Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

ΠΑΣΟΚ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΣΤΗ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΤΙΚΗ 35ΕΤΙΑ , του Ανέστη Ταρπάγκου

You Pay Your Crisis

Σάββατο, 11 Σεπτεμβρίου 2010
ΠΑΣΟΚ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΣΤΗ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΤΙΚΗ 35ΕΤΙΑ

ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΜΙΚΡΟΑΣΤΙΣΜΟΣ, ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ
ΠΗΓΗ: ΘΕΣΕΙΣ τ. 110

του Ανέστη Ταρπάγκου

Το στοίχημα της αντιπαράθεσης ανάμεσα στην ελληνική σοσιαλδημοκρατία, όπως ιστορικά εκφράστηκε από το ΠΑΣΟΚ, και στην ελληνική Αριστερά (και στις δύο κύριες εκδοχές της, του παραδοσιακού κομμουνιστικού κινήματος του ΚΚΕ και της ανανεωτικής Αριστεράς του ΚΚΕ εσωτερικού και του ΣΥΝ), παίχτηκε σ’ ολόκληρη τη μεταπολιτευτική 35ετία (1974 - 2009) και κερδήθηκε κατά κράτος από την σοσιαλδημοκρατία (μ’ όλες τις διαδοχικές της μεταλλάξεις από τον ριζοσπαστισμό στον σοσιαλφιλελευθερισμό) σ’ όλες τις περιπτώσεις.
Στην πρώτη χρονικά περίπτωση πρόκειται για τη μεταπολιτευτική τριετία του 1974- ’77, όπου συγκροτήθηκε, μαζικοποιήθηκε και αναπτύχθηκε το ελληνικό σοσιαλδημοκρατικό εγχείρημα, τόσο στο μαζικό λαϊκό κίνημα (εργατικός συνδικαλισμός ιδιωτικών και κοινωφελών επιχειρήσεων, αγροτικό κίνημα, επαγγελματοβιοτέχνες, κίνημα νεολαίας κλπ.), όσο και στο επίπεδο της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης από το 13,6% του 1974 στο διπλάσιο 25,3% του 1977, για να φτάσει τελικά στο 48,1% του 1981. Στην ίδια περίοδο ανάδειξης του λαϊκού ριζοσπαστισμού, των εργοστασιακών αγώνων και των νεολαιίστικων κινητοποιήσεων, το ελληνικό αριστερό κίνημα που συγκροτήθηκε εκ νέου στη μεταπολίτευση (μετά τη διάλυση της προδικτατορικής ΕΔΑ) κινήθηκε στα επίπεδα κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης που ξεκινούσαν από το 9,5% (1974) για να φτάσουν στο 12,1% (1977) και να καταλήξουν στο 12,3% του 1981, δηλαδή στασιμότητας σε σχέση με την αλματώδη άνοδο της πολιτικής, μαζικής και εκλογικής επιρροής του ΠΑΣΟΚ, με μιαν ορισμένη ωστόσο εργατική εκπροσώπηση σε κλαδικό συνδικαλιστικό επίπεδο, καθώς και στο πεδίο του νεολαιίστικου φοιτητικού κινήματος, όσο και στα αναδυόμενα κοινωνικά στρώματα της διανοητικής εργασίας, κατά κύριο λόγο από το ΚΚΕ και εντελώς δευτερευόντως από την ανανεωτική Αριστερά (ΚΚΕ εσωτερικού).
Στη δεύτερη περίπτωση, πρόκειται για την περίοδο γύρω από το ιστορικό μεταίχμιο του 1990, όπου το ΠΑΣΟΚ, μετά μια 8ετία διακυβέρνησης της χώρας και μετά τη μετατόπισή του προς τον ήπιο μονεταρισμό (από το 1986 και μετά), είδε τις δυνάμεις του να περιορίζονται μέχρι του επιπέδου του 38,6% (1990), ενώ ωστόσο διατήρησε τα λαϊκά συνδικαλιστικά του ερείσματα. Στην ίδια περίοδο, η ελληνική Αριστερά, με την ενωτική μορφή του ενιαίου ΣΥΝ (ΚΚΕ και ΕΑΡ), που χαρακτηριζόταν από τον κυβερνητισμό και την προτασεολογία - αναπτυξιολογία (Κοινό Πόρισμα της Αριστεράς), πήρε μέρος στην διακυβέρνηση με τη ΝΔ (που κατόρθωσε τελικά να φτάσει στο επίπεδο εκλογικής εκπροσώπησης του 46,9% του 1990), στο ρόλο του «αρχάγγελου της κάθαρσης» και του «εισαγγελέα» των «σκανδάλων» της διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ. Αυτό συνέβαλε στην ανάδειξη του μετωπικού νεοσυντηρητισμού της ΝΔ στη διακυβέρνηση της χώρας (1990-’93), που προκάλεσε οξύτατες κοινωνικές αντιδράσεις (εργαζομένων και νεολαίας), με αποτέλεσμα την επανακατάκτηση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας του ΠΑΣΟΚ το 1993 (46,9%), με την πολιτική γραμμή της άμυνας απέναντι στον άγριο νεοφιλελευθερισμό και την υιοθέτηση της στάσης του νεοφιλελευθερισμού «με ανθρώπινο πρόσωπο». Στην ίδια περίοδο η ελληνική Αριστερά ενώ έφτασε στο μέγιστο της πολιτικής της επιρροής του 13,1%, εντούτοις εξ αιτίας της συναινετικής στάσης της του κυβερνητισμού και της προτασεολογίας (σε συνδυασμό με τις συνέπειες της κατάρρευσης του ανατολικού κοινωνικού προτύπου του «υπαρκτού σοσιαλισμού» το 1989), απομειώθηκε στο 10,3% το 1990 για να καταβαραθρωθεί στο 7,5% το 1993.
Τέλος στην τρίτη περίπτωση που αφορά την πρόσφατη περίοδο (2007-’09), το ΠΑΣΟΚ εξ αιτίας του άκρατου νεοφιλελευθερισμού της τελευταίας κυβερνητικής του περιόδου (1996 - 2004), οδηγήθηκε σε σταδιακή πτώση της πολιτικής του εμβέλειας με το 40,5% του 2004 και το 38,1% του 2007. Ωστόσο αμέσως μετά και στη διάρκεια της περιόδου 2007-’08, η μεταλλαγμένη πλέον σε νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση ελληνική σοσιαλδημοκρατία κατέγραψε μια κατακόρυφη παραφθορά που αποτυπωνόταν σε πολλαπλές δημοσκοπήσεις με εξαιρετικά χαμηλή εκλογική απήχηση (αντίστοιχης της πορείας της γερμανικής και της γαλλικής σοσιαλδημοκρατίας). Παράλληλα σημειωνόταν μια αξιοσημείωτη «στροφή προς τα αριστερά», η οποία στη συγκυρία κατευθυνόταν προς τον ΣΥΡΙΖΑ (με φαινόμενα ποσοστά εκλογικής εκπροσώπησης τριπλάσια του εκλογικού αποτελέσματος του 2007, που ήταν στο ύψος του 5,0%). Παρ’ όλα αυτά, από τα τέλη του 2008 και μέχρι τις βουλευτικές εκλογές του Οκτωβρίου 2009, το ΠΑΣΟΚ, αν και στο τέλμα μιας καταφανούς αντιπολιτευτικής ανεπάρκειας – συναίνεσης προς την κυβερνητική πολιτική της ΝΔ – και παρά την ολοφάνερη νεοφιλελεύθερή του μετάλλαξη, κατέγραψε μια εντυπωσιακή ανάκαμψη της εκλογικής του επιρροής αποσπώντας τελικά το 43,9%. Έτσι και σ’ αυτή την περίπτωση η ελληνική Αριστερά στο σύνολό της, και ιδιαίτερα η Ριζοσπαστική Αριστερά, που κατέγραφε μια δημοσκοπική άνοδο πάνω από το 20% στο πρώτο εξάμηνο του 2008 (και μάλιστα με την έκρηξη της καπιταλιστικής κρίσης), οδηγήθηκε εκ νέου στο ιστορικό ποσοστό στασιμότητας του 12,1% του φθινοπώρου 2009 από το 13,2% του φθινοπώρου 2007.
Τίθεται έτσι σήμερα το ιστορικό και επίκαιρο ερώτημα: Γιατί για μια ολόκληρη μεταπολιτευτική 35ετία, η ελληνική σοσιαλδημοκρατία του ΠΑΣΟΚ (και παρ’ όλη τη νεοφιλελεύθερή της μετάλλαξη οριστικά μετά το 1996, όσο και την αντίστοιχη απώλεια των οργανωμένων κοινωνικών συνδικαλιστικών της ερεισμάτων), κατορθώνει, παρά τις σοβαρές της κρίσεις και μετασχηματισμούς, να ανακάμπτει, επιτυγχάνοντας τρεις φορές την άνοδό της στην πολιτική διακυβέρνηση της χώρας (1981, 1993, 2009); Και ταυτόχρονα, γιατί η ελληνική Αριστερά, αθροιστικά με τις δύο κοινοβουλευτικές της εκφράσεις, αδυνατεί να υπερβεί την ιστορική στασιμότητα της πολιτικής της επιρροής που διατηρείται κατά μέσον όρο στο 12%; Γιατί το σοσιαλδημοκρατικό εγχείρημα (παρ’ όλο που έχει καίρια μεταλλαχθεί σε νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση) διατηρείται διαχρονικά σε ποσοστά πολιτικής επιρροής άνω του 40% και το ελληνικό αριστερό κίνημα, παρ’ όλες τις ανόδους και υφέσεις του μαζικού λαϊκού κινήματος (εργατικού, αγροτικού, νεολαιίστικου), βρίσκεται μακροχρόνια καθηλωμένη σε μια πολιτική επιρροή υποτριπλάσια του ΠΑΣΟΚ; Πρόκειται για μια συστηματική και μακροχρόνια «πολιτική εξαπάτηση» των λαϊκών εργατικών στρωμάτων από το ΠΑΣΟΚ (τέτοιας μακρόπνοης σταθερότητας;), ή πρόκειται για μια παρατεταμένη «πολιτική ανωριμότητα» των λαϊκών κοινωνικών τάξεων, που αδυνατούν να αντιληφθούν τα πραγματικά ταξικά τους συμφέροντα, τα οποία ωστόσο συνειδητοποιεί η ελληνική Αριστερά; Ή μήπως πάλι πρόκειται για επιλογές μεταρρυθμιστικές ή απλά βελτιωτικές που οδηγούν τα λαϊκά εργατικά στρώματα στον προσανατολισμό προς την σοσιαλδημοκρατική εναλλακτική λύση, ενώ η Αριστερά απαιτεί πιο ρηξικέλευθες και τολμηρές πολιτικές επιλογές που η εργατική τάξη, η νεολαία και τα μικροαστικά στρώματα αδυνατούν να πραγματοποιήσουν; Μήπως σε τελική ανάλυση η αδυναμία αντιμετώπισης του ΠΑΣΟΚ από την ελληνική Αριστερά έχει να κάνει με τη δική της υποκειμενική πολύμορφη ιστορική ανεπάρκεια;
Το ΠΑΣΟΚ ως ιστορική μορφή έκφρασης της σοσιαλδημοκρατίας στην ελληνική κοινωνική πραγματικότητα, αντιπροσώπευσε την αστική μεταρρυθμιστική εκδοχή ενσωμάτωσης των λαϊκών εργαζομένων τάξεων στην καπιταλιστική οικονομική ανάπτυξη, βασισμένη στο σχετικό «κοινωνικό συμβόλαιο» με το λαό. Εμφάνισε όλα τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, τόσο στην αρχική περίοδο αντιπολιτευτικής του ανάπτυξης και κυβερνητικής του διαχείρισης (1974-’96), όσο και στην υστερογενή περίοδο της ολοκληρωτικής του νεοφιλελεύθερης μετάλλαξης (1996 - 2009): Ευρύτατη εργατική κοινωνική βάση και υποστήριξη τόσο στην ιδιωτική οικονομία όσο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, καθώς επίσης σε μικρότερο βαθμό σε στρώματα των μικροαστικών τάξεων και της νεολαίας. Παράλληλα, κυβερνητικός μεταρρυθμισμός με «εργαλείο» το κράτος, πάντα σε αντιστοιχία με τον ταξικό συσχετισμό δυνάμεων, με την ίδια δηλαδή την ανάπτυξη ή υποχώρηση του λαϊκού εργατικού κινήματος, και σε κάθε περίπτωση πρωταρχική προώθηση της κεφαλαιοκρατικής οικονομικής ανάπτυξης, με την κοινωνική διασφάλιση σταθεροποιημένων όρων αναπαραγωγής των αστικών παραγωγικών σχέσεων. Η καθοριστική ιστορική σχέση εκπροσώπησης των λαϊκών εργατικών επιδιώξεων, τόσο κατά την περίοδο της ριζοσπαστικής σοσιαλδημοκρατίας (1974-’86) του ενεργού «κοινωνικού συμβολαίου», όσο και κατά την περίοδο του ήπιου μονεταρισμού (1986 – ’96), ενός συμβολαίου με αμβλυμμένους όρους κοινωνικής άμυνας, όσο και τέλος στην τελευταία περίοδο (1996 - 2009) της ολοσχερούς νεοφιλελεύθερής του μετάλλαξης, όπως αυτή προφανώς προσαρμοζόταν και ενσωματωνόταν κάθε φορά στους όρους και τις συνθήκες της καπιταλιστικής ανάπτυξης, αυτή η σχέση εκπροσώπησης υπήρξε στην 35ετή του μέχρι σήμερα πορεία καθοριστικής σημασίας, παρ’ όλη τη σταδιακή της μετάβαση από τη φάση του ενεργού «κοινωνικού συμβολαίου» στη μετέπειτα περίοδο των αποψιλωμένων και μετριοπαθών λαϊκών εργατικών προσδοκιών (αμυντικού κυρίως χαρακτήρα), που το οδήγησαν εκ νέου πρόσφατα στην κατάκτηση του 43,9% του εκλογικού σώματος και για τρίτη μεταπολιτευτικά φορά στην ανάδειξή του στη διακυβέρνηση της χώρας.
Μπορεί το ΠΑΣΟΚ να εμφάνισε βαθμιαία όλες τις νεοφιλελεύθερες μεταλλάξεις κυρίως από τα μέσα της 10ετίας του 1990 και μέχρι σήμερα, όλη την παραφθορά του όποιου μεταρρυθμιστικού περιεχομένου της σοσιαλδημοκρατικής του υπόστασης, ολόκληρη τη μακρόχρονη κρατικοποίηση του πολιτικού του σχηματισμού, την ευρεία αποδιάρθρωση της οργανωμένης συνδικαλιστικής μορφής των εργατικών και μικροαστικών του εκπροσωπήσεων κλπ., ωστόσο διατήρησε αυτή την κομβική και καταλυτική σχέση εκπροσώπησης με τις εργαζόμενες δυνάμεις του λαϊκού κοινωνικού συνασπισμού.
Η σοσιαλδημοκρατική αυτή εκδοχή της αστικής στρατηγικής για την κεφαλαιοκρατική ανάπτυξη, με ταυτόχρονη ενσωμάτωση των λαϊκών εργαζομένων τάξεων, μόνον σε δύο ιστορικές περιπτώσεις ήρθε σε μετωπική αντιπαλότητα με τις επιδιώξεις της εργατικής τάξης της ιδιωτικής οικονομίας και του ευρύτερου δημόσιου τομέα: Αφενός με το απεργιακό κίνημα του 1986-’87 απέναντι στον αρχόμενο τότε ήπιο μονεταρισμό, και αφ’ ετέρου με το αντίστοιχο εργατικό απεργιακό κίνημα της άνοιξης του 2001 για την αντιμετώπιση της αποδιάρθρωσης του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Ωστόσο αποδείχθηκε ότι και στις δύο αυτές κρίσιμες δοκιμασίες των σχέσεων πολιτικής του εκπροσώπησης, το ΠΑΣΟΚ κατόρθωσε και απορρόφησε τους κοινωνικούς κραδασμούς αυτών των αναταράξεων, αποτρέποντας την οριστική διάρρηξη αυτής της ιστορικής σχέσης εργατικής λαϊκής εκπροσώπησης. Μ’ αυτή την έννοια κατόρθωσε να καταγράφεται ως η εναλλακτική φιλολαϊκή διαχείριση της καπιταλιστικής ανάπτυξης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού έναντι της παραδοσιακής νεοσυντηρητικής εκδοχής που έκφρασε η ΝΔ, ακόμη και στη σύγχρονη φάση της πλήρους νεοφιλελεύθερής του μετάλλαξης. Ακόμη και σ’ αυτή την περίπτωση (όπως συνέβη με την εκλογική αναμέτρηση του Οκτωβρίου 2009), η πλατιά πλειονότητα της μισθωτής εργασίας το αντιμετώπισε ως φορέα της εναλλακτικής φιλολαϊκής διαχείρισης (ποσοστά εκπροσώπησης στους μισθωτούς του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα της τάξης του 39% και του 47% αντίστοιχα).
Για τις σχέσεις εκπροσώπησης του ΠΑΣΟΚ ίσχυσε για την μεταπολιτευτική 35ετία ό,τι ίσχυσε για την ελληνική Αριστερά για μια αντίστοιχη 30ετία σε σχέση με το εαμικό λαϊκό απελευθερωτικό κίνημα (1944-’74). Όπως για τον κόσμο της ΕΔΑ, του ΚΚΕ και της Ανανεωτικής Αριστεράς που τροφοδοτήθηκε πολιτικά από την μείζονα ιστορική ανάταση της εαμικής περιόδου (1941-’44), άντλησε απ’ αυτήν πολιτικά κυρίως και εντελώς δευτερευόντως κοινωνικά, παρ’ όλη τη στρατιωτική καταστολή που οδήγησε στη συνέχεια στην ήττα του εμφυλίου πολέμου (1946-’49), υφιστάμενη προφανώς τις συνέπειες της συρρίκνωσης της επιρροής της λόγω του «ρήγματος» μεταξύ του εαμικού κινήματος και της ένοπλης πάλης του ΔΣΕ, έτσι και για το ΠΑΣΟΚ, παρ’ όλη τη σταδιακή ιστορική του διολίσθηση προς τον μονεταρισμό και το νεοφιλελευθερισμό, για τον λαϊκό εργαζόμενο κόσμο της πολιτικής του επιρροής (γενιά της μεταπολίτευσης), και παρ’ όλη την παραφθορά των οργανωμένων κοινωνικών συνδικαλιστικών του ερεισμάτων, λειτούργησε σ’ ολόκληρη την περίοδο της τελευταίας 20ετίας (1990 - 2009), η «ιστορική ανάμνηση» της μεταρρυθμιστικής ανάτασης της ριζοσπαστικής σοσιαλδημοκρατίας της 8ετίας 1981-’89. Για τον λαϊκό και μικροαστικό εργαζόμενο κόσμο η εμπειρία του σοσιαλδημοκρατικού μεταρρυθμισμού της κυβερνητικής «αλλαγής» της 10ετίας του 1980, λειτούργησε ιστορικά κατά τον ίδιο τρόπο που βιώθηκε πολιτικά από την ελληνική Αριστερά η κινηματική ανάταση του ΕΑΜ της 10ετίας του 1940.
Αν το ΠΑΣΟΚ αντιπροσώπευσε το σοσιαλδημοκρατικό εγχείρημα ενσωμάτωσης των λαϊκών εργατικών επιδιώξεων στην καπιταλιστική ανάπτυξη της ελληνικής κοινωνίας, πολιτεύτηκε η ελληνική Αριστερά στην ίδια αυτή μεταπολιτευτική 35ετία με όρους ριζοσπαστικής - αντικαπιταλιστικής εκπροσώπησης αυτών των κοινωνικών συμφερόντων της μισθωτής εργασίας, δηλαδή «αριστερότερης - προοδευτικότερης» έκφρασής τους έναντι της μεταρρυθμιστικής εκδοχής της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας; Είναι προφανώς μια αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα ότι τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και το ΚΚΕ και δευτερευόντως το ΚΚΕ εσωτερικού (μετέπειτα ΣΥΝ) εντόπισαν τον ταξικό χώρο κοινωνικών τους εκπροσωπήσεων στην ίδια λαϊκή δεξαμενή (εργατική τάξη + μικροαστικά στρώματα + μερίδες νεολαίας). Βέβαια το ΚΚΕ ιστορικά επικεντρώθηκε στην εκπροσώπηση της εργατικής τάξης κατά τρόπο πρωταρχικό, όσο όμως και των μικρομεσαίων στρωμάτων (της πόλης και της υπαίθρου), ενώ η Ανανεωτική Αριστερά κινήθηκε σχεδόν αποκλειστικά (από την μεταπολίτευση και μέχρι σήμερα) στην πολιτική έκφραση της διανοητικής εργασίας, τόσο στην μισθωτή της έκφραση (νέα μισθωτή μικροαστική τάξη του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα), όσο και στην παραδοσιακή μικροαστική της εκδοχή (ελεύθερα τεχνικο-επιστημονικά επαγγέλματα). Πώς διαμορφώθηκαν αυτές οι σχέσεις πολιτικής εκπροσώπησης των δυνάμεων της μισθωτής εργασίας και των μικροαστικών τάξεων στο πεδίο του ελληνικού αριστερού κινήματος σε σχέση με τις αντίστοιχες της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας;
Το παραδοσιακό κομμουνιστικό κίνημα με τη μορφή του ΚΚΕ (του οποίου η εμβέλεια στάθηκε σ’ ολόκληρη τη μεταπολιτευτική 35ετία κατά πολύ ανώτερη εκείνης της Ανανεωτικής Αριστεράς), εν αντιθέσει με το ΠΑΣΟΚ, κινήθηκε πολιτικά σε σχέση με την μισθωτή εργασία με εντελώς διαφορετικούς τρόπους. Αυτή η στάση του χαρακτηρίζεται μέχρι και σήμερα από το σταθερό (μεταξύ των άλλων) τρίπτυχο:
* Στρατηγική επικέντρωση στο ανατολικό κοινωνικό πρότυπο του αυταρχικού κρατικού καπιταλισμού, γεγονός που απωθούσε την πλειοψηφία της μισθωτής εργασίας στην ελληνική κοινωνία (και σε ολόκληρο τον δυτικοευρωπαϊκό κοινωνικό χώρο), η οποία ήταν στρατηγικά προσανατολισμένη στη μεταρρυθμιστική εκδοχή της καπιταλιστικής διαχείρισης στο πλαίσιο της αστικής δημοκρατίας (σοσιαλδημοκρατία), με αποτέλεσμα η πλειοψηφία της μισθωτής εργασίας να επενδύει πολιτικά στη σοσιαλδημοκρατική προοπτική έναντι της προοπτικής αναπαραγωγής του «υπαρκτού σοσιαλισμού», έτσι ώστε ένα εντελώς μειοψηφικό της τμήμα προσανατολιζόταν προς το ΚΚΕ, στην οπτική αναζήτησης ενός κρατικιστικού φιλολαϊκού πατερναλισμού.
* Μετωπική αντιπαλότητα προς τις αυτόνομες μορφές συνδικαλιστικής οργάνωσης της μισθωτής εργασίας και στις κινηματικές της δράσεις, τόσο με τη μορφή των εργοστασιακών σωματείων όσο και στο επίπεδο των εργατικών οργανώσεων των κοινωφελών επιχειρήσεων. Αυτό το γεγονός έχει ως αποτέλεσμα τη μαζική απομόνωση της ΕΣΑΚ και του μετέπειτα ΠΑΜΕ από τον κύριο κορμό της εργατικής τάξης της καπιταλιστικής παραγωγής και τον περιορισμό της επιρροής του ΚΚΕ στον περιχαρακωμένο χώρο των κλαδικών και ομοιοεπαγγελματικών σωματείων. Εξ αυτού του λόγου η κυρίαρχη συνδικαλιστική έκφραση του «βιομηχανικού προλεταριάτου» κατευθύνθηκε στην πολιτική έκφραση της σοσιαλδημοκρατικής στρατηγικής του ΠΑΣΟΚ ή κατευθύνεται σήμερα σε αυτόνομες ταξικές αγωνιστικές εκφράσεις.
* Τέλος, το ΚΚΕ παρενέβαινε στην κάθε φορά διαμορφούμενη οικονομική και πολιτική συγκυρία με όρους μετατόπισης της ταξικής αντιπαράθεσης στο «ιστορικό υπερπέραν» της επαγγελλόμενης λαϊκής εξουσίας και οικονομίας, χωρίς ένα πρόγραμμα μεταβατικών ριζοσπαστικών στόχων πάλης που να αντιπροσωπεύουν τον οργανικό συνδετικό κρίκο μεταξύ της τακτικής και της στρατηγικής. Απεναντίας το ΠΑΣΟΚ κινούνταν στο πεδίο της άμεσης πολιτικής διαμόρφωσης συσχετισμών και της ανάδειξής τους στην κεντρική πολιτική σκηνή (ανεξάρτητα του γεγονότος ότι αυτή του η προοπτική οδηγούσε ευθέως στον κυβερνητισμό και στην συνακόλουθη υπαγωγή στις υπαγορεύσεις της αστικής κρατικής πολιτικής). Επόμενο ήταν έτσι η εργατική λαϊκή πλειοψηφία να επενδύει πολιτικά στην άμεση προοπτική εναλλακτικής διεξόδου, ενώ να αποστασιοποιείται από τη στρατηγική μετατόπιση στο «ιστορικό υπερπέραν».
Ριζικά διαφορετική σε σχέση τόσο με το ΚΚΕ όσο και με το ΠΑΣΟΚ στάθηκε η περίπτωση της Ανανεωτικής Αριστεράς (ΚΚΕ εσωτερικού και ΣΥΝ) στις κοινωνικές εκπροσωπήσεις της (πράγμα που συνεχίζει να ισχύει γενικά και μέχρι σήμερα). Για μια ολόκληρη 35ετία εκπροσώπησε πολιτικά στρώματα σχεδόν αποκλειστικά της διανοητικής εργασίας και εντελώς περιθωριακά μερίδες της εργατικής τάξης της ιδιωτικής οικονομίας. Μάλιστα σ’ αυτό το πλαίσιο, αναδείχθηκαν δύο κατ’ εξοχήν ρεύματα πολιτικής εκπροσώπησης στο εσωτερικό της, δηλαδή το εκσυγχρονιστικό ρεύμα (με κύρια αναφορά στα παραδοσιακά μικροαστικά στρώματα της διανοητικής εργασίας) και το ριζοσπαστικό ρεύμα (με αναφορά σε δυνάμεις της νέας μισθωτής μικροαστικής τάξης κυρίως του ευρύτερου δημόσιου τομέα), που παρ’ όλες τις μεταξύ τους εντάσεις, συνεκτικά και ενιαία συναποτέλεσαν τον ΣΥΝ στην τελευταία ιστορική περίοδο (1993 - 2009), πέραν προφανώς της πρόσφατης εμπειρίας του ΣΥΡΙΖΑ, που προσέλαβε διαφορετικά χαρακτηριστικά κοινωνικών εκπροσωπήσεων και πολιτικής φυσιογνωμίας. Η συνοχή τους διασφαλίζεται από την κοινότητα των επιδιώξεων της διανοητικής εργασίας, η οποία και επισκιάζει τις δευτερογενείς αντιθέσεις στους κόλπους της. Και ο πυρήνας της πολιτικής της φυσιογνωμίας συγκροτείται πρωτίστως από τον κυβερνητισμό, την προτασεολογία, την αναπτυξιολογία και τον εκσυγχρονισμό, διανθισμένα από τη λογική της κοινωνικής ευαισθησίας (μειονότητες, δικαιώματα, δημόσιοι χώροι κλπ.) και της προστασίας των κοινωνικά «αδυνάτων» (λ.χ. ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα).
Η μεγάλη πλειονότητα της πολιτικής έκφρασης της μισθωτής εργασίας κατευθύνθηκε έτσι στην επένδυση της σοσιαλδημοκρατικής στρατηγικής ως εκδοχής της αστικής πολιτικής, ενώ απεναντίας εντελώς δευτερευόντως κατευθύνθηκε προς την αριστερή πολιτική στρατηγική ως μορφής μικροαστικής ηγεμονίας (παραδοσιακών και νέων μικροαστικών μερίδων). Κι’ αυτό γιατί η παραδοσιακή κομμουνιστική πολιτική, όσο και η ανανεωτική αριστερή εκδοχή, αντιπροσώπευσαν μορφές μικροαστικής πολιτικής κυριαρχίας στο ελληνικό αριστερό κίνημα και γι’ αυτό το λόγο δεν έτυχαν της πολιτικής εμπιστοσύνης των δυνάμεων της μισθωτής εργασίας.
Σ’ ό,τι αφορά την αριστερή ανανεωτική πολιτική έναντι των λαϊκών εργαζομένων τάξεων, αυτή σε καμία περίπτωση δεν στόχευε ιστορικά στην οποιαδήποτε οργανική σύνδεση με την εργατική τάξη, γιατί αντιπροσώπευσε αμιγώς μια πολιτική παράταξη μερίδων της διανοητικής εργασίας (νέας μικροαστικής τάξης και παραδοσιακών μικροαστικών στρωμάτων), που κινήθηκε στη δική της ενδιάμεση πολιτική τροχιά (μεταξύ λαϊκού και αστικού κοινωνικού συνασπισμού). Έτσι ο ανανεωτικός αριστερός χώρος (με την εξαίρεση του ΣΥΡΙΖΑ της περιόδου 2007-’09) αναπτύχθηκε και κινήθηκε σε τροχιά εντελώς ασύμπτωτη με το κίνημα της εργατικής τάξης της καπιταλιστικής παραγωγής, το οποίο κατευθύνθηκε προς το ΠΑΣΟΚ ως τον πλέον οικείο πολιτικό χώρο, σοσιαλδημοκρατικής εργατικής αναφοράς.
Μ’ άλλες λέξεις η πλειονότητα των εργατικών λαϊκών στρωμάτων δεν κατευθύνθηκε επί μια ολόκληρη 35ετία (1974 - 2009) στις πολιτικές εκφράσεις της ανανεωτικής Αριστεράς (ΚΚΕ εσωτερικού και μετέπειτα ΣΥΝ), γιατί ο ίδιος αυτός ο πολιτικός χώρος δεν πολιτευόταν ως αριστερός σχηματισμός της λαϊκής καθολικότητας, αλλά ως πολιτικός φορέας έκφρασης σχεδόν αποκλειστικά ριζοσπαστικών και εκσυγχρονιστικών μερίδων της διανοητικής εργασίας εντός του μικροαστικού ταξικού πλαισίου. Η εκδοχή του εργατικού σοσιαλδημοκρατικού μεταρρυθμισμού (και του όποιου φιλολαϊκού βελτιωτισμού), υπήρξε και συνεχίζει να είναι και σήμερα πολύ περισσότερο γειτονική προς την εργατική τάξη, ενώ η πολιτική κατεύθυνση του διανοητικού μικροαστικού ριζοσπαστισμού και εκσυγχρονισμού υπήρξε ιστορικά «απόμακρη» προς τις επιδιώξεις του λαϊκού εργατικού κινήματος.
Από την άλλη πλευρά, ο κόσμος της μισθωτής εργασίας δεν εκφράστηκε παρά σε εντελώς χαμηλό βαθμό προς το ΚΚΕ, πράγμα που έχει να κάνει με την απωθητική λειτουργία των θεμελιακών «στρεβλώσεών» του (παρότι βέβαια επικαλείται κατά κόρον την εργατική τάξη και τη σοσιαλιστική προοπτική) σε σχέση με τον εργαζόμενο κόσμο που μεταστράφηκε ιστορικά προς τη σοσιαλδημοκρατία (παρ’ όλες τις νεοφιλελεύθερές της μεταλλάξεις). Οι «στρεβλώσεις» αυτές που αποτυπώνονται στη φυσιογνωμία του ΚΚΕ (ταύτιση του σοσιαλισμού με τον κρατικό καπιταλισμό, εναντίωση στις αυτόνομες εργατικές εκφράσεις, μετατόπιση του σοσιαλισμού στο «υπερπέραν», κατεύθυνση απομονωτισμού έναντι των υπολοίπων αριστερών δυνάμεων), είναι αποτέλεσμα μιας εντελώς διαφορετικής μορφής μικροαστικής ηγεμονίας που ασκείται στους κόλπους του (έναντι της καθαρά μικροαστικής πολιτικής των δυνάμεων της διανοητικής εργασίας στην ανανεωτική Αριστερά). Στην προκειμένη περίπτωση του ΚΚΕ ασκείται και επικρατεί για ιστορικούς λόγους μια ιδιότυπη ηγεμονία μερίδων των παραδοσιακών μικροαστικών στρωμάτων (της πόλης όσο και της υπαίθρου), η οποία επιφέρει συστηματικά τη «στρέβλωση» του εγγενούς αντικαπιταλισμού προς την «αντιμονοπωλιακή - αντιιμπεριαλιστική» πολιτική κατεύθυνση. Κι’ αυτή η εκτροπή με τη σειρά της εντυπώνει στη φυσιογνωμία και στην πρακτική του αυτές τις θεμελιακές «στρεβλώσεις», που σε τελική ανάλυση επενεργούν απωθητικά για τον λαϊκό εργαζόμενο κόσμο.
Έτσι, ενώ πλατιά στρώματα της μισθωτής εργασίας στρέφονται κατ’ αρχήν προς την παραδοσιακή κομμουνιστική πολιτική, οι μορφές της παραδοσιακής μικροαστικής ηγεμονίας που ασκούνται στο ΚΚΕ ακυρώνουν αυτό τους τον προσανατολισμό, με αποτέλεσμα να βρίσκουν περισσότερο πρόσφορο το έδαφος πολιτικής έκφρασης στην ελληνική σοσιαλδημοκρατία.
Το ζήτημα είναι ότι για τρεις κατά συνέχεια ιστορικά φορές, ένα σημαντικό μέρος της εργατικής τάξης που βρέθηκε στο πεδίο επιρροής της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας στράφηκε «προς τα αριστερά», ωστόσο όμως το ίδιο το ελληνικό αριστερό κίνημα είτε του γύρισε την πλάτη, είτε στάθηκε ανεπαρκές να αξιοποιήσει συσπειρωτικά αυτή την κοινωνική μεταστροφή.
Σε μια πρώτη φάση αυτό συνέβη στην πρώτη μεταπολιτευτική 3ετία (1974-’77), όπου ευρέα στρώματα της μισθωτής εργασίας της βιομηχανίας και των κοινωφελών επιχειρήσεων, στο πλαίσιο του διάχυτου ριζοσπαστισμού της περιόδου, επιχείρησαν να προσεγγίσουν την παραδοσιακή Αριστερά (ΚΚΕ και ΚΚΕ εσωτερικού). Ωστόσο συνάντησαν μια καταφανή ανεπάρκεια και αντιπαλότητα, στο μέτρο που η Ανανεωτική Αριστερά κινούνταν στην αμυντική πολιτική της εθνικής δημοκρατικής ενότητας της περιόδου της δικτατορίας (1967-’74), ενώ οι δυνάμεις του ΚΚΕ, έχοντας υιοθετήσει μια κατεύθυνση μετωπικής εναντίωσης προς τα εργοστασιακά σωματεία και τους συνακόλουθους μεγάλους απεργιακούς αγώνες, απώθησαν τη συντριπτική πλειονότητα της βιομηχανικής εργατικής τάξης. Το αποτέλεσμα ήταν το ΠΑΣΟΚ, προς το οποίο προσανατολίστηκαν αναγκαστικά αυτά τα πλατιά εργατικά στρώματα, να διπλασιάσει μέσα σε μια 3ετία την εκλογική του επιρροή και η Αριστερά να καταγράψει την απαρχή της μετέπειτα ιστορικής της στασιμότητας.
Σε μια δεύτερη φάση, στη διετία 1986-’87, η μονεταριστική μεταστροφή της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ ώθησε τη μεγάλη πλειονότητα των συνδικαλιστικών δυνάμεων της ΠΑΣΚΕ στην αντιπολιτευτική στάση και στον διαχωρισμό της από την κυβερνητική πλειοψηφία. Μάλιστα το πανελλαδικό απεργιακό κίνημα της εποχής, με τη συμμετοχή του συνόλου των εργατικών ταξικών δυνάμεων (ΣΣΕΚ, ΕΣΑΚ, ΑΕΜ), στάθηκε το μαζικότερο και ισχυρότερο για ολόκληρη τη μεταπολιτευτική 35ετία. Ωστόσο και σ’ αυτή την περίπτωση, όταν η ΣΣΕΚ (πλειονότητα επιχειρησιακών σωματείων και ομοσπονδιών κοινής ωφέλειας), κινήθηκε προς μια αριστερή ενωτική κατεύθυνση προς το ΚΚΕ και την Ανανεωτική Αριστερά (και μάλιστα με αντικαπιταλιστικά χαρακτηριστικά), συνάντησε την κίνηση της ελληνικής Αριστεράς σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση. Η ΕΑΡ (που προήλθε από την «αποκομμουνιστικοποίηση» του ΚΚΕ εσωτερικού) από κοινού με το ΚΚΕ προχωρούσαν στο Κοινό Πόρισμα για τον ενιαίο ΣΥΝ, που κατευθύνονταν στην τροχιά του κυβερνητισμού, της προτασεολογίας και της αναπτυξιολογίας, με πρακτική απόληξη την συγκυβέρνηση Αριστεράς - ΝΔ για την προαγωγή της «ηθικής κάθαρσης». Το αποτέλεσμα ήταν ότι το ΠΑΣΟΚ κατέστη εκ νέου αποδέκτης της επανάκαμψης των συνδικαλιστικών δυνάμεων της ΣΣΕΚ, κράτησε τις πολιτικές και κοινωνικές του δυνάμεις και επανακατέκτησε την κυβερνητική εξουσία μετά τη νεοσυντηρητική διακυβέρνηση της ΝΔ (1990-’93).
Τέλος, για τρίτη φορά μετά τη μεταπολίτευση, στη διετία 2007-’08, η πολιτική επιρροή του ΠΑΣΟΚ είχε πάρει την κατιούσα, καταγράφοντας σε διαδοχικές δημοσκοπήσεις εξαιρετικά χαμηλά ποσοστά εκλογικής εμβέλειας, εξ αιτίας της αντιπολιτευτικής του αφλογιστίας και της νεοφιλελεύθερής του συναίνεσης προς την κυβερνητική πολιτική της ΝΔ. Παράλληλα, από τις βουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου 2007 και μέχρι την αρχή του 2009, αναδεικνυόταν, τουλάχιστον δημοσκοπικά (ως ισχυρή τάση και ένδειξη), μια ορισμένη «στροφή προς τα αριστερά», η οποία στην προκειμένη περίπτωση κατευθύνονταν προς τον ΣΥΡΙΖΑ (ο οποίος εμφανιζόταν να τριπλασιάζει την εκλογική του επιρροή). Παρ’ όλα αυτά η καταφανής ανεπάρκεια της Ριζοσπαστικής Αριστεράς να διαχειριστεί πολιτικά και οργανωτικά, όσο και στο επίπεδο του κοινωνικού κινήματος, αυτή την «μεταστροφή προς τα αριστερά» λαϊκών εργατικών στρωμάτων της κοινωνικής βάσης του ΠΑΣΟΚ, η αναδίπλωσή του προς την κυβερνητική προτασεολογία και τη δημοκρατική συνεργασιολογία, δημιούργησε το έδαφος για την εκ νέου ανάκαμψη του σοσιαλφιλελευθερισμού, που από το 38,1% του 2007 εκτινάχθηκε στο 43,9% των βουλευτικών εκλογών του Οκτωβρίου 2009. Συνακόλουθα η ελληνική Αριστερά όχι μόνον δεν αξιοποίησε πολιτικά αυτές τις εξελίξεις της διετίας 2007-’08, αλλά είδε την πολιτική της επιρροή να μειώνεται (ΚΚΕ + ΣΥΡΙΖΑ) από το 13,2% στο 12,1%.
Το ιστορικό «κοινωνικό συμβόλαιο» μεταξύ πλατειών στρωμάτων της μισθωτής εργασίας του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα της οικονομίας και της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας αποδείχθηκε ανθεκτικό σ’ ολόκληρη την μεταπολιτευτική 35ετία, παρ’ όλες τις νεοφιλελεύθερες μεταλλάξεις του ΠΑΣΟΚ και παρά την ολοσχερή άμβλυνση του κοινωνικού του περιεχομένου (από τον ριζοσπαστικό μεταρρυθμισμό στην επιζήτηση της ελάχιστης άμυνας). Προφανώς και το μεταρρυθμιστικό περιεχόμενο αυτού του συμβολαίου με το λαό υπέστη διαδοχικές ρήξεις και αναιρέσεις (με κυριότερες εκείνες του 1986 και του 1996), ωστόσο όμως διατήρησε στοιχεία λαϊκής εκπροσώπησης. Αν σε μια πρώτη περίοδο (1981-’86) είχε ενεργά και ζωτικά μεταρρυθμιστικά χαρακτηριστικά (π.χ. δημοκρατική συνδικαλιστική νομοθεσία, δημόσιο σύστημα υγείας, ανώτερη τεχνολογική εκπαίδευση, αναδιανεμητική εισοδηματική πολιτική κλπ.), σε μια δεύτερη περίοδο (1986-’96) προσέλαβε αμυντικό κοινωνικό περιεχόμενο (καθυστέρηση εκκαθάρισης προβληματικών επιχειρήσεων, επανακρατικοποίηση της ΕΑΣ κ.ά.). Και εξίσου αποδείχθηκε ανθεκτικό στην κατοπινή περίοδο του «εκσυγχρονισμού και της αναδιάρθρωσης» (1996 - 2004). Αλλά και στην τελευταία φάση (2004-’09), με δεδομένη την μετωπική νεοφιλελεύθερη κυβερνητική πολιτική της ΝΔ (ολοκλήρωση ιδιωτικοποιήσεων, φορολογική επιδρομή στη μισθωτή εργασία και στις μικροαστικές τάξεις κλπ.), και σε συνδυασμό με τις συνέπειες της καπιταλιστικής κρίσης από το δεύτερο εξάμηνο του 2008, το «κοινωνικό αυτό συμβόλαιο» λειτούργησε από την πλευρά των λαϊκών εργαζομένων τάξεων μονομερώς, επενδύοντας προσδοκίες αμυντικού κοινωνικού χαρακτήρα, πέρα και από αυτές τις προγραμματικές πολιτικές κατευθύνσεις του ΠΑΣΟΚ που κινούνταν σε ακραιφνώς νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση (εξ ου και ο ολοσχερώς εύθραυστος πλέον χαρακτήρας του). Η λαϊκή εργατική πολιτική εμπιστοσύνη προς αυτή τη σοσιαλδημοκρατική (και σοσιαλφιλελεύθερη) εναλλακτική διαχείριση του ελληνικού καπιταλισμού στάθηκε για τρίτη ιστορικά φορά σταθερή και αναλλοίωτη.
Απεναντίας αυτή η σχέση πολιτικής εκπροσώπησης της πλειονότητας της μισθωτής εργασίας σε καμία περίπτωση δεν βρήκε πρόσφορο έδαφος στην ελληνική Αριστερά, ακόμη και στις περιόδους που στρεφόταν προς αυτήν (κρίσεις εκπροσώπησης του ΠΑΣΟΚ), εξ αιτίας των ανεπαρκειών και στρεβλώσεων που επέφερε επίμονα και μακροπρόθεσμα η μικροαστική ηγεμονία (παραδοσιακή και νέα) στους πολιτικούς σχηματισμούς του ΚΚΕ και του ΣΥΝ. Αποτέλεσμα υπήρξε η μακροχρόνια καθήλωση της πολιτικής επιρροής του ελληνικού αριστερού κινήματος στο μέσο όρο του 12%, παρ’ όλες τις διακυμάνσεις της πολιτικής επιρροής του ΠΑΣΟΚ (από το ελάχιστο του 38,1% στο μέγιστο του 48,1%).
Αυτό το γεγονός, λόγω του μακροχρόνιου άλλωστε χαρακτήρα του, καταδεικνύει την εγγενή αδυναμία της ελληνικής Αριστεράς να διεμβολίσει τη λαϊκή εργατική βάση της σοσιαλδημοκρατίας, εξ αιτίας της έντονης μικροαστικής κυριαρχίας που επικρατεί στους κόλπους της. Κατά συνέπεια, μόνον μια αριστερή πολιτική που εδράζεται σε δυνάμεις της εργατικής τάξης, της μισθωτής εργασίας ευρύτερα, έχει τα χαρακτηριστικά της ριζοσπαστικής κοινωνικής αντιπολίτευσης και των μεταβατικών αντικαπιταλιστικών στόχων πάλης, σε οργανική διασύνδεση με την σοσιαλιστική στρατηγική της γενικευμένης εργατικής λαϊκής χειραφέτησης, αποτυπώνει δηλαδή στην ίδια της την οργανωτική δομή την εργατική λαϊκή δημοκρατική ηγεμονία, είναι σε θέση να κλονίσει το σοσιαλδημοκρατικό «κοινωνικό συμβόλαιο», με το όποιο αμβλυμμένο του σήμερα περιεχόμενο, και να λειτουργήσει συσπειρωτικά για τον εργαζόμενο λαϊκό κόσμο της πολιτικής επιρροής του ΠΑΣΟΚ

Δεν υπάρχουν σχόλια: