Κυριακή, 5 Σεπτεμβρίου 2010

Καπιταλιστική κρίση και εργατικό κίνημα , Γ.Καλημερίδης

Καπιταλιστική κρίση και εργατικό κίνημα

Δεν υπάρχει τίποτα πιο «πραγματικό» στην υπόγεια αποθήκη της καπιταλιστικής παραγωγής από ό,τι υπάρχει στην εμπορική οροφή ή στην κερδοσκοπική του πτέρυγα (…) Η επιστροφή στο πραγματικό δεν είναι ασφαλώς η κίνηση που οδηγεί από την κακή, την «παράλογη» κερδοσκοπία στην υγιή παραγωγή. Είναι η κίνηση της επιστροφής όλων αυτών που κατοικούν τούτο τον κόσμο στην άμεση και λελογισμένη ζωή»

Badiou Alain.


Το Νοέμβριο του 2008 είχαμε βγάλει ως σχήμα ένα κείμενο για την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση (www.paremvasis.gr/afs/viewtopic.php?f=27&t=36&sid=b58b524eadf86352f0c2f836a0dcc255), σε μια προσπάθεια να ανοίξει η συζήτηση στο εσωτερικό των Παρεμβάσεων, εκτιμώντας ότι εισαγόμαστε σε μια νέα συγκυρία τόσο σε διεθνές επίπεδο, όσο και στην Ελλάδα. Ο κύριος στόχος εκείνου του κειμένου ήταν διπλός : α) να δείξει ότι η καπιταλιστική κρίση δεν οδηγεί με ένα μηχανιστικό τρόπο, σε μια γενικευμένη πολιτική κρίση και ριζοσπαστικοποίηση και β) να αμφισβητήσει την κυρίαρχη εκείνη την περίοδο άποψη, που υιοθετούσε και ένα μεγάλο μέρος της ριζοσπαστικής διανόησης, ότι η κρίση οδηγεί σε μια υπέρβαση της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας, μέσω της κρατικής παρέμβασης για την στήριξη των τραπεζών και των διάφορων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, πραγματικότητα που σύμφωνα με τη συγκεκριμένη οπτική δημιουργούσε τις προϋποθέσεις μετάβασης σε μια νέα περίοδο κρατικού ελέγχου των αγορών που υπό όρους ενείχε προοδευτικές δυνατότητες. Η υποτιθέμενη κεϋνσιανή στροφή του Ομπάμα στις ΗΠΑ ήταν χαρακτηριστικό επιχείρημα αυτής της οπτικής. Στη βάση των δύο αυτών βασικών θέσεων θέλαμε να υπογραμμίσουμε την άποψη ότι μόνο διαμέσου της οργανωμένης πολιτικής παρέμβασης του εργατικού κινήματος θα μπορούσαμε να ελπίζουμε σε μια αλλαγή των ταξικών συσχετισμών, υπέρ του κόσμου της εργασίας και ότι θα έπρεπε αντίστοιχα να αντιμετωπίζουμε με σκεπτικισμό κάθε οπτική που βασιζόταν είτε στο «αυθόρμητο ριζοσπαστισμό» των μαζών είτε, ακόμα χειρότερα, στις πρακτικές «αυτοεξορθολογισμού» του ίδιου του καπιταλισμού.

Από τότε τα πάντα έχουν σαφώς αλλάξει. Η κρίση δεν είναι πια μια μακρινή πραγματικότητα που αφορά, κατά βάση, τον αγλλοσαξονικό καπιταλισμό, αλλά βιώνεται με τον πιο έντονο τρόπο από την ίδια την ελληνική κοινωνία, γεγονός που μετασχημάτισε αποφασιστικά, όχι απλώς τη γενική θεωρητική συζήτηση για την κρίση, αλλά και το ίδιο το πεδίο της κοινωνικής αντιπαράθεσης. Στο εξής, η συζήτηση για την κρίση δεν είναι μόνο ένα πεδίο διαλόγου μεταξύ διαφορετικών θεωρητικών απόψεων και ρευμάτων σκέψης, αλλά εμπλέκεται στην πολιτική παρέμβαση κάθε ριζοσπαστικής συλλογικότητας. Η καπιταλιστική κρίση βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη κάθε πολιτικού και συνδικαλιστικού υποκειμένου και ορίζει ρητά ή άρρητα το λόγο και την παρέμβασή του.

Μολονότι κάτι τέτοιο ήταν αναμενόμενο να συμβεί, παρατηρείται στο εσωτερικό συνολικά της Αριστεράς, ένα παράδοξο χάσμα ανάμεσα σε μια διανοητική και θεωρητική συζήτηση περί κρίσης που επιχειρεί να προσδιορίσει ασφαλώς και μια συγκεκριμένη πολιτική στρατηγική για το εργατικό κίνημα και στην ίδια την πρακτική του εργατικού κινήματος. Υπό μια έννοια, η συζήτηση περί κρίσης, αν και ιδιαίτερα διαδεδομένη, δεν έχει απαραίτητα μια οργανική σχέση με την πολιτική πρακτική των υπαρκτών εργατικών συλλογικότητων. Το αποτέλεσμα είναι η συζήτηση για την κρίση να εκκενώνεται από το κοινωνικό της περιεχόμενο και σε αρκετές περιπτώσεις να προσπαθεί να αντικαταστήσει υπαρκτές πολιτικές και εργατικές συλλογικότητες, την ίδια στιγμή ακριβώς, που το εργατικό κίνημα περιορίζεται στον εμπειρισμό, αντιμετωπίζοντας τη νέα πραγματικότητα μέσω τυπικών συνδικαλιστικών αιτημάτων που οδηγούν εκ των πραγμάτων στον αμυντισμό, την απογοήτευση και την αδυναμία συνολικής αντιπαράθεσης απέναντι σε μια συνολική επίθεση. Εν ολίγοις, αλλού διεξάγεται η συζήτηση για την κρίση, αλλού πραγματώνεται η κοινωνική αντιπαράθεση, χωρίς να υπάρχει πάντοτε η αναγκαία αλληλοτροφοδότηση θεωρητικής ανάλυσης και πολιτικής πρακτικής.

Το παρόν κείμενο στοχεύει στο να ξανανοίξει και να γεφυρώσει παράλληλα τη συζήτηση, στο εσωτερικό των Παρεμβάσεων, αν και σε καμιά περίπτωση δε φιλοδοξεί να πει πράγματα που δεν έχουν ειπωθεί και γραφτεί και από άλλους/ες, πόσο μάλλον να εξαντλήσει το σύνολο των επίδικων ζητημάτων.

Στην πράξη ζούμε από το Φλεβάρη και μετά, την πιο επιθετική κίνηση του ελληνικού αστικού κράτους στο οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο από την περίοδο του Εμφυλίου και μετά. Το κυρίαρχο μπλοκ εξουσίας, υπό την ηγεμονία των πιο ισχυρών και διεθνοποιημένων μερίδων του ελληνικού κεφαλαίου, επιχειρεί μια πρωτοφανή μεταφορά εισοδήματος προς όφελος της κυρίαρχης τάξης, συρρίκνωσης των όποιων κοινωνικών δικαιωμάτων έχουν απομείνει στους εργαζομένους και ριζικής αλλαγής του συνολικού ταξικού συσχετισμού ισχύος, σε μια προσπάθεια να ανταποκριθεί ο ελληνικός καπιταλισμός, αφενός στις διεθνείς πιέσεις από κεφάλαια κοινωνικών σχηματισμών με υψηλότερη ανταγωνιστικότητα και αφέτερου να διατηρήσει τον οικονομικό και πολιτικό του ρόλο, στα πλαίσια πάντα της συνολικής ιμπεριαλιστικής αλυσίδας, στην περιοχή της Ν.Α Ευρώπης. Από αυτή την άποψη, το σύνολο των κυβερνητικών μέτρων πρέπει να γίνουν αντικείμενο μιας βαθύτερης και πιο ουσιαστικής ανάγνωσης. Δεν αποτελούν μια τυπική δέσμη μέτρων λιτότητας για την «ανάκαμψη και εξυγίανση» της ελληνικής οικονομίας, με βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, αντιλαϊκά μέτρα που έχουν ληφθεί αρκετές φορές στο παρελθόν από τις ελληνικές κυβερνήσεις από το 1985 και μετά, αλλά συγκροτούν μια συνολική πολιτική στρατηγική αναδιαμόρφωσης του ελληνικού καπιταλισμού, προκειμένου ο τελευταίος να ανταποκριθεί στο άγριο διεθνές τοπίο του καπιταλιστικού ανταγωνισμού που δημιούργησε η παγκόσμια κρίση. Αν και είναι ριψοκίνδυνη κάθε προσπάθεια γενίκευσης των σημερινών τάσεων, δεν είναι υπερβολικό να πούμε ότι βρισκόμαστε στο μέσο μιας βαθιάς τομής στην εξέλιξη του ελληνικού καπιταλισμού και της πάλης των τάξεων στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό. Από πολλές απόψεις, οι σημερινές εξελίξεις ενδέχεται να καθορίσουν, με αποφασιστικό τρόπο, τη συνολική εξέλιξη των ταξικών αντιπαραθέσεων τις επόμενες δεκαετίες.

Κατά συνέπεια έχει καθοριστική σημασία το γενικό πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διεξάγεται η συζήτηση για την καπιταλιστική κρίση. Κατά τη γνώμη μου, η έμφαση θα πρέπει να δοθεί σε μια οπτική για την καπιταλιστική κρίση που επικεντρώνεται στους πολιτικούς όρους με τους οποίους, ο ελληνικός καπιταλισμός, μέσα σε ένα δεδομένο διεθνή συσχετισμό ισχύος, προσπαθεί να εξασφαλίσει την ανταγωνιστική του θέση και τη διευρυμένη αναπαραγωγή του. Αυτή η θέση μετατοπίζει, ευθύς εξαρχής, το αποκλειστικό ενδιαφέρον της όποιας ανάλυσης από το βαθμό εξάρτησης του ελληνικού κεφαλαίου από τους θεσμούς της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας ( ΔΝΤ-ΕΚΤ-Ε.Ε), στην ίδια τη συνολική εξέλιξη της πάλης των τάξεων στο εσωτερικό του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού. Η σημερινή πρωτοφανής, ακόμα και για τα διεθνή δεδομένα, οξύτητα της επίθεσης του ελληνικού κεφαλαίου στο κόσμο της εργασίας σχετίζεται, όχι με το βαθμό υποτέλειας της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας ή του εγχώριου αστικού πολιτικού προσωπικού, αλλά με την αδήριτη αστική αναγκαιότητα να διαμορφωθούν οι ευνοϊκοί πολιτικοί όροι για τη διευρυμένη αναπαραγωγή του ελληνικού καπιταλισμού, στα πλαίσια του παγκόσμιου καταμερισμού της εργασίας και της δεδομένης αρχιτεκτονικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της νομισματικής ενοποίησης.

Κάθε άποψη που αντιστρέφει αυτή την πραγματικότητα, αντιμετωπίζοντας το μηχανισμό επιτήρησης και το μνημόνιο με όρους εξωτερικότητας, σε σχέση με τον πολιτικό σχεδιασμό του ελληνικού αστισμού και την αντιπαράθεση του τελευταίου με τον κόσμο της εργασίας, αποπολιτικοποιεί, σε τελική ανάλυση, το πρόβλημα της καπιταλιστικής κρίσης, αφαιρώντας την ταξική της ουσία, ανεξάρτητα από επιμέρους προτάσεις ή θέσεις που μπορεί να είναι απόλυτα σωστές. Μ’ άλλα λόγια, αν δεν οριστεί το πρόβλημα, με όρους ταξικής αντιπαράθεσης- και όχι εθνικής κυριαρχίας- η συζήτηση χάνει το ενδιαφέρον της για το εργατικό κίνημα, γεγονός που ανατροφοδοτεί και την αστική ιδεολογία, αλλά και το χάσμα θεωρίας και πρακτικής στο εσωτερικό της Αριστεράς, στο οποίο αναφερθήκαμε προηγούμενα.

Είναι προφανές ότι η κρίση του ελληνικού καπιταλισμού πραγματοποιείται πάνω στο έδαφος της παγκόσμιας καπιταλιστικής ύφεσης και επομένως θα ήταν λάθος να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι όλοι οι παράμετροι του προβλήματος έχουν στενά τοπικό και εθνικό χαρακτήρα. Η Ελλάδα είναι χώρα της ευρωζώνης, κατά συνέπεια, οι όποιες εξελίξεις στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό έχουν μια ευρύτερη διεθνή διάσταση. Η πραγματικότητα που έχει διαμορφωθεί στο εσωτερικό της Ελλάδας συνδέεται άμεσα με τους ενδοιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, τόσο στο εσωτερικό της Ε.Ε, όπου δοκιμάζεται η ίδια η νομισματική ενοποίηση, η υιοθέτηση δηλαδή κοινού νομίσματος μεταξύ χωρών διαφορετικής παραγωγικότητας, όσο και μεταξύ Ε.Ε και άλλων καπιταλιστικών σχηματισμών, όπου η επιλογή του ευρωπαϊκού καπιταλισμού για ένα κοινό ισχυρό νόμισμα συναντά την αντίδραση αντίπαλων ιμπεριαλιστικών σχηματισμών. Επίσης, θα πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη μας την αναζήτηση από την πλευρά μερίδων του διεθνούς κεφαλαίου για ένα νέο μοντέλο καπιταλιστικής συσσώρευσης, μέσω της εμβάθυνσης του νεοφιλελευθερισμού, σε ένα ρευστό τοπίο ανασυγκρότησης του διεθνούς συσχετισμού ισχύος μεταξύ διαφορετικών καπιταλιστικών σχηματισμών. Το καθοριστικό σημείο, ωστόσο, οποιοσδήποτε ανάλυσης, από εκεί και μετά, πρέπει να είναι η κατανόηση των πολιτικών όρων με τους οποίους εσωτερικεύονται οι διεθνείς πιέσεις από κάθε εθνικό κοινωνικό σχηματισμό, γεγονός που καθορίζεται από την πάλη των τάξεων στο εσωτερικό και από τις πολιτικές επιλογές με τις οποίες το ελληνικό κεφάλαιο προσπαθεί, στα πλαίσια της δεδομένης διεθνούς πραγματικότητας, να καθορίσει τη στρατηγική του. Σε διαφορετική περίπτωση είναι αδύνατον να ερμηνεύσουμε τις διαφορετικές αστικές στρατηγικές μεταξύ διακριτών εθνικών σχηματισμών( π.χ Ελλάδα-Πορτογαλία). Υπό αυτή την έννοια, οι διεθνείς πιέσεις αξιοποιούνται από το ελληνικό κεφάλαιο στην κατεύθυνση της αναδιαμόρφωσης του ελληνικού καπιταλισμού, επιβάλλοντας ρυθμίσεις και ανατροπές, που εδώ και δύο τουλάχιστον δεκαετίες, εμφανίζονται στον εγχώριο αστικό πολιτικό προβληματισμό.

Με αυτή την επιλογή, ορίζονται αναπόφευκτα και διαφορετικά πεδία εστίασης, καθώς η συζήτηση ούτε ξεκινά, ούτε εξαντλείται στο πεδίο του εθνικού χρέους και των ελλειμμάτων, εκεί όπου περιστρέφεται και ο κυρίαρχος λόγος, αλλά επικεντρώνεται, κατά βάση, στο πεδίο των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και του αντίστοιχου εκμεταλλευτικού καταμερισμού της εργασίας. Τα παραπάνω, επομένως, δε συγκροτούν μια απλή μεθοδολογική επιλογή, αλλά για μια συγκεκριμένη πολιτική θέση. Η όποια αριστερή διαπραγμάτευση για την κρίση θα πρέπει να είναι σε θέση να διαβάσει την κρίση από την σκοπιά των εργατικών συμφερόντων και αναγκών και όχι από την άποψη της «χώρας», της «εθνικής οικονομίας» και των όποιων αναπτυξιακών της δυνατοτήτων. Κάθε συζήτηση, αλλά και πρόταση για το εργατικό κίνημα θα πρέπει να ξεκαθαρίζει, με έντιμο τρόπο, το γενικό πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο τοποθετεί την καπιταλιστική κρίση. Κατά τη γνώμη μου, στην υπάρχουσα ενδοαριστερή συζήτηση, ανεξαρτήτως επιμέρους συμφωνιών, αναπαράγονται πλήρως αντιθετικές προβληματικές που αντανακλούν, σε τελική ανάλυση, διακριτικά ταξικά συμφέροντα. Η διάσταση του «εθνικού» στις διάφορες εκδοχές της, αν και ελκυστική σε επίπεδο συνθηματολογίας, φλερτάρει αναπόφευκτα – ανεξάρτητα αν κάτι τέτοιο γίνεται πάντα πλήρως κατανοητό-με την ιδέα ενός αναπτυξιακού εθνικού καπιταλισμού ή ενός καπιταλισμού των «εθνικών παραγωγικών» τάξεων, που στην συγκεκριμένη συγκυρία, στην καλύτερη των περιπτώσεων, ενισχύει την ιδεολογική σύγχυση στο εσωτερικό του κόσμου της μισθωτής εργασίας.

Έχοντας περιγράψει, με γενικούς όρους, το ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο της συζήτησης, θα επικεντρωθώ, αρχικά, στον προσδιορισμό της ίδιας της έννοιας της κρίσης και στη βάση αυτού του προσδιορισμού θα εξετάσω τα ζητήματα που σχετίζονται με την έννοια της χρηματοοικονομικοποίησης και της νομισματικής ενοποίησης, ζητήματα που επηρεάζουν άμεσα τις πολιτικές προτάσεις που διατυπώνονται για το εργατικό κίνημα σε σχέση με την καπιταλιστική κρίση. Στη συνέχεια θα προσπαθήσω να προσδιορίσω τη σημερινή συγκυρία και τα πεδία της αντιπαράθεσης που δημιούργησε η κυβερνητική διαχείριση της κρίσης τους τελευταίους μήνες.

Σχετικά με την έννοια της κρίσης

Έχει μια ιδιαίτερη πολιτική σημασία, ο ορισμός της ίδιας της κρίσης. Ήδη τη δεκαετία του 70, με επίκεντρο την τότε καπιταλιστική κρίση, που οδήγησε μετέπειτα στη νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική αναδιάρθρωση, ο Ν. Πουλαντζάς επισήμαινε δύο πολύ σημαντικούς κινδύνους που αντιμετωπίζει κάθε αριστερή προβληματική για την οικονομική κρίση : α) τον κίνδυνο να αναπαράγει την αστική αντίληψη που αντιμετωπίζει την κρίση σαν ένα επεισόδιο «δυσλειτουργίας» που διακόπτει την κατά τα άλλα αρμονική λειτουργία του συστήματος. Μια αντίληψη, κατά συνέπεια, της κρίσης που δίνει έμφαση, όχι στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, αλλά σε στοιχεία που ορίζονται ως παρεκκλίνοντα και ετερογενή προς την κανονική λειτουργία του συστήματος. Αυτή η οπτική, σύμφωνα με τον Πουλαντζά, υποτιμά την πραγματική διάσταση των οικονομικών κρίσεων που οφείλονται, σε τελική ανάλυση, στην ιστορική λειτουργία της πτωτικής τάσης του μέσου ποσοστού κέρδους, μια τάση που παραπέμπει στην αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και στους ταξικούς αγώνες που διεξάγονται με επίκεντρο την εκμετάλλευση. Υπό αυτό το πρίσμα, γενολογικά κρισιακά στοιχεία είναι μονίμως ενεργά κατά την αναπαραγωγή του καπιταλισμού. Οι οικονομικές κρίσεις δεν είναι νεκροί χρόνοι στην ιστορία του καπιταλισμού, αλλά αναγκαίες διαστάσεις για την επιβίωση και την αναπαραγωγή του, στο βαθμό πάντα που δεν μεταφράζονται σε πολιτική κρίση και κρίση ηγεμονίας, β) τη μηχανιστική, εξελικτιστική και οικονομίστικη αντίληψη για την κρίση που κυριαρχούσε στο Μεσοπόλεμο και που στη σύγχρονη εκδοχή της αντιμετωπίζει τη σημερινή φάση αναπαραγωγής του καπιταλισμού ως φάση «γενικευμένης κρίσης», με άλλα λόγια, βλέπει την κρίση ως μια συνεχώς παρούσα τάση, μέχρι την τελική κατάρρευση και σήψη του καπιταλισμού. Το προφανές πρόβλημα με αυτή την προσέγγιση είναι ότι εξαλείφει την ιδιοτυπία της έννοιας της κρίσης, καθώς ο καπιταλισμός, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, βρίσκεται διαρκώς σε φάση κρίσης και αντιδραστικοποίησης.

Σε αντιπαράθεση με αυτές τις δύο προβληματικές, ο Ν. Πουλαντζάς πρότεινε ένα πιο διαλεκτικό τρόπο κατανόησης της κρίσης ως ιδιαίτερης κατάστασης συμπύκνωσης αντιθέσεων. Αυτό σημαίνει ότι τα στοιχεία της κρίσης που υπάρχουν μονίμως στην αναπαραγωγή του καπιταλισμού πρέπει να μελετηθούν συναρτήσει των μετασχηματισμών που προσιδιάζουν στο στάδιο και τη φάση που διανύει σήμερα ο καπιταλισμός και ότι στο εσωτερικό αυτής της περιοδολόγησης ορισμένες καταστάσεις συμπύκνωσης των αντιθέσεων μπορούν να ονομαστούν κρίσεις .

Οι παρατηρήσεις του Ν. Πουλαντζά δεν έχουν μια γενική μόνο θεωρητική αξία, ούτε σχετίζονται απλώς με την κρίση του ’70. Αντίθετα, έχουν μια άμεση πολιτική αξία για τη σημερινή συγκυρία. Είναι λάθος η σημερινή κρίση να αναχθεί σε διαδικασίες εξωτερικές των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, όπως κάνει η αστική ρητορική. Δεν μπορεί, αντίστοιχα, να αναχθεί πλήρως στον «ανορθολογισμό της φιλελευθεροποίησης» και όσα αποδίδονται – και σωστά πολλές φορές- στο νεοφιλελευθερισμό, όπως η αυτονόμηση του χρηματιστικού κεφαλαίου, η «παγκοσμιοποίηση» των αγορών και οι υπερεθνικές ολοκληρώσεις, επιχειρήματα που αντιμετωπίζουν το νεοφιλελευθερισμό ως μια πολιτική πραγματικότητα, πλήρως ανεξάρτητη από το σημερινό ιστορικό στάδιο ανάπτυξης του καπιταλισμού και την ταξική αντιπαράθεση.

Ένα μεγάλο μέρος της σημερινής αριστερής προβληματικής για την κρίση εξαντλείται στην κατάδειξη του υποτιθέμενου «αντι-αναπτυξιακού» χαρακτήρα του νεοφιλελευθερισμού και στην υπερδιόγκωση των παρασιτικών οικονομικών λειτουργιών στη χρηματοπιστωτική σφαίρα. Ο νεοφιλελευθερισμός θεωρείται ότι είναι ένας εισοδηματικά άδικος, ασταθής και αντι-αναπτυξιακός καπιταλισμός που σαν άμεσο αποτέλεσμα του έχει τη συρρίκνωση των εργατικών εισοδημάτων και τη διόγκωση της κερδοσκοπίας. Συνιστά, επομένως, ένα καθεστώς το οποίο θέτει στο επίκεντρο της οικονομικής κίνησης την αναζήτηση κερδών, κατά βάση στη σφαίρα της κυκλοφορίας, γεγονός που ενισχύει την αστάθεια, υπονομεύει την παραγωγική βάση των κοινωνιών και εντατικοποιεί κάθε μορφή παρασιτικής οικονομικής δραστηριότητας.

Ο σύγχρονος καπιταλισμός είναι ασφαλώς εισοδηματικά άδικος και ασταθής, αλλά είναι ένας καπιταλισμός, ο οποίος έχει οικοδομηθεί πάνω στην ήττα της εργασίας, παγιώνοντας στρατηγικές εκμετάλλευσης, ιδιαίτερα ευνοϊκές για το κεφάλαιο. Με την έννοια αυτή, δύσκολα, θα μπορούσε να καταγγελθεί ως αντιπαραγωγικός, αναποτελεσματικός ή έστω «απορρυθμισμένος» . Ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός συνεχίζει, όπως και κάθε μορφή καπιταλιστικής παραγωγής, να βασίζεται πρώτα και κύρια στη διαδικασία παραγωγής και απόσπασης υπεραξίας από την εργατική τάξη στο πεδίο της άμεσης παραγωγικής διαδικασίας. Κατά συνέπεια, οι παραπάνω απόψεις για την κρίση, στο βαθμό που υποτιμούν τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και τις διαδικασίες απόσπασης υπεραξίας είναι ιδιαίτερα προβληματικές, όταν αναπαράγονται ως συγκεκριμένες πολιτικές προτάσεις για το εργατικό κίνημα.

Το βασικό ζητούμενο για τις παραπάνω αναλύσεις είναι η λεγόμενη χρηματοοικονομικοποίηση (financialization), έννοια που δηλώνει γενικά την αύξηση της οικονομικής σημασίας του χρηματοπιστωτικού τομέα σε σχέση με το βιομηχανικό, τη διόγκωση της χρηματοοικονομικής αστάθειας και τη μετατροπή της σε κυρίαρχη όψη του σύγχρονου καπιταλισμού , με συνέπεια την υπονόμευση της ανάπτυξης και της απασχόλησης. Άρα ο ρεφορμισμός των συγκεκριμένων προτάσεων βασίζεται στην ανάγκη ελέγχου των χρηματιστηριακών αγορών και μετατόπισης του κέντρου βάρους της οικονομικής δραστηριότητας στο πεδίο της «πραγματικής οικονομίας».

Η συζήτηση για την αντίθεση χρηματιστικού- παραγωγικού κεφαλαίου, ασφαλώς, και δεν είναι καινούρια, είναι ενδεχομένως τόσο παλιά όσο και ο ρεφορμισμός. Στη σημερινή, ωστόσο, συγκυρία αποκτά μια ξεχωριστή διάσταση, διότι ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός των τριάντα τελευταίων χρόνων χαρακτηρίζεται αναμφίβολα από την ιδιαίτερη σημασία που αποκτά το χρηματιστηριακό κεφάλαιο. Σε αυτή την αναμφισβήτητη τάση θα πρέπει ωστόσο να προσθέσουμε τα εξής. Πρώτον, όπως παρατηρεί ο D. Harvey , η κύρια τάση του νεοφιλελευθερισμού ήταν η δραματική μείωση μεταξύ χρηματικού κεφαλαίου που κερδίζει μερίδια και τόκους από τη μια, και του παραγωγικού κεφαλαίου από την άλλη. Η σύμφυση διαφορετικών μερίδων του κεφαλαίου είναι βασικό χαρακτηριστικό του καπιταλισμού από τη δεκαετία του΄80 και μετά. Οι συγχωνεύσεις μεταξύ επιχειρήσεων διαφόρων τομέων της οικονομίας συνένωσαν συμφέροντα στους τομείς της παραγωγής, του εμπορίου, των ακινήτων και της χρηματοοικονομίας, δημιουργώντας διαφοροποιημένους μονοπωλιακούς πολυκλαδικούς ομίλους . Υπό μια έννοια, η επέκταση του χρηματοπιστωτικού τομέα προωθήθηκε σε μεγάλο βαθμό από «παραδοσιακές επιχειρήσεις» βασισμένες στην «πραγματική οικονομία». Με δυο λόγια, υπάρχει μια πολύ περισσότερο διαλεκτική σχέση μεταξύ αυτών που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «πραγματική» και «χρηματοπιστωτική» σφαίρα της οικονομίας .

Δεύτερον, η επέκταση του χρηματοπιστωτικού τομέα της οικονομίας τις τελευταίες δεκαετίες εξυπηρέτησε τη διευρυμένη αναπαραγωγή του καπιταλισμού συνολικά, επεκτείνοντας τις διαδικασίες καπιταλιστικής συσσώρευσης και διεθνοποίησης του κεφαλαίου, μέσω της διαρκούς κινητικότητας των κεφαλαίων και της επίτασης του ανταγωνισμού. Επίσης, η χρηματιστηριακή σφαίρα όχι μόνο αποτέλεσε σημαντικό χώρο τεχνολογικής καινοτομίας στα πληροφοριακά συστήματα, αλλά συνέβαλε και η ίδια στη διάχυση των τεχνολογικών καινοτομιών στο πεδίο της ίδιας παραγωγής, κυρίως στις ΗΠΑ. Και μόνο διαμέσου αυτής της κινητικότητας του κεφαλαίου μεταξύ διαφορετικών οικονομικών δραστηριοτήτων και εθνικών οικονομιών και της εισαγωγής των νέων τεχνολογιών μπόρεσε και το λεγόμενο «βιομηχανικό-παραγωγικό» κεφάλαιο να τσακίσει την οργανωμένη εργατική τάξη και να αναδιοργανώσει την παραγωγική δραστηριότητα και άρα και τους όρους εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. H χωρική επέκταση και η κοινωνική εμβάθυνση του καπιταλισμού δεν θα ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθούν, χωρίς σημαντικές αλλαγές και καινοτομίες στη χρηματοπιστωτική σφαίρα .

Παράλληλα, σύμφωνα με τους Panitch – Konings, η χρηματοοικονομικοποίηση ενοποίησε τις κυριαρχούμενες κοινωνικές τάξεις, στο πλέγμα των χρηματοοικονομικών σχέσεων, διαμέσου των ιδιωτικών προγραμμάτων συνταξιοδότησης, των προγραμμάτων απόκτησης στέγης και της καταναλωτικής πίστης, σε μια περίοδο συρρίκνωσης των εργατικών εισοδημάτων και υποχώρησης του κοινωνικού κράτους . Υπό αυτή την έννοια, η χρηματοπιστωτική επέκταση σχετίζεται με την εμπορευματοποίηση των κοινωνικών αναγκών, την αντικατάσταση των κοινωνικών δικαιωμάτων από τις δυνάμεις της αγοράς, με σκοπό την πειθάρχηση και ενσωμάτωση του κόσμου της εργασίας. Κατά συνέπεια, η χρηματοοικονομικοποίηση δεν επικάθεται πάνω στην καπιταλιστική παραγωγή, υπονομεύοντας τους όρους ανάπτυξης της, αλλά συνδέεται οργανικά με αυτήν, αναδιοργανώνοντας την εκμετάλλευση και την ταξική ηγεμονία του κεφαλαίου συνολικά.

Τρίτον, η υποταγή των κυβερνητικών πολιτικών στους θεσμούς της παγκόσμιας αγοράς δηλώνει, πρώτα και κύρια, την προσπάθεια, ακριβώς, των κυρίαρχων τάξεων να αποτρέψουν την εγγραφή κάθε εργατικής διεκδίκησης στην πολιτική τους πρακτική και να καταργήσουν κάθε συμβιβασμό με τους κυριαρχούμενους. Το ευρωπαϊκό Σύμφωνο Σταθερότητας ή η υπαγωγή μιας χώρας στο ΔΝΤ δηλώνουν την πρόθεση των ντόπιων εθνικών κυρίαρχων τάξεων να ανατρέψουν τους υπάρχοντες ταξικούς συσχετισμούς προς όφελος τους και να αποτρέψουν κάθε πιθανό συμβιβασμό με τις κατώτερες κοινωνικές τάξεις. Διαμέσου των διάφορων υπερεθνικών θεσμών, οι κυρίαρχες τάξεις επιδιώκουν, στην πραγματικότητα, να ενδυναμώσουν την εσωτερική τους θέση Σε αυτή την περίπτωση, οι υπερεθνικοί θεσμοί λειτουργούν ως μέσο και ως άλλοθι για την επιβολή ριζικών αλλαγών στο εσωτερικό, για την αυτονόμηση του εθνικού κράτους από τις κυριαρχούμενες κοινωνικά ομάδες και για την προώθηση πολιτικών που διαφορετικά, με βάση τους εσωτερικούς συσχετισμούς ισχύος, θα ήταν δύσκολο να επιτευχθούν . Το σκηνικό που διαμορφώθηκε στην Ελλάδα από το Γενάρη και μετά επιβεβαιώνει πλήρως την παραπάνω οπτική, καθώς χωρίς την υπαγωγή στο μηχανισμό της τρόικας θα ήταν αδύνατο σε οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση να προωθήσει σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, τόσο ριζικές αντιλαϊκές ανατροπές. Άρα, δεν μπορούμε να μιλάμε για μια ριζική μετάθεση πραγματικών κρατικών εξουσιών στις δυνάμεις της παγκόσμιας αγοράς, αλλά περισσότερο για μια πρόσκαιρη ανάπλαση και επαναμεταφορά τους στο εθνικό –κρατικό επίπεδο το οποίο αναλαμβάνει και την τελική υλοποίηση των όποιων αποφάσεων . Η χρηματοοικονομικοποίηση δεν καταργεί επομένως το αστικό κράτος, ως πεδίο συγκεφαλαίωσης της ταξικής κυριαρχίας, καθώς η ίδια η απελευθέρωση των χρηματαγορών ήταν αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών αποφάσεων.

Στη βάση αυτού του προβληματισμού μπορούμε να δούμε και τη λειτουργία της οικονομικής ενοποίησης και της ευρωζώνης. Όπως σωστά έχει επισημανθεί, η ΟΝΕ σχεδιάστηκε με βάση τα συμφέροντα των πιο ισχυρών ευρωπαϊκών καπιταλιστικών κρατών και κυρίως της Γερμανίας, ενισχύοντας την ανισόμετρη ανάπτυξη στο εσωτερικό της ευρωζώνης. Η κατάργηση της δυνατότητας ανταγωνιστικής υποτίμησης των εθνικών νομισμάτων, ως μέσω προστασίας της εθνικής παραγωγής, επιτρέπει σε χώρες, όπως η Γερμανία, να ανταγωνιστούν διαμέσου της μεγαλύτερης αποδοτικότητάς τους, με συνέπεια τη θεαματική αύξηση των εξαγωγών τους και την αντίστοιχη δραματική επιδείνωση του εμπορικού ισοζυγίου των χωρών της περιφέρειας. Η ενίσχυση της ανισόμετρης οικονομικής ανάπτυξης και οι δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν οι χώρες του ευρωπαϊκού Νότου αποδεικνύει πως η ΕΕ δεν είναι ένα ενιαίος οικονομικός χώρος συνεργασίας και αλληλεγγύης, αλλά μια ιμπεριαλιστική συνάρθρωση διακριτών εθνικών καπιταλιστικών σχηματισμών που ανταγωνίζονται, με ιδιαίτερα άνισους όρους, στα πλαίσια της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας, για την καλύτερη δυνατή απόσπαση του παραγόμενου πλούτου . Τα παραπάνω αποτελούν τη μια όψη του ζητήματος, καθώς δημιουργείται το βασικό ερώτημα, για ποιο λόγο χώρες όπως η Ελλάδα ή η Πορτογαλία αποδέχτηκαν, εξαρχής, τη συμμετοχή τους στην ευρωζώνη.

Σύμφωνα με τον G. Carchedi, οι λιγότερο αναπτυγμένες χώρες που χάνουν τη δυνατότητα της ανταγωνιστικής υποτίμησης του νομίσματός τους και του πληθωρισμού, που πρωτύτερα λειτουργούσαν προστατευτικά προς το διεθνή ανταγωνισμό, αναγκάζονται να ανταγωνιστούν, πλέον, κατά βάση μέσω υψηλότερων ποσοστών απόλυτης υπεραξίας: η εντατικοποίηση της εργασίας, η αύξηση του χρόνου εργασίας, η αποδιάρθρωση των ασφαλιστικών συστημάτων και η φιλελευθεροποίηση των αγορών εργασίας αποτελούν βασικές όψεις αυτής της στρατηγικής. Κατά συνέπεια, η νομισματική ενοποίηση βαθαίνει την ταξική εκμετάλλευση, ενισχύει την ταξική κυριαρχία της αστικής τάξης και περιορίζει το εύρος των εργατικών διεκδικήσεων, μέσω της επίκλησης των διεθνών δεσμεύσεων που προκύπτουν από τη συμμετοχή της χώρας στην ευρωζώνη. Κατά συνέπεια, οι χώρες της λεγόμενης περιφέρειας, διαμέσου της ΟΝΕ, εμβαθύνουν την καπιταλιστική συσσώρευση και εκμετάλλευση στο εσωτερικό τους, ενώ εξαρχής θεωρείται δεδομένο ότι οι όποιες δυσχέρειες προκύψουν θα μετατοπιστούν στον κόσμο της εργασίας, πράγμα που πραγματοποιήθηκε, με τον πλέον δραματικό τρόπο, μετά τη διάχυση της καπιταλιστικής κρίσης στην ευρωζώνη.

Ταυτόχρονα, η ύπαρξη ενός ισχυρού νομίσματος παρείχε τη δυνατότητα διεθνοποίησης του ελληνικού κεφαλαίου και της εξαγωγής, όχι μόνο εμπορευμάτων, αλλά και κεφαλαίου. Το ελληνικό μερίδιο στις παγκόσμιες εκροές κεφαλαίου από 0% το 1990 φτάνει στο 0,34% το 2006, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να γίνει χώρα εξαγωγής κεφαλαίου. Τη συγκεκριμένη περίοδο επομένως, ενώ επιδεινώνεται η θέση της Ελλάδας ως προς τις εξαγωγές εμπορευμάτων (από 0,25% το 1980 σε 0,17% το 2007), βελτιώνεται σημαντικά ως προς την εκροή κεφαλαίου . Το απτό αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι η σημαντική ελληνική παρουσία στις βαλκανικές χώρες, χώρες που την τελευταία δεκαετία παρουσίασαν ιδιαίτερα υψηλούς ρυθμούς καπιταλιστικής ανάπτυξης. Άρα, η νομισματική ενοποίηση δεν έχει μόνο πλευρές «αιγυπτοποίησης» του ελληνικού καπιταλισμού, αλλά και ιμπεριαλιστικής διεθνοποίησης και εκμετάλλευσης εργαζομένων από τις γειτονικές χώρες. Γεγονός που εξηγεί και την εμμονή του ελληνικού κεφαλαίου στην αναγκαιότητα της πανευρωπαϊκής νομισματικής και δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Στη βάση των παραπάνω μπορούμε να πούμε, συμπερασματικά, πως η αποκλειστική επικέντρωση στο πεδίο της κυκλοφορίας και η άκαμπτη χρήση σχημάτων οικονομικής εξάρτησης/ καπιταλιστικού κέντρου και περιφέρειας, οδηγεί τελικά, όχι μόνο σε αυταπάτες για μια άλλη πιο φιλολαϊκή διαχείριση στα πλαίσια της Ε.Ε, αλλά και στην ίδια την απονεύρωση αιτημάτων με σαφή ριζοσπαστικό περιεχόμενο. Στο βαθμό που το εργατικό κίνημα, σε συνθήκες κρίσης, αδυνατεί να συνδέσει τους καθημερινούς αγώνες ενάντια στην ταξική εκμετάλλευση, την ανεργία, την ελαστικοποίηση της εργασίας, το πάγωμα των προσλήψεων και την δραματική μείωση του κόστους της εργασίας, με την προοπτική της αντικαπιταλιστικής ανατροπής, άρα και της εργατικής εξουσίας και της ριζικής αποδέσμευσης από τις ιμπεριαλιστικές ολοκληρώσεις, αιτήματα όπως η επαναδιαπραγμάτευση /διαγραφή του χρέους ή η έξοδος από την ΟΝΕ, μέσα, όμως, στα πλαίσια της Ε.Ε, θα στέκονται μετέωρα και άμεσα διαθέσιμα σε διάφορα αντιλαϊκά σενάρια.

Σε μια περίοδο πρωτοφανούς φιλελευθεροποίησης των αγορών εργασίας, επίτασης της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, μαζικού αποκλεισμού από την αγορά εργασίας και αλλαγής του συσχετισμού μεταξύ απόλυτης και σχετικής υπεραξίας, με σημαντική αναβάθμιση της πρώτης (μείωση του μεριδίου της εργασίας στον παραγόμενο πλούτο/ αύξηση του χρόνου εργασίας), είναι πραγματικά τραγικό η Αριστερά να ανάγει τη διαγραφή του χρέους, σε μοναδική συνταγή που μπορεί να επιλύσει το σύνολο των προβλημάτων που δημιουργεί η κρίση για τους εργαζόμενους.

Αυτή η αδυναμία σύνδεσης με την καθημερινή εμπειρία της καπιταλιστικής κρίσης που βιώνουν οι εργαζόμενοι δηλώνει, όχι κάποια υποτιθέμενη προσπάθεια υπέρβασης ενός στενόμυαλου αριστερισμού και μιας εκ του ασφαλούς επαναστατικότητας, αλλά το δραματικό χάσμα της αριστερής διανόησης με την εργατική τάξη. Ο θεωρητικός προβληματισμός δείχνει ακόμα μια φορά να απομακρύνεται και να εγκαταλείπει την πραγματική ζωή. Διαφορετικά διατυπωμένο ή θα τολμήσουμε να σχεδιάσουμε ένα πρόγραμμα άμεσης πολιτικής δράσης σπονδυλωμένο μέσα στην καρδιά των χώρων εργασίας, με άμεσο προοπτικό ορίζοντα την ανατροπή ή θα συνεχίσουμε να ψαρεύουμε στα θολά νερά και να ανακυκλώνουμε πολιτικούς ρομαντισμούς, πλήρως ακατάλληλους για την εποχή μας και ενίοτε με επικίνδυνες καταλήξεις . Η εποχή μας απαιτεί ένα σύγχρονο ταξικό εργατικό κίνημα που θα απαντά, με νέες μορφές εργατικής ενότητας και αλληλεγγύης, στον κατακερματισμό του συλλογικού εργαζόμενου που προκαλεί η καπιταλιστική αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων, που θα αναπτύξει μια σύγχρονη μορφή λαϊκότητας, που θα οργανώσει αντιστάσεις και θα ενθαρρύνει την προοπτική της ανατροπής και της εργατικής εξουσίας και όχι ένα φαντασιακό εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα.

Συνοπτικά, η αντιμετώπιση του χρέους, από την άποψη των αναγκών της χώρας, αδυνατεί να συλλάβει το μέγεθος της κρίσης για τα εργαζόμενα στρώματα, υποτιμά τα κρισιακά φαινόμενα στους χώρους εργασίας και παραγωγής και τους όρους με τους οποίους η κρίση αξιοποιείται από το κεφάλαιο για την αναδιοργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας και την εμβάθυνση της εκμετάλλευσης. Το αποτέλεσμα είναι στην παρούσα συγκυρία, μέτρα κομβικής σημασίας για τους εργαζόμενους, όπως το Π.Δ για τις εργασιακές σχέσεις, η απελευθέρωση των απολύσεων, η δημιουργία μιας νέας εργατικής βάρδιας των 350- 500 ευρώ ή και της απλήρωτης «μαθητείας», η αποδόμηση της κοινωνικής ασφάλισης, το χάρισμα των εργοδοτικών εισφορών στα ταμεία, η εκρηκτική άνοδος της ανεργίας και οι πειθαρχικές συνέπειες που ασκεί η τελευταία συνολικά στην εργατική τάξη- μέτρα που δεν σχετίζονται με το δημοσιονομικό εκτροχιασμό της χώρας- να υποτάσσονται σε μια πολιτική λογική που θεωρεί ότι η διαγραφή του χρέους, από μόνη της, θα μπορούσε να αντιστρέψει αυτή την πραγματικότητα. Και όλα αυτά χωρίς απαραίτητα να τίθεται με ξεκάθαρο τρόπο το ζήτημα της εξουσίας-ποιος επιβάλλει τελικά το «κούρεμα» ή τη διαγραφή του χρέους- που αναπόφευκτα δημιουργείται από τη συγκεκριμένη πρόταση. Εν ολίγοις, η εξαφάνιση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, κάτω από το πέπλο της «εγχώριας παραγωγής και της ανάπτυξης», αδυνατεί, σε τελική ανάλυση, να συγκροτήσει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα εργατικής πάλης.

Τα παραπάνω χρειάζονται δύο αποσαφηνίσεις. Δε θεωρώ, σε καμιά περίπτωση, λανθασμένη τη συζήτηση γύρω από το χρέος και τη διαγραφή του. Το λάθος είναι να αναζητά το εργατικό κίνημα, διαμέσου αυτών των προτάσεων, μια «εθνική απάντηση στη κρίση», δηλαδή ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο για την καπιταλιστική ανάπτυξη. Με αυτή την έννοια, τα συγκεκριμένα ζητήματα μπορούν να αποτελέσουν κρίσιμους στόχους του κινήματος, στο βαθμό που συνδέονται οργανικά, αφενός με τους άμεσους αγώνες των εργαζομένων, απέναντι στην προσπάθεια του κεφαλαίου να μετατοπίσει την κρίση του στον κόσμο της εργασίας και αφετέρου με την προοπτική της αντικαπιταλιστικής πάλης για την εργατική εξουσία και την έξοδο από τις υπερεθνικές ολοκληρώσεις. Το ζήτημα της διαγραφής θα πρέπει να συνδέεται, συνεπώς, άμεσα με το ερώτημα ποιος πρέπει να πληρώσει τελικά για την καπιταλιστική κρίση και άρα με την ξεκάθαρη πολιτική τοποθέτηση ότι δεν υπάρχουν δυνατότητες υπερταξικής εξόδου από την κρίση, πάνω στις οποίες θα μπορούσε να οικοδομηθεί μια νέα εθνική συναίνεση.

Η δεύτερη αποσαφήνιση αφορά το ζήτημα των κοινωνικών συμμαχιών της εργατικής τάξης, ιδιαίτερα σε έναν κοινωνικό σχηματισμό όπως ο ελληνικός, όπου τα μικροαστικά κοινωνικά στρώματα και η διάχυση της μικροαστικής ιδεολογίας παίζουν καθοριστικό ρόλο. Το ζήτημα είναι αρκετά σύνθετο και σοβαρό. Μπορούμε να πούμε κωδικοποιημένα ότι ο νεοφιλελευθερισμός δεν σχετίζεται απλώς με την κυριαρχία των μονοπωλιακών κεφαλαιακών μερίδων. Η φιλελευθεροποίηση της αγοράς εργασίας, η δημιουργία μιας παραοικονομίας χωρίς κανένα δημόσιο έλεγχο από την άποψη των εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων, η εμπορευματοποίηση/ιδιωτικοποίηση σημαντικών κοινωνικών δικαιωμάτων (π.χ υγεία), η πραγματοποίηση δημόσιων έργων, διαμέσου αδιαφανών ιδιωτικοποιημένων διαδικασιών και η άναρχη αγοραία τουριστική ανάπτυξη με κινητήριο άξονα τις μικρές τουριστικές επιχειρήσεις αποτέλεσαν αποφασιστικές διαστάσεις για τη συγκρότηση μιας πλατιάς κοινωνικής συμμαχίας, υπό την ηγεμονία του μονοπωλιακού κεφαλαίου που εξυπηρέτησε τα συμφέροντα όχι μόνο μη- μονοπωλιακών αστικών στρωμάτων, αλλά και σημαντικών μερίδων τόσο της παραδοσιακής, όσο και της νέας μικροαστικής τάξης. Από τη μεσαία αγροτική παραγωγή που βασίζεται στην απάνθρωπη εκμετάλλευση των μεταναστών, τις ποικιλώνυμες μικρές και μεγάλες εργολαβίες, την κρατικά ανεκτή φοροδιαφυγή των μεσοαστικών στρωμάτων, μέχρι τη διαχείριση των κοινοτικών κονδυλίων από διάφορα μικροαστικά διανοητικά στρώματα στο πεδίο της ανώτερης και μέσης κρατικής διοίκησης διαμορφώνεται ένα πολυδιάστατο οικονομικό και κοινωνικό πλέγμα που οδηγεί στη συγκρότηση εκτεταμένων κοινωνικών ομάδων στήριξης του κεφαλαίου και του νεοφιλελευθερισμού. Η αστική στρατηγική δημιούργησε, επομένως, μια πολυεπίπεδη κοινωνική ενδοχώρα πάνω στην οποία ευδοκίμησε η καπιταλιστική ηγεμονία των δυο τελευταίων δεκαετιών. Επομένως, οι διάφορες προτάσεις περί αντιμονοπωλιακών ή εθνικοαπελευθερωτικών μετώπων υποτιμούν τη συνθετότητα της ταξικής συγκρότησης του νεοφιλελευθερισμού και αναπόφευκτα διευρύνουν υπερβολικά τη διαταξικότητα του κοινωνικού μπλοκ των κυριαρχούμενων κοινωνικών ομάδων.

Ασφαλώς η συγκεκριμένη αστική κοινωνική συμμαχία, σήμερα, σε συνθήκες καπιταλιστικής κρίσης, κλονίζεται, καθώς τελούν, υπό αμφισβήτηση, οι συγκεκριμένοι όροι ένταξης του ελληνικού καπιταλισμού στο διεθνή καταμερισμό της εργασίας. Αλλά θα πρέπει να είμαστε αρκετά επιφυλακτικοί και πιο υποψιασμένοι. Δεν υπάρχουν ακόμα σημαντικά πολιτικά ρήγματα στο κυρίαρχο μπλοκ εξουσίας. Ρήγματα που έτσι και αλλιώς, μόνο ένα ανεξάρτητο πολιτικό εργατικό κίνημα θα μπορούσε να δημιουργήσει, επανακαθορίζοντας τις ταξικές συμμαχίες και την πολιτική τους έκφραση, διαδικασία που προϋποθέτει, αναπόφευκτα, ένα ξεκάθαρο εργατικό πρόγραμμα πάλης και όχι έναν, εκ των προτέρων, κοινωνικό συμβιβασμό με τις πιο καθυστερημένες αστικές και μικροαστικές μερίδες, γύρω από το στόχο της φιλολαϊκής «ανάπτυξης». Επιπρόσθετα , η διπλή πολιτική κίνηση αναβάθμισης του αυταρχισμού, νεοσυντηρητισμού από τη μια και πριμοδότησης μιας διαχειριστικής «Αριστεράς» του νεοφιλελευθερισμού και του μνημονίου από την άλλη, αποδεικνύει τις αντιφατικές διεργασίες ενοποίησης και αναπαραγωγής, με νέους πιο αντιδραστικούς όρους, της αστικής πολιτικής ηγεμονίας.

Αντίθετα είναι πιο γόνιμο να σκεφτούμε με τους όρους ενός εργατικού κινήματος με σαφή πολιτικό περιεχόμενο πάλης που θα προσπαθήσει πρώτα και κύρια να πετύχει την ενότητα του ίδιου του κόσμου της εργασίας. Είναι υπερβολικά απλοϊκή η αντίληψη που θεωρεί δεδομένη την ενότητα αυτή και σε αυτή τη βάση σχεδιάζει εκτεταμένες διαταξικές κοινωνικές συμμαχίες, χωρίς να έχει εξασφαλίσει καν την εργατική ηγεμονία. Ο κατακερματισμός του συλλογικού εργαζόμενου δεν είναι μόνο αποτέλεσμα της αστικής στρατηγικής του κοινωνικού αυτοματισμού και του κοινωνικού εμφυλίου. Διαστάσεις ασφαλώς κρίσιμες που η σημερινή κυβέρνηση και οι αστικοί ιδεολογικοί μηχανισμοί αξιοποιούν πλήρως (οι κακοί δημόσιοι υπάλληλοι – η κατάργηση της μονιμότητας στο δημόσιο με σκοπό την προστασία της απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα κτλ) . Αναπαράγεται, πρώτα και κύρια, από τους ίδιους τους υλικούς κοινωνικούς μετασχηματισμούς στο πεδίο του καπιταλιστικού καταμερισμού της εργασίας, γεγονός που διαπερνά τον στενό άξονα δημόσιος – ιδιωτικός τομέας. Ο κατακερματισμός της μισθωτής εργασίας σε μια ατελείωτη ιεραρχία διαφορετικών εργασιακών σχέσεων και συνθηκών, η εξατομίκευση της εργασιακής σχέσης και στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, η εκρηκτική άνοδος της ανεργίας και η εθνική διαφοροποίηση του εργατικού δυναμικού αντανακλώνται, με σύνθετους τρόπους, στο πεδίο της εργατικής πολιτικής πρακτικής και επικαθορίζουν αρνητικά κάθε ριζοσπαστική πολιτική παρέμβαση.

Άρα το ζήτημα της ενότητας του κόσμου της μισθωτής εργασίας γίνεται κομβικό σε κάθε προσπάθεια ριζοσπαστικής απάντησης στην καπιταλιστική κρίση. Αυτή η θέση καθιστά αναγκαίο ένα πολιτικό πρόγραμμα πάλης που θα ενοποιεί τα ζητήματα της εκμετάλλευσης, της ανεργίας, της ελαστικοποίησης, της αποδόμησης του κοινωνικού κράτους με την ανατροπή του μνημονίου, των ιμπεριαλιστικών ολοκληρώσεων και τη σοσιαλιστική προοπτική. Επιπρόσθετα θέτει σημαντικά ζητήματα σε σχέση με την οργανωτική δομή του ίδιου του εργατικού κινήματος. Είναι προφανές πώς ακόμα και η πιο αριστερή εκδοχή συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας θα ακουμπούσε και θα εξέφρασε μόνο ένα μειοψηφικό κομμάτι του σημερινού κόσμου της μισθωτής εργασίας, πόσο μάλλον όταν η σημερινή γραφειοκρατικοποίηση του συνδικαλιστικού κινήματος ενισχύει τις διαφοροποιήσεις στο εσωτερικό της εργατικής τάξης και των μισθωτών στρωμάτων ευρύτερα. Απαιτούνται νέες εργατικές συλλογικότητες, καθώς και νέες μορφές συντονισμού τους που θα εμπεδώνουν την ταξική ενότητα, απαντώντας στη διευρυμένη αναπαραγωγή ενός σύνθετου καπιταλιστικού καταμερισμού της εργασίας. Ο συντονισμός των πρωτοβάθμιων σωματείων είναι ένα τέτοιο ατελές, αν και ελπιδοφόρο βήμα, προς αυτή την κατεύθυνση. Κατά τη γνώμη μου μόνο διαμέσου αυτής της οργανωτικής, αλλά και πολιτικής ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος, σε πλήρη αντιπαράθεση με τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία και το σεκταρισμό, μπορεί να εξασφαλισθεί η ενότητα του κόσμου της μισθωτής εργασίας που αποτελεί, σε τελική ανάλυση, και τη βασική προϋπόθεση για τη συγκρότηση οποιουδήποτε ευρύτερου κοινωνικοπολιτικού μετώπου ανυπακοής και ρήξης.

Ο σημερινός αριστερός προβληματισμός αποφεύγει, δυστυχώς, το πρόβλημα με δύο τρόπους : α) με τη μεταμοντέρνα επίκληση του λαού, του «πλήθους», των «νέων κοινωνικών κινημάτων», υποτιμώντας πλήρως τους κοινωνικούς και υλικούς καθορισμούς που είναι αναγκαίοι σε κάθε προβληματική που συνεχίζει να κινείται στα πλαίσια του ιστορικού υλισμού και β) με την πρόταση για την ευρύτερη συμμαχία των αριστερών δυνάμεων, ξεχνώντας όμως ότι το πρόβλημα είναι πρόβλημα κατακερματισμού της κοινωνικής τάξης και όχι της Αριστεράς, καθώς και στρατηγικού αδιεξόδου της τελευταίας, τουλάχιστον από το 1989 και μετά. Η ανακύκλωση του υπαρκτού σοσιαλισμού και του μεταπολεμικού «ανθρώπινου» καπιταλισμού είναι σαφείς ενδείξεις ότι συνεχίζουμε να ανακυκλώνουμε φθαρμένα υλικά στην πολιτική αγορά.

Για να επανέλθουμε, συνεπώς, στον προβληματισμό του Πουλαντζά για τη κρίση ως συμπύκνωση αντιθέσεων, ανάμεσα στις εγγενείς αντιφάσεις του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής και της συγκεκριμένης ιστορικής φάσης ανάπτυξης του καπιταλισμού (νεοφιλελευθερισμός), μπορούμε να πούμε πως η σημερινή κρίση είναι μια κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου, η οποία αναπτύσσεται πάνω στο ιστορικό έδαφος της ήττας των δυνάμεων της εργασίας τα τελευταία τριάντα χρόνια, της ριζικής αναδιανομής του πλούτου υπέρ της κυρίαρχης τάξης, της αποδόμησης των κοινωνικών δικαιωμάτων και της ενίσχυσης όλων εκείνων των μηχανισμών που στοχεύουν στην κερδοφορία και στη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Μόνο με αυτό τον τρόπο μπορούμε να «φωτίσουμε» τόσο τα «υπόγεια» της καπιταλιστικής παραγωγής , όσο και τις εμπορικές και κερδοσκοπικές «πτέρυγες» του καπιταλισμού για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία του Badiou, με την οποία ξεκινήσαμε.

Για την ανάλυση της σημερινής συγκυρίας

Με βάση τα παραπάνω, είναι πολιτικά ιδιαίτερη χρήσιμη για την κατανόηση της σημερινής συγκυρίας, η αναλυτική διάκριση που έχει προτείνει ο Γ.Μηλιός για τις τρεις διακριτές διαστάσεις της καπιταλιστικής κρίσης: α) την κρίση του κεφαλαίου που εμφανίζεται με τη μείωση των επιχειρηματικών κερδών, τη χρεοκοπία των επιχειρήσεων και την υποαπασχόληση των παραγωγικών εγκαταστάσεων β) την κρίση των οικονομικών του κράτους που εκδηλώνεται μέσω της αύξησης των ελλειμμάτων και του δημόσιου χρέους και τέλος γ) την κρίση της εργασίας που λαμβάνει τη μορφή της αύξησης της ανεργίας, της μείωσης των μισθών, της επισφάλειας και της υπονόμευσης των κοινωνικών δικαιωμάτων. Από αυτή την άποψη, δεν μπορεί να υπάρξει καμιά μορφή υπερταξικής εθνικής συμφωνίας για τους όρους υπέρβασης της κρίσης. Για το κεφάλαιο το κρίσιμο είναι η ανάκαμψη της κερδοφορίας του, για το κράτος, ως εκφραστής των συμφερόντων του συνολικού εθνικού κοινωνικού κεφαλαίου, το πρόβλημα της κρίσης τίθεται από τη σκοπιά των ελλειμμάτων και του χρέους, αντίθετα για τον πόλο της εργασίας υπάρχουν τα ζητήματα της ανεργίας, της εργασιακής ανασφάλειας, της υποβάθμισης του κοινωνικού κράτους , της συνολικής δηλαδή αναπαραγωγής της εργασίας. Τα παραπάνω, ασφαλώς, δεν εμφανίζονται σε παραθετική μορφή οντοτήτων που απλά συνυπάρχουν, αλλά σε μια ιεραρχημένη δομημένη σχέση αντιφατικής ενότητας, με την κίνηση του ενός να εξαρτάται απόλυτα από τη δυναμική των άλλων, υπό την ηγεμονία του κυρίαρχου συσχετισμού δυνάμεων.

Μπορούμε συνεπώς να πούμε πώς η συγκυρία που διαμορφώθηκε από το Φλεβάρη και μετά χαρακτηρίζεται από τη συντονισμένη προσπάθεια του κεφαλαίου, με τη διαμεσολάβηση της κρατικής διαχείρισης και με όπλο την κρίση των δημόσιων οικονομικών, να μετατραπεί η κρίση του κεφαλαίου σε κρίση της εργασίας: μέσα από τη μείωση των μισθών, την αντιδραστική αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων και την κατάργηση των όποιων κοινωνικών δικαιωμάτων, προκειμένου να οικοδομηθεί ένας νέος γύρος καπιταλιστικής συσσώρευσης . Κατά συνέπεια, το χρέος δεν έχει μια αυτόνομη διάσταση, αλλά σχετίζεται με τη συνολική προσπάθεια αναδιαμόρφωσης του ελληνικού καπιταλισμού, μέσα στα πλαίσια της εξέλιξης της κοινωνικής αντιπαράθεσης στο εσωτερικό του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού και των ευρύτερων αλλαγών στους συσχετισμούς ισχύος, μεταξύ των διαφορετικών καπιταλιστικών κρατών στο ευρωπαϊκό και το παγκόσμιο επίπεδο.

Η σημερινή ελληνική σοσιαλδημοκρατία, αξιοποιώντας τη δημοσιονομική κρίση και αποδίδοντάς την, διαστάσεις «φυσικής καταστροφής», επιδιώκει να μετασχηματίσει με τον πλέον αποφασιστικό τρόπο το συσχετισμό ισχύος προς όφελος της κυρίαρχης τάξης. Πρόκειται για τη μετάβαση σε νέα μορφή πολιτικής διαχείρισης, που ο S. Zizek έχει ονομάσει καθεστώς «μόνιμης έκτακτης οικονομικής ανάγκης» (economic state of permanent emergency), που περιλαμβάνει τη διαρκή απειλή ακόμα πιο σκληρών μέτρων λιτότητας, περιορισμού των δημόσιων υπηρεσιών υγείας και παιδείας και διεύρυνσης της επισφαλούς απασχόλησης . Τα διαδοχικά κύματα κυβερνητικών μέτρων, η αναθεώρηση του μνημονίου, η συνεχής παρακολούθηση των δημοσιονομικών μεγεθών από τους ελεγκτές της τρόικας λειτουργούν στην κατεύθυνση της διαμόρφωσης μιας μόνιμης απειλής που επιχειρεί να κρατά σε διαρκή ομηρία τον κόσμο της εργασίας. Το «καθεστώς της μόνιμης έκτακτης οικονομικής ανάγκης», στα πλαίσια του οποίου τα πάντα είναι δυνατόν να συμβούν, ανά πάσα στιγμή, προς όφελος του έθνους, επιβάλλει τελικά τη διαρκή ανασφάλεια ως τρόπο ζωής και αντίληψης της πραγματικότητας, προλειαίνοντας ιδεολογικά το έδαφος για ένα νέο γύρο αντιδραστικών τομών. Η δημοσιονομική διάσταση της κρίσης επιχειρεί να πειθαρχήσει την κοινωνία και να σχετικοποιήσει κάθε αντίληψη κοινωνικού δικαιώματος.

Αν κάποιος βγει, ωστόσο, έξω από το πεδίο της κρατικής προπαγάνδας θα δει ότι δεν υπάρχει κάποια ελληνική ιδιαιτερότητα σε σχέση με την κακοδαιμονία των δημόσιων οικονομικών. Το υποτιθέμενο «δυσθεώρητο» ύψους του ελληνικού χρέους είναι συγκρίσιμο με μια σειρά άλλων καπιταλιστικών κρατών. Το ελληνικό χρέος μπορεί να έχει φτάσει στο 113,4% του ΑΕΠ το 2009, αλλά στην πολύ πιο ισχυρή οικονομικά Ιαπωνία έχει φτάσει στο 197,2%. Η εικόνα γίνεται πολύ πιο διαφορετική, αν λάβουμε υπόψη μας, το συνολικό εθνικό χρέος – δηλαδή το σύνολο του ποσού που έχει δανειστεί, το κράτος, οι επιχειρήσεις και οι ιδιώτες- όπου το ελληνικό χρέος φτάνει στο 179% του ΑΕΠ , ενώ ο μ.ο της ΕΕ είναι 175% και χώρες όπως η Ολλανδία παρουσιάζουν χρέος που φτάνει το 234%. Αλλά και αναφορικά με τη δυναμική του χρέους, δηλαδή τα πρωτογενή ελλείμματα, αν πιστέψουμε ότι το 12,7% της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ είναι ειλικρινές, οι ΗΠΑ είχαν 12,5 % του ΑΕΠ το 2009 και η Μ. Βρετανία είχε έλλειμμα πάνω από 10%. Πόσο μάλλον όταν ελληνικό έλλειμμα έχει προέλθει μόνο κατά 20% από την αύξηση των δαπανών και κατά 80% από τη μεθοδευμένη υστέρηση των εσόδων, δηλαδή την εκτεταμένη φοροαπαλλαγή των διάφορων μερίδων του ελληνικού κεφαλαίου. Άλλωστε, οι συνολικές δημόσιες δαπάνες βρίσκονται μόλις στο 48% του ΑΕΠ, κάτω δηλαδή από το μ.ο της Ε.Ε. Καθόλου τυχαία, με βάση τις εκτιμήσεις της τρόικας το ελληνικό χρέος, παρά το εύρος των περικοπών, θα εκτιναχθεί στα ύψη ως αποτέλεσμα της συνολικής μείωσης του ΑΕΠ. Πρόκειται για τα παράδοξα της ταξικής αριθμητικής, όπου μια πολιτική που νομιμοποιείται στη βάση της αντιμετώπισης του χρέους θα οδηγήσει σε μια δραματική αύξησή του. Στην πραγματικότητα, η μοναδική ιδιομορφία της Ελλάδας αποτυπώνεται στους ιδιαίτερα αρνητικούς συσχετισμούς ταξικής ισχύος υπέρ του κεφαλαίου, γεγονός που οδήγησε τελικά και στο δημοσιονομικό εκτροχιασμό. Αρκεί να αναφέρουμε ότι η φορολογική επιβάρυνση της εργασίας αντιστοιχεί στο μ.ο της ΕΕ, ενώ η φορολογική επιβάρυνση για τα επιχειρηματικά κέρδη ανέρχεται σχεδόν στο μισό της Ε.Ε -25 (15,9% στην Ελλάδα, έναντι 33% στην Ε.Ε) . Συμπερασματικά, η δημοσιονομική τρομοκρατία αξιοποιείται για την εμβάθυνση του νεοφιλελευθερισμού και τη συνολική αναδιαμόρφωση του ελληνικού καπιταλισμού, σε μια προσπάθεια να μετατραπεί η κρίση του κεφαλαίου σε κρίση της εργασίας και των όρων αναπαραγωγής της.

Κατά τη γνώμη μου, οι βασικοί άξονες του συγκεκριμένου προγράμματος αναδιάρθρωσης αναφέρονται: α) στη δραματική μείωση του συνολικού εργατικού κόστους (άμεσος-έμμεσος μισθός) β) στη μείωση των κοινωνικών δαπανών και όχι συνολικά των κρατικών δαπανών γ) στην ακόμα μεγαλύτερη φιλελευθεροποίηση των αγορών εργασίας δ) στην επιλογή της ύφεσης/ ανεργίας ως μέσο για την επίταση του καπιταλιστικού ανταγωνισμού και την πειθάρχηση της εργασίας ε) στην εντατικοποίηση της εργασίας και στ) στην εμπορευματοποίηση / ιδιωτικοποίηση κοινωνικών δικαιωμάτων και δημόσιων υπηρεσιών, μέσω της ακόμα μεγαλύτερης διεύρυνσης των δυνάμεων της αγοράς.

Αυτή η διαδικασία ριζικής αναδιοργάνωσης του ελληνικού καπιταλισμού δεν περιορίζεται στενά στο πεδίο της οικονομίας, αλλά σχετίζεται με σημαντικούς μετασχηματισμούς και στο πεδίο του πολιτικού και των κρατικών μηχανισμών. Μπορούμε να αναφέρουμε δύο σημαντικές, εν εξελίξει, τάσεις. Πρώτον την εμβάθυνση αυτού που ο Πουλαντζάς, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 ονόμασε κρατικό αυταρχισμό, διαδικασία που σχετίζεται όχι απλά με την ενίσχυση των κατασταλτικών μηχανισμών, αλλά και με τη συνεχή μετατόπιση του κέντρου λήψης αποφάσεων σε όλο και πιο στεγανοποιημένους μηχανισμούς, πέρα από τον τυπικό δημοκρατικό/ κοινοβουλευτικό έλεγχο. Η αναβάθμιση διάφορων εγχώριων και διεθνών τεχνοκρατικών στρωμάτων του διεθνούς νεοφιλελευθερισμού στην άσκηση της πολιτικής αποτελεί τυπική έκφραση των συγκεκριμένων αλλαγών, σε μια προσπάθεια αυτονόμησης των αποφασιστικών κρατικών λειτουργιών από τα συμφέροντα των κυριαρχούμενων κοινωνικών τάξεων. Δεύτερον, τη στροφή σε μια μορφή ανασυγκρότησης των κρατικών μηχανισμών που σχετίζεται με τη λεγόμενη διακυβέρνηση (governance). H διακυβέρνηση χαρακτηρίζεται από την μετακίνηση από την κυριαρχία των τυπικών γραφειοκρατικών κρατικών μηχανισμών προς ποικίλες συνεργασίες μεταξύ κρατικών και ιδιωτικών/ επιχειρηματικών φορέων και από μια μορφή «αποκέντρωσης» που ευνοεί την εμπέδωση επιχειρηματικών κριτηρίων στις κρατικές δομές και την μετατόπιση του κόστους των διάφορων κοινωνικών υπηρεσιών στους ίδιους τους εργαζόμενους. Το σχέδιο «Καλλικράτης» και οι προοπτικές συνέπειες του στα πεδία της εκπαίδευσης και της υγείας αποδεικνύουν τη συγκεκριμένη τάση. Η ανασυγκρότηση των κρατικών μηχανισμών θα πρέπει να γίνει αντικείμενο συγκεκριμένης επεξεργασίας και πάλης από το εργατικό κίνημα, διότι στο πολιτικό πεδίο, τελικά, θα κριθούν και οι αποφασιστικές αναμετρήσεις.

Κλείνοντας το συγκεκριμένο κείμενο, που κατέληξε να είναι πολύ πιο εκτεταμένο σε σχέση με τις αρχικές μου προθέσεις, θα ήθελα να επισημάνω δύο ζητήματα της τρέχουσας συγκυρίας που νομίζω θα πρέπει να απασχολήσουν τις Παρεμβάσεις. Πρώτον, επικρατεί γενικά η άποψη πως η περίοδος του καλοκαιριού ήταν μια παρένθεση σε ένα συνεχές αντιπαράθεσης με την κυβέρνηση που ξεκίνησε την προηγούμενη χρονιά. Κατά συνέπεια, το σκηνικό του φθινοπώρου θα συνεχίσει να αναπαράγει την προηγούμενη άνοιξη, με συνεχείς 24ωρες της γραφειοκρατίας, οι οποίες θα παρέχουν στη ριζοσπαστική πτέρυγα ευκαιρίες κλιμάκωσης και υπέρβασης. Αν και το τοπίο είναι ρευστό, νομίζω ότι θα πρέπει να είμαστε πιο επιφυλακτικοί. Με τη ψήφιση του ασφαλιστικού, την υπογραφή της εθνικής συλλογικής σύμβασης και το Π.Δ για τις εργασιακές σχέσεις έκλεισε ένας γύρος αντιπαράθεσης που βρήκε νικήτρια την άλλη πλευρά.

Το φθινόπωρο ξεκινά όχι απλά με την προσπάθεια απάντησης στις κυβερνητικές πρωτοβουλίες, αλλά και με τις συνέπειες της κρίσης και της μέχρι τώρα πολιτικής της διαχείρισης. Η έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα από αυτή την άποψη. Άλλο πράγμα να καταγγέλλεις το νομοσχέδιο Διαμαντοπούλου, απαιτώντας την απόσυρσή του, άλλο πράγμα να προσπαθήσεις να απαντήσεις στις συνέπειες του συγκεκριμένου νόμου. Άρα τα πράγματα δεν θα είναι και τόσο απλά, ιδιαίτερα αν αναμένουμε πρωτοβουλίες από τη γραφειοκρατία.

Δεύτερον, οι αυτοδιοικητικές εκλογές και ο τρόπος διαχείρισής τους από την Αριστερά ενέχει πολύ σοβαρούς κινδύνους για το κίνημα. Στο βαθμό που επικρατήσει μια εκλογικίστικη στρατηγική που θα επενδύσει στην πολιτική απονομιμοποίηση της κυβέρνησης, διαμέσου των εκλογών σε συνθήκες κινηματικής νηνεμίας ή υποτάξει τις κινηματικές διεργασίες στην προοπτική της μεγαλύτερης δυνατής εκλογικής καταγραφής, τα πράγματα θα γίνουν ακόμα πιο δύσκολα. Αναμφίβολα, οι συγκεκριμένες εκλογές είναι ίσως οι πιο σημαντικές αυτοδιοικητικές εκλογές της μεταπολιτευτικής περιόδου, στο βαθμό όμως που αντιμετωπιστούν μέσα στο πλαίσιο ενός γενικού αγωνιστικού προγράμματος ανυπακοής και ρήξης με σχέδιο και διάρκεια.

Οι δύο αυτές διαστάσεις, θα θέσουν ασφαλώς άμεσα στο επίκεντρο τόσο την αγωνιστική πρόταση, όσο και τη συνολική πολιτική πρακτική και φυσιογνωμία των Παρεμβάσεων για τη νέα χρόνια.

Καλημερίδης Γιώργος

Ερμούπολη Αύγουστος 2010


Βλέπε Σακελλαρόπουλος Σ. 2010.

Πουλαντζάς Ν 2009 σελ. 386-88

Σωτηρόπουλος Δ. 2009 .

Στο ίδιο

Harvey D. 2007.

Στην Ελλάδα η περίπτωση Βγενόπουλου είναι η πιο χαρακτηριστική, καθώς ο συγκεκριμένος επιχειρηματίας είναι ταυτοχρόνως τραπεζίτης, εφοπλιστής, παραδοσιακός βιομήχανος τροφίμων, αλλά και σύγχρονος καπιταλιστής της «οικονομίας της γνώσης», γεγονός που καθιστά αμφισβητήσιμους τους κλασικούς διαχωρισμούς μεταξύ διαφορετικών μερίδων κεφαλαίου.

Βλέπε Λάσκος 2010.

Αναλυτικά Panitch L- Gindin S. 2009.

Panitch L- Konings M. 2009, αντίστοιχα Παπακωνσταντίνου Π. 2009.

Κοτζιάς Ν. 2004 σελ.38-9

Σακελλαρόπουλος Σ. 2004.

Βλέπε Σακελλαρόπουλος 2010.

Μπέλλου Ε. 2009.

Editorial Περ. Θέσεις 2010 β.

Zizek S. 2010.

Αναλυτικά Σακελλαρόπουλος 2010 – Editorial Περιοδικό Θέσεις 2010α


Το ζήτημα της υποτίμησης της νέας δραχμής είναι η πιο χαρακτηριστική περίπτωση. Μέτρο που αναπόφευκτα θα οδηγούσε σε δραματική συρρίκνωση του εργατικού εισοδήματος και θα ακύρωνε κάθε αναδιανεμητική πολιτική, η οποία στον καπιταλισμό έτσι και αλλιώς έχει πολύ συγκεκριμένα όρια. Πόσο μάλλον όταν υποτάσσεται στη λογική της τόνωσης της «παραγωγής» και των εξαγωγών». Ενδεικτική είναι η άποψη του Κ. Λαπαβίτσα «η υποτίμηση θα δημιουργήσει πεδίο κερδοσκοπίας για τους κάτοχους του ευρώ. Θα χρειαστούν, λοιπόν, άμεσος έλεγχος των κεφαλαιακών ροών και συνεχής παρέμβαση στην αγορά συναλλάγματος για να ελεγχθεί η κίνηση της ισοτιμίας και να μην αφεθεί στην τύχη της. Η υποτίμηση θα φέρει επίσης πληθωριστικές πιέσεις, οι οποίες θα πρέπει να αντιμετωπιστούν με νομισματική πολιτική αλλά και έλεγχο

* Ευχαριστώ τη συντρόφισσα Ντίνα για τις χρήσιμες παρατηρήσεις της.



Βιβλιογραφικές αναφορές

Εditorial περιοδικό Θέσεις (2010α), Camera obscura. To αντεστραμμένο είδωλο της «κοινωνικής οικονομίας της αγοράς». Περ. Θέσεις τευχ.111

Editorial Περιοδικό Θέσεις (2010β), Απλά μαθήματα οικονομικής πτώχευσης. Οργανώνοντας τη συναίνεση στην κοινωνική αυτοχειρία. Περ. Θέσεις τευχ. 112

Zizek S. (2010), A permanent economic emergency. New Left Review 64.

Carchedi G. (1999), «H παγκοσμιοποίηση του καπιταλισμού και η ΟΝΕ της Ευρώπης», στο Βλάχου Α. (επιμ), Σύγχρονη οικονομική θεωρία. Ριζοσπαστικές κριτικές στο νεοφιλελευθερισμό. Αθήνα : Εκδόσεις Τυπωθήτω.

Κοτζιάς Ν. (2004), Το ενεργητικό δημοκρατικό κράτος. Αθήνα: Εκδ. Καστανιώτη.

Λαπαβίτσας Κ. (2010), Το χρέος, το ευρώ και οι θέσεις της Αριστεράς. Εφημ Αυγή 11- 13/7 / 2010.

Λάσκος X. (2010), H καπιταλιστική διέξοδος. Εφημ. Αυγή 2/5/2010

Badiou A (2009), H κομμουνιστική υπόθεση. Αθήνα: Πατάκης.

Μπέλλου Ε. (2009), Η διεθνής οικονομική κρίση, η θέση της Ελλάδας και οι θέσεις του ΚΚΕ. Εφημ. Ριζοσπάστης 17/5/2009.

Panitch L. – Gindin S. (2009), From global finance to the nationalization of banks. On line : www.zcommunications.org/from-global-finance-to-the-nationalization-of-the-banks-by-leo-panitch

Panitch L- Konings M. (2009), Myths of neoliberal deregulation. New Left Review 57

Παπακωνσταντίνου Π. (2009), 1989-2009. Η ιστορία δύο καταρρεύσεων. Περιοδικό Ουτοπία τευχ. 84

Πουλαντζάς Ν. (2009), Κείμενα: Μαρξισμός, Δίκαιο, Κράτος. Αθήνα : Νήσος.

Σακελλαρόπουλος Σ. (2010), Ελλάδα 2010 : Η επίθεση του κεφαλαίου. Περιοδικό Θέσεις τευχ.112

Σακελλαρόπουλος Σ. (2004), Ο μύθος της παγκοσμιοποίησης και η πραγματικότητα του ιμπεριαλισμού. Αθήνα: Gutenberg.

Σωτηρόπουλος Δ. (2009), Κατανοώντας τη νεοφιλελεύθερη μορφή του καπιταλισμού. Περιοδικό Θέσεις τευχ. 106

Harvey D. (2007), Νεοφιλελευθερισμός . Ιστορία και παρόν. Αθήνα: Καστανιώτης.

.

Δεν υπάρχουν σχόλια: