Παρασκευή 4 Ιουνίου 2010

Η έννοια της κρίσης υπερσυσσώρευσης στο «Κεφάλαιο» του Καρλ Μαρξ των Ηλία Ιωακείμογλου και Γιάννη Μηλιού

Η έννοια της κρίσης υπερσυσσώρευσης στο «Κεφάλαιο» του Καρλ Μαρξ


Τεύχος 36, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 1991


H έννοια της κρίσης υπερσυσσώρευσης στο «Κεφάλαιο» τoυ Karl Marx

των Ηλία Ιωακείμογλου και Γιάννη Μηλιού

Εισαγωγή

Δύο σχεδόν δεκαετίες τώρα, όσο διαρκεί η οικονομική κρίση στις δυτικές καπιταλιστικές χώρες, διεξάγεται διεθνώς ανάμεσα στους μαρξιστές μια συζήτηση αναφορικά με το χαρακτήρα της κρίσης του καπιταλισμού. Στο παρελθόν έχουμε αναφερθεί τόσο στη συζήτηση αυτή (Κυπριανίδης- Μηλιός, Σημειώσεις για τις μαρξιστικές προσεγγίσεις στην οικονομική κρίση, «θέσεις» τ. 3), όσο και στο χαρακτήρα της σημερινής οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα και τις άλλες δυτικές χώρες (Μηλιός - Ιωακείμογλου, Η διεθνοποίηση τον ελληνικού καπιταλισμού και το ισοζύγιο πληρωμών, εκδ. «Εξάντας», Αθήνα 1990). Υποστηρίξαμε ότι η έννοια της υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου μπορεί με ικανοποιητικό τρόπο να προσεγγίσει το χαρακτήρα της σημερινής κρίσης του καπιταλισμού (και όχι άλλες κατηγορίες, όπως η «υποκατανάλωση των μαζών», ή ο νόμος της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους κ.λπ.). θεμελιώσαμε μάλιστα την ανάλυση μας στην εμπειρική ανάλυση μιας σειράς δεικτών, που η διαχρονική τους εξέλιξη αποδίδει την ιστορική τάση εξέλιξης των αξιακών κατηγοριών, δηλαδή των δομικών κοινωνικών σχέσεων και συσχετισμών, που αποτελούν αντικείμενο της μαρξικής ανάλυσης. Στο παρόν κείμενο θα επανέλθουμε στη θεωρία της υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου, παρουσιάζοντας την «οικοδόμηση» και ανάλυση της έννοιας στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου (στο εξής Κ. III) του Κ. Μαρξ.

Η έννοια του οικονομικού νόμου

Στο τρίτο τμήμα του τρίτου τόμου του «Κεφαλαίου», ο Μαρξ εκθέτει έναν από τους πιο διάσημους νόμους που ανακάλυψε: τον νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Ένα από τα κεφάλαια αυτού του τμήματος αναφέρεται στην «ανάπτυξη των εσωτερικών αντιφάσεων του νόμου», μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται το «πλεόνασμα κεφαλαίου μέσα σε συνθήκες πλεονάζοντος πληθυσμού» (παράγραφος III κεφαλαίου 15). Σ' αυτό ακριβώς το σημείο του τρίτου βιβλίου εντοπίζουμε τον ορισμό της κρίσης υπερσυσσώρευσης.
Η ανάγνωση, δηλαδή η κατανόηση, του ορισμού της υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου, ενεργοποιεί ρητά ή σιωπηρά, μια ορισμένη αντίληψη για τη λογική του «Κεφαλαίου»: δηλαδή για την εσωτερική συνοχή και την οργανωτική αρχή των λογικών του κατασκευών που φέρουν το όνομα των «οικονομικών νόμων»:
«Ο νόμος» - λέει ο Μαρξ - «είναι η εσωτερική και αναγκαία σχέση ανάμεσα σε δυο πράγματα που φαινομενικά αντιφάσκουν» (Κ III, σ. 284). Και ο Gerard Dumenil έδειξε (Le concept de loi economique dans le Capital, Maspero, 1978, Paris) ότι το «Κεφάλαιο» είναι μια λογική κατασκευή στηριγμένη στη διάκριση εσωτερικών και εξωτερικών καθορισμών: ως εσωτερικοί καθορισμοί νοούνται or αναγκαίες σχέσεις ανάμεσα στα πράγματα, αυτές που μένουν αναλλοίωτες, μονίμως παρούσες, μέσα στη διαδοχή των γεγονότων και την εκδίπλωση μιας διαδικασίας, αυτές που δρουν εν κρύπτω κάτω από τη θορυβώδη επιφάνεια της συγκυρίας και την ποικιλία των συγκεκριμένων συνθηκών. Έτσι, οι εξωτερικοί καθορισμοί προκύπτουν εξ' αφαιρέσεως, ως το ετερόκλητο πλήθος των σχέσεων οι οποίες μπορούν να υπάρχουν ή να μην υπάρχουν σε μια δεδομένη χώρα ή συγκυρία. Είναι αυτές οι οποίες δεν εκφράζουν αναγκαίες σχέσεις ανάμεσα στα πράγματα, και που τελικά καταδεικνύουν με τη δράση τους την ακαμψία του δεσμού που εκφράζει ο οικονομικός νόμος.
Ωστόσο, το πιο πολύτιμο στην ανάλυση του Dumenil δεν είναι τόσο αυτή η διάκριση ανάμεσα σε εσωτερικούς και εξωτερικούς καθορισμούς, όσο ο προσδιορισμός του τρόπου άρθρωσης τους. Δηλαδή, η διαπίστωση του ότι οι εξωτερικοί καθορισμοί δεν είναι ένα είδος παράβασης του οικονομικού νόμου η οποία συμπαρατίθεται με αυτόν, ούτε είναι ξένοι, ανεξάρτητοι, επομένως και περιοριστικοί προς αυτόν: γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο και τα αποτελέσματα των δύο τύπων καθορισμού δεν προστίθενται, ούτε αντιφάσκουν. (Δεν προστίθενται: ακριβώς όπως στις φυσικές επιστήμες, έτσι και εδώ, η πρόσθεση των αποτελεσμάτων δύο διαφορετικών παραγόντων είναι θεωρητικά νόμιμη μόνον εφόσον οι παράγοντες αυτοί είναι μεταξύ τους ανεξάρτητοι). Οι εξωτερικοί καθορισμοί δρουν, παράγουν αποτελέσματα, μόνον διαμέσου των εσωτερικών αναγκαίων σχέσεων: διαμεσολαβείται έτσι η δράση τους από τους οικονομικούς νόμους. Π.χ. στον καθορισμό της αξίας της εργασιακής δύναμης, δεν υπεισέρχονται δύο ξεχωριστοί, ανεξάρτητοι παράγοντες, από τη μια ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας για την παραγωγή των μέσων συντήρησης και αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης, και από την άλλη η συνδικαλιστική, πολιτική και ιδεολογική ισχύς της εργατικής τάξης, δηλαδή παράγοντες που ο καθένας από τη μεριά του να παράγει ξεχωριστά αποτελέσματα τα οποία θα μπορούσαν να προστεθούν ή να αφαιρεθούν, να αλληλοαναιρεθούν. Η μεταβολή στην αξία της εργασιακής δύναμης δεν θα προέκυπτε δηλαδή σαν άθροισμα, (α) της μεταβολής που προκαλεί σ' αυτήν η ταξική πάλη των εργαζομένων και (β) της μεταβολής που προκαλεί σ' αυτήν η μείωση του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας. Αλλά ο εξωτερικός ως προς τον νόμο παράγοντας (δηλαδή η ταξική πάλη) δρα διαμέσου της εσωτερικής αναγκαίας σχέσης: η ισχυροποίηση της εργατικής τάξης προκαλεί μιαν αύξηση του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας για την παραγωγή των μέσων συντήρησης και αναπαραγωγής της τάξης αυτής, και μέσω αυτής της μεταβολής προκαλεί μιαν αύξηση της αξίας της εργασιακής δύναμης.
Η έννοια του οικονομικού νόμου, μας προϊδεάζει γι' αυτό που πρόκειται να συναντήσουμε μέσα στον ορισμό της υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου: αναγκαίες σχέσεις ανάμεσα στα πράγματα, και όχι σχέσεις που μπορεί να υπάρχουν ή να μην υπάρχουν σε μια χώρα ή μια εποχή. Ακόμη περισσότερο, αυτές οι σχέσεις, αυτοί οι εξωτερικοί ως προς το νόμο καθορισμοί, περιμένουμε ότι θα πρέπει να έχουν απομακρυνθεί, να έχουν αφαιρεθεί από τον ορισμό του. Πράγματι, αυτή η μέθοδος της αφαίρεσης είναι διαρκώς ενεργή μέσα στο «Κεφάλαιο», αφού ο σκοπός του Μαρξ δεν είναι η περιγραφή ή η ανάλυση ενός κοινωνικού σχηματισμού (δηλαδή της Αγγλίας), αλλά η διατύπωση των οικονομικών νόμων του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Η διατύπωση ενός νόμου δεν είναι περιγραφή του τυγχάνοντας, αλλά γένεση μιας έννοιας που αντικατοπτρίζει μίαν άνευ όρων, δηλαδή αναγκαία, σχέση.
Αναζητήσαμε μέχρις εδώ την οργανωτική αρχή των λογικών κατασκευών του Καρλ Μαρξ που φέρουν το όνομα του οικονομικού νόμου. Μπορούμε τώρα να στραφούμε στον ίδιο τον ορισμό της υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου.

Ο ορισμός της υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου

Το σημείο εκκίνησης του Μαρξ είναι ο ορισμός της απόλυτης υπερσυσσώρευσης: πρόκειται για ένα είδος ενδιάμεσου ορισμού που μας οδηγεί κατόπιν στον ορισμό της σχετικής υπερσυσσώρευσης (στο εξής υπερσυσσώρευση). Η απόλυτη υπερσυσσώρευση είναι μια οριακή κατάσταση, και σαν τέτοια έχει το πλεονέκτημα ότι φανερώνει τις εσωτερικές στα πράγματα σχέσεις στην καθαρότητα τους, διασφαλίζει την αυστηρότητα του ορισμού και διευκολύνει στην κατανόηση του. (Πρόκειται για μια μέθοδο οικεία στις φυσικές επιστήμες: ένας τέτοιου είδους «οριακός» ορισμός, για παράδειγμα, είναι τα «ιδανικά αέρια»).

«θα υπήρχε απόλυτη υπερπαραγωγή κεφαλαίου από τη στιγμή που το πρόσθετο κεφάλαιο για την αύξηση της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής θα ήταν =0. Ο σκοπός όμως της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής είναι η αξιοποίηση του κεφαλαίου, δηλαδή ιδιοποίηση υπερεργασίας, παραγωγή υπεραξίας, παραγωγή κέρδους. Από τη στιγμή λοιπόν που το κεφάλαιο θα είχε αυξηθεί σε σχέση με τον εργατικό πληθυσμό, τόσο που να μην μπορεί ούτε να παραταθεί ο απόλυτος εργάσιμος χρόνος που προσφέρει ο πληθυσμός αυτός, ούτε να διευρυνθεί ο σχετικός χρόνος εργασίας (αυτό το δεύτερο θα ήταν έτσι κι αλλιώς αδύνατο να γίνει στην περίπτωση τόσο μεγάλης ζήτησης εργασίας, δηλαδή στην περίπτωση που επικρατεί τάση αύξησης των μισθών) - από τη στιγμή λοιπόν που το αυξημένο κεφάλαιο θα παρήγαγε μόνον τόση μάζα υπεραξίας, όση παρήγαγε πριν από την αύξηση του ή ακόμη και λιγότερη, από τη στιγμή αυτή θα σημειωνόταν απόλυτη υπερπαραγωγή κεφαλαίου. Δηλαδή το αυξημένο κεφάλαιο Κ+ΔΚ, δεν θα παρήγαγε περισσότερο κέρδος, ή θα παρήγαγε ακόμη και λιγότερο κέρδος, απ' ό,τι παρήγαγε το κεφάλαιο Κ πριν από την αύξηση του με το ΔΚ. Και στις δύο περιπτώσεις θα συντελούνταν μια γερή και απότομη πτώση του γενικού ποσοστού κέρδους, τη φορά αυτή όμως εξαιτίας μιας αλλαγής στη σύνθεση του κεφαλαίου, που δεν θα οφειλόταν
στην ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης, αλλά σε μιαν αύξηση της χρηματικής αξίας του
μεταβλητού κεφαλαίου (εξαιτίας των αυξημένων μισθών) και στην αντίστοιχη μ' αυτήν μείωση της σχέσης της υπερεργασίας προς την αναγκαία εργασία.» (Κ III, σ. 318).

Ο παραπάνω ορισμός περιέχει καταρχήν έναν αποκλεισμό: η πτώση του ποσοστού κέρδους στην περίπτωση της υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου δεν προέρχεται από την ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης της εργασίας και τη συνακόλουθη αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου. Η διευκρίνιση αυτή του Μαρξ σχετίζεται προφανώς με το γεγονός ότι στα κεφάλαια 13, 14, 15 του τρίτου τόμου του βιβλίου του, που προηγούνται του ορισμού της υπερσυσσώρευσης, έχει ήδη διατυπώσει και αναλύσει το νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, που απορρέει ακριβώς από αυτήν την ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης της εργασίας (βλ. σχετικά και το άρθρο του Γ. Σταμάτη, «Απόδειξη της λογικής συνοχής του μαρξιστικού νόμου της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους», θέσεις τ.7). Διευκρινίζει λοιπόν, στον ορισμό της απόλυτης υπερσυσσώρευσης, για την αποφυγή ενδεχόμενων παρανοήσεων, ότι η πτώση του ποσοστού κέρδους στην οποία αναφέρεται εδώ, έχει άλλα αίτια από αυτά της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους: στη μια περίπτωση η πτώση του ποσοστού κέρδους οφείλεται στην «ειδικά καπιταλιστική» ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης της εργασίας και τη συνακόλουθη αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, ενώ στην άλλη οφείλεται «στη μείωση της σχέσης της υπερεργασίας προς την αναγκαία εργασία» (όπ. π.), δηλαδή στη μείωση του ποσοστού υπεραξίας. (Για λόγους που έχουν να κάνουν με την ιστορία του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος, αυτή η διευκρίνιση του Μαρξ δεν έγινε αρκούντως αντιληπτή από τους αναγνώστες του, που έτειναν στην πλειοψηφία τους να αποδίδουν κάθε πτώση του ποσοστού κέρδους στην αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου. Σ' αυτό βοήθησε και η επί μακρό χρονικό διάστημα κακή σχέση των μαρξιστών με την εμπειρικά διαπιστώσιμη πραγματικότητα. Έτσι, ο νόμος της «πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους» απέκτησε μια διασημότητα κατά πολύ μεγαλύτερη από αυτή της θεωρίας της «υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου»).
Ωστόσο, είναι προφανές, ότι το ποσοστό κέρδους εξαρτάται από δύο «μεταβλητές»: αφενός το ποσοστό υπεραξίας και αφετέρου την οργανική σύνθεση κεφαλαίου. Όμως, ο παραπάνω ορισμός του Μαρξ δείχνει να παίρνει υπόψη του μόνον το ποσοστό υπεραξίας, δηλαδή τη σχέση της υπερεργασίας προς την αναγκαία εργασία. Εδώ δεν έχουμε βέβαια να κάνουμε με μια παράλειψη ή ένα λάθος, αλλά για την εφαρμογή μιας μεθόδου που είναι ιδιαίτερα προσφιλής στον Μαρξ - όσο και στις φυσικές επιστήμες - και που συνίσταται στην εξέταση των μεταβολών ενός μεγέθους υπό την επίδραση των μεταβολών ενός άλλου, θεωρώντας όλους τους άλλους παράγοντες σταθερούς. Έτσι, στον ορισμό της υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου, εξετάζεται η επίδραση των μεταβολών του ποσοστού υπεραξίας (δηλαδή του βαθμού εκμετάλλευσης της εργασίας από το κεφάλαιο) πάνω στο ποσοστό κέρδους, θεωρώντας όλους τους άλλους παράγοντες σταθερούς - επομένως και την οργανική σύνθεση κεφαλαίου. Γι αυτό λοιπόν το λόγο έχουμε υπερσυσσώρευση (εξορισμού) όταν:



«το κεφάλαιο θα γινόταν ανίκανο να εκμεταλλεύεται την εργασία στο βαθμό εκείνο
της εκμετάλλευσης που απαιτεί η "υγιής", "ομαλή" ανάπτυξη του κεφαλαιοκρατικού
προτσές παραγωγής...» (Κ III, σ. 323).

Έτσι, καταλαβαίνουμε καλύτερα τη διευκρίνιση του Μαρξ, ότι μιλάει εδώ για μια πτώση του ποσοστού κέρδους που δεν οφείλεται στην αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου: απλώς θεωρεί αυτόν τον παράγοντα σταθερό. Αντίθετα, όταν μιλάει για μια πτώση του ποσοστού κέρδους που οφείλεται στη μείωση του βαθμού εκμετάλλευσης, εξετάζει τη σχέση ακριβώς αυτών των δύο - και μόνον αυτών των δύο - μεταβλητών.


Η μέθοδος ανάλυσης

Παραμένει όμως έτσι εκκρεμές το ερώτημα: με ποιο τρόπο παίρνει τελικά υπόψη του, ο Μαρξ, τη συνδυασμένη ή την ταυτόχρονη δράση του ποσοστού υπεραξίας και της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου πάνω στο ποσοστό κέρδους; Αν θεωρήσουμε ότι το ποσοστό κέρδους είναι μια εξαρτημένη μεταβλητή (R), ο βαθμός εκμετάλλευσης (S/ V) και η οργανική σύνθεση κεφαλαίου (C /V) ανεξάρτητες μεταβλητές, τότε ισχύει R = (S /V) [(C/ V)+1] (1) C είναι το σταθερό κεφάλαιο, V το μεταβλητό κεφάλαιο και S η υπεραξία.
Ο Μαρξ εξετάζει, λοιπόν, την επίδραση της μίας ανεξάρτητης μεταβλητής πάνω στην εξαρτημένη, θεωρώντας ως σταθερή την άλλη, και στη συνέχεια κάνει το ακριβώς αντίστροφο: εξετάζει την επίδραση της άλλης ανεξάρτητης μεταβλητής θεωρώντας σταθερή την πρώτη. Δηλαδή, όταν εξετάζει την επίδραση του (S/ V) πάνω στο R, θεωρεί σταθερό το (C /V), και αντίστροφα. Έτσι, στην παράγραφο III του κεφαλαίου 15, όπου υπάρχει και ο ορισμός της υπερσυσσώρευσης, θεωρεί την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου σταθερή, και στο κεφάλαιο 13, που αναφέρεται «στη φύση του νόμου» της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, θεωρεί καταρχήν σταθερό το βαθμό εκμετάλλευσης της εργασίας. Εξετάζει δηλαδή διαδοχικά, την επίδραση των ανεξάρτητων μεταβλητών πάνω στην εξαρτημένη, μέχρις ότου καλύψει όλες τις δυνατές περιπτώσεις, όλους τους παράγοντες που επιδρούν πάνω στην εξαρτημένη μεταβλητή - ακριβώς όπως κάνουν σε ανάλογες περιπτώσεις και οι φυσικές επιστήμες.



Αυτή η υπόθεση της σταθερότητας της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, εκφράζεται στον ορισμό της υπερσυσσώρευσης και με το γεγονός ότι ο Μαρξ θεωρεί πως η υψηλή ζήτηση εργασίας που προκύπτει από τη συσσώρευση κεφαλαίου (όταν «το κεφάλαιο θα είχε αυξηθεί σε σχέση με τον εργατικό πληθυσμό τόσο που...») οδηγεί στη μείωση του ποσοστού υπεραξίας, επειδή θα υπήρχε αδυναμία εκμετάλλευσης επιπλέον εργατών (αφού θα υπήρχε ένα πολύ χαμηλό ποσοστό ανεργίας), και επειδή θα είχαμε τότε - χάρη στην κατάσταση της αγοράς εργασίας αυξήσεις των (πραγματικών) μισθών. Ωστόσο, το ποσοστό υπεραξίας, εξαρτάται και από άλλους παράγοντες για τους οποίους ο Μαρξ δεν δείχνει να αισθάνεται υποχρεωμένος να δώσει εξηγήσεις: ο μεν απόλυτος εργάσιμος χρόνος δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τον αριθμό των εργατών, αλλά και από τη διάρκεια της εργάσιμης ημέρας, ο δε σχετικός χρόνος εργασίας, ο βαθμός εκμετάλλευσης, δεν εξαρτάται μόνον από το ύψος του μισθού, αλλά και από τις αυξήσεις της παραγωγικότητας. Αυτές οι «παραλείψεις» του Καρλ Μαρξ από τον ορισμό της υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου, οφείλονται στο ότι:

* η μεν διάρκεια της εργάσιμης ημέρας είναι μια σχέση καθαρά εξωτερική ως προς τον νόμο, εξαρτάται δηλαδή από τις «απειράριθμες εμπειρικές συνθήκες» ενός κοινωνικού σχηματισμού, συνθήκες που μπορούν να υπάρχουν ή να μην υπάρχουν σε μια χώρα ή μια εποχή, και δεν καθορίζεται από κάποιο οικονομικό νόμο,

* η Οε παραγωγικότητα της εργασίας θεωρείται σταθερός
παράγοντας, ακριβώς όπως και η οργανική σύνθεση του
κεφαλαίου της οποίας η αύξηση «δεν είναι παρά ένας
άλλος τρόπος έκφρασης της προόδου της κοινωνικής
παραγωγικής δύναμης της εργασίας» (Κ III, σ. 268).

Δεν πρόκειται λοιπόν για παραλείψεις, αλλά για τον αποκλεισμό από τον ορισμό του οικονομικού νόμου κάποιων καθορισμών (παραγόντων) με την προσφιλή στον Μαρξ μέθοδο της αφαίρεσης. Διπλή αφαίρεση από τον ορισμό του οικονομικού νόμου:

* αφενός όλων των εξωτερικών προσδιορισμών, δηλαδή των απειράριθμων εμπειρικών παραγόντων που μπορεί να υπάρχουν ή να μην υπάρχουν σ' έναν κοινωνικό σχηματισμό,

* αφετέρου όλων των προσδιορισμών που θεωρούνται προσωρινά σταθεροί, για να καταστεί δυνατή η διαδοχική ανάλυση της επίδρασης των ανεξάρτητων

μεταβλητών πάνω στην εξαρτημένη.

Οι παραπάνω παρατηρήσεις δεν είναι χωρίς συνέπειες και για τη συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης πραγματικότητας, που είναι και ο τελικός μας στόχος: Η υπόθεση της σταθερότητας της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου στο πλαίσιο του ορισμού της υπερσυσσώρευσης, σημαίνει ότι αυτή η τελευταία δεν μετατρέπεται σε κρίση παρά μόνον υπό ορισμένους όρους, οι οποίοι αναφέρονται στις διαχρονικές μεταβολές της οργανικής σύνθεσης: όταν η μείωση του βαθμού εκμετάλλευσης αντισταθμίζεται από μια ακόμη μεγαλύτερη μείωση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, το ποσοστό κέρδους δεν πέφτει αλλά αυξάνεται. Επομένως, η όποια «ανάγνωση» της κρίσης υπερσυσσώρευσης στη συγκεκριμένη - εμπειρικά διαπιστώσιμη - πραγματικότητα, δεν μπορεί παρά να στηρίζεται στη συνδυασμένη εξέταση ποσοτικών δεικτών που θα προσεγγίζουν αφενός την ιστορική τάση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργασίας (δηλαδή του ποσοστού υπεραξίας), και αφετέρου της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, θα πρέπει δηλαδή να ανασυγκροτούμε το σύνολο των εσωτερικών και εξωτερικών προσδιορισμών που είναι ικανό και αναγκαίο για την περιγραφή της συγκεκριμένης πραγματικότητας (και κάτι τέτοιο έχουμε ήδη επιχειρήσει για την περίπτωση της Ελλάδας κατά την ιστορική περίοδο 1960 1990), σύνολο που ο Μαρξ αποσυναρμολογεί με τη μέθοδο της αφαίρεσης για να το αναλύσει: να διευθετήσει τις σχέσεις αιτιότητας και ανάδρασης που το διέπουν, να εγκαθιδρύσει λογικές κατασκευές που ο σκληρός τους πυρήνας είναι εσωτερικές και αναγκαίες σχέσεις, άκαμπτοι δεσμοί ανάμεσα στα πράγματα. Φτάνουμε λοιπόν αναγκαστικά στην ερώτηση: η μείωση του βαθμού εκμετάλλευσης, τέτοια που την περιγράφει ο Μαρξ στην παράγραφο «πλεόνασμα κεφαλαίου μέσα σε συνθήκες πλεονάζοντος πληθυσμού», με ποιους όρους μετατρέπεται σε μια πτώση του ποσοστού κέρδους, δηλαδή σε μια οικονομική κρίση; Αλλά αυτή η ερώτηση δεν μπορεί παρά να είναι μια υποπερίπτωση μιας άλλης ερώτησης: με ποιο τρόπο το ποσοστό υπεραξίας (ο βαθμός εκμετάλλευσης) μετατρέπεται σε ποσοστό κέρδους; Ερώτηση που μας παραπέμπει αναπόφευκτα στο πρώτο τμήμα του τρίτου βιβλίου του «Κεφαλαίου». Ας θυμηθούμε τον τίτλο του: «Η μετατροπή της υπεραξίας σε κέρδος και του ποσοστού υπεραξίας σε ποσοστό κέρδους». Εκεί θα αναζητήσουμε λοιπόν την απάντηση στο ερώτημα μας.


Οικονομία στη χρησιμοποίηση σταθερού κεφαλαίου

Ας ακολουθήσουμε την ίδια τη λογική του Μαρξ: ας θεωρήσουμε, αυτή τη φορά, ως σταθερή ποσότητα το ποσοστό υπεραξίας, για να ασχοληθούμε με τη σχέση οργανικής σύνθεσης κεφαλαίου και ποσοστού κέρδους. Μια βιαστική ανάγνωση θα μας παρέπεμπε στο κεφάλαιο 13, στο διάσημο νόμο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, δηλαδή εκεί όπου ο Μαρξ διαπιστώνει ότι η αύξηση της παραγωγικής δύναμης της εργασίας επισύρει και πάλι υπό όρους τη γρηγορότερη αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, καθώς και τη συνακόλουθη πτώση του ποσοστού κέρδους. Ωστόσο, η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου εξαρτάται και από μια σειρά άλλους παράγοντες, πέραν της παραγωγικότητας, που εδώ (δηλαδή στο κεφάλαιο 13) θεωρούνται σταθεροί, θα πρέπει λοιπόν να αναζητήσουμε κάπου αλλού μέσα στο «Κεφάλαιο» την απαρίθμηση τους.

Ας αφήσουμε να μας καθοδηγήσει η σχέση S /V= (C /Y)(Y /V)= (C /Y)'[(S+V) /V]= (C /Y)[(S /V) + 1] (2) από την οποία προκύπτει ότι:

R = (S/V)/ (C/ Y) {[(S /V) + 1] + 1} (3)

όπου Υ το καθαρό προϊόν (δηλαδή το άθροισμα υπεραξίας και αξίας εργασιακής δύναμης).

Παρατηρούμε, με βάση την παραπάνω σχέση, ότι οι παράγοντες που επιδρούν στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, είναι δυνατό να αναλυθούν, αφενός σ' αυτούς που επιδρούν στο ποσοστό υπεραξίας, και αφετέρου σ' αυτούς που επίδρουν πάνω στο μέγεθος (C /Y). Αυτό το τελευταίο, εκφράζει την ποσότητα σταθερού κεφαλαίου που απαιτείται για την παραγωγή μιας μονάδας προϊόντος, άρα και την ικανότητα του καπιταλιστή να κάνει οικονομίες στη χρήση του. Αλλά ακριβώς σ' αυτό το ζήτημα, ο Μαρξ αφιερώνει ολόκληρο το κεφάλαιο 5, που έχει τον τίτλο «Οικονομία στη χρησιμοποίηση του σταθερού κεφαλαίου». Και πράγματι εδώ θα συναντήσουμε την απαρίθμηση των παραγόντων που αναζητάμε.
Ο Μαρξ, ακολουθώντας και πάλι τη μέθοδο της αφαίρεσης, για την οποία μιλήσαμε παραπάνω, θεωρεί εδώ (στο κεφάλαιο για την «Οικονομία στη χρησιμοποίηση του σταθερού κεφαλαίου»), ότι το ποσοστό υπεραξίας είναι «δεδομένο» (δηλαδή σταθερό), «για να αποφύγουμε» - όπως λέει - «ανώφελες περιπλοκές» (Κ III, σ. 106). Εντοπίζει στη συνέχεια τους παράγοντες που επιτρέπουν ή περιορίζουν την εξοικονόμηση σταθερού κεφαλαίου μέσα στην παραγωγική διαδικασία. Ας προσπαθήσουμε να τους συνοψίσουμε έχοντας συνείδηση του γεγονότος ότι θα κατορθώσουμε να μεταφέρουμε εδώ μόνον τα ουσιώδη:

Η διάρκεια της εργάσιμης ημέρας.

«Η διαρκώς αυξανόμενη ανάγκη της αύξησης του παγίου κεφαλαίου στο σύγχρονο
βιομηχανικό σύστημα αποτελούσε επομένως έναe κύριο κίνητρο για την παράταση  εργάσιμης ημέρας από τους άπληστους για
κέρδος κεφαλαιοκράτες...» (Κ III, σ. 104105)

Επειδή

«Το μέγεθος του παγίου μέρους του σταθερού κεφαλαίου, τα κτίρια του εργοστασίου, τα
μηχανήματα κ.λπ. μένουν τα ίδια, αδιάφορο αν χρησιμοποιούνται 12 ή 16 ώρες. Η,
παράταση της εργάσιμης ημέρας δεν απαιτεί καμιά νέα δαπάνη γι' αυτό το πιο πολυέξοδο
μέρος του σταθερού κεφαλαίου...» (Κ ΠΙ, σ. 104) Η συγκέντρωση των μέσων παραγωγής και τη «μαζική τους χρησιμοποίηση».,

«...η οικονομία στους όρους παραγωγής που
χαρακτηρίζει την παραγωγή σε μεγάλη κλίμακα..».(Κ III, σ. 106). «Τα ίδια κτίρια, οι ίδιες
εγκαταστάσεις...στοιχίζουν σχετικά λιγότερο για την παραγωγή σε μεγάλη, παρά σε μικρή
κλίμακα. Το ίδιο ισχύει για τις μηχανές κίνησης και εργασίας. Μ' όλο που η αξία τους.
ανεβαίνει απόλυτα, πέφτει σχετικά, σε σύγκριση με την αυξανόμενη έκταση της
παραγωγής και με το μέγεθος του μεταβλητού κεφαλαίου ή της μάζας της εργατικής δύναμης
που τίθεται σε κίνηση...» (Κ III, σ. 110)



Κοινωνικά συνδυασμένη εργασία (συγκέντρωση και συνεργασία των εργατών, κοινωνικός χαρακτήρας της εργασίας)..

«Όλη αυτή η οικονομία, που προκύπτει από τη συγκέντρωση των μέσων παραγωγής και από τη
μαζική τους χρησιμοποίηση, προϋποθέτει όμως σαν ουσιαστικό όρο τη συγκέντρωση και τη*
συνεργασία των εργατών, δηλαδή τον κοινωνικό συνδυασμό της εργασίας Ακόμη
και οι διαρκείς βελτιώσεις, που είναι δυνατές και αναγκαίες, προκύπτουν
αποκλειστικά από τις κοινωνικές εμπειρίες και παρατηρήσεις, που τις κάνει δυνατές και
τις επιτρέπει η παραγωγή του συνδυασμένου σε μεγάλη κλίμακα συνολικού εργάτη.» (Κ III, σ. 107). Οικονομία στους όρους εργασίας σε βάρος των εργατών..

«...η μετατροπή του εργάτη σε υποζύγιο...φτάνει ως την υπερπλήρωση στενών
και ανθυγιεινών χώρων με εργάτες, πράγμα που στην κεφαλαιοκρατική γλώσσα ονομάζεται
οικονομία σε κτίρια (Κ III, σ. 116)».

Η οικονομία στη χρησιμοποίηση σταθερού κεφαλαίου μπορεί, βεβαίως, να διαπλέκεται με την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, όπως στις ακόλουθες περιπτώσεις:
Ανακύκλωση των απορριμμάτων της παραγωγής. Αύξηση της παραγωγικότητας στον τομέα Ι, παραγωγής μέσων παραγωγής.. «...οικονομία που προκύπτει από τις
συνεχείς τελειοποιήσεις των μηχανών, συγκεκριμένα: 1) Των υλικών από τα οποία
είναι κατασκευασμένες...2) Από το φτήναιμα των μηχανών, εξαιτίας της βελτίωσης της
παραγωγής μηχανών γενικά, έτσι που, παρά το ότι η αξία του παγίου μέρους του σταθερού
κεφαλαίου ακατάπαυστα αυξάνει με την ανάπτυξη της εργασίας σε μεγάλη κλίμακα,
δεν αυξάνει ωστόσο στον ίδιο βαθμό. 3) Από τις ειδικές τελειοποιήσεις που δίνουν τη
δυνατότητα στις ήδη υπάρχουσες μηχανές να εργάζονται φτηνότερα και αποτελεσματικότερα...4) Από τη μείωση των απορριμμάτων ύστερα από τη βελτίωση των μηχανών...» (Κ III, σ. 108109). «Η άνοδος του ποσοστού κέρδους σε έναν κλάδο της βιομηχανίας οφείλεται στην
ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης της εργασίας σε έναν άλλον κλάδο...Είναι η
ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης της εργασίας σ' έναν άλλο κλάδο... στον κλάδο
παραγωγής μέσων παραγωγής, που προκαλεί στο >' σταθερό κεφάλαιο μια μείωση jtjc σχετικής
αξίας του...» (Κ III, σ. 110). Πρόοδος στον τομέα των φυσικών επιστημών και της εφαρμογής τους..

«Η ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης της εργασίας σε έναν κλάδο παραγωγής... που
μπορεί με τη σειρά της να σχετίζεται με την πρόοδο στον τομέα της διανοητικής
παραγωγής, ιδίως των φυσικών επιστημών και της εφαρμογής τους, εμφανίζεται σαν όρος
μείωσης της αξίας, και επομένως του κόστους των μέσων παραγωγής σε άλλους κλάδους της
βιομηχανίας...» (Κ III, σ. 109).

Εξέλιξη στην ποιότητα των μέσων παραγωγής, την τεχνική τους τελειοποίηση, δηλαδή αύξουσα καταλληλότητα τους ως....

«...απορροφητές εργασίας, ως μέσα στα οποία, ή με τη βοήθεια των οποίων,
υλοποιείται η εργασία, επομένως και η υπερεργασία...» (Κ III, σ. 111). Οικονομία που προκύπτει από τη συσσωρευμένη πείρα του συλλογικού εργάτη..

«...μόνον η εμπειρία του συνδυασμένου εργάτη ανακαλύπτει και δείχνει πού και πώς
μπορεί να γίνει οικονομία, πώς θα εφαρμοστούν με τον απλούστερο τρόπο οι
ανακαλύψεις που ήδη έγιναν, ποια πρακτικά εμπόδια πρέπει να υπερνικηθούν κατά την
εφαρμογή της θεωρίας στην πράξη - κατά την εφαρμογή της στη διαδικασία παραγωγής
κ.λπ.» (Κ III, σ. 135).

Οικονομία που προκύπτει από την εκπαίδευση του συλλογικού εργάτη, τις γνώσεις του, και την υποταγή του στον εργοστασιακό δεσποτισμό. - δηλαδή τις κεφαλαιοκρατικές σχέσεις παραγωγής που μεμιάς είναι και σχέσεις εξουσίας.

«Είναι επομένως ευνόητος ο φανατισμός με τον οποίο ο κεφαλαιοκράτης κάνει οικονομία
σε μέσα παραγωγής. Το να μη χάνεται και να μη σπαταλιέται τίποτα, το να καταναλώνονται
τα μέσα παραγωγής μόνο με τον τρόπο που απαιτεί η ίδια η παραγωγή, εξαρτιέται
ενμέρει από την εκγύμναση και την εκπαίδευση των εργατών, ενμέρει από την
πειθαρχία, που επιβάλλει ο κεφαλαιοκράτης στους συνδυασμένους εργάτες...» (Κ III. σ. 112).

«Εφόσον τα μέσα παραγωγής... είναι μέσα εκμετάλλευσης της εργασίας, ο εργάτης
νοιάζεται τόσο λίγο για τη σχετική φτήνια ή ακρίβεια αυτών των μέσων εκμετάλλευσης, όσο
νοιάζεται το άλογο, αν το χαλινώνουν με ένα ακριβό ή φτηνό στομίδι και χαλινάρι.» (Κ III, σ. 114).
«...ο εργάτης συμπεριφέρεται προς τον κοινωνικό χαρακτήρα της εργασίας του, προς
τον συνδυασμό της με την εργασία άλλων για* την επιδίωξη ενός κοινού σκοπού, σαν μια
ξένη προς αυτόν δύναμη.» (Κ III, σ. 114)

«...σχέση αποξένωσης και αδιαφορίας ανάμεσα στον εργάτη... και την οικονομική, δηλαδή
ορθολογική και φειδωλή χρησιμοποίηση των όρων της εργασίας του από την άλλη». (Κ III, σ. 115)

Η κατανόηση των μηχανισμών μέσω των οποίων οι καπιταλιστές επιτυγχάνουν οικονομίες σε σταθερό κεφάλαιο αποτελεί απαραίτητο όρο για την κατανόηση των συνθηκών υπό τις οποίες η συσσώρευση κεφαλαίου μετατρέπεται σε υπερσυσσώρευση, δηλαδή σε κρίση. Η μείωση του ποσοστού υπεραξίας μετατρέπεται σε πτώση του ποσοστού κέρδους, μόνον εφόσον δεν αντισταθμίζεται (η μείωση του ποσοστού υπεραξίας) από οικονομίες στη χρήση του σταθερού κεφαλαίου. Αντίστροφα, μια αύξηση του συντελεστή C/ Y στη διάρκεια μιας ιστορικής περιόδου, δηλαδή η μειούμενη ικανότητα της τάξης των καπιταλιστών για «οικονομία στη χρησιμοποίηση σταθερού κεφαλαίου» μπορεί να οδηγήσει σε υπερσυσσώρευση κεφαλαίου και πτώση του ποσοστού κέρδους, ακόμα και σε περιπτώσεις αύξησης (με μικρότερο ρυθμό) του ποσοστού εκμετάλλευσης, όπως μπορούμε να αντιληφθούμε από τη σχέση (3). Η αύξηση (πτώση) του συντελεστή C /Y προκύπτει πάλι ως αποτέλεσμα είτε μιας μείωσης (αύξησης) της παραγωγικότητας της εργασίας (Υ/ Ν), είτε (και) μιας αύξησης (πτώσης) της «έντασης κεφαλαίου» C/ N, εφόσον: C /Y = (C/ N)(N/ Y) (4), όπου Ν ο αριθμός των απασχολουμένων.
Αναζητήσαμε μέχρις εδώ τους όρους, τις προϋποθέσεις, της κρίσης υπερσυσσώρευσης, και διαπιστώσαμε ότι μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται και όλες εκείνες οι συνθήκες από τις οποίες εξαρτάται η ικανότητα του κεφαλαιοκράτη να κάνει οικονομίες στη χρήση του σταθερού κεφαλαίου. Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι η επιχειρούμενη σήμερα αναδιάρθρωση της καπιταλιστικής παραγωγής, με την εισαγωγή στην παραγωγική διαδικασία των εφαρμογών της μικροηλεκτρονικής και των ηλεκτρονικών υπολογιστών, δεν έχει ως στόχο μόνο την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας (και επομένως της σχετικής υπεραξίας και του βαθμού εκμετάλλευσης), αλλά και την πραγματοποίηση από το κεφάλαιο μιας σημαντικής οικονομίας στη χρήση μέσων παραγωγής. Η διαδικασία αυτή στοχεύει έτσι, μεταξύ άλλων, στη δραστική μείωση των κάθε λογής αποθεμάτων με τη βοήθεια της μηχανοργάνωσης, ώστε να εξασφαλίζεται η «παράδοση χωρίς καθυστερήσεις» («just in time delivery»), τόσο στο επίπεδο της αγοράς, όσο και στο εσωτερικό των επιχειρήσεων - σε αναφορά με τα προς επεξεργασία στοιχεία.
Όμως η ίδια η κρίση υπερσυσσώρευσης, καταλήγει μεταξύ άλλων και σε μείωση ή επιβράδυνση της ζήτησης, και οδηγεί έτσι σε αύξηση της αναπασχόλητης παραγωγικής δυναμικότητας:

«...μεγάλες μάζες του ήδη επενδεδυμένου κεφαλαίου είναι πράγματι αναπασχόλητες,
γιατί σκαλώνει το προτσές αναπαραγωγής. Εργοστάσια παραμένουν κλειστά, πρώτες ύλες
σωρεύονται, έτοιμα προϊόντα παραγεμίζουν την αγορά με τη μορφή εμπορευμάτων... Τότε
ακριβώς υπάρχει υπερπληθώρα παραγωγικού κεφαλαίου...» (Κ III, σ. 609).
«...ένα μέρος των μέσων παραγωγής, πάγιο και κυκλοφοριακό κεφάλαιο, δεν θα. λειτουργούσε, δεν θα δρούσε σαν κεφάλαιο,: ένα μέρος των εργοστασίων που άρχισαν να
λειτουργούν θα έκλεινε.» (Κ III, σ. 321).

Η ίδια λοιπόν η κρίση, οδηγώντας σε μείωση της κατανάλωσης, προκαλεί και μια σπατάλη σταθερού κεφαλαίου (αναπασχόλητο παραγωγικό δυναμικό), σπατάλη η οποία με τη σειρά της επιτείνει την πτώση του ποσοστού κέρδους, δηλαδή επιδεινώνει την κρίση. Έτσι, η υποκατανάλωση δεν εμφανίζεται στο θεωρητικό σχήμα στο οποίο καταλήξαμε, ως μια αιτία της κρίσης, αλλά ως ένα αποτέλεσμα της, το οποίο όμως αναδρά πάνω στο ποσοστό κέρδους και ανατροφοδοτεί την κρίση. Έχουμε να κάνουμε εδώ, με αυτό που είναι γνωστό στις φυσικές επιστήμες ως θετικό feedback, ή ακόμη με αυτό που στην αγορά συνήθως αποκαλούν «φαύλο κύκλο».

Επίλογος

Η θεωρητική ανάλυση που προηγήθηκε έδειξε ότι η προσέγγιση της κρίσης στο εσωτερικό ενός κοινωνικού σχηματισμού, σε αναφορά με τις θεωρητικές έννοιες που θεμελίωσε ο Μαρξ, δεν μπορεί παρά να βασίζεται (και) σε μια ποσοτική εμπειρική έρευνα, από την οποία να αντλούνται συμπεράσματα για την εξέλιξη εκείνων των παραγόντων («εξωτερικών προσδιορισμών» ή «ανεξάρτητων μεταβλητών») από τους οποίους εξαρτάται η ίδια η διαδικασία της συσσώρευσης: εξέλιξη μισθών, μερίδα μισθών και κερδών - ως ενδείξεις για τις συνθήκες εκμετάλλευσης, φαινόμενη παραγωγικότητα της εργασίας, «κεφαλαιακή ένταση», εξέλιξη του λόγου κεφαλαιακού αποθέματος προϊόντος - ως ενδείξεις σε αναφορά με την «οικονομία στη χρησιμοποίηση σταθερού κεφαλαίου», εξέλιξη της κατανάλωσης και του βαθμού απασχόλησης του παραγωγικού δυναμικού κ.λπ. Η κρίση δεν προκύπτει ως «θεωρητική αναγκαιότητα». Αποτελεί ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα της συγκεκριμένης ιστορικής εξέλιξης το οποίο μπορεί να κατανοηθεί με τη βοήθεια της θεωρίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: