Τρίτη, 3 Ιουλίου 2012

«Ελάφρυνση της χώρας» με επιβάρυνση της εργασίας;

 
«Ελάφρυνση της χώρας» με επιβάρυνση της εργασίας;

Το πλήρες κείμενο της συνέντευξης που παραχώρησε ο Σπύρος Λαπατσιώρας στον Παύλο Κλαυδιανό για την εφημερίδα Εποχή (5/12/10)
 

Η απόφαση της ΕΚΤ να κρατήσει χαμηλά επιτόκια και να δέχεται ομόλογα, αδιανόητη άλλοτε, δείχνει ότι υπάρχει πλήρης συνείδηση πως η κατάσταση είναι πολύ σοβαρή, έκρυθμη.


Η παγκόσμια οικονομία χαρακτηρίζεται: α) από αναιμική ανάκαμψη, η οποία συνοδεύεται από αύξηση της ανεργίας στον ανεπτυγμένο κόσμο, β) από ένα εξασθενημένο με πολύ σοβαρά προβλήματα διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα το οποίο καθιστά την ανάκαμψη ασταθή, γ) από τις διεθνείς εντάσεις όπως αποτυπώνονται στις διεθνείς συναλλαγματικές ισοτιμίες, δηλαδή αυτό που, υπερβάλλοντας, καταγράφεται ως «πόλεμος νομισμάτων». Να αναφέρουμε και τις διαφορές πολιτικής διαχείρισης της παγκόσμιας κρίσης του 2008 και των συνεπειών της στους G20.
Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να τοποθετηθούμε για να κατανοήσουμε τις αποφάσεις της ΕΚΤ, όπως και τις αντίστοιχες της FED, μαζικής παρέμβασης στις αγορές χρέους, ενθυμούμενοι ταυτόχρονα ότι η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 δεν οδήγησε σε ουσιώδη μεταρρύθμιση της αρχιτεκτονικής και του τρόπου λειτουργίας του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η πρόσφατη κρίση στην Ιρλανδία, έχει στη βάση της το πρόβλημα των τραπεζών, με άλλα λόγια του ιδιωτικού χρέους και όχι του δημοσίου χρέους.

Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει το χρηματοπιστωτικό σύστημα διεθνώς, προέρχονται τόσο από την αύξηση του δημόσιου χρέους λόγω της μαζικής επιχείρησης διάσωσής του, την πτώση αξίας των ομολόγων, όσο και από το χρέος του ιδιωτικού τομέα. Προβλήματα ωρίμανσης χρέους, το οποίο πρέπει να αναχρηματοδοτηθεί όσο και ένα γενικότερο πρόβλημα ρευστότητας αυξάνουν -και θα αυξάνουν για άγνωστο ακόμη διάστημα- περιοδικά το συστημικό κίνδυνο για τη σταθερότητά του. Μία πρόσφατη μελέτη του ΔΝΤ εξετάζει την έκταση και το βάθος της διασύνδεσης μεταξύ των μονάδων που συνθέτουν αυτό το διεθνές δίκτυο και δείχνει ότι μικρά, από πλευράς μεγέθους προβλήματα, σε ένα κόμβο του συστήματος, για παράδειγμα στην Ελλάδα, λόγω της διεθνούς, αδιαφανούς (off shore) και δαιδαλώδους μορφής της διασύνδεσης μπορούν να πλήξουν σημαντικά κέντρα και επομένως μέσω μίας νέας κρίσης να απειλήσουν αυτή την αναιμική ανάκαμψη. Επίσης οι υφεσιακές πολιτικές της Ε.Ε που στοχοποιούν τα ελλείμματα συμβάλλουν στην αύξηση του συστημικού κινδύνου. Επομένως, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κάνει το λιγότερο που θα έπρεπε να κάνει (θα μπορούσε για παράδειγμα να αναλάβει άμεσα τον δανεισμό των κρατών). Αυτή η κατάσταση εξηγεί τις διεθνείς διαστάσεις της πολιτικής της FED, που συνεισφέρει ενεργά στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ευρώπης που δοκιμάζεται και από τις πολιτικές της ίδιας της Ευρώπης.

Η ύφεση προχωρά στην ΕΕ, η λιτότητα έχει συμπιέσει ανελέητα το εισόδημα των νοικοκυριών. Αυτό δεν εξουδετερώνει αυτά τα μέτρα; Πώς εκτιμάς την κατάσταση αυτή τη στιγμή στην ευρωζώνη;

Κάποια κράτη μέλη παρουσιάζουν ισχυρή ανάκαμψη και κάποια αναιμική, ή ύφεση (όπως η Ελλάδα). Νομίζω ότι πρέπει να προσέξουμε την εξής διάσταση που έχουν οι ευρωπαϊκές πολιτικές των ηγεμονικών τάξεων. Δεν πρόκειται απλά για πολιτικές λιτότητας, για μία προσήλωση στα ελλείμματα, στο δόγμα των Βερσαλλιών και στα συνθήματα του Χούβερ. Αυτή η προσήλωση, θα έλεγα σε μία οριακή έκφραση και όχι ακριβή αλλά αναγκαία ώστε να σκεφτούμε το εκτυλισσόμενο εγχείρημα της συγκρότησης μίας ηγεμονικής πολιτικής στην Ευρώπη μέσα από τις συνεχείς μετατοπίσεις που, δεν αποτελεί τον στόχο αλλά το μέσο. Μάλλον ο κύριος στόχος είναι η αντιμεταρρύθμιση: δηλαδή η μετάλλαξη των θεσμών και η δημιουργία καινούργιων, ώστε να ταιριάζουν, να στοιχίζονται με τις ανάγκες του αγοραίου μοντέλου. Με άλλα λόγια, στοχεύουν στην κατάλληλη αλλαγή της κοινωνίας και των κινήτρων των ανθρώπων, ώστε η κοινωνική οργάνωση να είναι συμβατή με τις αγορές. Φυσικά, δεν αποτελεί καινούργιο στόχο. Αλλά με μέσον την ύφεση, η οποία καθιστά πολιτικά εφικτή την δυνατότητα «μεταρρυθμίσεων», είναι δυνατό να επιταχυνθεί με πολύ γρήγορους ρυθμούς η υλοποίησή του και να καμφθούν οι αναμενόμενες αντιδράσεις.

Δεν αναφέρεται αυτό πολύ στο δημόσιο διάλογο.

Έχει κυριαρχήσει το σχήμα μιας Γερμανίας η οποία, για να διατηρήσει τα πλεονεκτήματα που της δίνουν τα πλεονάσματα της, αδιαφορεί ή εξάγει την ύφεση στις χώρες της «περιφέρειας» (υπάρχει ένα ζήτημα: το Βέλγιο ή και η ίδια η Γαλλία, π.χ., ανήκουν σε αυτό το σύνολο;) Προφανώς, όπως κάθε ιδεολογία, πατά σε γεγονότα. Συγχρόνως αποτελεί τη γλώσσα μέσω της οποίας οργανώνονται τα διακυβεύματα κρατών μελών ως τέτοιων. Ωστόσο, δε νομίζω ότι μπορεί να αποτυπωθούν σε αυτό το σχήμα, παρά μόνο έμμεσα και πολλαπλώς διαμεσολαβημένες οι αγωνίες και τα διακυβεύματα των υποτελών τάξεων, και πάλι μιλώντας οριακά, των ίδιων των κοινωνιών της Ευρώπης.

Το σχήμα αυτό προκύπτει από την αποδοχή της θεωρίας των παγκόσμιων ανισορροπιών στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (μεγάλα ελλείμματα των ΗΠΑ και πλεονάσματα της Κίνας) ως εξήγησης της κρίσης του 2008 ή αποτελεί σύστοιχο αυτής. Φοβάμαι ότι πρόκειται για μια περίπτωση όπου ένα σύμπτωμα καθίσταται αιτία. Ας θυμηθούμε ότι πρόκειται για μια «αποτυχημένη θεωρία: συγκροτήθηκε προβλέποντας ότι τα ελλείμματα των ΗΠΑ, θα οδηγούσαν σε απόσυρση της εμπιστοσύνης από το δολάριο ως αποθεματικό νόμισμα.

Εκτιμώ ότι αυτή η θεωρία υιοθετήθηκε ως κυρίαρχο θεωρητικό υπόδειγμα ερμηνείας της κρίσης του 2008, επειδή δεν υπήρχε κάποιο άλλο διαθέσιμο εξηγητικό παράδειγμα το οποίο συγχρόνως να ταιριάζει στον προσανατολισμό των σχεδιαστών οικονομικών πολιτικών και των συζητήσεων στα πλαίσια του G20. Συγχρόνως ταιριάζει στο μηχανιστικό χαρακτήρα της κυρίαρχης οικονομικής σκέψης, η οποία για λόγους συγκρότησης της κυρίαρχης ιδεολογίας προσανατολίζεται στο να βρεί την «κατάλληλη» μία αιτία η οποία εξηγεί το εξηγητέο. Να θυμίσουμε επίσης ότι αυτή η θεωρία συνδέεται άμεσα με τη συντηρητική οικονομική σκέψη που κυριάρχησε στην Ευρώπη όπως αποτυπώθηκε στο σύνθημα εξήγησης της κρίσης: «καταναλώνουμε περισσότερα από όσα παράγουμε» λές και είναι δυνατό σε ένα διεθνή καταμερισμό εργασίας με ελεύθερες κεφαλαιακές ροές και ένα διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα να μη διευρύνεται το πεδίο εφαρμογής της ταυτότητας ότι αν κάποια χώρα έχει πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών κάποια άλλη θα έχει έλλειμμα και θα συμβαίνει το αντίστροφο στις κεφαλαιακές μεταβιβάσεις.

Πόσο πιθανό είναι να διαλυθεί το ευρώ;

Οι ηγεμονικές δυνάμεις δεν επιθυμούν τη διάλυση του ευρώ. Ωστόσο, οι πολιτικές τους έχουν θέσει ως υπαρκτή τάση το ενδεχόμενο να γίνει επιθυμητό κάτι τέτοιο, για παράδειγμα από τη Γερμανία. Στο βαθμό που η «κοινωνική ερήμωση» που προκαλούν συναντά την επίμονη άρνηση των ηγεμονικών τάξεων για θεσμικές μεταρρυθμίσεις που να οργανώνουν μια αλληλέγγυα Ευρώπη (συνθηματικά, μιας και έχουν συζητηθεί αρκετά: δανεισμός κατευθείαν από ΕΚΤ, ευρωομόλογο, ομοσπονδιακός προϋπολογισμός, στόχευση σε αλληλέγγυες κοινωνίες) θα δημιουργούνται σταθερά επεισόδια για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα, τα οποία θα οδηγούν σε στρατηγικές εθνικής αναδίπλωσης θα διερευνώνται τα όρια του ευρώ και θα υλοποιούνται ad hoc μπαλώματα αυτών των πολιτικών. Ας θυμόμαστε ότι δεν υπάρχουν σιδερένιοι οικονομικοί νόμοι που πηγαίνουν προς τη μία ή την άλλη μεριά γι’ αυτό το ζήτημα: Η ίδια η ύπαρξη του ευρώ θεωρούνταν αδύνατη κάποτε λόγω της ασυμμετρίας των οικονομικών κύκλων των κρατών μελών.

Η αριστερά πώς μπορεί να παρέμβει αυτή τη στιγμή; Μπορεί να κινητοποιήσει δυνάμεις στην ΕΕ, για μια επαναθεμελίωση και της ευρωζώνης και της ΕΕ;

Ο χώρος της ριζοσπαστικής αριστεράς οργανώνεται στη βάση ενός άλλου οράματος για την οργάνωση των κοινωνιών, στο περιεχόμενο που δείχνει το σύνθημα «οι ανάγκες των ανθρώπων πάνω από τα κέρδη». Η μόνη ρεαλιστική πολιτική για τις κοινωνικές δυνάμεις τις οποίες επιθυμούμε να συγχωνεύσουμε σε μια ενότητα ρήξης με το υπάρχον, είναι αυτή η οποία έμπρακτα, με στόχους και μέσα που ακουμπούν τις καθημερινές πρακτικές μας, που κινητοποιούν στην οργάνωση της καθημερινότητας τους πολίτες, με παραδειγματικό τρόπο, ο οποίος βάζει στόχους που άμεσα μπορούν να βελτιώσουν τη ζωή των ανθρώπων και μπορούν να υλοποιηθούν άμεσα επειδή γίνονται υλική δύναμη σε καθημερινή βάση, είναι αυτή που απορρέει από την υπεράσπιση της απο-εμπορευματοποίησης των αναγκών. Αυτή που αξιοποιεί την κοινωνική αλληλεγγύη ως βασικό εργαλείο πολιτικής και οδηγό δράσης που επιβάλλεται στην οικονομική διάσταση των λύσεων, ενώ, παράλληλα, προβάλλει την αναγκαιότητα του κοινωνικού ελέγχου (γιατί να μη ζητάμε σήμερα κοινωνική λογοδοσία και έλεγχο των επιχειρήσεων;) φέρνοντας την πολιτική των μαζών στο προσκήνιο.

Πώς τίθεται το ζήτημα της διαγραφής του χρέους;

Απαιτούνται εξειδικευμένα αιτήματα, που αφορούν την οργάνωση των εσόδων του δημοσίου και τη δυνατότητα άσκησης πολιτικών δημόσιου συμφέροντος, τα οποία είναι επείγοντα και μπορούν να αποτελέσουν τώρα μάχιμους στόχους, ώστε να βελτιωθούν οι συνθήκες ζωής των «από κάτω», το αίτημα της αλλαγής του φορολογικού συστήματος όπως και το αίτημα δημόσιου πυλώνα στο τραπεζικό σύστημα ο οποίος να ασκεί πολιτική με όρους δημόσιου συμφέροντος και όχι ιδιωτικού. Προφανώς εντάσσεται εδώ και το αίτημα της διαγραφής χρέους, αλλά με τρόπο που να αφορά όχι μόνο την «ελάφρυνση της χώρας», αλλά και την απελευθέρωση του κόσμου της εργασίας από τα πολλαπλά χρεωστικά δεσμά που έχει όχι μόνο με τις τράπεζες, όπως εντάσσεται εδώ και ό,τι αφορά την αλλαγή των όρων των εργασιακών σχέσεων προς το χειρότερο. Στο βαθμό που αυτά τα αιτήματα θα γίνονται υλική δύναμη στις κοινωνίες της Ευρώπης, καθώς και άλλα που θα αναδειχθούν, μπορεί να σχηματιστεί η αναγκαία δύναμη που θα θέσει με κοινωνικά έγκυρους όρους το ζήτημα της επαναθεμελίωσης της Ευρώπης.
 
Στη συζήτηση έχει τεθεί και το ζήτημα της εξόδου από την ευρωζώνη.

Θεωρώ ότι ως χώρος τείνουμε να παγιδευτούμε σε ένα διαγωνισμό για να εκφωνηθεί το «μαγικό σύνθημα», το πλέον αριστερό ή αυτό που ακούγεται τόσο «βίαιο» όσο η ένταση της βίας που ασκούν οι ηγεμονικές δυνάμεις. Με αυτό τον τρόπο η αριστερά παγιδεύεται στον ιδεαλισμό της εκφώνησης του σωστού συνθήματος, που θα δεσμεύσει το φαντασιακό των μαζών στην υπηρεσία της άμεσης ανατροπής των συσχετισμών. Για παράδειγμα, το σύνθημα εξόδου από την ευρωζώνη που θέτουν αρκετοί σύντροφοι. Το πρόβλημα δεν είναι ότι «ο κόσμος δεν κινείται επειδή δεν ξέρει που να πάει», αλλά να αναγνωρίσουμε ότι ο «κόσμος» έχει μπει σε κίνηση, πάει όπου βλέπει μια κινητικότητα υπεράσπισης των συμφερόντων του ή ένα μέσο/όχημα οργάνωσης και έκφρασης της αμφισβήτησής του, ένα παράδειγμα δράσης, αλλά συγχρόνως ότι δεν έχει κανέναν λόγο να εμπιστευτεί τη δική μας αριστερά ως εκπρόσωπο, οργανωτή και εκφραστή της κίνησης όπως αυτή είναι σήμερα. Δε θα σταθώ κατά πόσο αυτή η πρόταση, η οποία έχει εκφωνηθεί από υπερσυντηρητικούς οικονομολόγους ως η πιο γρήγορη διαδικασία εσωτερικής υποτίμησης και η οποία παρόλο που δεν αποτελεί επιθυμία των κυρίαρχων τάξεων δεν πρέπει να αποκλειστεί η απίθανη στο παρόν αλλά όχι αδύνατη αλλαγή αυτής της στάσης, δημιουργεί καλύτερες θέσεις για τους μισθωτούς και σύμμαχα κοινωνικά στρώματα. Άμεσα οδηγεί σε πολύ χειρότερες συνθήκες από αυτές που προετοιμάζονται τώρα, μπορεί να συλληφθεί με όρους κοινωνικής καταστροφής σαν αυτούς που βίωσαν οι Αργεντίνοι όταν κατέρρευσε η οικονομία τους. Δεν θα σταθώ στο ερώτημα αν μας βάζει στη λογική των ανταγωνιστικών υποτιμήσεων με τους Πορτογάλους, αν προχωρήσουν και αυτοί στο ίδιο διάβημα. Ούτε θα σταθώ στο κατά πόσο η κυριάρχηση των όρων «ανταγωνιστικότητα» ή «ανάπτυξη» ή η υπόρρητη προσχώρηση στο σύνθημα «καταναλώνουμε περισσότερα από ότι παράγουμε», για να στηριχτεί αυτό το διάβημα, δεν αποτελούν υποχώρηση στην οργάνωση της ιδεολογικής ηγεμονίας του αντιπάλου.

Και ποιο είναι το κύριο;

Θα σταθώ στο ότι πρέπει να σκεφτούμε πολύ σοβαρά, πράγμα που αγνοείται από τους εκφωνητές της πρότασης, στη μέθοδο και τους τρόπους οργάνωσης των κοινωνικών αντιστάσεων. Πού θα φτάσουν αυτές δεν ξέρουμε στη παρούσα ιστορική συγκυρία: το «αδύνατο» εδώ είναι το σύνορο που χαράζει κάθε φορά ο λόγος της εξουσίας. Αυτό που θεωρώ δεδομένο, είναι ότι η ριζοσπαστική αριστερά δεν ξεκινά από μακροοικονομικές προτιμήσεις σε ένα νόμισμα, αλλά από τους κοινωνικούς συσχετισμούς και την αποτελεσματική οργάνωση της άμυνας του κόσμου της εργασίας, σε ένα κόσμο που μέσα ή έξω από το ευρώ θα κυριαρχείται για ιστορικά απροσδιόριστο διάστημα, αλλά το οποίο πρέπει να το πάρουμε ως δεδομένο, από τη Διεθνή του Κεφαλαίου

Δεν υπάρχουν σχόλια: