Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011

Μεταμοντέρνα πραξικοπήματα και προκλήσεις για την Αριστερά του Π.Σωτήρη

Μεταμοντέρνα πραξικοπήματα και προκλήσεις για την Αριστερά



Η ιλαροτραγωδία που εξελίσσεται τις τελευταίες μέρες γύρω από μια κυβέρνηση συνεργασίας ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ τη ΝΔ, το ΛΑΟΣ και τη Ντόρα Μπακογιάννη, δεν θα πρέπει να μας κάνει να παραβλέψουμε ότι στην πραγματικότητα παρακολουθούμε εδώ και αρκετές μέρες ένα μεταμοντέρνο πραξικόπημα σε ζωντανή μετάδοση.

Μια κυβέρνηση που είχε χάσει κάθε νομιμοποίηση εξαιτίας των δεσμεύσεων που ανέλαβε έναντι των πιστωτών αποπειράθηκε μια «ηρωική έξοδο» μέσα από ένα δημοψήφισμα, που, παρότι ξεκίνησε ως ένας χειρισμός για απόσπαση συναίνεσης, εντούτοις ενείχε τον πολιτικό κίνδυνο της απόρριψη της δανειακής σύμβασης και συνακόλουθα της αποσταθεροποίησης όχι μόνο του Μνημονίου και του Μεσοπρόθεσμου αλλά και συνολικά της σημερινής αρχιτεκτονικής της Ευρωζώνης.

Απέναντι σε αυτό το ενδεχόμενο οι ηγεμονικοί σχηματισμοί της Ευρωζώνης και ιδίως η Γερμανία και η Γαλλία καθώς και το ΔΝΤ προχώρησαν σε ανοιχτό εκβιασμό για την έκτη δόση και την παραμονή της Ελλάδας στην ευρωζώνη, ενώ την ίδια στιγμή ντόπιες μερίδες του κεφαλαίου και τα διαπλεκόμενα ΜΜΕ καλούσαν ανοιχτά σε αποτροπή του δημοψηφίσματος και σε κυβέρνηση εθνικής ενότητας, ενεργοποιώντας και αντίστοιχους πρόθυμους κύκλους βουλευτών. Την ίδια στιγμή, το άλλο λογικό ενδεχόμενο σε μια τέτοια κρίση νομιμοποίησης μιας κυβέρνησης, δηλαδή η προσφυγή στις κάλπες, επίσης απορριπτόταν εκ των προτέρων, καθώς η θέση της Τρόικας ήταν ότι οι εκλογές θα διακύβευαν την απρόσκοπτη εφαρμογή των μέτρων. Άλλωστε, σε όλους τους τόνους και με περισσό κυνισμό είχαν διακηρύξει το προηγούμενο διάστημα ότι υπάρχουν μόνο τα μέτρα που υπαγορεύει η Τρόικα σε βάθος δεκαετίας και καμιά απόκλιση δεν επιτρέπεται. Την ίδια στιγμή, τα διαπλεκόμενα ΜΜΕ στην Ελλάδα επαναλαμβάνουν μέχρι ναυτίας την μαγική εικόνα ότι μια κοινωνία που μέχρι πρότινος ήταν σε αγωνιστικό αναβρασμό σήμερα το μόνο που ζητάει είναι η «συναίνεση» στην εφαρμογή των μέτρων κοινωνικής καταστροφής.

Άλλωστε, η Ελλάδα γίνεται ο «αδύναμος κρίκος» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μέσα από τη συνάρθρωση της οικονομικής κρίσης, της κρίσης χρέους και της όξυνσης των αντιφάσεων της ευρωζώνης. Αυτό εξηγεί και τα ευρύτερα πολιτικά διακυβεύματα και την ένταση της πίεσης και των επιθέσεων. Τυχόν κραδασμός στην ελληνική περίπτωση, θα είχε πολύ ευρύτερο αντίκτυπο σε μια Ευρώπη που ανακαλύπτει ότι ο μεγάλος ασθενής δεν είναι η Ελλάδα, αλλά σήμερα η Ιταλία και αύριο οι ίδιοι οι σχηματισμοί του πυρήνα.

Θα ήταν λάθος να πούμε ότι τυχόν τρίμηνη συγκυβέρνηση θα λύσει τα προβλήματα για το αστικό μπλοκ. Αντίθετα, η αστάθεια του πολιτικού συστήματος βρίσκεται σε οριακό σημείο, αποτυπώνοντας και την κρίση στρατηγικής της αστικής τάξης που σε μεγάλο βαθμό είχε προσδεθεί στη στρατηγική της ΟΝΕ και του ευρώ και δύσκολα μπορεί να διαλέξει έναν άλλο δρόμο, παρά την όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων.

Κομμάτι αυτής της κρίσης στρατηγικής είναι η βαθύτερη ιδεολογική κρίση της αστικής τάξης που αποτυπώνεται και στις πρακτικές των ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους. Ο μηρυκασμός της λογικής της «εθνικής σωτηρίας», ο βομβαρδισμός υπέρ της αναγκαιότητας των μέτρων, η σύγχρονη εκδοχή της Ψωροκώσταινας και ο αναμηρυκασμός της ιδεολογίας της υποτέλειας και του χατζηαβατισμού γύρω από το ότι δεν μπορούμε να πάμε κόντρα στην ΕΕ και το ΔΝΤ, η παρουσίαση της βαρβαρότητας ως ευημερίας, η επίμονη αποδοκιμασία όσων απόψεων βάζουν όντως το θέμα της δημοκρατίας και της λαϊκής κυριαρχίας, είναι μερικά ενδεικτικά σημεία αυτής της βαθιάς κρίσης.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, είναι σαφές ότι έχουμε μια ανοιχτή πολιτική κρίση και ένα πολιτικό σύστημα που απέχει από το να έχει βρει το σημείο πολιτικής ισορροπίας. Δεν θα πρέπει επίσης να μας διαφεύγει ότι έχουμε μια πολιτική κρίση σε δύο επίπεδα. Από τη μια, στο επίπεδο της πολιτικής σκηνής όπου απουσιάζει μια σταθερή λύση και όπου υπάρχουν προσπάθειες για αναζήτηση νέων σχημάτων και ισορροπιών, με όλο τον κίνδυνο βέβαια να ξεμείνει και από εναλλακτικές λύσεις το σύστημα. Για παράδειγμα ας αναλογιστούμε τι θα συνέβαινε εάν κατέρρεε υπό το βάρος λαϊκών κινητοποιήσεων μια κυβέρνηση «εθνικής ενότητας». Τι θα έμενε μετά ως εναλλακτική λύση; Από την άλλη, στο επίπεδο της σχέσης του πολιτικού συστήματος με την κοινωνία όπου και τα βαθύτερα ρήγματα. Η πραγματική πολιτική κρίση δεν είναι τόσο αυτή της δυσκολίας προσαρμογής του πολιτικού σκηνικού στις συνθήκες της κρίσης, της επιτροπείας και της μειωμένης εθνικής κυριαρχίας, όσο αυτή που αφορά το ρήγμα στις σχέσεις εκπροσώπησης, τη συσσώρευση εκρηκτικών κοινωνικών υλικών και την καταγραφή εξεγερσιακών διαθέσεων. Όσο και εάν αποσιωπάται στο δημόσιο λόγο, αυτό είναι το καθοριστικό ρήγμα.

Αυτή η βαθύτερη αστάθεια του πολιτικού συστήματος, που υλικά εδράζεται και στην απουσία μιας ηγεμονικής στρατηγικής για την έξοδο από την κρίση, αυτός ο κίνδυνος να περάσουμε σε συνθήκη καταστροφικής ισορροπίας, οδηγεί, όπως σωστά έχει επισημανθεί το τελευταίο διάστημα, και σε μια βοναπαρτιστική αναδίπλωση. Είναι ένας μεταμοντέρνος βοναπαρτισμός που κομβική πλευρά έχει την πλήρη αποδέσμευση όλων των κρίσιμων πολιτικών επιλογών από κάθε ενδεχόμενο να τεθούν στη κρίση του λαού, την επιβολή ως αυτονόητων των πιο βάρβαρων πολιτικών, την υποχρεωτική και εν πολλοίς επιβαλλόμενη διαμόρφωση συναινέσεων και την εγκατάσταση μηχανισμών επιτροπείας. Αυτό φαντάζει, ιδίως στα μάτια των εκπροσώπων της ΕΕ, ως ο μόνος τρόπος για να εμπεδωθούν αυτές οι πολιτικές και συνάμα να τσακιστούν προκαταβολικά τυχόν λαϊκές αντιδράσεις. Η νέα κυβέρνηση αντικειμενικά θα κληθεί να εμπεδώσει τη συνθήκη του σύγχρονου βοναπαρτισμού, ιδίως ως προς τη διάσταση της απόστασης ανάμεσα στην πολιτική σκηνή και τις πραγματικές κοινωνικές δυναμικές και την προσπάθεια να περάσουν τα μέτρα χωρίς καμία νομιμοποίηση, παρά μόνο την επίκληση της «εθνικής ενότητας».

Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα και αυτές τις εξελίξεις η Αριστερά δεν έχει σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Η αρχική ταλάντευση απέναντι στο δημοψήφισμα, δηλ. η υποτίμηση της δυνατότητας ο λαϊκός παράγοντας να σφραγίσει καταλυτικά τις εξελίξεις, θα δώσει τη θέση της στην απλή καταγγελία και την απαίτηση για εκλογές, αποτυπώνοντας μια ιδιαίτερα έντονα κοινοβουλευτική λογική. Γιατί υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα σε μια Αριστερά που θα έλεγε να ανατραπεί η κυβέρνηση και όλες οι κυβερνήσεις που θα ακολουθούσαν μια ανάλογη πολιτική, θέση που θα επικέντρωνε στην εισβολή του λαϊκού παράγοντα στο πολιτικό προσκήνιο, και μια αριστερά που τελικά απλώς θα έλεγε να γίνουν εκλογές θεωρώντας ότι ο κοινοβουλευτικός δρόμος μπορεί να δώσει λύσεις. Και ο εγγενής κυβερνητισμός μεγάλου μέρους του Συνασπισμού και κατ΄ επέκταση του ΣΥΡΙΖΑ και η βαθιά ηττοπαθής αντίληψη της στρατηγικής από τη μεριά του ΚΚΕ, οδηγούν σε μια τακτική βαθιά κοινοβουλευτική, που στην καλύτερη των περιπτώσεων οραματίζεται βελτίωση των κοινοβουλευτικών συσχετισμών και αδυνατεί να δει τις απρόβλεπτες δυναμικές που μπορεί να δημιουργήσει η ίδια η παρέμβαση των λαϊκών μαζών.

Έλειψε έτσι μια Αριστερά που πραγματικά να «σηκώνει το γάντι», να επικεντρώνει πάνω στο γιατί η δανειακή σύμβαση θα είναι εθνική τραγωδία και όχι εθνική σωτηρία, να αντιπροτείνει την παύση πληρωμών και τη διαγραφή του χρέους στην εναγώνια αναζήτηση της «έκτης δόσης», να λέει ρητά ότι η έξοδος από το ευρώ και η ρήξη με την ΕΕ είναι βασική προϋπόθεση οποιασδήποτε φιλολαϊκής διεξόδου. Έλειψε μια Αριστερά που να δείχνει πειστικά γιατί η διαγραφή του χρέους, η ανάκτηση του ελέγχου της νομισματικής πολιτικής, σε συνδυασμό με την εθνικοποίηση των τραπεζών και τη γενναία αναδιανομή εισοδήματος καθώς και την εκκίνηση διαδικασιών παραγωγικής ανασυγκρότησης σε σοσιαλιστική κατεύθυνση είναι οι βασικές προϋποθέσεις για μπορέσουμε όχι μόνο να επιβιώσουμε του κραδασμού της αποπομπής από την ευρωζώνη αλλά και να πετύχουμε μια άλλη ποιότητα ανάπτυξης. Έλειψε μια Αριστερά που θα μπορέσει να εμπνεύσει τις λαϊκές μάζες ότι υπάρχει άλλος δρόμος, ότι μπορούμε να εξασφαλίσουμε την επιβίωση αλλά και την ευημερία σε ρήξη με τις πολιτικές του κεφαλαίου ντόπιου και ξένου.

Αυτό που πρέπει όλοι να συνειδητοποιήσουμε είναι ότι εάν σήμερα οι δυνάμεις του κεφαλαίου δοκιμάζουν την επιβολή αυτής της ιδιότυπης βοναπαρτιστικής συνθήκης (έστω και στην ομολογουμένως ‘οπερετική’ κωμικοτραγική ελληνική εκδοχή), δεν είναι επειδή δεν αισθάνονται την πίεση από τη λαϊκή οργή ή ότι δεν αντιλαμβάνονται ότι οι διαθέσεις σε κοινωνικά κομμάτια είναι οριακά εξεγερσιακές. Απλώς εκτιμούν ότι παραμένουν ακόμη μια «ασύμμετρη απειλή», αποσταθεροποιητική αλλά όχι ανατρεπτική, την οποία μπορεί να αντιμετωπίσουν οι χειρισμοί σε επίπεδο πολιτικής σκηνής, ο κυνισμός των ΜΜΕ, η καταστολή καθώς και η επιβολή συνθήκης μειωμένης κυριαρχίας. Και είναι αλήθεια ότι για να γίνει πραγματικά αποσταθεροποιητική και επικίνδυνη η τρέχουσα κινηματική ανάταση απαιτείται όχι μόνο η κλιμάκωση των κινητοποιήσεων, αλλά και η εμπέδωση των θεσμών της λαϊκής αυτοοργάνωσης και αλληλεγγύης, η ανάδειξη κρίσιμων πλευρών ενός σύγχρονου αντικαπιταλιστικού προγράμματος και η διαμόρφωση εκείνης της πολιτικής μορφής και αντιπροσώπευσης που θα δείχνει ότι υπάρχει σήμερα αυτοτελής πολιτική έκφραση μιας ευρύτερης λαϊκής συμμαχίας. Χωρίς αυτά, ο συσχετισμός ανάμεσα στις δυνάμεις του κεφαλαίου και τους μηχανισμούς οικονομικής επιτήρησης από τη μια και το λαϊκό κίνημα από την άλλη θα παραμένει αναγκαστικά άνισος. Είτε το θέλουμε είτε όχι, η συνολικότερη πολιτική, ιδεολογική και οργανωτική κρίση της Αριστεράς γίνεται αρνητική παράμετρος στον ίδιο τον αντικειμενικό συσχετισμό δύναμης.

Σε αυτό το φόντο η πρόκληση ενός αριστερού μετώπου σε αντικαπιταλιστική και ανατρεπτική κατεύθυνση δεν είναι μια τοποθέτηση για την «πολιτική γεωμετρία» της Αριστεράς, δεν αφορά απλώς αναγκαίες ανακατατάξεις, ρήξεις αλλά και ενότητες, ως προς το πολιτικό δυναμικό και δεν περιορίζεται στη διεύρυνση με κοινωνικές δυνάμεις που βγαίνουν τώρα στο προσκήνιο. Αφορά πάνω από όλα την αναμέτρηση με το ερώτημα ποια Αριστερά, με ποιο προγραμματικό πλαίσιο και συλλογική επεξεργασία, με ποιες κοινωνικές εκπροσωπήσεις και με ποια αναγκαία συσπείρωση πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων, μπορεί να παίξει το ρόλο της πολιτικής ραχοκοκαλιάς της λαϊκής αντίστασης και πάλης και να μπολιάσει τις τεράστιες δυναμικές που βγαίνουν στο προσκήνιο με ανατρεπτική κατεύθυνση. Και αυτό μπορούμε να το κάνουμε κινούμενοι σε όλα τα επίπεδα: κλιμακώνοντας τις κινητοποιήσεις και τους αγώνες ενάντια σε μια κυβέρνηση που θα δοκιμάσει να περάσει μέτρα που θα εμπεδώνουν ανατροπές σε πολύ μεγάλο βάθος χρόνο, παλεύοντας ώστε να βαθαίνει το χάσμα που χωρίζει τον αγωνιζόμενο λαό από το πολιτικό σύστημα στο σύνολό του, οικοδομώντας τους θεσμούς λαϊκής οργάνωσης και αυτοοργάνωσης ως μια αναδυόμενη σύγχρονη «δυαδική εξουσία» και φυσικά προχωρώντας στη συλλογική επεξεργασία, στη βάση της εμπειρίας των ίδιων των αγωνιστών, των μαχόμενων επιστημόνων και διανοουμένων, όχι απλώς αιχμών προγράμματος αλλά της αναγκαίας «εφικτής ουτοπίας» που θα αποτελέσει την καλύτερη απάντηση στους ιδεολογικούς εκβιασμούς των αστικών δυνάμεων,

Γιατί στην Αριστερά, όχι ως ιστορία λαθών και αντιφάσεων, αλλά ως υλικό χνάρι όλων των μεγάλων αγώνων του λαού σε αυτό τον τόπο εδώ και δεκαετίες, δεν αναλογεί απλώς να διεκδικεί μια αναβαθμισμένη θέση στο αριστερό άκρο του πολιτικού σκηνικού, αλλά να μπορέσει πραγματικά να αναμετρηθεί με το ερώτημα της εξουσίας και της ηγεμονίας. Η οικονομική κρίση, η κρίση στρατηγικής της αστικής τάξης και η πολιτική κρίση ανοίγουν πρωτόγνωρες δυνατότητες για την Αριστερά να μετασχηματίσει την εν δυνάμει αντικαπιταλιστική λαϊκή συμμαχία που αναδύεται μέσα στα κινήματα της τελευταίας περιόδου σε πολιτική δύναμη ανατροπής. Και τότε οι σημερινές ιλαροτραγικές αναδιπλώσεις του πολιτικού σκηνικού θα φαντάζουν ως μάταιες τελικά απόπειρες ανακοπής μιας μη αποτρέψιμης κατάρρευσης..

Δεν υπάρχουν σχόλια: