Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2013


«Η Σάρα “έφυγε”...μας έμεινε η εκπαίδευση».

Του Χρήστου Δ. Τουρτούρα

09:28, 07 Δεκ 2013 | tvxsteamtvxs.gr/node/144681

 

Υπάρχουν κάτι στιγμές που εύχεσαι να μην τις είχες ζήσει, γιατί είναι τέτοιες οι στιγμές αυτές που ζωντανεύουν μύχιους και απωθημένους φόβους. Μόλις χθες πληροφορήθηκε η ελληνική κοινή γνώμη το θάνατο της νεαρής μαθήτριας από τη Σερβία. Το πληροφορήθηκε, έδειξε να συγκινείται στιγμιαία και το ξεπέρασε μέσα στα τόσα άλλα που έχει ξεπεράσει τα δύο τελευταία χρόνια (για να μιλήσουμε μόνο για τα πρόσφατα). Αποτελεί, ωστόσο, προσωπική ανάγκη να αφιερώσω κάποιες αράδες -εν είδη μνημοσύνου- για την αδικοχαμένη Σάρα. Του Χρήστου Δ. Τουρτούρα*

Η νεαρή κοπέλα ήταν μαθήτρια του 12ου Γυμνασίου Θεσσαλονίκης, η περίπτωση του οποίου με είχε ιδιαίτερα απασχολήσει στο πρόσφατο παρελθόν. Με είχε απασχολήσει, γιατί δέχθηκε τα αποτελέσματα της, τόσο προσφιλούς για την απελθούσα υπουργό Παιδείας κ. Διαμαντοπούλου, πολιτικής συγχώνευσης σχολείων.

Έτσι, το συγκεκριμένο σχολείο συγχωνεύθηκε με το 16
ο Γυμνάσιο, με το οποίο και συστεγάζονταν, προκειμένου να αυξήσουν αμφότερα την αποτελεσματικότητά τους, όπως διατεινόταν την περίοδο εκείνη το Υπουργείο.

Ο προβληματισμός μου με οδήγησε σε συνεργασία με τους δύο προηγούμενους διευθυντές των συγκεκριμένων σχολείων, που κατέληξε σε κοινή εισήγηση σε επιστημονικό συνέδριο στον Πειραιά, τον Σεπτέμβρη που μας πέρασε. Εκεί είχαμε αναλύσει τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των δύο σχολείων και τις ιδιαίτερες ανάγκες τους, δεδομένης της σύνθεσης του μαθητικού τους πληθυσμού (το 46% των μαθητών τους, κατά μ. ό. κάθε χρονιά την τελευταία δεκαετία, ήταν παιδιά από άλλες χώρες και τα υπόλοιπα ντόπια παιδιά εργατικών οικογενειών με σοβαρά οικονομικά προβλήματα) αλλά και των ελλειμμάτων τους σε θέματα υποδομής (μη λειτουργία Τάξεων Υποδοχής ή Τμημάτων Ενισχυτικής Διδασκαλίας, καμία πρόνοια για διδασκαλία ή υποστήριξη των αλλοδαπών μαθητών στη μητρική τους γλώσσα, μη μετατροπή τέλος των δύο σχολείων σε Γυμνάσια Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης, ως όφειλε η Πολιτεία να πράξει με βάση τα όσα προβλέπει ο σχετικός νόμος).

Στην εισήγησή μας είχαμε σταθεί ιδιαίτερα στην οικονομική επιβάρυνση των μαθητών των δύο σχολείων και των οικογενειών τους και είχαμε αποδείξει με μια σειρά αναλύσεων σε ποσοτικά δεδομένα που αφορούσαν στα δύο σχολεία, ότι κάθε άλλο παρά αντικείμενο συγχώνευσης θα έπρεπε να γίνουν αυτά, αν απέβλεπε αληθινά η ηγεσία του Υπουργείου στην αύξηση της αποτελεσματικότητάς τους.

 Πολύ συνοπτικά θα έλεγα πως καταλήξαμε να θεωρούμε απολύτως σημαντικό το να μπορεί ένα εκπαιδευτικό σύστημα να απαντά πρωτίστως στις καθημερινές ανάγκες των μαθητών και των μαθητριών του, να συναισθάνεται τα καθημερινά προβλήματα αυτών και των οικογενειών τους, να αγωνίζεται εν τέλει να κρατήσει ζωντανή την αρχική υπόσχεση που δίνει σε όλα τα παιδιά για μια ίση και ανεμπόδιστη εκπαίδευση, αντίστοιχη στα ιδεώδη του ανθρωπισμού και προσβλέπουσα σε μια κοινωνία ισότιμης και δημοκρατικής προοπτικής.

Θεωρούσαμε προφανώς, ότι το σχολείο πετυχαίνει τους στόχους του, όταν λαμβάνει σοβαρά υπόψη του τις ιδιαίτερες συνθήκες διαβίωσης των μαθητών και μαθητριών του, όταν λειτουργεί μετασχηματιστικά ως προς τις ανισότιμες σχέσεις που λανθάνουν ή κυριαρχούν στην καθημερινότητά τους. Με άλλα λόγια, για εμάς εκπαίδευση και πολιτική και κοινωνία και οικονομία συμπλέκονται, συνυπάρχουν μες στην ιστορία και όχι έξω από αυτήν, ενώ μέσα από τις συγκρούσεις και τις αντιφάσεις την κινούν και την εξελίσσουν.

Χαρακτηριστικά, είχαμε αναφερθεί στην ανάγκη για 
«κριτική κατανόηση, αμφισβήτηση και μετασχηματισμό της υπάρχουσας κατάστασης, μέσα από το στοχασμό και τη δράση και με εργαλείο την κριτική, ριζοσπαστική Παιδαγωγική της αντίστασης, στη βάση της οποίας η σχολική αποτυχία και οι αντιθετικές συμπεριφορές αντίδρασης εξετάζονται μέσα από ένα πρίσμα πολιτικής ανάλυσης και όχι στα περιοριστικά θεωρητικά πλαίσια του δομολειτουργισμού και της παραδοσιακής παιδαγωγικής ψυχολογίας(...)». Είχαμε αναφέρει ακόμη πως «(...)θεωρούμε ζωτικής σημασίας την ανάδειξη της κεντρικής αντίφασης που ενυπάρχει στην πολιτική κατάργησης ή συγχώνευσης σχολείων με σκοπό την αναβάθμιση της αποτελεσματικότητάς τους. Αντίφασης που εδραιώνεται στη βελτίωση της λειτουργίας τους μέσα από την άγνοια των ιδιαιτεροτήτων τους γενικά και, πιο συγκεκριμένα, της ιδιαίτερης σύνθεσης του μαθητικού τους πληθυσμού, στη βάση της οποίας άλλωστε διαφοροποιούνται και οι ευρύτερες ανάγκες και τα ενδιαφέροντα στα οποία θα πρέπει πρώτιστα να απαντά ένα εκπαιδευτικό σύστημα που αξιώνει να θεωρείται αποτελεσματικό». 

Αυτά και άλλα πολλά –και εμπειρικά τεκμηριωμένα- είχαμε πει τότε, προκειμένου να πείσουμε ότι η αποτελεσματικότητα ενός σχολείου δεν εξαντλείται σε κάποιους δείκτες επίδοσης ούτε και μεθοδεύεται στη βάση οικονομικίστικων κομπογιαννιτισμών νεοφιλελεύθερης απόχρωσης. Αντιθέτως, υπηρετείται με συνέπεια, όταν αποσκοπεί στην εκπαίδευση των μαθητών και μαθητριών για κριτική ανάγνωση του κόσμου τους και στο μετασχηματισμό των ανισότιμων σχέσεων που τον διέπουν.

Σαν τη μικρή Σάρα είναι πολλά άλλα παιδιά του 12
ου Γυμνασίου. Οι οικογένειές τους πλήττονται από σωρούς προβλημάτων άμεσης επιβίωσης, που βέβαια έχουν και άμεσο αντίκτυπο στη δική τους σχολική σταδιοδρομία. Συγχωνεύοντας τα δύο σχολεία και αυξάνοντας τον αριθμό των μαθητών ανά τμήμα, προφανώς δε λύσαμε το πρόβλημα, παρά το μεγεθύναμε ακόμη περισσότερο. Τα παιδιά και οι οικογένειές τους παρέμειναν σε συνθήκες οικονομικής ανέχειας ή και ακραίας φτώχειας, ενώ και οι συνθήκες εκπαίδευσής τους παιδαγωγικά κρίνονται πως χειροτέρευσαν. Τότε, η επίσημη Πολιτεία απάντησε με αλαζονεία στις κραυγές διαμαρτυρίας των μαθητών, δασκάλων και γονιών για τη συγχώνευση των σχολείων, λέγοντας ότι για το καλό των παιδιών και της τοπικής κοινωνίας η απόφαση συγχώνευσης ήταν αναπόφευκτη. Σήμερα, η ίδια Πολιτεία σκύβει υποκριτικά το κεφάλι, δήθεν θρηνώντας για τον άδικο χαμό της μικρής μαθήτριας. Η υποκρισία της φαίνεται και από τη «γενναιόδωρη» παραχώρηση του κ. Δένδια να παρατείνει την απόφαση απέλασης από τη χώρα της άμοιρης μάνας του παιδιού για ένα εξάμηνο, την οποία μάνα εγκαλεί επιπλέον για πλημμελή άσκηση των γονεϊκών της καθηκόντων. Σε σημειολογικό επίπεδο, διαφαίνεται η πρόθεση να δειχθεί ότι ούτε ο θάνατος ενός παιδιού δεν υπερβαίνει το νόμο σε αυτήν τη χώρα. Βέβαια, ο νόμος δεν εφαρμόστηκε όσο η μαθήτρια ήτανε ζωντανή. Έτσι, στον ελληνικό «παράδεισο» αφαίρεσαν από τη Σάρα όσο ζούσε τη δυνατότητα ισότιμης εκπαίδευσης με τα γηγενή παιδιά της μεσαίας και ανώτερης κοινωνικής τάξης της πόλης μας, των οποίων θεωρείται αυτονόητο το δικαίωμα να φοιτούν σε «καλά», αστικά και μικρά δημόσια σχολεία του κέντρου της πόλης ή σε επίσης «καλά» και μικρά ιδιωτικά σχολεία. Αλλά της αφαίρεσαν και τη χαρά συνύπαρξης με τη μητέρα της, εξαναγκάζοντας τη μητέρα αυτή, που τώρα εγκαλούν, σε βαριά και λαθραία –άρα και απλήρωτη στο μεγαλύτερο μέρος της και ανασφάλιστη- εργασία και πολύωρη απουσία από το σπίτι. Τέλος, αφαίρεσαν από τη Σάρα ακόμη και τη δυνατότητα να ζήσει αφού, αν άλλες ήταν οι συνθήκες διαβίωσής της ή αν ήτανε γνωστές οι συνθήκες αυτές στο περιβάλλον του σχολείου και ήταν αυτό προσανατολισμένο στη βελτίωσή τους ή αν έστω η νεαρή μαθήτρια είχε απελαθεί, σήμερα δε θα ήτανε νεκρή.

Θεωρώ, λοιπόν, εκ των ων ουκ άνευ την ευαισθητοποίηση της εκπαιδευτικής κοινότητας σε θέματα πολιτικής οικονομίας, την κριτική κατανόηση από τους εκπαιδευτικούς όλων των βαθμίδων της υφιστάμενης κοινωνικής πραγματικότητας, τόσο της δικής τους όσο και των μαθητών τους, με απώτερο σκοπό την αμφισβήτηση και την τελική ανατροπή της. Αλλιώτικα, ούτε εκπαιδευτικά αποτελέσματα νομιμοποιούμαστε να προσμένουμε ούτε Κράτη με ανθρώπινο πρόσωπο και κοινωνικό προσανατολισμό μπορούμε να ονειρευόμαστε. Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, πάντα θύματα θα συναντούμε, που το χαμό τους θα θρηνούμε γοερά, συνάμα κι επιπόλαια, αφού τίποτε δε θα ’χουμε αντιληφθεί από τις πραγματικές διαστάσεις του δράματος που επιτελείται...Αντ’ αυτού, θα καταδικάζουμε τους εαυτούς μας σε λογικές ατομικίστικου ωφελιμισμού, όπως εκείνου του συναδέλφου που διατύπωσε στα πλαίσια ενός μαθήματός μου την απορία σε ποιο σημείο επιτυχίας θα είχε φτάσει ο ίδιος -όντας επιτυχημένος σχολικά και κοινωνικά καταξιωμένος- στην περίπτωση που σε μια άλλη κοινωνία ισότιμης διαχείρισης και ισόποσης κατανομής του δημόσιου και κοινωνικού πλούτου σε όλα τα μέλη της, ο ίδιος δε θα είχε τη δυνατότητα να κερδίσει προσωπικά όσα κέρδισε έναντι όλων των άλλων στη σημερινή καπιταλιστική κοινωνία του έντονου ανταγωνισμού. Θα μας διαφεύγει έτσι, όπως διέφευγε και από το συνάδελφο, ότι η διαχείριση της επιτυχίας είναι κατασκευασμένη και η ουσία της επίπλαστη και παντελώς αυθαίρετη, μιας και προκύπτει από την προσπάθεια ιδιοποίησης των ψίχουλων που διατίθενται στους καταπιεσμένους από τους καταπιεστές τους.
[1]  

Βαρύ το γεγονός του θανάτου της μαθήτριας, βαριά και η διαπίστωση ότι η αλήθεια αναδεικνύεται μέσα από θλιβερά περιστατικά...Ο προβληματισμός προκύπτει μέσα από την απώλεια...Είθε, λοιπόν, να στοιχειώσει τα όνειρα και τις ζωές όλων μας, ώστε να μην πάει χαμένη άλλη μια θυσία.            
 
*Χρήστος Δ. Τουρτούρας
Λέκτορας Παιδαγωγικής
Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης/Α.Π.Θ.



[1] Διαφωτιστικό είναι το παράδειγμα της πίτας που μοιράζεται σε 10 άτομα, όταν αυθαίρετα και πραξικοπηματικά το ένα από τα δέκα αυτά άτομα κρατά για τον εαυτό του τα 9/10 της πίτας και υποχρεώνει τα υπόλοιπα εννέα να διεκδικούν ό,τι μπορούν περισσότερο από το 1/10 που απόμεινε. Εκεί λοιπόν, μπορεί να έχουμε μια επίφαση επιτυχίας από το ένα από τα εννέα άτομα που θα καταφέρει, στην καλύτερη περίπτωση, να εξασφαλίσει για τον εαυτό του ολόκληρο το ένα κομμάτι που απόμεινε να αναλογεί και στους εννιά μαζί. Έτσι, βρίσκεται να κατέχει το 1/10 της πίτας –ό,τι θα είχε εξαρχής, αν δεν υπήρχε η αυθαίρετη βία του καταπιεστή- έχοντας αφήσει όμως τους υπόλοιπους 8 συνανθρώπους του νηστικούς και τον καταπιεστή του στο απυρόβλητο, ατιμώρητο να έχει «σκάσει» από το φαΐ. Ωστόσο, σημαντικότερο αυτής της ίδιας της πραγματικότητας της εκμετάλλευσης μπορεί να θεωρηθεί το γεγονός της ενσωμάτωσης της λογικής της ανθρωποφαγίας που τη διέπει, της εσωτερίκευσης της πρακτικής της βίας, από τα ίδια τα θύματά της και στη συνέχεια της οριζόντιας έκφρασης κι εκδήλωσής της μεταξύ τους, μετατρέποντας τους συνανθρώπους και συντρόφους σε συνδιεκδικητές και αντιπάλους. Το μεγαλύτερο κακό που κάνει επομένως ο καταπιεστής σε αυτούς που καταπιέζει, δεν είναι η ανέχεια στην οποία τους υποβάλλει, αλλά η αλλοτριωτική του νοοτροπία που τους κληροδοτεί.

Σάββατο, 7 Δεκεμβρίου 2013

Η μελωδία του Δεκέμβρη
Ενός τότε 17χρονου
Ώρα Μηδέν
Είναι 6 Δεκέμβρη 2008.Μεσολλογγίου και Τζαβέλλα ώρα μηδέν. Πάγος. Πάγος και σιωπή. Το αδιανόητο που γίνεται πραγματικότητα,που γίνεται γεγονός, για να πάρει και αυτό τη θέση του στην ιστορία.
-Μαλάκα τι έγινε;
-Τον πυροβόλησαν.
-Τι εννοείς τον πυροβόλησαν ρε;
-Τον πυροβόλησε ο μπάτσος. Πεθαίνει.
 
Σκέψη πρώτη: Απόγνωση
Σκέψη δεύτερη: Εκδίκηση
Σκέψη τρίτη: Φωτιά
Σκέψη τέταρτη: Θάνατος. Ναι, ΘΑΝΑΤΟΣ.
Σκέψη πέμπτη: Ματαιότητα
Σκέψη έκτη: Εκδίκηση ξανά
Σκέψη έβδομη: Καταστροφή
 
Το κάνω. Σπάω ότι βρω μπροστά μου. Δε ξέρω γιατί. Μου φταίνε όλα, μου φταίνε όλοι. Ναι. Για μία μόνο στιγμή μου φταίνε όλοι.
Πέτρα στο χέρι. Πέτρα στον αέρα. Πέτρα στο τζάμι. Ρωγμή στο τζάμι. Πάρτο κάτω.
Τώρα σκέψου.
Σφαίρα στη θαλάμη. Όπλο στο χέρι. Πυροβολισμός. Σφαίρα στον αέρα. Σφαίρα στην καρδιά. Ρωγμή στην κανονικότητα. Πάρτην κάτω.
Έτσι ξεκίνησαν οι μέρες που δε θα ξεχάσουμε ποτέ.
 
Καταδικάζετε τη βία από όπου και αν προέρχεται;
Αυτοί που μιλάνε για βία, έχουνε σκεφτεί ποτέ ποιος όπλισε το χέρι με την πέτρα; Ποιος γκρέμισε στα αλήθεια τη βιτρίνα; Όταν σκοτώνεις 15χρονους έτσι, αλήθεια, τι περιμένεις; Διάλογο; Σύνεση; Ψυχραιμία; Πολιτική αντιπαράθεση μεταξύ κυρίων; Να ζητήσουμε και ένα συγνώμη ρε παιδιά που η νεολαία πεθαίνει κάθε μέρα και δεν έγινε και τίποτα.
Τι είπατε; Ο υπουργός παιδείας ήτανε στα μπουζούκια; Ε τώρα τι κακεντρέχειες είναι αυτές; Κάτι θα γιόρταζε ο άνθρωπος, είπε να το ρίξει έξω ρε αδερφέ, να ξεφαντώσει λίγο.
Τι είπατε; Ο μπάτσος γύρισε και πυροβόλησε ευθεία; Ε δεχόταν επίθεση ο άνθρωπος από 30 άτομα,αφού το είπε το MEGA τι θέλετε τώρα.
Τι είπατε; Το MEGA παραποίησε το βίντεο της δολοφονίας; Καταλάθος θα έγινε, στο μοντάζ, μην είμαστε καχύποπτοι.
Τι είπατε; 15 χρονών νεκρός; Εντάξει συμπονούμε, αλλά προέχει η δημόσια τάξη και ασφάλεια των πολιτών. Άσε που αυτοί που διαμαρτύρονται είναι αλήτες και βίαιοι.
Στην Ελλάδα, κάθε φορά που οι κυβερνήσεις, τα ΜΜΕ, η διαπλοκή, το κράτος, η τάξη και η ασφάλεια απειλούνται, τα επιχειρήματα περί ανάρμοστης, εκτός πλαισίου και βίαιης συμπεριφοράς των κινητοποιημένων μαζών, γίνονται η προμετωπίδα της ιδεολογικής επίθεσης ενάντια στο κίνημα. Ο ρόλος αυτής της αφήγησης είναι διττός. Αφενός, να απομονώσει την εξέγερση από τις κρίσιμες μάζες που τείνουν ευήκοα ώτα προς τα αιτήματα και τις επιδιώξεις της και τελικά να την οδηγήσει στο περιθώριο. Αφετέρου, να επαναφέρει στην τάξη, τη μερίδα του κόσμου, που παρότι αντιδρά και κινητοποιείται, έχει ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές με βίαιες συμπεριφορές, βανδαλισμούς και λεηλασίες. Κάθε φορά όμως που οι κυρίαρχοι μιλάνε για βία, καμώνονται πως δε γνωρίζουν ή δεν αναγνωρίζουν τη δική τους καθημερινή, θεσμική βία, η οποία θα μπορούσε να συμπυκνωθεί στην εξής φράση: Το κράτος έχει το μονοπώλιο της άσκησης νόμιμης βίας.
Είναι  όμως μόνο η βία των κατασταλτικών μηχανισμών αυτή που χρησιμοποιούν οι από πάνω για να διατηρούν την κυριαρχία τους; Σύμφωνοι, αυτή είναι η ορατή, η φυσική βία, αλλά είναι μόνο αυτή; Γιατί η συζήτηση περί βίας περιστρέφεται μονάχα γύρω από τις πράξεις φυσικής βίας, ενώ η καθημερινή συστημική βία αποκρύπτεται, ή όταν προκύπτει ως επιχείρημα στην όλη συζήτηση, το αντεπιχείρημα είναι ότι πρόκειται περί λαϊκισμού;
Ας δούμε τι γράφει ο Σλαβόι Ζίζεκ σχετικά με το θέμα: [i]
“Η παγίδα είναι, ότι η υποκειμενική και η αντικειμενική βία μπορούν να γίνουν αντιληπτές από τη ίδια σκοπιά ‘ η υποκειμενική βία βιώνεται ως τέτοια με φόντο ένα προϋποτιθέμενο μηδενικό επίπεδο μη βίας. Θεωρείται ως μία διατάραξη της “φυσιολογικής” ειρηνικής κατάστασης των πραγμάτων. Ωστόσο, η αντικειμενική βία είναι ακριβώς η βία που ενυπάρχει σε αυτή τη “φυσιολογική” κατάσταση πραγμάτων. Η αντικειμενική βία είναι αθέατη, εφόσον συντηρεί εκείνο ακριβώς το μηδενικό επίπεδο σε σύγκριση με το οποίο αντιλαμβανόμαστε κάτι ως πράξη υποκειμενικής βίας. Η συστημική  βία είναι συνεπώς κάτι σαν την περίφημη “σκοτεινή ύλη” της φυσικής, το απαραίτητο συμπλήρωμα μία υπερβολικά εμφανούς υποκειμενικής βίας. Μπορεί να είναι αθέατη, αλλά θα πρέπει να τη λάβουμε υπόψιν, αν θέλουμε να κατανοήσουμε ότι στην αντίθετη περίπτωση μοιάζει να είναι “ανορθολογικά” ξεσπάσματα υποκειμενικής βίας.”
Αυτό το μηδενικό επίπεδο μη βίας, τολμάνε να μας λένε πως είναι η καθημερινότητα που βιώνουμε και δεν κατανοούν τα βίαια ξεσπάσματα μας. Η καθημερινότητα που βαραίνει όλο και περισσότερο, μέρα με τη μέρα, λεπτό το λεπτό, κάθε στιγμή. Η καθημερινότητα που μας κάνει όλους να θέλουμε να αναφωνήσουμε : ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΩ!
Ώρες ώρες θέλω να διαλύσω όλη τη πόλη από τα θεμέλια. Να ξεριζώσω τα πεζοδρόμια. Θέλω να καταστρέψω το σύμπαν. Όλο αυτό σημαίνει πως είμαι ένας βίαιος άνθρωπος ή ότι προσπαθώ να παραμείνω άνθρωπος; Ακόμα προσπαθώ να καταλάβω. Όμως δεν αντέχω άλλο.
Δεν αντέχω! Δεν αντέχω! Δεν αντέχω!
Δεν αντέχω να βλέπω τις μέρες να περνάνε και όλα να μένουνε ίδια.
Δεν αντέχω να βλέπω τους μπάτσους παντού, να γελάνε σαν γλοιώδη τρωκτικά, όταν κάνουνε έλεγχο σε μετανάστες, τους μπουζουριάζουν κατά δεκάδες και τους οδηγούνε στα σύγχρονα στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Δεν αντέχω η πόλη να έχει γεμίσει πρέζα και στους δρόμους άνθρωποι να κυκλοφορούν σαν φαντάσματα, σαν σκιές στις εισόδους των πολυκατοικιών και αυτό να είναι κανονικότητα.
Δεν αντέχω που η γειτονιά μου, η πλατεία Βικτωρίας και ο Άγιος Παντελεήμονας, έχει γεμίσει φασίστες, γιατί μικρός έπαιζα μπάλα με μεταναστόπουλα στην πλατεία που τις νύχτες κάνουν κουμάντο τώρα οι χρυσαυγίτες.
Δεν αντέχω να τρέχω όλη μέρα σχολείο,σπίτι, φροντιστήριο και ξαναδώστου από την αρχή. Και μετά πανεπιστήμιο,φροντιστήριο σπίτι. Και μετά δουλειά, σπίτι,δουλειά. Γάμησε το, δεν είμαι ρομπότ.
Δεν αντέχω που η οικογένεια μου δυσκολεύεται να τα βγάλει πέρα, όπως πολύ περισσότερο χιλιάδες άλλες, που βλέπουν τους κόπους μίας ζωής να χάνονται και εγώ να πρέπει να πω ευχαριστώ, που δε μας πήρε ακόμα η τράπεζα το σπίτι και η μάνα μου έχει δουλειά.
Δεν αντέχω τη ζωή που στήσανε για μένα, με έμενα στην ανεργία, με εμένα στο περιθώριο, με εμένα στο θάνατο. Ζωή για μένα χωρίς εμένα.
Ναι λοιπόν. Καταδικάζω τη ανθρωπιά από όπου και αν προέρχεται.
 
Η μελωδία και οι νότες της εξέγερσης.
Αν ψάξουμε να βρούμε τι ήτανε λοιπόν αυτός ο Δεκέμβρης, ήτανε ένα μεγάλο “δεν αντέχω”,που σιγόβραζε μέσα στον καθένα μας και επιτέλους η γενιά μας το φώναξε συλλογικά. Ένα “δεν αντέχω” όμως, που βγήκε στους δρόμους, εξαπλώθηκε, μετασχηματίστηκε και τελικά  έγινε εξέγερση. Με τους δικούς της όρους, τρόπους και χρόνους. Με τις ιδιομορφίες και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της. Εξέγερση όμως. Εξέγερση παντού.
Διαβάζοντας ένα κείμενο των WU-MING βρήκα κάτι που μου ταίριαξε απίστευτα με το Δεκέμβρη. [ii]
Όπως το έθεσε η Αόρατη Επιτροπή το 2009 στο κείμενό της με τίτλο «Mise au point» :
«Ένα επαναστατικό κίνημα δεν εξαπλώνεται σαν μολυσματική ασθένεια, αλλά εξαιτίας της απήχησής του. Κάτι που γεννιέται εδώ αντηχεί το κύμα της εξέγερσης που ξέσπασε κάπου αλλού. Το σώμα που εξεγείρεται το κάνει με τον δικό του τρόπο. Η εξέγερση δεν απλώνεται σαν το λοιμό ή την πυρκαγιά- δεν είναι μια γραμμική διαδικασία που περνάει από τον έναν στον άλλο, ξεκινώντας από μια σπίθα. Αντίθετα, η εξέγερση παίρνει σχήμα όπως οι μελωδίες, που ακόμη κι αν διασκορπίζονται ατάκτως στο χωροχρόνο, καταφέρνουν να επιβάλλουν το ρυθμό των δονήσεων τους, να αποκτούν νόημα στη συγκυρία, ώσπου οποιαδήποτε επιστροφή σε κανονικότητες να φαντάζει πλέον ανεπιθύμητη ή ακόμα ακόμα αδύνατη».
Η μελωδία του Δεκέμβρη λοιπόν ήτανε πράγματι πολύ πολύ σύνθετη. Διαχεόταν προς πάσα κατεύθυνση ατάκτως, και πράγματι, λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα, κανείς μα κανείς, δε θεωρούσε πιθανή την επιστροφή στην κανονικότητα. Η μελωδία εξαπλωνόταν και η λάμψη της εξέγερσης δυνάμωνε. Ας δούμε όμως τις νότες μία μία.
Είναι οι δρόμοι που γεμίσανε με την άγρια χαρά της εξέγερσης. Με το ουρλιαχτό του περιθωρίου που βγαίνει στην επιφάνεια και σπάει τη σιωπή. Το άγνωστο στόμα που φωνάζει “είμαι και εγώ εδώ, δείτε με, ζω και εγώ σε αυτήν την πόλη, δεν είμαι σκουπίδι, δεν είμαι παρένθεση”.
Είναι ο ήχος που βγάζει το εμπορικό κέντρο της πόλης όταν καίγεται.
Είναι η σκηνή που όσοι την έζησαν δε θα τη ξεχάσουν ποτέ. Το τεράστιο χριστουγεννιάτικο δέντρο στην πυρά. Αυτό το δέντρο. Στο κέντρο της πόλης, μπροστά στη Βουλή, στη πλατεία Συντάγματος. Καίγεται. Καίγεται. Ναι ρε μάγκα, καίγεται! ΑΕΙ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ ΠΙΑ! Τώρα μιλάμε εμείς, η νεολαία, οι μετανάστες, το περιθώριο, οι αληταράδες που στήσανε γιορτή. Και εσείς βουλώστε το, γιατί δε σας κάλεσε κανείς. Ούτε λέξη ακόμα. Πίσω στα κανάλια σας, εκεί που σας παίρνει.
Είναι η κατάληψη της λυρικής σκηνής, όπου κάθε μέρα καλλιτέχνες -και όχι μόνο- συναντιόντουσαν και μέσω της τέχνης, δίνανε το δικό τους αγώνα μέσα στην εξέγερση. Όλοι ήτανε εκεί. Ηθοποιοί να στήνουν στο πόδι παραστάσεις του Μπρεχτ, μουσικοί να εφευρίσκουν νέες μελωδίες για να ντύσουν μουσικά τις κρύες νύχτες στην Ακαδημίας, ζογκλέρ να διασκεδάζουν τα παιδιά και πολλά πολλά ακόμα. Οργασμός ζωής και δημιουργίας. Που κρυβόταν τόσο καιρό αυτός ο κόσμος;
Είναι οι μαθητές. Χιλιάδες. Παντού. Κάθε φορά που θυμάμαι εκείνες τις μέρες αυτό δε μπορώ να το ξεχάσω. Επανέρχονται διαρκώς εικόνες, που μερικές φορές μιλάνε από μόνες τους:
Δευτέρα 8 Δεκέμβρη, πρωί στο σχολείο. Το κλίμα είναι βαρύ, είναι αλλιώς τώρα, το καταλαβαίνεις. Όλοι σε πηγαδάκια συζητάνε σιωπηλά. Προσευχή. Η υποδιευθύντρια παίρνει το μικρόφωνο: “Παιδιά το Σάββατο το βράδυ…”. Χτυπάει το τηλέφωνο. Πάρε το σχολείο σου, να πάρω και εγώ το δικό μου να κάνουμε πορεία,πάρε και τον Κ. και τον Ρ. να έρθουν όλοι. Προορισμός Προπύλαια. Βγαίνουμε από το σχολείο και ξεκινάμε για εκεί όλοι μαζί, αυτή τη φορά δεν έχει πάει κανείς για καφέ.
Προπύλαια μία ώρα μετά, σχολεία ξεπροβάλλουν συνεχώς το ένα μετά το άλλο. Μέσα από το Μετρό, από την Πανεπιστημίου, από τη Σταδίου, από το Σύνταγμα, από παντού καταφθάνουν μικρές πορείες μαθητών. Είμαστε χιλιάδες. Ξεκινάμε για ΓΑΔΑ και η πόλη μας ανήκει. Σκοτώσανε έναν από εμάς, θα το πληρώσουν. 3.000 μαθητές φτάνουμε στο Αστυνομικό Μέγαρο. Ξαφνικά, από το πουθενά, όλοι αρχίζουν να τρέχουν και να επιτίθενται στη διμοιρία που φυλάει την είσοδο. Χαμός. Δε ξέρω αν τρέχαμε για να φτάσουμε στη ΓΑΔΑ ή αν τρέχαμε γιατί ο παλιός κόσμος ήτανε πίσω μας και μας κυνηγούσε. Πάντως τρέχαμε και νιώθαμε όλοι έστω για μία στιγμή ελεύθεροι και ναι αυτό το ξέρω, γιατί το έβλεπες στα μάτια του κόσμου.
Είναι οι γονείς που τρέχανε πίσω από τα παιδιά τους, να τα προστατέψουν, να είναι μαζί τους στις πορείες , στα επεισόδια στις συγκεντρώσεις. Οι γονείς που δε σου λέγανε “έλα σπίτι”, αλλά καταλαβαίνανε ότι δεν μπορούσες παρά να βρίσκεσαι στο δρόμο και για αυτό, παρότι ανησυχούσαν, ήτανε μαζί σου και τρώγατε μαζί τα χημικά και το ξύλο.
Είναι ένα κατεστημένο σε πανικό, έντρομο από την ένταση και το  πείσμα των εξεγερμένων, να ψάχνει σύμμαχο στα δελτία των 8, να ψάχνει διέξοδο, αλλά να μην μπορεί να βρει,να μην μπορεί να επιβάλλει τίποτα. Να έχει για τελευταίο όπλο την καταστολή, την προπαγάνδα και τον τρόμο. Να νιώθει την κυριαρχία του να κλονίζεται από την κοινωνική έκρηξη.
Είναι ότι ένα κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς έκανε το βήμα να ενωθεί ή έστω να μπει σε διαδικασία να κατανοήσει και να συνομιλήσει με την οργή της νεολαίας. Μέσα στην εξέγερση, δια πυρός και δια σιδήρου, σε πείσμα όλων, να προσπαθεί να μετασχηματίσει την οργή σε αποτελεσματικότητα. Από τη μία, να παλεύει να δείξει στον κόσμο εκτός εξέγερσης, ότι η αγριότητα εκείνων των ημερών δεν είναι τίποτα άλλο από την αγριότητα εκείνη, που κάθε μέρα από όταν γεννιόμαστε, το σύστημα μας επιβάλλει και μας ταΐζει με τη σέσουλα. Από την άλλη, να επιδιώκει να περάσει στον κόσμο εντός εξέγερσης, ότι το ζήτημα είναι πως να οργανώσουμε την αγριότητα της ανθρωπιάς μας και όχι απλά να μείνουμε σε αυτή, γιατί αν μείνουμε μόνο στην αγριότητα, κινδυνεύουμε να χάσουμε την ανθρωπιά μας. Να κάνουμε το αίσθημα πολιτική και με βάση αυτό να καταστρώσουμε τη τακτική και τη στρατηγική μας για την ανατροπή, για να φέρουμε τα πάνω κάτω και τους κάτω πάνω. Και αυτό θέλει διάρκεια, θέλει οργάνωση και υπομονή και προ πάντως θέλει συλλογικότητα, η οποία είναι αυτή που μετατρέπει το “εγώ δεν αντέχω” σε “εμείς δεν αντέχουμε”  και άρα δίνει τη δυνατότητα  στον κόσμο, να ενωθεί κάτω από κοινές ανησυχίες και προβλήματα και να διεκδικήσει συλλογικά τη ζωή του πίσω.
Η πιο ιδιαίτερη και αξιοθαύμαστη νότα του Δεκέμβρη για μένα, είναι πως αν ρωτήσεις έναν έναν τους ανθρώπους που συμμετείχαν στην εξέγερση, ο καθένας θα έχει πολλές, πάρα πολλές δικές του νότες, με βάση τα δικά του προσωπικά βιώματα και προσλαμβάνουσες να προσθέσει στη μελωδία. Και αυτό μη το ξεχνάμε ποτέ.
 
Μικρός επίλογος
Ο Δεκέμβρης για μερικούς είναι ένα πράγμα. Είναι όλα αυτά που δε γυρίζουν πίσω. Μία στιγμή μέσα στο χρόνο, που μετά από αυτή, το ξέρεις, τίποτα δε μπορεί να μείνει ίδιο. Είναι καθήκον σου να μην μείνει ίδιο.
Είναι ένας τάφος με ένα άσπρο φέρετρο. Και μέσα σε αυτό είναι ο Αλέξανδρος νεκρός. Και δε θα γυρίσει ποτέ. Τελεία. Δε θέλει άλλα.
Είναι μία γυναίκα, που θα προτιμούσε να πεθάνει, παρά να μάθει ότι το παιδί της σκοτώθηκε.
Είναι η παιδικότητα μία παρέας παιδιών που χάθηκε για πάντα.
Είναι οι υποσχέσεις που κάποιοι έδωσαν-και άλλοι μπορεί όχι- να πάρουνε εκδίκηση, ο καθένας με τον τρόπο που καταλάβαινε.
Είναι η γενιά μας που γαλουχήθηκε μέσα στις φλόγες της εξέγερσης και έχει πολύ ακόμα περπάτημα σε φλογισμένους και δύσκολους δρόμους, αλλά πρέπει να τους βαδίσει γιατί δεν έχει άλλη επιλογή.
Γιατί όπως μερικά πράγματα δε γυρίζουν πίσω, έτσι και για εμάς δεν υπάρχει δρόμος επιστροφής.
Θα το βαδίσουμε το δρόμο και ας είναι μακρύς. Αλλά θα το βαδίσουμε μέχρι το τέλος.
Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος. Έτσι τον λέγανε. Και ήτανε 15

Τετάρτη, 27 Νοεμβρίου 2013

Ο φαντασιακός ανασχηματισμός της εθνικής υπερηφάνειας Του Ιάσονα Χανδρινού

Ο φαντασιακός ανασχηματισμός της εθνικής υπερηφάνειας

Posted on 28 Οκτωβρίου, 2013 9:22 πμ από 



Χρόνος
Αναδημοσίευση από το Εκτός Γραμμής
Του Ιάσονα Χανδρινού
Η σχολική ιστορία στον καιρό της κρίσης
Οι διαμάχες γύρω από τα ιστορικά εγχειρίδια εντάσσονται στους συμβολικούς πολέμους που ξεκίνησαν τη δεκαετία του 1990, ως αποτέλεσμα μιας νέας συνολικής επαναδιαπραγμάτευσης του εκπαιδευτικού προϊόντος σε παγκόσμια κλίμακα και της ανάγκης σύγκλισης των «εθνικών» ιστοριών με τα αιτήματα της οικουμενικής γνώσης.
Είναι μάλλον κοινότοπο να υπενθυμίσουμε πως ένα διδακτικό βιβλίο ιστορίας σπάνια γίνεται όχημα νεωτερικών ή εκσυγχρονιστικών αντιλήψεων. Παραμένει κατά βάση ένας de facto αγωγός μετάδοσης μιας κυρίαρχης «εθνικής» ιδεολογίας, των δομών σκέψης που κυριαρχούν στη μακρά διάρκεια, των δομών που γεννά η ανάγκη αποτελεσματικότερου κοινωνικού ελέγχου στους πολίτες μιας χώρας. Το μοιραίο αντικαθρέφτισμα της κυρίαρχης ιστορικής κουλτούρας στους αξιολογικούς κώδικες του παρελθόντος ανάγει τη συγγραφή νέων εγχειριδίων σε μείζον ιδεολογικό διακύβευμα, με αναπόφευκτους πολιτικούς κραδασμούς.
Όπως κάθε γραπτή πηγή, το σχολικό εγχειρίδιο ιστορίας αποτελεί μια ατελή αναπαράσταση του πραγματικού. Για να συμπληρωθεί το «πραγματικό» στο μυαλό ενός μαθητή –όπως και οποιουδήποτε διαβάζει ιστορικά κείμενα–, πρέπει να συμπληρωθεί με τη δική του εμπειρική ή ιδεολογική αντίληψη.2 Όταν στις μέρες μας προσδιορίζουμε τη φαντασία ως πρωταρχικό μέσο σύνθεσης του ορίζοντα παρόντος-παρελθόντος, πρέπει να παραδεχτούμε μια άβολη αλήθεια: σε έναν κόσμο ραγδαίου πολλαπλασιασμού των μορφών έκθεσης σε πλήθος πληροφοριών, το σχολείο αποτελεί μόνο μία (σε πολλές περιπτώσεις την τελευταία) από πολλές επιλογές διαμόρφωσης προσωπικής αντίληψης ενός μαθητή για τον κόσμο και την κοινωνία. Γνωρίζουμε εδώ και δεκαετίες πως «η ανάπτυξη της ιστορικής κατανόησης δεν ανάγεται αποκλειστικά στις διεργασίες της νοητικής και συναισθηματικής ωρίμανσης, αλλά συναρτάται με το φάσμα των εμπειριών και ειδικότερα με την ποσότητα, την ποιότητα και τον ρυθμό των ερεθισμάτων που δέχεται ο μαθητής».3
Η παιδαγωγική επιστήμη έχει καταλήξει πως στην ηλικία των 12 έχει ήδη συντελεστεί η διαδικασία μετάβασης ενός εγκεφάλου από την περιγραφική στην ερμηνευτική σκέψη. Ήδη στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού σχολείου ο μαθητής δεν είναι παθητικός δέκτης μιας «κλειστής» και αδιαμφισβήτητης γνώσης. Είναι σε θέση να κατανοεί, να συμφωνεί, να αμφιβάλλει, να συγκρίνει, να αποκωδικοποιεί, να ψάχνει μόνος του την «αλήθεια» πληκτρολογώντας λέξεις-κλειδί στο Google και στη Wikipedia. Είναι ενεργά εμπλεκόμενος στη μαθησιακή διαδικασία, εντός και εκτός της σχολικής αίθουσας. Το διαδίκτυο, η τηλεόραση, οι εφημερίδες προσπορίζουν γνώσεις πολύ πιο άμεσες και πολύ πιο ελκυστικές από τη σχολική τάξη.
Δικαίωση της αυταρχικής διακυβέρνησης Μεταξά
Στο θέμα μας: Το νέο εκπαιδευτικό βιβλίο της ΣΤ΄ Δημοτικού Ιστορία του νεότερου και σύγχρονου κόσμου (συγγραφική ομάδα: Ιωάννης Κολιόπουλος, Αθανάσιος Καλλιανιώτης, Ιάκωβος Μιχαηλίδης, Χαράλαμπος Μηναόγλου) έχει συγκεντρώσει το τελευταίο διάστημα –δικαιολογημένα– έντονες αντιδράσεις και κριτικές, φτάνοντας μέχρι επερώτηση στο κοινοβούλιο από βουλευτές του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Το βιβλίο ανήκει στο πρότυπο της «εθνοκεντρικής-εθνικιστικής ιστορίας», μιας ολόκληρης σχολής η οποία βασίζεται στην ανάγκη να διδαχθούν οι μαθητές τη μεγάλη αφήγηση, τα γεγονότα, τις χρονολογίες και τα πρόσωπα, παραμένοντας πιστή στην υποχρέωση του σχολείου να διαμορφώνει «εθνική» συνείδηση. Το νέο εγχειρίδιο ιστορίας είναι μια εμπλουτισμένη εκδοχή αυτού του μοντέλου με βάση το οποίο διαπαιδαγωγήθηκαν γενιές επί γενεών Ελλήνων μαθητών. Το βιβλίο, υποτίθεται, διατρέχει –σύμφωνα με τον ξεκάθαρα ψευδεπίγραφο τίτλο του– την παγκόσμια ιστορία από τα τέλη του 15ου αιώνα έως τις μέρες μας, στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα καθαρόαιμο κήρυγμα πατριδογνωσίας που αντλεί από τις πιο απαρχαιωμένες μεθόδους καλλιέργειας «εθνικής συνείδησης». Το 1/3 της έκτασης (75 από τις 224 σελίδες) είναι αφιερωμένο στην Ελληνική Επανάσταση, κατατετμημένη σε πλήθος υποκεφαλαίων για τον Μάρκο Μπότσαρη, τον Κανάρη, την εκστρατεία του Δράμαλη, τον Ιμπραήμ, τις πολιορκίες του Μεσολογγίου (χωριστά) κ.λπ. κ.λπ. Ο ελληνικός 19ος αιώνας –χρονικός πυρήνας της νεότερης ιστορίας– καλύπτει μόλις 13 (sic) σελίδες στις οποίες οι μεγάλες διαδικασίες οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης είναι αισθητά απούσες, οι αγροτικές μεταρρυθμίσεις στριμώχνονται σε μόλις 10 γραμμές και πάντοτε στο ταπεινό περιθώριο που αφήνουν οι μεγάλες αλυτρωτικές επαναστάσεις και η σταδιακή συνοριακή επέκταση. Με τρόπο ομαλό, ακολουθεί το συνηθισμένο πανόραμα εθνικών αγώνων και άφθαστων πολεμικών ηρωισμών σε Μακεδονικό Αγώνα, Βαλκανικούς Πολέμους, Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και Μικρά Ασία, και τελικά προσγειωνόμαστε στη Δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά, το ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα σημεία του βιβλίου.
Λίγοι επισήμαναν πως δεν αφιερώνεται ειδικό κεφάλαιο στην 4η Αυγούστου (ούτε το καθεστώς ονοματίζεται ως τέτοιο), οι συγγραφείς εντάσσουν την περίοδο 1936-1940 στην ενότητα που λέγεται «Μεσοπόλεμος». Η λέξη δικτατορία πράγματι αναφέρεται ρητά και μάλιστα εξηγείται στο γλωσσάρι που υπάρχει στο κάτω μέρος κάθε σελίδας ως «Πολίτευμα όπου η εξουσία ασκείται απολυταρχικά από ένα πρόσωπο ή ομάδα ατόμων που έχουν επικρατήσει με τη βία». Επιλογή σκόπιμη, που εξισορροπεί αφενός την έλλειψη εξηγήσεων γύρω από το είδος και τις μορφές της βίας που άσκησε ο Μεταξάς, αφετέρου την εντύπωση που αφήνει η –εξαιρετικά ενδιαφέρουσα– επισήμανση στην προτελευταία παράγραφο πως «στη χώρα επικρατούσε κοινωνική αναταραχή που εκφραζόταν με πορείες, διαδηλώσεις και απεργίες» (σ. 201). Για ένα βιβλίο που αγνοεί με επιδεικτικό τρόπο τον όρο κοινωνία, μοιάζει συγκινητικό το ενδιαφέρον να διαλευκανθούν οι ειδικές «κοινωνικές» συνθήκες κάτω από τις οποίες ανήλθε στην εξουσία ο Μεταξάς. Ούτε το χρονικό σημείο ούτε οι λέξεις είναι τυχαίες. Τα κοινωνικά φαινόμενα (τα οποία πράγματι κατέληξαν στη Δικτατορία του Μεταξά), σε μια από τις αδιαμφισβήτητες τομές της νεότερης ελληνικής ιστορίας, λειτουργούν εδώ ως τσιμέντο ταχείας πήξεως στα κενά που αρχίζει να εμφανίζει το εθνοπρεπές σχήμα της συνέχειας.
Σαλπάροντας από το 1923, μεθοριακό σύνορο της περιοχής των άσπιλων και αμόλυντων εθνικών αγώνων, με προορισμό τα ναρκοπέδια της συλλογικής μνήμης που λέγονται «Μεσοπόλεμος» και «Δεκαετία 1940-1950», το όχημα της εθνικής υπερηφάνειας αρχίζει να μένει από καύσιμα. Στο δύσβατο για τη σχολική ιστορία έδαφος που σχηματίζουν οι προσχώσεις μεγάλων οικονομικών και κοινωνικών αλλαγών, το παραδοσιακό αφηγηματικό κομπολόι συντεθειμένο από εθνικούς ήρωες, πολεμικές δάφνες και φωτισμένους ηγέτες καταλήγει διάτρητο και ελλειμματικό. Εξαντλώντας τα όριά του, το αφήγημα καταστρατηγεί αναγκαστικά τη θεμελιώδη τομή παρόν/παρελθόν και επιστρατεύει νοηματικά σχήματα της επικαιρότητας: οι «πορείες», οι «απεργίες» και οι «διαδηλώσεις» δεν είναι έννοιες κλεισμένες στο χθες, είναι λέξεις επικίνδυνα οικείες σε ένα δωδεκάχρονο Ελληνόπουλο εν έτει 2013 και η χρήση τους –σκόπιμα– δεν ερμηνεύει την επικράτηση της αυταρχικής διακυβέρνησης του Μεταξά. Τη δικαιώνει αναδρομικά και διαχρονικά. Να θεωρήσουμε τον συνδυασμό της μικρής φωτογραφίας του δικτάτορα με την ίδιου μεγέθους φωτογραφία του πατέρα της αβασίλευτης δημοκρατίας Αλέξανδρου Παπαναστασίου στο χρονολόγιο της σελίδας 203, ως εικονιστική αντιπαραβολή των δύο «ακραίων» πολιτικών μορφών πολιτικής που συγκρούστηκαν στον Μεσοπόλεμο; Και αν ναι, πρόκειται για εικαστική ιστοριογραφική καινοτομία ή για έμμεση νομιμοποίηση του φασισμού ως μια «πολιτικής» επιλογής ανάμεσα σε πολλές;
Πουθενά η λέξη αντάρτης ή αντάρτικο
Φτάνουμε στην παραδοσιακά συγκρουσιακή ενότητα Αλβανικό Έπος-Γερμανική Επίθεση-Κατοχή και Αντίσταση-Εμφύλιος. Το κεφάλαιο 9 επιγράφεται «Μια δεκαετία αγώνων και θυσιών για την ελευθερία» και φιλοδοξεί να χωρέσει σε μία μόνο σελίδα την Κατοχή, την Αντίσταση και τον Εμφύλιο Πόλεμο. Η δεκαετία 1940-1950 είναι μια περίοδος ασύγκριτη με οποιαδήποτε άλλη στη νεότερη ελληνική ιστορία, σε ό,τι αφορά επιστημονικές έρευνες, βιβλιογραφικό όγκο, ακαδημαϊκές διαμάχες και δημόσιες αντιπαραθέσεις. Είναι μια μεγάλη δεξαμενή ιστορικών προβληματισμών και συλλογικής μνήμης η οποία τα τελευταία χρόνια διαχέεται ορμητικά στην ελληνική επικαιρότητα τροφοδοτώντας έντονα τον Τύπο, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τη συνθηματολογία των κομμάτων, τα τηλεοπτικά πάνελ, τα γκράφιτι στους δρόμους της Αθήνας, την προπαγάνδα της Χρυσής Αυγής (και στα σχολεία), συγκρουσιακές συζητήσεις παππούδων, γονέων και γειτόνων κ.ο.κ. Παρ’ όλα αυτά, δεν υπάρχει στην εγκύκλιο παιδεία των Ελλήνων μαθητών. Λάμπει διά της απουσίας της από τη σχολική ύλη όλων των βαθμίδων με αποτέλεσμα ακόμα και φοιτητές της Φιλοσοφικής να δυσκολεύονται να προσδιορίσουν τι ακριβώς έγινε στην Ελλάδα ανάμεσα στο 1941 και το 1949, μονολογώντας και στον εαυτό τους «μα δεν ήταν στην ύλη αυτά!».
Το βιβλίο δεν υπερασπίζεται τον μαθητή απέναντι στην άγνοια, τη σύγχυση και την ιστορική αμετροέπεια στην οποία είναι με ποικίλους τρόπους εκτεθειμένος. Στο βιβλίο, η Αντίσταση εξαντλείται στα τέσσερα εδάφη ελάχιστης κοινής αποδοχής: Μανώλης Γλέζος, Απόστολος Σάντας, Γοργοπόταμος και γερμανικά αντίποινα. Μετά βίας 13 γραμμές κειμένου. Τέλος! Πουθενά μια τάξη μεγέθους. Πουθενά δεν αναφέρεται πως στην Κατοχή χάθηκαν 150.000 Έλληνες –εκ των οποίων οι μισοί ήταν Εβραίοι που χάθηκαν στα γερμανικά στρατόπεδα–, ενώ μαθαίνουμε πως η μεγαλύτερη αντιστασιακή οργάνωση και ταυτόχρονα ένα από τα μεγαλύτερα πολιτικά και κοινωνικά κινήματα της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, το Ε.Α.Μ., ήταν δημιούργημα της «ηθικής και υλικής υποστήριξης της Βρετανίας» (σ. 213)! Πουθενά οι λέξεις αντάρτης ή αντάρτικο (ούτε και φωτογραφίες ανταρτών), πουθενά εικόνες Ελλήνων αντιστασιακών. Ο μαθητής της ΣΤ΄ Δημοτικού, έξοχα ενημερωμένος στο τέλος της χρονιάς για όλες τις μάχες της Ελληνικής Επανάστασης και άσος στο who is who των αγωνιστών του ’21, δεν θα συναντήσει πουθενά στο βιβλίο πρόσωπα αντίστοιχων αγωνιστών της Κατοχής. Το, κατά τα άλλα πλούσιο σε εικονογράφηση και προσωπογραφίες, βιβλίο δεν παραθέτει κανένα πορτρέτο από την Αντίσταση. Ο Άρης Βελουχιώτης, ο Ναπολέων Ζέρβας, ο Δημήτριος Ψαρρός, η Λέλα Καραγιάννη, ο Ιωάννης Τσιγάντες, ο Κώστας Περρίκος και τόσοι άλλοι επώνυμοι πρωταγωνιστές θυσιάζονται ομαδικά στην απρόσωπη, απολίτικη και ανώδυνη –αγγλιστί: dumb, deaf and blind– εκδοχή του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα (Ειρωνεία της (σχολικής) ιστορίας: στη σελίδα 217 τα παιδιά ερωτώνται ποια υπήρξε η έκταση της Αντίστασης των Ελλήνων κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου!).
Ο Εμφύλιος Πόλεμος ξορκίζεται λυρικά και μεταφυσικά ως «αδελφοκτονία» και μία εκτός τόπου και χρόνου αναφορά στο «Κ.Κ.Ε.» στο γλωσσάρι που επεξηγεί (από το πουθενά) τον όρο «Δημοκρατικός Στρατός» δεν αρκεί να σώσει ούτε τα προσχήματα. Οι προσεκτικοί θα παρατηρήσουν επίσης πως στη σελίδα 212 ένας ολοσέλιδος Γεώργιος Παπανδρέου υψώνει τη σημαία στην Ακρόπολη στις 18 Οκτωβρίου 1944. Είναι μια εμβληματική φωτογραφία, η οποία επισφραγίζει την υπόρρητη ιδεολογική ταυτότητα του βιβλίου. Πρόκειται για την «επίσημη» εκδοχή της ιστορικής πραγματικότητας, όπως κατασκευάστηκε και μας κληροδοτήθηκε από τους νικητές του Εμφυλίου και τους πολιτικούς τους επιγόνους: η σημαία του Παπανδρέου είναι το νήμα που κόπηκε κάπου στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας, και ξαναπιάστηκε από τους επαγγελματίες πολιτικούς, περίπου τις μέρες που έφευγαν οι Γερμανοί. Όσα διεμείφθησαν από το 1941 έως το 1945 και αργότερα, ανάμεσα στο 1946 και το 1949, δεν ήταν η αποφασιστική στιγμή για το κοινωνικό και πολιτικό μέλλον της χώρας αλλά ένα ατύχημα, μια εμπλοκή της ιστορίας. Έπειτα, έζησαν όλοι καλά κι εμείς καλύτερα. Αυτή είναι η αυτοεικόνα της Ελληνικής Δημοκρατίας για την πρόσφατη ιστορία και με αυτή διαπαιδαγωγείται η νέα γενιά των πολιτών της.
Ιδεολογικοποίηση ιστορικών γεγονότων
Όσοι χρεώνουν στο βιβλίο της ΣΤ΄ Δημοτικού παιδαγωγική ανεπάρκεια είναι εκτός θέματος. Οι συντάκτες του βιβλίου επιχειρούν συνειδητά να ιδεολογικοποιήσουν ευαίσθητα ιστορικά γεγονότα και φαινόμενα, συμπλέκοντας τα κβάντα ιστορικής γνώσης που προσφέρονται στους αυριανούς πολίτες με μια κυρίαρχη πολιτική ατζέντα. Είναι το χειρότερο είδος κομματικού παρεμβατισμού με ανυπολόγιστες συνέπειες σε μια κοινωνία πολωμένη, διχασμένη, η οποία βυθίζεται καθημερινά σε σύγχυση.
Ας προτρέξουμε το βασικό μας συμπέρασμα. Η περίοδος της οικονομικής κρίσης και των ραγδαίων πολιτικών ανακατατάξεων τις οποίες βιώνουμε, είναι ταυτόχρονα –για να δανειστούμε μια προσφιλή έκφραση του Πιερ Νορά– εποχή έκρηξης και κατακερματισμού της ιστορίας. Όταν αντιμετωπίζεις ένα ζοφερό μέλλον ζώντας σε ένα οδυνηρό παρόν, το παρελθόν μετατρέπεται σε ιδεατό πλαίσιο ασφάλειας και μοιραία εξιδανικεύεται. Το ζοφερό αυτό μέλλον είναι, είτε θέλουμε είτε όχι, το έδαφος όπου θα καρπίσει η εκπαίδευση της σημερινής νεολαίας. Οι πληροφορίες, οι εντυπώσεις και τα ερεθίσματα που αποκομίζει ο μαθητής για την ιστορία της χώρας του τελειώνοντας το δημοτικό δεν θα υποστασιοποιηθούν στο παρόν της εκμάθησης αλλά στο μέλλον μιας ενδεχόμενης έκφρασης ή αξιοποίησής τους. Θα κρυσταλλωθούν αργά και σταδιακά σε ιζήματα γνώσης λανθάνοντας ως σταθερές –μικρές ή μεγάλες– στη νοητική του συγκρότηση, μέχρι να εκβάλουν σε πολιτικές και κοινωνικές αντιλήψεις μιας ολοκληρωμένης προσωπικότητας, έχοντας διανύσει μια δαιδαλώδη διαδρομή μέσα από προσωπικά διαβάσματα, αναζητήσεις, απωθήσεις, ανακλήσεις, αδράνειες και την άδηλη ενημέρωση των Μ.Μ.Ε. και του Τύπου. Η ποιότητα της σχολικής διδασκαλίας της ιστορίας δεν κρίνεται ποτέ την ώρα του μαθήματος. Κρίνεται πάντοτε αναδρομικά, γι’ αυτό και την επικαλούμαστε καθυστερημένα. Συνήθως χρόνια αργότερα, μαζί με το σοκ των στατιστικών, πως στον 21ο αιώνα, οι πολιτικά σκεπτόμενοι και ευαίσθητοι πολίτες αυτής της χώρας παραμένουν ένα λιλιπούτειο νησάκι στο κέντρο μιας ρηχής εθνικοπατριωτικής λιμνοθάλασσας.
Ακόμα κι οι λιγότερο σχετικοί με την ακαδημαϊκή ή τη δημόσια εκδοχή της ιστορίας (ας μείνουμε πιστοί στην παραδοσιακή αντίστιξη) αντιλαμβάνονται πως ο εξακολουθητικός φαντασιακός ανασχηματισμός του ιστορικού παρελθόντος –τον οποίο περιγράψαμε πιο πάνω– δεν είναι ένας απλός δυσλειτουργικός εκπαιδευτικός μηχανισμός, αλλά ο βασικότερος παράγοντας ισχυροποίησης της συντηρητικής σκέψης στη χώρα.4 Εδώ και λίγα χρόνια, ο εθνοκεντρισμός που καλλιεργεί μονοπωλιακά το χωράφι της ελληνικής πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, δεν γεννά πλέον χαριτωμένα μαργαριτάρια και σολοικισμούς αλλά αφιονισμένους συνωμοσιολόγους, παγιδευμένους σε σχηματικές ερμηνείες, με ένστικτα αντικοινοβουλευτικά και αντιστάσεις μειωμένες μπρος στη γοητεία του πολιτικού μηδενισμού.
Η ιστορία –της σχολικής συμπεριλαμβανομένης– αξίζει να βρίσκεται σε ανώτερο επίπεδο, σε σχέση με τις άλλες ιστορικές, παραϊστορικές και ψευδοϊστορικές αφηγήσεις που κατακλύζουν τον δημόσιο λόγο στο σήμερα. Ο παρεμβατικός ρόλος του ιστορικού αποκτά νόημα, μορφή και περιεχόμενο. Κανείς (μας) δεν μπορεί να διανοηθεί πως οι ιστορικές (μας) έρευνες θα συνεχίσουν να εξαντλούνται σε διατριβές, σεμινάρια, συμπόσια και workshops κεκλεισμένων των θυρών. Αυτό εδώ το κείμενο επικοινωνεί με εκατοντάδες άλλα, τα οποία γράφονται τον τελευταίο καιρό από ιστορικούς και τα οποία δεν αφορούν ακαδημαϊκές υποχρεώσεις ή επιστημονικές αναζητήσεις, αλλά συμπυκνώνουν αγωνίες για την τύχη όσων μάθαμε και εκτιμήσαμε στα πανεπιστημιακά έδρανα, και ηλεκτρίζουν ακόμα τα μυαλά, τα χέρια και τα πληκτρολόγιά μας. Τέτοια κείμενα πιθανόν επιβεβαιώνουν πως η ιστορία αφορά άμεσα και έντονα όλη την ελληνική κοινωνία, γεννώντας σεισμικές αλλαγές μπροστά στις οποίες κανείς μας δεν έχει ούτε το δικαίωμα ούτε την πολυτέλεια να κλείνει τα μάτια.

Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

Κυριακή, 24

'Eφυγε ο Costanzo Preve













 Ο τίτλος του βιβλίου (δηλ Ασίγαστο Πάθος) ανάγεται σε μία έννοια που επεξεργάστηκε ο Λούκατς μετά το 1956, την ένοια του καπιταλισμού ως "ασίγαστου πάθους" ( ο τίτλος του βιβλίου ήταν La passione durevole, δηλαδή το πάθος που διαρκεί, που αντέχει στο χρόνο), ενός πάθους δηλαδή που διαρκεί και μπορεί να αντισταθεί στη διεστραμμένη διαλεκτική ανάμεσα στον εξτρεμισμό και την αποστράτευση...η μετατροπή του αντικαπιταλισμού απο στιγμαία έξαρση σε ασίγαστο πάθος αποτελεί μαζικό ιστορικό ζητούμενο του 20ου αιώνα... Το εργατικό κίνημα, όπως λέει ο Λούκατς, είναι καταδικασμένο σε μια νέα αρχή. Σε αυτήν εδώ την έκφραση συνοψίζεται ουσιαστικά ολόκληρο το σημερινό μας πρόβλημα. Ο αντικαπιταλισμός, ως ασίγαστο πάθος, δεν μπορεί να αναπτυχθεί στην περιορισμένη, ψυχολογίστικη βάση της ηθικής αγανάκτησης κατά των αδικιών του καπιταλισμού, η ακόμη περισσότερο να στηριχτεί στη φορμαλιστική διδασκαλία των παλιών τυποποιημένων και κωδικοποιημένων σχημάτων του μαρξισμού η του λενινισμού. Ο αντικαπιταλισμός ως ασίγαστο πάθος πρέπει να αναπτυχθεί στην ισχυρή και δομική βάση νέων μορφών πραγματικής δημοκρατίας και επομένως στη βάση νέων οργανωτικών μορφών του κομμουνιστικού κινήματος. Αυτές οι νέες οργανωτικές μορφές δεν είναι σήμερα επαρκώς ορατές. Ενα βιβλίο όμως...δεν μπορεί με κανένα τρόπο να υποδείξει το δρόμο. Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να παρουσιάσει κατά τρόπο ανοιχτό μια σειρά υποθέσεις και θέσεις προς συζήτηση..

Κοστάντσο Πρέβε-Το Ασίγαστο Πάθος, πρώτη έκδοση (1992), εκδόσεις Σταχυ, σελ 50-52.





Έφυγε το σάββατο το πρωί ο Κοστάντσο Πρέβε.

Ο Κοστάντσο Πρέβε (Βαλέντσα 1943-Τορίνο 2013), σπούδασε πολιτικές επιστήμες, φιλοσοφία και νεοελληνικά στα πανεπιστήμια του Τορίνο, του Παρισιού και της Αθήνας.

Ήταν καθηγητής και συγγραφέας πολλών τόμων και δοκιμίων με φιλοσοφικό αντικείμενο, που έχουν δημοσιευθεί στην Ιταλία και άλλες χώρες. Έζησε και εργάστηκε στο Τορίνο (Ιταλία). Για τις εκδόσεις Bollati Boringhieri έγραψε την εισαγωγή της νέας δίτομης έκδοσης του έργου του Gunther Anders/ Γκύντερ Άντερς Ο άνθρωπος είναι ξεπερασμένος, και το δοκίμιο Ο ανεπίκαιρος Μαρξ, σε μεγάλο βαθμό συμπληρωματική στο παρόν έργο. Συμμετείχε απο νωρίς ενεργά στο Κομμουνιστικό κίνημα. Μετά την κατάρρευση του υπαρκτού έγραψε μια σειρά έργων για την κριτική και ανάπτυξη του Μαρξισμού και την ιστορική αποτίμηση του Κομμουνιστικού κινήματος. Εργα που χαρακτηρίστικαν απο πολλούς αιρετικά και σίγουρα θα μπορούσε κανείς-και εμείς- να διαφωνήσει με πολλά απο αυτά που υποστήριζαν. Όμως κανείς δεν θα μπορούσε εύκολα να αρνηθεί το ότι άνοιξαν δρόμους συζήτησης και αναζήτησης, ιδιαίτερα στα  χρόνια μετά την κατάρρευση. Στην Ελλάδα έγινε γνωστός με το έργο Το ασίγαστο πάθος, ένα έργο σημείο αναφοράς για την εποχή, που γνώρισε πολλούς φίλους και αντιπάλους και αξίζει σήμερα να αξιολογηθεί ξανά-και για εκείνα τα σημεία του που αποδείχθηκαν λανθασμένα.

Στα ελληνικά έχουν κυκλοφορήσει τα έργα του Το ασίγαστο πάθος (εκδ. Πιρόγα 2009), Καιροί αναζήτησης (Στάχυ, 1998), Το εθνικό ζήτημα στο κατώφλι του 21ου αιώνα (Στάχυ 1993), Το λυκόφως των κοινωνικών θεών (Στάχυ, 1994), Κριτική ιστορία του Μαρξισμού (ΚΨΜ 2007)

Νοεμβρίου 2013

 

Κ.Πρέβε: “Η Αυτοκρατορία δεν ανοίγει μια νέα φάση στην κριτική σκέψη αλλά, αντίθετα, την κλείνει”

Κ.Πρέβε: “Η Αυτοκρατορία δεν ανοίγει μια νέα φάση στην κριτική σκέψη αλλά, αντίθετα, την κλείνει”

Στη μνήμη του Costanzo Preve
Μια κριτική στην “Αυτοκρατορία” των Α. Νέγκρι και Μ. Χαρντ.
Συνέντευξη του Κ. Πρέβε στην εφημερίδα Προλεταριακή Σημαία.
ΠΣ: Η Αυτοκρατορία των Νέγκρι και Χαρτ εμφανίζεται σε μια εποχή που έχουν τεθεί μια σειρά θεωρητικά και πολιτικά ζητήματα όπως αυτά της εθνικής κυριαρχίας, του έθνους-κράτους, της μετεξέλιξης του ιμπεριαλισμού, της παγκοσμιοποίησης κ.λπ. Πώς συνεισφέρει το συγκεκριμένο βιβλίο σ’ αυτόν τον προβληματισμό και ποιες τάσεις ή απόψεις ενισχύει;
Κοστάντζο Πρέβε: Η Αυτοκρατορία των Νέγκρι και Χαρτ δεν συμβάλλει -δυστυχώς- σε μια σωστή διατύπωση των τεσσάρων θεμάτων της ερώτησης. Σχετικά με την εθνική κυριαρχία και το εθνικό κράτος ισχυρίζεται ότι και τα δύο βρίσκονται εξαντλημένα και εξαφανίζονται αλλά αυτό το γεγονός δεν είναι ένα κακό πράγμα, γιατί οδηγεί στην πλήρη καπιταλιστική ενιαιοποίηση του κόσμου, κι αυτό για τους Νέγκρι και Χαρτ είναι η μοναδική δυνατή προϋπόθεση για τον κομμουνισμό. Σ’ ό,τι αφορά τη μετεξέλιξη του ιμπεριαλισμού και της παγκοσμιοποίησης, ισχυρίζονται ότι η παγκοσμιοποίηση δεν οδηγεί στη μετατροπή του ιμπεριαλισμού αλλά στο οριστικό του τέλος. Είμαστε -λένε- σε μια αυτοκρατορική εποχή δίχως ιμπεριαλισμό, σε μια παγκοσμιοποιημένη αυτοκρατορία, αποεδαφοποιημένη (σ.σ. δίχως εθνικό κέντρο) της οποίας οι ΗΠΑ δεν είναι το κυρίαρχο κέντρο αλλά μόνο ένα είδος ένοπλης αστυνομίας. Προσωπικά, δεν συμφωνώ με καμία απ’ αυτές τις δύο θέσεις. Αντιθέτως, μου φαίνεται ότι τα τελευταία γεγονότα (ιδιαίτερα) επιβεβαιώνουν πλήρως την κεντρικότητα της ιμπεριαλιστικής τάξης.
ΠΣ: Ποια τα γενικά χαρακτηριστικά κατά τους Νέγκρι και Χαρτ της Αυτοκρατορίας;
Κοστάντζο Πρέβε: Όπως είναι γνωστό, ο Μαρξ υποστήριξε ότι οι δύο βασικές τάξεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής είναι η αστική τάξη και το προλεταριάτο. Ο Νέγκρι και ο Χαρτ τοποθετούν στη θέση της κατηγορίας (της έννοιας) αστική τάξη την αυτοκρατορία και στη θέση της κατηγορίας του προλεταριάτου εκείνη του πλήθους. Επ’ ευκαιρία, θέλω να κάνω μερικές παρατηρήσεις:
Καταρχήν ο Νέγκρι και ο Χαρτ δεν θα μπορούσαν να προτείνουν αυτές τις ριζικές τροποποιήσεις των αρχικών κατηγοριών του Μαρξ εάν αυτές δεν είχαν οπωσδήποτε μπει ήδη σε μια ιστορική κρίση. Σ’ ότι αφορά την αστική τάξη, πρόκειται για μια ουσιαστικά ιστορική κατηγορία γεννημένη το 1700, που αναπτύχθηκε το 1800 και 1900 αλλά σήμερα είναι σε κρίση. Εγώ σκέφτομαι ότι πράγματι ζούμε ένα είδος μετα-αστικού καπιταλισμού, με την έννοια ότι ο τρόπος καπιταλιστικής παραγωγής αναπαράγεται σήμερα με μια κυρίαρχη τάξη που δεν έχει πια τα χαρακτηριστικά της κλασικής αστικής τάξης. Κατά την άποψή μου, ο Μπους κι ο Μπερλουσκόνι δεν είναι πια αληθινοί “αστοί” παρά μόνο με την έννοια ότι εξυπηρετούν τα συμφέροντα των ατομικών ιδιοκτητών των μέσων παραγωγής.
Σ’ ότι αφορά το προλεταριάτο, η παλιά εργατική τάξη των κεντρικών ιμπεριαλιστικών χωρών μου φαίνεται τώρα πια ότι στρατηγικά ενσωματώθηκε, ενώ νέα κοινωνικά, εκμεταλλευόμενα υποκείμενα, όπως οι φτωχοί μετανάστες ή οι εποχικοί ελαστικοί εργαζόμενοι, αναπτύσσουν μορφές πολιτικής και κοινωνικής συνείδησης πολύ διαφορετικές από εκείνες που προέβλεπε ο κλασικός μαρξισμός.
Κατά δεύτερο λόγο, νομίζω ότι ο Νέγκρι και ο Χαρτ απαντούν σ’ ένα αληθινό πρόβλημα με μια ψεύτικη απάντηση. Το αληθινό πρόβλημα είναι η αναγκαιότητα να επαναπροσδιοριστεί ριζικά τόσο η αστική τάξη όσο και το προλεταριάτο. Η ψεύτικη απάντηση είναι το να σκέφτεσαι ότι έλυσες στα γρήγορα το ζήτημα με τις δύο κενές και γενικόλογες κατηγορίες της αυτοκρατορίας και του πλήθους.
ΠΣ: Μπορούμε να βρούμε ομοιότητες και διαφορές με παλιότερες θεωρίες όπως αυτή του υπεριμπεριαλισμού ή του κέντρου-περιφέρειας ή του ολοκληρωτικού καπιταλισμού;
Κοστάντζο Πρέβε: Ας δούμε με τη σειρά τις τρεις αναφερόμενες από την ερώτηση θεωρίες.
Σ’ ό,τι αφορά τη θεωρία του υπεριμπεριαλισμού, δεν πρόκειται για μια αυτή καθ’ εαυτή θεωρία, αλλά για μια υπόθεση που έκανε ο Κάουτσκι στην εποχή του και η οποία κριτικαρίστηκε με σφοδρότητα από τον Λένιν.
Η θεωρία των Νέγκρι και Χαρτ, κατά την άποψή μου, παρουσιάζει επιφανειακές ομοιότητες αλλά στην πραγματικότητα είναι διαφορετική. Ο Νέγκρι δεν σκέφτεται ούτε ότι οι ΗΠΑ αντιπροσωπεύουν τη μοναδική ιμπεριαλιστική δύναμη που υπάρχει εξαιτίας της υπεροχής της σε στρατιωτική δύναμη, ούτε ότι υπάρχει ένα είδος καρτέλ ή κάποιου τραστ στρατιωτικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων (ΗΠΑ, Ευρώπη, Ιαπωνία κ.λπ.) Ο Νέγκρι σκέφτεται ότι η αυτοκρατορία είναι μια καθαρά καπιταλιστική πραγματικότητα κατά μια έννοια ανώνυμη και απρόσωπη.
Σ’ ό,τι αφορά τη λεγόμενη θεωρία κέντρου-περιφέρειας. Το βιβλίο των Νέγκρι και Χαρτ την απορρίπτει φανερά με μια σαφή πολεμική. Η αυτοκρατορία περιλαμβάνει προφανώς πλούσιες οικονομικές ζώνες και φτωχές οικονομικές ζώνες, αλλά είναι ουσιαστικά ενιαιοποιημένες από οικονομικά και χρηματιστηριακά ρεύματα και προπαντός από τα νέα μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα.
Σ’ ότι αφορά τη λεγόμενη θεωρία του ολοκληρωτικού καπιταλισμού (που στην Ελλάδα υποστηρίζεται από το ΝΑΡ και την εφημερίδα Πριν) η ομοιότητα είναι μόνο επιφανειακή. Είναι αλήθεια ότι επίσης για τους Νέγκρι και Χαρτ ο καπιταλισμός εξαπλώθηκε μ’ ένα τρόπο ολοκληρωτικό σ’ όλους τους τομείς της κοινωνικής αναπαραγωγής (τηλεοπτικά μαγειρέματα, όπως εκείνα των ΜΜΕ, του ελεύθερου χρόνου, της γενετικής κ.λπ.). Αλλά, στη θεωρία του ολοκληρωτικού καπιταλισμού η κατηγορία του ιμπεριαλισμού παραμένει κεντρική ενώ για τους Νέγκρι και Χαρτ αυτή η κατηγορία αποκλείεται.
ΠΣ: Η Αυτοκρατορία έχει μια “ιδιότυπη” άποψη για το ρόλο των ΗΠΑ στο νέο κόσμο. Αν έχουμε κατανοήσει σωστά, οι Νέγκρι και Χαρτ υποστηρίζουν πως δεν υπάρχει σήμερα ένα κυρίαρχο ιμπεριαλιστικό κέντρο. Πώς κρίνετε αυτή την άποψη;
Κοστάντζο Πρέβε: Όλο το βιβλίο των Νέγκρι και Χαρτ είναι οικοδομημένο στη βάση της υπόθεσης ότι δεν υπάρχει πια ένα ιμπεριαλιστικό κέντρο κυρίαρχο και συνεπώς αυτοί απορρίπτουν τη θέση της “αμερικάνικης αυτοκρατορίας” ως μοναδικής υπαρκτής δύναμης. Είμαι, προφανώς, ενάντιος στο σύνολο μιας τέτοιας υπόθεσης αλλά αυτή μας προσκαλεί πάντα, εάν θέλουμε να την απορρίψουμε, στο να ξεκαθαρίσουμε καλύτερα τη δική μας αντίληψη επί του προκειμένου. Προσωπικά, νομίζω ότι η θεωρία του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό είναι, κατά μια έννοια, πιο επίκαιρη από εκείνη του Μαρξ για τον καπιταλισμό. Φυσικά είναι επίσης κι εκείνη του Μαρξ επίκαιρη αλλά είναι δυνατόν σήμερα να τρέφουμε στρατηγικές αυταπάτες για τη δομική επαναστατική ικανότητα (και συνακόλουθα όχι μόνο για την ικανότητα αντίστασης ενάντια στην εκμετάλλευση στους τόπους δουλειάς) του προλεταριάτου και της εργατικής τάξης της φάμπρικας. Στην περίπτωση του Λένιν, αντίθετα, η κατηγορία ιμπεριαλισμός παραμένει απολύτως επίκαιρη και διαφωτιστική κι ο κοντινός (και, δυστυχώς, πιθανός) πόλεμος του Ιράκ μας τον θυμίζει συνεχώς. Παρά ταύτα, ο Λένιν ανέπτυξε τη θεωρία του στη διάρκεια του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, όταν υπήρχε ένας διπλός ανταγωνισμός, οικονομικός και στρατιωτικός, ανάμεσα σε δυνάμεις συγκρίσιμες (Αγγλία, Γερμανία, Ρωσία, ΗΠΑ κ.λπ.). Σήμερα παραμένει ο οικονομικός ανταγωνισμός ανάμεσα σε ιμπεριαλιστικές δυνάμεις αλλά δεν υπάρχει πια, για τώρα, εκείνος ο στρατιωτικός, γιατί οι ΗΠΑ διαθέτουν μια υπερέχουσα στρατιωτική ισχύ, ακόμη και πολιτισμικά κατόρθωσαν να επιβάλουν τα πρότυπα της ζωής τους (γαστρονομικά, μουσικά, ένδυσης, ερωτικά κ.λπ.) στην παγκόσμια νεολαία. Πρόκειται για ριζικούς ιστορικούς νεωτερισμούς σε σχέση με την εποχή του Λένιν.
ΠΣ: Τι σημαίνει για τους Νέγκρι και Χαρτ το νέο ιστορικό υποκείμενο που σχεδόν ανακαλείται στην ιστορική δράση από το παρελθόν; Πρόκειται για το πλήθος (multitudine) που, σύμφωνα με αυτά που γνωρίζουμε, πρωτοαναφέρθηκε από τον Σπινόζα. Τι ρόλο επιφυλάσσουν για το “πλήθος” οι συγγραφείς;
Κοστάντζο Πρέβε: Η ερώτηση θέτει το πρόβλημα του νέου κοινωνικού αντικαπιταλιστικού υποκειμένου που χαρακτηρίζει την παρούσα εποχή. Είναι καλό να καταλάβουμε αμέσως ότι η λεγόμενη “multitudine” των Νέγκρι και Χαρτ δεν είναι το κοινωνικό σύνολο όλων των καταπιεσμένων και περιθωριοποιημένων του κόσμου αλλά είναι η κοινωνική εκδήλωση της έννοιας της γενικής διανόησης (general intellect) του Μαρξ, δηλαδή ένα κοινωνικό υποκείμενο που ενσωματώνει όλες τις διανοητικές δυνάμεις, τις επιστημονικές, της νέας υλικής και άυλης εργασίας.
Δύοντας η κλασική εργατική τάξη, ο Νέγκρι υποστηρίζει το Κεφάλαιο και τα Γκρουντρίσε. Η αναφορά, ωστόσο, στον Σπινόζα είναι μονάχα τυπική και όχι σημαντική.
Από μια διαλεκτική άποψη, η θεωρία του νέου αντικαπιταλιστικού κοινωνικού υποκειμένου μπορεί να ιδωθεί τόσο σαν το μέγιστο της ρήξης με τον κλασικό μαρξισμό όσο σαν το μέγιστο της συνέχειας και της κορωνίδας του. Ας ξεκαθαρίσουμε όμως αυτό το σημείο, γιατί είναι ίσως το πλέον αποφασιστικό.
Πρόκειται για το μέγιστο της ρήξης, γιατί αυτή η νέα multitudine-general intellect έρχεται σε ρήξη αποφασιστικά με όλα τα επαναστατικά κοινωνικά υποκείμενα του κλασικού μαρξισμού (προλεταριάτο, εργατική τάξη, συμμαχία της εργατικής τάξης με τους φτωχούς αγρότες, συμμαχία της εργατικής τάξης με τη μικροαστική, τους φτωχούς αγρότες του Τρίτου Κόσμου, ιστορικό μπλοκ του Γκράμσι, νέοι, γυναίκες, φοιτητές κ.λπ.) Πρόκειται όμως για το μέγιστο της συνέχειας, γιατί το πρόβλημα του επαναστατικού υποκειμένου συνεχίζει να είναι διατυπωμένο με τρόπο κοινωνιολογικό, ως υποκείμενο που προσδιορίζεται από δομικές κοινωνικές συνιστώσες, παρά να είναι προσδιορισμένο ανθρωπολογικά, όπως εγώ πιστεύω ότι πρέπει να γίνεται, και ιδιαίτερα με αυτό τον τρόπο, δηλαδή ως ένα σύνολο αντικαπιταλιστικών συμπεριφορών που οικοδομείται διαμέσω μιας ευρείας αντίληψης κι όχι οικονομικίστικα από μια πολιτική κουλτούρα. Μ’ αυτή την έννοια, ο Νέγκρι συνεχίζει να είναι ο αρχηγός των “ιταλών εργατιστών” της δεκαετίας του ’60. Άλλαξαν τα πάντα για να μην αλλάξει τίποτε, όπως στο διήγημα του Γατόπαρδου. Πριν ήταν εργάτης-μάζα, μετά ο κοινωνικός εργάτης, τέλος η multitudine.
ΠΣ: Η άποψη των συγγραφέων ότι όλες οι κοινωνικές αντιφάσεις και ταξικές αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις “εσωτερικοποιούνται” στο κεφάλαιο, δηλαδή όλα γίνονται …κεφάλαιο, πέρα από τα πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα, εγείρει και σοβαρά φιλοσοφικά ζητήματα. Πώς βλέπετε το ζήτημα αυτό;
Κοστάντζο Πρέβε: Το ζήτημα των φιλοσοφικών προϋποθέσεων των Νέγκρι-Χαρτ είναι αλήθεια θεμελιακό. Είναι αλήθεια ότι τα πάντα “εσωτερικοποιούνται” στο Κεφάλαιο αλλά είναι επίσης αλήθεια ότι για τον Νέγκρι αυτή η “εσωτερικοποίηση” δεν οδηγεί στο καπιταλιστικό τέλος της Ιστορίας του Φουκουγιάμα αλλά σε μια κατάσταση κομμουνισμού δίχως επανάσταση. Στη θέση της επανάστασης έχουμε την εσωτερικοποίηση, είναι όμως επίσης επιβεβαίωση αυτό της επιθυμίας του πλήθους (multitudine).
Η φιλοσοφική βάση του Νέγκρι είναι η γαλλική φιλοσοφία των Φουκώ, Ντελέζ, Γκατταρί. Τέλος του υποκειμένου, τέλος του ουμανισμού, τέλος της συνείδησης. Η επιθυμία αντικαθιστά τόσο την απόλαυση όσο και τη λογική. Στο βιβλίο του ο Νέγκρι χρησιμοποιεί συνεχώς μεταφορές εκκλησιαστικές. Η επιθυμία του “πλήθους” είναι “θεοδημιουργική” δηλαδή δημιουργεί Θεό. Η οντολογία δεν είναι συνείδηση της πραγματικότητας αλλά ακριβώς παράγωγο της πραγματικότητας. Επιδιώκεται το ξεπέρασμα κάθε διάκρισης ανάμεσα σε ανθρώπινα όντα, ζώα και οργανισμούς της κυβερνητικής.
Όλα αυτά μπορεί να φαίνονται απίστευτα και πράγματι, για μένα, είναι. Αλλά υπάρχει μια λογική σ’ αυτή την τρέλα και τότε είναι η κορωνίδα και το μέγιστο σημείο μιας τάσης πολιτισμικής μεταμοντέρνας και ανορθολογιστικής, που διαρκεί εδώ και τριάντα χρόνια και η οποία θεωρεί ότι αυτό είναι το ιστορικό τίμημα που πρέπει να πληρωθεί για την πολιτική και πολιτισμική χρεοκοπία του ιστορικού κομμουνισμού του εννιακόσια και όλων των προσπαθειών να τον μεταρρυθμίσουν πριν από τη διάλυσή του, τόσο από τα δεξιά (ευρωκομμουνισμός) όσο κι από τα αριστερά (σκέψη Μάο Τσε Τουγκ). Προσωπικά πιστεύω ότι η επιτυχία ενός βιβλίου όπως Η Αυτοκρατορία δεν ανοίγει μια νέα φάση στην κριτική σκέψη αλλά, αντίθετα, την κλείνει. Αυτή τουλάχιστον είναι η δική μου ειλικρινής ελπίδα. Πρόκειται για το κλείσιμο ενός κύκλου που άνοιξε το 1968 που έγινε πιστευτό ότι θα λύσει την κρίση του μαρξισμού με δόσεις πάντα μεγαλύτερες από υποκειμενισμό και απολογία της τεχνολογίας. Εάν λαθεύω, τότε το πράγμα είναι βαρύ, γιατί οφείλουμε να υπομείνουμε ακόμη αυτό τον μακρύ ανορθολογικό υποκειμενισμό.
ΠΣ: Στη χώρα μας, μέχρι στιγμής, δεν έχει μεταφραστεί το βιβλίο των Νέγκρι και Χαρτ εκτός από ορισμένες παρουσιάσεις και περιορισμένες προδημοσιεύσεις. Ποια ήταν η υποδοχή που αντιμετώπισε στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ;
Κοστάντζο Πρέβε: Διάβασα πολλές παρουσιάσεις των Νέγκρι-Χαρτ στις κύριες γλώσσες της Ευρώπης. Γενικά η εναπομείνασα κοινότητα της μαρξιστικής διανόησης ήταν πολύ κριτική και αρνητική. Θετικές είναι, αντίθετα, οι αντιδράσεις στο περιβάλλον των λεγόμενων “κοινωνικών κέντρων” της πολιτισμικής πληροφόρησης των μεγάλων καπιταλιστικών εφημερίδων κι αυτό αποτελεί για μένα μια σαφή επιβεβαίωση του “αβλαβούς” χαρακτήρα του βιβλίου. Σε μια πραγματικότητα που κυριαρχείται από τον πιο άγριο ιμπεριαλισμό των μοντέρνων καιρών το να υπερασπίζεσαι ότι δεν υπάρχει πια ο ιμπεριαλισμός δεν μπορεί παρά να γίνεται αντικείμενο υποδοχής με πολύ χαρά και ικανοποίηση από τους ίδιους τους ιμπεριαλιστές.
ΠΣ: Η Αυτοκρατορία κυκλοφόρησε σε μια περίοδο έντονων αντιπαραθέσεων για τον προσανατολισμό του κινήματος ενάντια στην “παγκοσμιοποίηση”. Κατά τη γνώμη σας οι συγγραφείς προτείνουν κάποιο δρόμο και ποιον γι αυτό το κίνημα αλλά και γενικότερα;
Κοστάντζο Πρέβε: Δεν πιστεύω ότι το βιβλίο των Νέγκρι και Χαρτ θα έχει κάποια σημασία στο να καθορίσει τους προσανατολισμούς του λεγόμενου “κινήματος κατά της παγκοσμιοποίησης” ή το no-global. Η λογική αυτού του κινήματος θα συνεχίσει να χαρακτηρίζεται ουσιαστικά από δύο κυρίαρχα ρεύματα, πότε συγκλίνοντα και πότε αποκλίνοντα, ανάλογα με την ιστορική συγκυρία. Δηλαδή, ένα ρεύμα οπορτουνισμού και ένα επαναστατικό ρεύμα. Προσωπικά, από τη στιγμή που δεν πίστεψα ποτέ κι ούτε πιστεύω ότι αυτό το κίνημα αποτελεί το νέο παγκόσμιο αντικαπιταλιστικό υποκείμενο και νομίζω ότι όποιος το πιστεύει πέφτει σε μια τρομακτική αυταπάτη, νομίζω ότι και τα δύο ρεύματα οφείλουν ακόμη να παραμείνουν για πολύ μέσα σ’ αυτό το κίνημα. Αυτό το κίνημα αφ’ εαυτού του δεν είναι επαναστατικό και γι αυτό σκέφτομαι ότι θα ήταν λάθος να μπούμε σε μια δυναμική “απόσχισης” όπως εκείνης ανάμεσα στους μενσεβίκους και τους μπολσεβίκους της εποχής του Λένιν. Πρόκειται για ένα κίνημα ιστορικά προσωρινό και όχι στρατηγικό και γι αυτό θαρρώ ότι είναι αναγκαίο να παραμείνουμε μέσα δίχως ν’ ακολουθήσουμε ανώφελες “εκκαθαρίσεις”. Ως κίνημα ενάντια στον πόλεμο θα μπορούσε να είναι καλό και ωφέλιμο και θα ήταν ανόητο να το αγνοήσουμε.
Για μια περαιτέρω μελέτη πάνω στις θέσεις του Πρέβε για την Παγκοσμιοποίηση και τον ιμπεριαλισμό η εισήγηση του Ιταλού Φιλόσοφου και συγγραφέα Costanzo Preve, και έγινε στη Διεθνή Σύσκεψη της Πρωτοβουλίας Θεσσαλονίκη Αντίσταση 2003 (29/11, 30/11 και 1/12 2002) στο πολιτικό καφενείο

Χαρτογραφώντας τον πόλεμο της Ευρώπης ενάντια στην μετανάστευση του Philippe Rekacewicz

Χαρτογραφώντας τον πόλεμο της Ευρώπης ενάντια στην μετανάστευση

του Philippe Rekacewicz
Η Ευρώπη έχει χτίσει γύρω της ένα φρούριο για να προστατευτεί από την «παράνομη» μετανάστευση από τον Νότο, από ανθρώπους που σπεύδουν να γλιτώσουν εμφύλιους πολέμους, συγκρούσεις και υπερβολική φτώχεια. Η Ιστορία είναι πιο εύκολο να κατανοηθεί μέσω χαρτών.
 significant-60d2

Ο απαγορευμένος κόσμος

walled-world0422 (1)
Είναι περίεργο πράγμα, αυτός ο παρανοϊκός φόβος της εισβολής, αυτή η αποφασιστικότητα να προστατευτούν με κάθε κόστος από αυτά τα ανθρώπινα όντα που κάθε χρόνο αυτό-εξορίζονται από την πατρίδα τους, με προορισμό μια φανταστική Γη της Επαγγελίας στις πλούσιες χώρες. Αλλά οι πλούσιοι έχουν αποφασίσει ότι αυτά τα ανθρώπινα κύματα είναι ανεπιθύμητα.
Ενισχύουν τα σύνορα τους, ορθώνουν φράγματα, χτίζουν τείχη όλο και ψηλότερα. Μια πραγματική στρατιωτική στρατηγική για κρατήσουν τους «εισβολείς» έξω.
Σε μια προσπάθεια απομίμησης, άλλες σημαντικές χώρες όπως η Βραζιλία, η Κίνα και η Ρωσία αρχίζουν να συμμετέχουν, στήνοντας τα δικά τους «οχυρά» για να περιορίσουν την οικονομική μετανάστευση από φτωχότερες περιοχές στις δικές περιοχές ταχείας ανάπτυξης.
Τέτοια υλικά εμπόδια αποτελούν αποτελεσματικά εργαλεία για την ποινικοποίηση της μετανάστευσης, για την εμφάνιση όρων που υπο άλλες συνθήκες δε θα έπρεπε να ήταν αποδεκτοί όπως «παράνομοι μετανάστες». Κάνουν τους ανθρώπους να πιστεύουν ότι παραβαίνουν το νόμο. Με τη βοήθεια αυτών των εμποδίων, νομοθετικών και υλικών, δημιουργήσαμε μια νέα κατηγορία εγκληματία: τον μετανάστη.
Έτσι λοιπόν συγχέουμε τη διεθνή νομοθεσία και τις παγκόσμιες αξίες.

Τα τρία σύνορα της Ευρώπης
gates-of-eur4400
Αυτός ο χάρτης σχεδιάστηκε για πρώτη φορά το 2003, χάρη στη λεπτολογική δουλειά του Olivier Clochard από το ινστιτούτο Migrinter του πανεπιστημίου του Poitiers. Τον ενημερώνουμε τακτικά και δυστυχώς κάθε φορά έχουμε να προσθέσουμε περισσότερες μαύρες τελείες και να σχεδιάσουμε ακόμη μεγαλύτερους κόκκινους κύκλους.
Την 1η Ιανουαρίου 1993, ο Gerry Johnson βρέθηκε νεκρός. Πολίτης της Λιβερίας – μια χώρα που εκείνη την περίοδο καταστρεφόταν από έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο – ο Johnson είχε πεθάνει από ασφυξία σε ένα βαγόνι εμπορευμάτων στο Feldkirch της Αυστρίας. Στις 3 Οκτώβρη 2013, ένα πλοίο βυθίζεται κοντά στις ακτές της νήσου Lampedusa, με επιβάτες 500  μετανάστες, οι περισσότεροι εκ των οποίων προέρχονταν από την Ανατολική Αφρική. Μεταξύ αυτών των δύο ημερομηνιών και αυτών των δύο σημείων, περισσότεροι από 17300 μετανάστες – και αυτό είναι η ελάχιστη εκτίμηση για αυτή την άγνωστη εκατόμβη – έχουν χάσει την ζωή τους προσπαθώντας να φτάσουν στην Ευρώπη, την ήπειρο της ελευθερίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Πεθαίνουν κιόλας προσπαθώντας να φύγουν, όπως ο Marcu Omofuma, ένας νιγηριανός ο οποίος δολοφονήθηκε την 1η Μαΐου 1999 από τρεις σαδιστές αυστριακούς αστυνομικούς σε ένα αεροπλάνο της Balkan Air κατά τη διάρκεια του εξαναγκαστικού επαναπατρισμού του.

Η γεωγραφία μιας ανεπιθύμητης ανθρωπότητας

undesirables4a62
Στην Δύση βρίσκονται οι φίλοι μας, οι οποίοι είναι ευπρόσδεκτοι, είναι αυτοί με τα παχυλά πορτοφόλια. Στην Ανατολή είναι οι ανεπιθύμητοι, οι βρώμικοι, οι μικροί τύποι από ένα κόσμο πολύ φτωχό για να είναι «άξιοι» μας. Τέλεια συμμετρία, σμήνη φτωχών επιμένουν στη Δύση και σμήνη πλουσίων στην Ανατολή.
Η πολιτική γεωγραφία των Ευρωπαϊκών βίζα καταδεικνύει με ιδιαίτερη κυνικότητα την αντίληψη της Ευρώπης για τον κόσμο, ένα φειδωλό πράγμα. Κάποιος πρέπει να μου εξηγήσει τη λογική της απαίτησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι πολίτες του Κόσοβου – μιας από τις φτωχότερες χώρες της Ευρώπης – να αγοράζουν πανάκριβες βίζες έτσι ώστε να έχουν τη δυνατότητα να κινούνται μέσα τη ζώνη Σένγκεν.
Υπάρχουν πολλές μεθοδολογίες για να χωρίσεις τον κόσμο, τα εδάφη, οι περιοχές του. Είτε πρόκειται για την αρχή του έθνους-κράτους, είτε για ομάδες κρατών, είτε για κοινωνικοοικονομικούς ή πολιτικούς παράγοντες, όλα μας υπενθυμίζουν κυνικά, τι δεν θα θέλαμε να δούμε στους εαυτούς μας: την ιδιοτέλεια μας, τη βία μας. Προσποιούμαστε ότι βοηθάμε την ανάπτυξη των φτωχών χωρών, ενώ στην πραγματικότητα εξάγουμε οικονομικά μοντέλα που δε μπορούν να εφαρμοστούν.
Και στη συνέχεια επιβάλουμε στους κατοίκους τους απρόσιτες βίζες.
Και παρόλα αυτά η εξαθλιωμένη Αφρική, όπως οπουδήποτε αλλού, έχει πολιτισμό, μουσική, θέατρο. Διπλωμάτες, δασκάλους. Φοιτητές, εργαζόμενους, συγγραφείς. Όλοι είναι ανθρώπινα όντα τα οποία η Ευρώπη στέλνει πίσω συσκευασμένα σα λουκάνικα σε αεροπλάνα – όταν δεν τους στέλνει πίσω τυλιγμένους σε σάβανα – γιατί δεν κατάφεραν να αποκτήσουν μια βίζα ή πράσινη κάρτα.
 
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην αγγλική έκδοση Le Monde Diplomatique στις 16 Οκτωβρίου 2013.
Μετάφραση: Δανάη Κυρλή