Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

Συμφωνία ανταλλαγής: Χρονική μετάθεση της χρεοκοπίας με το δημόσιο σε χειρότερη θέση

Συμφωνία ανταλλαγής: Χρονική μετάθεση της χρεοκοπίας με το δημόσιο σε χειρότερη θέση

Submitted by aristeroblog on Sun, 2012-02-26 11:52
Printer-friendly versionPrinter-friendly version

Λεωνίδας Βατικιώτης

Από ανεδαφικές μέχρι αστείες είναι οι υποθέσεις επί των οποίων στηρίζεται η πρόβλεψη μείωσης του δημόσιου χρέους στο 120,5% του ΑΕΠ το 2020.

Σημαντικά αρνητική εξέλιξη, προς όφελος των δανειστών και σε βάρος του συμφέροντος της κοινωνικής πλειοψηφίας αλλά και του ευρύτερου, μακροχρόνιου δημόσιου συμφέροντος είναι η συμφωνία για την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους που υπογράφτηκε στις 21 Φεβρουαρίου στο συμβούλιο των υπουργών Οικονομικών της ευρωζώνης.

Πρόκειται για ένα συνολικό πλαίσιο που θα έχει ασύλληπτο κοινωνικό κόστος, την ίδια ώρα που οι επιπτώσεις του στην μείωση του δημόσιου χρέους θα είναι από μηδαμινές μέχρι ελάχιστες και σε καμιά περίπτωση δεν πρόκειται να οδηγήσουν το χρέος στο 120,5% του ΑΕΠ το 2020. Το χρέος θα συνεχίσει να κινείται σε ανεξέλεγκτη πορεία και το μόνο που καταφέρνει η συμφωνία ανταλλαγής είναι να μεταθέσει χρονικά την χρεοκοπία για μετά από λίγους μήνες ή έναν χρόνο, στην καλύτερη περίπτωση.

Ο κυριότερος λόγος για τον οποίο η συμφωνία ανταλλαγής στρέφεται ενάντια στα κοινωνικά συμφέροντα σχετίζεται με το νέο Μνημόνιο που τη συνοδεύει, τους όρους δηλαδή που απαίτησαν οι πιστωτές.

Οι περικοπές κοινωνικών δαπανών, οι μειώσεις σε μισθούς και συντάξεις και οι απολύσεις στο δημόσιο τομέα, μεταξύ πολλών άλλων, θα οδηγήσουν την κοινωνία στην εξαθλίωση.

Τα συμφέροντα των δανειστών θα αποκτήσουν με οργανικό τρόπο σταθερό προβάδισμα έναντι των κοινωνικών αναγκών μέσω του ειδικού κλειστού λογαριασμού που θα δημιουργηθεί, όπως με σαφήνεια αποφασίστηκε στο συμβούλιο των υπουργών.

Πρώτα θα μπαίνουν σε αυτό τον λογαριασμό τα έξοδα εξυπηρέτησης του χρέους και μετά θα πληρώνονται μισθοί, συντάξεις και έξοδα των νοσοκομείων. Εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι κατ’ αυτό τον τρόπο οι δημόσιοι υπάλληλοι θα απολύονται κατά χιλιάδες κάθε φορά που δεν βγαίνει ο λογαριασμός για την Ντόιτσε Μπανκ! Προκειμένου μάλιστα να εφαρμοστεί απαρέγκλιτα αυτός ο κανόνας θα εγκατασταθούν στην Ελλάδα στελέχη της Τρόικας (50 σύμφωνα με δημοσιεύματα), επιφορτισμένα με τον εξονυχιστικό έλεγχο των δημόσιων δαπανών.

Εν ολίγοις, καθεστώς μπανανίας και πλήρους παράδοσης στους γκαουλάιτερ των Βρυξελλών δέχθηκε να επιβληθεί στην Ελλάδα η κυβέρνηση του Λουκά Παπαδήμου.
Η αναμενόμενη μείωση του δημόσιου χρέους, ακόμη κι αν συμβεί – κάτι που αποκλείεται, θα σημάνει οπισθοδρόμηση λόγω επίσης της κατανομής των βαρών που επιλέγηκε και του συγκεκριμένου προφίλ χρέους που θα προκύψει στη συνέχεια.

Ειδικότερα στην γκιλοτίνα θα βρεθούν ομόλογα που κατέχουν οι εξής:

Πρώτο, ιδιωτικές τράπεζες και χρηματοπιστωτικά ιδρύματα του εξωτερικού, που πολύ σωστά θα επωμιστούν απώλειες οι οποίες μάλιστα είναι μικρότερες από τα κέρδη που έχουν βγάλει τόσα χρόνια απομυζώντας τους κρατικούς προϋπολογισμούς με τα τοκογλυφικά επιτόκια.

Δεύτερο, τράπεζες του εσωτερικού οι οποίες θα αποζημιωθούν με το παραπάνω καθώς θα χρηματοδοτηθούν τουλάχιστον με 50 δισ. ευρώ από τα 130 δισ. του νέου δανείου. Το 38% επομένως του νέου δανείου θα πάει στους χρεοκοπημένους τραπεζίτες (και μιλούμε μόνο για τους Έλληνες), έτσι ώστε να μείνουν λίγο καιρό ακόμη ζωντανοί, μέχρι να τους αγοράσουν οι Γερμανοί, στην επόμενη υποτροπή. Κι αυτό, τη στιγμή που η μηδενικού κόστους εθνικοποίηση των τραπεζών θα απέφερε πολύ μεγαλύτερη, σχεδόν διπλάσια, μείωση του χρέους καθώς τα κρατικά ομόλογα ύψους 55 περίπου δισ. που κατέχουν θα πέρναγαν στα χέρια του εκδότη, σβήνοντας μονομιάς ισόποσο μέρος του δημόσιου χρέους.

Τρίτο, μέρος των απωλειών θα προκύψει από την μείωση του επιτοκίου επί των διμερών διακρατικών δανείων του πρώτου «πακέτου σωτηρίας», τον Μάιο του 2010, ύψους 110 δισ. ευρώ. Η ωφέλεια ωστόσο δεν θα προκύψει από ζημιές που θα καταγράψουν οι χώρες αυτές! Η διαφορά από την μείωση του επιτοκίου στο 1,5% και το όφελος ύψους 2,8 δισ. ευρώ που θα προκύψει για το ελληνικό χρέος θα καλυφθεί από ισόποσες απώλειες επί μελλοντικών κερδών από τα ελληνικά ομόλογα που θα καταγράψει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα! Επ’ ουδενί με άλλα λόγια οι εταίροι δεν δέχτηκαν να απολέσουν αναμενόμενα έσοδα, και να θυσιάσουν τα απεχθή, τοκογλυφικά τους κέρδη.

Η τέταρτη πλευρά που θα υποστεί ζημία είναι τα αποθεματικά ασφαλιστικών ταμείων (συνολικής αξίας περί τα 22 δισ. ευρώ), επιμελητηρίων και άλλων νομικών προσώπων που έχει στη διάθεσή της η Τράπεζα της Ελλάδας και τα οποία μετέτρεπε σε κρατικά ομόλογα, συχνά εν αγνοία των κατόχων τους, όπως τώρα καταγγέλλουν, δηλώνοντας ότι θα καταφύγουν σε μηνύσεις και αγωγές κατά του κεντρικού πιστωτικού ιδρύματος!

Τέλος «κούρεμα» θα υποστούν και τα ομόλογα που είχαν αγοράσει φυσικά πρόσωπα, ανεξαρτήτως μάλιστα αξίας, μικροί και μεγάλοι αποταμιευτές δηλαδή, κρατώντας οι πρώτοι απ’ αυτούς μια δέσμευση του υπουργού Οικονομικών ότι στο μέλλον θα αποζημιωθούν. Ποιός τους παίρνει όμως πια στα σοβαρά; Συνολικά, πρόκειται για μια εντελώς μεροληπτική κατανομή βαρών στον βαθμό που τα δάνεια της Τρόικας δεν θίγονται, παρότι πρόκειται για εντελώς παράνομο δανεισμό που δεν φέρει την έγκριση της Βουλής, όπως θα έπρεπε. Αντίθετα την απομείωση πληρώνουν τα ασφαλιστικά ταμεία που στο εξής θα ανακοινώνουν την μια μετά την άλλη μείωση στις συντάξεις επικαλούμενα την αναδιάρθρωση του 2012.


Τεράστια σημασία επίσης έχει το γεγονός πως ο νέος διακρατικός πια στο μεγαλύτερο μέρος του και όχι ιδιωτικός δανεισμός, με τη βοήθεια επίσης του αγγλικού δικαίου θα είναι πολύ πιο δύσκολο να τύχει αναδιάρθρωσης σε περίπτωση που το ελληνικό δημόσιο αποφασίσει κάτι τέτοιο ή του επιβληθεί χωρίς τη θέλησή του. Η δυνατότητα διαπραγμάτευσης, ακόμη κι αυτές οι ελαστικότητες που συνόδευαν τον μέχρι σήμερα δανεισμό περιορίζονται ασφυκτικά, από τη στιγμή που το ελληνικό δημόσιο θα πρέπει να πάει στο Λονδίνο να υποστηρίξει το δίκιο του. Οι πιστωτές υπ’ αυτό το πρίσμα δέχθηκαν να χάσουν μέρος των μελλοντικών, δυνάμει κερδών τους προκειμένου να θωρακίσουν τα εναπομείναντα, αλυσοδένοντας έτσι το ελληνικό δημόσιο. Το τραγικό μάλιστα δεν είναι ότι πρόκειται για ένα θεωρητικό, απόμακρο ενδεχόμενο, αλλά για βεβαιότητα, καθώς η βόμβα του ελληνικού δημόσιου χρέους δεν απασφαλίστηκε, απλώς άλλαξε χέρια κι επιμηκύνθηκε λίγα εκατοστά το φιτίλι της.

Με βάση τους σχεδιασμούς τους το αντίτιμο για τις παραπάνω θυσίες θα είναι η μείωση του δημόσιου χρέους στο 120,5% του ΑΕΠ το 2020. Κατ’ αρχάς πρέπει να διευκρινίσουμε ότι στους Τροϊκανούς και σε όλη αυτή την συμμορία των τεχνοκρατών που τους ακολουθεί έπρεπε κανονικά δια νόμου να απαγορευτεί η διατύπωση προβλέψεων γιατί ό,τι μα ό,τι έχουν διατυπώσει ως τώρα ως πρόβλεψη έχει διαψευστεί παταγωδώς! Τελευταίο κρούσμα οι προβλέψεις τους για μείωση του ΑΕΠ το τρέχον έτος, με την ύφεση να φθάνει το – 4,4% του ΑΕΠ, σύμφωνα με τις νεότερες εκτιμήσεις, όταν μέχρι και τον περασμένο Δεκέμβριο την υπολόγιζαν στο – 2,8%. Η αποτυχία τους ωστόσο δεν είναι τεχνικής φύσης. Είναι καθαρά πολιτική. Η πρόβλεψη που κάνουν για την πορεία του δημόσιου χρέους, μετά το κούρεμα της τάξης του 53,5% θα μείνει στα χαρτιά επειδή αυτή προκύπτει δευτερογενώς. Δηλαδή αφού υπολογιστεί όχι μόνο το κούρεμα των ομολόγων, αλλά και μια πλημμυρίδα ρευστού που οσονούπω θα γεμίσει τα δημόσια ταμεία. Από πού; Μα φυσικά από τα μέτρα λιτότητας!

Τι κι αν το μοναδικό που έχει καταφέρει μέχρι το 2011η λιτότητα είναι σωρευτικές απώλειες του ΑΕΠ στο επίπεδο του 15,8%, μετατρέποντας την ελληνική κρίση σε μια από τις δραματικές οικονομικές κρίσεις του 20ου και του 21ου, όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί ο ΜαρκΟυάισμπροτ με τον Χουάν Αντόνιο Μοντεσίνο σε ένα εξαιρετικής σπουδαιότητας άρθρο για την Ελλάδα που κυκλοφόρησε την Παρασκευή και στο οποίο προκρίνεται ως μοναδική λύση η μονομερής παύση πληρωμών και η έξοδος από το ευρώ;

Κλείνοντας τα μάτια στην μέχρι τώρα πραγματικότητα η κυβέρνηση του δοτού πρωθυπουργού Παπαδήμου και η Τρόικα δηλώνουν βέβαιοι ότι το 2012 το πρωτογενές έλλειμμα (δημόσιες δαπάνες μείον δημόσια έσοδα, χωρίς να υπολογίζονται οι δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους) θα φτάσει το 1% του ΑΕΠ, το 2013 θα γίνει πλεόνασμα της τάξης του 1,8% του ΑΕΠ, από το 2014 έως το 2017 το πρωτογενές πλεόνασμα θα ανέρχεται στο 4,5% του ΑΕΠ και από το 2018 έως το 2020 το πρωτογενές πλεόνασμα θα ανέρχεται τουλάχιστον στο 4,2-4,3% του ΑΕΠ. Η δε οικονομία από το 2014 έως το 2020 θα αυξάνεται με μέσο ετήσιο ρυθμό 2,6%. Μερικές χρονιές δηλαδή το προϊόν θα αυξάνεται ακόμη και περισσότερο!

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αυτές οι προβλέψεις είναι για τα σκουπίδια. Θα ανατραπούν εκ βάθρων εντός ολίγων μηνών και γι’ αυτό το λόγο ήδη άρχισαν τα όργανα για την εφαρμογή νέων αντιλαϊκών μέτρων τον Μάρτιο κιόλας, με πρόφαση τις αστοχίες του προϋπολογισμού του 2011 και του τρέχοντος έτους, κι ας μην έχουν συμπληρωθεί ακόμη ούτε δύο μήνες από την υλοποίησή του!!! Στη θέση αυτών των υπολογισμών, που προσβάλουν την νοημοσύνη μας, ας κρατήσουμε την μυστική έκθεση της Τρόικας που δόθηκε στη δημοσιότητα από τους βρετανικούς ΦαϊνάνσιαλΤάιμςκαι στην οποία αναφέρεται ότι με βάση τα δικά τους σενάρια το 2020 το χρέος θα βρίσκεται στο 160% του ΑΕΠ(στο σημείο δηλαδή που βρίσκεται και σήμερα) και πως μέχρι τότε θα χρειασθεί ένα επιπλέον, τρίτο μνημόνιο αξίας 110 δις. ευρώ για να μειωθεί το χρέος στο 117% το 2030!!!


Ας μην κοροϊδευόμαστε. Σε συνεννόηση με τους πιστωτές δεν υπάρχει καμία λύση όχι μόνο φιλολαϊκή, αλλά ούτε καν διαχείρισης του προβλήματος του δημόσιου χρέους. Μόνη λύση είναι η ανατροπή της επίθεσης του κεφαλαίου, η μονομερής παύση πληρωμή του χρέους και η έξοδος από το ευρώ και την ΕΕ. Με κάθε άλλη λύση επιστρέφουμε από ‘κει που ξεκινήσαμε με πολύ χειρότερους όρους.

πηγή: ΠΡΙΝ 25/2/12
Σύντομη Περιγραφή:
Λεωνίδας Βατικιώτης
Από ανεδαφικές μέχρι αστείες είναι οι υποθέσεις επί των οποίων στηρίζεται η πρόβλεψη μείωσης του δημόσιου χρέους στο 120,5% του ΑΕΠ το 2020.Ο κυριότερος λόγος για τον οποίο η συμφωνία ανταλλαγής στρέφεται ενάντια στα κοινωνικά συμφέροντα σχετίζεται με το νέο Μνημόνιο που τη συνοδεύει, τους όρους δηλαδή που απαίτησαν οι πιστωτές.

Το μέλλον μας είναι η δραχμή όσο και αν την ξορκίζουμε... του Κ.Λαμπαβίτσα

Το μέλλον μας είναι η δραχμή όσο και αν την ξορκίζουμε...


Αναδημοσίευση συνέντευξης στον Σπύρο Αλεξίου, εφημερίδα "Ισοτιμία" 26/2/2012



Το τελευταίο Μνημόνιο δεν φαίνεται να έχει πείσει τις αγορές, τους επενδυτές, ούτε καν αυτούς που το υπέγραψαν. Πιστεύετε ότι το νέο σχέδιο διάσωσης μπορεί να βγάλει την Ελλάδα από την τροχιά της κατάρρευσης;

΄Οχι. Δεν νομίζω ότι θα συμβεί κάτι τέτοιο. Θα δούμε στην πράξη πού θα καταλήξει τo PSI, κι αν θα κατορθώσει η χώρα να αποφύγει και την τεχνική αθέτηση πληρωμών. Δεν είναι διόλου σίγουρο ότι δεν θα γίνει κάτι τέτοιο. Αλλά, και με τις καλύτερες προοπτικές, το Μνημόνιο θα οδηγήσει το χρέος στο 120% το 2020. Οι υποθέσεις που έχουν γίνει για να φτάσει εκεί είναι τόσο ακραίες, και είναι τόσο πολλές οι αστάθμητες μεταβλητές, ώστε είναι πολύ πιθανό το χρέος να εκτραπεί, και να φτάσει στο 160% το 2020.
Αλλά, ακόμα και στο 120% να είναι το χρέος, παραμένει μη βιώσιμο. Διότι, πρώτον, μια οικονομία του μεγέθους της ελληνικής δεν μπορεί να αντέξει χρέος τέτοιου ύψους. Και, δεύτερον, το χρέος στο 120% κατά το 2020, θα το κατέχει ο επίσημος δανειστής, ο οποίος θα έχει και προτεραιότητα στην αποπληρωμή του. Ως εκ τούτου, η Ελλάδα δεν θα μπορεί να επιστρέψει στις αγορές, γιατί ποιος ιδιώτης δανειστής θα αγοράσει κρατικά χαρτιά, όταν ξέρει ότι θα έχει προτεραιότητα κάποιος άλλος; Όταν μάλιστα το χρέος θα προσεγγίζει τα 250 δισ.;
Άρα, θα χρειαστεί και πάλι αναδιάρθρωση, η οποία θα είναι πιο δύσκολη, καθώς θα είναι ο επίσημος δανειστής μέσα. Επίσης, εξίσου σημαντικό είναι ότι τα μέτρα που συνοδεύουν το PSI είναι εντελώς απίθανο να φέρουν αποτέλεσμα. Πρώτον, διότι όσον αφορά τη σταθεροποίηση, επιβάλλουν λιτότητα πάνω στη λιτότητα, οπότε οι συνθήκες θα γίνουν ακόμη δυσκολότερες για την οικονομία. Η συρρίκνωση φέτος θα είναι επίσης πολύ μεγάλη, κάτι που θα συνεχιστεί. Πρόκειται λοιπόν για μέτρα παράλογα.
Πέραν αυτού, τα αναπτυξιακά μέτρα που περιλαμβάνονται, όπως η απελευθέρωση των επαγγελμάτων και η συντριβή του εργατικού εισοδήματος, δεν είναι δυνατό να οδηγήσουν σε ταχύρρυθμη ανάπτυξη.
Όλες αυτές οι απιθανολογίες είναι πρωτόλεια επιχειρήματα σπουδαστών προπτυχιακών στα Οικονομικά. Είναι αδύνατον να οδηγήσουν σε συστηματική ανάπτυξη. Οι υποθέσεις εργασίας, που γίνονται από όσους κατάρτισαν το Μνημόνιο, φαίνεται να δείχνουν ότι, με τις ευνοϊκότερες προοπτικές, η ανάπτυξη που θα πετύχει η Ελλάδα θα είναι, μέχρι το 2020, της τάξεως του 2,5%. Αυτό το ποσοστό δεν μεταφράζεται σε ανάπτυξη που μπορεί να έχει θετικά αποτελέσματα για τη χώρα.


Πολλοί πιστεύουν ότι, παρά την κοινωνική αγριότητα του σημερινού Μνημονίου, οι εκλογές στη Γαλλία θα φέρουν ανατροπές στη διεθνή σκηνή, και θα επιτρέψουν στο μέλλον άμβλυνση των σκληρών μέτρων. Η έλευση του Ολάντ στην εξουσία μπορεί να αλλάξει τους συσχετισμούς στην Ευρώπη, αλλά και το μέλλον της Ελλάδας;

Είναι βέβαιο ότι, αν αλλάξει το πολιτικό προσωπικό, θα αλλάξουν και επιμέρους πολιτικές και αποφάσεις. Δεν θα είναι ίδιος ο Ολάντ με τον Σαρκοζί. Αυτό είναι δεδομένο. Αλλά δεν πιστεύω ότι ο Ολάντ, ο ίδιος, είναι κάποια σοβαρή ριζοσπαστική προσωπικότητα. Όσοι γνωρίζουν τη γαλλική πολιτική, το βεβαιώνουν σε όλους τους τόνους. Αλλά το σημαντικότερο είναι ότι δεν φέρουν πρωτίστως τα πρόσωπα την ευθύνη για ό,τι γίνεται σήμερα. Δεν είναι δηλαδή οι πολιτικές πεποιθήσεις της Μέρκελ και του Σαρκοζί, αλλά οι δομικές σχέσεις του ίδιου του ευρώ και της
Ευρωπαϊκής Ένωσης, το πρόβλημα. Οι οποίες δεν πρόκειται να αλλάξουν, επειδή θα εκλεγεί ο Ολάντ πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας.


Οι Γερμανοί κάνουν τη διάκριση ανάμεσα στην τραπεζική κρίση, που προκλήθηκε από ανεύθυνους τραπεζίτες, οι οποίοι άφησαν ανεξέλεγκτη την κερδοσκοπία, και στην κρίση χρέους που προκλήθηκε από ανεύθυνες μεσογειακές κυβερνήσεις που άφησαν ανεξέλεγκτα τα χρέη. Είναι ορθός ο διαχωρισμός αυτός;

Είναι λάθος μια τέτοια διάγνωση. Βεβαίως, η κρίση δεν έχει ακριβώς τα ίδια χαρακτηριστικά σε όλες τις χώρες της περιφέρειας. Για παράδειγμα, το ισπανικό κράτος ήταν συντηρητικότερο του γερμανικού και όσον αφορά στα ελλείμματα του προϋπολογισμού, και όσον αφορά στη συσσώρευση δημοσίου χρέους. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για σπάταλο και «άμυαλο» κράτος. Το ίδιο ισχύει και για την Πορτογαλία. Και τα δύο αυτά κράτη ανήκουν στην ευρωπαϊκή περιφέρεια. Και τα δύο βρίσκονται στη δίνη της κρίσης. Η κρίση έχει κοινά αίτια, που έχουν να κάνουν με την
παγκόσμια κρίση που ξέσπασε το 2007-2008, η οποία πέρασε στην Ευρώπη, με χαρακτηριστικό τρόπο, λόγω των ιδιαίτερων δομών του ευρώ. Για λόγους δομικούς του ευρώ, προϋπήρχε η συσσώρευση ιδιωτικού και δημόσιου χρέους σε πολλά κράτη της περιφέρειας. Η κρίση, που ενέσκηψε το 2008, κατάφερε το καίριο πλήγμα, εμφανίστηκε δε με διαφορετικό τρόπο σε κάθε κράτος, λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του. Τα αίτια, όπως και η βασική διαδικασία, είναι παρόμοια. Δεν είναι τυχαίο ότι η κρίση εμφανίζεται σε όλες τις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας. Και οφείλεται στη δομή του ευρώ.

Ποιο είναι, λοιπόν, αυτό το δομικό πρόβλημα του ευρώ;

Καταρχήν, το ευρώ διαμεσολάβησε την παγκόσμια κρίση στην Ευρώπη. Το ευρώ είναι ένας μηχανισμός, που φτιάχτηκε για να δημιουργήσει ένα χρήμα παγκόσμιας εμβέλειας. Ένα χρήμα, που θα είναι παγκόσμιο αποθεματικό νόμισμα. Το χρήμα αυτό υπήρχαν τρεις προϋποθέσεις για να γίνει: η κοινή νομισματική πολιτική, το κοινό τραπεζικό πεδίο (αν και οι τράπεζες παρέμειναν υπό εθνικό καθεστώς) και, φυσικά, η δημοσιονομική πειθαρχία, η οποία επιβλήθηκε μέσω του Συμφώνου Σταθερότητας. Μέσα σ΄ αυτό το πλαίσιο, η οικονομική ευλυγισία προήλθε από την αγορά
εργασίας, δηλαδή από τις πιέσεις που ασκήθηκαν σ΄ αυτήν. Σ΄ αυτό το σημείο οι χώρες της περιφέρειας έπεσαν σε παγίδα: από τη στιγμή που η Γερμανία επέβαλε για δύο δεκαετίες πάγωμα του εργατικού κόστους, με μεθόδους πολύ αυστηρές, οι χώρες της περιφέρειας σταδιακά έχασαν σε ανταγωνιστικότητα. Έχουμε, δηλαδή, δομικά αίτια στα οποία οφείλεται η απώλεια της ανταγωνιστικότητας. Αυτό είναι η αφετηρία του προβλήματος. Διότι η απώλεια της ανταγωνιστικότητας έφερε τα μεγάλα ελλείμματα που χρηματοδοτήθηκαν με χαμηλές πιστώσεις. Και οδηγηθήκαμε στη
μεγάλη συσσώρευση χρέους. Όταν, λοιπόν, έφτασε η κρίση του 2007-2008, αποκαλύφθηκαν οι δομικές αδυναμίες και άρχισε να ξεδιπλώνεται το πρόβλημα.

Για σας αποτελεί μονόδρομο η επιστροφή στη δραχμή; Αν οι πλούσιες χώρες δέχονταν την ανακύκλωση των πλεονασμάτων τους, μέσω επενδύσεων και όχι μέσω δανεισμού, θα άλλαζαν οι ευρωπαϊκές προοπτικές της χώρας;

Αν αυτή τη στιγμή γινόταν κάποιο θαύμα και οι χώρες του πυρήνα αποδέχονταν την ουσιαστική διαγραφή του ελληνικού χρέους, δηλαδή να διαγραφούν 150 με 200 δισ. ευρώ, για παράδειγμα, και ταυτόχρονα υπήρχε ένα είδος σχεδίου Μάρσαλ, με ροή κεφαλαίων στην Ελλάδα και γινόταν μεταβίβαση τεχνολογίας και δεξιοτήτων, τότε θα μπορούσε όντως η χώρα μας να βρει μια καινούργια ισορροπία μέσα στο σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και να επιβιώσει. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει. Αλλά συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο, κι αυτό δεν είναι τυχαίο. Έχει να κάνει με τις
δομές. Είναι το πρώτο πράγμα, που δεν θα μπορούσε να γίνει. Η ιδέα ότι θα μπορούσαμε να έχουμε ένα σχέδιο Μάρσαλ και από κοινού αντιμετώπιση της κρίσης, συναινετικά, πηγάζει από τις αρχές του ευρωπαϊσμού, οι οποίες πλαισίωσαν το ευρωπαϊκό νόμισμα. Οι οποίες όμως αποδείχτηκε ότι αποτελούν γράμμα κενό. Αποτελούν ιδεολόγημα. Άλλος είναι ο πυρήνας του ευρώ, όπως σαφώς αποκαλύπτουν αυτά που γίνονται. Με βάση λοιπόν την πολιτική που περιγράψαμε στην αρχή, η Ελλάδα μέσα στο ευρώ δεν μπορεί να επιβιώσει. Θα έχει μπροστά της χρόνια μαρασμού και κατάπτωσης, αν συνεχίσει να παραμένει στο ευρώ. Κάποια στιγμή η συρρίκνωση θα σταματήσει. Αλλά δεν θα ακολουθήσει η ανάπτυξη.


Σύμφωνα με μελέτη της Bank of America Merrill Lynch, οι παλαιότερες υποτιμήσεις της δραχμής είχαν κατά μέσο όρο αρνητική –και όχι θετική- επίπτωση στην ανάπτυξη, της τάξης του 0,6% σε ορίζοντα πενταετίας. Τι σας κάνει να πιστεύετε ότι αυτή τη φορά τα πράγματα θα είναι διαφορετικά;

Καταρχήν, δεν εμπιστεύομαι τις εκτιμήσεις που γίνονται από τις τράπεζες. Ας μην υπολογίσουμε τις μεγάλες υποτιμήσεις της δραχμής. Και μόνο η σταδιακή της διολίσθηση, για πολλές δεκαετίες, ήταν ο ουσιαστικότερος λόγος, για τον οποίο δεν εκτοξεύθηκε στα ύψη το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών στο παρελθόν. Λειτούργησε σαν βαλβίδα εκτόνωσης για το σύστημα. Τώρα, με νομισματικά γεγονότα τέτοιου μεγέθους, όπως η αλλαγή του νομισματικού κανόνα, η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η ανάκαμψη ακολουθεί, κατά κανόνα, γρήγορα. Στην Αργεντινή, για παράδειγμα, ήρθε η ανάκαμψη σε τρεις μήνες. Από χαμηλή βάση, βέβαια. Δεν βλέπω τον λόγο, να μην γίνει το ίδιο και στην Ελλάδα.


Με την έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωζώνη θα χρεοκοπήσουν χιλιάδες επιχειρήσεις, αλλά και όλες οι τράπεζές μας. Πόσα χρόνια πιστεύετε ότι θα χρειαστεί η χώρα για να ξεπεράσει αυτό το σοκ, και να δημιουργήσει από την αρχή τις βασικές οικονομικές δομές, ώστε να είναι σε θέση να απολαύσει αυτές τις ευεργετικές επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα;

Το πρόβλημα των τραπεζών τίθεται με διαφορετικό τρόπο, απ΄ ό,τι εκείνο των επιχειρήσεων. Αλλά και διαφορετικά αυτό των επιχειρήσεων, που έχουν ανοίγματα στο εσωτερικό, σε σχέση με εκείνο όσων έχουν διεθνή ανοίγματα. Πρέπει λοιπόν να γίνει μια ιεράρχηση. Το πρόβλημα αναχρηματοδότησης των τραπεζών θα προκύψει με αφορμή όχι την έξοδο από το ευρώ, αλλά το δημόσιο χρέος. Οι τράπεζες έχουν κεφαλαιακό πρόβλημα, επειδή έχουν μεγάλο ποσό δημοσίου χρέους. Και επίσης έχουν σημαντικές επισφάλειες, λόγω της ύφεσης. Η αντιμετώπιση του ζητήματος αυτού
σήμερα γίνεται τελείως εσφαλμένα, διότι θα δανειστεί ο ελληνικός λαός 30 ως 50 δισ. ευρώ, τα οποία θα διατεθούν στις τράπεζες, χωρίς να υπάρχει κανένας δημόσιος έλεγχος για τα χρήματα αυτά.
Η απάντηση, σχετικά με το πρόβλημα των τραπεζών, σε περίπτωση εξόδου από το ευρώ, είναι: να αποκτήσουν δημόσιο περιεχόμενο. Δηλαδή να μην παρέχεται μόνο δημόσιο χρήμα, αλλά να ασκείται και δημόσιος έλεγχος. Μπορεί να μην χρειαστεί να χορηγηθεί δημόσιο χρήμα, γιατί δεν θα είναι εύκολο, αλλά να γίνει επιμήκυνση των δημοσίων χρεών, να μην χρεοκοπήσει το Δημόσιο ως προς τις τράπεζες. Και να παραταθεί ο δανεισμός τους, ώστε να επιβιώσουν υπό κρατική ιδιοκτησία.
Το πρόβλημα των τραπεζών θα αφορά, επίσης, σε μεγάλο βαθμό τη ρευστότητα. Θα πρέπει να ανασυνταχθεί η Κεντρική Τράπεζα, προκειμένου να μπορεί να τους παρέχει ρευστότητα. Όσον αφορά στα πιστωτικά ιδρύματα, επομένως, απαιτείται άμεση παρέμβαση. Και υπάρχει η δυνατότητα το πρόβλημα να αντιμετωπιστεί, εφόσον το κράτος παρέμβει άμεσα και τις ανασυντάξει.
Το ζήτημα των επιχειρήσεων τίθεται διαφορετικά. Όσες έχουν πιστωτικό άνοιγμα στην εγχώρια αγορά, θα καταφέρουν να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα, επειδή τα χρέη θα μετατραπούν στο νέο νόμισμα, και θα μπορούν να λαμβάνουν ρευστότητα από τις τράπεζες. Το πρόβλημα, που θα έχουν οι επιχειρήσεις αυτές, θα έχει να κάνει με τις πληρωμές στην αγορά. Στο θέμα αυτό θα απαιτηθεί παρέμβαση των τραπεζών, που θα βρίσκονται υπό κρατική εποπτεία, ώστε να δοθεί παράταση στις πιστώσεις. Να παραταθεί ο χρόνος των πληρωμών, ώστε οι υγιείς επιχειρήσεις να μην
καταρρεύσουν, για λόγους για τους οποίους δεν θα ευθύνονται.
Για τις επιχειρήσεις, που έχουν άνοιγμα στο εξωτερικό, τα πράγματα θα είναι πιο δύσκολα. Γιατί ο δανεισμός σε ευρώ, δεν θα μπορεί εύκολα να αντιμετωπιστεί. Εκεί θα χρειαστεί συντονισμένη παρέμβαση. Καταρχήν, οι επιχειρήσεις αυτές γνωρίζουν ήδη τον κίνδυνο που υπάρχει, και έχουν αρχίσει να λαμβάνουν μέτρα αμυντικά, στο ενδεχόμενο εξόδου από το ευρώ. Δεν το κάνουν αυτό μόνο οι ελληνικές, αλλά και άλλες επιχειρήσεις. Αν επέλθει μεταβολή του νομισματικού κανόνα, θα πρέπει οι επιχειρήσεις που είναι εκτεθειμένες σε ευρώ, να εισέλθουν σε μια
διαδικασία αναδιαπραγμάτευσης των χρεών τους με τις ξένες τράπεζες. Ίσως απαιτηθούν ως προς αυτό νέες κρατικές εγγυήσεις. Θα σημειωθούν ασφαλώς και απώλειες. Λυπάμαι που το λέω, αλλά είναι ένα τίμημα που θα καταβάλλει η χώρα, για να βγει από την παγίδα, στην οποία βρίσκεται. Το πρόβλημα όμως αυτό είναι αντιμετωπίσιμο. Γιατί, ταυτόχρονα, θα δημιουργηθούν νέες συνθήκες, ευνοϊκότερες για τη δραστηριότητα των επιχειρήσεων και τη λειτουργία τους στη νέα κατάσταση, που θα δημιουργήσει η αποχώρησή μας από το ευρώ.


Η Ελλάδα εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές, για να καλύψει τις ανάγκες της σε καύσιμα, αλλά και σε βασικά είδη διατροφής. Ως υπέρμαχος της δραχμής, πώς προτείνετε να αντιμετωπιστούν οι γενικευμένες ελλείψεις αλλά και η απογείωση των τιμών στα είδη αυτά, στο ενδεχόμενο εξόδου από το ευρώ;

Το πρόβλημα αυτό δεν είναι διόλου απλό. Ίσως είναι το σημαντικότερο, που θα αντιμετωπίσει η χώρα. Μεσοπρόθεσμα, αυτή η αλλαγή θα επαναφέρει μια ισορροπία. Θα αναπτυχθεί η εγχώρια αγορά και θα επιτευχθεί ισορροπία στις διεθνείς εμπορικές σχέσεις. Βραχυπρόθεσμα, όμως, τα πράγματα θα είναι δύσκολα και θα απαιτηθεί συντονισμένη προσπάθεια κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών μηχανισμών, ώστε να ελεγχθεί η κατάσταση. Τα πράγματα σ΄ αυτό το θέμα είναι δύσκολα, αλλά ξεκάθαρα: θα χρειαστεί εξορθολογισμός και έλεγχος της κατανάλωσης. Είναι το
πρώτο που θα πρέπει να γίνει, προκειμένου να μην οδηγηθούμε σε συνθήκες χάους. Γιατί, σας επαναλαμβάνω, οδηγούμαστε προς την έξοδο, οδηγούμαστε προς μια κατάσταση κατάρρευσης.
Προκειμένου να αποτραπεί το χάος, θα πρέπει να υπάρξει προετοιμασία και να αντιμετωπιστεί ένα τέτοιο γεγονός με οργανωμένες δομές αλλά και με ιεράρχηση της κατανάλωσης. Θα πρέπει, δηλαδή, οι επιχειρήσεις να πάρουν εκείνα που χρειάζονται. Όπως θα πρέπει τα πιο αδύναμα στρώματα του πληθυσμού και τα παιδιά να πάρουν ό,τι έχουν ανάγκη, ώστε να ζήσουν το πρώτο διάστημα, κατά το στάδιο αναδιάρθρωσης της παραγωγής.

Εννοείτε ότι θα διανέμονται τα τρόφιμα και τα καύσιμα με το δελτίο σε μια κοινωνία βαθιά καταναλωτική, όπως η ελληνική; Στην 27η πλουσιότερη χώρα του κόσμου;

Θα χρειαστεί να ληφθούν και διοικητικά μέτρα. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Να ελεγχθούν η κατανάλωση και η παροχή πρώτων υλών, καθώς και η πρόσβαση σε βασικά αγαθά και προϊόντα, τα οποία χρειάζονται οι επιχειρήσεις και τα άτομα. Στην ενέργεια καλύπτονται οι ανάγκες της χώρας. Όχι όμως στο πετρέλαιο, όπου θα χρειαστεί ιεράρχηση: Ποιος θα παίρνει βενζίνη στην αρχή και ποιος όχι. Θα χρειαστεί, επίσης, να κλειστούν διακρατικές συμφωνίες, ώστε να διασφαλισθούν αυτοί οι πόροι. Οπωσδήποτε δε θα απαιτηθεί μια ιεράρχηση στην κατανάλωση των πόρων. Θα
χρειαστεί ο κόσμος να βρει κάποιον τρόπο για να μετακινείται από και προς την εργασία του, καθόσον τα αποθέματα καυσίμων θα είναι περιορισμένα. Δεν θα πρόκειται για μια εύκολη περίοδο. Κανείς δεν υποστηρίζει κάτι τέτοιο. Αλλά, εάν γίνει αυτή η μεταβολή, και μπούμε σ΄ αυτή τη διαδικασία, η ανάκαμψη είναι υπόθεση μηνών.

Το πρόβλημα όμως είναι ποιο πολιτικό δυναμικό και ποια στελέχη μπορούν να αναλάβουν ένα τέτοιο εγχείρημα. Μήπως εκείνοι που μας έφεραν σ΄ αυτό το σημείο; Δεν είναι σε θέση να πάρουν τις επιδοτήσεις. Πόσο μάλλον να διαχειριστούν μια κρίση τέτοιου επιπέδου...

Έχετε δίκιο σ΄ αυτό που λέτε. Αυτό το πρόβλημα είναι υπαρκτό. Σας επαναλαμβάνω όμως: υπάρχει κίνδυνος να φτάσουμε σ΄ αυτό το σημείο ασύντακτα και ανοργάνωτα. Γιατί οι συνθήκες επιδεινώνονται όλο και περισσότερο. Υπάρχει περίπτωση να φτάσουμε σ΄ αυτή την κατάσταση, χωρίς να έχει γίνει η παραμικρή προετοιμασία. Κι αυτό είναι επικίνδυνο. Τώρα ποιος θα αναλάβει να φέρει εις πέρας το εγχείρημα της ανασυγκρότησης, είναι επίσης ένα ζήτημα, Θα απαιτηθεί κοινωνική και πολιτική κινητοποίηση. Θα χρειαστούμε νέες πολιτικές δυνάμεις. Όπως και την
κινητοποίηση του ευρύτερου λαϊκού, κοινωνικού και εργατικού δυναμικού.


Τι χρονικό περιθώριο δίνετε στην κατάσταση χάους, και τι στην ανασυγκρότηση της οικονομίας, αν πάμε στη δραχμή είτε οργανωμένα με δική μας επιλογή, είτε ασύντακτα αν οι δανειστές μας δείξουν την έξοδο;

Η περίοδος χάους συναρτάται με το πόσο προετοιμασμένοι θα είμαστε. Αν έχει γίνει μια στοιχειώδης προετοιμασία, το χάος μπορεί να περιοριστεί. Ακόμη και να αποτραπεί, και να βιώσουμε μόνο μια περίοδο έντονης αναταραχής. Αν φτάσουμε εκεί, όμως, ξορκίζοντας το κακό, όπως κάνουμε σήμερα, τότε πιθανόν η περίοδος χάους να διαρκέσει περισσότερο. Διαπιστώνω εντούτοις ότι υπάρχει ένας δυναμισμός στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Το παρατηρεί κανείς, στην αντίδραση που είχαν αναφορικά με τις εξαγωγές. Αν αλλάξει ο νομισματικός κανόνας, οι
μικρομεσαίες επιχειρήσεις θα αντιδράσουν γρήγορα, για να ανακτήσουν την εγχώρια αγορά. Άρα, είναι λογικό να περιμένουμε την ανάκαμψη μέσα σε διάστημα μηνών. Δεν εννοώ ότι θα μπούμε σε ταχεία ανάπτυξη. Αλλά θα έχουμε πιάσει το κατώτατο σημείο και θα αρχίσει η άνοδος.

Φαντάζομαι ότι θα απαιτηθεί χρόνος για να μετατοπιστεί εργατικό δυναμικό από τις υπηρεσίες στον πρωτογενή τομέα. Να εκπαιδευθούν, να φυτέψουν, να παραγάγουν, ούτως ώστε να γεμίσει η αγορά με ελληνικά αγροτικά προϊόντα, καθώς τώρα λειτουργεί με εισαγόμενα που θα εξαφανιστούν. Θα είναι τέτοιου μεγέθους η απαραίτητη ανασυγκρότηση;

Αυτό που αναφέρετε είναι πολυετής διαδικασία. Και θα πρέπει στην Ελλάδα να γίνει αναδιάρθρωση του παραγωγικού δυναμικού. Να ξανασχεδιαστούν οι αναλογίες, ανάμεσα στις υπηρεσίες, στον πρωτογενή τομέα και στη βιομηχανία. Όπως και μέσα στις υπηρεσίες. Γιατί οι υπηρεσίες, τα χρόνια που πέρασαν, ήταν χαμηλής ποιότητας. Όλα αυτά πρέπει να γίνουν, αλλά απαιτείται πολύς χρόνος. Και χρειάζεται να σχεδιαστεί βιομηχανική πολιτική με την ευρύτερη έννοια. Κάτι τέτοιο είναι υπόθεση ετών. Δεν έρχεται αυτομάτως με την αλλαγή του νομίσματος και την
υποτίμηση. Η βραχυπρόθεσμη αλλαγή μπορεί να γίνει ταχύτατα με ό,τι υπάρχει. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις να παράγουν τα προϊόντα, που δεν μπορούν να έρχονται από το εξωτερικό.


Ποιοι τομείς μπορούν να λειτουργήσουν ως ατμομηχανή σ΄ αυτή την ανάκαμψη της οικονομίας;

Λέγονται πολλά και εύκολα για την ελληνική οικονομία. Προφανώς, έχουμε ορισμένα πλεονεκτήματα στην παραγωγή ενέργειας, καθαρής ενέργειας, στη ναυτιλία. Αυτά είναι τα προφανή. Η σύνθεση, όμως, των ελληνικών εξαγωγών, αν τη συγκρίνουμε με εκείνη των τουρκικών εξαγωγών, για παράδειγμα, που είναι υψηλές τα τελευταία χρόνια, παραμένει πολύ καλύτερη, όσον αφορά σε προϊόντα υψηλής τεχνολογίας. Η Ελλάδα δεν είναι, δηλαδή, αυτό που έχουν κατά νουν πολλοί. Έχει αξιόλογο δυναμικό και τρόπους να παράγει προϊόντα υψηλής τεχνολογίας. Διότι έχει
εκπαιδευμένα άτομα, όπως και σημαντικούς μηχανισμούς, που συμμετέχουν σ΄ αυτό το γίγνεσθαι. Αλλά, τα τελευταία χρόνια, υπάρχει η λογική να εμπιστευόμαστε τις δυνάμεις της αγοράς. Αυτό μόνο δεν είναι αρκετό. Μπορεί η χώρα να εισέλθει και σ΄ αυτούς τους τομείς, γιατί έχει καταρτισμένο προσωπικό.


Υπάρχουν σήμερα ορισμένοι οικονομολόγοι που λένε ότι είναι καλύτερο, για όλους αυτούς τους λόγους, να χρεοκοπήσουμε εντός του ευρώ, και να αφήσουμε τους Ευρωπαίους να δώσουν τη λύση και να οργανώσουν την ανασυγκρότησή μας, αντί να καταρρεύσουμε μόνοι μας εκτός ευρώ.

Η Ελλάδα δεν θα αποκομίσει οφέλη, αν παραμείνει στη Νομισματική Ένωση και προχωρήσει σε αθέτηση πληρωμών. Αλλά ούτε ισχύ θα αντλήσει από τη συμμετοχή της στα κοινοτικά όργανα. γιατί θα είναι ο παρίας της Ευρώπης. Είναι ήδη παρίας, αλλά αυτό θα επιδεινωθεί ακόμη περισσότερο. Θα συνεχίσει δε να δέχεται την πίεση του ευρώ. Δεν θα έχει τα οφέλη που θα προκύψουν από την αλλαγή του νομίσματος και των εργαλείων νομισματικής πολιτικής. Η αλλαγή των κοινωνιών γίνεται με δικές τους δυνάμεις, από τις ίδιες. Το να περιμένουμε άλλοι, από έξω, να έρθουν να
μας σώσουν, είναι σφάλμα. Δεν θα το κάνουν ποτέ με όρους ευνοϊκούς για μας.

Σύμφωνα με τις τελευταίες φήμες η Γερμανία σχεδιάζει μετά τις γαλλικές εκλογές την αποβολή της Ελλάδας και της Πορτογαλίας από το ευρώ. Τον «καυτηριασμό του προβλήματος» όπως λένε στη Φρανκφούρτη, για να σωθούν οι υπόλοιποι. Πρόκειται για την περίφημη διαμάχη μεταξύ Μέρκελ και Σόιμπλε. Αυτό το σχέδιο μπορεί να πετύχει;

Είμαι βέβαιος ότι οι χώρες του πυρήνα έχουν μετανιώσει πολύ πικρά, επειδή δέχτηκαν στο ευρώ πολλές χώρες της περιφέρειας, όπως η Ελλάδα και η Πορτογαλία. Έχουν μετανιώσει, ίσως, και επειδή δέχτηκαν την Ιταλία και την Ισπανία. Τα προβλήματα αυτών των χωρών είναι πολύ μεγάλα, και αντιλαμβάνονται ότι δεν είναι αντιμετωπίσιμα. Εδώ και πολύ καιρό δείχνουν ότι θα ήθελαν να φύγουν και η Ελλάδα και η Πορτογαλία. Αν κάτι τέτοιο μπορούσε να γίνει χωρίς παράπλευρο κόστος, θα το είχαν κάνει προ πολλού. Αλλά το παράπλευρο κόστος και σήμερα παραμένει
υψηλότατο. Το ρίσκο είναι πολύ μεγάλο. Αν μια χώρα εγκαταλείψει το ευρώ και προχωρήσει σε αθέτηση πληρωμών (ή αν αυτό γίνει από δύο χώρες), τότε μπορεί να ακολουθήσει και τρίτη χώρα. Το άμεσο επακόλουθο θα είναι να τρομοκρατηθούν οι αγορές, και να πάνε προς ασφαλέστερα ομόλογα. Κάτι ανάλογο θα συμβεί και στον τραπεζικό τομέα. Θα αρχίσει η μεταφορά καταθέσεων, οπότε το πιστωτικό σύστημα θα εισέλθει εκ νέου σε περίοδο μεγάλης αστάθειας. Κατά συνέπεια, θεωρώ άκρως παρακινδυνευμένο, υπό τις σημερινές συνθήκες, τον τρόπο παρέμβασης που σχεδιάζουν στη Φρανκφούρτη. Με τα εργαλεία που έχει στη διάθεσή της η ΕΚΤ, θα αντεπεξέλθει σε ορισμένες απ΄ αυτές τις πιέσεις. Εντούτοις, το όλο σχέδιο εκτιμώ ότι είναι πολύ παρακινδυνευμένο.


Το τελευταίο Μνημόνιο περιέχει 94 δράσεις απορρύθμισης του συστήματος μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάσημα; Υπάρχει περίπτωση να κατεδαφίσεις τη λογική και την ουσία μιας οικονομίας 200 ετών, όσο στρεβλή κι αν είναι, και να την ξαναχτίσεις σ΄ ένα δίμηνο;

Είναι απίστευτο αυτό που περιέχει το Μνημόνιο. Είναι τεράστιος ο αριθμός των δράσεων και μέτρων, τα οποία ποικίλλουν. Περιλαμβάνονται, από ουσιαστικά και πολύ δομικά μέτρα, που έχουν να κάνουν με τον φορολογικό και τον φοροσυλλεκτικό μηχανισμό, μέχρι μέτρα που καθορίζουν το πώς θα λειτουργεί η αγορά ακινήτων. Αυτό δείχνει δύο πράγματα: έχουν, πλέον, χάσει τον χρονισμό, όσον αφορά σ΄ αυτές τις κινήσεις. Προσπαθούν να τα κάνουν όλα ταχύτατα, επιτυγχάνοντας παράλληλα σταθεροποίηση. Αλλά ούτε το ένα εγχείρημα θα πετύχει, ούτε το άλλο. Για να
φέρουν αποτέλεσμα αυτές οι αλλαγές που χρειάζεται η οικονομία, θα πρέπει να υπάρξει κάποια ανάπτυξη. Δεν μπορούν να γίνουν, ενώ η οικονομία θα συρρικνώνεται. Και δεν μπορούν να γίνουν όλες μαζί. Ποιος θα ήταν αντίθετος σε μια αλλαγή του φοροσυλλεκτικού μηχανισμού; Αν είναι δυνατόν! Αλλά είναι αστείο να πιστέψουμε ότι μπορεί να γίνει σε χρόνο μηδέν, ταυτόχρονα με πλήθος άλλες ανατροπές, καθώς η οικονομία έχει παγιδευτεί στο τέλμα της ύφεσης. Η εκτίμησή μου είναι ότι -το πιθανότερο- εκείνο που θα προκύψει θα είναι κάτι χειρότερο. Όχι, διότι
έχουν κακές προθέσεις αυτοί που έφτιαξαν τα μέτρα. Δεν ξέρω τις προθέσεις τους, και δεν με ενδιαφέρουν. Αλλά, διότι, όταν το κράτος υποσκάπτεται, όπως σήμερα, όταν εισέλθει σε μια διαδικασία 150.000 απολύσεων μέχρι το τέλος του 2015, και αποδυνάμωσης, αυτό που πιθανώς να προκύψει, θα είναι επιμέρους μηχανισμοί, ο καθένας από τους οποίους, θα έχει αυτονομία. Δηλαδή, θα υπάρχουν στεγανά και καθένας από αυτούς τους μηχανισμούς θα συνεργάζεται με άλλους παράγοντες. Και θα αναδυθούν αναπόφευκτα ύποπτες δραστηριότητες, όσο το κράτος αποδυναμώνεται.
Αυτό, λοιπόν, που βλέπω δεν είναι η αναγέννηση του ελληνικού κράτους. Αλλά η διάλυσή του. Οδεύουμε προς φαινόμενα που θα φέρουν σοβαρότατα προβλήματα. Που μπορεί να περιλαμβάνουν μαφίες και μηχανισμούς στηριγμένους στη διαφθορά. Δεν είναι διόλου απίθανο να εμφανιστούν τέτοια φαινόμενα

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

ΠΑΣΟΚ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΣΤΗ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΤΙΚΗ 35ΕΤΙΑ , του Ανέστη Ταρπάγκου

You Pay Your Crisis

Σάββατο, 11 Σεπτεμβρίου 2010
ΠΑΣΟΚ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΣΤΗ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΤΙΚΗ 35ΕΤΙΑ

ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΣΜΟΣ, ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ
ΠΗΓΗ: ΘΕΣΕΙΣ τ. 110

του Ανέστη Ταρπάγκου

Το στοίχημα της αντιπαράθεσης ανάμεσα στην ελληνική σοσιαλδημοκρατία, όπως ιστορικά εκφράστηκε από το ΠΑΣΟΚ, και στην ελληνική Αριστερά (και στις δύο κύριες εκδοχές της, του παραδοσιακού κομμουνιστικού κινήματος του ΚΚΕ και της ανανεωτικής Αριστεράς του ΚΚΕ εσωτερικού και του ΣΥΝ), παίχτηκε σ’ ολόκληρη τη μεταπολιτευτική 35ετία (1974 - 2009) και κερδήθηκε κατά κράτος από την σοσιαλδημοκρατία (μ’ όλες τις διαδοχικές της μεταλλάξεις από τον ριζοσπαστισμό στον σοσιαλφιλελευθερισμό) σ’ όλες τις περιπτώσεις.
Στην πρώτη χρονικά περίπτωση πρόκειται για τη μεταπολιτευτική τριετία του 1974- ’77, όπου συγκροτήθηκε, μαζικοποιήθηκε και αναπτύχθηκε το ελληνικό σοσιαλδημοκρατικό εγχείρημα, τόσο στο μαζικό λαϊκό κίνημα (εργατικός συνδικαλισμός ιδιωτικών και κοινωφελών επιχειρήσεων, αγροτικό κίνημα, επαγγελματοβιοτέχνες, κίνημα νεολαίας κλπ.), όσο και στο επίπεδο της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης από το 13,6% του 1974 στο διπλάσιο 25,3% του 1977, για να φτάσει τελικά στο 48,1% του 1981. Στην ίδια περίοδο ανάδειξης του λαϊκού ριζοσπαστισμού, των εργοστασιακών αγώνων και των νεολαιίστικων κινητοποιήσεων, το ελληνικό αριστερό κίνημα που συγκροτήθηκε εκ νέου στη μεταπολίτευση (μετά τη διάλυση της προδικτατορικής ΕΔΑ) κινήθηκε στα επίπεδα κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης που ξεκινούσαν από το 9,5% (1974) για να φτάσουν στο 12,1% (1977) και να καταλήξουν στο 12,3% του 1981, δηλαδή στασιμότητας σε σχέση με την αλματώδη άνοδο της πολιτικής, μαζικής και εκλογικής επιρροής του ΠΑΣΟΚ, με μιαν ορισμένη ωστόσο εργατική εκπροσώπηση σε κλαδικό συνδικαλιστικό επίπεδο, καθώς και στο πεδίο του νεολαιίστικου φοιτητικού κινήματος, όσο και στα αναδυόμενα κοινωνικά στρώματα της διανοητικής εργασίας, κατά κύριο λόγο από το ΚΚΕ και εντελώς δευτερευόντως από την ανανεωτική Αριστερά (ΚΚΕ εσωτερικού).
Στη δεύτερη περίπτωση, πρόκειται για την περίοδο γύρω από το ιστορικό μεταίχμιο του 1990, όπου το ΠΑΣΟΚ, μετά μια 8ετία διακυβέρνησης της χώρας και μετά τη μετατόπισή του προς τον ήπιο μονεταρισμό (από το 1986 και μετά), είδε τις δυνάμεις του να περιορίζονται μέχρι του επιπέδου του 38,6% (1990), ενώ ωστόσο διατήρησε τα λαϊκά συνδικαλιστικά του ερείσματα. Στην ίδια περίοδο, η ελληνική Αριστερά, με την ενωτική μορφή του ενιαίου ΣΥΝ (ΚΚΕ και ΕΑΡ), που χαρακτηριζόταν από τον κυβερνητισμό και την προτασεολογία - αναπτυξιολογία (Κοινό Πόρισμα της Αριστεράς), πήρε μέρος στην διακυβέρνηση με τη ΝΔ (που κατόρθωσε τελικά να φτάσει στο επίπεδο εκλογικής εκπροσώπησης του 46,9% του 1990), στο ρόλο του «αρχάγγελου της κάθαρσης» και του «εισαγγελέα» των «σκανδάλων» της διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ. Αυτό συνέβαλε στην ανάδειξη του μετωπικού νεοσυντηρητισμού της ΝΔ στη διακυβέρνηση της χώρας (1990-’93), που προκάλεσε οξύτατες κοινωνικές αντιδράσεις (εργαζομένων και νεολαίας), με αποτέλεσμα την επανακατάκτηση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας του ΠΑΣΟΚ το 1993 (46,9%), με την πολιτική γραμμή της άμυνας απέναντι στον άγριο νεοφιλελευθερισμό και την υιοθέτηση της στάσης του νεοφιλελευθερισμού «με ανθρώπινο πρόσωπο». Στην ίδια περίοδο η ελληνική Αριστερά ενώ έφτασε στο μέγιστο της πολιτικής της επιρροής του 13,1%, εντούτοις εξ αιτίας της συναινετικής στάσης της του κυβερνητισμού και της προτασεολογίας (σε συνδυασμό με τις συνέπειες της κατάρρευσης του ανατολικού κοινωνικού προτύπου του «υπαρκτού σοσιαλισμού» το 1989), απομειώθηκε στο 10,3% το 1990 για να καταβαραθρωθεί στο 7,5% το 1993.
Τέλος στην τρίτη περίπτωση που αφορά την πρόσφατη περίοδο (2007-’09), το ΠΑΣΟΚ εξ αιτίας του άκρατου νεοφιλελευθερισμού της τελευταίας κυβερνητικής του περιόδου (1996 - 2004), οδηγήθηκε σε σταδιακή πτώση της πολιτικής του εμβέλειας με το 40,5% του 2004 και το 38,1% του 2007. Ωστόσο αμέσως μετά και στη διάρκεια της περιόδου 2007-’08, η μεταλλαγμένη πλέον σε νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση ελληνική σοσιαλδημοκρατία κατέγραψε μια κατακόρυφη παραφθορά που αποτυπωνόταν σε πολλαπλές δημοσκοπήσεις με εξαιρετικά χαμηλή εκλογική απήχηση (αντίστοιχης της πορείας της γερμανικής και της γαλλικής σοσιαλδημοκρατίας). Παράλληλα σημειωνόταν μια αξιοσημείωτη «στροφή προς τα αριστερά», η οποία στη συγκυρία κατευθυνόταν προς τον ΣΥΡΙΖΑ (με φαινόμενα ποσοστά εκλογικής εκπροσώπησης τριπλάσια του εκλογικού αποτελέσματος του 2007, που ήταν στο ύψος του 5,0%). Παρ’ όλα αυτά, από τα τέλη του 2008 και μέχρι τις βουλευτικές εκλογές του Οκτωβρίου 2009, το ΠΑΣΟΚ, αν και στο τέλμα μιας καταφανούς αντιπολιτευτικής ανεπάρκειας – συναίνεσης προς την κυβερνητική πολιτική της ΝΔ – και παρά την ολοφάνερη νεοφιλελεύθερή του μετάλλαξη, κατέγραψε μια εντυπωσιακή ανάκαμψη της εκλογικής του επιρροής αποσπώντας τελικά το 43,9%. Έτσι και σ’ αυτή την περίπτωση η ελληνική Αριστερά στο σύνολό της, και ιδιαίτερα η Ριζοσπαστική Αριστερά, που κατέγραφε μια δημοσκοπική άνοδο πάνω από το 20% στο πρώτο εξάμηνο του 2008 (και μάλιστα με την έκρηξη της καπιταλιστικής κρίσης), οδηγήθηκε εκ νέου στο ιστορικό ποσοστό στασιμότητας του 12,1% του φθινοπώρου 2009 από το 13,2% του φθινοπώρου 2007.
Τίθεται έτσι σήμερα το ιστορικό και επίκαιρο ερώτημα: Γιατί για μια ολόκληρη μεταπολιτευτική 35ετία, η ελληνική σοσιαλδημοκρατία του ΠΑΣΟΚ (και παρ’ όλη τη νεοφιλελεύθερή της μετάλλαξη οριστικά μετά το 1996, όσο και την αντίστοιχη απώλεια των οργανωμένων κοινωνικών συνδικαλιστικών της ερεισμάτων), κατορθώνει, παρά τις σοβαρές της κρίσεις και μετασχηματισμούς, να ανακάμπτει, επιτυγχάνοντας τρεις φορές την άνοδό της στην πολιτική διακυβέρνηση της χώρας (1981, 1993, 2009); Και ταυτόχρονα, γιατί η ελληνική Αριστερά, αθροιστικά με τις δύο κοινοβουλευτικές της εκφράσεις, αδυνατεί να υπερβεί την ιστορική στασιμότητα της πολιτικής της επιρροής που διατηρείται κατά μέσον όρο στο 12%; Γιατί το σοσιαλδημοκρατικό εγχείρημα (παρ’ όλο που έχει καίρια μεταλλαχθεί σε νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση) διατηρείται διαχρονικά σε ποσοστά πολιτικής επιρροής άνω του 40% και το ελληνικό αριστερό κίνημα, παρ’ όλες τις ανόδους και υφέσεις του μαζικού λαϊκού κινήματος (εργατικού, αγροτικού, νεολαιίστικου), βρίσκεται μακροχρόνια καθηλωμένη σε μια πολιτική επιρροή υποτριπλάσια του ΠΑΣΟΚ; Πρόκειται για μια συστηματική και μακροχρόνια «πολιτική εξαπάτηση» των λαϊκών εργατικών στρωμάτων από το ΠΑΣΟΚ (τέτοιας μακρόπνοης σταθερότητας;), ή πρόκειται για μια παρατεταμένη «πολιτική ανωριμότητα» των λαϊκών κοινωνικών τάξεων, που αδυνατούν να αντιληφθούν τα πραγματικά ταξικά τους συμφέροντα, τα οποία ωστόσο συνειδητοποιεί η ελληνική Αριστερά; Ή μήπως πάλι πρόκειται για επιλογές μεταρρυθμιστικές ή απλά βελτιωτικές που οδηγούν τα λαϊκά εργατικά στρώματα στον προσανατολισμό προς την σοσιαλδημοκρατική εναλλακτική λύση, ενώ η Αριστερά απαιτεί πιο ρηξικέλευθες και τολμηρές πολιτικές επιλογές που η εργατική τάξη, η νεολαία και τα μικροαστικά στρώματα αδυνατούν να πραγματοποιήσουν; Μήπως σε τελική ανάλυση η αδυναμία αντιμετώπισης του ΠΑΣΟΚ από την ελληνική Αριστερά έχει να κάνει με τη δική της υποκειμενική πολύμορφη ιστορική ανεπάρκεια;
Το ΠΑΣΟΚ ως ιστορική μορφή έκφρασης της σοσιαλδημοκρατίας στην ελληνική κοινωνική πραγματικότητα, αντιπροσώπευσε την αστική μεταρρυθμιστική εκδοχή ενσωμάτωσης των λαϊκών εργαζομένων τάξεων στην καπιταλιστική οικονομική ανάπτυξη, βασισμένη στο σχετικό «κοινωνικό συμβόλαιο» με το λαό. Εμφάνισε όλα τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, τόσο στην αρχική περίοδο αντιπολιτευτικής του ανάπτυξης και κυβερνητικής του διαχείρισης (1974-’96), όσο και στην υστερογενή περίοδο της ολοκληρωτικής του νεοφιλελεύθερης μετάλλαξης (1996 - 2009): Ευρύτατη εργατική κοινωνική βάση και υποστήριξη τόσο στην ιδιωτική οικονομία όσο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, καθώς επίσης σε μικρότερο βαθμό σε στρώματα των μικροαστικών τάξεων και της νεολαίας. Παράλληλα, κυβερνητικός μεταρρυθμισμός με «εργαλείο» το κράτος, πάντα σε αντιστοιχία με τον ταξικό συσχετισμό δυνάμεων, με την ίδια δηλαδή την ανάπτυξη ή υποχώρηση του λαϊκού εργατικού κινήματος, και σε κάθε περίπτωση πρωταρχική προώθηση της κεφαλαιοκρατικής οικονομικής ανάπτυξης, με την κοινωνική διασφάλιση σταθεροποιημένων όρων αναπαραγωγής των αστικών παραγωγικών σχέσεων. Η καθοριστική ιστορική σχέση εκπροσώπησης των λαϊκών εργατικών επιδιώξεων, τόσο κατά την περίοδο της ριζοσπαστικής σοσιαλδημοκρατίας (1974-’86) του ενεργού «κοινωνικού συμβολαίου», όσο και κατά την περίοδο του ήπιου μονεταρισμού (1986 – ’96), ενός συμβολαίου με αμβλυμμένους όρους κοινωνικής άμυνας, όσο και τέλος στην τελευταία περίοδο (1996 - 2009) της ολοσχερούς νεοφιλελεύθερής του μετάλλαξης, όπως αυτή προφανώς προσαρμοζόταν και ενσωματωνόταν κάθε φορά στους όρους και τις συνθήκες της καπιταλιστικής ανάπτυξης, αυτή η σχέση εκπροσώπησης υπήρξε στην 35ετή του μέχρι σήμερα πορεία καθοριστικής σημασίας, παρ’ όλη τη σταδιακή της μετάβαση από τη φάση του ενεργού «κοινωνικού συμβολαίου» στη μετέπειτα περίοδο των αποψιλωμένων και μετριοπαθών λαϊκών εργατικών προσδοκιών (αμυντικού κυρίως χαρακτήρα), που το οδήγησαν εκ νέου πρόσφατα στην κατάκτηση του 43,9% του εκλογικού σώματος και για τρίτη μεταπολιτευτικά φορά στην ανάδειξή του στη διακυβέρνηση της χώρας.
Μπορεί το ΠΑΣΟΚ να εμφάνισε βαθμιαία όλες τις νεοφιλελεύθερες μεταλλάξεις κυρίως από τα μέσα της 10ετίας του 1990 και μέχρι σήμερα, όλη την παραφθορά του όποιου μεταρρυθμιστικού περιεχομένου της σοσιαλδημοκρατικής του υπόστασης, ολόκληρη τη μακρόχρονη κρατικοποίηση του πολιτικού του σχηματισμού, την ευρεία αποδιάρθρωση της οργανωμένης συνδικαλιστικής μορφής των εργατικών και μικροαστικών του εκπροσωπήσεων κλπ., ωστόσο διατήρησε αυτή την κομβική και καταλυτική σχέση εκπροσώπησης με τις εργαζόμενες δυνάμεις του λαϊκού κοινωνικού συνασπισμού.
Η σοσιαλδημοκρατική αυτή εκδοχή της αστικής στρατηγικής για την κεφαλαιοκρατική ανάπτυξη, με ταυτόχρονη ενσωμάτωση των λαϊκών εργαζομένων τάξεων, μόνον σε δύο ιστορικές περιπτώσεις ήρθε σε μετωπική αντιπαλότητα με τις επιδιώξεις της εργατικής τάξης της ιδιωτικής οικονομίας και του ευρύτερου δημόσιου τομέα: Αφενός με το απεργιακό κίνημα του 1986-’87 απέναντι στον αρχόμενο τότε ήπιο μονεταρισμό, και αφ’ ετέρου με το αντίστοιχο εργατικό απεργιακό κίνημα της άνοιξης του 2001 για την αντιμετώπιση της αποδιάρθρωσης του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Ωστόσο αποδείχθηκε ότι και στις δύο αυτές κρίσιμες δοκιμασίες των σχέσεων πολιτικής του εκπροσώπησης, το ΠΑΣΟΚ κατόρθωσε και απορρόφησε τους κοινωνικούς κραδασμούς αυτών των αναταράξεων, αποτρέποντας την οριστική διάρρηξη αυτής της ιστορικής σχέσης εργατικής λαϊκής εκπροσώπησης. Μ’ αυτή την έννοια κατόρθωσε να καταγράφεται ως η εναλλακτική φιλολαϊκή διαχείριση της καπιταλιστικής ανάπτυξης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού έναντι της παραδοσιακής νεοσυντηρητικής εκδοχής που έκφρασε η ΝΔ, ακόμη και στη σύγχρονη φάση της πλήρους νεοφιλελεύθερής του μετάλλαξης. Ακόμη και σ’ αυτή την περίπτωση (όπως συνέβη με την εκλογική αναμέτρηση του Οκτωβρίου 2009), η πλατιά πλειονότητα της μισθωτής εργασίας το αντιμετώπισε ως φορέα της εναλλακτικής φιλολαϊκής διαχείρισης (ποσοστά εκπροσώπησης στους μισθωτούς του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα της τάξης του 39% και του 47% αντίστοιχα).
Για τις σχέσεις εκπροσώπησης του ΠΑΣΟΚ ίσχυσε για την μεταπολιτευτική 35ετία ό,τι ίσχυσε για την ελληνική Αριστερά για μια αντίστοιχη 30ετία σε σχέση με το εαμικό λαϊκό απελευθερωτικό κίνημα (1944-’74). Όπως για τον κόσμο της ΕΔΑ, του ΚΚΕ και της Ανανεωτικής Αριστεράς που τροφοδοτήθηκε πολιτικά από την μείζονα ιστορική ανάταση της εαμικής περιόδου (1941-’44), άντλησε απ’ αυτήν πολιτικά κυρίως και εντελώς δευτερευόντως κοινωνικά, παρ’ όλη τη στρατιωτική καταστολή που οδήγησε στη συνέχεια στην ήττα του εμφυλίου πολέμου (1946-’49), υφιστάμενη προφανώς τις συνέπειες της συρρίκνωσης της επιρροής της λόγω του «ρήγματος» μεταξύ του εαμικού κινήματος και της ένοπλης πάλης του ΔΣΕ, έτσι και για το ΠΑΣΟΚ, παρ’ όλη τη σταδιακή ιστορική του διολίσθηση προς τον μονεταρισμό και το νεοφιλελευθερισμό, για τον λαϊκό εργαζόμενο κόσμο της πολιτικής του επιρροής (γενιά της μεταπολίτευσης), και παρ’ όλη την παραφθορά των οργανωμένων κοινωνικών συνδικαλιστικών του ερεισμάτων, λειτούργησε σ’ ολόκληρη την περίοδο της τελευταίας 20ετίας (1990 - 2009), η «ιστορική ανάμνηση» της μεταρρυθμιστικής ανάτασης της ριζοσπαστικής σοσιαλδημοκρατίας της 8ετίας 1981-’89. Για τον λαϊκό και μικροαστικό εργαζόμενο κόσμο η εμπειρία του σοσιαλδημοκρατικού μεταρρυθμισμού της κυβερνητικής «αλλαγής» της 10ετίας του 1980, λειτούργησε ιστορικά κατά τον ίδιο τρόπο που βιώθηκε πολιτικά από την ελληνική Αριστερά η κινηματική ανάταση του ΕΑΜ της 10ετίας του 1940.
Αν το ΠΑΣΟΚ αντιπροσώπευσε το σοσιαλδημοκρατικό εγχείρημα ενσωμάτωσης των λαϊκών εργατικών επιδιώξεων στην καπιταλιστική ανάπτυξη της ελληνικής κοινωνίας, πολιτεύτηκε η ελληνική Αριστερά στην ίδια αυτή μεταπολιτευτική 35ετία με όρους ριζοσπαστικής - αντικαπιταλιστικής εκπροσώπησης αυτών των κοινωνικών συμφερόντων της μισθωτής εργασίας, δηλαδή «αριστερότερης - προοδευτικότερης» έκφρασής τους έναντι της μεταρρυθμιστικής εκδοχής της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας; Είναι προφανώς μια αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα ότι τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και το ΚΚΕ και δευτερευόντως το ΚΚΕ εσωτερικού (μετέπειτα ΣΥΝ) εντόπισαν τον ταξικό χώρο κοινωνικών τους εκπροσωπήσεων στην ίδια λαϊκή δεξαμενή (εργατική τάξη + μικροαστικά στρώματα + μερίδες νεολαίας). Βέβαια το ΚΚΕ ιστορικά επικεντρώθηκε στην εκπροσώπηση της εργατικής τάξης κατά τρόπο πρωταρχικό, όσο όμως και των μικρομεσαίων στρωμάτων (της πόλης και της υπαίθρου), ενώ η Ανανεωτική Αριστερά κινήθηκε σχεδόν αποκλειστικά (από την μεταπολίτευση και μέχρι σήμερα) στην πολιτική έκφραση της διανοητικής εργασίας, τόσο στην μισθωτή της έκφραση (νέα μισθωτή μικροαστική τάξη του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα), όσο και στην παραδοσιακή μικροαστική της εκδοχή (ελεύθερα τεχνικο-επιστημονικά επαγγέλματα). Πώς διαμορφώθηκαν αυτές οι σχέσεις πολιτικής εκπροσώπησης των δυνάμεων της μισθωτής εργασίας και των μικροαστικών τάξεων στο πεδίο του ελληνικού αριστερού κινήματος σε σχέση με τις αντίστοιχες της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας;
Το παραδοσιακό κομμουνιστικό κίνημα με τη μορφή του ΚΚΕ (του οποίου η εμβέλεια στάθηκε σ’ ολόκληρη τη μεταπολιτευτική 35ετία κατά πολύ ανώτερη εκείνης της Ανανεωτικής Αριστεράς), εν αντιθέσει με το ΠΑΣΟΚ, κινήθηκε πολιτικά σε σχέση με την μισθωτή εργασία με εντελώς διαφορετικούς τρόπους. Αυτή η στάση του χαρακτηρίζεται μέχρι και σήμερα από το σταθερό (μεταξύ των άλλων) τρίπτυχο:
* Στρατηγική επικέντρωση στο ανατολικό κοινωνικό πρότυπο του αυταρχικού κρατικού καπιταλισμού, γεγονός που απωθούσε την πλειοψηφία της μισθωτής εργασίας στην ελληνική κοινωνία (και σε ολόκληρο τον δυτικοευρωπαϊκό κοινωνικό χώρο), η οποία ήταν στρατηγικά προσανατολισμένη στη μεταρρυθμιστική εκδοχή της καπιταλιστικής διαχείρισης στο πλαίσιο της αστικής δημοκρατίας (σοσιαλδημοκρατία), με αποτέλεσμα η πλειοψηφία της μισθωτής εργασίας να επενδύει πολιτικά στη σοσιαλδημοκρατική προοπτική έναντι της προοπτικής αναπαραγωγής του «υπαρκτού σοσιαλισμού», έτσι ώστε ένα εντελώς μειοψηφικό της τμήμα προσανατολιζόταν προς το ΚΚΕ, στην οπτική αναζήτησης ενός κρατικιστικού φιλολαϊκού πατερναλισμού.
* Μετωπική αντιπαλότητα προς τις αυτόνομες μορφές συνδικαλιστικής οργάνωσης της μισθωτής εργασίας και στις κινηματικές της δράσεις, τόσο με τη μορφή των εργοστασιακών σωματείων όσο και στο επίπεδο των εργατικών οργανώσεων των κοινωφελών επιχειρήσεων. Αυτό το γεγονός έχει ως αποτέλεσμα τη μαζική απομόνωση της ΕΣΑΚ και του μετέπειτα ΠΑΜΕ από τον κύριο κορμό της εργατικής τάξης της καπιταλιστικής παραγωγής και τον περιορισμό της επιρροής του ΚΚΕ στον περιχαρακωμένο χώρο των κλαδικών και ομοιοεπαγγελματικών σωματείων. Εξ αυτού του λόγου η κυρίαρχη συνδικαλιστική έκφραση του «βιομηχανικού προλεταριάτου» κατευθύνθηκε στην πολιτική έκφραση της σοσιαλδημοκρατικής στρατηγικής του ΠΑΣΟΚ ή κατευθύνεται σήμερα σε αυτόνομες ταξικές αγωνιστικές εκφράσεις.
* Τέλος, το ΚΚΕ παρενέβαινε στην κάθε φορά διαμορφούμενη οικονομική και πολιτική συγκυρία με όρους μετατόπισης της ταξικής αντιπαράθεσης στο «ιστορικό υπερπέραν» της επαγγελλόμενης λαϊκής εξουσίας και οικονομίας, χωρίς ένα πρόγραμμα μεταβατικών ριζοσπαστικών στόχων πάλης που να αντιπροσωπεύουν τον οργανικό συνδετικό κρίκο μεταξύ της τακτικής και της στρατηγικής. Απεναντίας το ΠΑΣΟΚ κινούνταν στο πεδίο της άμεσης πολιτικής διαμόρφωσης συσχετισμών και της ανάδειξής τους στην κεντρική πολιτική σκηνή (ανεξάρτητα του γεγονότος ότι αυτή του η προοπτική οδηγούσε ευθέως στον κυβερνητισμό και στην συνακόλουθη υπαγωγή στις υπαγορεύσεις της αστικής κρατικής πολιτικής). Επόμενο ήταν έτσι η εργατική λαϊκή πλειοψηφία να επενδύει πολιτικά στην άμεση προοπτική εναλλακτικής διεξόδου, ενώ να αποστασιοποιείται από τη στρατηγική μετατόπιση στο «ιστορικό υπερπέραν».
Ριζικά διαφορετική σε σχέση τόσο με το ΚΚΕ όσο και με το ΠΑΣΟΚ στάθηκε η περίπτωση της Ανανεωτικής Αριστεράς (ΚΚΕ εσωτερικού και ΣΥΝ) στις κοινωνικές εκπροσωπήσεις της (πράγμα που συνεχίζει να ισχύει γενικά και μέχρι σήμερα). Για μια ολόκληρη 35ετία εκπροσώπησε πολιτικά στρώματα σχεδόν αποκλειστικά της διανοητικής εργασίας και εντελώς περιθωριακά μερίδες της εργατικής τάξης της ιδιωτικής οικονομίας. Μάλιστα σ’ αυτό το πλαίσιο, αναδείχθηκαν δύο κατ’ εξοχήν ρεύματα πολιτικής εκπροσώπησης στο εσωτερικό της, δηλαδή το εκσυγχρονιστικό ρεύμα (με κύρια αναφορά στα παραδοσιακά μικροαστικά στρώματα της διανοητικής εργασίας) και το ριζοσπαστικό ρεύμα (με αναφορά σε δυνάμεις της νέας μισθωτής μικροαστικής τάξης κυρίως του ευρύτερου δημόσιου τομέα), που παρ’ όλες τις μεταξύ τους εντάσεις, συνεκτικά και ενιαία συναποτέλεσαν τον ΣΥΝ στην τελευταία ιστορική περίοδο (1993 - 2009), πέραν προφανώς της πρόσφατης εμπειρίας του ΣΥΡΙΖΑ, που προσέλαβε διαφορετικά χαρακτηριστικά κοινωνικών εκπροσωπήσεων και πολιτικής φυσιογνωμίας. Η συνοχή τους διασφαλίζεται από την κοινότητα των επιδιώξεων της διανοητικής εργασίας, η οποία και επισκιάζει τις δευτερογενείς αντιθέσεις στους κόλπους της. Και ο πυρήνας της πολιτικής της φυσιογνωμίας συγκροτείται πρωτίστως από τον κυβερνητισμό, την προτασεολογία, την αναπτυξιολογία και τον εκσυγχρονισμό, διανθισμένα από τη λογική της κοινωνικής ευαισθησίας (μειονότητες, δικαιώματα, δημόσιοι χώροι κλπ.) και της προστασίας των κοινωνικά «αδυνάτων» (λ.χ. ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα).
Η μεγάλη πλειονότητα της πολιτικής έκφρασης της μισθωτής εργασίας κατευθύνθηκε έτσι στην επένδυση της σοσιαλδημοκρατικής στρατηγικής ως εκδοχής της αστικής πολιτικής, ενώ απεναντίας εντελώς δευτερευόντως κατευθύνθηκε προς την αριστερή πολιτική στρατηγική ως μορφής μικροαστικής ηγεμονίας (παραδοσιακών και νέων μικροαστικών μερίδων). Κι’ αυτό γιατί η παραδοσιακή κομμουνιστική πολιτική, όσο και η ανανεωτική αριστερή εκδοχή, αντιπροσώπευσαν μορφές μικροαστικής πολιτικής κυριαρχίας στο ελληνικό αριστερό κίνημα και γι’ αυτό το λόγο δεν έτυχαν της πολιτικής εμπιστοσύνης των δυνάμεων της μισθωτής εργασίας.
Σ’ ό,τι αφορά την αριστερή ανανεωτική πολιτική έναντι των λαϊκών εργαζομένων τάξεων, αυτή σε καμία περίπτωση δεν στόχευε ιστορικά στην οποιαδήποτε οργανική σύνδεση με την εργατική τάξη, γιατί αντιπροσώπευσε αμιγώς μια πολιτική παράταξη μερίδων της διανοητικής εργασίας (νέας μικροαστικής τάξης και παραδοσιακών μικροαστικών στρωμάτων), που κινήθηκε στη δική της ενδιάμεση πολιτική τροχιά (μεταξύ λαϊκού και αστικού κοινωνικού συνασπισμού). Έτσι ο ανανεωτικός αριστερός χώρος (με την εξαίρεση του ΣΥΡΙΖΑ της περιόδου 2007-’09) αναπτύχθηκε και κινήθηκε σε τροχιά εντελώς ασύμπτωτη με το κίνημα της εργατικής τάξης της καπιταλιστικής παραγωγής, το οποίο κατευθύνθηκε προς το ΠΑΣΟΚ ως τον πλέον οικείο πολιτικό χώρο, σοσιαλδημοκρατικής εργατικής αναφοράς.
Μ’ άλλες λέξεις η πλειονότητα των εργατικών λαϊκών στρωμάτων δεν κατευθύνθηκε επί μια ολόκληρη 35ετία (1974 - 2009) στις πολιτικές εκφράσεις της ανανεωτικής Αριστεράς (ΚΚΕ εσωτερικού και μετέπειτα ΣΥΝ), γιατί ο ίδιος αυτός ο πολιτικός χώρος δεν πολιτευόταν ως αριστερός σχηματισμός της λαϊκής καθολικότητας, αλλά ως πολιτικός φορέας έκφρασης σχεδόν αποκλειστικά ριζοσπαστικών και εκσυγχρονιστικών μερίδων της διανοητικής εργασίας εντός του μικροαστικού ταξικού πλαισίου. Η εκδοχή του εργατικού σοσιαλδημοκρατικού μεταρρυθμισμού (και του όποιου φιλολαϊκού βελτιωτισμού), υπήρξε και συνεχίζει να είναι και σήμερα πολύ περισσότερο γειτονική προς την εργατική τάξη, ενώ η πολιτική κατεύθυνση του διανοητικού μικροαστικού ριζοσπαστισμού και εκσυγχρονισμού υπήρξε ιστορικά «απόμακρη» προς τις επιδιώξεις του λαϊκού εργατικού κινήματος.
Από την άλλη πλευρά, ο κόσμος της μισθωτής εργασίας δεν εκφράστηκε παρά σε εντελώς χαμηλό βαθμό προς το ΚΚΕ, πράγμα που έχει να κάνει με την απωθητική λειτουργία των θεμελιακών «στρεβλώσεών» του (παρότι βέβαια επικαλείται κατά κόρον την εργατική τάξη και τη σοσιαλιστική προοπτική) σε σχέση με τον εργαζόμενο κόσμο που μεταστράφηκε ιστορικά προς τη σοσιαλδημοκρατία (παρ’ όλες τις νεοφιλελεύθερές της μεταλλάξεις). Οι «στρεβλώσεις» αυτές που αποτυπώνονται στη φυσιογνωμία του ΚΚΕ (ταύτιση του σοσιαλισμού με τον κρατικό καπιταλισμό, εναντίωση στις αυτόνομες εργατικές εκφράσεις, μετατόπιση του σοσιαλισμού στο «υπερπέραν», κατεύθυνση απομονωτισμού έναντι των υπολοίπων αριστερών δυνάμεων), είναι αποτέλεσμα μιας εντελώς διαφορετικής μορφής μικροαστικής ηγεμονίας που ασκείται στους κόλπους του (έναντι της καθαρά μικροαστικής πολιτικής των δυνάμεων της διανοητικής εργασίας στην ανανεωτική Αριστερά). Στην προκειμένη περίπτωση του ΚΚΕ ασκείται και επικρατεί για ιστορικούς λόγους μια ιδιότυπη ηγεμονία μερίδων των παραδοσιακών μικροαστικών στρωμάτων (της πόλης όσο και της υπαίθρου), η οποία επιφέρει συστηματικά τη «στρέβλωση» του εγγενούς αντικαπιταλισμού προς την «αντιμονοπωλιακή - αντιιμπεριαλιστική» πολιτική κατεύθυνση. Κι’ αυτή η εκτροπή με τη σειρά της εντυπώνει στη φυσιογνωμία και στην πρακτική του αυτές τις θεμελιακές «στρεβλώσεις», που σε τελική ανάλυση επενεργούν απωθητικά για τον λαϊκό εργαζόμενο κόσμο.
Έτσι, ενώ πλατιά στρώματα της μισθωτής εργασίας στρέφονται κατ’ αρχήν προς την παραδοσιακή κομμουνιστική πολιτική, οι μορφές της παραδοσιακής μικροαστικής ηγεμονίας που ασκούνται στο ΚΚΕ ακυρώνουν αυτό τους τον προσανατολισμό, με αποτέλεσμα να βρίσκουν περισσότερο πρόσφορο το έδαφος πολιτικής έκφρασης στην ελληνική σοσιαλδημοκρατία.
Το ζήτημα είναι ότι για τρεις κατά συνέχεια ιστορικά φορές, ένα σημαντικό μέρος της εργατικής τάξης που βρέθηκε στο πεδίο επιρροής της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας στράφηκε «προς τα αριστερά», ωστόσο όμως το ίδιο το ελληνικό αριστερό κίνημα είτε του γύρισε την πλάτη, είτε στάθηκε ανεπαρκές να αξιοποιήσει συσπειρωτικά αυτή την κοινωνική μεταστροφή.
Σε μια πρώτη φάση αυτό συνέβη στην πρώτη μεταπολιτευτική 3ετία (1974-’77), όπου ευρέα στρώματα της μισθωτής εργασίας της βιομηχανίας και των κοινωφελών επιχειρήσεων, στο πλαίσιο του διάχυτου ριζοσπαστισμού της περιόδου, επιχείρησαν να προσεγγίσουν την παραδοσιακή Αριστερά (ΚΚΕ και ΚΚΕ εσωτερικού). Ωστόσο συνάντησαν μια καταφανή ανεπάρκεια και αντιπαλότητα, στο μέτρο που η Ανανεωτική Αριστερά κινούνταν στην αμυντική πολιτική της εθνικής δημοκρατικής ενότητας της περιόδου της δικτατορίας (1967-’74), ενώ οι δυνάμεις του ΚΚΕ, έχοντας υιοθετήσει μια κατεύθυνση μετωπικής εναντίωσης προς τα εργοστασιακά σωματεία και τους συνακόλουθους μεγάλους απεργιακούς αγώνες, απώθησαν τη συντριπτική πλειονότητα της βιομηχανικής εργατικής τάξης. Το αποτέλεσμα ήταν το ΠΑΣΟΚ, προς το οποίο προσανατολίστηκαν αναγκαστικά αυτά τα πλατιά εργατικά στρώματα, να διπλασιάσει μέσα σε μια 3ετία την εκλογική του επιρροή και η Αριστερά να καταγράψει την απαρχή της μετέπειτα ιστορικής της στασιμότητας.
Σε μια δεύτερη φάση, στη διετία 1986-’87, η μονεταριστική μεταστροφή της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ ώθησε τη μεγάλη πλειονότητα των συνδικαλιστικών δυνάμεων της ΠΑΣΚΕ στην αντιπολιτευτική στάση και στον διαχωρισμό της από την κυβερνητική πλειοψηφία. Μάλιστα το πανελλαδικό απεργιακό κίνημα της εποχής, με τη συμμετοχή του συνόλου των εργατικών ταξικών δυνάμεων (ΣΣΕΚ, ΕΣΑΚ, ΑΕΜ), στάθηκε το μαζικότερο και ισχυρότερο για ολόκληρη τη μεταπολιτευτική 35ετία. Ωστόσο και σ’ αυτή την περίπτωση, όταν η ΣΣΕΚ (πλειονότητα επιχειρησιακών σωματείων και ομοσπονδιών κοινής ωφέλειας), κινήθηκε προς μια αριστερή ενωτική κατεύθυνση προς το ΚΚΕ και την Ανανεωτική Αριστερά (και μάλιστα με αντικαπιταλιστικά χαρακτηριστικά), συνάντησε την κίνηση της ελληνικής Αριστεράς σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση. Η ΕΑΡ (που προήλθε από την «αποκομμουνιστικοποίηση» του ΚΚΕ εσωτερικού) από κοινού με το ΚΚΕ προχωρούσαν στο Κοινό Πόρισμα για τον ενιαίο ΣΥΝ, που κατευθύνονταν στην τροχιά του κυβερνητισμού, της προτασεολογίας και της αναπτυξιολογίας, με πρακτική απόληξη την συγκυβέρνηση Αριστεράς - ΝΔ για την προαγωγή της «ηθικής κάθαρσης». Το αποτέλεσμα ήταν ότι το ΠΑΣΟΚ κατέστη εκ νέου αποδέκτης της επανάκαμψης των συνδικαλιστικών δυνάμεων της ΣΣΕΚ, κράτησε τις πολιτικές και κοινωνικές του δυνάμεις και επανακατέκτησε την κυβερνητική εξουσία μετά τη νεοσυντηρητική διακυβέρνηση της ΝΔ (1990-’93).
Τέλος, για τρίτη φορά μετά τη μεταπολίτευση, στη διετία 2007-’08, η πολιτική επιρροή του ΠΑΣΟΚ είχε πάρει την κατιούσα, καταγράφοντας σε διαδοχικές δημοσκοπήσεις εξαιρετικά χαμηλά ποσοστά εκλογικής εμβέλειας, εξ αιτίας της αντιπολιτευτικής του αφλογιστίας και της νεοφιλελεύθερής του συναίνεσης προς την κυβερνητική πολιτική της ΝΔ. Παράλληλα, από τις βουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου 2007 και μέχρι την αρχή του 2009, αναδεικνυόταν, τουλάχιστον δημοσκοπικά (ως ισχυρή τάση και ένδειξη), μια ορισμένη «στροφή προς τα αριστερά», η οποία στην προκειμένη περίπτωση κατευθύνονταν προς τον ΣΥΡΙΖΑ (ο οποίος εμφανιζόταν να τριπλασιάζει την εκλογική του επιρροή). Παρ’ όλα αυτά η καταφανής ανεπάρκεια της Ριζοσπαστικής Αριστεράς να διαχειριστεί πολιτικά και οργανωτικά, όσο και στο επίπεδο του κοινωνικού κινήματος, αυτή την «μεταστροφή προς τα αριστερά» λαϊκών εργατικών στρωμάτων της κοινωνικής βάσης του ΠΑΣΟΚ, η αναδίπλωσή του προς την κυβερνητική προτασεολογία και τη δημοκρατική συνεργασιολογία, δημιούργησε το έδαφος για την εκ νέου ανάκαμψη του σοσιαλφιλελευθερισμού, που από το 38,1% του 2007 εκτινάχθηκε στο 43,9% των βουλευτικών εκλογών του Οκτωβρίου 2009. Συνακόλουθα η ελληνική Αριστερά όχι μόνον δεν αξιοποίησε πολιτικά αυτές τις εξελίξεις της διετίας 2007-’08, αλλά είδε την πολιτική της επιρροή να μειώνεται (ΚΚΕ + ΣΥΡΙΖΑ) από το 13,2% στο 12,1%.
Το ιστορικό «κοινωνικό συμβόλαιο» μεταξύ πλατειών στρωμάτων της μισθωτής εργασίας του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα της οικονομίας και της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας αποδείχθηκε ανθεκτικό σ’ ολόκληρη την μεταπολιτευτική 35ετία, παρ’ όλες τις νεοφιλελεύθερες μεταλλάξεις του ΠΑΣΟΚ και παρά την ολοσχερή άμβλυνση του κοινωνικού του περιεχομένου (από τον ριζοσπαστικό μεταρρυθμισμό στην επιζήτηση της ελάχιστης άμυνας). Προφανώς και το μεταρρυθμιστικό περιεχόμενο αυτού του συμβολαίου με το λαό υπέστη διαδοχικές ρήξεις και αναιρέσεις (με κυριότερες εκείνες του 1986 και του 1996), ωστόσο όμως διατήρησε στοιχεία λαϊκής εκπροσώπησης. Αν σε μια πρώτη περίοδο (1981-’86) είχε ενεργά και ζωτικά μεταρρυθμιστικά χαρακτηριστικά (π.χ. δημοκρατική συνδικαλιστική νομοθεσία, δημόσιο σύστημα υγείας, ανώτερη τεχνολογική εκπαίδευση, αναδιανεμητική εισοδηματική πολιτική κλπ.), σε μια δεύτερη περίοδο (1986-’96) προσέλαβε αμυντικό κοινωνικό περιεχόμενο (καθυστέρηση εκκαθάρισης προβληματικών επιχειρήσεων, επανακρατικοποίηση της ΕΑΣ κ.ά.). Και εξίσου αποδείχθηκε ανθεκτικό στην κατοπινή περίοδο του «εκσυγχρονισμού και της αναδιάρθρωσης» (1996 - 2004). Αλλά και στην τελευταία φάση (2004-’09), με δεδομένη την μετωπική νεοφιλελεύθερη κυβερνητική πολιτική της ΝΔ (ολοκλήρωση ιδιωτικοποιήσεων, φορολογική επιδρομή στη μισθωτή εργασία και στις μικροαστικές τάξεις κλπ.), και σε συνδυασμό με τις συνέπειες της καπιταλιστικής κρίσης από το δεύτερο εξάμηνο του 2008, το «κοινωνικό αυτό συμβόλαιο» λειτούργησε από την πλευρά των λαϊκών εργαζομένων τάξεων μονομερώς, επενδύοντας προσδοκίες αμυντικού κοινωνικού χαρακτήρα, πέρα και από αυτές τις προγραμματικές πολιτικές κατευθύνσεις του ΠΑΣΟΚ που κινούνταν σε ακραιφνώς νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση (εξ ου και ο ολοσχερώς εύθραυστος πλέον χαρακτήρας του). Η λαϊκή εργατική πολιτική εμπιστοσύνη προς αυτή τη σοσιαλδημοκρατική (και σοσιαλφιλελεύθερη) εναλλακτική διαχείριση του ελληνικού καπιταλισμού στάθηκε για τρίτη ιστορικά φορά σταθερή και αναλλοίωτη.
Απεναντίας αυτή η σχέση πολιτικής εκπροσώπησης της πλειονότητας της μισθωτής εργασίας σε καμία περίπτωση δεν βρήκε πρόσφορο έδαφος στην ελληνική Αριστερά, ακόμη και στις περιόδους που στρεφόταν προς αυτήν (κρίσεις εκπροσώπησης του ΠΑΣΟΚ), εξ αιτίας των ανεπαρκειών και στρεβλώσεων που επέφερε επίμονα και μακροπρόθεσμα η μικροαστική ηγεμονία (παραδοσιακή και νέα) στους πολιτικούς σχηματισμούς του ΚΚΕ και του ΣΥΝ. Αποτέλεσμα υπήρξε η μακροχρόνια καθήλωση της πολιτικής επιρροής του ελληνικού αριστερού κινήματος στο μέσο όρο του 12%, παρ’ όλες τις διακυμάνσεις της πολιτικής επιρροής του ΠΑΣΟΚ (από το ελάχιστο του 38,1% στο μέγιστο του 48,1%).
Αυτό το γεγονός, λόγω του μακροχρόνιου άλλωστε χαρακτήρα του, καταδεικνύει την εγγενή αδυναμία της ελληνικής Αριστεράς να διεμβολίσει τη λαϊκή εργατική βάση της σοσιαλδημοκρατίας, εξ αιτίας της έντονης μικροαστικής κυριαρχίας που επικρατεί στους κόλπους της. Κατά συνέπεια, μόνον μια αριστερή πολιτική που εδράζεται σε δυνάμεις της εργατικής τάξης, της μισθωτής εργασίας ευρύτερα, έχει τα χαρακτηριστικά της ριζοσπαστικής κοινωνικής αντιπολίτευσης και των μεταβατικών αντικαπιταλιστικών στόχων πάλης, σε οργανική διασύνδεση με την σοσιαλιστική στρατηγική της γενικευμένης εργατικής λαϊκής χειραφέτησης, αποτυπώνει δηλαδή στην ίδια της την οργανωτική δομή την εργατική λαϊκή δημοκρατική ηγεμονία, είναι σε θέση να κλονίσει το σοσιαλδημοκρατικό «κοινωνικό συμβόλαιο», με το όποιο αμβλυμμένο του σήμερα περιεχόμενο, και να λειτουργήσει συσπειρωτικά για τον εργαζόμενο λαϊκό κόσμο της πολιτικής επιρροής του ΠΑΣΟΚ

Λωζάννη-Μόναχο 1Χ2 ,του Γ. Βαρουφάκη

You Pay Your Crisis

Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2012
Λωζάννη-Μόναχο 1Χ2


ΠΗΓΗ: protagon.gr

του Γ. Βαρουφάκη

24η Ιουλίου του 1923. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ως επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπίας στην Λωζάννη, υπογράφει την Συμφωνία που, ουσιαστικά, μέσα από τις στάχτες της Μικρασιατικής Καταστροφής, αποτέλεσε την βάση της δημιουργίας του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Μέσα από τις δαγκάνες της μεγάλης μας ήττας, ο Βενιζέλος κατάφερε να αποσπάσει ό,τι μπορούσε να αποσπαστεί από μία ηττημένη χώρα ώστε να κρατηθεί όρθια και με την αξιοπρέπειά της κατά το δυνατόν ανέπαφη.
30η Σεπτεμβρίου 1938. Ο πρωθυπουργός της Βρετανίας Neville Chamberlain, μετά την προσγείωσή του στο αεροδρόμιο του Heston, κομίζει την Συμφωνία του Μονάχου, και υπό τις επευφημίες του κόσμου που κατέφτασε εναγωνίως να τον προϋπαντήσει (καθώς οι φόβοι για έναν νέο καταστροφικό πόλεμο είχαν πρόσφατα κορυφωθεί), ανακοίνωσε ότι ο κίνδυνος απετράπη, ότι η χώρα σώθηκε από την περιπέτεια ενός νέου ευρωπαϊκού πολέμου. «I believe it is peace for our time», ήταν η θριαμβευτική του έκφραση που έμεινε στην ιστορία και με την οποία ξεκινούν σχεδόν όλα τα ντοκιμαντέρ του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Το ερώτημα σήμερα τίθεται πολύ απλά: Το Μνημόνιο 2 θα καταγραφεί στην ιστορία ως μια νέα Συνθήκη της Λωζάννης ή ως ένα νέο Μόναχο; Θα αποτελέσει, όπως η Λωζάννη, μια σκληρή για την Ελλάδα συνθήκη που όμως μας δίνει την ευκαιρία για το χτίσιμο της σύγχρονης Ελλάδας, ακυρώνοντας την πτώχευση του ελληνικού δημοσίου και την έξοδο από το ευρώ (μια έξοδος που θα συμπαρέσυρε και την υπόλοιπη ευρωζώνη στην αποδόμηση); Ή μήπως θα λειτουργήσει υπέρ της Κρίσης, όπως και το Μόναχο το οποίο όχι μόνο δεν ακύρωσε τον Πόλεμο αλλά του έδωσε χρόνο (όταν τελικά εκείνος αποφάσισε να ξεσπάσει) να γίνει μεγαλύτερος, χυδαιότερος, καταστροφικότερος;
Από τα χειρότερα συμπτώματα της Κρίσης είναι τα φαινόμενα ενός νέου εθνικού διχασμού μεταξύ εκείνων που πιστεύουν πως το Μνημόνιο 2 θυμίζει Λωζάννη κι εκείνους που το βλέπουν ως ένα σύγχρονο Μόναχο. Αυτός ο διχασμός, όπως κάθε διχασμός, μας αφαιρεί τις δυνατότητές μας, ως κοινωνία, να συνδιαλεγόμαστε, να οργανώνουμε έναν εποικοδομητικό δημόσιο διάλογο. Τις τελευταίες βδομάδες παρατηρώ, με λύπη, την όλο και διογκούμενη πόλωση. Ακόμα και σε αυτές τις σελίδες, τα σχόλια των αναγνωστών (και στα δικά μου άρθρα) τείνουν να στερούνται όλο και περισσότερο την έφεση προς τον διάλογο, την σύνθεση, την διάθεση για «να σκεφτόμαστε διαφορετικά». Αυτό-κατατάσσονται όλο και περισσότερο είτε στην ομάδα των υποστηρικτών-οπαδών του τάδε ή του δείνα αρθρογράφου είτε σε εκείνους που ξοδεύουν ενέργεια και χρόνο για να τον/την καταγγείλουν, υπονομεύσουν, σπιλώσουν.
Βέβαια, αυτή η πόλωση είναι κατανοητή. Η χώρα αντιμετωπίζει υπαρξιακή αγωνία. Κινδυνεύει να εκπέσει της Ιστορίας, για να δανειστώ την έκφραση του Fredrik Jameson. Ποια από τις δύο ερμηνείες του Μνημονίου 2 είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα (και συνεπώς θα επιβεβαιωθεί από τον ρου των γεγονότων) έχει ύψιστη σημασία για το μέλλον του τόπου. Λογικό είναι όσοι πιστεύουν την μία ερμηνεία να αντιμετωπίζουν τους πιστεύοντες την άλλη ερμηνεία ως (εκόντες ή άκοντες) νεροκουβαλητές του «κακού». Λογικό αλλά καταστροφικό παράλληλα. Προτείνω να κάνουμε όλοι πίσω από αυτή την διχαστική, φυγόκεντρη, τάση. Γιατί σε τελική ανάλυση, θα έρθει η στιγμή (όπως ήρθε και στις δύο περιπτώσεις, της Ελλάδας και της Βρετανίας στον Μεσοπόλεμο) που, όποιο «στρατόπεδο» ή ερμηνεία και να δικαιωθεί εδώ στην Ελλάδα, θα βρεθούμε μαζί στα (ελπίζω συμβολικά) χαρακώματα μιας ευρωπαϊκής Κρίσης όπου θα αγωνιστούμε από κοινού για το μέλλον αυτής της μικρής γωνιάς της Ευρώπης.
Η πιο πάνω έκκληση για ομόνοια, ή τουλάχιστον για απόρριψη της διχόνοιας, δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι πρέπει να σταματήσουμε να διαφωνούμε έντονα. Σημαίνει απλώς να διαφωνούμε με καλή διάθεση, έτοιμοι να δούμε την αλήθεια (ή ψήγματά της) σε αυτό που λέει ο «άλλος», ο «αντίπαλος». Σημαίνει ακόμα την ισηγορία: να βγάλουμε από το μυαλό μας ποιος λέει αυτό που λέει (και την άποψη μας για το πρόσωπο) εστιάζοντας σε αυτό που λέει, στο πόσο χρήσιμο και αληθινό είναι. Όχι, η ισηγορία δεν είναι πολυτέλεια για την εποχή που ζούμε. Είναι προαπαιτούμενο σωτηρίας για έναν λαό που αντιμετωπίζει την μεγαλύτερη κρίση στην μεταπολεμική του ιστορία.
Η συμφωνία για το Μνημόνιο 2 έχει πολύ δρόμο μπροστά της, όπως γνωρίζετε καλά. Τις επόμενες εβδομάδες, και μέχρι να τελειώσουν οι Προεδρικές εκλογές στην Γαλλία, τα πράγματα θα εξελίσσονται, τουλάχιστον φαινομενικά, σχεδόν ομαλά. Σκέφτομαι να κάνω χρήση αυτής της σχετικής «ομαλότητας» για να ξεκινήσω έναν «διάλογο» με τρεις σχολές σκέψης για το δίλημμα Λωζάννη-Μόναχο. Στα επόμενα άρθρα μου, θα απευθύνω ανοικτές επιστολές προς: (α) τους έλληνες νεοφιλελεύθερους υπέρμαχους της ερμηνείας Λωζάννη, (β) τους έλληνες Κευνσιανούς υπέρμαχους της ερμηνείας Λωζάννη, και (γ) τους έλληνες μαρξιστές υπέρμαχους της ερμηνείας Μονάχου και της επιστροφής στην δραχμή. Τρεις επιστολές, τρεις βδομάδες. Ελπίζω να αποδειχθούν αρκετά ήσυχες ώστε να μην χρειαστούν εμβόλιμα άρθρα στο μεταξύ…
Για σήμερα, θα κλείσω με μια σύνοψη των τεσσάρων λόγων που, κατ’ εμέ, το Μνημόνιο 2, αν και εύχομαι να αποδειχθεί μια νέα Λωζάννη, θα θυμίζει περισσότερο (και μάλιστα πολύ γρήγορα) ένα νέο Μόναχο:
1. Όπως φαίνεται ξεκάθαρα στη γνωστή έκθεση του ΔΝΤ περί της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους υπό το Μνημόνιο 2, οι πιθανότητες να καταστεί το ελληνικό χρέος βιώσιμο τείνουν ασυμπτωτικά στο μηδέν. Κατ’ αρχάς, ακόμα και ο εκπεφρασμένος στόχος είναι… κάλπικος. Θα θυμάστε ότι στόχος είναι το χρέος μας, ως ποσοστό του εθνικού εισοδήματος (του ΑΕΠ), να μειωθεί στο 120%. Γιατί όχι στο 110%; Μα επειδή της Ιταλίας βρίσκεται (και θα παραμείνει) κοντά στο 120%, οπότε δεν είναι δυνατόν να χαρακτηριστεί το 120% υπερβολικό για την Ελλάδα (λέγοντας πως πρέπει να μειωθεί στο 110%) χωρίς αυτό να σηματοδοτεί ότι και η Ιταλία οδεύει στην πτώχευση… Όμως αυτά τα ποσοστά δεν σημαίνουν τίποτα από μόνα τους. Το δημόσιο χρέος της Ιαπωνίας ξεπερνά το 200% αλλά όλοι τρέχουν να την δανείσουν. Τι κρίνει λοιπόν, αν όχι αυτό το ποσοστό, την βιωσιμότητα ενός δημοσίου; Απάντηση: Δύο νούμερα και το πόσο κοντά βρίσκονται μεταξύ τους. Το ένα νούμερο είναι το επιτόκιο στο οποίο δανείζεται το δημόσιο μιας χώρας. Στην Ελλάδα, δεδομένου ότι το δημόσιο από τον Μάη του 2010 δανείζεται μόνο από την τρόικα, πληρώνει επιτόκιο, μέσον όρο, γύρω στο 4%. Το άλλο νούμερο είναι ο ρυθμός αύξησης του εθνικού εισοδήματος (πριν υπολογίσουμε τον πληθωρισμό). Αν αυτά τα δύο νούμερα προβλέπεται ότι θα είναι κοντά το ένα στο άλλο για τα επόμενα χρόνια (δεν πειράζει να αποκλίνουν για ένα ή δύο) τότε το χρέος κρίνεται βιώσιμο. Γιατί; Επειδή το επιτόκιο ουσιαστικά υποδηλώνει, μέσες-άκρες, τον ρυθμό αύξησης του δημόσιου χρέους της χώρας: αν είναι κοντά στον ρυθμό μεγέθυνσης του εθνικού εισοδήματος (σε ευρώ), τότε χρέη και εισόδημα αυξάνονται λίγο-πολύ παράλληλα. Άρα το χρέος, αν και αυξάνεται, μπορεί να εξυπηρετείται. (Π.χ. ένα πλούσιος άνθρωπος μπορεί να δανείζεται τεράστια ποσά εφόσον τα εισοδήματά του αυξάνονται με τον ίδιο ρυθμό όπως και τα χρέη του.) Στην Ελλάδα, σήμερα, ο ρυθμός αύξησης του εθνικού εισοδήματος (προ πληθωρισμού) είναι καθηλωμένος στο μείον 7,5%. Άρα, έχουμε μια απόκλιση αυτών των δύο αριθμών της τάξης του 11,5%! Πρόκειται για την μεγαλύτερη τέτοια απόκλιση στα ιστορικά της παγκόσμιας οικονομίας για μια χώρα που δανείζεται για να αποφύγει την στάση πληρωμών. Και νάταν μόνο αυτό; Ποια η προοπτική να μειωθεί αυτή η απόκλιση στο 2% ή 3%; Καμία! Η επιβολή μείωσης των δημόσιων δαπανών κατά τουλάχιστον €3 δις, την ώρα που τα εργατικά εισοδήματα θα μειώνονται και στον ιδιωτικό και στην δημόσιο τομέα, σημαίνει ότι ένα μείον 5% με 7,5% «μεγέθυνσης» είναι εξασφαλισμένο για το μέλλον. Να γιατί ούτε καν το ΔΝΤ δεν μπορεί να μιλήσει ανερυθρίαστα για τις προοπτικές επιτυχίας του Μνημονίου 2.

2. Έχετε προσέξει ότι τα spreads Ιταλίας και Ισπανίας έχουν μειωθεί ιδιαίτερα; Τι συνέβη; Βελτιώθηκε η κατάσταση στις δύο αυτές χώρες; Όχι βέβαια. Η απόκλιση μεταξύ των δύο αριθμών που ανέφερα πιο πάνω (ως ενδεικτική της βιωσιμότητας ενός κράτους) αποτελούν κόλαφο τόσο για την Ισπανία όσο και για την Ιταλία. Για την ακρίβεια η απόκλιση μεταξύ τους κυμαίνεται γύρω στο εξωφρενικό (για τόσο μεγάλες και κραταιές οικονομίες) 8%. Τότε γιατί βρίσκουν χρήματα να δανειστούν; Επειδή η ΕΚΤ τυπώνει εκατοντάδες δις ευρώ, τα δίνει χωρίς δεύτερη κουβέντα στις ιταλο-ισπανικές τράπεζες και εκείνες, κατόπιν, δανείζουν τα κράτη τους. Αν η ΕΚΤ είχε κάνει το ίδιο με την Ελλάδα τον Μάρτιο του 2010, ούτε τα δικά μας spreads θα είχαν τιναχθεί στον αέρα (και συνεπώς δεν θα υπήρχε Μνημόνιο 1). Όμως, το γεγονός ότι η ΕΚΤ παρεμβαίνει μαζικά δανείζοντας τις τράπεζες-ζόμπι οι οποίες με την σειρά τους δανείζουν τα κράτη-ζόμπι (γιατί δυστυχώς αυτό ισχύει και για τον δημόσιο τομέα των Ιταλο-ισπανών) δεν σημαίνει ότι η Κρίση του Ευρώ καταλάγιασε. Όχι. Απλώς, μετανάστευσε από ένα λογιστικό βιβλίο σε ένα άλλο. Σε ποιο; Σε αυτό της ΕΚΤ. Εδώ δεν αναφέρομαι στην γνωστή αγωνία (ιδίως των γερμανών) ότι το τύπωμα χρήματος θα ανεβάσει τον πληθωρισμό. Σε υφεσιακές περιόδους αυτός ο κίνδυνος είναι περιορισμένος, έως ανύπαρκτος. Όχι, αναφέρομαι σε κάτι άλλο. Στο εσωτερικό της η ΕΚΤ κρατά έναν λογαριασμό για το τι χρωστά η μία Κεντρική Τράπεζα του ευρωσυστήματος στην άλλη (π.χ. η Ιταλική στην Γερμανική). Αυτά τα χρωστούμενα αντανακλούν τα ελλείμματα στα εμπορικά ισοζύγια (π.χ. όταν η Ελλάδα εισάγει πιο πολλά από όσα εξάγει στην Γερμανία, αυτό μεταφράζεται σε χρέος της Τράπεζας της Ελλάδος προς την Bundesbank.) Αυτός ο λογαριασμός φέρει την ονομασία Target 2. Λοιπόν, σύμφωνα με την γερμανική Börsenzeitung περί τα €511 δις χρωστούν οι Κεντρικές Τράπεζες της περιφέρειας στην Κεντρική Τράπεζα της Γερμανίας. Με απλά λόγια, οι μη βιώσιμες και όλο διογκούμενες ανισορροπίες εντός της ευρωζώνης απλά μετανάστευσαν από τα spreads στο εσωτερικό του ευρωσυστήματος. Αυτό δεν τις καταστά περισσότερο βιώσιμες. Να γιατί θεωρώ ότι η πρόσφατη Συμφωνία των Βρυξελλών δεν θα αποδειχθεί απλώς ένα Μόναχο για την Ελλάδα αλλά ένα Μόναχο για ολόκληρη την ευρωζώνη.

3. Η ευρωζώνη ολόκληρη βρίσκεται σε ύφεση (αν και, βεβαίως, η ύφεση, όπως και το εισόδημα, δεν κατανέμεται «ισόποσα» σε όλα τα μήκη και πλάτη της ευρωζώνης). Η αποφασιστικότητα με την οποία η νέα αυτή Συνθήκη, το Μνημόνιο 2, σηματοδοτεί την αδυναμία της Ευρώπης να στρέψει πλεονάζουσες αποταμιεύσεις υπό την μορφή παραγωγικών (και επικερδών) επενδύσεων στις περιοχές και στους κλάδους που παράγουν ελλείμματα και χρέη, οδηγεί στο ασφαλές (κατ’ εμέ) συμπέρασμα ότι οδεύουμε στον δρόμο του Μονάχου και όχι της Λωζάννης. Για αυτό δεν χρειάζεται να πιστέψετε εμένα. Διαβάστε το Der Spiegelτο οποίο λέει τα ίδια πράγματα καλύτερα.

4. Με δεδομένα τα πιο πάνω τρία σημεία, θεωρώ πως τα παρακάτω εδάφια της Συμφωνίας δεν είναι τίποτα άλλο από παράδοση άνευ όρων μετά από την επικείμενη αποτυχία των στόχων του Μνημονίου 2: «Το Eurogroup χαιρετίζει την πρόθεση της Ελλάδας να θέσει σε λειτουργία μηχανισμό ο οποίος… θα προωθεί κονδύλια που έχουν παραχθεί στο εσωτερικό για εξυπηρέτηση του ελληνικού χρέους πληρώνοντας, υπό την εποπτεία της τρόικας, ένα ποσόν που αντιστοιχεί στα χρέη του τριμήνου απ’ ευθείας σε ειδικό (ξεχωριστό) λογαριασμό του εντολοδόχου της Ελλάδας.» «Το Eurogroup χαιρετίζει την πρόθεση της Ελλάδας να εισάγει στους επόμενους δύο μήνες στο ελληνικό δίκαιο πρόβλεψη σύμφωνα με την οποία οι αποπληρωμές των δανειστών έχουν απόλυτη προτεραιότητα. Η πρόβλεψη αυτή θα συμπεριληφθεί στο Σύνταγμα της Ελλάδας το ταχύτερο δυνατόν.»

Με τις παραπάνω σκέψεις, και μιας και αναφέρθηκα στο Μόναχο, επιτρέψτε μου να κλείσω με τα λόγια του Winston Churchill ο οποίος, στην Βουλή των Κοινοτήτων, σχολίασε την Συμφωνία του Μονάχου, την οποία η πλειοψηφία της Βουλής είχε εγκρίνει ως σωτήρια. Καλύτερα λόγια για να περιγράψω τα συναισθήματά μου για το Μνημόνιο 2 δεν μπορούσα να βρω:
«Παρούσα μεταξύ μας είναι μία καταστροφή πρώτης τάξεως… ηττηθήκαμε δίχως πόλεμο, και τα αποτελέσματα της ήττας μας θα ταξιδέψουν μαζί μας, στον δικό μας δρόμο… περάσαμε ένα απαίσιο σημείο της ιστορικής μας διαδρομής όπου ολόκληρη η ισορροπία της Ευρώπης αποσυντέθηκε καθιστώντας δίκαιες τις εξής καταδικαστικές λέξεις για τις ευρωπαϊκές μας δημοκρατίες: «Βρεθήκατε στην κόψη του ξυραφιού και πιαστήκατε ανίκανες!» Και μη νομίσετε ότι αυτό είναι όλο. Αυτή είναι η αρχή του «λογαριασμού». Είναι η πρώτη γουλιά, η πρώτη γεύση του πικρού ποτηριού από το οποίο θα πρέπει να πίνουμε χρόνο με τον χρόνο εκτός αν στο μεταξύ… ξεσηκωθούμε και υπερασπιστούμε την ελευθερία μας όμως όπως κάποτε.»
ΥΓ1. Το πιο πάνω κείμενο βασίστηκε σε δύο αγγλικά σημειώματα: αυτό και αυτό.

ΥΓ2. Σε σχέση με το άρθρο μου της προηγούμενης εβδομάδας (όπου αναφέρθηκα σε ρητές δηλώσεις γερμανών τραπεζιτών που απέπνεαν ότι Ελλάδα και Πορτογαλία οδηγούνται στην έξοδο από την ευρωζώνη) μπορείτε να δείτε και να ακούσετε έναν εξ αυτών να μιλάει ξεκάθαρα επ’ αυτού. Να προσθέσω μόνο ότι αντίστοιχες απόψεις μου διαβίβασαν άλλοι έξι παράγοντες κορυφαίων τραπεζών οι οποίοι όμως αρνήθηκαν να το κάνουν μπροστά στην κάμερα του Channel 4. Πατήστε εδώ και δείτε ολόκληρη την συνέντευξη που διατίθεται στο κάτω μέρος της σελίδας. Αν επί πλέον θέλετε να δείτε το ντοκιμαντέρ που ετοίμασα για το Channel 4, πατήστε εδώ.


Αναρτήθηκε από You Pay Your Crisis στις 11:54 π.μ.
Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012Δημοκρατία ή ευρωκατοχή;
Δεν κρύβουν λόγια οι Φαϊνάνσιαλ Τάιμς του Λονδίνου: «Η πρώτη αποικία της ευρωζώνης» αποκαλούν την Ελλάδα! Έχουν φυσικά απόλυτο δίκιο. Έτσι κατάντησαν τη χώρα οι «γερμανοτσολιάδες» ηγέτες και βουλευτές του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ. Παράλληλα, ο βρετανικός και ο αμερικανικός Τύπος θέτουν ωμά -για τους δικούς βεβαίως λόγους, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουν δίκιο-το δίλημμα ενώπιον του οποίου βρίσκεται ο ελληνικός λαός και για το οποίο θα ψηφίσει όταν γίνουν εκλογές: Τι προτιμάει, δημοκρατία και χρεοκοπία ή παραμονή στο ευρώ και ευρωκατοχή;

Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Θόδωρος Πάγκαλος, η «φωνή των γερμανοτσολιάδων», δεν έχει τον παραμικρό δισταγμό να διακηρύξει ευθέως ότι δεν τον ενδιαφέρει καθόλου η απώλεια της εθνικής κυριαρχίας της Ελλάδας. Με απόλυτη ειλικρίνεια εκφράζει ανοιχτά αυτό που ο Παπανδρέου, ο Σαμαράς, ο Βενιζέλος και τουλάχιστον 250 από τους 300 βουλευτές προ¬σπαθούν να κρύψουν: «Είναι μεγάλο πρόβλημα (σ.σ. η απώλεια της εθνικής κυριαρχίας) για πολλούς συμπατριώτες μου, ίσως για την πλειονότητα. Κατανοώ την άποψη τους. Όμως είμαι υπέρ του να χάνει κανείς την κυριαρχία του. Πάντοτε ήμουν!» δήλωσε ευθαρσώς στο γαλλικό ραδιοφωνικό σταθμό Ευρώπη-1. Δεν πρόκειται για κάποια προσωπική υπερβολή ή εκτροπή «πα-γκαλικού» τύπου. Αυτή είναι η ανομολόγητη γραμμή όχι μόνο του Πάγκαλου, του ΠΑΣΟΚ ή του πολιτικού προσωπικού των δύο κομμάτων εξουσίας, αλλά της ίδιας της ελληνικής αστικής τάξης. Αυτή η στρατηγική των αστών οδήγησε την Ελλάδα στην ΕΟΚ, στην EE, στην ευρωζώνη, στη σημερινή νέα γερμανική κατοχή. Η θέση του Πάγκαλου, λοιπόν, είναι η θέση του ελληνικού καπιταλισμού και έτσι πρέπει να αντιμετωπιστεί. Η υποταγή στο Τέταρτο Ράιχ συνιστά την ουσία της στρατηγικής της ελληνικής αστικής τάξης σήμερα.

Έχουν φρίξει οι μεγαλύτερες αστικές εφημερίδες του κόσμου από την απερίγραπτη δουλοφροσύνη των ελλήνων αστών, οι οποίοι ούτε στιγμή δεν διστάζουν να αποδεχθούν τους πιο εξευτελιστικούς όρους που υπαγορεύει το Τέταρτο Ράιχ, όπως είναι η αναθεώρηση του Συντάγματος προκειμένου να συμπεριληφθεί άρθρο που θα καθιστά πλέον συνταγματική επιταγή να πληρώνονται κατ' απόλυτη προτεραιότητα οι ξένοι δανειστές και στη συνέχεια, με όσα λεφτά μένουν, να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του το ελληνικό κρά¬τος προς τους έλληνες πολίτες! Απίστευτο! Ούτε στα ...1890 δεν υπήρχαν Συντάγματα ανεξάρτητων κρατών που να περιλαμβάνουν και να κατοχυρώνουν τέτοιες διατάξεις, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι οι ξένοι δανειστές όντως διοικούσαν ουσιαστικά τις χώρες που δάνειζαν.

Ντρέπονταν όμως να εγγράψουν και στα Συ-ντάγματά τους τόσο αισχρές διατάξεις όσο αυτή που ο συνταγματολόγος καθηγητής Βενιζέλος αποδέχθηκε στη σύνοδο των υπουργών Οικονομικών της ευρωζώνης τη νύχτα της Δευτέρας - και μαζί του φυσικά αποδέχθηκε το σύνολο σχεδόν του πολιτικού προσωπικού της χώρας πλην της Αριστεράς, τονίζοντας ότι στην Αριστερά κατ' ουδένα τρόπο δεν περιλαμβάνεται το πασοκικό συνονθύλευμα του Φώτη Κουβέλη.

Εκπλήσσονται οι ευρωπαίοι αστοί και τα δημοσιογραφικά τους όργανα από την εθελοδουλεία των ελλήνων αστών. Ακούγεται απίστευτο, αλλά φτάσαμε στο σημείο, όπως τουλάχιστον μεταδίδει ο ανταποκριτής του Έθνους στην Ουάσινγκτον Μιχάλης Ιγνατίου, να διαφωνεί με την επιβολή του όρου συνταγματικής αναθεώρησης στην Ελλάδα ακόμη και το ...ΔΝΤ!
Στη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του ΔΝΤ την Τετάρτη «τονίστηκε ότι η επιβολή από την τρόικα αλλαγών στο ελληνικό Σύνταγμα, όπως και αυτό καθαυτό το πρόγραμμα (σ.σ. "διάσωσης" της Ελλάδας από τους Ευρωπαίους) αποτελεί "αυθάδη παρέμβαση" στις ελληνικές εσωτερικές υποθέσεις» αναφέρει επί λέξει η ανταπόκριση.

Έχουν δίκιο 25 γάλλοι αριστεροί διανοούμενοι, οι οποίοι δημοσίευσαν ένα μανιφέστο υποστήριξης του ελληνικού λαού στον ιστότοπο της γαλλικής εφημερίδας Λιμπερασιόν, όπου αναφέρουν μεταξύ πολλών άλλων: «Πρωτίστως, το ζητούμενο είναι να μετατραπεί η Ελλάδα σε εργαστήριο μιας κοινωνικής μεταλλαγής που θα γενικευθεί στη συνέχεια σε ολόκληρη την Ευρώπη... Η τεχνητή και καταναγκαστική επιδείνωση του προβλήματος του χρέους χρησιμοποιήθηκε σαν όπλο εφόδου για την άλωση μιας κοινωνίας στο σύνολο της».
Οι γάλλοι διανοούμενοι υπογραμμίζουν σε άλλο σημείο του μανιφέστου τους, προειδοποιώντας τους λαούς της Ευρώπης: «Προκειμένου αυτή η αντεπίθεση του νεοφιλελευθερισμού να πετύχει το στόχο της χρειάζεται να εγκαθιδρύσει ένα καθεστώς που καταργεί τα πλέον στοιχειώδη δημοκρατικά δικαιώματα... Πρόκειται για ένα σημείο καμπής όσον αφορά στα κοινοβουλευτικά καθεστώτα, στο πλαίσιο των οποίων βλέπουμε τους "αντιπροσώπους του λαού" να εξουσιοδοτούν εν λευκώ τους ειδικούς και τους τραπεζίτες, απαρνούμενοι την υποτιθέμενη εξουσία τους να αποφασίζουν. Ένα είδος κοινοβουλευτικού πραξικοπήματος...».

Η εικόνα ως προς το τι συμβαίνει στη χώρα μας γίνεται όλο και πιο καθαρή για όλο και περισσότερο κόσμο. Το ζητούμενο τώρα είναι αν μπορεί η ελληνική Αριστερά να ηγηθεί του λαού μας στην πάλη για ανατροπή αυτής της κατάστασης.

Πηγή: Γ. Δελαστίκ - "Πριν"

Αναρτήθηκε από ΒΑΘΥ στις 2:01 π.μ.

Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2012

Το μεγάλο ευρωπαϊκό ξεπούλημα : Σε όλη την Ευρώπη βγαίνει στο σφυρί δημόσια περιουσία, στον μεγαλύτερο πλειστηριασμό όλων των εποχών

ΕΙΔΗΣΕΙΣ
25/02/2012 - 13:21


Σε όλη την Ευρώπη βγαίνει στο σφυρί δημόσια περιουσία, στον μεγαλύτερο πλειστηριασμό όλων των εποχών. Περιουσιακά στοιχεία που έχουν δημιουργηθεί με το μόχθο των εργαζόμενων επί δεκαετίες πουλιούνται έναντι πινακίου φακής, στο πλαίσιο των περικοπών και υπό το πρόσχημα των δημοσίων χρεών. Η γιγαντιαία επιχείρηση ιδιωτικοποίησης, υπό το κλίμα της μιντιακής τρομοκρατίας περί χρέους και πτωχεύσεων, καθοδηγείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις εθνικές κυβερνήσεις μεταφέροντας στην τάξη των μεγαλοεπιχειρηματιών και των κεφαλαιούχων περιουσιακά στοιχεία και κοινωνικές υποδομές μεγάλης αξίας. Τα ενδεικτικά απλώς στοιχεία δημοσιεύτηκαν στη βρετανική εφημερίδα Independent στις 18/2.


Ιρλανδία

Δάση, επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, μια αεροπορική εταιρία και το Δημόσιο Ιπποφορβείο

Η ιρλανδική κυβέρνηση ξεπουλάει πλήθος δημοσίων περιουσιακών στοιχείων ανάμεσα στα οποία τη δημόσια επιχείρηση φυσικού αερίου, την αεροπορική εταιρία Aer Lingus, την δασική εταιρία Coillte και το φημισμένο Δημόσιο Ιπποφορβείο (αξίας σχεδόν €1 δισ.). Η Bord Gais, η εταιρία φυσικού αερίου, έχει αποτιμηθεί σε €2.5 δισ. Το υπουργείο Μεταφορών επιβεβαίωσε την περασμένη εβδομάδα ότι υπάρχει "έντονο ενδιαφέρον” για το μερίδιο του δημοσίου στην Aer Lingus, αξίας 123 δισ. ευρώ.

Πορτογαλία

Ενεργειακές υποδομές

Μία από τις χώρες που ξεπούλησε στα γρήγορα. Το πορτογαλικό ενεργειακό δίκτυο κατέχεται σήμερα εν μέρει από τους Κινέζους και εν μέρει από την Oman Oil. Πουλήθηκε έναντι €592 εκατ. Η κινεζική Three Gorges Corporation αγόρασε έναντι 8 δισ. ευρώ το 21% της Energias de Portugal, της δημόσιας εταιρίας ενέργειας.

Ηνωμένο Βασίλειο
Πρεσβείες, κρατικά κτίρια, στρατιωτικός εξοπλισμός

Σχεδιάζεται να πουληθούν εκατοντάδες πρεσβείες και σπίτια που έχει στην ιδιοκτησία του το Φόρεϊν Όφις σε όλες τις χώρες του κόσμου, συνολικής αξίας £240 εκατ.

Στη Βρετανία, πωλείται το Αψιδωτό Ναυαρχείο, ένα εμβληματικό κτίριο του Λονδίνου, έναντι £75 εκατ. Θα μετατραπεί σε ξενοδοχείο. Επίσης οι Υπηρεσίες Εναέριας Κυκλοφορίας, το κέντρο τηλεόρασης του BBC. Αυτά πλέον των ιδιωτικοποιήσεων στους σιδηροδρόμους και σε σε άλλες δημόσιες υποδομές.


Το υπουργείο Άμυνας πουλά τους στρατώνες Deepcut – και στρατιωτικό εξοπλισμό. 72 τζετ Harrier πουλήθηκαν πρόσφατα στις ΗΠΑ, στον πλειστηριασμό βγήκε επίσης το αεροπλανοφόρο HMS Ark Royal (αναμένεται άμεσα η απόφαση για την πώλησή του). Άλλες παρόμοιες πωλήσεις περιλαμβάνουν ελικόπτερα, αυτοκίνητα Land-Rovers και πολυτελή ρολόγια.

Ισπανία

Δημόσιες υποδομές (και το μετρό της Μαδρίτης)

Στην Ισπανία σχεδιαζόταν η μερική ιδιωτικοποίηση του εθνικού λαχείου, αλλά απορρίφθηκε τον περασμένο Σεπτέμβριο λόγω του χαμηλού αγοραίου αντιτίμου.Η ισπανική κυβέρνηση προτίθεται να πουλήσει την εταιρία ύδρευσης της Μαδρίτης για 3,5 εκατ. ευρώ, και το Κανάλι Ισαβέλα ΙΙ. Το μετρό , αξίας 2 δισ. ευρώ, είναι επίσης προς πώληση.

Φιλανδία

Το σπίτι του Άι Βασίλη

Από την πανδημία ξεπουλήματος δεν γλίτωσε ούτε ο Άγιος. Η φιλανδική κυβέρνηση πούλησε το μερίδιό της –32%-- στο λαπωνικό Σάνταπαρκ σε μια εταιρία ταξιδίων, πριν από δύο χρόνια.

Γαλλία

Δημόσια ακίνητα υψηλής αξίας

Η Γαλλία πουλάει δημόσια ακίνητα εδώ και κάμποσα χρόνια. Το 2010, αναγγέλθηκε η πώληση 1.700 επιπλέον ακινήτων. Ιστορικά σατό, παρισινές αγροικίες, βασιλικά κυνηγετικά περίπτερα βγαίνουν στο σφυρί.

Αυστρία

Άλπεις (ή υστερία του ξεπουλήματος)

Δημόσια κατακραυγή προκάλεσε η αυστριακή κυβέρνηση, όταν τον περασμένο Ιούνιο έβαλε πωλητήριο σε δύο βουνά για €121.000. Οι τοπικές αντιδράσεις στην πώληση του Rosskopf (2.600μ.) και του γειτονικού του Grosse Kinigat (2.700μ) την ανάγκασαν να υποχωρήσει. Αλλά ένας υπουργός είπε ότι τα βουνά θα πουληθούν οπωσδήποτε αργότερα.

Ιταλία

Κτίρια. Παραλίες. Χρυσάφι. Τμήματα αρχαιοτήτων.

Το 2010, η κυβέρνηση άρχισε το μαζικό ξεπούλημα 9.000 κτιρίων, παραλιών, οχυρών ακόμη και νησιών, εν ονόματι του δημόσιου χρέους. Η αξία τους υπολογίστηκε στα 3 δισ. στερλίνες. Δεκάδες βενετσιάνικα παλάτια πουλήθηκαν σε ξενοδόχους. Το Κολοσσαίο διατέθηκε ως διαφημιστικός χώρος. Πρόσφατα η χώρα πιέστηκε από τη Γερμανία να πουλήσει τα αποθέματά της σε χρυσό, "όσο η τιμή είναι υψηλή”.

Λετονία

Μια ολόκληρη πόλη

Μια ολόκληρη πόλη πουλήθηκε σε πλειστηριασμό και αγοράστηκε από ρωσική εταιρία για £1.9 εκατ. το 2010. Η Skrunda-1, κάποτε ρωσική στρατιωτική βάση, εγκαταλείφθηκε ύστερα από την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης. Το 2010 είδαν το φως της δημοσιότητας ειδήσεις για οικογένειες που είχαν υποστεί έξωση για αστεία ποσά (200 ευρώ) και ζούσαν στα δάση.

Πηγή: aristerovima

ΤΕΛΙΚΑ ΘΑ ΜΕΙΩΘΕΙ ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΚΑΤΑ €107 ΔΙΣ;

ΠΗΓΗ: ΙΣΚΡΑ

Η ΠΙΚΡΗ ΑΛΗΘΕΙΑ, ΤΑ ΠΟΛΛΑ ΨΕΜΑΤΑ ΚΑΙ ΟΙ ΑΚΟΜΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ «ΑΠΟΚΡΥΨΕΙΣ» ΤΩΝ ΜΜΕ!

PSI+: ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΡΑΠΕΖΙΤΗ!

H συμφωνία του Eurogroup, έγινε δεκτή με διθυραμβικά σχόλια από τα κυρίαρχα ΜΜΕ, τα οποία υπερπροβάλλουν ως μια δήθεν μεγάλη ελάφρυνση, το «κούρεμα» του χρέους προς τους ιδιώτες, κατά €107 δις(53,5%).
Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Υπάρχει όντως, ουσιαστική ελάφρυνση για τη χώρα και ζημία για τους ιδιώτες πιστωτές;
Καταρχήν, ως γνωστόν, το μέγεθος του ελληνικού δημόσιου χρέους προσεγγίζει τα €350 δις, περίπου, επομένως ένα ονομαστικό «κούρεμα» της τάξης των €107 δις, δεν δίνει καμία ουσιαστική απάντηση στο πρόβλημα.
Πόσω μάλλον, όταν επίσημος στόχος του PSI, είναι το δημόσιο χρέος να φτάσει το 120% του ΑΕΠ το 2020, όσο ήταν, δηλαδή, το 2009! Και πάλι όμως και αυτό ακόμα ο στόχος θα αποδειχθεί, στην πράξη, όνειρο θερινής νυκτός, μιας και βασίζεται σε εξωπραγματικές παραδοχές, τόσο για την πορεία τηςμνημονιακής ύφεσης όσο και για την πορεία των δημοσιονομικών μεγεθών (πρωτογενή πλεονάσματα κλπ).


Δηλαδή δεν μας έσωσαν;
Όμως, ακόμα και αυτό το μέγεθος των €107 δις, είναι πλασματικό καθώς, θα αντισταθμιστεί σχεδόν κατά το ήμισυ (€50 δις),, από το τροϊκανό δάνειο, που θα πάει για την ανακεφαλαιοποίηση τωνελληνικών τραπεζών, μετά και ως συνέπεια του PSI.
Τραγική «ειρωνεία», το γεγονός πως οι αρχικές εκτιμήσεις έκαναν λόγο για ανακεφαλαιοποίηση της τάξης των €40 δις, με το εν λόγω ποσό να αυξάνεται ακριβώς λόγω του μεγαλύτερου «κουρέματος» τόσο σεονομαστικούς όρους (53,5%) όσο και ως καθαρή παρούσα αξία (70+%).
Επιπροσθέτως, στο συνολικό «ισοζύγιο» του PSI, θα πρέπει να μετρήσουμε και τις απώλειες που θα έχουν τα ασφαλιστικά ταμεία, ως συνέπεια του κουρέματος. Οι απώλειες αυτές υπολογίζονται στα €12 δις, και θα μεταφραστούν, τους επόμενους μήνες, και σε απώλειες συντάξιμων αποδοχών!
Επομένως, για τον ελληνικό λαό και ειδικότερα τους ασφαλισμένους, η καθαρή ελάφρυνση από το χρέος θα φτάσει μόλις τα €45 δις ή αλλιώς το 13% του συνόλου του χρέους!
Μάλιστα, η εφαρμογή του νέου μνημονιακού προγράμματος, που πάει πακέτο με το PSI, θα οδηγήσει σε τεράστιες απώλειες εισφορών για τα ασφαλιστικά ταμεία, λόγω μείωσης μισθών αλλά και αύξησης της ανεργίας!!!
Τελικά χάνουν οι πιστωτές;
Πέρα από την υπερπροβολή των όποιων "χρεοελαφρύνσεων", τα ΜΜΕ στέκονται ιδιαίτερα και στις απώλειες που θα έχουν οι τράπεζες μετά το PSI.
Όμως, αυτό, που επίσης αποκρύπτεται είναι πως βάσει των νέων ευρωπαϊκών κανόνων τραπεζικής εποπτείας, οι τράπεζες έτσι και αλλιώς θα πρέπει να αποτιμούν στους ισολογισμούς τους, τα κρατικά ομόλογα στην αγοραία και όχι στην ονομαστική τους αξία!
Επομένως, και χωρίς το κούρεμα πάλι θα είχαν απώλειες, ενώ δεν θα έπαιρναν και ποτέ τα λεφτά τους στη λήξη των ομολόγων!!!

Αντιθέτως, με το PSI, οι τράπεζες, θα πάρουν στα χέρια τους
Α) ομόλογα διάρκειας έως 30 ετών τα οποία θα διέπονται από το αγγλικό δίκαιο, και όχι από την ελληνική έννομη τάξη (σε ποσοστό 31,5%)
Β) χρεώγραφα εγγυημένα από το EFSF με πιστοληπτική αξιολόγηση ΑΑΑ (σε ποσοστό 15%)
Κοινώς την καλύτερη συμφωνία που θα μπορούσαν να έχουν!!!
«Υποσημείωση»...
Τέλος, κανείς δεν ξέρει κατά πόσον και αν ναι με ποιους όρους και επιπλοκές θα υλοποιηθεί η ίδια η συμφωνία για το PSI.
Μέχρι τώρα έχει γίνει γνωστό, ότι η κυβέρνηση Παπαδήμου θα θεσμοθετήσει και πιθανότατα θα ενεργοποιήσει, τις ρήτρες συλλογικής δράσης (CAC's), λόγω της μικρής, σχετικά, συμμετοχής των ιδιωτών στο PSI.
Έτσι, κατά πάσα πιθανότητα, θα οδηγηθεί η χώρα σε πιστωτικό γεγονός (χρεοκοπία), επιβαρυνόμενημε όλα τα κόστη της επιλογής αυτής χωρίς κανένα από τα οφέλη, που θα είχε μια στάση πληρωμών με πρωτοβουλία μιας πραγματικά φιλολαϊκής κυβέρνησης με σκοπό τη διαγραφή τουσυνόλου του χρέους...

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2012

38 μέτρα επανίδρυσης του Ελληνικού "αποικιακού" κράτους - μπανανίας

ΕΙΔΗΣΕΙΣ


24/02/2012 -

Αναδημοσίευση απο το iskra.gr

FINANCIAL TIMES: ΤΡΟΪΚΑΝΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΧΕΔΙΑΣΜΕΝΟ ΓΙΑ ΑΠΟΤΥΧΙΑ!



Η Iskra, παραθέτει δύο εξόχως αποκαλυπτικά δημοσιεύματα των Financial Times, τα οποία παρά το γεγονός ότι κινούνται σε εντελώς διαφορετικό ιδεολογικοπολιτικό πλαίσιο, είναι εξόχως αποκαλυπτικά!

Το πρώτο άρθρο των Peter Spiegel - Gerrit Wiesmann - Kerin Hope, αναδεικνύει το εύρος και το βάθος της νεοαποικοκρατικής επιτροπείας που θα υποστεί η Ελλάδα, ως συνέπεια της εφαρμογής του δεύτερου μνημονιακού προγράμματος. Πρόκειται για μια πραγματική κηδεμονία 38 μέτρων που αφορούν όλες τις πτυχές λειτουργίας της κρατικής μηχανής (δημοσιονομικά, δημόσια διοίκηση, τοπική αυτοδιοίκηση κλπ).

Το πιο σημαντικό είναι όμως, πως διάφοροι διεθνείς αναλυτές προεξοφλούν την πλήρη αποτυχία και του νέου μνημονιακού προγράμματος, λόγω της ανεφικτότητας των, έτσι και αλλιώς απαράδεκτων, στόχων του!

Τέλος, το δεύτερο άρθρο το οποίο αναδημοσιεύουμε, ανήκει στον Philip Stevens. Εκεί παρουσιάζεται με γλαφυρά επιχειρήματα πως η ΕΕ και η ευρωζώνη, δεν έχουν πλέον καμία σχέση με την αλληλεγγύη μεταξύ κρατών και λαών. Αντιθέτως, ειδικά απέναντι στη χώρα μας η έννοια της "ευρωπαϊκής αλληλεγγύης" αποτελεί το πιο σύντομο ανέκδοτο!



Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2012, 15:20



Το άρθρο των Spiegel - Wiesmann - Hope, έχει ως εξής:



Η τρόικα... επανιδρύει το ελληνικό κράτος


By Peter Spiegel (Βρυξέλλες), Gerrit Wiesmann (Βερολίνο), Kerin Hope (Αθήνα) - 24/02/12 07:48

Οι πιστώτριες χώρες της Ευρώπης απαιτούν 38 συγκεκριμένες αλλαγές στα ελληνικά προγράμματα δαπανών, φόρων και μισθών μέχρι το τέλος του μήνα κι έχουν απαριθμήσει επιπλέον μεταρρυθμίσεις, που αντιστοιχούν σε μικροδιαχείριση της κυβέρνησης της χώρας για δύο χρόνια, σύμφωνα με έγγραφα που εξασφάλισαν οι Financial Times.

Οι μεταρρυθμίσεις, που περιλαμβάνονται σε τρία ξεχωριστά μνημόνια συνόλου 90 σελίδων, είναι το τίμημα που δέχτηκε να πληρώσει η Ελλάδα για να εξασφαλίσει τη δεύτερη συμφωνία διάσωσης 130 δισ. ευρώ και να αποφύγει τη στάση πληρωμών, που η κυβέρνηση φοβάται ότι θα ρίξει την ελληνική κοινωνία στην αναταραχή.

Τα μέτρα ποικίλλουν, από σαρωτικές αλλαγές στις δικαστικές διαδικασίες, συγκέντρωση της ασφάλισης υγείας και ολοκλήρωση ακριβούς κτηματολογίου, μέχρι την εξαγορά νέου ηλεκτρονικού συστήματος για τη φοροείσπραξη, την αλλαγή του τρόπου συνταγολόγησης φαρμάκων και τον καθορισμό ελάχιστων αποθεμάτων αργού πετρελαίου.

«Το πρόγραμμα είναι πολύ πιο φιλόδοξο από μια οικονομική μεταρρύθμιση. Πρόκειται για ίδρυση κράτους, όπως το εννοούμε κατά κανόνα σε παραδοσιακές χαμηλού εισοδήματος περιπτώσεις», δήλωσε ο Mujtaba Rahman, Ευρωπαίος αναλυτής της Eurasia Group.

Στα πιο επείγοντα περιλαμβάνεται 10σέλιδη λίστα με «προκαταβολικές κινήσεις» που πρέπει να ολοκληρωθούν ως την Τετάρτη, ώστε οι υπουργοί Οικονομικών της ευρωζώνης να δώσουν το τελικό πράσινο φως στην έκτακτη συνεδρίαση της Πέμπτης.

Τα 38 μέτρα είναι ένα μίγμα από νόμους που πρέπει να εγκρίνει η βουλή, υπουργικές αποφάσεις και προεδρικά διατάγματα, που επηρεάζουν όλο το δίκτυο της ελληνικής οικονομικής δραστηριότητας, από τις δαπάνες υγείας μέχρι την τοπική αυτοδιοίκηση και την είσπραξη φόρων.

Λίγα μόνο από τα μέτρα καταγράφονται ως ολοκληρωμένα ή στη διαδικασία της εφαρμογής, μεταξύ των οποίων η πολυσυζητημένη μείωση των συντάξεων 300 εκατ. ευρώ και τα 325 εκατ. ευρώ από άλλες περικοπές δαπανών. Οι υπόλοιπες μεταρρυθμίσεις εμπίπτουν σε έξι κατηγορίες και οι περισσότερες αλλαγές αφορούν τις περικοπές δαπανών, τις τραπεζικές ρυθμίσεις και τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις.


Στα μέτρα που πρέπει να ολοκληρωθούν στις επόμενες επτά ημέρες είναι μειώσεις φαρμακευτικών κρατικών δαπανών κατά 1,1 δισ. ευρώ, ολοκλήρωση 75 καθολικών ελέγχων και 225 ελέγχων ΦΠΑ μεγαλοοφειλετών, καθώς και η απελευθέρωση επαγγελμάτων όπως τα σαλόνια ομορφιάς, οι ξεναγοί και τα κέντρα αδυνατίσματος.

Ακόμη και οι πιο μακροπρόθεσμες μεταρρυθμίσεις πρέπει να γίνουν τάχιστα. Στο προσχέδιο του 49σέλιδου «συμφώνου κατανόησης για συγκεκριμένες προϋποθέσεις οικονομικής πολιτικής», με ημερομηνία 9 Φεβρουαρίου, περιλαμβάνονται δεκάδες μέτρα που πρέπει να ολοκληρωθούν στο πρώτο μισό του έτους.

Πολλά από τα διαρθρωτικά μέτρα είχαν συμφωνηθεί το 2010, στο πλαίσιο του πρώτου πακέτου διάσωσης, αλλά είχαν μπλοκαριστεί από ομάδες συμφερόντων με επιρροή, εργατικά σωματεία και από ορισμένους υφυπουργούς στα οικονομικά υπουργεία.

Ο Μ. Rahman τονίζει ότι η κλίμακα και η ταχύτητα των μεταρρυθμίσεων που απαιτούνται δημιουργεί το ερώτημα μήπως οι δύσπιστοι ηγέτες της ευρωζώνης ετοιμάζουν την Ελλάδα για να καταρρεύσει μέσα στον επόμενο χρόνο.

«Ακόμη κι αν κατανοήσουμε την επιτακτική πολιτική ανάγκη, το πρόγραμμα είναι σχεδιασμένο ώστε να αποτύχει, γιατί πολλοί από τους στόχους είναι αδύνατον να επιτευχθούν», συμπεραίνει.

πηγή: euro2day.gr



Το άρθρο του Peter Philips, έχει ως εξής:



Ύστατο χαίρε στην ευρωπαϊκή αλληλεγγύη



By Philip Stephens - 24/02/12 12:35

Ορισμένες έννοιες αφορούν κατά κύριο λόγο τη γηραιά ήπειρο. Δεν ακούμε συχνά Βρετανούς ή Αμερικανούς να συζητούν περί... αλληλεγγύης. Η λέξη χρησιμοποιείται κυρίως για τον μη εμπνευσμένο (κατά τους Αγγλοσάξονες) κοινωνικό καπιταλισμό και από τους προφήτες της ευρωπαϊκής ενότητας. Αυτό που έγινε εμφανές τελευταία, όμως, είναι πως η αλληλεγγύη εξαφανίστηκε. Κι αυτό εξηγεί γιατί το ευρώ και η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζουν τόσα προβλήματα.

Αυτήν την εβδομάδα αποφασίστηκε ένα ακόμη ημίμετρο. Η συμφωνία για τη στήριξη της Ελλάδας κέρδισε κάποιο χρόνο. Το σημαντικό είναι -ή τουλάχιστον έτσι μας λένε- ότι καυτηριάστηκε η πληγή. Είναι όμως εκτυφλωτικά εμφανές σε όλους ότι το τελευταίο πακέτο στήριξης είναι το δευτερεύον ζήτημα.

Δύο πράγματα χρειάζονται για να αποφύγει η Ελλάδα την οικονομική και κοινωνική κατάρρευση και θα κρίνουν εάν θα παραμείνει ή όχι στην ευρωζώνη: Το πρώτο είναι να υπάρξει ισχυρή πολιτική αποφασιστικότητα για τη ριζική μεταρρύθμιση του κράτους και της οικονομίας. Το δεύτερο είναι η αμοιβαία θέληση μεταξύ των Ευρωπαίων να στηρίξουν και εκείνοι τον μεγάλο λογαριασμό από τις αποτυχίες και τις απάτες των προηγούμενων ελληνικών κυβερνήσεων.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο. Οι οιωνοί δεν είναι ενθαρρυντικοί. Πίσω από τους χαρακτηρισμούς που χρησιμοποιούνται για τη σχέση της Ελλάδας με τους πιστωτές της διαβλέπει κανείς την απόλυτη κατάρρευση της εμπιστοσύνης. Πολλοί Ευρωπαίοι -και δεν αναφέρομαι μόνο στους Γερμανούς- δεν πιστεύουν ότι οι πολιτικοί στην Αθήνα θα τηρήσουν τις υποσχέσεις τους. Πολλοί Έλληνες νομίζουν ότι η δρακόντεια λιτότητα ζητείται για τιμωρία και όχι για στήριξη της οικονομίας. Ο δίκαιος παρατηρητής πιθανότατα θα υποστήριζε ότι και οι δύο πλευρές έχουν δίκιο.

Από μία οπτική, η Ελλάδα θα μπορούσε να θεωρηθεί ειδική περίπτωση. Είναι μικρή και διαφορετική. Τα άλλα κράτη της περιφέρειας της ευρωζώνης άδραξαν την ευκαιρία που τους παρουσίασε η Ε.Ε. για να γίνουν σύγχρονα ευρωπαϊκά κράτη. Η Ιρλανδία, παρά τα τρέχοντα προβλήματα, έχει ανθήσει ως κράτος με αυτοπεποίθηση, απαλλαγμένο από την ιστορική εμμονή με τη Βρετανία. Η Ισπανία έχει αγκαλιάσει τον εκσυγχρονισμό με ενθουσιασμό. Οι πολιτικοί της Ελλάδας δεν μπήκαν ποτέ στον κόπο. Από την οπτική της Αθήνας, η Ε.Ε. ήταν μάλλον πηγή ρευστότητας και όχι πολιτικής έμπνευσης.

Η Πορτογαλία άργησε να εκσυγχρονιστεί. Η οικονομία της, όπως και εκείνη της Ελλάδας, βρίσκεται σε κακό χάλι. Οι πολιτικοί της, όμως, επιδεικνύουν αξιοσημείωτη αποφασιστικότητα να καλύψουν το κενό. Έτσι, δεν έχει εξαντληθεί η εμπιστοσύνη προς αυτήν. Οι αξιωματούχοι των Βρυξελλών και του Βερολίνου επισημαίνουν ότι η Ελλάδα και η Πορτογαλία ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες.

Δεν είναι τόσο εύκολο να χαραχθεί αυτή η διαχωριστική γραμμή. Ο λόγος για τον οποίο η Ελλάδα είναι τόσο σημαντική -δεδομένου μάλιστα ότι αντιστοιχεί σε ελάχιστες ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ της ευρωζώνης- είναι ότι οι αξιωματούχοι της επέτρεψαν να κάνει ευρύτερες δηλώσεις ως προς το μέλλον της ευρωζώνης. Ο κίνδυνος μετάδοσης δεν είναι οικονομικό δεδομένο, αλλά προϊόν πολιτικής.

Εάν οι αγορές πείθονταν ότι η Ελλάδα πραγματικά είναι εξαίρεση, τότε μπορεί να είχε τεθεί εδώ και καιρό σε καραντίνα. Αντιθέτως, θεωρείται τεστ των ευρύτερων πολιτικών προθέσεων - ή, με άλλα λόγια, τεστ της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης.

Όπως επισημαίνει και έρευνα του γαλλικού think tank, Notre Europe, υπάρχουν δύο ερμηνείες για την αλληλεγγύη: Η πρώτη αφορά την απλή ρύθμιση συναλλαγών - την κοινή πολιτική ασφάλειας ενάντια στον κίνδυνο καταστροφών. Η δεύτερη προκύπτει μάλλον από ιδιοτέλεια, όταν οι κυβερνήσεις παρουσιάζουν εθνικούς στόχους ως κοινή και βιώσιμη στρατηγική ολοκλήρωσης.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση στηρίχθηκε στη βάση της δεύτερης ερμηνείας της αλληλεγγύης. Πριν από 60 χρόνια ήταν κάτι σχετικά εύκολο. Η φρίκη των δύο παγκοσμίων πολέμων, η κοινή απειλή της Σοβιετικής Ένωσης και η ώθηση από τις ΗΠΑ αποτέλεσαν ατράνταχτα επιχειρήματα στους ιδρυτές του ευρωπαϊκού οικοδομήματος.

Η αλληλεγγύη δεν αφορούσε τον συναισθηματισμό του φεντεραλιστή ονειροπόλου. Ήταν μέρος των καλά υπολογισμένων συμφερόντων. Επέτρεψε στη Γαλλία να αξιώσει πολιτική ηγεσία και στη Γερμανία να ανακτήσει την οικονομία της και να διατηρήσει ζωντανό το όραμα της επανένωσης, ενώ η Ιταλία μπορούσε να φιλοδοξεί για εκσυγχρονισμό και τα μικρότερα κράτη είχαν δυνατότητα να εξασφαλίσουν δικαίωμα ψήφου στις υποθέσεις της Ευρώπης.

Αδιαμφισβήτητα, η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη αφορά και τον ευγενή αλτρουισμό που έκανε τον κόσμο να αισθάνεται καλά. Το βασικό κίνητρο, όμως, πάντα ήταν η ιδιοτέλεια.

Το ενιαίο νόμισμα ήταν η ύστατη έκφραση αυτής της ένωσης των εθνικών και των κοινών συμφερόντων: η πεποίθηση ότι το οικονομικό και το πολιτικό μέλλον των μελών της ένωσης είναι τόσο αλληλένδετα που αξίζει τον κόπο να υπάρξει αυτή η πρωτοφανής παράδοση εθνικής κυριαρχίας. Η τεράστια αποτυχία του έργου ξεκίνησε όταν ακριβώς άρχισαν να σβήνουν οι αναμνήσεις που γέννησαν την ανάγκη για αλληλεγγύη - οι αναμνήσεις από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, την υπαρξιακή απειλή από τον κομουνισμό και τη διχασμένη Γερμανία.

Υπάρχουν ακόμη πολλοί λόγοι για τους οποίους η συνεργασία είναι πιο συμφέρουσα για τα ευρωπαϊκά κράτη. Ο πιο προφανής είναι η ανάγκη διαχείρισης του κόσμου που προς το παρόν ανήκει σε κάποιον άλλον. Η Γερμανία, η Γαλλία και η Βρετανία είναι μικρές για να αναλάβουν αυτό το καθήκον. Οι φιλοδοξίες τους όμως -η διαμόρφωση των κανόνων διεθνούς εμπορίου, η αντιμετώπιση των κλιματικών αλλαγών, η εξασφάλιση ενέργειας κι η προώθηση της δημοκρατίας και της σταθερότητας- είναι σημαντικές και αρκετά επείγουσες ώστε να διατηρηθεί η ευρωπαϊκή ειρήνη.

Προς το παρόν, στην αντιμετώπιση της ευρωπαϊκής κρίσης, η αλληλεγγύη έχει πάρει τη μορφή ανταλλαγής - οι πιστωτές θα κάνουν κάτι εάν οι οφειλέτες κάνουν κάτι σε αντάλλαγμα. Για την ώρα, έτσι κινούμαστε. Έτσι, όμως, ποτέ δεν θα εξηγηθεί πραγματικά στους φορολογούμενους πολίτες του ευρωπαϊκού Βορρά γιατί πρέπει να πληρώσουν τα χρέη του Νότου, ή στους πολίτες του Νότου γιατί πρέπει να θεωρήσουν ότι οι τόσο επώδυνες μεταρρυθμίσεις είναι ευκαιρία και όχι τιμωρία. Για να γίνει αυτό πρέπει να θυμηθούμε την άλλη ερμηνεία της αλληλεγγύης.

πηγή: euro2day.gr