Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2012

Οι πρόσφατες δηλώσεις Λοβέρδου ή τα μεταμοντέρνα κοστούμια των μελανοχιτώνων.

Η κυβέρνηση Παπαδήμου μετρά 6 εβδομάδες ζωής και ήδη προτείνεται από τα ίδια τα κέντρα εξουσίας που την ανέδειξαν (ΜΜΕ, οργανώσεις των αφεντικών) όχι μόνο η αναμενόμενη παράταση του βίου της, αλλά και ο ανασχηματισμός της. Η κυβέρνηση έκτακτης ανάγκης (κεα) είχε ουσιαστικά ως στόχο να αντιμετωπίσει την πολιτική κρίση, προσπαθώντας να διαχωρίσει την άσκηση εξουσίας, από την απόπειρα ανασύνθεσης του αστικού μπλοκ εξουσίας, απόπειρα που παίρνει τη μορφή εσωκομματικών, αλλά και διακομματικών αντιπαραθέσεων. Όλα δείχνουν πως οι αντιφάσεις της κεα, αντιφάσεις που είναι αμφίβολο αν θα γεφυρώσει ο ανασχηματισμός, απειλούν να ναρκοθετήσουν την προσπάθεια να ενοποιηθεί πολιτικά η αστική τάξη.

Αυτό που διαφεύγει από τις διάφορες αναλύσεις της αριστεράς που κάνουν λόγο -κι ορθά- για πολιτική κρίση ή κρίση εκπροσώπησης είναι πως αυτή δεν αφορά αφηρημένα το λαό και το πολιτικό σύστημα, αλλά διαπερνά αντιφατικά όλες τις κοινωνικές τάξεις. Συνεπώς και η αστική τάξη θεωρεί «πολύ λίγα» τα κόμματα της και αναζητεί επομένως -τουλάχιστον το ηγεμονικό της τμήμα- νέες οργανωτικές εκφράσεις της κυριαρχίας της, με όποιο τρόπο κι αν αυτές προέλθουν. Ταυτόχρονα,κι αυτό μας ενδιαφέρει εδώ, αναζητείται και μια νέα ιδεολογική συγκρότηση του μπλοκ εξουσίας, ουσιαστικά μια νέα εκδοχή κυρίαρχης ιδεολογίας που θα αντικαταστήσει τη χρεοκοπημένη των τελευταίων δεκαετιών της λεγόμενης μεταπολίτευσης.

Οι ιδεολογικές διαστάσεις του κράτους έκτακτης ανάγκης…

Έχουμε υποστηρίξει πολλές φορές πως δε νοείται συστημική κρίση που αφήνει αλώβητο το πολιτικό σύστημα και πως αν το περιεχόμενο της κρίσης είναι η αλλαγή των σχέσεων ανάμεσα στις τάξεις, τότε είναι «αναπόφευκτη» η αλλαγή αυτή να παράγει νέες μορφές κράτους και αντίστοιχες μετατοπίσεις στο ιδεολογικό πεδίο.

Πολλοί φαντάζονται πως η όξυνση του αυταρχισμού σημαίνει μόνο αυτό που βιώνουμε ήδη εμπειρικά, περισσότερη καταστολή κι αύξηση της κρατικής τρομοκρατίας. Δεν πρέπει όμως να θεωρούμε πως το κράτος στηρίζεται μόνο στην καταστολή, επειδή έχει απωλέσει τη συναίνεση των κοινωνικών στρωμάτων που πριν την κρίση, στήριζαν ανεπιφύλακτα κάθε επιλογή της άρχουσας τάξης. Αντίθετα, ακόμα και σε τέτοιες περιόδους, η απόσπαση συναίνεσης μέσω της ιδεολογίας είναι απαραίτητος όρος της καταστολής. Όχι μόνο επειδή νομιμοποιεί κι άρα υπερασπίζεται ιδεολογικά την αστυνομική βία, αλλά γιατί σε συνθήκες κρίσης η ανασύσταση του μπλοκ εξουσίας μπορεί να γίνει μόνο στη βάση της «πυγμής και της τάξης» κι από αυτή την άποψη η καταστολή είναι και ιδεολογία.

Το κάλεσμα του μεγάλου κεφαλαίου προς τα απομεινάρια της μεσαίας τάξης, αλλά και των ξεπεσμένων μικροαστών είναι για έναν αγώνα μέχρις εσχάτων για την «πατρίδα». Όχι όμως ακριβώς για να σωθεί από τη χρεοκοπία, αλλά για να εξαλειφθούν «τα κακώς κείμενα, οι πορείες, οι τεμπέληδες συνδικαλιστές που απεργούν, η ιδεολογική ηγεμονία της αριστεράς, οι μετανάστες». Δεν είναι τυχαίο που οι εξωκοινοβουλευτικοί «διανοούμενοι» της αστικής τάξης -καθηγητές πανεπιστημίων, μεγαλοδημοσιογράφοι-, ανεξάρτητα από τις διαφορές ύφους τους συγκλίνουν στο εξής: «πόσο χάλια είναι η χώρα από τη μεταπολίτευση και μετά, χρειαζόμαστε πολιτικούς και κράτος όπως εκείνο πριν τη μεταπολίτευση (δηλαδή το μετεμφυλιακό κράτος ή το χουντικό;)

Όλοι αυτοί εκφράζουν ακριβώς την οργή απέναντι σε ένα πολιτικό σύστημα που είναι αργοκίνητο κι αναποτελεσματικό και την απαίτηση να αναδιαρθρωθεί πάραυτα γιατί ακριβώς διαμεσολαβείται και πρέπει ακόμα να λαμβάνει υπόψη του, τους κοινωνικούς συσχετισμούς, τις χρονοβόρες κοινοβουλευτικές διαδικασίες, το ίδιο το αστικό σύνταγμα, παράγοντες που από όλο και περισσότερα αστικά επιτελεία θεωρούνται περιττές πολυτέλειες εν μέσω δομικής κρίσης. Αντίστοιχα θεωρούν πως πλησιάζει η ώρα για μια αποφασιστική αναμέτρηση με την αριστερά ή ό,τι ορίζουν ως τέτοια δηλαδή και τα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα, εξού και η συχνή εμφυλιοπολεμική ρητορεία.

Ο στόχος αυτής της στρατηγικής είναι διττός: συσπείρωση του συνόλου της αστικής τάξης υπό την ηγεμονία της μαύρης πρωτοπορίας της από τη μια, κοινωνικές συμμαχίες με το πιο καθυστερημένο και συντηρητικό κομμάτι της κοινωνίας από την άλλη.

Εξάλλου η κρίση φέρνει στην επιφάνεια με πιο κρυστάλλινο τρόπο, στοιχεία που υπήρχαν και την περίοδο της «ανάπτυξης». Οι ακροδεξιοί του Λαός έγιναν υπουργοί, αφού πρώτα αναβαπτίστηκαν στο τηλεοπτικό πλυντήριο των μεσημεριανάδικων, αλλά και των «σοβαρών παρουσιαστών». Οι μπάτσοι τσακίζουν ό,τι κινείται και η ιδεολογία της αστυνομίας τείνει να γίνει η επίσημη κρατική ιδεολογία επειδή όλα τα προηγούμενα χρόνια είχαν πλήρη κάλυψη -όπως και το παρακράτος- στον αγώνα τους ενάντια στις συνειδητές μειοψηφίες. Απλά στην κρίση η εξαίρεση από την αστική νομιμότητα γίνεται ο κανόνας και άρα η νέα νομιμότητα, η οποία έχει ανάγκη και μιας νέας ιδεολογικής αφήγησης.

…και ο «αγανακτισμένος» Λοβέρδος.

Σε αυτό το πλαίσιο που η ολοκλήρωσή του βρίσκεται σε εξέλιξη και που σκιαγραφήσαμε σχηματικά τις παραμέτρους του, οφείλουμε να εντάξουμε τις κατά καιρούς δηλώσεις – παρεμβάσεις του Λοβέρδου. Στην προσπάθεια του δηλαδή να βρει τη θέση του στή νέα κοινωνική ισορροπία, εκφράζοντας αφενός την κυρίαρχη μερίδα του κεφαλαίου που έχει αποφασίσει να τελειώνει με «την κουλτούρα της μεταπολίτευσης», αφετέρου να ενσωματώσει στο λόγο του τη νέα ιδεολογική αφήγηση της κρίσης.

Στην αρχή της πολιτικής του καριέρας είχε ως πολιτικό κεφάλαιο, ως αξία της εικόνας του, τον τίτλο του καθηγητή, του ειδικού, του μέγα συνταγματολόγου. Σε αυτό έμοιαζε με το Βενιζέλο που αν και τον ακολούθησε το 2007 απέναντι στον ΓΑΠ, έπειτα οι ηγεμονικές του φιλοδοξίες τον έφεραν να διεκδικεί την ηγεσία του Πασοκ ή καλύτερα τα απομεινάρια του.

Καθώς όμως το παρόν της κρίσης ορίζει το τέλος εποχής, ο «καθηγητής» πολιτεύεται πια ως ο ιδεολογικός εκφραστής του βαθέος κράτους, του αστικού καθεστώτος και αναπαράγει είτε τα πιο χυδαία ρατσιστικά ιδεολογήματα, είτε αυτούσια την ιδεολογία των σωμάτων ασφαλείας ως επίσημη ιδεολογία της αστικής δημοκρατίας.

Αν αναλύσουμε τις δηλώσεις του, θα δούμε πως φέρουν τη διττή όψη της αστικής στρατηγικής: υπερασπιζεται μέχρις εσχάτων τα πολιτικά δικαίωματα του κεφαλαίου (στήριξη σε μνημόνιο, παράταση της κυβέρνησης Παπαδήμου, ηγετικό στέλεχος σε καίρια πόστα) από τη μια, προπαγανδίζει την πιο αντιδραστική εκδοχή της κυρίαρχης ιδεολογίας, συσπειρώνοντας προς όφελος των αστών την ανθρώπινη σκόνη, με έναν ιδιότυπο άρωμα μεταμοντέρνου ναζισμού από την άλλη. Ουσιαστικά το να υπερασπιστεί το δικαίωμα του κεφαλαίου σημαίνει αναπόφευκτα, να αφαιρέσει δικαιώματα από τους υπόλοιπους “πολίτες”, και να τα στερήσει ολοκληρωτικά από τους απόκληρους, το βυθό της κοινωνίας.

Ας δούμε πιο συγκεκριμένα κάποιες δηλώσεις: «είναι ανάγκη να απελαθούν οι ιερόδουλες φορείς του AIDS, προκειμένου να πάψουν να συνιστούν απειλή για την ελληνική οικογένεια», επειδή ο ιός μεταδίδεται «από την παράνομη μετανάστρια στον Έλληνα πελάτη, στην ελληνική οικογένεια».

Η δήλωση συνοψίζει πραγματικά: το ναζιστικής υφής ρατσισμό -οι αλλοδαπές μολύνουν την ελληνική οικογένεια-, το φόβο, την ενοχοποίηση του θύματος, αθώωση του «πελάτη». Νομιμοποιεί ουσιαστικά τις συνθήκες δουλείας και τρομοκρατίας που χαρακτηρίζουν τη σύγχρονη πορνεία (trafficking), τις ανήλικες εκδιδόμενες, τη μαφία και τον υπόκοσμο που ελέγχουν την μπίζνα, γιατί αυτό που αξιολογεί ο Λοβέρδος ως σημαντικό είναι να φύγουν αυτές που μολύνουν την ελληνική οικογένεια. Χαιρετισμούς και προς το κεφάλαιο (ακόμα κι αν είναι παράνομο, θα ξεπλυθεί σε καμιά περίεργη τράπεζα που θα σώνει το δημόσιο) και προς το ρατσιστικό κατακάθι.

Το ίδιο και όταν δήλωνε πως οι μετανάστες φταίνε για τα ελλείμματα νοσοκομείων και ταμείων, ένα συνειδητό ψέμα. Οι φαρμακοβιομηχανίες που μέσω από ένα δίκτυο εξαγοράς έκαναν πάρτι με την υψηλή συνταγογράφηση και έβγαζαν κέρδη σε βάρος των ταμείων έγιναν δια στόματος υπουργού «παράνομοι μετανάστες». Στην Υπατία κινδυνολογούσε για τη δημόσια υγεία κι εγκαλούσε τον Παπουτσή για χαλαρή στάση.

Με την επίθεση του στους δημόσιους υπαλλήλους, από το βήμα της Βουλής «το 1 εκ. υπαλλήλους που ταλαιπωρούν τα 10 εκ. Πολιτών» έθεσε και θέμα αμφισβήτησης του συντάγματος «Στην πρώτη γραμμή υπέρ της γραφειοκρατίας είναι το Σύνταγμα, εκεί στηρίχθηκε η νομολογία και η διοίκηση» ως αναχώματος που εμποδίζει την αποτελεσματική διοίκηση του κράτους .

Εκεί που έδωσε ρέστα ήταν σε ένα ρεσιτάλ μετεμφυλιακού μίσους, που ούτε το Λαός δεν είχε δώσει μέσα στη Βουλή. «Σας θυμίζω τον τραγικό θάνατο των τριών προσώπων στην MARFIN. Σας θυμίζω ότι με το που πέθαναν αυτοί οι άνθρωποι, σαν να μην ήταν άνθρωποι, επειδή δεν ανήκαν στην Αριστερά, το θέμα ξεπετάχτηκε σε δέκα λεπτά, ή άντε σε ένα βραδινό δελτίο ή στις κηδείες τους. Διότι στην μεταπολιτευτική Ελλάδα, η αξία της ζωής είναι μόνον εάν είσαι αριστερός. Αν δεν είσαι αριστερός, σε πεθαίνουν σε δύο ημέρες».

Με λίγα λόγια το λόγο του υπουργού υγείας συνθέτουν ο ανοικτός εκλογικευμένος ρατσισμός, το μίσος για την αριστερά και τις ιδέες της, η εχθρότητα ακόμα και με το στοιχειώδη ανθρωπισμό. Το κλείσιμο των μονάδων απεξάρτησης ή η υποχρηματοδότηση τους, όταν μάλιστα σαρώνουν τα συνθετικά ναρκωτικά, που είναι ουσιαστικά μέσο άμεσης εξόντωσης των πραγματικών απόκληρων, δείχνει ακριβώς αυτόν τον ωμό αντιανθρωπισμό που πλασάρεται ως υπεύθυνη και μη λαϊκίστικη στάση. Όλα αυτά συνδυάζονται με μια αντίληψη καθαρά εργαλειακή για την αστική νομιμότητα που δε δέχεται κανένα όριο στην υπεράσπιση του αστικού κράτους και του κεφαλαίου.

Ο Λοβέρδος απολαμβάνει την εμπιστοσύνη των καθεστωτικών μέσων -πρόσβαση στο θέαμα-, της τρόικας και της εγχώριας αστικής τάξης, δεν θεωρείται γραφικός, αλλά έχει κεντρικό ρόλο στο πολιτικό σκηνικό. Για την αριστερά που θεωρούσε το λόγο αυτό γραφικό, όταν εκπορευόταν από τον Καρατζαφύρερ και τους λοιπούς, είναι τώρα δύσκολο να κρυφτεί πίσω από το άλλοθι της γραφικότητας.

Να κάνουμε μια μικρή επισήμανση εδώ. Η περίπτωση Λοβέρδου δεν αποτελεί παρά σύμπτωμα της εποχής και της συγκυρίας, ένα συγκεκριμένο πεδίο ανάλυσης. Η πολιτική του φυσιογνωμία μοιάζει να συμπυκνώνει τον ιδιότυπο του πολιτικού ενός κράτους έκτακτης ανάγκης. Δε θέλει να είναι από αυτήν την άποψη Πασόκ, άσχετα αν μπορεί να διεκδικήσει το πτώμα του. Είναι και ΝΔ και Λαός και για αυτό δεν είναι τίποτα από όλα αυτά, αλλά φιλοδοξεί να γίνει μέλος του κόμματος του Νόμου και της Τάξης. Γι’ αυτό κι όλες οι δηλώσεις και οι θέσεις του ταυτίζονται με το πιο αποφασισμένο τμήμα της αστικής τάξης. Δεν έχουμε η παραμικρή αυταπάτη για το εύρος της σημασίας των προσώπων και των ατομικών τους στρατηγικών, αυταπάτη που προφανώς έχουν οι ματαιόδοξοι αστοί πολιτικοί που νομίζουν πως κινούν την ιστορία. Από αυτήν την άποψη εντός του αστικού μπλοκ εξουσίας δεν υπάρχουν καλύτεροι ή χειρότεροι πολιτικοί κι άλλες τέτοιες ηθικολογίες, αλλά εκφραστές διαφορετικών μερίδων και στρατηγικών-τακτικών. Το σίγουρο είναι πως το εκάστοτε μπλοκ εξουσίας δεν είναι ενιαίο αλλά έχει αντιφάσεις, αντιφάσεις που ακριβώς ξεσπούν σε περιόδους κρίσης και παίρνουν τη μορφή ιδεολογικών και πολιτικών συγκρούσεων που επαναχαράζουν τα όρια των πολιτικών σχηματισμών.

Από αυτή την άποψη ο σοβαρός αστός πολιτικός, ο τεχνοκράτης προβάλλεται ως πουλέν επειδή ακριβώς ταυτίζεται με την ακροδεξιά που ηγεμονεύει σε ζητήματα τάξης και νόμου. Ας μη θλίβονται οι «απανταχού πατριώτες» από τη φθορά του Λαός στις δημοσκοπήσεις (εξάλλου αυτές έχουν νόημα όταν θα γίνουν εκλογές), ο νέας κοπής μελανοχιτωνισμός ενσωματώνει σε νόμους και πρόσωπα τη ρητορική του.

Φυσικά η αστική τάξη έχει αναλώσιμο πολιτικό προσωπικό και η πραγματικότητα της κρίσης και η ιστορία σαρώνει τις προσωπικές φιλοδοξίες των αστών πολιτικών, στέλνοντας τους στα αζήτητα. Από αυτή την άποψη ο κάθε Λοβέρδος έχει τρέχουσα αξία που ανεβοκατεβαίνει στο χρηματιστήριο της πολιτικής, ανάλογα με συμφέροντα και επιδιώξεις, τα οποία υπερβαίνουν -σε ένα βαθμό- τα πρόσωπα που τα εκφράζουν πολιτικά.

Τίποτα στον ορίζοντα δε δείχνει πώς οι επόμενοι μήνες θα επιφέρουν την παραμικρή σταθερότητα σε τοπικό ή παγκόσμιο επίπεδο. Η αναμενόμενη αποτυχία του Παπαδήμου θα οξύνει περισσότερο τις εσωτερικές αντιφάσεις του μπλοκ εξουσίας και όλα τα ενδεχόμενα θα τεθούν ξανά: από τις εκλογές και νέο σχήμα εξουσίας με κορμό τη ΝΔ, μεχρι νέες κυβερνήσεις τύπου Παπαδήμου ή άλλες εξωκοινοβουλευτικές λύσεις. Η ανασύνθεση του πολιτικού συστήματος και η δημιουργία ενός νέου αστικού κόμματος και γενικότερα κάθε τέτοια απόπειρα θα δοκιμάζεται από τη δυναμική της κρίσης σε διεθνές κι εθνικό επίπεδο, δηλαδή σε τελευταία ανάλυση από τη δυναμική της πάλης των τάξεων.

Ας μην ξεχνάμε πως όταν οι μάζες κάνουν την ιστορία, σε σπάνιες όμως στιγμές της, τότε η καμαρίλα και οι επιδιώξεις των αστών πολιτικών σαρώνονται από ένα επαναστατικό κύμα που αναμετριέται με το σύστημα και τον απάνθρωπο πολιτισμό του, από μια έφοδο στον ουρανό που συνηγορεί τελικά για όλη την ανθρωπότητα.

Άκης Τζάρας

Δεν υπάρχουν σχόλια: