Πέμπτη, 14 Οκτωβρίου 2010

Πέμπτη, 14 Οκτωβρίου 2010

Στον αστερισμό του μνημόνιου – περίοδος πρώτη (δεδομένα και τάσεις στην Ελληνική κοινωνία)


ΠΗΓΗ: Πολιτικό Κέντρο Θεσσαλονίκης
του Μήλιου Χρήστου (10 Οκτωβρίου 2010)


Το μνημόνιο αποτελεί για την Ελλάδα ένα νέο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό ορόσημο. Υπάρχει η Ελλάδα πριν και μετά το μνημόνιο. Μια εντελώς νέα πραγματικότητα που θα χρειασθεί καιρός να συνειδητοποιηθεί.
Προς το παρόν βιώνεται σαν κάτι το πρόσκαιρο, (σαν μια παρένθεση) και με έναν ανάλογο, σε τέτοιες περιπτώσεις, εμπειρικό τρόπο. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, και σ’ αυτή την πρώτη περίοδο του μνημονίου, καταγράφονται ορισμένα δεδομένα και διαβλέπονται κάποιες τάσεις, που σίγουρα στην πορεία πρόκειται να τροποποιηθούν.
Η κατάσταση δεν πρόκειται να παραμείνει για πολύ στο σημερινό κλίμα. Θα έχει μια δυναμική εξέλιξη, μεγάλες μεταπτώσεις και αλλαγές στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική συμπεριφορά της Ελληνικής κοινωνίας.
Στο φαντασιακό μιας διεξόδου
Μέσα στη γενική απογοήτευση που διακατέχει τους Έλληνες αυτή την περίοδο, δεν λείπει και μια αισιόδοξη στάση. Πρόκειται γι αυτή που πιστεύει ότι τελικά τα πράγματα θα διορθωθούν, ότι θα αλλάξουν προς το καλύτερο. Ότι όλα όσα συνέβησαν αποτελούν μια ευκαιρία για να ξεπεράσουμε χρόνιες παθογένειες και να δρομολογήσουμε μια νέα αρχή. Ότι χρειαζόμασταν αυτή τη δοκιμασία προκειμένου να συνέλθουμε από μια καταστροφική κι αδιέξοδη πορεία.

Πρόκειται για μια στάση που θέλει να βλέπει με θετικό μάτι, κάθε αλλαγή στην κοινωνία. Που είναι, εξ αντικειμένου, υποστηρικτική της σημερινής τρέχουσας κυβερνητικής πολιτικής και του Μνημονίου.

Οι Έλληνες, στην πλειοψηφία τους, περιμένουν, αυτή την περίοδο, να ξεμπερδέψουν γενικά με τα κακώς κείμενα. Να γίνει ένα ξεκαθάρισμα τέτοιας έκτασης που να οδηγήσει στην εξαφάνιση όλων των νοσηρών καταστάσεων στο κράτος και την αγορά. Από το Κράτος της συναλλαγής να περάσουμε σε ένα κράτος της ισονομίας και της ισοπολιτείας. Από την σπατάλη στο νοικοκύρεμα, από την καταλήστευση της δημόσιας περιουσίας στη χρηστή διαχείρισή της.
Ένα σημαντικό μέρος, αυτού του κόσμου, αφορά οπαδούς του ΠΑΣΟΚ. Αλλά δεν περιορίζεται σε αυτούς. Εκτείνεται κύρια στα τμήματα της Ελληνικής κοινωνίας που νοιώθουν ασφαλή, κατά έναν τρόπο, μέσα στις σημερινές συνθήκες, που τοποθετούν τους εαυτούς τους έξω από την κρίση και ευελπιστούν στην παραπέρα βελτίωση της θέσης τους.
Στο εσωτερικό αυτού του κόσμου υπάρχουν πολλές διαφοροποιήσεις. Τόσο από άποψη κοινωνικής θέσης όσο και κοινωνικής συνείδησης. Περιλαμβάνει από απλά «βολεμένους» μισθωτούς μέχρι μεσαία στρώματα και επιχειρηματικούς κύκλους. Ένα ετερογενές μείγμα που πρόκειται, στην πορεία, να γνωρίσει πολλές αλλοιώσεις στην σύνθεσή του παρά τις όποιες πρόσκαιρες βεβαιότητες. Το όλο θέμα χρήζει ειδικής μελέτης και ανάλυσης.

Στατιστικά ο χώρος αυτός καλύπτει, με τα σημερινά δεδομένα, ένα σημαντικό τμήμα του Ελληνικού πληθυσμού, κι αποτελεί την « κοινωνική βάση του Μνημονίου».
Το μνημόνιο λοιπόν δεν είναι στον αέρα. Διαθέτει κοινωνικούς όρους και μάλιστα ισχυρούς. Γεγονός που υποδηλώνει: τις οικονομικές αντοχές της Ελληνικής κοινωνίας, την επίπλαστη κοινωνική ισότητα που στηρίζονταν ως τώρα σε κριτήρια κατανάλωσης, τις επερχόμενες κοινωνικές διαφοροποιήσεις, ιδιαίτερα στον χώρο των μεσαίων στρωμάτων.
Οι υπό διαμόρφωση νέοι κοινωνικοί συσχετισμοί δεν αντανακλώνται συνήθως με σαφή και ευδιάκριτο τρόπο στο πολιτικό επίπεδο. Δεν μπορούμε π.χ. να πούμε ότι οι κοινωνικές δυνάμεις που είναι υπέρ του μνημονίου εκφράζονται σήμερα μόνο μέσα από το ΠΑΣΟΚ. Ούτε το αντίθετο. Οι κοινωνικές διαφοροποιήσεις μεταφέρονται έμμεσα και επηρεάζουν το πολιτικό σκηνικό με ένα γενικό τρόπο π.χ. παρέχουν σχετική υποστήριξη στην κυβέρνηση, (που έχει αναντίστοιχη φθορά σε σχέση με τα αντιλαϊκά μέτρα που παίρνει), ενισχύουν οριακά το ΚΚΕ που πρωτοστατεί στον αγώνα ενάντια στο μνημόνιο κλπ. κλπ. Ωστόσο στο πολιτικό επίπεδο τα πράγματα παραμένουν σημαντικά αδιευκρίνιστα (τι δηλ. εκπροσωπείται, από πού και πώς).
Ιδεολογικά η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στους υποστηριχτές και μη του μνημονίου είναι εντελώς δυσδιάκριτη. Ακόμα κι αυτοί που θίγονται καίρια από την εφαρμογή του μνημονίου συχνά επικυριαρχούνται από τα ιδεολογήματα των υποστηριχτών του. Π.χ. στο γενικό ζήτημα των προοπτικών, από όπου αντλεί την νομιμοποιητική του λειτουργία το μνημόνιο και η αντίστοιχη κυβερνητική πολιτική τα πράγματα φαίνεται να γέρνουν σημαντικά υπέρ τους. Ιδεολογικά δηλ. το μνημόνιο εκπροσωπεί την διέξοδο (μια τέλος πάντων διέξοδο). Την εκπροσωπεί ακόμα κι αν δεν υπάρχει.
Από την άλλη μεριά οι όποιες αντιδράσεις αδυνατούν να αντιπαραβάλουν μια άλλη προοπτική (μια τέλος πάντων προοπτική). Που όμως να είναι ικανή να λειτουργήσει σαν αντίβαρο στην «προοπτική» του μνημονίου.
Έτσι οι μάχες δίνονται σε ένα παρακάτω επίπεδο, στο άμεσα διεκδικητικό- οικονομικό, χωρίς να αποδυναμώνουν τους όρους ιδεολογικής κυριαρχίας του μνημονίου. Κι ακόμα χειρότερα. Όσες φορές επιχειρήθηκε να υποστηριχθεί μια άλλη προοπτική (στάση πληρωμών, χρεοκοπία, επαναδιαπραγμάτευση χρεών κλπ.) αυτή υστερούσε σε σχέση με το μνημόνιο καθ’ ότι δεν κέρδιζε ούτε καν… χρόνο.Κι άρα, αντικειμενικά ισχυροποιούσε τη θέση του μνημονίου.
Υπάρχει βέβαια και η προοπτική της… «λαϊκής εξουσίας» που προτείνει το ΚΚΕ κόντρα στην διαμορφωμένη πλέον ιστορική συνείδηση και τις ανάγκες αναδιατύπωσης των σύγχρονων προταγμάτων, αλλά δεν έχει πλέον όρους ευρύτερης πειθούς. Ιστορικά ο κύκλος των προταγμάτων, του προηγούμενου αιώνα, έχει κλείσει οριστικά.
Η Ελληνική κοινωνία λοιπόν τυπικά και ουσιαστικά κινείται στον αστερισμό του μνημόνιου, στο φαντασιακό μιας διεξόδου που δεν υπάρχει, που ωστόσο ορίζει τις προσδοκίες και τα ζητούμενά της. Δεν θα μπορούσε να συμβιβαστεί με την προοπτική ενός Εθνικού αδιέξοδου. Ούτε με την προοπτική εκχώρησης των κυριαρχικών της δικαιωμάτων. Ούτε άλλωστε κανείς επιθυμεί να της τα αποκαλύψει (από τους πολιτικούς που κινούνται κατά κανόνα βραχυπρόθεσμα, έξω από οποιαδήποτε ιστορική προοπτική).
Έτσι η κατάκτηση μιας νέας αυτογνωσίας δυσχεραίνεται τα μέγιστα. Η διέξοδος μέσω του μνημονίου παραμένει κυρίαρχη. Ως πότε όμως;




Η σκληρή πραγματικότητα
Η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης είναι μέσα στις προδιαγραφές του μνημονίου (δεν είναι κάτι που το υποστηρίζουν μόνο οι επικριτές του).
Μπορεί να μειωθεί το έλλειμμα με αντίτιμο όμως μια βαθιά και καταστροφική ύφεση, με αύξηση του χρέους και της ανεργίας, με δραματική πτώση του βιοτικού επιπέδου και συρρίκνωση της παραγωγής.
Στον χρόνο που έχει κερδίσει, εν τω μεταξύ η Ελλάδα, λόγω μνημόνιου, θα πρέπει να βρει απαντήσεις σε δύο καίρια ερωτήματα:
α) πώς θα μπορέσει να διατηρήσει το αξιόχρεό της δηλ. την δυνατότητα αποπληρωμής των χρεών της μετά το 2012 και
β) η επιζητούμενη ανάπτυξη (όπως κι αν εννοείται) από πού μπορεί να προέλθει. Υπ’ όψιν ότι η διατήρηση του αξιόχρεου προϋποθέτει υψηλούς δείκτες ανάπτυξης (υψηλότερους κατά βάσιν από το επιτόκιο δανεισμού). Πράγμα πολύ δύσκολο, σχεδόν αδύνατο, για τα επόμενα χρόνια.
Οπότε;
Μόνο μια πραγματική διεθνής ανάκαμψη (όχι σαν την σημερινή) θα βοηθούσε σημαντικά στην αντιμετώπιση των Εθνικών προβλημάτων, όποια μορφή κι αν έχουν αυτά. Ενώ ένα δεύτερο κύμα ύφεσης (που θεωρείται ένα από τα πιθανά ενδεχόμενα) θα οδηγούσε σε ραγδαία επιδείνωση των ήδη οξυμένων προβλημάτων στο επίπεδο των περισσότερων Εθνικών οικονομιών.
Το μέλλον της Ελληνικής οικονομίας είναι λοιπόν άγνωστο. Το σίγουρο είναι ότι όπως με το μνημόνιο έτσι και μετά από αυτό, την όποια λύση, σε οποιαδήποτε περίπτωση, θα την δώσουν τα υπερεθνικά κέντρα που εμπλέκονται ήδη στην διαχείριση της Ελληνικής κρίσης. Αυτά θα αποφασίσουν, συνεκτιμώντας διάφορες παραμέτρους, ανάλογα με την διεθνή εξέλιξη της οικονομίας και τους κινδύνους που διαβλέπουν, για την τύχη της Ελλάδας δηλ. αν θα παρατείνουν το σημερινό καθεστώς δανεισμού, αν θα προχωρήσουν σε κάποιας μορφής επαναδιαπραγμάτευση του χρέους ή αν θα μας εγκαταλείψουν στη μοίρα μας (πτώχευση).
Το Ελληνικό πρόβλημα πάντως, σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να τοποθετείται συνεχώς στις διεθνείς του διαστάσεις. Δεν είναι ένα ανεξάρτητο ζήτημα. Αποτελεί μέρος της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας και σαν τέτοιο έχει αντιμετωπισθεί μέχρι τώρα και έτσι θα συνεχίσει να αντιμετωπίζεται και στο μέλλον, θετικά ή αρνητικά. Περί αυτού να μην έχουμε την παραμικρή αμφιβολία.
Όλες οι προτάσεις για ανεξάρτητες εθνικές πολιτικές, για έξοδο από το μνημόνιο, για άλλο «μίγμα πολιτικής» είναι φθηνές δημαγωγίες («αριστερές» και «δεξιές»). Εμποδίζουν την συνειδητοποίηση της νέας διεθνούς πραγματικότητας, του σύγχρονου ολοκληρωτισμού που έχει τη βάση του στις διαδικασίες καπιταλιστικής ολοκλήρωσης. Καλλιεργούν την ψευδαίσθηση των εθνικών λύσεων. Εξαντλούνται στον εύκολο αντικυβερνητισμό την στιγμή που απαιτείται η διεθνοποίηση των αγώνων, ο συντονισμός τους σε ευρύτερες ζώνες χωρών ή σε παγκόσμιο επίπεδο.
Μόνο μέσα από μια τέτοια νέα ελπιδοφόρα προοπτική μπορεί να οικοδομηθούν όροι αναγέννησης του κινήματος, να ανατραπούν οι διεθνείς αρνητικοί συσχετισμοί και να υπάρξουν ευνοϊκότερες διευθετήσεις και των εθνικών προβλημάτων.
Την εποχή της παγκοσμιοποίησης η μόνη προοπτική είναι ένα παγκόσμιο κίνημα, πολύμορφο, πλουραλιστικό, αντίπαλο δέος της νέας τάξης πραγμάτων που θα μπορεί να αντιπαρατίθεται, να ακυρώνει επιλογές, να αποσπά ευνοϊκές επί μέρους και συνολικές νίκες, όπου το εθνικό και το διεθνές θα εννοούνται και θα υπάρχουν σε μια αδιάσπαστη ενότητα και προοπτική (περισσότερα για αυτό το θέμα στο προηγούμενο κείμενο: «τα εθνικά αδιέξοδα κι η επιζητούμενη οικουμενικότητα της πολιτικής»).
Τι μέλλει γενέσθαι;
Η σημερινή κοινωνική βάση του μνημόνιου, στην πορεία, είναι σίγουρο ότι θα συρρικνωθεί. Η Ελληνική κοινωνία θα κουρασθεί να ακούει για σκάνδαλα και να ελπίζει ότι κάτι θα διορθωθεί.
Το αν έχει περιέλθει σε μια ορισμένη κρίση, δεν σημαίνει ότι το επόμενο βήμα θάναι μια «υγιής ανάπτυξη». Άσχετα αν αυτό θέλει σήμερα να το πιστεύει.
Η εφαρμογή του μνημονίου μπορεί να συγχέεται με μια εξυγιαντική διαδικασία. Δεν είναι όμως ο ρόλος της τέτοιος.
Μήπως όμως είναι του ΔΝΤ; Της ΕΚΤ; ή της Ε.Ε.; Ούτε αυτών.
Αυτό που γίνεται σήμερα στην Ελλάδα είναι μιας μεγάλης κλίμακας αναδιανομή του εισοδήματος, με πολλούς και διάφορους τρόπους. Δεν είναι μια εξυγίανση. Είναι η ανατροπή ενός οικονομικού και κοινωνικού status. Η βίαιη αλλαγή μιας κοινωνικής συνθήκης. Μιας συνθήκης που ήταν άδικη, και που θα την διαδεχθεί μια επίσης άδικη (με μεγαλύτερες κοινωνικές ανισότητες και διακρίσεις). Όπου οι σημερινοί υποστηριχτές του μνημόνιου δεν θα είναι οπωσδήποτε οι ευνοημένοι της νέας συνθήκης.
Τα πράγματα αργά ή γρήγορα θα αποκτήσουν μια πιο ρεαλιστική διάσταση και συνάμα πιο κρίσιμη και τραγική.
Το πρόβλημα είναι να μην ακολουθήσει μια περίοδος αναζήτησης ατομικών λύσεων και παραίτησης από κάθε συλλογική διεκδίκηση και αγώνα. Αυτό βασικά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: