Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2013

Η ελληνική ακροδεξιά στο διαδίκτυο: μια ανάλυση γράφων

*Αναδημοσίευση από το smyrnaios.net

Η άνοδος της ακροδεξιάς στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια έχει αναλυθεί ενδελεχώς (για εκτενή βιβλιογραφία βλέπε το δοκίμιο της Βασιλικής Γεωργιάδου). Οι πολιτικοί, οικονομικοί, και κοινωνικοί λόγοι που εξηγούν αυτή την άνοδο αλλά και το ιστορικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίχθηκε είναι γνωστοί (για τη σχέση οικονομικής κρίσης και εκλογικής ανόδου της ακροδεξιάς στη Νότια Ευρώπη βλέπε Bosco & Verney, 2012).
Επίσης έχει σχολιασθεί και στηλιτευθεί – δικαίως – ο ρόλος των κυρίαρχων ΜΜΕ και ιδιαίτερα της τηλεόρασης στην καλλιέργεια και στη νομιμοποιήση εθνικιστικών και ρατσιστικών αντιλήψεων σε μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού (Ψαρράς, 2010).
Στη συζήτηση αυτή θα ήθελα να προσθέσω μια ακόμη παράμετρο που μπορεί να εξηγήσει ένα μέρος αυτού του φαινομένου: τη σημαντική και αυξανόμενη παρουσία της ελληνικής ακροδεξιάς στο διαδίκτυο.
Εισαγωγή
Εδώ και αρκετά χρόνια το διαδίκτυο αποτελεί πεδίο δημόσιας έκφρασης και σχολιασμού για όλο και περισσότερους Έλληνες πολίτες. Εξαιτίας της ιδιαίτερης κατάστασης που επικρατεί στα ελληνικά ΜΜΕ (οικονομική συγκέντρωση, αδιαφάνεια, διαπλοκή με την οικονομική και πολιτική εξουσία, βλέπε Σμυρναίος, 2010), η ελληνόφωνη μπλογκοσφαίρα έλαβε γρήγορα πολιτική διάσταση και χαρακτηριστικά μέσου διαμαρτυρίας και κριτικής (Zafiropoulos & Vrana, 2009) .
Αρχικά η σφαίρα αυτή είχε σαφώς προοδευτικά χαρακτηριστικά λόγω της σχετικής κοινωνιολογικής ομοιογένειας των μελών της (κυρίως νέοι υψηλού μορφωτικού επιπέδου όπως δείχνει ο Καραμπάσης, 2008).
Ο εκδημοκρατισμός όμως αυτών των νέων μέσων και η μαζική τους χρήση από όλο και μεγαλύτερα κομμάτια του πληθυσμού τα κατέστησε σημαντικά επικοινωνιακά διακυβεύματα και για όσους στοχεύουν στη χειραγώγηση της κοινής γνώμης. Έτσι ξεκίνησε η ανάδειξη και η παγίωση του λαϊκισμού και της μισαλλοδοξίας με μαζικές διαστάσεις στο ελληνικό διαδίκτυο.
Η ελληνική ακροδεξιά, πατώντας εν μέρει σε αυτή την εξέλιξη, βρίσκεται πλέον σε περίοπτη θέση στο ελληνόφωνο διαδίκτυο μέσω ενός πλέγματος ιστότοπων (επίσημων σελίδων, ιστολογίων και προφίλ κοινωνικών δικτύων όπως το Youtube και το Facebook). Από τη θέση αυτή, άλλες φορές με προσωπείο, άλλες ανοιχτά, προπαγανδίζει τις ιδέες της με επιτυχία.
Παρακάτω θα παραθέσω τα ευρήματα μιας μικρής κλίμακας ανάλυσης της ακροδεξιάς μπλογκοσφαίρας.
Μεθοδολογία
Χρησιμοποιήθηκε ανάλυση κοινωνικών δικτύων και αναπαράσταση με γράφους (Μπουντουρίδης, 2004). Ένα αρχικό δείγμα είκοσι προεπιλεγμένων ακροδεξιών ιστότοπων αναλύθηκε μέσω crawling από το πρόγραμμα Issuecrawler. Βρέθηκαν έτσι 88 ιστότοποι που συνδέονται με τους πρώτους είκοσι με δύο τουλάχιστον hypelinks. Η μεγάλη πλειοψηφία αυτών των ιστότοπων είναι ακροδεξιάς προέλευσης. Στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε το ελεύθερο λογισμικό gephi για τη δημιουργία του γράφου και τον υπολογισμό αλγόριθμων όπως το betweeness centrality.
1
Επεξήγηση του γράφου 
Οι κουκκίδες αντιστοιχούν σε ιστότοπους και οι γραμμές στους συνδέσμους που υπάρχουν μεταξύ τους. Η τοπολογία του γράφου είναι αποτέλεσμα των σχέσεων μεταξύ των ιστότοπων. Με άλλα λόγια αυτοί που βρίσκονται στο κέντρο του χάρτη έχουν σημαντική επιρροή στην κοινότητα, σε αντίθεση με αυτούς που βρίσκονται στην περιφέρεια.
Το μέγεθος των κουκκίδων (από το μικρότερο στο μεγαλύτερο) εξαρτάται από το σύνολο των εισερχόμενων και εξερχόμενων συνδέσμων που διαθέτει κάθε ιστότοπος (degree). Αυτό σημαίνει ότι όσο περισσότερο συνδέεται ένα ιστότοπος με τους υπόλοιπους του δείγματος, τόσο μεγαλύτερη διάμετρο έχει η κουκκίδα που του αντιστοιχεί.
Το χρώμα τους (από το άσπρο στο κόκκινο) εξαρτάται από το betweeness centrality του κάθε ιστότοπου. Ο αλγόριθμος αυτός εκφράζει τον βαθμό κατά τον οποίο ένας ιστότοπος κατέχει στρατηγική θέση μέσα στην κοινότητα. (Εδώ μπορείτε να κατεβάσετε ολόκληρο το χάρτη σε μορφή pdf για καλύτερη ανάλυση).
Τα ακροδεξιά ιστολόγια: μια ευμεγέθης κοινότητα
Η πρώτη παρατήρηση που μπορεί να γίνει αφορά το μέγεθος της ακροδεξιάς κοινότητας στο εσωτερικό της ελληνικής μπλογκοσφαίρας. Μεγάλος αριθμός ιστολογίων με ακροδεξιά πολιτική κατεύθυση και με πλούσια δραστηριότητα και περιεχόμενο βρέθηκαν με ένα απλό crawling. Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε με ασφάλεια ότι ο πραγματικό αριθμός τους είναι πολύ μεγαλύτερος.
Το συμπέρασμα είναι ότι μια τέτοια παρουσία δεν μπορεί να είναι παρά το αποτέλεσμα, τουλάχιστον εν μέρει, μιας συνειδητής στρατηγικής υποκινούμενης από πολιτικές οργανώσεις. Αυτό βέβαια είναι αρκετά δύσκολο να αποδειχθεί αφού τα περισσότερα από αυτά τα ιστολόγια είναι απολύτως ανώνυμα.
Επίσης το μέγεθος της κοινότητας επιβεβαιώνει την όλο και μεγαλύτερη επιρροή της ακροδεξιάς τη χώρα αλλά και ενός είδους απενοχοποίηση της δημόσιας έκφρασης της. Το φαινόμενο αυτό είναι ιδιαίτερα έντονο και στα κοινωνικά δίκτυα όπου η διάχυση του ακροδεξιού λόγου βρίσκει πρόσφορο έδαφος ακόμη και σε ομάδες που μπορούν να χαρακτηριστούν απολιτικές.
Εσωστρέφεια και προώθηση ατζέντας
Η δεύτερη παρατήρηση που μπορεί να γίνει είναι ότι η συγκεκριμένη κοινότητα, αν και σχετικά ποικιλόμορφη στο εσωτερικό της, δεν συνδέεται παρά ελάχιστα με το υπόλοιπο διαδίκτυο, αν εξαιρεθούν υπηρεσίες όπως το Youtube και το Facebook που αποτελούν απαραίτητα συμπληρώματα των ιστολογίων.
Σε αντίθεση με τη σχετική στεγανότητα που τους διακρίνει ως προς το εξωτερικό της κοινότητας, οι δεσμοί μεταξύ των ιστότοπων που την απαρτίζουν είναι πολύ στενοί. Έστω κι αν αυτό είναι εν μέρει αποτέλεσμα της μεθοδολογίας, η κοινότητα των ιστολογίων του δείγματος είναι ιδεολογικοπολιτικά ομοιογενής και θέλει να παραμείνει έτσι.
Για παράδειγμα, ένα ενδιαφέρον στοιχείο είναι η παντελής απουσία συνδέσμων προς επαγγελματικούς δημοσιογραφικούς ιστότοπους και κυρίαρχα ΜΜΕ (εφημερίδες, τηλεοράσεις, ειδησεογραφικές πύλες), κάτι που παραδοσιακά χαρακτηρίζει τα ιστολόγια. Τη μόνη εξαίρεση αποτελεί η εφημερίδα Δημοκρατία που έχει 296 εισερχόμενους δεσμούς από το δείγμα.
Η εφημερίδα αυτή θεωρείται υποστηρίκτρια του Σαμαρικού μπλοκ και χαρακτηρίζεται από εθνικιστικές τάσεις. Σε αυτή γράφουν παλιά μέλη του Δίκτυου 21 όπως ο Σ. Καλεντερίδης και ο Φ. Κρανιδιώτης. Διαφαίνεται λοιπόν μια σχετική σύμπλευση της άκρας δεξιάς με τη Νέα Δημοκρατία σε ότι αφορά τουλάχιστον τους διαδικτυακούς δεσμούς που αναπτύσσουν.
Η κλειστή δομή αυτής της κοινότητας των ακροδεξιών ιστολογίων έχει ως αποτέλεσμα τη διαμόρφωση μιας εναλλακτικής ατζέντας θεμάτων και “ειδήσεων” (η μιας διαφορετικής προσέγγισης της κυρίαρχης ατζέντας) η οποία διακινείται μαζικά και ανακυκλώνεται με τρόπο τέτοιον ώστε σταδιακά να εξαφανίζεται η αρχική πηγή της (κάτι που διευκολύνει τη διακίνηση τους στο εξωτερικό της κοινότητας).
Ενίοτε αυτές οι “ειδήσεις”, που συχνά έχουν εντυπωσιακό χαρακτήρα, αφομοιώνονται και από άλλα μη ακροδεξιά ιστολόγια, διαχέονται στα κοινωνικά δίκτυα και φτάνουν αρκετές φορές ακόμη και στα κυρίαρχα ΜΜΕ έστω κι αν είναι ψευδείς ή χειραγωγημένες (βλέπε θαύμα του Γέροντα Παϊσιου).
Η αισθητική του Blogger
Στα ομοιογενή χαρακτηριστικά του δείγματος εντάσσεται επίσης η χρήση σχεδόν αποκλειστικά της πλατφόρμας δημοσίευσης Blogger της Google. Ελάχιστοι από τους ιστότοπους του δείγματος έχουν δικό τους domain name και κανείς δεν χρησιμοποιεί μία άλλη από τις δημοφιλείς υπηρεσίες όπως το Worpress.
Μπορούμε να υποθέσουμε ότι αυτό οφείλεται σε λόγους ιστορικούς (κληρονομιά της πρώτης γενιάς ιστολογίων του είδους ), τεχνικούς (η χρήση μιας μοναδικής πλατφόρμας διευκολύνει τη διασύνδεση με τα άλλα μέλη της κοινότητας), κοινωνιολογικούς (πχ. μικρότερη εξοικείωση με τα νέα μέσα) αλλά και ένα είδος τυποποίησης του λόγου και της αισθητικής που εκφράζεται μέσω αυτών των ιστολογίων.
Εσωτερική ποικιλομορφία
Στο εσωτερικό της κοινότητας συνυπάρχουν όλες οι τάσεις της ελληνικής ακροδεξιάς (θρησκόληπτοι, εθνικιστές, συνωμοσιολόγοι, αντισημίτες κλπ.). Αλλά τις κομβικές θέσεις κατέχουν ιστολόγια που κατευθύνονται ή πρόσκεινται στη Χρυσή Αυγή όπως το ventetta.blogspot.com και το egersis2.blogspot.com.
Άλλα ιστολόγια που κατέχουν στρατηγικές θέσεις στην κοινότητα είναι πιο δύσκολο να χαρακτηριστούν όπως το koukfamily.blogspot.com που παρουσιάζεται ως οικογενειακό μπλογκ ή το kostasxan.blogspot.com με ποιο επαγγελματικά και λιγότερο οπαδικά χαρακτηριστικά.
Τη λίστα συμπληρώνουν ομοϊδεατικά ιστολόγια τοπικού ενδιαφέροντος, ιστότοποι γενικής πληροφόρησης που συνδυάζουν λαϊκίστικη ρητορική με ελαφρές θεματικές όπως τα αθλητικά, τα κοσμικά μέχρι και το ελαφρό πορνό, γνωστά ηλεκτρονικά μέσα του δεξιού πατριωτικού χώρου όπως το antinews.gr και το Ρεσάλτο, “δημοσιογραφικά” όπως το Athinapoli, το eglimatikotita.gr και το Makeleio (εδώ μπορείτε να κατεβάσετε ολόκληρη τη λίστα των ιστότοπων σε μορφή csv).
4
Σε ότι αφορά τη ρητορική που χρησιμοποιείται στην ονοματολογία αυτή περιστρέφεται γύρω από τις έννοιες της αντίστασης (ταμπούρι, εσχατιά, ανάσχεση), της εναλλακτικής θεώρησης (αντιπληροφόρηση, διαφορετική ματιά, εναντίον όλων, αντίλογος), της εκδίκησης (βεντετα, hellenic revenge) του συναγερμού (greekalert, red sky warning, έχω μάτια και βλέπω, ξυπνήστε ρε), της συνωμοσιολογίας, της παλινόρθωσης του έθνους κλπ.
Τα ανοιχτά ρατσιστικά άρθρα είναι σπάνια αλλά υπαρκτά. Τα περισσότερα όμως ιστολόγια κάνουν επιλεκτική δημοσίευση ειδήσεων που αφορούν τη μετανάστευση, το Ισλάμ και την εγκληματικότητα με τρόπο που να στοχοποιούν μειονότητες (μετανάστες, Ρομά κλπ.).
Άλλοι συνήθεις στόχοι αποτελούνται από τον Σύριζα, που ταυτίζεται πάντα με τους κουκουλοφόρους και τον εσωτερικό εχθρό, το ΠΑΣΟΚ, που χαρακτηρίζεται προδοτικό κόμμα, την Τρόικα και όσους συνεργάζονται μαζί της (εκτός του Σαμαρικού μπλοκ της ΝΔ που αναφέρεται πιο σπάνια), την εξωτερική απειλή (Τουρκία, Αλβανία, ΠΓΔΜ), τη “σιωνιστική απειλή”, τις ΗΠΑ κλπ. Συχνές επίσης είναι οι θετικές αναφορές στα σώματα ασφαλείας, τις ένοπλες δυνάμεις, την Εκκλησία, κάτι που χαρακτηρίζει παραδοσιακά την ελληνική δεξιά.
Τέλος, μια ενδιαφέρουσα τάση που παρατηρείται είναι η χρήση από αρκετά ιστολόγια του δείγματος μιας ρητορικής η οποία βασίζεται σε σχήματα και φόρμες παραδοσιακά ταυτίζόμενες με την αριστερά όπως η λαϊκή κυριαρχία, η αντίσταση στους κατακτητές, ο αντικαπιταλισμός. Αυτό το νέο γνώρισμα της ακροδεξιάς στην Ελλάδα σε κάποιες περιπτώσεις κάνει δυσκολότερη την ανίχνευση της πραγματικής πολιτικής ταυτότητας ενός διαδικτυακού μέσου που την εκφράζει.
Κεκαλυμμένη υποστήριξη στη Χρυσή Αυγή
Αξίζει να σημειωθεί ότι ενώ οι αναφορές στη Χρυσή Αυγή ως θέμα επικαιρότητας είναι πολύ συχνές σε μεγάλο αριθμό ιστολογίων, δεν υπάρχουν καθόλου σύνδεσμοι ούτε προς τον επίσημο ιστότοπο της οργάνωσης, ούτε προς άλλες φίλα προσκείμενες πολιτικές ομάδες.
Η ακροδεξιά ρητορική στο διαδίκτυο παρουσιάζεται λοιπόν πρωτίστως ως ακομμάτιστη και πατριωτική. Αυτή η στρατηγική φαίνεται να είναι επιτυχής αν κρίνουμε από το βαθμό αναδημοσίευσης των ειδήσεων που παράγουν τα ακροδεξιά ιστολόγια.
Επίλογος
Η ανάδυση του διαδικτύου ως μαζικού μέσου ενημέρωσης αντιμετωπίστηκε αρχικά ως εγγενώς θετική εξέλιξη. Ο εκδημοκρατισμός των μέσων παραγωγής και διάχυσης της πληροφορίας θεωρήθηκε, δικαίως, ως παράγοντας εμπλουτισμού της δημόσιας σφαίρας.
Στο συγκεκριμένο παράδειγμα όμως φαίνεται ότι η ανάπτυξη της μπλογκοσφαίρας και των κοινωνικών δικτύων διευκολύνει την προπαγάνδα. Το ελληνικό διαδίκτυο αντικατοπτρίζει έτσι την γενικότερη τάση που υπάρχει αυτή την στιγμή στην ελληνική κοινωνία: την ηγεμονία της ακροδεξιάς ιδεολογίας πάνω σε πλατιά κοινωνικά στρώματα αλλά και σημαντικό κομμάτι του πολιτικού συστήματος.
Έστω κι αν αυτή η εξέλιξη δεν είναι καινούρια, φαίνεται ότι η ανάδυση της Χρυσής Αυγής σε σημαντικό πολιτικό μόρφωμα επιταχύνει την εξέλιξη μεγάλου κομματιού της ελληνόφωνης μπλογκοσφαίρας σε φορέα ιδεών μίσους.
Διαφαίνεται μάλιστα ότι μέσω του διαδικτύου αναπτύσσονται και εμβαθύνονται οι δεσμοί μεταξύ γειτονικών ιδεολογικών χώρων της δεξιάς και της άκρας δεξιάς οι οποίοι καταλήγουν στην αποκρυστάλλωση ενός κοινού ιδεολογικού και πολιτικού υπόβαθρου

Πέμπτη, 3 Ιανουαρίου 2013

Βοναπαρτισμός και φασισμός Λ.ΤΡΟΤΣΚΥ

Βοναπαρτισμός και φασισμός

Το κείμενο αυτό του Λέων Τρότσκι γράφτηκε στις 15 Ιουλίου 1934 και δημοσιεύθηκε στο περιοδικό The New International τον Αύγουστο του ίδιου έτους. Στα ελληνικά δημοσιεύθηκε στην Επαναστατική Μαρξιστική Επιθεώρηση τεύχος Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου 1984. Aναδημοσιεύουμε από τον Εργάτη.

 Βοναπαρτισμός και φασισμός

 Η τεράστια πρακτική σημασία ενός σωστού θεωρητικού προσανατολισμού παρουσιάζεται πιο καθαρά σε μια περίοδο έντονων κοινωνικών συγκρούσεων, γρήγορων πολιτικών στροφών, απότομων αλλαγών στην κατάσταση. Σε τέτοιες περιόδους, οι πολιτικές αντιλήψεις και γενικεύσεις γρήγορα εξαντλούνται και απαιτούν, είτε την πλήρη αντικατάσταση τους (που είναι ευκολότερο) είτε τη συγκεκριμενοποίηση τους, την ακρίβεια ή την μερική διόρθωση (που είναι δυσκολότερο). Ακριβώς σε τέτοιες περιόδους είναι που όλα τα είδη των μεταβατικών, ενδιάμεσων καταστάσεων και συνδυασμών έρχονται στην επιφάνεια  σαν αναγκαιότητα, που ανατρέπει τα συνηθισμένα μοντέλα και απαιτεί αφάνταστα πιο δυνατή θεωρητική προσοχή. Με μια λέξη, αν στην ειρηνική και οργανική περίοδο (πριν από τον πόλεμο) μπορούσε να ζει κανείς από τα εφόδια έτοιμων αφαιρέσεων, στην εποχή μας κάθε νέο γεγονός δυναμικό φέρνει στην επιφάνεια τους πιο σημαντικούς νόμους της διαλεκτικής: η αλήθεια είναι πάντοτε συγκεκριμένη.
Η σταλινική θεωρία για το φασισμό αναμφισβήτητα αντιπροσωπεύει ένα από τα πιο τραγικά  παραδείγματα επιζήμιων πρακτικών συνεπειών που μπορούν να επακολουθήσουν, από την αντικατάσταση της διαλεκτικής ανάλυσης της πραγματικότητας, σε κάθε συγκεκριμένη φάση της , σε όλες τις μεταβατικές της βαθμίδες, δηλαδή  στις βαθμιαίες της αλλαγές, καθώς επίσης και στα επαναστατικά (ή αντεπαναστατικά)  της άλματα. Από αφηρημένες κατηγορίες που σχηματίστηκαν πάνω στη βάση   μερικών ή ατελών ιστορικών εμπειριών (ή στενών και μερικών απόψεων του όλου). Οι σταλινικοί υιοθέτησαν την ιδέα ότι στη σημερινή περίοδο, το χρηματιστικό κεφάλαιο δεν μπορεί να εξυπηρετείται με την κοινοβουλευτική δημοκρατία και είναι υποχρεωμένο να καταφεύγει στον φασισμό. Από αυτήν την ιδέα, απόλυτα σωστή μέσα σε ορισμένα όρια,  εξάγουν με ένα καθαρά επαγωγικό τρόπο, με τη μέθοδο της τυπικής λογικής τα ίδια συμπεράσματα για όλες τις χώρες και όλες τις φάσεις ανάπτυξης. Για αυτούς, ο Πρίμο ντε Ριβέρα [1], ο Μουσολίνι,  ο Τσιάγκ-Κάι – Σεκ [2], ο Μαζαρίκ [3], ο Μπρίνιγκ [4], ο Ντόλφους [5], ο Πιλσούδσκι [6], ο βασιλιάς της Σερβίας Αλέξανδρος [7], ο Σέβεριγκ [8], ο Μακντόναλντ [9] κ.λ.π. είναι εκπρόσωποι του φασισμού. Κάνοντας το αυτό ξεχνούν: α) ότι και στο παρελθόν, ο καπιταλισμός ποτέ δεν εξυπηρετήθηκε από την «καθαρή» δημοκρατία, την μια εφοδιάζοντας την με ένα καθεστώς ανοικτής καταπίεσης, την άλλη αντικαθιστώντας την με αυτό, β) Ότι «καθαρός» χρηματιστικός καπιταλισμός δεν υπάρχει πουθενά,  γ) ότι το χρηματιστικό κεφάλαιο ακόμα και όπου κατέχει μια κυρίαρχη θέση, δεν ενεργεί στο κενό και είναι υποχρεωμένο να λογαριάζει τα άλλα στρώματα της μπουρζουαζίας και την αντίσταση των καταπιεζόμενων τάξεων, δ) ότι τελικά, ανάμεσα στην κοινοβουλευτική δημοκρατία και το φασιστικό καθεστώς μια σειρά από μεταβατικές μορφές, η μία μετά την άλλη, αναπόφευκτα εναλλάσσονται, τη μια «ειρηνικά», την  άλλη με εμφύλιο πόλεμο. Και κάθε μια από αυτές τις μεταβατικές μορφές, αν θέλουμε να προχωρήσουμε και όχι να γυρίσουμε πίσω, απαιτεί μια σωστή θεωρητική εκτίμηση και μια αντίστοιχη πολιτική για το προλεταριάτο.
Στη βάση της γερμανικής εμπειρίας, οι Μπολσεβίκοι-Λενινιστές προσδιόρισαν για πρώτη φορά την μεταβατική κυβερνητική μορφή (αν και μπορούσε και έπρεπε ήδη να είχε εγκαθιδρυθεί στη βάση της ιταλικής εμπειρίας) που ονομάστηκε Βοναπαρτισμός (οι κυβερνήσεις των Μπρίνιγκ, Πάπεν [10] και Σλάιχερ [11]). Ουσιαστικά σε μια όλο και πιο καθαρά αναπτυσσομένη μορφή, εντοπίστηκε το βοναπαρτιστικό καθεστώς στην Αυστρία. Ο ντετερμινισμός αυτής της μεταβατικής μορφής έγινε υπόδειγμα, φυσικά όχι με τη φαταλιστική, αλλά με τη διαλεκτική έννοια, δηλαδή σε χώρες και σε περιόδους που ο φασισμός με αυξανόμενη επιτυχία, δίχως να απαριθμούσε την νικηφόρα αντίσταση του προλεταριάτου, επιτέθηκε στις θέσεις της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας ώστε αμέσως μετά να στραγγαλίσει το προλεταριάτο.
Κατά τη διάρκεια της περιόδου των Μπρίνιγκ-Σλάιχερ, οι Μανουίλσκι [12] και Κουουζίνεν [13] ήδη διακήρυσσαν:  «ο φασισμός είναι ήδη εδώ».  Η θεωρία  της ενδιάμεσης, βοναπαρτιστικής φάσης δήλωναν ότι αποτελεί μια προσπάθεια φτιασιδώματος και απόκρυψης του φασισμού ώστε να γίνει ευκολότερη για τη Σοσιαλδημοκρατία η πολιτική του «μικρότερου κακού». Εκείνη την περίοδο τους Σοσιαλδημοκράτες τους αποκαλούσαν σοσιαλφασίστες, και την «αριστερά» των Σοσιαλδημοκρατών των Ζιρόμσκι και Μαρσό Πιβέρ – μετά τους Τροτσκιστές- για τους πιο επικίνδυνους σοσιαλφασίστες που πέρασαν.
Όλα αυτά τώρα έχουν αλλάξει. Σε ότι αφορά τη σημερινή Γαλλία, οι σταλινικοί δεν τολμούν να επαναλαμβάνουν: «Ο φασισμός είναι ήδη εδώ».  Αντίθετα,  αποδέχονται την πολιτική του ενιαίου μετώπου, που απέρριπταν χθες για να εμποδίσουν τη νίκη του φασισμού στη Γαλλία. Εξαναγκάστηκαν να διακρίνουν το καθεστώς Ντουμέργκ [14] από το φασιστικό καθεστώς. Όμως έφτασαν σε αυτή τη διάκριση σαν εμπειριστές και όχι σαν Μαρξιστές. Ακόμα δεν προσπάθησαν να δώσουν έναν επιστημονικό ορισμό για το καθεστώς του Ντουμέργκ. Αυτός που κινείται στην περιοχή της θεωρίας με αφηρημένες κατηγορίες καταδικάζεται να συνθηκολογεί τυφλά στα γεγονότα. Και εντούτοις είναι ακριβώς στη Γαλλία που το πέρασμα από τον κοινοβουλευτισμό στον βοναπαρτισμό (ή ακριβέστερα η πρώτη φάση αυτού του περάσματος)  παρουσίαζε έναν ιδιαίτερα καθαρό και ενδεικτικό χαρακτήρα. Φτάνει να θυμηθεί κανείς ότι η κυβέρνηση Ντουμέργκ εμφανίστηκε ανάμεσα στην πρόβα τζενεράλε εμφύλιου πολέμου από τους φασίστες (στις 6 Φλεβάρη) και την γενική απεργία του προλεταριάτου (στις 12 Φλεβάρη). Μόλις τα εχθρικά στρατόπεδα έλαβαν θέσεις μάχης στα δύο άκρα της καπιταλιστικής κοινωνίας, έγινε καθαρό ότι η πρόσθετη κοινοβουλευτική μηχανή έχασε όλη της την σημασία. Είναι αλήθεια ότι με μια επιπόλαια ματιά, η κυβέρνηση Ντουμέργκ φαίνεται να κυβερνάει, όπως οι κυβερνήσεις Μπρίνιγκ- Σλάιχερ στις μέρες τους, με τη συγκατάθεση του κοινοβουλίου. Αλλά είναι ένα κοινοβούλιο που έχει παραιτηθεί, ένα κοινοβούλιο που γνωρίζει ότι σε περίπτωση που αντισταθεί η κυβέρνηση θα έκανε χωρίς αυτό. Χάρη στη σχετική ισορροπία ανάμεσα στο στρατόπεδο της αντεπανάστασης που επιτίθεται και στο στρατόπεδο της επανάστασης που αμύνεται, χάρη στην προσωρινή ουδετεροποίηση της, το κέντρο της εξουσίας ανεβαίνει πάνω από τις τάξεις και πάνω από τους κοινοβουλευτικούς εκπροσώπους τους. Είναι αναγκαίο να αναζητάμε το κέντρο της κυβέρνησης έξω από το κοινοβούλιο και «έξω από τα κόμματα». Ο επικεφαλής της κυβέρνησης κάλεσε δύο στρατηγούς σε βοήθεια του. Αυτή η τρόικα στηρίζεται από τα δεξιά και τα αριστερά από συμμετρικά παραταγμένους κοινοβουλευτικούς ομήρους. Η κυβέρνηση ποτέ δεν εμφανίζεται σαν εκτελεστικό όργανο της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας αλλά σαν ένας διαιτητής ανάμεσα σε δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα.
Η κυβέρνηση που αναδύεται πάνω από το έθνος, δεν είναι ξεκρέμαστη. Το πραγματικό κέντρο της σημερινής κυβέρνησης περνάει μέσα από την αστυνομία, την γραφειοκρατία, την στρατοκρατική κλίκα. Είναι μια αστυνομικό-στρατιωτική δικτατορία αυτή που αντιμετωπίζουμε, ελάχιστα κρυμμένη πίσω από τη βιτρίνα του κοινοβουλευτισμού. Αλλά μια κυβέρνηση σκληρή σαν ρυθμιστής του έθνους – αυτό ακριβώς είναι ο βοναπαρτισμός.
Η κυβέρνηση η ίδια δεν έχει ανεξάρτητο πρόγραμμα. Αυτή είναι ένα όργανο «τάξης». Συγκροτείται για να εξασφαλίσει αυτό που υπάρχει. Άλλωστε αναδυόμενος πολιτικά πάνω από τάξεις, ο βοναπαρτισμός,όπως ο πρόδρομος του, ο καισαρισμός, αντιπροσωπεύει από κοινωνική σκοπιά, πάντοτε και σε όλες τις εποχές, την κυβέρνηση του πιο ισχυρού και σταθερού τμήματος των εκμεταλλευτών. Συνεπώς, ο σημερινός βοναπαρτισμός δεν μπορεί παρά να είναι η κυβέρνηση του χρηματιστικού κεφαλαίου που κατευθύνει, εμπνέει και διαφθείρει την κορυφή της γραφειοκρατίας, την αστυνομία, την κάστα των επισήμων και τον Τύπο.
Οι «συνταγματικές αλλαγές» που τόσο πολύ έχουν διατυμπανιστεί τους τελευταίους μήνες, έχουν σαν μοναδικό τους καθήκον  την προσαρμογή των κρατικών θεσμών στις επείγουσες ανάγκες και στις ευκολύνσεις της βοναπαρτιστικής κυβέρνησης. Το χρηματιστικό κεφάλαιο αναζητά νόμιμους τρόπους που θα του έδιναν την δυνατότητα κάθε φορά να επιβάλλει πάνω στο έθνος τον πιο κατάλληλο διαιτητή με την δυναμική του συγκατάθεση του μισό- κοινοβουλίου. Είναι ολοφάνερο ότι η κυβέρνηση Ντουμέργκ δεν αποτελεί το πρότυπο μιας «ισχυρής» κυβέρνησης. Όλο και περισσότεροι κατάλληλοι υποψήφιοι βοναπάρτες υπάρχουν σε εφεδρεία. Νέες εμπειρίες και νέοι συνδυασμοί είναι δυνατοί σε αυτήν την περιοχή αν η μελλοντική πορεία της ταξικής πάλης τους αφήσει αρκετό καιρό.
Σαν πρόγνωση, είμαστε αναγκασμένοι να επαναλάβουμε αυτό που έλεγαν σε κάποια στιγμή οι Μπολσεβίκοι- Λενινιστές για την Γερμανία: οι πολιτικές ευκαιρίες του σημερινού γαλλικού βοναπαρτισμού δεν είναι μεγάλες. Η σταθερότητα του καθορίζεται από την προσωρινή και κατά βάθος ασταθή ισορροπία ανάμεσα στα στρατόπεδα του προλεταριάτου και του φασισμού. Ο συσχετισμός των δυνάμεων αυτών των δύο στρατοπέδων θα πρέπει να αλλάξει γρήγορα, εν μέρει κάτω από την επίδραση κρίσιμων οικονομικών περιστάσεων, αλλά κατά κύριο λόγο θα εξαρτηθεί από την ποιότητα της πολιτικής της προλεταριακής πρωτοπορίας. Η σύγκρουση ανάμεσα σε αυτά τα δύο στρατόπεδα είναι αναπόφευκτη. Η διαδικασία της κλιμάκωσης, θα μετριέται σε μήνες και όχι σε χρόνια. Ένα σταθερό καθεστώς θα μπορούσε να εγκαθιδρυθεί μόνο ύστερα από την σύγκρουση και θα εξαρτάται από τα αποτελέσματα της.
Ο φασισμός στη εξουσία, όπως και ο βοναπαρτισμός, δεν μπορεί παρά να αποτελεί την κυβέρνηση του χρηματιστικού κεφαλαίου. Με αυτήν τηνκοινωνική έννοια (ο φασισμός), όχι μόνο δεν ξεχωρίζει από τον βοναπαρτισμό αλλά ακόμα και από την κοινοβουλευτική δημοκρατία. Κάθε φορά οι σταλινικοί κάνουν αυτή την ανακάλυψη παντού, ξεχνώντας ότι τα κοινωνικά ζητήματα στην ουσία είναι πολιτικά. Η δύναμη του χρηματιστικού κεφαλαίου δεν βρίσκεται στην ικανότητα του να εγκαθιστά μια κυβέρνηση οποιουδήποτε είδους και σε κάθε χρόνο, σύμφωνα με τα κέφια του. Δεν υπάρχει τέτοια ικανότητα. Η δύναμη  του βρίσκεται στο ότι κάθε μη-προλεταριακή κυβέρνηση αναγκάζεται να υπηρετήσει το χρηματιστικό κεφάλαιο ή ακόμα καλύτερα, ότι το χρηματιστικό κεφάλαιο  κατέχει τη δυνατότητα να αντικαθιστά κάθε ένα από τα συστήματα του που παρακμάζει, με ένα άλλο σύστημα που αντιστοιχεί καλύτερα στις αλλαγμένες συνθήκες. Ωστόσο, το πέρασμα από το ένα σύστημα στο άλλο  σημαίνει πολιτική κρίση, που με την συγκέντρωση της δραστηριότητας του επαναστατικού προλεταριάτου, μπορεί να μετατραπεί σε κοινωνικό κίνδυνο για την μπουρζουαζία. Το πέρασμα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στον ίδιο τον βοναπαρτισμό συνοδεύτηκε στη Γαλλία από μια εμφυλιοπολεμική έξαρση. Οι προοπτικές του περάσματος από τον βοναπαρτισμό στον φασισμό εγκυμονούν άπειρα πιο ισχυρές ταραχές και συνεπώς επαναστατικές δυνατότητες.
Μέχρι χθες, οι σταλινικοί θεωρούσαν ότι το κύριο λάθος μας ήταν να βλέπουμε στο φασισμό την μπουρζουαζία και όχι το χρηματιστικό κεφάλαιο. Και σε αυτήν την περίπτωση έβαζαν αφηρημένες κατηγορίες στην θέση της διαλεκτικής των τάξεων. Ο φασισμός αποτελεί ένα ειδικό μέσο κινητοποίησης και οργάνωσης της μπουρζουαζίας  στα κοινωνικά συμφέροντα του χρηματιστικού κεφαλαίου. Στη διάρκεια του δημοκρατικού καθεστώτος, το κεφάλαιο αναπόφευκτα προσπάθησε να μπολιάσει στους εργάτες, την εμπιστοσύνη στην ρεφορμιστική και ειρηνιστική μικρομπουρζουαζία. Το πέρασμα στον φασισμό, αντίθετα, είναι αδιανόητο χωρίς την προηγούμενη διείσδυση του μίσους της μικρομπουρζουαζίας προς το προλεταριάτο. Η κυριαρχία της μοναδικής υπερτάξης του χρηματιστικού κεφαλαίου, βασίζεται και στα δύο αυτά συστήματα με σχέση άμεσης αντίθεσης με τις καταπιεσμένες τάξεις.
Η πολιτική κινητοποίηση της μικρομπουρζουαζίας ενάντια στο προλεταριάτο, είναι ωστόσο αδιανόητη χωρίς εκείνη την κοινωνική δημαγωγία που σημαίνει να παίζεις με τη φωτιά για το συμφέρον της μεγάλης μπουρζουαζίας. Ο κίνδυνος της «τάξης» από την απελευθερωμένη αντίδραση της  μικρομπουρζουαζίας έχει επιβεβαιωθεί από τα πρόσφατα γεγονότα της Γερμανίας. Να γιατί, ενώ υποστηρίζει και ενεργά χρηματοδοτεί την αντιδραστική ληστεία, με την μορφή μιας από τις πτέρυγες της, η γαλλική μπουρζουαζία αναζητάει να μην σπρώξει τα πράγματα μέχρι την πολιτική νίκη του φασισμού, στοχεύοντας μόνο στο να εγκαθιδρύσει μια «ισχυρή» εξουσία, που σε τελευταία ανάλυση, να πειθαρχήσει τα δύο ακραία στρατόπεδα.
Από ότι είπαμε, φαίνεται καθαρά πόσο σπουδαίο είναι να διακρίνεις τη βοναπαρτιστική μορφή εξουσίας από την φασιστική μορφή. Εντούτοις, θα ήταν ασυγχώρητο λάθος να πέσεις στο αντίθετο άκρο, δηλαδή να μετατρέψεις το βοναπαρτισμό και τον φασισμό σε δύο λογικά ασυμβίβαστες κατηγορίες. Ακριβώς όπως ο βοναπαρτισμός ξεκινάει με το να συνδυάζει το κοινοβουλευτικό καθεστώς με το φασισμό, έτσι και ο νικηφόρος φασισμός βρίσκεται αναγκασμένος όχι μόνο να κάνει συμμαχία με τους βοναπαρτιστές, άλλα ακόμα περισσότερο, να προσεγγίσει εσωτερικά το βοναπαρτιστικό σύστημα. Η παρατεταμένη κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου μέσα από την αντιδραστική κοινωνική δημαγωγία και την μικροαστική τρομοκρατία είναι αδύνατη. Φτάνοντας στην εξουσία, οι φασίστες αρχηγοί αναγκάζονται, μέσω της κρατικής μηχανής, να φιμώσουν τις μάζες που τους ακολουθούν. Με τον ίδιο τρόπο, χάνουν την υποστήριξη των πλατιών μικροαστικών μαζών. Ένα μικρό μέρος τους αφομοιώνεται από την γραφειοκρατική μηχανή. Ένα άλλο βυθίζεται στην αδιαφορία. Ένα τρίτο κάτω από διάφορες σημαίες, περνάει στην αντιπολίτευση. Όμως ενώ χάνει την κοινωνική μαζική του βάση, ο φασισμός στηριζόμενος στην γραφειοκρατική μηχανή και ταλαντευόμενος ανάμεσα στις τάξεις, ξαναμετατρέπεται σε βοναπαρτισμό.
Εδώ επίσης η βαθμιαία εξέλιξη αποκόβεται με βίαια και αιματηρά επεισόδια. Διαφέροντας από τον προφασιστικό ή προληπτικό βοναπαρτισμό (οι Τζιολίτι [15], Μπρίνιγκ-Σλάιχερ, Ντούμεργκ, κ.λ.π.) που αντανακλά την εντελώς ασταθή και κοντοπρόθεσμη ισορροπία ανάμεσα στα εμπόλεμα στρατόπεδα, ο φασιστικής καταγωγής βοναπαρτισμός ( Μουσολίνι- Χίτλερ, κ.λ.π.) που αναπτύχθηκε από την καταστροφή, την διάλυση και την εξαχρείωση των δύο στρατοπέδων και των μαζών, διακρίνεται από την πολύ μεγάλη σταθερότητα.
Το ερώτημα «φασισμός ή βοναπαρτισμός» έχει προκαλέσει ορισμένες διαφορές στο ζήτημα του Πιλσούδσκι και ανάμεσα στους Πολωνούς συντρόφους. Η ίδια η δυνατότητα τέτοιων διαφορών μαρτυράει με τον καλύτερο τρόπο το γεγονός ότι ασχολούμαστε, όχι με εύκαμπτες λογικές κατηγορίες αλλά με ζωντανούς κοινωνικούς σχηματισμούς που αντιπροσωπεύουν εντελώς  σαφείς ιδιαιτερότητες σε διάφορες χώρες και σε διαφορετικές βαθμίδες.
Ο Πιλσούδσκι ήλθε στην εξουσία στο τέλος μιας εξέγερσης βασισμένης στο μαζικό κίνημα της μικρομπουρζουαζίας και σκόπευε άμεσα στην κυριαρχία των παραδοσιακών αστικών κομμάτων στο όνομα του «ισχυρού κράτους». Αυτό είναι ένα κύριο φασιστικό χαρακτηριστικό του κινήματος και του καθεστώτος. Όμως το ειδικό πολιτικό βάρος, δηλαδή η μάζα του πολωνικού φασισμού ήταν πολύ πιο αδύνατο από εκείνο του ιταλικού φασισμού στον καιρό του και ακόμα περισσότερο από εκείνο του γερμανικού φασισμού. Σε όλο και πιο μεγάλο βαθμό, ο Πιλσούδσκι έπρεπε να χρησιμοποιεί μεθόδους στρατιωτικής συνωμοσίας και να θέτει το ζήτημα των οργανώσεων των εργατών με ένα όλο και πιο προσεκτικό τρόπο. Ικανοποιείται να θυμάται ότι το πραξικόπημα του Πιλσούδσκι έγινε με τη συμπάθεια και την υποστήριξη του πολωνικού σταλινικού κόμματος.
Η αυξανόμενη εχθρότητα της ουκρανικής και εβραϊκής μικρομπουρζουαζίας απέναντι στο καθεστώς του Πιλσούδσκι, του δημιουργεί με τη σειρά του, μεγαλύτερη δυσκολία στο να επιχειρήσει μια γενική επίθεση ενάντια στην εργατική τάξη.
Σαν αποτέλεσμα μιας τέτοιας κατάστασης, η ταλάντευση ανάμεσα σε τάξεις και τα εθνικά μέρη των τάξεων κατέχει στο καθεστώς Πιλσούδσκι πολύ μεγαλύτερη έκταση, από ότι μαζικό φόβο, παρά στις αντίστοιχες περιόδους του Μουσολίνι και του Χίτλερ. Υπάρχουν στοιχεία βοναπαρτισμού στο καθεστώς του Πιλσούδσκι. Πλην όμως θα ήταν ολοφάνερο λάθος να συγκρίνουμε τον Πιλσούδσκι με τον Τζιολίτι ή τον Σλάιχερ περιμένοντας να πέσει από έναν νέο Πολωνό Μουσολίνι ή Χίτλερ. Είναι μεθοδολογικό λάθος να σχηματίσουμε μια εικόνα ενός κάποιου «ιδεατού» φασισμού και να την αντιθέτουμε σε αυτό το πραγματικό καθεστώς που αναπτύχθηκε με όλες τις ιδιαιτερότητες και αντιφάσεις, πάνω στο έδαφος των σχέσεων των τάξεων και των εθνοτήτων του πολωνικού κράτους. Θα είναι ικανός ο Πιλσούδσκι  να καταστρέψει μέχρι το τέλος  τις οργανώσεις του προλεταριάτου – και η λογική αυτής της κατάστασης τον οδηγεί αναπόφευκτα σε αυτό το δρόμο- ότι δεν εξαρτάται από τον τυπικό ορισμό του « φασισμού καθαυτού», αλλά από τον πραγματικό συσχετισμό των δυνάμεων από την δυναμική των πολιτικών προτσές που συμβαίνουν στις μάζες, από την στρατηγική της προλεταριακής πρωτοπορίας και τελικά από την πορεία των γεγονότων στη Δυτική Ευρώπη και πάνω από όλα στη Γαλλία.
Η ιστορία μπορεί με επιτυχία να εγγράψει το γεγονός ότι ο πολωνικός φασισμός ανατράπηκε και έγινε σκόνη προτού πετύχει να βρει για τον εαυτό του μια «ολοκληρωμένη» μορφή έκφρασης.
Είπαμε παραπάνω ότι η καταγωγή του φασιστικού βοναπαρτισμού   είναι ασύγκριτα πιο σταθερή από τα προληπτικά βοναπαρτιστικά πειράματα στα οποία η μεγάλη μπουρζουαζία καταφεύγει με την ελπίδα να αποφύγει ένα φασιστικό αιματοκύλισμα. Πλην όμως, είναι ακόμα πιο σημαντικό- από θεωρητική και πρακτική άποψη- να τονίσουμε ότι το ίδιο γεγονός της αναγέννησης του φασισμού σε βοναπαρτισμό σημαίνει και την αρχή του τέλους του. Πόσο καιρό θα διαρκέσει το σβήσιμο του φασισμού και σε ποια στιγμή η ασθένεια του θα μετατραπεί σε επιθανάτια αγωνία, εξαρτάται από πολλές εσωτερικές και εξωτερικές αιτίες. Αλλά το γεγονός ότι η αντεπαναστατική δραστηριότητα της μικρομπουρζουαζίας σβήνει, ότι βγαίνει από τις αυταπάτες, ότι διαλύεται και ότι η επίθεση της πάνω στο προλεταριάτο εξασθενίζει, ανοίγει τελείως νέες επαναστατικές δραστηριότητες. Ολόκληρη η ιστορία δείχνει ότι είναι αδύνατο να κρατήσεις αλυσοδεμένο το προλεταριάτο με την βοήθεια απλώς της αστυνομικής μηχανής. Είναι αλήθεια ότι η εμπειρία της Ιταλίας δείχνει ότι η ψυχολογική κληρονομιά τεράστιων καταστροφών, διατηρήθηκε ανάμεσα στις εργαζόμενες τάξεις πολύ περισσότερο από την σχέση ανάμεσα σε δυνάμεις που προκάλεσαν την καταστροφή.
Όμως η ψυχολογική αδράνεια της ήττας δεν μπορεί παρά να είναι αβέβαιο στήριγμα. Μπορεί να συντριβεί με ένα απλό φύσημα κάτω από την επίδραση ενός ισχυρού σπασμού. Ένας τέτοιος σπασμός – για την Ιταλία, την Γερμανία, την Αυστρία και τις άλλες χώρες- θα μπορούσε να είναι η πετυχημένη πάλη του γαλλικού προλεταριάτου.
Το επαναστατικό κλειδί της κατάστασης στην Ευρώπη και σε ολόκληρο τον κόσμο βρίσκεται τώρα, πάνω από όλα στη Γαλλία!

 Σημειώσεις

[1] Πρίμο ντε Ριβέρα, Μιγκέλ (1870-1930) ήταν στρατηγός του αποικιακού ισπανικού στρατού. Το 1923 – και έχοντας ήδη καταστείλει τις εργατικές αναταραχές της περασμένης δεκαετίας – κήρυξε πραξικόπημα στην Μαδρίτη και κυβέρνησε με εισαγωγή μέτρων κενσιανής πολιτικής και οικονομικού εθνικισμού μέχρι που η κρίση του 1929 τον οδήγησε σε παραίτηση ένα χρόνο μετά. Πέθανε αυτοεξόριστος λίγους μήνες μετά, έχοντας ανοίξει ωστόσο το δρόμο στο στράτευμα σε καθαρόαιμους φασίστες αξιωματικούς όπως ο Φράνκο.
[2] Τσιάγκ-Κάι – Σεκ, (1887-1975) ήταν ο στρατηγός ηγέτης των εθνικιστών στην πρώτη φάση της Κινέζικης Επανάστασης του 1926-27. Το κόμμα τους το Κουιμοτάγκ, ήταν το κόμμα της εθνικής αστικής τάξης που ξεσηκώθηκε ενάντια στην αυτοκρατορία. Το νεαρό ΚΚ Κίνας αναγκάστηκε από την Κομιντερν να συμμαχήσει μαζί το Κουιμοτάγκ, και όταν αυτό στράφηκε εναντίον του και κατέστειλε τα εργατικά σοβιέτ ο Τσιαγκ-Και-Σεκ, κήρυξε δικτατορία. Αργότερα ο Τσιαγκ-Κάι-Σεκ, οδήγησε τις δυνάμεις του πρώτα σε αποτυχημένο πόλεμο ενάντια στην Ιαπωνία και μετά ενάντια στον Κινέζικο Κόκκινο Στρατό του Μάο. Όταν ηττήθηκε κατέφυγε στην Φορμόζα το 1947 την οποία απέσπασε από την Κίνα, κυβερνώντας δικτατορικά μέχρι τον θάνατο του.
[3] Μαζαρίκ, Τόμας Γκάριγκ (1850-1937) ήταν Σλοβάκος κοινωνιολόγος και φιλόσοφος, εισηγητής της φιλελεύθερης πολιτικής στην Τσεχοσλοβακία. Συμμετείχε στις παν-σλαβικές πολιτικές κινήσεις της Τσεχοσλοβακίας κάτω από την μπότα της Αυστρο-Ουγγαρίας, και πάλευε με ένα αστικό δημοκρατικό πολιτικό προσανατολισμό. Κατά την διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου αυτός και το κόμμα του συνεργάστηκαν με τους δυτικούς συμμάχους ενάντια στην Αυστρο-Ουγγαρία. Ο Μάζαρικ, τοποθετήθηκε πρόεδρος στην νέα χώρα και κυβέρνησε με ένα αστικο-δημοκρατικό αλλά αυταρχικό τρόπο μέχρι το 1935.
[4] Μπρίνιγκ, Χάϊνριχ (1885-1970) ήταν ο καγκελάριος της Γερμανίας μεταξύ 1930 και 1932. Ξεκίνησε σαν συντηρητικός συνδικαλιστής των κίτρινων σωματείων των δικηγόρων κατά την διάρκεια της επανάστασης του 1919. Κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 20, έβαλε τις βάσεις για την ανάπτυξη της πολιτικής θεωρίας της Χριστιανοδημοκρατίας και του «ειρηνικού δρόμου για την ανακατάληψη του Ρουρ» μέσα στο Κεντρώο κόμμα. Εκλέχτηκε καγκελάριος και κλήθηκε να πάρει πολύ σκληρά οικονομικά μέτρα μετά την κρίση του 29. Ήταν τότε που συγκέντρωσε όλες τις εξουσίες στο πρόσωπο του και με την ανοχή των Σοσιαλδημοκρατών προσπάθησε να επιβιώσει ανάμεσα στους Κομμουνιστές και τους Φασίστες. Όταν η κυβέρνηση του οδηγήθηκε σε αποστασία και πτώση, παρέμεινε πιστός στους επιγόνους του ακόμη και όταν ψήφιζαν τις έκτακτες εξουσίες του Χίτλερ. Το 1934 το έσκασε από την Ναζιστική πλέον Γερμανία και διέφυγε στις ΗΠΑ.
[5] Ντόλφους, Ενγκελμπερτ (1892-1934) ο δεξιός δικτάτορας της Αυστρίας μεταξύ 1933 και 1934. Ήρθε στην εξουσία ως το άμεσο αποτέλεσμα της ήττας του αυστριακού εργατικού κινήματος. Ο Ντόλφους στηρίχτηκε κατά βάση στο κομμάτι της αυστριακής αστικής τάξης που δεν ήθελε την απορρόφηση της από την Γερμανία, επιζητώντας μια πρόσκαιρη συμμαχία στον Ιταλικό φασισμό. Ωστόσο μετά την εξέγερση της Βιέννης του 1934 και την αποδυνάμωση του καθεστώτος του Ντόλφους από αυτήν (αν και την κατέστειλε), οι φιλογερμανοί ναζί έκαναν αποτυχημένη  απόπειρα πραξικοπήματος στην οποία όμως δολοφονήθηκε ο Ντόλφους.
[6] Πιλσούδσκι, Γιόζεφ Κλέμενς (1867-1935) ο δικτάτορας της Πολωνίας από το 1926 έως τον θάνατο του. Ξεκίνησε την πολιτική του καριέρα σαν μέλος των Ναρόντνικων και κατόπιν ως ηγέτης του παράνομου Πολωνικού Σοσιαλιστικού Κόμματος που πάλευε κάτω από τον Τσαρικό ζυγό και για την ανεξαρτησία της Πολωνίας έχοντας προτάξει το εθνικό ζήτημα πάνω από το κοινωνικό, κάτι που το έφερε σε διάσπαση με την πολωνική σοσιαλδημοκρατία. Κατά την διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, έφτιαξε τις παραστρατιωτικές Πολωνικές Λεγεώνες στο πλευρό του Αυστριακού στρατού. Με την οκτωβριανή επανάσταση η Πολωνία έγινε ανεξάρτητη το 1918 και ο Πιλσούδσκι εκλέχτηκε πρώτος πρόεδρος της από την Συντακτική Συνέλευση. Παρά τους αρχικούς δισταγμούς του το 1919, συμμετείχε μαζί με τους δυτικούς στην επίθεση κατά της σοβιετικής δημοκρατίας καταστέλλοντας στο εσωτερικό της χώρας, τους κομμουνιστές. Η αντεπίθεση του Κόκκινου Στρατού ήταν σαρωτική και μετά βίας η Βαρσοβία σώθηκε. Μετά την συνθήκη ειρήνης ο Πιλσούδσκι παραιτήθηκε από την ενεργό πολιτική όταν η Πολωνία προσπαθούσε να ελιχθεί ανάμεσα στις κοινωνικές κρίσεις και τα άλυτα εθνικά ζητήματα. Ένα πραξικόπημα οργανώθηκε το 1926 που στηρίχτηκε από το εθνικιστικό Πολωνικό Σοσιαλιστικό Κόμμα, το Κόμμα των Αγροτών και έχοντας την ανοχή και κριτική στήριξη του ΚΚ Πολωνίας και της Κομιντέρν την εποχή των αποφάσεων του 5ου συνεδρίου της, που προσπαθούσε να βρει «αριστερούς δημοκράτες εθνικιστές» για να συμμαχήσει μαζί τους. Στην αρχή η δικτατορία πήρε «ήπια μέτρα» αλλά ήδη μετά το 29, στράφηκε στην σκληρή καταστολή. Στην εξωτερική πολιτική υπέγραψε συνθήκη ειρήνης με την ΕΣΣΔ και μετά την αποτυχημένη προσπάθεια του να πείσει την Γαλλία σε προληπτικό πόλεμο κατά της Γερμανίας, υπέγραψε με τους Ναζί σύμφωνο επίθεσης λίγο πριν πεθάνει. Είναι τότε που το ΚΚ Πολωνίας τον καταγγέλει ως φασίστα.
[7] Αλέξανδρος βασιλιάς της Σερβίας, Καραγεώργεβιτς (1888-1934) ήταν ο πρώτος βασιλιάς του Βασιλείου των Σέρβων, των Κροατών και των Σλοβένων, που φτιάχτηκε μετά την ήττα της Αυστρο-Ουγγαρίας στον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο. Μετά την εξέγερση των Κροατών, το 1929 κήρυξε προσωπική δικτατορία μετατρέποντας το βασίλειο σε βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας. Προσπάθησε να ελιχθεί ανάμεσα στις διαφορετικές εθνότητες της χώρας και την γενικευμένη λαϊκή αγροτική και εργατική δυσαρέσκεια. Δολοφονήθηκε από κοινή ενέργεια των Μακεδόνων αυτονομιστών της IMRO, των Κροατών Ουστάσι και των μυστικών υπηρεσιών της φασιστικής Ιταλίας, το 1934 σε επίσημη επίσκεψη στην Γαλλία.
[8] Σέβεριγκ, Καρλ Βίλχελμ (1875-1952) σοσιαλδημοκράτης πολιτικός και υπουργός εσωτερικών στην σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση το 1928-30. Ήταν στην δεξιά πτέρυγα του κόμματος ως επικεφαλής του μυστικού επανεξοπλισμού του γερμανικού στρατού που παραβίασε τις Συνθήκες των Βερσαλλιών. Για αυτό ανακρίθηκε κατά την διάρκεια των δικών της Νυρεμβέργης αλλά απαλλάχτηκε των κατηγοριών επικαλούμενος «αγνό πατριωτικό καθήκον» και ανάγκη προστασίας της χώρας από την ΕΣΣΔ και τον «εσωτερικό εχθρό».
[9] Μακντόναλντ, Τζέιμς Ράμσεϊ (1866-1937) ηγέτης των Εργατικών στην Αγγλία και δύο φορές πρωθυπουργός το 1924-25 και το 1929. Αν και ξεκίνησε από την «αριστερή πτέρυγα» των Εργατικών παραιτούμενος από τα ηγετικά αξιώματα όταν αυτοί ψήφισαν τον πολεμικό προϋπολογισμό του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, μετά την οκτωβριανή επανάσταση κατέληξε να είναι ο φανατικότερος αντι-κομμουνιστής στις γραμμές των Εργατικών. Με αυτή την αντίληψη έσπασε από το Εργατικό Κόμμα φτιάχνωντας το Εθνικό Εργατικό Κόμμα που στηριγμένο από του Συντηρητικούς προσπάθησε να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση της δεκαετίας του 30 σε κυβέρνηση «εθνικής ενότητας». Η κακή κατάσταση της υγείας του το οδήγησε σε παραίτηση το 1935.
[10] Πάπεν, Φράντς φον (1879-1969) ήταν ο φιλομοναρχικός δεξιός καγκελάριος που κυβέρνησε την Γερμανία διαδεχόμενος τον Μπρύνιγκ και ανοίγοντας τον δρόμο στον Χίτλερ, ως αντι-καγκελάριος του για μια σύντομη περίοδο μεταξύ 1933-34. Μέλος του Κεντρώου κόμματος ήταν ο επικεφαλής της δεξιάς πτέρυγας του και στήριξε τον στρατηγό Χίντεμπουργκ για την προεδρία. Αυτός του ανταπέδωσε το 1932, ορίζοντας την κυβέρνηση αποστατών που έριξε τον Μπρύνιγκ από την εξουσία. Πιστεύοντας ότι μπορεί να τιθασεύσει τους Ναζί του Χίτλερ δέχτηκε να συγκυβερνήσει μαζί του το 1933 μέχρι που οι Ναζί τον έδιωξαν από την αντι-καγκελαρία και το έστειλαν πρεσβευτή στην Αυστρία και κατά την διάρκεια του πολέμου στην Τουρκία. Μετά τον πόλεμο, συνεργάστηκε με τους Συμμάχους και το Βατικανό και έτσι αθωώθηκε στην Νυρεμβέργη. Ήταν από τους βασικούς ιδρυτές της Χριστιανο-Κοινωνικής ένωσης της Βαυαρίας και βασικός εισηγητής στην Γερμανία της ιδέας της Ενωμένης Ευρώπης.
[11] Σλάιχερ, Κουρτ φον (1882-1934) ήταν ο τελευταίος καγκελάριος της Γερμανίας πριν τον Χίτλερ. Πρώσος αξιωματικός και στενός συνεργάτης του Χίντεμπουργκ, που τον προωθούσε παρασκηνιακά ήδη από την εποχή που ήταν υφυπουργός Αμύνης στις κυβερνήσεις Μπρύνιγκ και Πάπεν. Είχε μια πολιτική συμβιβασμού ανάμεσα σε αυτούς τους δύο και για αυτό προωθήθηκε να εξισορροπήσει τις αντιθέσεις ανάμεσα στα κόμματα της δεξιάς. Όταν ο Χίτλερ ήρθε στην εξουσία, ήταν από τα πρώτα θύματα του κατά την διάρκεια των διωγμών της «Νύχτας των μεγάλων μαχαιριών» στις 30 Ιουνίου 1934.
[12] Μανουίλσκι, Ντιμίτρι (1893-1952) ήταν για ένα μεγάλο διάστημα εκ των ηγετών της σταλινικής Κομιντέρν. Πρώην μέλος των δι-αχτιδικών σοσιαλδημοκρατών (Μεζραγιότζι) που βρίσκονταν μαζί τον Τρότσκι, τον Λουνατσάρσκι και άλλους, ανάμεσα σε μπολσεβίκους και μενσεβίκους. Ενώθηκαν με τους μπολσεβίκους τον Ιούλιο του 1917. Αναρριχήθηκε στην Διεθνή πολεμώντας ενάντια στον Ρακόφσκι σε συμμαχία με τον Στάλιν από το 1923 και από το 1931 μέχρι και την διάλυση της Κομιντέρν το 1943, ήταν γραμματέας της.
[13] Κουουζίνεν, Όττο (1881-1964) ήταν ο ηγέτης του Φινλανδικού Κομμουνιστικού Κόμματος κατά την διάρκεια της Φινλανδικής επανάστασης το 1918. Η ατολμία του κατά την διάρκεια της επανάστασης, κόστισε μια τραγική ήττα με 100.000 νεκρούς προλετάριους και στιγματίστηκε στην Κομιντέρν ως παράδειγμα προς αποφυγή στα πρώτα συνέδρια της. Ωστόσο ο Κουουζίνεν ως ισόβιος γραμματέας του ΚΚ Φινλανδίας, άρχισε να παίζει ηγετικό ρόλο στην Διεθνή, προωθούμενος από τον Στάλιν.
[14] Ντουμέργκ, Γκαστόν (1863-1937), ήταν ο πρωθυπουργός στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας που ανέλαβε να σταθεροποιήσει την κατάσταση στην Γαλλία αμέσως μετά την αποτυχημένη απόπειρα των γάλλων φασιστών στις 4 Φλεβάρη του 1934 να κάνουν πραξικόπημα και την συνακόλουθη γενική απεργία του γαλλικού προλεταριάτου που ακολούθησε, δίνοντας το έναυσμα σε μια περίοδο σκληρής ταξικής πάλης στην χώρα μέχρι την νίκη του Λαϊκού Μετώπου το 1936. Ο Ντουμέργκ αν και ξεκίνησε την καριέρα του ως Ριζοσπάστης, στράφηκε δεξιά κατά την διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου πολέμου υπηρετώντας σε αρκετές κυβερνήσεις.
[15] Τζιολίτι, Τζιοβάνι (1842-1928) ήταν ο δεξιός πρωθυπουργός της Ιταλίας το οποίο διαδέχτηκε ο Μουσολίνι. Αν και φιλελεύθερος πολιτικός στράφηκε δεξιά μετά την οκτωβριανή επανάσταση και μετά το κίνημα εργατικών καταλήψεων στην Βόρεια Ιταλία το 1919. Υποστήριξε την πορεία των Ιταλών μελανοχιτώνων του Μουσολίνι. Οι φασίστες στήριξαν την τελευταία κυβέρνηση του

Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2013

"Σήμερα έκανα το τελευταίο μου μάθημα" Επιστολή Ισπανού δασκάλου



"Σήμερα έκανα το τελευταίο μου μάθημα"
 
Επιστολή Ισπανού δασκάλου


Αναδημοσίευση από το sidonistiko

Ανοιχτή επιστολή
στον υπουργό Wert και τη σύμβουλο μετανάστευσης Figar


Μετά από περισσότερα από 35 χρόνια υπηρεσίας στη δημόσια εκπαίδευση, σήμερα έκανα το τελευταίο μου μάθημα. Συνταξιοδοτούμαι. Δεν είχα σκοπό να το κάνω, αλλά με αναγκάζουν οι καταστάσεις, ας το πούμε έτσι. Θα μπορούσα να πω ότι η αιτία είστε εσείς, αλλά θα ήταν αρκετά απλό και επιπλέον θα βρίσκατε αρκετούς λόγους για να δικαιολογηθείτε, καθώς δεν αντιλαμβάνεστε καθόλου όσα συμβαίνουν στο χώρο της εκπαίδευσης. Είστε εσείς που υποβάλλετε τη δημόσια εκπαίδευση σε μία σταδιακή υποβάθμιση και οδηγείτε τους εκπαιδευτικούς στο να υιοθετήσουν αμυντική στάση, κάτι που δεν θα είχε νόημα σε μία χώρα που πίστευε ότι στην εκπαίδευση βρίσκεται το μέλλον των πολιτών της και όχι οι μελλοντικοί καταναλωτές.


Έκανα το τελευταίο μου μάθημα και ήδη μου λείπουν οι μαθητές μου και οι συνάδελφοί μου. Ανάμεσα στις ευκαιρίες που μου δόθηκαν ξεκινώντας τον εργασιακό μου βίο διάλεξα αυτή που ήταν πιο κοντά στις επιθυμίες μου και τα όνειρα που είχα όντας νέος. Βρέθηκα σε έναν κόσμο όπου η συνεργασία μου προκαλούσε μεγαλύτερη ικανοποίηση από τον ανταγωνισμό . Ομολογώ ότι ποτέ δεν επιθύμησα να είμαι ανταγωνιστικός, αλλά κατάλληλος, δεν προσπάθησα να είμαι ο καλύτερος αλλά καλύτερος, για να επιτύχω αυτό που κατά βάθος όλοι αναζητούν περισσότερο από χρηματικές ανταμοιβές ή βραβεία και διακρίσεις, την ικανοποίηση να μπορούμε να κάνουμε αυτό που μας ικανοποιεί, μας αρέσει, μας κάνει να αισθανόμαστε χρήσιμοι και σημαντικοί. Δεν νιώθω ντροπή επειδή ήμουν δάσκαλος ή δημόσιος υπάλληλος, το αντίθετο, αισθάνομαι υπερήφανος. Αυτή η υπερηφάνεια, κα Figar, δεν οφείλεται στα προνόμια στα οποία αναφέρεται κάποιος συνεργάτης σας στην κυβέρνηση. Πριν ένα χρόνο, όταν προκαλέσατε τις μεγαλύτερες περικοπές που υπέστη η δημόσια εκπαίδευση της Μαδρίτης, ο κος Beteta δήλωσε ότι ήταν μία προσπάθεια να μπει ένα τέλος στα προνόμια, ότι δουλεύουμε λίγο, ότι οφείλουμε να αποδεχτούμε τις περικοπές για το συμφέρον των υπολοίπων, κλπ.

Δεν αντιλαμβάνεστε τίποτα.

Το μεγαλύτερο προνόμιο ενός δασκάλου είναι που επικοινωνεί με τους μαθητές του, τους μεταφέρει τον πολιτισμό του, τους δίνει το καλύτερο εαυτό του, υπηρετεί με εντιμότητα ένα από τα παλαιότερα επαγγέλματα του κόσμου. Η στιγμή που ένα ανθρωποειδές προσπάθησε να εκπαιδεύσει ένα άλλο, να του μεταδώσει πολιτισμό αποτελεί το σημείο καμπής για την εξέλιξή στο ανθρώπινο είδος. Εσείς δεν το βλέπετε έτσι. Δε γνωρίζετε και, πράγμα που είναι και το χειρότερο, δε μπορείτε να το αντιληφθείτε, αυτό που αισθάνεται ο δάσκαλος όταν κάποιοι μαθητές συνεχίζουν να σχολιάζουν το θέμα που συζήτησαν στην τάξη μετά τη λήξη του μαθήματος, επειδή τους έχει διεγείρει το ενδιαφέρον. Δεν αντιλαμβάνεστε την αίσθηση που προκαλεί σε ένα δάσκαλο η ερευνητική ματιά ενός μαθητή που σκέφτεται και προσπαθεί να καταλάβει αυτό που του έχει παρουσιαστεί, που ανακαλύπτει από μόνος του κάτι σχετικό με τον ίδιο ή με τον κόσμο που τον περιβάλλει.


Μιλάτε μόνο για τον πολιτισμό της προσπάθειας: θα ήταν πιο χρήσιμο να προσπαθούσατε περισσότερο για τον πολιτισμό! Σας απασχολεί μόνο να επιλέγετε μαθητές για την επίτευξη του πολύ παράξενου για μένα στόχου που λέγεται 'αριστεία'. Η αριστεία σας μου θυμίζει άλλες εποχές, ελπίζω οριστικά περασμένες. Επιθυμείτε να επιλέγετε άριστους ανταγωνιστικούς ηγέτες που θα καταφέρουν να αποσπάσουν από τις θυσίες των άλλων πολιτών την απαραίτητη αποδοτικότητα ώστε η χώρα να γίνεται συνέχεια περισσότερο ανταγωνιστική σε αυτή την βάρβαρη οικονομία της αγοράς. Υποκρίνεστε ότι προετοιμάζετε τους πολίτες για την αγορά και όχι για τη ζωή. Δε σας ενδιαφέρει τίποτα περισσότερο από το να τους ταξινομήσετε με διαδικασίες επιλογής και να τους προσφέρετε στην αγορά για να αποδώσουν το μέγιστο κέρδος. Θα είναι πολύ λίγοι αυτοί που θα ξεχωρίσουν, 'οι άριστοι', κάποιοι περισσότεροι που θα χειρίζονται τα μέσα παραγωγής και θα αποτελέσουν μία μεσαία τάξη και η πλειοψηφία θα αποτελέσει το εργατικό χέρι που θα γίνεται περισσότερο ανταγωνιστικό όσο περισσότερο χειραγωγημένο είναι. Με τέτοιους στόχους οι οικονομικοί οργανισμοί, και όχι οι πολιτισμικοί, δημοσιεύουν στοιχεία, όπως αυτά της PISA και τα χρησιμοποιούν για να κατατάξουν τις χώρες με κριτήρια κάποιους εκπαιδευτικούς στόχους που έχουν διατυπώσει βάσει των συμφερόντων τους. Κι εσείς με τη σειρά σας χρησιμοποιείτε αυτά τα στοιχεία για να επιτεθείτε σε ένα σύστημα που εκτός των άλλων έχει μορφώσει την καλύτερη γενιά στην ιστορία της Ισπανίας, ικανή να στελεχώσει οποιοδήποτε τομέα, ακόμα και θέσεις σχετικές με την οικονομία: την εργασία και τη δημιουργικότητα. Πολλοί πτυχιούχοι είναι αναγκασμένοι να μεταναστεύσουν σε άλλες χώρες. Δεν σας ενδιαφέρουν πολίτες μορφωμένοι και με κριτική σκέψη, αλλά αποτελεσματικοί υπάλληλοι. Η παιδεία είναι δικαίωμα και όχι επένδυση. Αλλά αυτό εσείς δεν το καταλαβαίνετε.


Οι άνισες ευκαιρίες αρχίζουν από τον τόπο και την οικογένεια στην οποία κάποιος γεννιέται. Είναι πολύ δύσκολο οι έφηβοι που προέρχονται από χαμηλά κοινωνικά στρώματα να επιτύχουν υψηλούς στόχους, καθώς το σημείο αφετηρίας τους βρίσκεται πολύ μακριά από αυτούς. Γι αυτό είναι απαραίτητο να καταβάλουμε τη μεγαλύτερη προσπάθεια προς χάρη της ισορροπίας και όχι της επιλογής.


Υπάρχουν και άλλοι στοιχεία που δεν αξιολογούνται από τις ανταγωνιστικές διαδικασίες. Έχετε ασχοληθεί με τη δουλειά που γίνεται στα δημόσια σχολεία και που αφορά στην ενσωμάτωση μεγάλου ποσοστού των μεταναστών που φτάνουν στη χώρα μας; Γνωρίζετε ότι περισσότερο από το 90% του πληθυσμού του περιθωρίου βγαίνει από αυτό χάρη στην προσπάθεια πολλών δασκάλων που με επίμονη δουλειά, σχεδόν χωρίς καμιά υποστήριξη ή αναγνώριση, εξομαλύνουν την αντίθεση μεταξύ των δικαιωμάτων όσων είναι περισσότερο ενταγμένοι και όσων προσπαθούν να ενταχθούν; Γνωρίζετε πόσο δύσκολο είναι να κατορθώσεις να δώσεις ελπίδα σε νέους που προέρχονται από καταστάσεις που θα σας προκαλούσαν τρόμο αν τις γνωρίζατε; Γνωρίζετε την κατάσταση στην περιφέρεια των μεγάλων πόλεων όπου η μόνη ελπίδα για τους νέους για να ξεφύγουν από τη μιζέρια είναι το πολιτιστικό κέντρο της γειτονιάς τους;


Τα δημόσια σχολεία ήταν κέντρα πολιτισμού με δασκάλους που διέτρεχαν όλες τις περιοχές της παγκόσμιας γνώσης.


Αν υποθέσουμε ότι επιθυμείτε να μετατρέψετε το Πανεπιστήμιο σε χώρο παροχής εξειδικευμένης εκπαίδευσης για την απόκτηση δεξιοτήτων απαραίτητων για την αγορά και τα σχολεία της δευτεροβάθμιας σε οργανισμούς επιλογής προσωπικού, πού θα εκχωρήσετε το δικαίωμα της παροχής ουσιαστικής, σφαιρικής μόρφωσης για όλους τους πολίτες; Επαναλαμβάνω, η μόρφωση είναι δικαίωμα και όχι επένδυση. Έχει πει ένας ποιητής και δάσκαλος ότι 'κάθε ανόητος μπερδεύει την αξία με την τιμή'.


Πράγματι οι δάσκαλοι είμαστε προνομιούχοι, νιώθουμε πιο ευτυχισμένοι με το να μοιραζόμαστε από το να ανταγωνιζόμαστε. Αλλά εσείς ποτέ δε θα καταλάβετε άλλο κίνητρο από τον ανταγωνισμό και την οικονομική αποτελεσματικότητα και ούτε που θα σκεφτείτε ότι υπάρχουν άνθρωποι που οι επιθυμίες τους και τα κίνητρά τους είναι διαφορετικά από τα δικά σας.


Δε θα αποφάσιζα να συνταξιοδοτηθώ αν τα πράγματα ήταν όπως πριν από κάποια χρόνια. Αισθανόμουν πια φόβο ότι θα χάσω το κέφι μου και ότι θα εξαντληθώ μέχρι να απαρνηθώ το επάγγελμα που με έκανε τόσο ευτυχισμένο. Δε φεύγω επειδή θέλω να αφήσω τους αγαπημένους μου μαθητές ή τους συναδέλφους μου με τους οποίους απολαμβάνουμε αμοιβαία εκτίμηση. Καταλαβαίνετε ότι κάποιος επιδιώκει πρωτίστως το συναίσθημα από το προνόμιο; Εσείς μας υποτιμάτε διαρκώς και είναι δύσκολο να αντέξουμε αυτό που θα φέρει η 'ανταγωνιστικότητά' σας.

Σήμερα είπα στους μαθητές μου ότι υπάρχει η πιθανότητα να τους πάρουν τα χρήματα ή τα καταναλωτικά αγαθά, αλλά ποτέ δε θα μπορέσουν να τους κλέψουν τη γνώση, την κουλτούρα τους, ούτε και να τους τις περικόψουν. Τους ενθάρρυνα να εμπλουτίσουν τις γνώσεις τους. Τους ευχήθηκα καλή επιτυχία για να επιτύχουν να εργαστούν ή να αναπτύξουν ένα επάγγελμα που τους ευχαριστεί και τους κάνει περισσότερο ευτυχείς. Να εργάζονται και να συνεργάζονται με ευγενή άμιλλα και όχι ανταγωνιστικά. Τότε θα απολαύσουν περισσότερα και θα αποζημιωθούν καλύτερα, όπως έχω διαπιστώσει επικοινωνώντας με δύο γενιές πολιτών, που ήταν μαθητές μου.

Σήμερα έκανα το τελευταίο μου μάθημα, αλλά φοβάμαι ότι εσείς δεν έχετε καταλάβει τίποτα.
Carlos Pulido Bordallo

Μαδρίτη, Οκτώβριος 2012


ΤΟ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΣΤΑ ΙΣΠΑΝΙΚΑ (αναρτήθηκε στις 28-11-2012):