Σάββατο, 13 Νοεμβρίου 2010

ΧΡ. ΡΕΠΠΑΣ , ΓΙΑ ΤΑ ΕΚΛΟΓΙΚΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΕΤΕΚΛΟΓΙΚΗ ΣΥΓΚΥΡΙΑ

ΓΙΑ ΤΑ ΕΚΛΟΓΙΚΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΕΤΕΚΛΟΓΙΚΗ ΣΥΓΚΥΡΙΑ

Βασικό χαρακτηριστικό αυτών των δημοτικών και περιφερειακών εκλογών, όπως διαμορφώθηκαν μέχρι τώρα τ’ αποτελέσματά τους στον πρώτο γύρο, είναι η αποδοκιμασία του αστικού πολιτικού συστήματος και της κυβερνητικής πολιτικής. Η αποδοκιμασία αυτή εκφράστηκε τόσο με τη μεγάλη αποχή , τη μεγαλύτερη όλων των εκλογικών αναμετρήσεων μέχρι τώρα αλλά και μέσα από τη διαδικασία των εκλογών. Περίπου το 40% του εκλογικού σώματος και ειδικά στα μεγάλα αστικά κέντρα και ειδικότερα στην Περιφέρεια της Αττικής, δεν πήγε στις κάλπες για να ψηφίσει. Έτσι στην Περιφέρεια της Αττικής το ποσοστό της αποχής έφτασε «στο 43,61% , στο Δήμο της Αθήνας 57,01% , στον Πειραιά 54,53%, στη Θεσσαλονίκη 45,93%, στην Καλλιθέα 50,68%, στη Νίκαια – Ρέντη 52,03%, στην Πάτρα 39,12% και στις Σέρρες 40,21%» (Μ. Δέδε , Πρωταγωνιστής πάλι η αποχή, Ελευθεροτυπία , 9/10/2010, σελ.14) Το ποσοστό αυτό ανεβαίνει στο 50% αν αθροίσουμε στο ποσοστό της αποχής και το ποσοστό των λευκών – άκυρων που έπεσαν στην κάλπη.
Το ίδιο το αστικό πολιτικό σύστημα στο σύνολό του αποδοκιμάστηκε με σαφή και κατηγορηματικό τρόπο, σε μια εποχή που αυτό αποτελεί στήριγμα της βάρβαρης νεοφιλελεύθερης πολιτικής κυβέρνησης και τρόικας, αλλά ταυτόχρονα λειτουργεί και ως περιβόλι της διαφθοράς και της ρεμούλας που χρόνια τώρα αναπτύσσουν τα δύο κόμματα της εξουσίας. Το ρεύμα αυτό της μεγάλης αποχής είναι ιδεολογικά και πολιτικά ετερόκλητο και όλα τα κομμάτια του δεν έχουν στον ίδιο βαθμό συγκροτημένη αμφισβήτηση. Η πηγή του είναι η πολιτική που ακολουθείται τα τελευταία χρόνια , αποτελεί ένα είδος πολιτικής στάσης – αντίδρασης απέναντι σ’ ένα χρεοκοπημένο πολιτικό προσωπικό και ένα ανάλογο σύστημα που από κάθε άποψη έχουν πάρει οριστικό διαζύγιο από τους πόθους και τις ελπίδες της κοινωνίας.
Δεν πάει κανείς να συμμετάσχει σ΄ ένα σκηνικό που είναι στημένο και να εκλέξει ένα προσωπικό που το βλέπει να εναλλάσσεται στην εξουσία τσαλαβουτώντας μέσα στα σκάνδαλα και τη διαφθορά, υπηρετώντας ταυτόχρονα με τον πιο γλοιώδη και ανάλγητο τρόπο τα συμφέροντα και της εγχώριας και της διεθνούς τοκογλυφίας , που στήριξε το Μνημόνιο πλην εξαιρέσεων, ακολουθώντας το δρόμο της κομματικής πειθαρχίας και αδιαφορώντας πλήρως για την μετέπειτα τύχη του λαού. Δεν μπορεί να στηρίξει κανείς εύκολα αυτό το πολιτικό σύστημα όταν βλέπει το ψεύδος και τον απροκάλυπτο εμπαιγμό του λαού να φτάνει στο αποκορύφωμα του, όπως συμβαίνει με τη σημερινή κυβέρνηση του Παπανδρέου αλλά και τις προηγούμενες του Καραμανλή , του Σημίτη κ.α.
Δεν μπορεί να δοθεί εύκολα νομιμοποίηση σ’ ένα πολιτικό σύστημα που συστηματικά εδώ και δύο δεκαετίες συγκάλυψε τα κάθε λογής σκάνδαλα και τη λεηλασία του δημόσιου πλούτου από εκπροσώπους της κυρίαρχης πολιτικής και του επιχειρηματικού και χρηματιστηριακού λόμπυ. Που έκανε θεσμό την ατιμωρησία των παραπάνω. Πολύ περισσότερο δεν μπορεί να δοθεί σήμερα νομιμοποίηση σ ένα πολιτικό σύστημα που έχει απωλέσει ακόμα και το παραμικρό ψήγμα δημοκρατικής νομιμότητας και έχει ανάγει σε νόμο τις εντολές της τρόικας και τις επιταγές της εγχώριας και διεθνούς χρηματοπιστωτικής αγυρτείας. Το πολιτικό αυτό σύστημα ενσαρκώνει σήμερα μια κοινοβουλευτική χούντα που στηρίζεται στο τρίγωνο Δ.Ν.Τ , Ευρωπαϊκή Ένωση , κυβέρνηση και είναι ο φύλακας – άγγελος των συμφερόντων των πιστωτών και του χρηματιστικού κεφαλαίου. Όχι άλλωστε τυχαία η γερμανική έκδοση των Financial Times χαρακτήριζε τον Παπανδρέου ως «τον άνθρωπό μας στην Αθήνα» και καθόλου τυχαία δεν βραβεύτηκε ο Γ.Α.Π από τους Γερμανούς τραπεζίτες. Τιμήθηκε για τη φιλότιμη προσπάθεια του να διασώσει μέσα στην κρίση τους εγχώριους και διεθνείς τοκογλύφους και να εξασφαλίσει το απρόσκοπτο της ληστρικής τους δράσης πάνω στην εργαζόμενη πλειοψηφία της κοινωνίας. Απ’ αυτή την κοινοβουλευτική χούντα έχει υποστεί τη χειρότερη επίθεση στα κοινωνικά του δικαιώματα και το βιοτικό του επίθεση σ’ ολόκληρη την μεταπολεμική περίοδο και θα υποστεί ακόμα μεγαλύτερη στο επόμενο διάστημα , καθώς η πολιτική της ύφεσης φέρνει όλο και πιο κοντά την προοπτική της ελεγχόμενης χρεοκοπίας.
Ακολουθώντας η σημερινή κυβέρνηση τη λογική του πολέμου – αστραπή έχει καταφέρει σε μικρό χρονικό διάστημα να ξεθεμελιώσει κοινωνικά δικαιώματα και κατακτήσεις που αποτελούν βασικούς όρους αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης και σε βαθμό που καμιά από τις προηγούμενες νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις της δεκαετίας του ’90 και του 2000 δεν κατάφερε. Πρόκειται για την πιο άθλια και επικίνδυνη κυβέρνηση της μεταπολίτευσης που γυρίζει το ρολόι της ιστορίας 100 χρόνια πίσω και δημιουργεί τη χώρα μπανανία – πρότυπο για τον ευρωπαϊκό νεοφιλελευθερισμό. Όπλο της γι’ αυτό είναι ο φόβος , η ψυχολογική παράλυση από τον κυνισμό και τη βαρβαρότητα των επιβαλλόμενων μέτρων , η ψευτοπατριωτική δημαγωγία και η στήριξη σ’ ένα ολοκληρωτικό σύστημα κατευθυνόμενης προπαγάνδας Μ.Μ.Ε που άμεσα ελέγχονται από την ίδια την αστική τάξη.
Όσο κι αν καμώνονται οι εκπρόσωποι του καθεστωτικού πολιτικού φάσματος , ότι πήραν το μήνυμα των εκλογών και ότι η αποχή τους προβληματίζει , γνωρίζουν πάρα πολύ καλά τι είναι αυτό που την προκαλεί , αλλά είναι αποφασισμένοι να μην κάνουν σε τίποτα πίσω από την πολιτική που ακολουθούν. Στέλνουν το δικό τους μήνυμα προς το λαό ότι η ψήφος του δεν σημαίνει τίποτα γι’ αυτούς , οι επιλογές και οι κατευθύνσεις διαμορφώνονται από τα εγχώρια και διεθνή επιτελεία του κεφαλαίου. Ρεσιτάλ υποκρισίας σ’ αυτό το σημείο έδωσε ο ίδιος ο Παπανδρέου το βράδυ των εκλογών , όταν δήλωσε προβληματισμένος από την αποχή και από την άλλη εξήγγειλε συνέχιση της ίδιας εγκληματικής πολιτικής που μέχρι σήμερα ακολουθεί.
Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ δέχθηκε από τις εκλογές της περασμένης εβδομάδας μια σαφή και κατηγορηματική αποδοκιμασία , που όσο δεν έφτασε στα όρια της συντριπτικής ήττας , σίγουρα είναι κοινωνικά και πολιτικά απονομιμοποιημένη να συνεχίσει το δρόμο της βαρβαρότητας που διάλεξε μαζί με την Τρόικα και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Απέτυχε να πάρει τη λευκή επιταγή που χρειάζεται για να συνεχίσει στο δρόμο της βαρβαρότητας. Η πολιτική του Μνημονίου σαφώς καταδικάστηκε , όσο κι αν για λόγους εντυπώσεων και καλής εικόνας προς τα έξω ο Παπανδρέου και τα υπόλοιπα στελέχη του ΠΑΣΟΚ παρουσίαζαν την εικόνα του κόμματος νικητή. Έτσι :

Α. Το ΠΑΣΟΚ μέσα σ’ ένα χρόνο διακυβέρνησης χάνει 8 μονάδες από το ποσοστό του 10% με το οποίο προηγήθηκε της Ν.Δ στις εθνικές εκλογές. Έχουμε δηλ. μια ταχύτατη φθορά , που αν δεν υπήρχε η κινητοποίηση των ηγετικών κλιμακίων , του πρωθυπουργικού περιβάλλοντος και του μηχανισμού προπαγάνδας , θα έπαιρνε τη μορφή της συντριβής. Το άνοιγμα της ψαλίδας ανάμεσα στα δύο κόμματα της αστικής εξουσίας περιορίζεται στο 2%. Σε απόλυτους αριθμούς η ήττα του ΠΑΣΟΚ είναι ενδεικτική των διαστάσεων της : 1.152.182 ψήφοι λιγότεροι από τις εθνικές εκλογές του 2009.Οι διαρροές του είναι και προς τ’ αριστερά και προς τα δεξιά αλλά ο κύριος κορμός της διαρροής κατευθύνεται προς την αποχή. Η πρωτιά του κυβερνώντος κόμματος είναι αποτέλεσμα του ότι μπόρεσε να διατηρήσει ένα μικρό υπόλειμμα από ραγδαία εξαντλούμενο απόθεμά του από τις εκλογές του 2009. Κυρίως είναι αποτέλεσμα της ανικανότητας της Ν.Δ να καρπωθεί πολιτικά την απογοήτευση και την οργή του κόσμου από την πολιτική της βαρβαρότητας.

Β. Το δίλλημα του Παπανδρέου , όπως τέθηκε στη Διακαναλική δεν φάνηκε να επηρέασε την υπόλοιπη κοινωνία , η οποία ξεκάθαρα του γύρισε την πλάτη , ούτε βέβαια θα μπορούσε να συγκλονιστεί μήπως κάποιος άνεργος ή εργαζόμενος αν δε συνεχιστούν οι νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις που φέρνουν κοινωνική εξαθλίωση. Ο εκβιασμός έπιασε οριακά σ΄ ένα κομμάτι ψηφοφόρων του κυβερνώντος κόμματος που βρίσκονταν στο ψηφοδέλτιο του Δημαρά. Είναι οι διάφοροι δεσμοί που ενώνουν αυτόν τον κόσμο με τον παραδοσιακό πολιτικό κορμό του και από την άλλη γενικότερη ιδεολογικοπολιτική ανεπάρκεια και η ρηχή αντιμνημονιακή οπτική του συγκεκριμένου ψηφοδελτίου που επιτρέπουν σε τέτοιου είδους εκβιασμούς να βρουν πρόσφορο έδαφος. Έτσι το ψηφοδέλτιο Δημαρά αντί να λειτουργήσει ως πόλος αντίστασης στο Μνημόνιο , λειτούργησε ως δεξαμενή ψήφων σωτηρίας για την κυβέρνηση του Μνημονίου.

Γ. Η ΝΔ δείχνει να συνέρχεται κάπως από την περσινή συντριπτική και ταπεινωτική ήττα των εθνικών εκλογών αλλά δεν μπορεί σε τίποτα να εμπνεύσει. Από το τεράστιο ποσοστό όμως της αποχής είναι φανερό ότι δεν μπόρεσε να καρπωθεί τη φθορά της κυβερνητικής πολιτικής και την οργή του κόσμου. Σε απόλυτους αριθμούς εμφανίζεται να χάνει περίπου 550.000 ψήφους,ενώ μια σειρά προβεβλημένα στελέχη της στην Τοπική Αυτοδιοίκηση (π.χ Κακλαμάνης Αθήνα , Ψωμιάδης – Θεσσαλονίκη) αποτυγχάνουν να εκλεγούν από τον πρώτο γύρο. Η αποστροφή του κόσμου που εκφράστηκε με την αποχή και το άκυρο – λευκό στρέφονταν και προς αυτή και εκφράζει την απέχθεια του για τη διακυβέρνηση της περιόδου 2004-2009. Αλλά και η σημερινή εκδοχή της Ν.Δ δεν μπορεί να πείσει. Εκτός από τις αστειότητες για μηδενισμό του ελλείμματος σε δεκαοχτώ μήνες είναι φανερή η διπλή γλώσσα με την οποία κινείται το κόμμα της αντιπολίτευσης. Από τη μια η αντιμνημονιακή ρητορική και από την άλλη η δήλωση θέση ότι ως κυβέρνηση θα σεβαστεί τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας , δηλ. το Μνημόνιο στην όποια εκδοχή του και τους όρους του.

Δ. Το ακροδεξιό και ρατσιστικό ΛΑΟΣ , με τη θετική ψήφο στο Μνημόνιο και βασικό πολιτικό στήριγμα της νεοφιλελεύθερης βαρβαρότητας βλέπει τα ποσοστά του καθηλωμένα και σε μερικές περιπτώσεις μειωμένα. Εισπράττει τα αποτελέσματα της πολιτικής του Μνημονίου που εξακολουθεί να στηρίζει.

Ε. Η Αριστερά και ειδικότερα το Κ.Κ.Ε αλλά και άλλες αντι – ΕΕ δυνάμεις, όπως η ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α , είχαν ξεκάθαρη άνοδο , εκτός από τον ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ που παραμένει στάσιμος λόγω της εσωτερικής του κρίσης και πολυδιάσπασης. Παρ’ όλα αυτά ο ΣΥΝ –ΣΥΡΙΖΑ διατήρησε ένα αξιοπρεπές ποσοστό που είναι αποτέλεσμα της αριστερής στροφής του εκλογικού σώματος. Είναι φανερό όμως και πάλι από το τεράστιο ποσοστό της αποχής ότι η περίφημη συνάντηση με το σοσιαλιστικό χώρο και τον κόσμο του δεν επιτεύχθηκε.
Το Κ.Κ.Ε ενισχύθηκε εκλογικά γιατί στη σημερινή συγκυρία έχει καταφέρει να καταγραφεί στη συνείδηση πλατιών μαζών ως συνεπή αντικυβερνητική – αντιμνημονιακή δύναμη σε πλήρη αντίθεση με όλο το φάσμα της αστικής πολιτικής. Σε ποιο βαθμό και πια έκταση μπορεί να πάρει αυτή η αντίθεση είναι ένα άλλο ζήτημα. Από την άλλη η μεγάλη εκλογική άνοδος της Α.ΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α είναι σημείο των καιρών που δείχνει ότι η αριστερή στροφή του εκλογικού έχει κάποια βαθύτερα γνωρίσματα. Το ποσοστό και ο αριθμός ψήφων της ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α είναι το μεγαλύτερο ποσοστό που παίρνουν δυνάμεις της ριζοσπαστικής και αντικαπιταλιστικής αριστεράς σε ολόκληρη την περίοδο της μεταπολίτευσης. Αυτό είναι σημείο των καιρών και δηλώνει τις δυνατότητες και τις προκλήσεις που δημιουργούνται για τον συγκεκριμένο χώρο σε συνθήκες όξυνσης της καπιταλιστικής κρίσης και κρίσης νομιμοποίησης του αστικού πολιτικού συστήματος. Η πρακτική της ανεξάρτητης ταξικής δράσης και ένα συγκεκριμένο πολιτικό πρόγραμμα που θ’ απαντάει με ριζοσπαστικό επαναστατικό τρόπο στη σημερινή επίθεση του κεφαλαίου είναι μέσα στα καθήκοντα της επόμενης περιόδου για το χώρο αυτό.
Για την Αριστερά το ποσοστό αυτό είναι πρόκληση για τον τρόπο που θα συμβάλλει στην οργάνωση των κοινωνικών αγώνων και αντιστάσεων. Είναι πολιτική ενδυνάμωση των συγκεκριμένων χώρων, πράγμα που επιτρέπει την οργάνωση κοινωνικών αγώνων από καλύτερη θέση. Είμαστε σε μια νέα καθεστωτική φάση, ένα καθεστώς έκτακτης ανάγκης για τον ελληνικό καπιταλισμό , όπου ο παροξυσμός της επίθεσης στην εργατική τάξη και τα μεσαία στρώματα έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά από την προ – Μνημονίου περίοδο. Η νέα τακτική δεν αποβλέπει στην αφαίρεση κάποιων ακόμα κοινωνικών κατακτήσεων αλλά στη συνολική αλλαγή του συσχετισμού κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων στην ελληνική κοινωνία όπως αυτός διαμορφώθηκε μεταπολεμικά.
Ο πόλεμος – αστραπή κυβέρνησης – ελληνικού κεφαλαίου και διεθνούς τοκογλυφίας ενάντια στα εργατικά δικαιώματα και τις κοινωνικές κατακτήσεις, ο συνολικός χαρακτήρας της επίθεσης αποδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο ότι δεν μπορείς να πηγαίνεις όπως στην προηγούμενη περίοδο. Πόσο μάλλον που η τακτική των συνδικαλιστικών αγώνων και των κλαδικών κινητοποιήσεων χωρίς πολιτική προέκταση δεν ήταν αποτελεσματικές ούτε για εκείνη τη φάση. Σήμερα χρειάζονται συντονισμένοι , ενωτικοί , διακλαδικοί αγώνες που δεν θα στοχεύουν στην άμυνα και την προάσπιση των εργασιακών κεκτημένων , αλλά θα στοχεύουν το συνολικό σχέδιο του κεφαλαίου και τον πυρήνα των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων. Αγώνες που θα έχουν βασικό στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης του Γ. Παπανδρέου , την απαλλαγή από το Μνημόνιο και την Τρόικα , την έξοδο από το ευρώ και την Ε.Ε, τη μη αναγνώριση και μη πληρωμή του ιμπεριαλιστικού χρέους , την εθνικοποίηση των τραπεζών και των επιχειρήσεων της Κοινής Ωφέλειας.

Θα πρέπει να λάβει κανείς δύο βασικά στοιχεία τα οποία είναι ανιαμφισβήτη πραγματικότητα για την ελληνική κοινωνία:

Α. την απότομη χειροτέρευση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων , η οποία επιβεβαιώνεται μέσα από μια σειρά βασικά στοιχεία ,όπως η αύξηση της ανεργίας , μείωση της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών και συνταξιούχων , η ραγδαία εξάπλωση της μαύρης εργασίας σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα.

Β. Την επίσης ραγδαία απονομιμοποίηση του αστικού πολιτικού συστήματος , όπως φαίνεται από το άκυρο – λευκό και την αποχή στις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις , τα οποία παρουσιάζουν αυξητικές τάσεις. Κορυφώνονται στη φετινή εκλογική αναμέτρηση. Φαίνεται από το κλίμα που υπήρχε στην 5η Μάη ,όπου αυθόρμητα μεγάλες μάζες του αθηναϊκού λαού πολιόρκησαν το κοινοβούλιο και απαξίωσαν το αστικό πολιτικό προσωπικό.


Τίποτα δεν έχει κριθεί οριστικά. Ο αγώνας ενάντια στο μηχανισμό λεηλασίας μπορεί τώρα να συνεχιστεί με καλύτερους όρους.


ΧΡ. ΡΕΠΠΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: