Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012

ΘΟΔΩΡΟΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ Ο κινηματογράφος ήταν για εκείνον τρόπος αναπνοής

Με τους γονείς και την αδελφή του
Μέγας ποιητής της κινηματογραφικής γλώσσας και σκέψης, ο άνθρωπος που αντιλαμβανόταν τα όρια ανάμεσα στον έρωτα, στις ανθρώπινες σχέσεις, στην επικοινωνία, ως έννοια του ορίου, του τέλους ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο, ο διεθνούς φήμης Ελληνας σκηνοθέτης Θόδωρος Αγγελόπουλος - που τόσο άδικα έχασε τη ζωή του, την περασμένη Τρίτη κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της τελευταίας του ταινίας «Η άλλη Θάλασσα» - χρησιμοποίησε τον ελλειπτικό λόγο σαν αισθητική αρχή, σαν ανάγκη ένταξης του φυσικού χρόνου στο χώρο, ως ενότητα χώρου και χρόνου και το κάθε τόλμημά του ήταν «ένα ξεκίνημα καινούριο μέσα στης ανακρίβειας των αισθημάτων το γενικό χαμό, μέσα στου πάθους τις ασύντακτες ορδές»...

Μια μέρα βροχερή...

Η «βροχή», μια λέξη αρχής και τέλους για τον Θόδωρο Αγγελόπουλο. Μιλώντας για τη σχέση του με τον κινηματογράφο στην αντιφώνησή του κατά την τελετή ανακήρυξής του ως επίτιμου διδάκτορος στο Πανεπιστήμιο της Ναντέρ, στις 15/6/99, μίλησε μεταξύ άλλων για τη σχέση του με τον κινηματογράφο που «άρχισε σχεδόν σαν εφιάλτης. Ηταν το '46 ή '47, δε θυμάμαι. Πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, τότε που πήγαινε πολύς κόσμος στο σινεμά και εμείς μικροί τρυπώναμε ανάμεσα στο συνωστισμό των μεγάλων για να χαθούμε στο μαγικό σκοτάδι του εξώστη. Είδα πολλές ταινίες τότε, αλλά η πρώτη ήταν μια ταινία του Michael Curtiz, το "Angels With Dirty Faces". Υπάρχει μια σκηνή στην ταινία που ο ήρωας οδηγείται από δύο φύλακες στην ηλεκτρική καρέκλα. Καθώς προχωρούν, οι σκιές τους μεγαλώνουν στον τοίχο. Ξαφνικά μια κραυγή... Δε θέλω να πεθάνω. Δε θέλω να πεθάνω. Αυτή η κραυγή για καιρό μετά στοίχειωνε τις νύχτες μου. Ξυπνούσα ιδρωμένος. Ο κινηματογράφος μπήκε στη ζωή μου με μια σκιά που μεγάλωνε σ' έναν τοίχο και μια κραυγή. Αρχισα να γράφω πολύ νωρίς, εκείνη την ίδια εποχή, κάτω από την ταραχή και τη συγκίνηση που μου είχαν δημιουργήσει οι αναταράξεις της Ιστορίας που είχαν προηγηθεί. Ο μεγάλος πόλεμος. Οι σειρήνες του πολέμου του '40. Η είσοδος του γερμανικού στρατού κατοχής σε μια έρημη Αθήνα. Πρώτοι ήχοι, πρώτες εικόνες. Επειτα ο Εμφύλιος το Δεκέμβρη του '44. Η σφαγή. Η καταδίκη του πατέρα σε θάνατο. Το χέρι της μητέρας να τρέμει στο δικό μου καθώς ψάχναμε να βρούμε το πτώμα του ανάμεσα σε δεκάδες άλλα, σε ένα χωράφι. Καιρό μετά ένα μήνυμά του από μακριά. Η επιστροφή του μια μέρα βροχής. Πρώτες ιστορίες. Πρώτη επαφή με τις λέξεις, λέξεις που αναζητούν εικόνα. Τότε δεν ήξερα. Το κατάλαβα αρκετά αργότερα όταν έγραψα την πρώτη λέξη στο πρώτο σενάριο. Η λέξη ήταν "βρέχει". Ο Ομηρος, οι αρχαίοι τραγικοί και γενικά η αρχαία ελληνική γραμματεία, αποτελούσαν στην εποχή μου μέρος της σχολικής μας παιδείας. Οι αρχαίοι μύθοι μάς κατοικούν και τους κατοικούμε. Ζούμε σ' έναν τόπο γεμάτο μνήμες, αρχαίες πέτρες και σπασμένα αγάλματα. Ολη η νεότερη ελληνική τέχνη φέρει τα σημάδια αυτής της συμβίωσης. Η διαδρομή μου, η πορεία μου, η σκέψη μου θα ήταν αδύνατο να μην έχουν ποτιστεί από όλα αυτά. Οπως λέει ο ποιητής, "έβγαιναν απ' το όνειρο, καθώς έμπαινα στο όνειρο. Ετσι ενώθηκε η ζωή μας και θα είναι δύσκολο πολύ να ξαναχωρίσει"».
...σαν δάκρυα πάνω στη γη

Από τα γυρίσματα της ταινίας «Το βλέμμα του Οδυσσέα»
Μόνο ο θάνατος μπόρεσε τελικά να διαταράξει αυτή τη μοναδική σχέση του με τον κινηματογράφο, μ' αυτό τον τόσο άδικο και αναπάντεχο τρόπο.

«Συναισθηματικά αριστερός» - όπως δήλωνε πριν λίγα χρόνια με αφορμή την ταινία «Το λιβάδι που δακρύζει» ο Θόδωρος Αγγελόπουλος - συνέχιζε να δημιουργεί ταινίες βλέποντας την ενασχόληση αυτή όχι «πια ως επάγγελμα αλλά ως τρόπο αναπνοής». Τον μεγάλο δημιουργό - που όπως ο ίδιος παραδεχόταν «ο Βορράς τον τραβούσε»... «Είναι περίεργο. Είμαι ένας άνθρωπος του νότου κι έχω κάνει ταινίες μόνο στο βορρά» - τον απασχολούσε κυρίως το αποτέλεσμα, η ταινία. Εάν εκείνος, ως πρώτος θεατής, έμενε ευχαριστημένος. Εάν του μιλούσε. Εάν κατάφερνε να μιλήσει. Εάν ο διάλογος ήταν δημιουργικός.

Οπως ο ίδιος παραδέχεται, έχει μια περίεργη αίσθηση σε σχέση με τις ταινίες που έκανε πια. «Θα ήθελα να μην τελειώνουν», είχε πει σε συνέντευξη Τύπου στη Θεσσαλονίκη στο πλαίσιο του Φεστιβάλ πριν μερικά χρόνια. «Εχω μια ανάγκη, αν μπορούσα, να κάνω γυρίσματα 365 μέρες το χρόνο. Ετσι θα ήμουν ευτυχής. Δεν μπορώ να το κάνω και γι' αυτό έχω ένα αίσθημα αποστέρησης. Για μένα είναι σημαντική η ώρα του γυρίσματος. Δε με ενδιαφέρει το αποτέλεσμα. Ο,τι και να συμβαίνει, συμβαίνει. Ομως, για μένα η ώρα του γυρίσματος είναι η πιο αγαπημένη, η πιο ιερή».

Σε μια τέτοια ιερή στιγμή τον βρήκε ο θάνατος. Εκεί σαν το τελευταίο γράμμα του νεκρού άντρα της Ελένης από το «Λιβάδι που δακρύζει» - από τη μάχη της Οκινάουα στο Νότιο Ειρηνικό το 1945, που τελειώνει με ένα όνειρο: «Εσκυψες και άπλωσες το χέρι σου στο υγρό χόρτο. Οταν το σήκωσες, λίγες σταγόνες κύλησαν κι έσταξαν σαν δάκρυα πάνω στη γη...».

ΚΕΙΜΕΝΑ:
Σοφία ΑΔΑΜΙΔΟΥ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 29/1/2012

Δεν υπάρχουν σχόλια: