Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

Πολιτική κρίση και σύγχρονος βοναπαρτισμός , του Γιώργου Καλαμπόκα

Πολιτική κρίση και σύγχρονος βοναπαρτισμός



του Γιώργου Καλαμπόκα




Λέμε συχνά ότι οι όροι άσκησης της πολιτικής εξουσίας από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ σε συνεργασία με την Tρόικα προσιδιάζουν σε μια βοναπαρτικού[1] τύπου διακυβέρνηση. Άλλες φορές τοποθετούμε το ίδιο ζήτημα πιο θεωρητικά, αναφερόμενοι σε μια μετα-ηγεμονική πολιτική συνθήκη, που προσπερνά τους παραδοσιακούς όρους άσκησης της κυβερνητικής εξουσίας προς όφελος μιας αυταρχικής διαχείρισης που δεν υπόσχεται τίποτα για τα λαϊκά στρώματα. Σε κάθε περίπτωση, μοιάζει να είμαστε μπροστά σε μια σύγχρονη εποχή διακυβέρνησης «μέσω διαταγμάτων», αφού πώς αλλιώς μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει τα απανωτά μέτρα που ανακοινώνονται καθημερινά και ψηφίζονται με κάθε κόστος, με υπέρτατο παράδειγμα την πραξικοπηματική ψήφιση ενός νομοσχεδίου ενάντια στο οποίο διεξήχθησαν οι μεγαλύτερες εργατικές κινητοποιήσεις της μεταπολίτευσης;



Ελλάδα: η σύγχρονη άγρια Δύση

Η αυταρχική σκλήρυνση δεν είναι κάτι πρωτότυπο. Η αστική πολιτική εξουσία είχε ανέκαθεν δύο τρόπους για να επιβάλλει τα συμφέροντά της: το καρότο και το μαστίγιο. Όταν το ένα δεν επαρκούσε, το δεύτερο ερχόταν να συμπληρώσει τις απαιτούμενες παραμέτρους για να βγει η εξίσωση. Όμως, η συγκρότηση του μεταπολιτευτικού κράτους και ιδιαίτερα η περίοδος της «αλλαγής» όρισαν ένα πεδίο άσκησης της αστικής πολιτικής εξουσίας που κυρίαρχο μέσο δεν αποτέλεσε το μαστίγιο. Η διαμόρφωση της κοινωνικής συμμαχίας της «αλλαγής» εκπροσώπησε για πρώτη φορά με τέτοιους όρους τη λαϊκή δυναμική μέσα στους κρατικούς μηχανισμούς. Η εδραίωση των αστικών κοινωνικών συμφερόντων πέρασε μέσα από την εκχώρηση «μιας σπιθαμής γης» στα λαϊκά στρώματα. Βέβαια, κάτι τέτοιο δεν ήταν χωρίς κόστος: η λαϊκή δυναμική της μεταπολίτευσης πρακτικά εγκλωβίστηκε στο αστικό πολιτικό σχέδιο και έγινε συνένοχή του. Το «κράτος της μεταπολίτευσης» κατέληξε να αποτελεί στόχο της κυρίαρχης προπαγάνδας, μόνο αφού κατάφερε να εδραιώσει το πολιτικό σύστημα και να το βγάλει από την τριακονταετή πολιτική αστάθεια της μετεμφυλιακής περιόδου.

Με την έννοια αυτή, ό,τι εκτυλίσσεται αυτήν την περίοδο μπροστά μας δεν είναι απλή εκδήλωση κρατικού αυταρχισμού. Είναι πολύ περισσότερο μια βαθιά ταξική στρατηγική τροποποίησης των όρων εκπροσώπησης των λαϊκών συμφερόντων μέσα στον πυρήνα του κράτους. Τα κοινωνικά στρώματα και τάξεις που εκπροσωπούνται από τον πυρήνα της τρέχουσας αστικής στρατηγικής είναι πια λιγότερα και αποτελούνται από τις πιο επιθετικές μερίδες του ελληνικού κεφαλαίου. Αυτό απαιτεί η τρέχουσα οικονομική ορθοδοξία: ένα κράτος μικρότερο, φτηνότερο, αναποτελεσματικότερο για τους πολίτες, αποτελεσματικότερο για τις επιθετικές μερίδες του ελληνικού και διεθνούς κεφαλαίου, ένα κράτος φαστ τρακ σε όλες του τις εκδοχές.

Αυτό το μοντέλο δεν μπορεί αντικειμενικά να εξυπηρετηθεί από την υφιστάμενη κοινωνική συμμαχία που αποκρυσταλλωνόταν ως τώρα στο εσωτερικό του: η νέα μικροαστική τάξη, αλλά και το σύνολο των στρωμάτων της κρατικής γραφειοκρατίας πρέπει να χτυπηθούν. Και βέβαια, ένα τέτοιο κράτος, δεν έχει πια τίποτα να υποσχεθεί στα υπόλοιπα υποτελή στρώματα της κοινωνίας. Τα στρώματα που άλλοτε έκριναν πολιτικές αναμετρήσεις και ήταν το μήλον της έριδος, ο δυσκολότερος παράγοντας για την εκάστοτε προεκλογική εξίσωση, τώρα βρίσκονται απομονωμένα και το μόνο που τους προσφέρεται είναι μια συνθήκη παθητικής συναίνεσης και θυσίας για την «εθνική σωτηρία».

Παράλληλα με την αναδιάταξη της κοινωνικής συμμαχίας που εκπροσωπείται μέσα στο κράτος, αναδιατάσσεται μοιραία και ο κορμός της τρέχουσας ιδεολογικής κυριαρχίας. Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι όσο μπαίνουμε βαθύτερα στη δίνη του μνημονίου και του μεσοπρόθεσμου προγράμματος, το κυβερνητικό κέντρο δεν έχει πια να υποσχεθεί καμία έξοδο από την κρίση ή ανάκαμψη, με αποτέλεσμα να τροποποιείται ακόμη εντονότερα ο κυρίαρχος κυβερνητικός λόγος. Η «σωτηρία του έθνους» μπορεί να παραμένει στο επίκεντρο της ιδεολογικής έγκλησης, όμως πλέον οι δηλώσεις περί την επίγνωση από την κυβέρνηση της αδικίας που προκαλούν τα μέτρα έχει αντικατασταθεί από την επιθετική υπεράσπισή τους, με αποκορύφωμα το χαρακτηρισμό του χαρατσιού της ΔΕΗ από τον Βενιζέλο ως δίκαιου. Με την έννοια αυτή, είναι σε εξέλιξη και μια τεράστια επιχείρηση τροποποίησης του κοινού νου, προσπάθεια να αποσπαστεί εν λευκώ συναίνεση από τα λαϊκά στρώματα χωρίς όμως κανένα «αντάλλαγμα», χωρίς καν την υπόσχεση μιας οικονομικής ανάκαμψης με κεϋνσιανούς όρους.



Κάτω από την επιφάνεια

Όμως, οι τάσεις που βρίσκονται αυτήν την στιγμή σε πλήρη εξέλιξη στην Ελλάδα δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Η σταδιακή σύγκλιση των κυρίαρχων εκδοχών αστικής διαχείρισης και η κυριαρχία του νεοφιλελεύθερου μοντέλου εδώ και τρεις δεκαετίες αποτέλεσε σημαντική τροποποίηση για τη συγκρότηση των κοινωνικών συμμαχιών στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικά χώρες. Και τα υποτελή κοινωνικά στρώματα που άλλοτε εναπόθεσαν τις ελπίδες τους στην σοσιαλδημοκρατική διαχείριση βρίσκονται εδώ και τουλάχιστον μία δεκαετία αντιμέτωπα με τη μείωση των προσδοκιών τους.

Είναι άλλωστε κοινός τόπος ότι εδώ και τουλάχιστον δέκα χρόνια ο νεοφιλελευθερισμός ως ηγεμονικό πρόταγμα για τα λαϊκά στρώματα έχει πληγεί και δεν μπορεί να τα στρατεύσει ενεργητικά στο πολιτικό του σχέδιο και το κοινωνικό του υπόδειγμα. Η εποχή της υπόσχεσης για κοινωνική ανέλιξη και των προσδοκιών για ατομική αποκατάσταση έχει περάσει ανεπιστρεπτί και αυτό δεν αφορά μόνο τα μεσοστρώματα, αλλά και κάθε (εργατική) οικογένεια που ήθελε τα παιδιά της να ζήσουν καλύτερα από αυτήν. Η ανυπαρξία θετικού κοινωνικού οράματος αφαιρεί από το οπλοστάσιο της τρέχουσας ιδεολογικής κυριαρχίας ένα καθοριστικό, κοινωνικά συγκροτητικό, στοιχείο και συνιστά το υπόβαθρο της κρίσης πολιτικής εκπροσώπησης που σοβεί όλο αυτό το διάστημα, ενώ αποτελεί πρακτικά και τον πυροδότη μιας καινούριας πολιτικοποίησης ιδιαίτερα για τη νέα γενιά.

Όμως, όσα ζούμε σε αυτήν την φάση, σηματοδοτούν μια άνευ προηγουμένου προσπάθεια «απαλοιφής» του πολιτικού επιπέδου. Η πολιτική εξουσία αποτέλεσε στα κράτη του σύγχρονου ανεπτυγμένου καπιταλισμού τη βαθμίδα που συνήθως έτεινε να συγκρατεί την κυριαρχία των άμεσων συμφερόντων των αστικών τάξεων, εκπονώντας στρατηγικές που στο επίκεντρό τους είχαν όχι απλώς αυτά, αλλά και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα του κοινωνικού συστήματος που εκπροσωπούσαν. Αυτή η πολιτική πρακτική σήμαινε στην πράξη την προτεραιότητα κάθε φορά της σταθερότητας του συστήματος, την αποσόβηση κρισιακών τάσεων, την προσπάθεια ιδεολογικής χειραγώγησης των υποτελών στρωμάτων και ενσωμάτωσής τους στο άρμα των αστικών συμφερόντων μέσω μικρών παραχωρήσεων που όμως δεν διακύβευαν το συνολικό κεφαλαιοκρατικό συμφέρον. Η τρέχουσα οικονομική ορθοδοξία όμως επιβάλλει οριακά μια σχεδόν ένα-προς-ένα αντιστοιχία ανάμεσα στις προτεραιότητες της οικονομικής διαχείρισης και την άσκηση της πολιτικής εξουσίας.

Πλέον, οι πολιτικές αποφάσεις φαίνεται να μην συνίστανται σε έναν παραδοσιακό πολιτικό χαρακτήρα, όπου κάθε κίνηση εκτιμάται καταρχήν ως προς τα πολιτικά της αποτελέσματα, τα κοινωνικά στρώματα που θα πλήξει και τις αντιδράσεις τους, μετρά αυτό που θα λέγαμε με κλασική πολιτική ορολογία, το «πολιτικό κόστος». Δεν είναι άλλωστε τυχαίο, ότι το περίφημο «πολιτικό κόστος» κατέχει πλέον θέση κεντρικού ιδεολογικού αντιπάλου στην πολιτική σκακιέρα: κάθε κίνηση, κάθε μέτρο, κάθε εξαγγελία συνοδεύεται από μια ηθικού τύπου παραδοχή ότι η κυβέρνηση δεν θα το υπολογίζει. Ο ίδιος ο Παπανδρέου, εξάλλου, φαίνεται να γνωρίζει πολύ καλά ότι είναι «one job man», όπως άλλωστε το γνωρίζει και η Τρόικα. Πρόκειται για μια κυβέρνηση που θα «καταναλωθεί» (ακριβέστερα: έχει «καταναλωθεί») μαζί με το Μνημόνιο. Είχε μία δουλειά να κάνει και την έκανε. Χωρίς φιλοδοξίες επανεκλογής, χωρίς να «υπολογίζει το πολιτικό κόστος». Τι εξουσία όμως μπορεί να ασκήσει κάποιος που όχι απλώς δεν ενδιαφέρεται να συνάψει μόνιμους δεσμούς εκπροσώπησης με τα λαϊκά στρώματα, αλλά δεν ενδιαφέρεται καν για το αν θα διαλύσει και αυτούς που έχει; Υπάρχει κάτι που να τον εγκαλεί, κάποια κοινωνική εκπροσώπηση, εκτός από αυτήν των επιθετικών μερίδων του κεφαλαίου; Υπάρχει οποιοδήποτε πολιτικό διακύβευμα στη στρατηγική του εκτός από τις κοινοβουλευτικές ψηφοφορίες; Η κυβέρνηση έχει χάσει κάθε δικαίωμα να επικαλείται την «λαϊκή» εντολή. Είναι σαφές σε όλους ότι με άλλο πρόγραμμα κατέκτησε την εξουσία, με άλλο πρόγραμμα κυβερνά. Κάθε νομιμοποίησή της έχει εξαλειφθεί και σε καθέναν φαίνεται να «σφετερίζεται» την εξουσία, να παραμένει εκεί καταχρηστικά, μέσω πολλών και διαρκών πολιτικών πραξικοπημάτων, στο όνομα των διαρκώς «έκτακτων περιστάσεων»…

Όμως, ο σύγχρονος βοναπαρτισμός της ελληνικής κυβέρνησης έχει μία ακόμη σημαντική διεθνή διάσταση: την αλλαγή του δείκτη κυριαρχίας ανάμεσα στο εθνικό και το διεθνικό επίπεδο. Η διεθνής διάσταση της κρίσης, η αλληλεξάρτηση των κεφαλαίων, το κοινό πολιτικό εποικοδόμημα της Ε.Ε., και κυρίως το κοινό νόμισμα, συνιστούν ιδιαίτερα κρίσιμο παράγοντα στην πολιτική διαχείριση της κρίσης. Η κεντρική στρατηγική του ελληνικού και διεθνούς κεφαλαίου για διατήρηση της Ελλάδας στο ευρώ και την Ε.Ε. έχει το κόστος της εκχώρησης σημαντικών τμημάτων της εθνικής κυριαρχίας, ιδιαίτερα στην οικονομία, αλλά μοιραία και στην πολιτική διακυβέρνηση. Τα κέντρα εξουσίας στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ στην προσπάθειά τους να περιορίσουν τα αποτελέσματα της κρίσης στα δικά τους εθνικά κεφάλαια αποκτούν καθοριστικό πολιτικό έλεγχο της αντιμετώπισης της κρίσης και στην Ελλάδα. Αναλαμβάνουν την καθοδήγηση του ελληνικού πολιτικού προσωπικού με την υπόσχεση ότι το δικό του καλό είναι και δικό τους ή, ακριβέστερα, ότι το δικό τους καλό είναι και δικό του. Στο πλαίσιο αυτό, η άσκηση της κυβερνητικής εξουσίας δεν έχει στο επίκεντρο της, όπως συνηθίζουμε να λέμε, ένα συμβόλαιο με τον λαό, αλλά ένα πλαίσιο γενικών στόχων συμφωνημένων μέσα σε, θεσμικά και μη, διεθνή κέντρα με αιτιολόγηση τις «έκτακτες περιστάσεις», την πειθάρχηση της ελληνικής κυβέρνησης στις απαιτήσεις που θέτει η Τρόικα και οι αγορές.



Ακόμα πιο κάτω…

Όμως, καθένας από αυτούς τους παράγοντες που εκτέθηκαν παραπάνω και ενισχύουν ή κάνουν ακόμα πιο «απαραίτητη» από αστική σκοπιά μια βοναπαρτικού τύπου διαχείριση έχει μια ιδιαίτερα κρίσιμη προϋπόθεση για να επενεργήσει: την ανυπαρξία ανταγωνιστικής ταξικής στρατηγικής «υλοποιημένης» στο πολιτικό σκηνικό, την ανυπαρξία ενός πολιτικού υποκειμένου που θα εκπροσωπήσει την πρωτοφανή λαϊκή δυσαρέσκεια και δυναμική, που θα συνδεθεί οργανικά μαζί της, που θα την μπολιάσει τόσο με το αναγκαίο στη συγκυρία πολιτικό πρόγραμμα, όσο και με τον σπόρο της αναζήτησης μιας κοινωνικής οργάνωσης με άλλες προτεραιότητες από τις καπιταλιστικές.

Σε πείσμα των διάφορων οικονομίστικων εκδοχών αριστερής ανάλυσης που θέλουν την αστική διαχείριση να υπαγορεύεται στην πραγματικότητα αποκλειστικά από τις οικονομικές της προτεραιότητες, υπό το φόβο της κατάρρευσης, ο υπολογισμός του πολιτικού συσχετισμού δύναμης και η ανυπαρξία οποιουδήποτε εναλλακτικού σχεδίου διαχείρισης της κρίσης από τις υποτελείς κοινωνικές τάξεις αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα που επιτρέπει στη συγκυρία μια σύγχρονη διακυβέρνηση «μέσω διαταγμάτων». Και αυτό γιατί η σταθερότητα του συστήματος, ιδιαίτερα στο μυαλό των νεοκλασικών αστών οικονομολόγων και του αστικού πολιτικού προσωπικού, φαίνεται να κινδυνεύει πολύ περισσότερο από την ίδια την εσωτερική του οικονομική κρίση, παρά από τις εξωτερικές προς αυτό πολιτικές στρατηγικές, από τις κοινωνικές δυνάμεις που πλήττει η τρέχουσα στρατηγική εξόδου από την κρίση ή πολύ περισσότερο από τους επίδοξους πολιτικούς εκφραστές των κοινωνικών αυτών δυνάμεων.

Είναι σαφές ότι το πολιτικό σύστημα της μεταπολίτευσης βαίνει προς το τέλος του μαζί με το κράτος στο οποίο στηρίχτηκε. Αυτός ο θάνατος όμως δεν είναι αναίμακτος, συνοδεύεται από την μεγαλύτερη επίθεση που γνώρισαν ποτέ τα λαϊκά στρώματα στην Ελλάδα. Οι παραδοσιακοί όροι άρθρωσης των κοινωνικών συμμαχιών από τη μεριά των αστικών κομμάτων περιορίζονται από την τρέχουσα οικονομική ορθοδοξία. Το κράτος δεν μπορεί πια να εκπροσωπεί καμία κοινωνική δυναμική, ούτε να ενσωματώνει λαϊκές διεκδικήσεις ασκώντας ηγεμονική προς τα υποτελή στρώματα στρατηγική. Σε αυτό το πεδίο, η απόσχιση κοινωνικών στρωμάτων από την επιρροή των κυρίαρχων αστικών κομμάτων, αλλά ουσιαστικά και από το πολιτικό σύστημα εν γένει, προσφέρει μια ιστορικής τάξης ευκαιρία για την ανασύνθεση της επαναστατικής στρατηγικής στην Ελλάδα, του κοινωνικού και πολιτικού υποκειμένου που συνίστανται σε αυτή. Και αυτό γιατί της δίνει την ευκαιρία τόσο να συνδεθεί οργανικά με κοινωνικά στρώματα, όσο και να καταλάβει το κενό που αφήνει όχι πια μόνο η ιδεολογική και ηγεμονική κρίση του αντιπάλου, αλλά και η πολιτική του κρίση.

Η αλλαγή του συνολικού υποδείγματος, η έστω και μειοψηφική αρχικά ενσωμάτωση υποτελών στρωμάτων σε ένα ανταγωνιστικό πολιτικό και κοινωνικό πρόταγμα, η ευρύτερη και στρατηγική συγκρότηση του δυνάμει συνολικού πολιτικού φορέα μιας τέτοιας δυναμικής θα είναι η καλύτερη απάντηση στον σύγχρονο βοναπαρτισμό των αστικών κέντρων εξουσίας, στην αυταρχική σκλήρυνση, την αποστείρωση του πολιτικού επιπέδου και τη «συγκεντροποίηση» των αστικών στρατηγικών σε μια άκαμπτη μονεταριστική κατεύθυνση...

(Το κείμενο δημοσιεύεται στο τεύχος 27-28 του περιοδικού Εκτός Γραμμής)



--------------------------------------------------------------------------------

[1] Στο παρόν άρθρο, η χρήση του όρου «βοναπαρτισμός» γίνεται μέσα τις οριοθετήσεις που ανέπτυξε ο Στάθης Κουβελάκης στο άρθρο του «Η μεγάλη καμπή», στην εφημερίδα Ο δρόμος της αριστεράς, στις 18 Ιουνίου 2011: «Όπως τόνιζε ο Γκράμσι, σε συνθήκες γενικευμένης («οργανικής») πολιτικής κρίσης, κρίσης του κυρίαρχου μπλοκ εξουσίας και της μορφής του κράτους, οι τάσεις αυτονόμησης του πολιτικού σκηνικού από τις κοινωνικές εκπροσωπήσεις και τους κανόνες της κοινοβουλευτικής εναλλαγής, δηλαδή οι τάσεις «βοναπαρτισμού» ή «καισαρισμού», τείνουν να υπερισχύσουν. Προσέθετε δε ότι «μπορεί να υπάρχει λύση καισαρική και χωρίς Καίσαρα, χωρίς μεγάλη προσωπικότητα “ηρωϊκή” και αντιπροσωπευτική». Σε συνθήκες κοινοβουλευτισμού τέτοιες λύσεις παίρνουν τη μορφή “κυβερνήσεων συνασπισμού”, “μεγάλων συμμαχιών οικονομικο-κορπορατιστικού και πολιτικού-κομματικού χαρακτήρα” πολύ διαφορετικών από τον σχετικά προσωποπαγή και οργανωτικά περιορισμένο μηχανισμό του βοναπαρτιστικού φαινομένου του 19ου αιώνα. Πρόκειται με άλλα λόγια για μορφές συγκρότησης κυρίαρχου πολιτικού μπλοκ που παρακάμπτουν/αλλοιώνουν τις διαμεσολαβήσεις της αντιπροσώπευσης και της εκλογικής νομιμοποίησης χωρίς όμως να τις καταργούν και να προβαίνουν σε ρήξη με την υπάρχουσα καθεστωτική μορφή (αν και είναι σε θέση, υπό ορισμένες συνθήκες να προετοιμάσουν το έδαφος για κάτι τέτοιο)».


Από το ΑΡΙΣΤΕΡΟ ΒΗΜΑ , http://aristerovima.gr/details.php?id=2863

Δεν υπάρχουν σχόλια: