία 31,4%, στην Ιταλία 27,1%, στην Κύπρο 26,8%, στο Βέλγιο 21,6%, στην Δανία 32,3%, στην Πορτογαλία 22,6%, στην Αγγλία 27,7% και στην Ε.Ε-25 ήταν 28,7%. Αντίθετα, η πραγματική φορολογική επιβάρυνση της εργασίας στην Ελλάδα το 2000 ανερχόταν σε 34,5% και το 2006 αυξήθηκε σε 35,1%. Κατά το ίδιο έτος ο αντίστοιχος συντελε­στής φορολογικής επιβάρυνσης ήταν στην Ισπανία 30,8%, στη Γαλλία 41,9%, στην Ιταλία 42,5%, στην Κύπρο 24,18%, στο Βέλγιο 42,7%, στη Δανία 37,1%, στην Πορ­τογαλία 28,6%, στην Αγγλία 25,8% και στην Ε.Ε-25 ήταν 36,4%. Διαπιστώνεται δηλαδή ότι η πραγματική φορολογική επιβάρυνση της εργασίας στην Ελλάδα αντιστοιχεί στο μέσο όρο της Ε.Ε-25, ενώ η πραγματική φορολογική επιβάρυνση για τα κέρδη ανέρχεται σχεδόν στο ήμισυ του μέσου όρου της Ε.Ε-25 (15,9% στην Ελλάδα, έναντι 33% στην Ε.Ε-25 (ΙΝΕ-ΓΣΕΕ 2009: 93).[3]

Το συνολικό αποτέλεσμα όλων όσων αναφέρθηκαν είναι η Ελλάδα να διακρίνεται για τις οικονομικές της ανισότητες από τη στιγμή που το εισόδημα του 20% των περισσότερο εύπορων Ελλήνων που κατέχουν το 40,4% του συνολικού εθνικού εισοδήματος, είναι περίπου εξαπλάσιο από το εισόδημα του 20% των λιγότερο εύπορων Ελλήνων που κατέχουν το 7% του εισοδήματος. Αντίθετα στις χώρες της ΕΕ-15 η διαφορά δεν υπερβαίνει την τελευταία δεκαετία τις 4,8 φορές (ΙΝΕ- ΓΣΕΕ 2008: 213).

Γενικό συμπέρασμα: Κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαπενταετίας οι κοινωνικές ανισότητες στην Ελλάδα αυξήθηκαν γιατί ο παραγόμενος πλούτος διαμοιράστηκε πολύ άνισα. Κατά συνέπεια τα σημερινά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας δεν μπορεί να θεωρηθεί πως οφείλονται στην (υποτιθέμενη) αύξηση των εισοδημάτων των εργαζομένων.



5. Μύθος τρίτος:

Η αύξηση των μισθών οδήγησε σε ραγδαία μείωση των εξαγωγών

Το πρώτο σημείο στο οποίο αξίζει να σταθεί κανείς είναι πως ακόμα και αν δεχτούμε, ως υπόθεση εργασίας, πως υπάρχει αύξηση των μισθών, αυτό δεν οδηγεί αναγκαστικά και σε πτώση της ανταγωνιστικότητας. Κι αυτό γιατί ακόμα και αν δεν λάβουμε υπόψη μας τις μεθοδολογικές παρατηρήσεις που κάναμε στην προηγούμενη παράγραφο, η παραγωγικότητα της εργασίας προς το ΜΟ της ΕΕ 15 έχει αυξηθεί περισσότερο απ’ ό,τι οι μισθοί (19% έναντι 14%). Κατά συνέπεια το πρόβλημα δεν πρέπει να εστιάζεται στους μισθούς.

Ταυτόχρονα είναι λάθος να θεωρείται πως το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας είναι τωρινό πρόβλημα – πόσο μάλλον πως γι’ αυτό φταίει η άνοδος των μισθών.

Ας το εξετάσουμε αυτό λίγο πιο αναλυτικά. Για να θεωρήσουμε πως τώρα υπάρχει κρίση ανταγωνιστικότητας, αυτό σημαίνει πως σε κάποια, πολύ πρόσφατη χρονική φάση αυτό το πρόβλημα δεν υπήρχε και γι’ αυτό η ελληνική οικονομία γνώριζε σημαντική ανάπτυξη. Ωστόσο ο πίνακας που ακολουθεί και αφορά τα τελευταία 50 χρόνια δε δείχνει κάποια ιδιαίτερη διαφοροποίηση.






















Πίνακας 1

Διαχρονική εξέταση της σχέσης εξαγωγών/εισαγωγών

1960- 2009

Έτος
Εξαγωγές/ Εισαγωγές %

1960
42

1965
33

1970
36

1975
40

1980
37

1985
41

1989
40

2000
34

2001
35

2002
32

2003
33

2004
33

2005
34

2006
31

2007
30

2008
31

2009
33

Πηγή: α) Για τα έτη 1960- 1989 βλ. Μηλιός- Ιωακείμογλου 1990: 117 β) για τα έτη 2000- 2009 βλ. Τράπεζα της Ελλάδος



Το συμπέρασμα που προκύπτει από τα στοιχεία του Πίνακα 1 είναι πως η σχέση εξαγωγών προς εισαγωγές υλικών αγαθών για την περίοδο 1960-1989 παρουσιάζει ορισμένες, όχι σημαντικές αυξομειώσεις, κυμαινόμενη μεταξύ 1/3 και 1/2,5. Η σαφής αυτή υπεροχή των εισαγωγών αντανακλά ένα έλλειμμα ανταγωνιστικότητας αλλά, σε καμία περίπτωση, δεν οδήγησε στην πτώχευση της χώρας ούτε σε κάποια αντίστοιχη οικονομική καταστροφή. Από την άλλη, για την περίοδο 2000-2009 μπορούμε να καταλήξουμε στα ακόλουθα: α) Παρατηρείται μια περιορισμένη διολίσθηση της σχέσης εξαγωγών/εισαγωγών η οποία κυμαίνεται γύρω από το ύψος του 1/3. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με την ένταση του τρόπου ένταξης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού στον διεθνή καταμερισμό εργασίας και ειδικότερα με τις πιέσεις που δέχθηκε η ελληνική οικονομία λόγω της ένταξής της στη ζώνη του ευρώ από εθνικούς σχηματισμούς με υπέρτερη παραγωγικότητα. β) Σε κάθε περίπτωση πάντως η δεκαετία αυτή δε φαίνεται να χαρακτηρίζεται από κάποια δραστική μείωση των εξαγωγών, τέτοιας τάξης που να δικαιολογεί τη λήψη αντίστοιχης εμβέλειας μέτρων όπως αυτά που αποφάσισαν από κοινού Κυβέρνηση, Ευρωπαϊκή Ένωση και Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Το ότι δεν υπάρχει πρόβλημα κατακόρυφης μείωσης της ελληνικής ανταγωνιστικότητας φαίνεται και από τα στοιχεία του πίνακα 2 όπου εξετάζεται η εξέλιξη της συμμετοχής των ελληνικών στις παγκόσμιες εξαγωγές, στις εξαγωγές των χωρών της ζώνης του Ευρώ καθώς και στις εξαγωγές στο σύνολο των χωρών της ΕΕ.


Πίνακας 2

Βαθμός συμμετοχής ελληνικών εξαγωγών

(2000- 2008)

(%)

Έτος
Κόσμος
Ζώνη Ευρώ
ΕΕ27

2000
0,0017
0,058
0,045

2001
0,0016
0,048
0,037

2002
0,0016
0,050
0,040

2003
0,0018
0,054
0,043

2004
0,0017
0,052
0,041

2005
0,0017
0,055
0,043

2006
0,0017
0,059
0,046

2007
0,0017
0,057
0,044

2008
0,0016
0,055
0,043

Πηγή: UNCTAD 2010












Παρατηρούμε πως ούτε και αυτά τα στοιχεία δείχνουν κάποια βαθιά κρίση εξαγωγών. Υπάρχουν διακυμάνσεις οι οποίες οφείλονται σε συγκυριακούς λόγους αλλά όλα κινούνται σε πολύ συγκεκριμένα πλαίσια. Έτσι την περίοδο 2000-2008 η συμμετοχή των ελληνικών στις παγκόσμιες εξαγωγές κυμαίνεται μεταξύ 0,016 και 0,018 του συνόλου, στις εξαγωγές των χωρών της ΟΝΕ από 0,048 μέχρι 0,059 και στις εξαγωγές των χωρών της ΕΕ από 0,037 μέχρι 0,049. Βεβαίως θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως ακόμα και για το μέγεθος της Ελλάδας οι επιδόσεις αυτές είναι πολύ χαμηλές. Δε θα διαφωνήσουμε πως ο ελληνικός καπιταλισμός δεν αντλεί τη δυναμική του από τη βιομηχανία, αλλά σε κάθε περίπτωση τα συγκεκριμένα στοιχεία δεν δείχνουν κάποια καθίζηση των εξαγωγών.



6. Ποιο είναι το πραγματικό πρόβλημα;

Το πραγματικό πρόβλημα έχει να κάνει με το μοντέλο ένταξης στο διεθνή καταμερισμό εργασίας που υιοθέτησε η ελληνική αστική τάξη μεταπολεμικά. Το βάρος δινόταν πρωταρχικά στον εφοπλισμό, άλλωστε η Ελλάδα παραμένει σταθερά η πιο ισχυρή ναυτιλιακή δύναμη στον κόσμο, και στην ανάπτυξη των κατασκευών (πέραν της κατασκευαστικής ανοικοδόμησης της χώρας αξίζει να αναφερθεί και η πολύ σημαντική παρουσία των ελληνικών κατασκευαστικών εταιρειών στη Β. Αφρική και στη Μ. Ανατολή) και του τουρισμού και μόνον δευτερευόντως και υποτελώς στη βιομηχανία και μάλιστα στην εξαγωγική εκδοχή της. Στη συνέχεια και με την ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ/ΕΕ την όλη αυτή κατεύθυνση ενίσχυσαν και οι κοινοτικοί πόροι.

Αυτή η στρατηγική παρουσιάζεται στον πίνακα 1 του παραρτήματος. Το τουριστικό συνάλλαγμα, τα έσοδα από τον εφοπλισμό και οι πόροι από την ΕΟΚ συντελούν αποφασιστικά στη μείωση του εμπορικού ελλείμματος. Διαφορετικά ειπωμένο το σχετικά αδύνατο σημείο του ελληνικού καπιταλισμού που ήταν η ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας του, το αντιστάθμιζε το γεγονός της πολύ ισχυρής ναυτιλιακής παρουσίας, της ανάπτυξης της τουριστικής βιομηχανίας και των πόρων από την ΕΟΚ/ΕΕ που σε σημαντικό βαθμό κατευθύνονταν στο κατασκευαστικό κεφάλαιο.

Στη δεκαετία του ’90 το ακόμα μεγαλύτερο άνοιγμα των διεθνών αγορών που έφερε η νίκη του νεοφιλελευθερισμού σε παγκόσμιο επίπεδο (το φαινόμενο που για ορισμένους ονομάστηκε «παγκοσμιοποίηση») ενέτεινε τις πιέσεις απέναντι στην ελληνική οικονομία. Η λύση που επιλέχτηκε για να ανταπεξέλθει στα νέα δεδομένα δεν ήταν κάποιας μορφής τεχνολογικός μετασχηματισμός ή μια ριζική αναδιαμόρφωση του τρόπου οργάνωσης της εργασίας, όπως υπήρξε ο φορντισμός στο παρελθόν, πέραν της υιοθέτησης ορισμένων μορφών εργασιακής ευελιξίας. Αντίθετα δόθηκε βάρος στη συνέχιση του ίδιου μοντέλου με ταυτόχρονη ένταση του βαθμού εκμετάλλευσης των λαϊκών στρωμάτων (μείωση της συμμετοχής της εργασίας στο παραγόμενο προϊόν, αυξήσεις μικρότερες από την άνοδο της παραγωγικότητας), καθώς και μέσω της αξιοποίησης της φτηνής μεταναστευτικής εργασίας. Είναι δε χαρακτηριστικό πως σε μια περίοδο έντονης κεφαλαιακής διεθνοποίησης, η Ελλάδα είναι χώρα με πολύ λίγες άμεσες επενδύσεις προς το εξωτερικό[4] και αυτές σχεδόν αποκλειστικά στο χώρο των πρώην «σοσιαλιστικών» χωρών της Βαλκανικής.

Η ένταξη στην ΟΝΕ, η πραγματοποίηση μεγάλων κατασκευαστικών έργων, η διοργάνωση των Ολυμπιακών αγώνων το 2004, δεν διαφοροποιούσαν αυτήν την στρατηγική αλλά την ενίσχυαν. Ταυτόχρονα συνεχίστηκαν διάφορες παράλληλες μορφές ενίσχυσης του συνασπισμού εξουσίας και των στηριγμάτων του όπως η ανοχή στην παραοικονομία (η οποία αισίως έφτασε στις αρχές του 21ου αιώνα το 28,5% του ΑΕΠ), η διαπλοκή μονοπωλιακών μερίδων και κρατικού μηχανισμού με αποτέλεσμα την υπερκοστολόγηση δημόσιων έργων κ.ο.κ.

Τα προβλήματα άρχισαν να οξύνονται όταν εμφανίστηκε μείωση των ευρωπαϊκών πόρων, πτώση των εσόδων από τον τουρισμό, αύξηση του δανεισμού για να καλυφτεί το κόστος που δημιουργούσε η προνομιακή μεταχείριση στην ανάληψη δημόσιων έργων από συγκεκριμένους μονοπωλιακούς ομίλους (πολύ χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του σκανδάλου της Ζήμενς), σταθερά υψηλά κόστη στρατιωτικών δαπανών κυρίως λόγω ευρύτερων γεωπολιτικών σχεδιασμών και υποχρεώσεων,[5] υπερκοστολόγηση δημόσιων δαπανών (ενδεικτικό παράδειγμα η λειτουργία του νοσοκομειακού τομέα με ό,τι αυτός περιλαμβάνει: φάρμακα, ιατρικά μηχανήματα, ιατρικές εξετάσεις που εκτελούνται από τον ιδιωτικό τομέα λόγω αδυναμίας τέλεσής τους από τον δημόσιο). Ταυτόχρονα η ένταξη στην ΕΕ σχηματισμών χαμηλότερου κόστους εργασίας (των πρώην «σοσιαλιστικών» χωρών) ενέτειναν την εικόνα της μειωμένης ελληνικής παραγωγικότητας, αφού αυξήθηκε περισσότερο ο ανταγωνισμός εντός της ίδιας οικονομικής ολοκλήρωσης. Εξέλιξη που έπληξε κυρίως τους παραδοσιακούς κλάδους έντασης εργασίας (κλωστοϋφαντουργία, ένδυση, υπόδηση) με συνέπεια είτε την πτώχευση επιχειρήσεων είτε την μετοίκησή τους σε χώρες της Βαλκανικής.

Το τραπεζικό κεφάλαιο από την πλευρά του επιχείρησε να ασκήσει πιέσεις στις επιχειρήσεις προς την κατεύθυνση έντονων αναδιαρθρώσεων, ωστόσο αυτό προσέκρουσε στην αδυναμία αρκετών εταιρειών να ενσωματώσουν τόσο σημαντικές αλλαγές στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι το ξέσπασμα της παγκόσμιας κρίσης με αποτέλεσμα συχνά να παράγονται αποδιαρθρωτικά αποτελέσματα. Έτσι από ένα σημείο και μετά θα δημιουργηθεί ένας φαύλος κύκλος αφού η κρίση οδήγησε στον περιορισμό των χρηματοδοτήσεων προς τις επιχειρήσεις, πράγμα που ενίσχυσε ακόμα περισσότερο την ύφεση κ.ο.κ.

Όλα αυτά θα κάνουν πολύ έντονη την παρουσία τους και στην αποδοτικότητα των επιχειρήσεων. Σύμφωνα με τα δεδομένα που έχουμε στη διάθεσή μας, η οριακή αποτελεσματικότητα του παγίου κεφαλαίου[6] ακολούθησε μακροχρόνια ανοδική πορεία μέχρι το 2004. Από εκεί και πέρα κάθε πρόσθετη μονάδα επένδυσης σε πάγιο κεφάλαιο συνοδευόταν από μικρότερη αύξηση του παραγόμενου προϊόντος. Πρόκειται για το τέλος ενός επενδυτικού κύκλου ο οποίος χαρακτηρίστηκε από τη χρήση νέων τεχνολογιών στον εισαγόμενο από το εξωτερικό μηχανολογικό εξοπλισμό. Ο συγκεκριμένος κύκλος ξεκίνησε το 1996 και από 25% που ήταν η σχέση προϊόντος/κεφαλαίου το 1995 έφτασε στο 28,5% το 2005. Από το 2006 η άνοδος ανακόπηκε και μετατράπηκε σε πτώση το 2008 (ΙΝΕ- ΓΣΕΕ 2009).

Το συνολικό αποτέλεσμα είναι πως βοηθούσης και της παγκόσμιας ύφεσης η ελληνική οικονομία από το 2005 αρχίζει να εμφανίζει έντονα στοιχεία συστολής. Έτσι η εξέλιξη του ακαθάριστου εγχώ­ριου προϊόντος σε σταθερές τιμές, υπήρξε ανοδική κατά την περίοδο 1996-2004, παρουσίασε κάμψη από το 2005 και κατέστη στη συνέχεια έντονα πτωτική. Σύμφωνα δε με τις προβλέψεις, το ΑΕΠ θα μειωθεί, σε σταθερές τιμές, κατά περίπου 2% το 2010. Ο ετήσιος ρυθµός ανάπτυξης επιβραδύνθηκε από 4,0% το 2007 στο 2,9% το 2008 και στο -2% το 2009. Πρέπει δε να σημειωθεί πως το 2008, υπήρξε, για πρώτη φορά μετά από το 1992-1994, κάμψη του όγκου των ακαθάριστων επενδύσεων κεφαλαίου. Τελευταίο αλλά όχι έσχατο, η βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε κατά 4,0% το 2008 ενώ το 2007 είχε παρουσιάσει άνοδο 2,7%.

Στο επίπεδο της κρατικής διαχείρισης, η κρίση συμπυκνώθηκε στην άνοδο του δημόσιου ελλείμματος από 6,6% που ήταν το 2008 στο 12,9% του ΑΕΠ στο 2009. Αυτό οφείλεται σε μια σημαντική μείωση των εσόδων και των επιστροφών εσόδων (περίπου 4%), καθώς και στην αύξηση των δημοσίων δαπανών (περίπου 2/%). Είναι χαρακτηριστικό πως ενώ σε όλη τη περίοδο 2002-2008 τα δημόσια έσοδα σημείωναν κάθε έτος αύξηση, το 2009 για πρώτη φορά θα σημειωθεί μείωση 1,1 δις ευρώ.

Μέσα σε αυτό το πνεύμα θα πρέπει να διαβάσουμε τα στοιχεία του πίνακα 3


Πίνακας 3

Εξέλιξη ορισμένων δεικτών δημόσιων μεγεθών

Α. Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών


2000
2001
2002
2003
2004
2005
2006
2007
2008
2009

Έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών/ ΑΕΠ
7,7
7,5
6,7
6,8
5,9
7,8
11,6
14,8
15,1
11,0

Εμπορικό έλλειμμα / ΑΕΠ
20,0
15,2
15,0
13,6
12,6
14,5
17,5
18,9
19,1
12,7

Εμπορικό Έλλειμμα χωρίς καύσιμα/ ΑΕΠ
13,7
13,1
12,7
11,2
11,6
11,0
13,0
14,7
13,8
9,5

Ισοζύγιο Τρεχουσών Μεταβιβάσεων/ ΑΕΠ
2,6
2,7
2,5
2,3
2,0
1,6
1,6
0,7
1,2
0,5

Ταξιδιωτικές εισπράξεις/ ΑΕΠ
7,3
7,5
6,8
5,7
5,7
5,6
5,6
5,1
5,0
4,3

Β. Ισοζύγιο Χρηματοοικονομικών Συναλλαγών

Έλλειμμα ομολόγων και εντόκων γραμματίων/ ΑΕΠ
5,6
6,0
6,6
6,3
6,3
2,1
1,8
4,7
7,6
11,7

Γ. Δημόσιο Χρέος

Δαπάνες εξυπηρέτησης χρέους και νέου δανεισμού /ΑΕΠ
16,4
14,8
19,1
18,1
15,4
15,8
12,8
14,5
16,2
17,0

Χρέος γενικής Κυβέρνησης/ ΑΕΠ


100,8
97,9
98,6
98,8
95,9
95,6
99,2
113,4

Πηγή: Επεξεργασία στοιχείων από Τράπεζα της Ελλάδος και από τον Προϋπολογισμό του 2010.








Επιχειρήσαμε να παρουσιάσουμε τα υπάρχοντα στοιχεία υπό το πρίσμα της συσχέτισής τους με το ΑΕΠ έτσι ώστε να μην ελλοχεύει ο κίνδυνος της δραματοποίησης ορισμένων πραγματικών ή υποτιθέμενων εξελίξεων.

Σε ό,τι αφορά το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, η πρώτη διαπίστωση που κάνουμε έχει σχέση με το εμπορικό έλλειμμα. Παρατηρούμε πως υπάρχει μια μείωση του ελλείμματος μέχρι το 2004, όπου και λόγω των Ολυμπιακών Αγώνων υπήρξε μια σημαντική οικονομική ανάπτυξη, στη συνέχεια το έλλειμμα αυξάνει και το 2008 βρίσκεται στα επίπεδα του 2000, για να μειωθεί ξανά το 2009 λόγω της αποδιεθνοποίησης που προκαλεί η παγκόσμια ύφεση. Σε κάθε περίπτωση πάντως δεν έχουμε να αντιμετωπίσουμε ενός τέτοιου εύρους κρίση εξαγωγών που να δικαιολογεί, έστω και από αστική σκοπιά, την ένταση των μέτρων που ελήφθησαν. Επίσης αν λάβουμε υπόψη μας και την παράμετρο των καυσίμων, η Ελλάδα ως ενεργειακά εξαρτημένη χώρα θα βρισκόταν σε πολύ καλύτερη κατάσταση από πλευράς εμπορικού ισοζυγίου αν δεν είχε να αντιμετωπίσει και αυτό το πρόβλημα. Με παράλληλο τρόπο κινείται και η εξέλιξη του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Μείωση μέχρι το 2004, αύξηση μέχρι το 2008, ξανά μείωση του 2009. Ωστόσο θα πρέπει να παρατηρήσουμε πως το έλλειμμα κινείται στη μετά το 2004 περίοδο σε πολύ πιο υψηλά επίπεδα από ό,τι στην πριν του 2004. Αυτό από τη μια επιβεβαιώνει πως δεν βρισκόμαστε μπροστά σε μια ξαφνική κρίση εξαγωγών και από την άλλη δείχνει πως οι υπόλοιποι δείκτες εμφανίζουν μια μεγαλύτερη υστέρηση. Ο πρώτος λόγος που συμβαίνει κάτι τέτοιο θεωρούμε πως είναι η πτώση των ταξιδιωτικών εισπράξεων η οποία είναι σχεδόν συνεχής από το 2000 μέχρι το 2009 –παρά τη διοργάνωση των Ολυμπιακών, που θα περίμενε κανείς να λειτουργήσει ενισχυτικά για τον τουρισμό. Εκτιμούμε πως σημαντικός παράγοντας σε αυτήν την εξέλιξη θα πρέπει να είναι η υιοθέτηση του (ακριβού) ευρώ. Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με τη μείωση των τρεχουσών μεταβιβάσεων, δηλαδή των κοινοτικών χρηματοδοτήσεων. Παρατηρούμε πως η ολοκλήρωση του Τρίτου Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης λειτουργεί αρνητικά σε αυτόν τον δείκτη.

Η κρίση ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών διαπλέχθηκε με την παγκόσμια κρίση κάνοντας δυσχερή τον μέχρι τότε ρόλο των ελληνικών τραπεζών. Πιο συγκεκριμένα τα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα μέχρι το ξέσπασμα της παγκόσμιας κρίσης ήταν σε θέση να καλύπτουν το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών δανειζόμενες από το εξωτερικό. Με τον τρόπο αυτό αντικαθιστούσαν και τις εισροές για τις αγορές κρατικών ομολόγων και μετοχών που στα πρώτα χρόνια της λειτουργίας του ευρώ συνέβαλαν στην κάλυψη του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών. Ωστόσο η έλλειψη ρευστότητας των ξένων τραπεζών που προήλθε από την κρίση συντέλεσε στην αδυναμία εξεύρεσης φθηνού χρήματος για τις ελληνικές τράπεζες με αποτέλεσμα την αύξηση του ελλείμματος (Πελαγίδης-Μητσόπουλος 2010: 247).

Περνώντας στο ισοζύγιο χρηματοοικονομικών συναλλαγών, το βασικό πρόβλημα που διαπιστώνουμε αφορά το έλλειμμα από επενδύσεις χαρτοφυλακίου και ειδικά σε ομόλογα και έντοκα γραμμάτια. Η περίοδος 2000-2004 χαρακτηρίζεται από μια σχετική σταθερότητα και το έλλειμμα διατηρείται στο 5-6%. Στη συνέχεια η υπερθέρμανση της οικονομίας με την αύξηση του ΑΕΠ έχει ως αποτέλεσμα τη δραστική μείωση του ελλείμματος στο 1,8% το 2006, αλλά από το 2007 παρατηρείται ραγδαία άνοδος με αποτέλεσμα το 2009 να φτάσει το έλλειμμα στο 11,7%. Εκτιμούμε πως η εξέλιξη αυτή οφείλεται σε αρκετούς παράγοντες: μείωση του πραγματικού ΑΕΠ το 2009 λόγω της ύφεσης, αύξηση της προσφυγής σε δανεισμό λόγω του κόστους των δημόσιων έργων που πραγματοποιήθηκαν την προηγούμενη περίοδο, μείωση των φορολογικών εσόδων λόγω της οικονομικής συστολής που έφερε η παγκόσμια ύφεση και στην Ελλάδα.

Όλα τα παραπάνω έχουν, όπως είναι φυσικό, συνέπειες στο χρέος. Από το 2006 υπάρχει αύξηση των δαπανών για την εξυπηρέτηση του χρέους ενώ το 2009 παρατηρείται μια σημαντική μεγέθυνση αυτού καθ’ αυτού του χρέους. Πάνω σε αυτό θέλουμε να κάνουμε δύο παρατηρήσεις: Η πρώτη είναι πως η αύξηση του χρέους αποτελεί σοβαρό ζήτημα το οποίο δεν είναι εύκολο να παρακαμφθεί. Πρόκειται για ένα σημαντικό πρόβλημα για την ελληνική αστική τάξη που φανερώνει την κρίση του μοντέλου καπιταλιστικής ανάπτυξης που είχε υιοθετηθεί τα προηγούμενα (πολλά) χρόνια, πόσο μάλλον που πολλά ληξιπρόθεσμα δάνεια θα πρέπει να ανανεωθούν μέσα στην περίοδο 2011- 2013 ενώ ο μέσος όρος αποπληρωμής των δανείων θα μειωθεί από τα 10 στα 7 χρόνια. Ωστόσο, κι αυτή είναι η δεύτερη παρατήρηση, δεν πρόκειται για κάτι το ιστορικά πρωτοφανές, ούτε πρέπει να γίνονται συσχετίσεις με το 1898 ή το 1932. Το υποστηρίζουμε αυτό γιατί όπως φαίνεται και στον πίνακα 3 το 2002 και το 2003 η κατάσταση ήταν σαφώς πιο επιβαρυμένη. Έπειτα σχεδόν όλο το χρέος (97%) είναι σε ευρώ και κατά συνέπεια δεν επηρεάζεται από τις διακυμάνσεις του ευρώ με το δολάριο, το γιεν ή τη στερλίνα και δεν τίθεται θέμα ανεπάρκειας συναλλάγματος (Βεργόπουλος 2009), ενώ το 75% βρίσκεται στην κατοχή ευρωπαϊκών τραπεζών οι οποίες για προφανείς λόγους δεν θα επιθυμούσαν μια κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας.[7] Τέλος, το 75% του χρέους είναι με σταθερό επιτόκιο και το 25% με κυμαινόμενο, κατά συνέπεια η επίδραση των αγορών αφορά κυρίως τα νέα δάνεια (Σταθάκης 2010).



7. Οι τρεις βασικές διαστάσεις του ζητήματος

Βασική μας θέση είναι πως τα πράγματα πήραν αυτή τη διάσταση επειδή το αληθινό πρόβλημα αφενός αφορούσε την κρίση στρατηγικής του ελληνικού κεφαλαίου αλλά, αφετέρου, επειδή πυροδότησε και ευρύτερες διεργασίες. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η Ελλάδα είναι χώρα της Ευρωζώνης, κατά συνέπεια η συγκεκριμένη κρίση, η οποία πραγματοποιείται στο πλαίσιο της παγκόσμιας ύφεσης, δεν μπορούσε να έχει μόνο «τοπικά» αποτελέσματα.

Σ’ ό,τι αφορά την κρίση του ελληνικού καπιταλισμού, η αδυναμία εκπόνησης μιας εναλλακτικής αστικής στρατηγικής από την ελληνική άρχουσα τάξη εκτιμήθηκε αρνητικά από τις διεθνείς χρηματαγορές, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει μια διαδικασία απόσυρσης της εμπιστοσύνης των χρηματοπιστωτικών οίκων απέναντι στον ελληνικό καπιταλισμό. Με άλλα λόγια το πραγματικό πρόβλημα δεν ήταν ούτε το έλλειμμα ούτε το χρέος (άλλωστε όπως δείξαμε κι άλλες χώρες αντιμετωπίζουν παρόμοια ζητήματα) αλλά δύο εντελώς διαφορετικά ζητήματα. Από τη μια σχηματίστηκε η εκτίμηση πως ο ελληνικός καπιταλισμός είναι πιθανό να μπει σε πορεία υποβάθμισής του στο διεθνή καταμερισμό εργασίας στο επόμενο διάστημα και κατά συνέπεια ενείχε κινδύνους η επένδυση σε αυτόν και γι’ αυτό η Ελλάδα σήμερα δανείζεται με τόσο υψηλά επιτόκια.[8] Αυτό είχε την αντανάκλασή του και στο τραπεζικό σύστημα: οι τράπεζες αναζητούν στο εξωτερικό κεφάλαια για τη συντήρηση της ζήτησης αλλά η χαμηλή πιστοληπτική ικανότητα της Ελλάδας συντελεί στη διαμόρφωση των υψηλών επιτοκίων δανεισμού (Πελαγίδης-Μητσόπουλος 2010: 248).

Σ’ ό,τι αφορά τη διεθνή της διάσταση, η ελληνική κρίση έχει να κάνει με το ευρώ και τους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς. Η προσπάθεια αρκετών ευρωπαϊκών χωρών να δημιουργήσουν ένα ισχυρό νόμισμα που σταδιακά θα λειτουργούσε ως το παγκόσμιο αποταμιευτικό νόμισμα θα συναντήσει την αντίδραση των αντίπαλων σχηματισμών, πόσο μάλλον που το ευρώ από το διάστημα της δημιουργίας του ανατιμήθηκε σημαντικά έναντι του δολαρίου και της στερλίνας. Η κρίση στην Ελλάδα χρησιμοποιήθηκε ως κερκόπορτα όχι μόνο για να αντληθούν κερδοσκοπικά κέρδη από τον ακριβό δανεισμό αλλά επίσης για να μετατραπεί η κρίση της Ελλάδας σε κρίση του ευρώ.[9] Στο εσωτερικό της Ευρωζώνης αυτό αποτυπώθηκε στις πραγματικές αντιθέσεις μεταξύ Γερμανίας και Γαλλίας.[10] Η Γαλλία βλέποντας τον κίνδυνο που δημιουργείτο, θέλησε να παρασχεθεί βοήθεια στην Ελλάδα, διότι φοβήθηκε πως η κρίση στη συνέχεια θα επεκτεινόταν και στην Πορτογαλία και την Ισπανία με αποτέλεσμα να επέλθει η κατάρρευση του κοινού νομίσματος. Η Γερμανία από την πλευρά της είχε εκτιμήσει πως τα ιδιαίτερα συμφέροντά της εκφράζονταν μέσω της υφιστάμενης κατάστασης όπου όντας η χώρα με τη μεγαλύτερη παραγωγικότητα είχε καταφέρει να ηγεμονεύσει ως εξαγωγική δύναμη στο χώρο της ευρωζώνης. Οποιαδήποτε βοήθεια προς την Ελλάδα θεωρούσε πως θα λειτουργούσε ως αφορμή για να περιοριστούν τα κέρδη των γερμανικών επιχειρήσεων, αφού αυτό θα λειτουργούσε ανασχετικά και στις διαφορές παραγωγικότητας. Διαφορετικά ειπωμένο, ο γερμανικός καπιταλισμός συμφώνησε να συμμετάσχει στο ευρώ θεωρώντας πως οι άλλοι σχηματισμοί χάνοντας το όπλο των υποτιμήσεων δεν θα μπορούσαν να συναγωνιστούν τη δική του υψηλή παραγωγικότητα. Όταν οι επιπτώσεις αυτής της πολιτικής άρχισαν να γίνονται ορατές, υπήρξε η εκτίμηση πως είναι προτιμότερο να πιεστεί η ελληνική οικονομία παρά να τεθεί σε αμφισβήτηση το όλο πλαίσιο που επέφερε πολύ μεγάλα κέρδη στη Γερμανία.

Υπάρχει βεβαίως και μια τρίτη, πρόσθετη διάσταση η οποία δεν έχει πάρει ακόμα σαφή χαρακτηριστικά αλλά εκτιμούμε πως στο προσεχές μέλλον θα απασχολήσει τη γενικότερη ριζοσπαστική σκέψη. Ξεκινώντας από την Ελλάδα, η οποία παρεμπιπτόντως πάντοτε αποτελούσε μια δυτική ανορθοδοξία με το δυναμικό εργατικό κίνημα, την ισχυρή αριστερή παράδοση και το μετατοπισμένο προς τ’ αριστερά πολιτικό σύστημα, φαίνεται να επιδιώκεται η μετάβαση σε μια νέα φάση για τους αναπτυγμένους καπιταλιστικούς σχηματισμούς. Η σημερινή κρίση αποδεικνύει πως η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους δεν εμφανίζει σημαντικές αντίρροπες τάσεις ούτε μέσω των αλλαγών στην οργάνωση της παραγωγής (εφαρμογή των ευέλικτων εργασιακών σχέσεων), ούτε μέσω των τεχνολογικών καινοτομιών (χρήση της πληροφορικής στην παραγωγή). Γι’ αυτό είναι απαραίτητη η ανεύρεση νέων τρόπων αναστροφής της τάσης και αυτό που φαίνεται να κυριαρχεί είναι η κατεύθυνση της αλλαγής του συσχετισμού μεταξύ απόλυτης και σχετικής υπεραξίας. Αυτό δε σημαίνει πως δε θα συνεχίσει να κυριαρχεί η σχετική υπεραξία αλλά πως θα υπάρξει μεγάλη μείωση της συμμετοχής της εργασίας στον παραγόμενο πλούτο με παράλληλη αύξηση του χρόνου της απασχόλησης. Γι’ αυτό και στην Ελλάδα τα μέτρα δεν περιορίζονται σε μια νέα περίοδο λιτότητας, αλλά εκφράζουν την τάση κατάργησης κοινωνικών κατακτήσεων δεκαετιών, με πρόσχημα την αντιμετώπιση της κρίσης.



8. Υπάρχει περίπτωση τα συγκεκριμένα μέτρα να οδηγήσουν στην ανάκαμψη;

Στη βάση των όσων αναφέραμε, εκτιμούμε πως τα συγκεκριμένα μέτρα που λήφθηκαν όχι μόνο δεν θα συντελέσουν στη μείωση του ελλείμματος αλλά το πιο πιθανό είναι πως θα βυθίσουν τη χώρα σε βαθιά ύφεση. Καταρχήν τα μέτρα δεν αποφασίστηκαν για τους λόγους που προβλήθηκαν, αφού όπως είδαμε το όλο ζήτημα είναι αρκετά διαφορετικό, και κατά προέκταση είναι δύσκολο να υπάρξει αντιστοίχηση μεταξύ μέτρων και στόχων. Από εκεί και πέρα ανακύπτουν και άλλα θέματα. Η βασική αντίληψη περί δημοσιονομικής εξυγίανσης στηρίζεται στην άποψη πως με περιορισμό της συνολικής ζήτησης θα ακολουθήσει κρίση των πωλήσεων με αποτέλεσμα την πτώση των τιμών και στη συνέχεια αναθέρμανση της αγοράς. Αυτό που δεν πρέπει να γίνει, υποστηρίζουν οι θιασώτες της κυβερνητικής πολιτικής, είναι μια αύξηση των μισθών γιατί τότε θα περιοριστούν τα κέρδη και επομένως οι επενδύσεις και στη συνέχεια η απασχόληση. Ωστόσο αυτό που δεν γίνεται αντιληπτό, όχι για λόγους νοημοσύνης αλλά επειδή πρόκειται για σαφώς ταξικές πολιτικές, είναι πως η αύξηση των κερδών και των επενδύσεων γίνεται εφικτή μόνο αν το βάρος της οικονομικής πολιτικής κατευθύνεται στην επέκταση της συνολικής ζήτησης. Σε αντίθετη περίπτωση τα «φθηνά» εμπορεύματα θα μείνουν απούλητα, οι επιχειρήσεις θα περιορίσουν την παραγωγή τους, η ανεργία θα αυξηθεί και η ύφεση θα βαθύνει. Διαφορετικά ειπωμένο, η μείωση των εισοδημάτων δεν θα λύσει το πρόβλημα αλλά, αντιθέτως, θα δημιουργήσει πληθώρα νέων ζητημάτων (Θανασούλας 2010: 13). Στον δε τραπεζικό τομέα θα αυξηθεί η επισφάλεια των τραπεζών με συνέπεια τη νέα περιστολή της ρευστότητας στους υπόλοιπους τομείς της οικονομίας (Λαπατσιώρας- Μηλιός 2010: 12)



9. Συμπέρασμα

Όπως έχει δείξει η «Σχολή Αλτουσέρ» η ιδιαιτερότητα του πολιτικού είναι πως συμπυκνώνει την ταξική πάλη σε όλα τα επίπεδα. Υπό αυτήν την έννοια τα πρόσφατα κυβερνητικά μέτρα δεν είναι απλώς μια οικονομικού χαρακτήρα απάντηση στην κρίση, αλλά μια σαφής πολιτική στρατηγική που εκφράζει συγκεκριμένα ταξικά συμφέροντα. Η ελληνική άρχουσα τάξη βρίσκεται μέσα σε μια δίνη, η οποία αποτελεί προϊόν πολλών και διαφορετικών εκφάνσεων της ταξικής πάλης: Παραπέμπει στην αδυναμία συνέχισης του συγκεκριμένου τρόπου ένταξης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας, στις αντιφάσεις που έχει δημιουργήσει η χρήση του ευρώ στο πλαίσιο της παγκόσμιας κρίσης, στην ανάγκη συμμόρφωσης όλων των εθνικών σχηματισμών με τις κατευθύνσεις των ισχυρών ευρωπαϊκών αστικών τάξεων, στην προσπάθεια σε διεθνή κλίμακα ανεύρεσης ενός νέου μοντέλου συσσώρευσης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εκτιμούμε πως τα επόμενα χρόνια θα χαρακτηριστούν από προσπάθειες των εθνικών αστικών τάξεων για συστηματική και εντατική μετακύλιση του κόστους της κρίσης στον κόσμο της εργασίας. Σε αυτό οι οργανωμένες, πολιτικά και συνδικαλιστικά, μορφές εκπροσώπησης των λαϊκών συμφερόντων, θα κληθούν να σχεδιάσουν αποτελεσματικές στρατηγικές ανάσχεσης της επίθεσης του κεφαλαίου. Το μέλλον, πέραν του ότι διαρκεί πολύ, προοιωνίζεται και πολύ ενδιαφέρον…

8/5/2010

Βιβλιογραφία

Βεργόπουλος Κώστας 2009, «Δυστυχώς δεν επτωχεύσαμεν», Ελευθεροτυπία 17/12.

Βεργόπουλος Κώστας 2010, «Η Ελλάδα πρέπει να ματώσει», Ελευθεροτυπία 26/2.

Δελαστίκ Γιώργος, 2010α, «Για να μην τρώμε κουτόχορτο», Έθνος 11/2.

Δελαστίκ Γιώργος, 2010β, «Καταχρεωμένοι και οι μεγάλοι της ΕΕ» Έθνος 6/3.

Θανασούλας Τάκης, 2010, «Η Πολιτική είναι συμπυκνωμένη οικονομία», Σπάρτακος 101: 10- 13.

Ινστιτούτο Εργασίας (ΙΝΕ) ΓΣΕΕ- ΑΔΕΔΥ, 2008, Η ελληνική οικονομία και η απασχόληση. Ετήσια Έκθεση 2008, Αθήνα.

Ινστιτούτο Εργασίας (ΙΝΕ) ΓΣΕΕ- ΑΔΕΔΥ, 2009, Η ελληνική οικονομία και η απασχόληση. Ετήσια Έκθεση 2009, Αθήνα.

Ιντσέλ Αχμέτ, 2010, «Οι ακροβάτες των χρηματοοικονομικών ξανά επί σκηνής», Αυγή 14/3.

Κρούγκμαν Πωλ, 2010, «Τι προκάλεσε το ευρω- χάος», Βήμα 17/2.

Λαπατσιώρας Σπύρος και Γιάννης Μηλιός, 2010, «Είναι αναγκαία τα μέτρα που παίρνει η κυβέρνηση για τη “διάσωση της Ελλάδας”;», Μπλόκο 0: 12.

Μηλιός Γιάννης και Ηλίας Ιωακείμογλου, 1990, Η διεθνοποίηση του ελληνικού καπιταλισμού και το ισοζύγιο πληρωμών, Αθήνα: Εξάντας.

Πελαγίδης Θοδωρής και Μιχάλης Μητσόπουλος, 2010, Η στιγμή της στροφής για την ελληνική οικονομία. Πώς ο προοδευτικός πραγματισμός μπορεί να τη θέσει ξανά σε τροχιά ανάπτυξης, Αθήνα: Παπαζήσης.

Παπαντωνίου Γιάννος 2010, «Από την ανάπτυξη στη στασιμότητα», Βήμα 3/1.

Σταθάκης Γιώργος, 2010, «Το ελληνικό δημόσιο χρέος, η “χρεοκοπία” και το Ευρώ», Αυγή 14/3.

UNCTAD 2010, UNCTAD Handbook of Statistics, http://stats.unctad.org/Handbook/ TableViewer/tableView.aspx

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Πίνακας 1

Διαχρονική εξέλιξη του Ισοζυγίου Τρεχουσών συναλλαγών

1960- 1989








Σε εκατ. $
1960
1965
1970
1975
1980
1985
1989

Εισαγωγές χωρίς καύσιμα
-
945
1580
4221
7921
7373
12983

Εμπορικό Έλλειμμα
289
686
1084
3036
6810
6268
9086

Έλλειμμα Καυσίμων
-
71
116
844
2982
3188
2092

Εμπορικό Έλλειμμα χωρίς καύσιμα
-
615
968
2192
3827
3080
6994

Έλλειμμα Καυσίμων/ εμπορικό έλλειμμα %
-
12
11
28
44
51
23

Ναυτιλιακό (1)
77
164
277
845
1816
1039
1375

Μεταναστευτικό (2)
91
207
345
782
1084
801
1386

Τουριστικό (3)
49
108
194
644
1734
1428
1977

Πόροι ΕΟΚ (4)
0
-
0
0
0
869
2602

Λοιπά (5)
57
71
134
455
1526
1123
2901

Σύνολο αδήλων πόρων (1) + (2) + (3)+ (4) + (5)
276
550
950
2726
6160
5260
10241

Άδηλες πληρωμές
65
137
267
765
1566
2268
3732

Ισοζύγιο Αδήλων
211
413
683
1961
4594
2992
6509

Ισοζύγιο αδήλων/ εμπορικό έλλειμμα %
73
60
63
65
67
48
72

Έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών
78
273
402
1075
2216
3276
2577

Πηγή: Μηλιός – Ιωακείμογλου 1990: 116













[1] Για την περίπτωση της Ιαπωνίας από ορισμένες πλευρές αναφέρεται πως δεν έχει σημασία το ύψος του χρέους της αλλά το γεγονός πως σε συντριπτικό βαθμό είναι εσωτερικό χρέος, σε αντίθεση με την Ελλάδα που είναι στο μεγαλύτερο μέρος του εξωτερικό χρέος. Το γεγονός αυτό μπορεί να εξηγήσει τις διεθνείς πιέσεις που δέχεται η Ελλάδα αλλά από δημοσιονομικής άποψης δεν υπάρχει διαφορά. Κάποια στιγμή τα ομόλογα θα πρέπει να εισπραχθούν και τότε η Ιαπωνία θα αναγκαστεί να συνάψει νέα δάνεια μπαίνοντας σε παρόμοιο φαύλο κύκλο με την Ελλάδα.

[2] Παραθέτουμε χαρακτηριστικά τις θέσεις του Γ. Παπαντωνίου πρώην Υπουργού Εθνικής Οικονομίας στις κυβερνήσεις Σημίτη: «Από τα μέσα … αυτής της δεκαετίας διευρύνθηκαν υπέρμετρα τα ελλείμματα του εξωτερικού ισοζυγίου αντανακλώντας υστερήσεις στην προσαρμογή της οικονομίας στο νέο ανταγωνιστικό διεθνές περιβάλλον. Ο ιδιωτικός και δημόσιος δανεισμός ακολούθησε έντονα ανοδική πορεία. Η χώρα άρχισε να ζει πάνω από τις οικονομικές της δυνατότητες σε αντιστοίχηση με τις υψηλές προσδοκίες που διαμόρφωσε η επιτυχία της ένταξης. Οι αποταμιεύσεις κατευθύνονταν σε μεγάλο βαθμό στην κάλυψη των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, οι παραγωγικές επενδύσεις εξασθένησαν, η ανταγωνιστικότητα υποβαθμίστηκε» (Παπαντωνίου 2010).

[3] Τα συγκριτικά στοιχεία που παραθέτουν οι Πελαγίδης- Μητσόπουλος, τα οποία αφορούν το φόρο των διανεμόμενων σε φυσικά πρόσωπα μερισμάτων καθώς και το φόρο εισοδημάτων των φυσικών προσώπων αναδεικνύουν επίσης το περιορισμένο της φορολόγησης των επιχειρήσεων στην Ελλάδα σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ-15 (Πελαγίδης- Μητσόπουλος 2010: 231).

[4] Είναι αποκαλυπτικό το γεγονός πως το 2006 ο συσσωρευμένος όγκος ελληνικών άμεσων επενδύσεων στο εξωτερικό μόλις που έφτανε το 8,0% του ΑΕΠ τη στιγμή που ο ΜΟ της ΕΕ 27 ήταν 23,2% και η Ελλάδα με αυτή την επίδοση ξεπερνούσε μόνο τη Σλοβακία, τη Ρουμανία, την Πολωνία, τη Λιθουανία, τη Λετονία την Τσεχία και τη Βουλγαρία, δηλαδή ούτε καν το σύνολο των πρώην «σοσιαλιστικών» χωρών.

[5] Από αυτή την άποψη δεν έχουμε παρά να αναφέρουμε την αγορά από το ελληνικό κράτος αμερικάνικων πολεμικών αεροπλάνων, γαλλικών φρεγατών, γερμανικών (ελαττωματικών!) υποβρυχίων. Γίνεται έτσι σαφές πως δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από τα αστικά κέντρα εξουσίας μια συνολική μείωση των δημόσιων δαπανών γιατί η δραστική περικοπή ορισμένων δημόσιων δαπανών θα συναντήσει την αντίδραση των ισχυρών ιμπεριαλιστικών χωρών. Κατά συνέπεια οι περικοπές που «οφείλουν» να γίνουν δεν πρέπει να ξεπερνούν ένα ορισμένο πλαίσιο: μειώσεις μισθών, μειώσεις προσωπικού, μειώσεις συντάξεων και μειώσεις δαπανών που δε θα δημιουργούν εντάσεις με μονοπωλιακούς ομίλους και ιμπεριαλιστικά κέντρα.

[6] Ως οριακή αποτελεσματικότητα του παγίου κεφαλαίου ορίζεται η μεταβολή του ΑΕΠ κατά το έτος (t) σε σταθερές τιμές ανά μονάδα ακαθάριστης επένδυσης παγίου κεφαλαίου του έτους (t-1).

[7] Υπάρχουν ορισμένες όψεις της τρέχουσας κατάστασης οι οποίες δεν πρέπει να παραγνωρίζονται και δείχνουν τις ευρύτερες διαστάσεις που θα μπορούσε να δημιουργήσει μια επέκταση της κρίσης της ελληνικής οικονομίας. Για παράδειγμα σημαντικό τμήμα του τραπεζικού συστήματος (υπολογίζεται περίπου στο 30%) της Βουλγαρίας ανήκει σε ελληνικές τράπεζες. Κατά συνέπεια μια κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας θα εξήγαγε στοιχεία της κρίσης και στον Βαλκανικό χώρο.

[8] Βεβαίως σε αυτό συνέβαλε και η απόκρυψη των πραγματικών στοιχείων από την προηγούμενη κυβέρνηση με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια ασάφεια στις χρηματαγορές για την πραγματική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας.

[9] Σε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του, ο Αχμέτ Ιντσέλ αναδεικνύει το ρόλο συγκεκριμένων αμερικάνικων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, με κορυφαία την Goldman Sachs, στις πιέσεις που δημιουργήθηκαν για να αυξηθεί το ασφάλιστρο κινδύνου στην Ευρωζώνη υπερμεγενθύνοντας τα δημοσιονομικά προβλήματα της Ελλάδας, της Ισπανίας και της Ιρλανδίας. Ως όπλο χρησιμοποιήθηκαν τα λεγόμενα Credit Default Swap (CDS) που αποτελούν ασφαλιστικά συμβόλαια απέναντι στον κίνδυνο μη αποπληρωμής εκ μέρους μιας επιχείρησης ή ενός κράτους των χρεών του. Όσο πιο μεγάλος είναι ο κίνδυνος τόσο μεγαλύτερο είναι και το επιτόκιο (Ιντσέλ 2010). Μέχρι την ενεργοποίηση του μηχανισμού στήριξης ο βαθμός διακινδύνευσης της Ελλάδας στις αγορές CDS είχε εκτιναχθεί από το 120 στο 700, πράγμα που σημαίνει πως οι χρηματοοικονομικές αγορές εκτιμούσαν πως κατά 60% η Ελλάδα δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της για αποπληρωμή των δανείων στα επόμενα πέντε χρόνια. Για να καταλάβουμε πόσο υπερδιογκωμένος εμφανίζεται ο συγκεκριμένος κίνδυνος, αρκεί να αναφέρουμε πως ο αντίστοιχος δείκτης για τη Ρουμανία, η οποία παρουσιάζει ακόμα χειρότερη δημοσιονομική κατάσταση, ήταν 265. Αντίστοιχα εκτιμάται πως ο κίνδυνος να μην αποπληρώσει το Μαρόκο τα χρέη του είναι οκτώ φορές μικρότερος από τον κίνδυνο της Ελλάδας, ενώ του Λιβάνου τέσσερις φορές μικρότερος!

[10] Θα πρέπει να διευκρινίσουμε στο σημείο αυτό πως οι ενδο-ευρωπαϊκές διαφωνίες αφορούσαν την πιθανότητα περαιτέρω στήριξης της Ελλάδας και όχι αυτή καθ’ αυτή την αναγκαιότητα των πρόσφατων κυβερνητικών μέτρων. Αντίθετα, το σύνολο των μελών της ευρωζώνης ήταν αναφανδόν υπέρ της λήψης των μέτρων. Αυτό συνέβη γιατί είχε διαμορφωθεί ένα κλίμα ενοχοποίησης της Ελλάδας για το γεγονός πως συνέχιζε να εμφανίζει αποκλίσεις από αυτό που τα ιμπεριαλιστικά κέντρα και οι διεθνές αγορές θα επιθυμούσαν (συντριβή το εργατικού κινήματος, ακόμα μεγαλύτερη αναδιανομή εισοδήματος υπέρ του κεφαλαίου, αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης, μεγαλύτερη ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, μετατόπιση του πολιτικού σκηνικού σε ακόμα συντηρητικότερες και νεοφιλελεύθερες ατραπούς).

Πηγή aformi.wordpress.com